Αρχική σελίδα / Επιλογή κειμένων

Richard Strauß (1864-1949): Σονάτα για βιολοντσέλλο και πιάνο σε Φα-μείζονα, opus 6

Πολλοί μύθοι έχουν δημιουργηθεί κατά καιρούς γύρω από παιδιά-θαύματα, λίγα από αυτά ωστόσο είχαν τελικά την δυνατότητα να ωριμάσουν και να καταλάβουν περίοπτη θέση στην ιστορία της μουσικής. Ανάμεσά τους, ο Richard Strauß, με την πλούσια ογδονταετή συνθετική του σταδιοδρομία, αποτελεί ασφαλώς μια πολύ ιδιάζουσα περίπτωση. Εντούτοις, το γεγονός ότι άρχισε να γράφει μουσική σε ηλικία 5 μόλις ετών ελάχιστη σημασία έχει (υπάρχουν εξ άλλου αρκετές ανάλογες περιπτώσεις), σε σύγκριση με το ότι τα έργα της εφηβείας του έχουν ήδη κατακτήσει ένα αξιοθαύμαστα υψηλό επίπεδο ωριμότητας, ώστε ως “νεανικά” δείγματα γραφής να είναι συγκρίσιμα ενδεχομένως μόνο με ανάλογα έργα του Felix Mendelssohn-Bartholdy.

Είναι χρήσιμο να έχει κανείς υπ’ όψιν του τα παραπάνω όταν έρχεται αντιμέτωπος με ένα έργο όπως η εκπληκτική σονάτα για τσέλλο και πιάνο, που γράφηκε μεταξύ των ετών 1882-1883 στο Staffelstein και το Μόναχο και εκδόθηκε το 1883 ως opus 6· διότι, κατ’ αρχάς, δύσκολα μπορεί κανείς να διανοηθεί ότι αυτή ολοκληρώθηκε από έναν δεκαεννιάχρονο συνθέτη! Η πληθωρική πιανιστική της γραφή προβάλλει σημαντικές τεχνικές απαιτήσεις από τον πιανίστα, παράλληλα όμως συνδυάζεται κατά τρόπον εξαιρετικά ισορροπημένο με το μέρος του τσέλλου. Στις 8 Δεκεμβρίου 1883 το έργο παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά στην Νυρεμβέργη, από τον τσέχο βιολοντσελλίστα Hans Wihan (στον οποίον ο συνθέτης αφιέρωσε αυτήν την σονάτα) και την πιανίστα Hildegard von Königsthal, ενώ ακολούθησαν αρκετές ακόμη ερμηνείες της σονάτας με τον συνθέτη στο πιάνο, που γνώρισαν (εύλογα) μεγάλη επιτυχία.

Ήδη η έναρξη του πρώτου μέρους (Allegro con brio) είναι ενδεικτική του χαρακτήρα ολόκληρης της σονάτας: πλατιές, μεγαλόστομες χειρονομίες ακολουθούνται από ένα σημαντικό στην εξέλιξη του πρώτου μέρους παρεστιγμένο ρυθμικό μοτίβο. Μετά το κύριο θέμα, η έκθεση συνεχίζεται με μια δεύτερη ιδέα στην Φα-μείζονα, ήρεμη και μελωδική, η οποία τελικά απομακρύνεται από την αρχική τονικότητα, αποκαλύπτοντας με κάποια καθυστέρηση την μεταβατική της λειτουργία. Το πλάγιο θέμα, που συνίσταται σε αναδιατύπωση και περαιτέρω εξέλιξη του υλικού του κυρίου θέματος, εισάγεται παραδόξως στην ντο-ελάσσονα, με στοχαστική διάθεση, και μόνο στην πορεία του στρέφεται προς την Ντο-μείζονα, οδηγώντας σε λαμπερή κορύφωση. Η έκθεση ολοκληρώνεται με μιαν “ανάλαφρη” καταληκτική ιδέα, επίσης στην Ντο-μείζονα, που περιλαμβάνει και ορισμένες αναδρομές σε προηγούμενα μοτίβα. Με την καταληκτική αυτή ιδέα (σε μιμητική γραφή) να περιπλανάται σε ελάσσονες τονικότητες, ανοίγει κατόπιν η επεξεργασία· η σκοτεινή της διάθεση διακόπτεται από μια σπαρακτική αναφορά στο πλάγιο θέμα, ενώ στην συνέχεια η ίδια θεματική και δυναμική αντιπαράθεση επαναλαμβάνεται με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση και ενεργητικότητα. Ακολουθεί σύντομη ρευστοποίηση του υλικού του πλαγίου θέματος που οδηγεί ωστόσο σε ένα τέλμα: εδώ ακριβώς επεμβαίνει το χαρακτηριστικό παρεστιγμένο μοτίβο της εκθέσεως, το οποίο, λαμβάνοντας την μορφή θέματος ενός φουγκάτο και πυκνώνοντας σταδιακά την υφή του, δημιουργεί την δραματικότερη ένταση όλου του μέρους! Τέτοιου είδους εντάσεις όμως απαιτούν και αναλόγως δραστικές “λύσεις”: πράγματι, η ακουστική λύτρωση εμφανίζεται στην παρούσα περίπτωση με την έναρξη της επανεκθέσεως και την επιβλητική εναρκτήρια θεματική ιδέα. Το κύριο θέμα δεν παρουσιάζει σημαντικές τροποποιήσεις, όπως και η μετάβαση που διαφοροποιείται κυρίως σε τονικό επίπεδο, ώστε να επιτρέψει στην συνέχεια την επαναφορά του πλαγίου θέματος στην λα-ελάσσονα, που εξελίσσεται όμως σε ήπιους τόνους, χωρίς να οδηγεί άμεσα στην κορύφωση της εκθέσεως· αντιθέτως, η καταληκτική ιδέα παρεμβάλλεται εδώ και αναπτύσσεται σε σημαντικό βαθμό στρεφόμενη προς την Φα-μείζονα, όπου κατόπιν επανέρχεται το πλάγιο θέμα με μεγαλειώδη έκφραση, όπως δηλαδή και στην έκθεση. Οι δομικές αυτές μεταβολές στην επανέκθεση είναι ήδη ικανές να προσφέρουν ένα εντυπωσιακό κλείσιμο στο κομμάτι, γι’ αυτό και η πολύ σύντομη coda (με κύριο στοιχείο το παρεστιγμένο μοτίβο) περιορίζεται σε επιτάχυνση της χρονικής αγωγής και εμφαντική κατάληξη.

Το αργό μέρος της σονάτας (Andante ma non troppo) αρχίζει με μιαν ελεγεία στην ρε-ελάσσονα, όπου η γραμμή του τσέλλου διπλασιάζεται στο πληρέστερο μέρος του πιάνου. Η τριμερής μικροδομή της ελεγείας συνιστά την πρώτη ενότητα μιας επίσης τριμερούς μακροδομής. Η δεύτερη ενότητα αρχίζει με μια σύντομη ιδέα, πιο κινητική από την αρχική, η οποία μετατρέπει προς την Σι-ύφεση-μείζονα, όπου οι μιμήσεις ανάμεσα στο πιάνο και το τσέλλο αλλά και η ζωηρότερη ρυθμική συνοδεία έχουν ως επακόλουθο μια θαυμάσια μελωδική κλιμάκωση με έντονο λυρισμό. Η μετέπειτα αποκλιμάκωση ακολουθείται από την πλήρη επαναφορά της αρχικής ενότητας. Στην συνέχεια, στο πλαίσιο μιας εκτενούς coda, η συνοπτική επαναφορά στην Ρε-μείζονα των δύο ιδεών της μεσαίας ενότητας δίνει την εντύπωση μιας τελικής λύτρωσης· πρόσκαιρα όμως, καθώς η ρε-ελάσσονα επιστρέφει παράλληλα με την αρχική ελεγειακή ιδέα, η οποία, δίχως πλέον πνοή και εξελικτική δυναμική, εγκαταλείπεται στον εαυτό της και αποσυντίθεται μέσα σε καταθλιπτική ατμόσφαιρα.

Τα παραπάνω επιρρεάζουν το τελευταίο μέρος (Finale: allegro vivo), που ξεκινά από ένα σπασμωδικό, με χαρακτήρα ανάλαφρης αναζήτησης, κύριο θέμα στην Φα-μείζονα· παρακάτω, όταν για πρώτη φορά διατυπώνεται επιτέλους μια συνεκτική μελωδία στο τσέλλο, συνειδητοποιείται κατά τρόπον ειρωνικό ότι αυτή συνιστά μονάχα ένα μεταβατικό στοιχείο, αφού το πραγματικό πλάγιο θέμα, μια λυρικώτατη μελωδία στην Ντο-μείζονα, εμφανίζεται αργότερα και ακολουθείται από την εκτενή κατακλείδα της εκθέσεως, στο πλαίσιο της οποίας συνδυάζονται και αναπτύσσονται στοιχεία αμφοτέρων των θεμάτων (με μια ενδιαφέρουσα τονική παρέκκλιση προς την ναπολιτάνικη περιοχή, μεταξύ άλλων). Η επεξεργασία αναπτύσσει αρχικά το κύριο θέμα σε ήπιους τόνους, έπειτα όμως κορυφώνεται δραματικά στηριζόμενη πρωτίστως στην εντυπωσιακά πλούσια πιανιστική της γραφή. Αυτό το ξέσπασμα λύνει την έντασή του με μια παράθεση του πλαγίου θέματος στην Σι-μείζονα, ενώ ό,τι ακολουθεί δεν είναι παρά μια πορεία που οδηγεί σε αδιέξοδο. Τίποτε το μελαγχολικό ωστόσο δεν υπάρχει εδώ: στην πραγματικότητα, μια ακόμη ευφάνταστη επινόηση του Strauß επιτρέπει στην επανέκθεση να ξεκινήσει και πάλι “εκ του μηδενός”, κατά το πρότυπο της εκθέσεως! Ακολούθως, το πλάγιο θέμα και η κατακλείδα μεταφέρονται στην αρχική τονικότητα, ενώ η προέκταση της τελευταίας κοντοστέκεται ακριβώς πριν τις τελικές συγχορδίες, με έναν υπαινιγμό του – εμφανώς ελάχιστα ικανοποιητικού για το κλείσιμο του τελικού αυτού μέρους – πλαγίου θέματος. Πρόκειται για άλλη μια χιουμοριστική χειρονομία εκ μέρους του συνθέτη, στο τέλος ενός τόσο πλούσιου σε γεγονότα και υφολογικές εναλλαγές έργου.

22.01.2003


© Ιωάννης Φούλιας