Αρχική σελίδα / Επιλογή κειμένων

Georg Friedrich Händel (1685-1759): “Halleluja” από το ορατόριο Ο Μεσσίας, HWV 56 / 39 (στην διασκευή του W. A. Mozart, KV 572)

Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο ένα έργο να αποκτά τεράστια δημοτικότητα και να αποτελεί εφ’ εξής κεντρικό σημείο αναφοράς για τον δημιουργό του. Στο ορατόριο Ο Μεσσίας, HWV 56, και δη στο πασίγνωστο τελικό χορωδιακό του δεύτερου μέρους του, υπό τον τίτλο “Halleluja”, η παραπάνω διαπίστωση φαίνεται μάλιστα πως βρίσκει την απόλυτη επαλήθευσή της, όσον αφορά στο πρόσωπο του – γερμανικής καταγωγής, αλλά δρώντος στην βρετανική επικράτεια κατά το πρώτο ήμισυ του 18ου αιώνος – Georg Friedrich Händel. Από την εποχή που γράφηκε (το 1741) και ερμηνεύθηκε για πρώτη φορά (στις 13 Απριλίου 1742, στο New Music Hall του Δουβλίνου, υπό την διεύθυνση του συνθέτη), το ορατόριο αυτό παραμένει το δημοφιλέστερο εν γένει στο είδος του και τυγχάνει πληθώρας εκτελέσεων παγκοσμίως. Ειδικά όμως το “Halleluja”, που θεωρείται η κορυφαία στιγμή του συνολικού έργου, συχνά παρουσιάζεται και ως μεμονωμένο χορωδιακό κομμάτι σε διάφορες περιστάσεις. Στην Αγγλία μάλιστα αποτελεί παράδοση να παρακολουθεί το ακροατήριο όρθιο το συγκεκριμένο κομμάτι, συνήθεια η οποία ανάγεται στην αντίδραση του βασιλέως Γεωργίου Β΄ όταν πρωτάκουσε το ορατόριο στο Λονδίνο το 1743.

      Η διατήρηση του Μεσσία στο ρεπερτόριο κάθε εποχής απαιτούσε όμως και την κατάλληλη προσαρμογή του στα εκάστοτε νέα δεδομένα. Όταν λοιπόν ο βαρόνος Gottfried van Swieten ανανέωσε το ενδιαφέρον για τα ορατόρια του Händel στον γερμανόφωνο χώρο από το 1780 περίπου και εξής, κατέστη επιτακτική η ανάγκη κάποιας νεότερης επεξεργασίας του μουσικού κειμένου των έργων αυτών, προκειμένου να γίνουν αρεστά στο εντελώς διαφοροποιημένο ακροατήριο. Μεταξύ άλλων, σε μια τέτοια επανεπεξεργασία του Μεσσία προέβη ο Wolfgang Amadeus Mozart, για τις ανάγκες ενός ανεβάσματος του ορατορίου τον Μάρτιο του 1789 στην Βιέννη. Στην εργασία του αυτήν (KV 572), ο βιεννέζος κλασσικός απάλειψε το παρωχημένο πλέον basso continuo και επανενορχήστρωσε το έργο για μια τυπική ορχήστρα της εποχής του κλασσικισμού, με διπλά ξύλινα και χάλκινα πνευστά, τύμπανα και έγχορδα· επιπλέον, συντόμευσε ορισμένες άριες και ρετσιτατίβα που θεωρούνταν τότε εκτός μόδας και διευκόλυνε σε κάποια σημεία τις σολιστικές φωνές, υποστηρίζοντας την μελωδική τους γραμμή με ορισμένες σολιστικές εισόδους εκ μέρους των οργάνων, αλλά άφησε άθικτα τα χορωδιακά, τα οποία ούτως ή άλλως απολάμβαναν και της μεγαλύτερης εκτιμήσεως του κοινού. Τέλος, προσάρμοσε την γερμανική μετάφραση του κειμένου του Ch. Jennens, την οποία ετοίμασε ο C. D. Ebeling.

      Σε ό,τι αφορά σε αυτό καθ’ εαυτό το “Halleluja”, πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί ο ιδιαιτέρως μεγαλοπρεπής χαρακτήρας του, που προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας ανάμεικτης εφαρμογής της ομοφωνικής και της αντιστικτικής υφής. Από δομικής επόψεως, το όλον κατακερματίζεται σε μικρά παρατακτικώς αλληλοδιαδεχόμενα τμήματα, που αντιστοιχούν στις διαφορετικές φράσεις του κειμένου, σύμφωνα δηλαδή με την παλαιά πρακτική του αναγεννησιακού μοτέττου. Παρ’ όλα αυτά, ο Händel διασφαλίζει την ενότητα του κομματιού, χάρη στην επαναφορά χαρακτηριστικών μελωδικών θεμάτων στην εξέλιξή του και στην δημιουργία μιας καλά υπολογισμένης κλιμακούμενης εντάσεως – προϊόν τόσο των υφολογικών επιλογών όσο και της έμφασης που δίνεται στην αξιοποίηση της υψηλής περιοχής όλων των χορωδιακών φωνών, συνάμα δε και της λαμπρής ενορχηστρώσεως. Το τελικό αποτέλεσμα είναι σίγουρο ότι δικαιώνει αυτές τις επιλογές, λαμβανομένης υπ’ όψιν της μνημειώδους μουσικής αποδόσεως του μεγαλείου του Θεού, όπως αυτό παρουσιάζεται στο κατά βάση βιβλικό κείμενο του χορωδιακού.

17.05.2000


© Ιωάννης Φούλιας