Αρχική σελίδα / Επιλογή κειμένων

Dietrich Buxtehude (1637-1707): Παραλλαγές πάνω στο χορικό “Ach Gott und Herr”, BuxWV 177

Οι παραλλαγές πάνω σε χορικά άσματα της λουθηρανικής εκκλησίας ήσαν ιδιαιτέρως προσφιλείς μεταξύ των συνθετών της βορειο-γερμανικής σχολής οργάνου, καθώς το είδος αυτό τους έδινε την δυνατότητα εφαρμογής της δημοφιλούς μορφής των παραλλαγών στο πλαίσιο της λειτουργικής πράξεως. Μεταξύ των σωζόμενων έργων για όργανο του Buxtehude συγκαταλέγονται 8 τέτοιες “χορικές παρτίτες”, δίπλα σε άλλες 8 “χορικές φαντασίες” και σε περίπου 30 (απλά) χορικά πρελούδια.

      Δημιουργός του κειμένου αλλά και της μελωδίας του συγκεκριμένου χορικού είναι ο Martin Rutilius (Λειψία 1625), πρόκειται δε για ένα άσμα εξιλεώσεως («Αχ, Θεέ και Κύριε, πόσο μεγάλες και βαριές είναι οι αμαρτίες στις οποίες έχω υποπέσει! Τέτοιες που δεν μπορεί να βρεθεί κανένας σ’ αυτόν τον κόσμο για να με βοηθήσει» κ.ο.κ.). Μοναδική πηγή των παραλλαγών του Buxtehude πάνω στο συγκεκριμένο χορικό μέλος είναι μια συλλογή χορικών πρελουδίων των αρχών του 18ου αιώνος, ωστόσο το ίδιο το έργο έχει προφανώς συντεθεί αρκετά χρόνια είτε… δεκαετίες νωρίτερα! Δυστυχώς παραδίδεται ημιτελές, αφού η πρώτη παραλλαγή-επεξεργασία του χορικού (θέμα) ακολουθείται μόνο από μια δεύτερη παραλλαγή, ενώ κατά κανόνα μια χορική παρτίτα αποτελείται από τουλάχιστον τρεις, τέσσερεις ή περισσότερες παραλλαγές.

      Στην πρώτη παραλλαγή-θέμα, οι φράσεις της μελωδίας του χορικού, χωρισμένες μεταξύ τους μέσω σύντομων παύσεων, παρατίθενται κατά τρόπον λιτό, με μεγάλης αξίας φθόγγους στα ποδόπληκτρα, πλην όμως η περιοχή που καλύπτουν είναι στην πραγματικότητα αυτή του μεσαίου ηχητικού χώρου, ο οποίος οριοθετείται από την ψηλή περιοχή του δεξιού χεριού και από την χαμηλή του αριστερού (το οποίο εν προκειμένω επωμίζεται την γραμμή του μπάσσου). Η συγκεκριμένη διάταξη των φωνών δεν είναι γενικά πολύ συνηθισμένη στα τέλη του 17ου αιώνος· ίσως γι’ αυτό, άλλωστε, έχει διαδοθεί και μια δεύτερη, διαφορετική εκδοχή του ιδίου συνθέματος, στην οποία η μελωδία του χορικού εμφανίζεται στο αριστερό χέρι και έτσι η γραμμή του μπάσσου μεταφέρεται στα ποδόπληκτρα. Οι συνοδευτικές φιγούρες στις δύο υψηλότερες φωνές (του δεξιού χεριού) διαθέτουν πάντως αρκετή ζωντάνια και ρυθμική ποικιλία, χάρη στην εναλλαγή ογδόων και παρεστιγμένων ογδόων με δέκατα-έκτα. Στην δεύτερη παραλλαγή, κάθε φράση του πρωτογενούς χορικού μέλους μεταμορφώνεται σε περάσματα δεκάτων-έκτων μεγάλου ηχητικού εύρους, μεταξύ των οποίων μεσολαβούν σύντομες παύσεις-τομές. Από την άλλη πλευρά, οι πλατύτερες ρυθμικές αξίες του αριστερού χεριού και των ποδοπλήκτρων (στα οποία αυτήν την φορά ανατίθεται όντως ο ρόλος του μπάσσου), με την συνεχή τους ροή, διαμορφώνουν το απαραίτητο αρμονικό υπόβαθρο της έκδηλα σολιστικού χαρακτήρος άνω φωνής· ως εκ τούτου, η συνολική ύφανση της παραλλαγής αυτής προσεγγίζει την τεχνοτροπία του κοντσέρτου του μπαρόκ και απαιτεί τον χειρισμό δύο διαφορετικών μανουαλίων-ηχοχρωματικών ποιοτήτων.

09.03.2002


© Ιωάννης Φούλιας