Αρχική σελίδα / Επιλογή κειμένων

Αλέκος Ξένος (1912-1995): Ο Διγενής δεν πέθανε, συμφωνικό ποίημα

Ο ζακυνθινός μουσικός Αλέκος Ξένος έχει δικαίως χαρακτηρισθεί ως “ο συνθέτης της Αντίστασης”. Ήδη από το 1936, κατά την διάρκεια των σπουδών του στο Ωδείον Αθηνών ακόμη, πρωτοστατούσε στους συνδικαλιστικούς και καλλιτεχνικούς αγώνες των ελληνικών μουσικών κύκλων, ενώ την περίοδο 1940-1944 συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, για τις ανάγκες της οποίας οργάνωσε πολυάριθμα ενόργανα και χορωδιακά σύνολα και μελοποίησε πολλά εμβληματικά αντιστασιακά τραγούδια που γνώρισαν ευρεία λαϊκή διάδοση. Το τραγούδι, σολιστικό και χορωδιακό, δεσπόζει στην δημιουργία του από κοινού με τα μεγαλεπήβολα ορχηστρικά του έργα, στα οποία περιλαμβάνονται αρκετά συμφωνικά ποιήματα εμπνευσμένα από υψηλά πανανθρώπινα ιδανικά και γνήσια πατριωτικά αισθήματα.

Το συμφωνικό ποίημα Ο Διγενής δεν πέθανε αποτελεί αναμφίβολα μία από τις αντιπροσωπευτικότερες συνθέσεις του Ξένου. Γράφηκε το 1952, με αφορμή την εκτέλεση του ηγέτη της Αντίστασης και κομμουνιστή Νίκου Μπελογιάννη, αλλά και ως καλλιτεχνική απάντηση του συνθέτη στην τραγωδία Ο θάνατος του Διγενή του φίλου και συνεργάτη του Άγγελου Σικελιανού. Σύμφωνα με τον Ξένο, «μπορείς να σκοτώσεις τον άνθρωπο, αλλά να σκοτώσεις τις ιδέες δεν είναι δυνατόν»· ο Διγενής λοιπόν, ως μακραίωνο σύμβολο της αδάμαστης ελληνικής ψυχής, δεν μπορεί να καταβληθεί και να αφανισθεί, όσο σκληρές και αν είναι οι δοκιμασίες που συνοδεύουν τον διαρκή ηρωικό του αγώνα για την υπεράσπιση της προσφιλούς πατρίδος. Έτσι, το έργο αυτό, παρ’ ότι γραμμένο στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν την Κατοχή και τον Εμφύλιο, αποπνέει μιαν αισιοδοξία για το μέλλον, την οποία μάλιστα ο ίδιος ο Ξένος χαρακτήριζε ως προοδευτικά “ρομαντική”. Η πρώτη εκτέλεση του συμφωνικού αυτού ποιήματος (το οποίο μπορεί να παρουσιασθεί και ως μπαλλέττο) πραγματοποιήθηκε επίσης το 1952, από την Συμφωνική Ορχήστρα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και υπό την διεύθυνση του Ανδρέα Παρίδη, ενώ πριν το τέλος της δεκαετίας του 1950 παίχθηκε αρκετές ακόμη φορές με μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα (το 1956) αλλά και στο εξωτερικό (στην τότε Σοβιετική Ένωση το 1957-1958 και στην Ρουμανία το 1958).

Το έργο είναι γραμμένο σε μορφή σονάτας (πλαισιωμένη από εισαγωγή και επίλογο) και – ως χαρακτηριστικό δείγμα γραφής ενός (μάλλον όψιμου) εκπροσώπου της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής – βασίζεται καθ’ ολοκληρίαν σε λαϊκότροπο θεματικό υλικό και σε τροπική, ως επί το πλείστον, μελωδική και αρμονική λογική. Η σύνθεση ξεκινά με μια ορμητική ορχηστρική χειρονομία, την οποία όμως σύντομα διαδέχεται ένα πένθιμο εμβατήριο που προσλαμβάνει ολοένα και ευρύτερη δυναμική στην εξέλιξή του, καθώς εμπλουτίζεται ενορχηστρωτικά, αποκτά περισσότερη κινητικότητα και ένταση, ενώ συγχρόνως μεταβάλλει τον αρχικά ελεγειακό του χαρακτήρα σε ηρωικό. Το σφοδρό κύριο θέμα που ακολουθεί σε “ελάσσονα” τρόπο από ρε εκμεταλλεύεται ουσιαστικά αμφότερα τα μοτιβικά στοιχεία του εισαγωγικού τμήματος (την θυελλώδη εναρκτήρια φιγούρα και τα έντονα παρεστιγμένα μοτίβα του πένθιμου εμβατηρίου), ενώ η μετέπειτα μετάβαση προεκτείνει το κύριο αυτό θεματικό υλικό και – με την μεσολάβηση ηχηρών φανφαρών από τα χάλκινα πνευστά – φθάνει σε εντυπωσιακή κλιμάκωση, προτού εκτονωθεί σταδιακά και οδηγήσει στην παρουσίαση ενός λυρικού και μελαγχολικού πλαγίου θέματος σε “ελάσσονα” τρόπο από σολ. Η δραματική επανεμφάνιση των εναρκτήριων φιγούρων σηματοδοτεί κατόπιν την έναρξη της επεξεργασίας, η οποία γρήγορα επικεντρώνεται σε ένα “αναστοχαστικό” παράγωγο του εισαγωγικού πένθιμου εμβατηρίου, που αναπτύσσεται για αρκετή ώρα από κοινού και με ένα συνοδευτικό σχήμα του πλαγίου θέματος. Τελικά, το αργό αλλά εμφαντικό επιστέγασμα αυτής της διαδικασίας συνδέεται με την επαναφορά της μετάβασης και του πλαγίου θέματος, το οποίο μεταφέρεται τώρα αυτούσιο σε “ελάσσονα” τρόπο από ρε, ενώ το υλικό του κυρίου θέματος επανεισάγεται με αισθητή καθυστέρηση, σε συνοπτική μορφή και σε μεταφορά στην λα, έχοντας πάντως προετοιμασθεί κατάλληλα και από μιαν αναδρομή στην έναρξη της επεξεργασίας. Το νέο θεματικό παράγωγο της κεντρικής αυτής ενότητος, αντιθέτως, κάνει την επανεμφάνισή του μόνο στην αρχή της επιλογικής ενότητος (coda) του κομματιού, ακολουθούμενο αφ’ ενός μεν από ύστατες αναφορές στο πλάγιο θέμα και αφ’ ετέρου από την καταληκτική ανάπτυξη της μελωδίας του πένθιμου εμβατηρίου σε “μείζονα” τρόπο από Σολ, το οποίο επιστέφεται πλέον με μεταπλάσεις της εναρκτήριας φιγούρας στα ξύλινα πνευστά και αποθεώνεται θριαμβικά στην Σι-μείζονα, διακηρύττοντας με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την ακράδαντη πίστη του συνθέτη στην αθανασία του Διγενή και του ελληνισμού.

05.09.2008


© Ιωάννης Φούλιας