Αρχική σελίδα / Επιλογή κειμένων

(André) George (Louis) Onslow (1784-1853): Κουϊντέττο εγχόρδων αρ. 20 σε ρε-ελάσσονα, opus 45

Το είδος του κουϊντέττου εγχόρδων παρ’ ότι πρωτοπαρουσιάστηκε, όπως και το κουαρτέττο εγχόρδων, στα μέσα του 18ου αιώνος, εντούτοις δεν καλλιεργήθηκε στον ίδιο βαθμό με εκείνο. Σε αντίθεση μάλιστα με την εξ αρχής παγιωμένη διανομή του κουαρτέττου εγχόρδων που προβλέπει δύο βιολιά, μία βιόλα και ένα τσέλλο, το κουϊντέττο αμφιταλαντεύθηκε επί μακρόν ανάμεσα σε ποικίλες δυνατότητες: έτσι, δίπλα στην διανομή δύο βιολιών, δύο βιολών και ενός τσέλλου, παρουσιάζονται περιπτώσεις διπλασιασμού των βιολιών και των τσέλλων (με μία βιόλα), διπλασιασμού των βιολών και των τσέλλων (με ένα μόνο βιολί), με τρία βιολιά, μία βιόλα και ένα τσέλλο, ή ακόμη με την προσθήκη ενός κοντραμπάσσου στο σύνηθες σώμα ενός κουαρτέττου εγχόρδων… Από την άλλη πλευρά, το είδος του κουϊντέττου δεν έτυχε ιδιαίτερης προτιμήσεως μεταξύ των κορυφαίων συνθετών του κλασσικισμού, με σημαντικότερη εξαίρεση τα έξι σπουδαία έργα του Mozart, που ωστόσο είναι πολύ λίγα σε ποσότητα, συγκρινόμενα π.χ. με τα 26 κουαρτέττα εγχόρδων του ιδίου. Από τους εκπροσώπους του είδους κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνος θα πρέπει εδώ να αναφερθούν κυρίως οι Luigi Boccherini (με 125 κουϊντέττα στο ενεργητικό του), Giuseppe Cambini (τουλάχιστον 115 τέτοια έργα), Gaetano Brunetti (66 ή περισσότερα) και Michael Haydn. Περίπου ίδια, εξ άλλου, υπήρξε η εικόνα και κατά τον 19ο αιώνα: οι μεγάλοι δημιουργοί της εποχής συνθέτουν κατά κανόναν από ένα τουλάχιστον κουαρτέττο εγχόρδων, ενώ με το είδος του κουϊντέττου ασχολούνται πολύ λιγότεροι, μεταξύ των οποίων οι Schubert, Mendelssohn, Spohr, Brahms, Dvořák και Bruckner.

Εντυπωσιακή ωστόσο υπήρξε η παραγωγή του George Onslow, ο οποίος συνέθεσε συνολικά 34 κουϊντέττα εγχόρδων. Ο γάλλος αυτός δημιουργός (αγγλικής καταγωγής) έδρασε ως επί το πλείστον στο Παρίσι, ενασχολούμενος κατά κύριον λόγο με τον τομέα της μουσικής δωματίου. Το γεγονός ότι υπήρξε ουσιαστικά ο μόνος γάλλος συνθέτης κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, ο οποίος στράφηκε περισσότερο προς την “απόλυτη” ενόργανη μουσική και λιγότερο προς τα τότε ακμάζοντα σκηνικά είδη της όπερας και του μπαλλέττου, υπήρξε η αιτία της μικρής του επιτυχίας στο εσωτερικό· πράγματι, ο Onslow εκτιμήθηκε περισσότερο στην Γερμανία, την Αυστρία και την Αγγλία, ενώ στην Γαλλία τα έργα του εκτελούνταν μεν με κάποια συχνότητα στα μουσικά σαλόνια, αλλά θεωρούνταν δύσκολα στην πρόσληψή τους, “περισπούδαστα και σοβαρά”, σύμφωνα με κριτικούς της εποχής του, και κατά συνέπειαν δεν γνώρισαν υψηλή δημοτικότητα. Η μουσική του μετά θάνατον ξεχάστηκε και έτσι σήμερα είναι ελάχιστα γνωστή στο ευρύ κοινό, καθώς ούτως ή άλλως πολύ σπάνια περιλαμβάνεται στα προγράμματα συναυλιών.

Ο Onslow υπήρξε κατ’ αρχάς αυτοδίδακτος στην σύνθεση, έπειτα όμως (από το 1808) μαθήτευσε κοντά στον Antonín Reicha. Όσον αφορά στο είδος του κουϊντέττου εγχόρδων, οι αρχικές επιρροές που δέχθηκε προέρχονταν από τον Boccherini κυρίως, όπως διαφαίνεται και από την προτίμησή του για το σχήμα που αποτελείται από δύο βιολιά, μία βιόλα και δύο τσέλλα (τόσο ο Onslow όσο και ο Boccherini ήταν άλλωστε τσελλίστες) αλλά και ειδικότερα από την χρήση της υψηλής περιοχής των τσέλλων και την συχνή προβολή τους ως φορέων της κύριας μελωδικής γραμμής. Αργότερα, εμμένοντας στην τεχνοτροπία του κλασσικισμού, δέχεται επίσης την επίδραση των έργων του Mozart, για να καταλήξει τελικά σε ένα περισσότερο ρομαντικό ιδεώδες, που απαιτεί έναν ήχο πιο συμπαγή, σχεδόν ορχηστρικό, και παράλληλα ένα ύφος ικανό να αναδείξει τον διάλογο μεταξύ των διαφορετικών οργάνων και τις ποικιλότροπες ηχητικές δυνατότητες του συνόλου. Εξ άλλου, όταν ο Onslow άκουσε τον δεξιοτέχνη του κοντραμπάσσου Domenico Dragonetti στο Λονδίνο, αντικατέστησε πρόσκαιρα σε ορισμένα κουϊντέττα του το δεύτερο τσέλλο με ένα κοντραμπάσσο. Οι εκδοτικές ανάγκες, πάντως, ήταν αυτές που καθόριζαν τελικά σε μεγάλο βαθμό την επιλογή των οργάνων, προσφέροντας ποικίλες δυνατότητες εκτελέσεως των έργων αυτών: με εξαίρεση λοιπόν τα τρία τελευταία κουϊντέττα του Onslow (που είναι γραμμένα για δύο βιολιά, δύο βιόλες και ένα τσέλλο), τα περισσότερα δημοσιεύονταν για δύο βιολιά, μία βιόλα και δύο τσέλλα, με δύο όμως επιπρόσθετες πάρτες, δηλαδή μία για δεύτερη βιόλα (στην θέση του πρώτου τσέλλου) και μία για κοντραμπάσσο (στην θέση του δεύτερου τσέλλου). Το εικοστό κουϊντέττο εγχόρδων, έργο του 1833, ακολουθεί αυτήν την πρακτική, συνιστώντας ταυτόχρονα ένα δείγμα γραφής της μεσαίας, αρκετά ώριμης πλέον, συνθετικής περιόδου του δημιουργού του· όπως δε τα περισσότερα έργα αυτού του είδους στον 19ο αιώνα, αποτελείται από την συνήθη τότε διαδοχή τεσσάρων μερών, όπου το μενουέττο προηγείται του αργού μέρους και αμφότερα περικλείονται από δύο γρήγορα μέρη: Allegro grandioso, Menuetto: presto, Andante cantabile και Finale: allegro innocente.

17.03.2002


© Ιωάννης Φούλιας