|
Ἕνα ζευγάρι παλιὰ πέδιλα
ἀφημένα κἄπου στὰ μισὰ τῆς σάρας τοῦ Ἁγίου Πέτρου Κουρασμένα σέρνονται, δὲν πᾶνε· σὰν δύο ἀποχαυνωμένες σαῦρες στὴν ξηραμένη χλόη. Στὶς μισοφαγωμένες σόλες, ἕνα σφηνωμένο χαλίκι δηλώνει τὴν μοναξιὰ τοῦ μονοπατιοῦ. Ἕνα ἴχνος ὀστράκου, τὴν στάθμη τοῦ ὀνείρου στ᾿ ἁλάτια· τῶν βυθῶν τὴν συμπύκνωση. Καὶ ἡ γλῶσσα μαραμένο φύλλο: πὼς εἶναι ὁ ταπεινότερος ψίθυρος ὁλάκερης τῆς γῆς. Στὶς παντέρμες φτέρνες τους τὰ πέδιλα φυλάσσουν κάτι ἀπὸ τῶν γλάρων τὴν πτήση· τοῦ ἱκανοῦ θερισμοῦ τὴν ἄφωνη χαρά· τὸ σύγκρυο ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου... |
Μένει νὰ ξαναβροῦμε τὴ ζωή μας, τώρα ποὺ
δὲν ἔχουμε πιὰ τίποτα. |