Αρχική σελίδα / Επιλογή κειμένων

Johann Sebastian Bach (1685-1750): Χορικά πρελούδια “Allein Gott in der Höh sei Ehr”, BWV 662 και 663

Προς το τέλος της ζωής του ο Bach επεδίωξε να συγκεντρώσει ορισμένα από τα έργα της μακρόχρονης συνθετικής του σταδιοδρομίας και να επιμεληθεί μια οργανωμένη “χειρόγραφη έκδοσή” τους, προκειμένου αυτά να αποτελέσουν την πνευματική του παρακαταθήκη στις επόμενες γενεές μουσικών. Προς αυτήν την κατεύθυνση, κατά πάσαν πιθανότητα το 1749, συγκρότησε μιαν ανθολογία 17 χορικών πρελουδίων, που σήμερα είναι γνωστά (με μία μεταθανάτια προσθήκη) ως τα “18 Χορικά της Λειψίας” (BWV 651-668). Στο σύνολό τους, οι συνθέσεις αυτές αφορούν σε επεξεργασίες χορικών ασμάτων για όργανο της περιόδου της Βαϊμάρης (1708-1717), οι οποίες – αναθεωρημένες σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό – παραδίδονται πλέον στην τελική, οριστική τους εκδοχή, ως τα ωριμότερα δείγματα γραφής του Bach στο είδος του χορικού πρελουδίου.

Η προαναφερόμενη συλλογή περιλαμβάνει τρεις διαφορετικές επεξεργασίες του χορικού μέλους “Allein Gott in der Höh sei Ehr” που αντιστοιχεί στην λουθηρανική δοξολογία. Η πρώτη εξ αυτών, BWV 662, είναι αργή στην χρονική της αγωγή και ιδιαίτερα εκφραστική. Η μελωδία του χορικού τίθεται στην υψηλότερη φωνή και παίζεται από το δεξί χέρι σε ξεχωριστό μανουάλι· από τις τρεις συνοδευτικές φωνές, εξ άλλου, οι δύο εκφέρονται από το αριστερό χέρι σε άλλο μανουάλι, ενώ η γραμμή του μπάσσου ανατίθεται στα ποδόπληκτρα. Οι πέντε μελωδικές φράσεις του χορικού (εκ των οποίων οι δύο πρώτες επαναλαμβάνονται) παρουσιάζονται σε μια πλούσια καλλωπισμένη παραλλαγή σαφέστατα φωνητικού χαρακτήρος. Καθώς λοιπόν οι δύο πρώτες από τις τρεις συνοδευτικές φωνές ανταγωνίζονται το περίτεχνα τροποποιημένο χορικό άσμα στην γραμμική του ευλυγισία και στα μελωδικά του στολίδια, το σύνολο δίνει την εντύπωση μιας φωνητικής άριας με συνοδεία δύο σολιστικών οργάνων και συνεχούς βασίμου: πράγματι, η μορφή είναι έτσι οργανωμένη, ώστε στην αρχή να ακούγεται ένα εκτενές “ορχηστρικό ritornello” και ακολούθως να παρεμβάλλονται μεταξύ των φράσεων του χορικού σύντομα περάσματα των “συνοδών” της κύριας φωνής (οι οποίοι παράλληλα δημιουργούν ένα αδιάλειπτο ηχητικό υπόβαθρο). Η εκφραστική κορύφωση της σύνθεσης παρουσιάζεται ωστόσο μετά την ολοκλήρωση και της τελευταίας φράσεως του χορικού, με την μορφή μιας σολιστικής καντέντσας για την κύρια μελωδική φωνή.

Και στην δεύτερη επεξεργασία του ιδίου χορικού, BWV 663, η λειτουργική μελωδία αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αφορμή για την δημιουργία ενός εκτενούς σε διάρκεια κομματιού που προσεγγίζει την μορφή μιας φωνητικής άριας. Κάθε μεμονωμένη φράση της μελωδίας εκτίθεται στην περιοχή του τενόρου, παίζεται σε ξεχωριστό μανουάλι (προκειμένου να διακριθεί ηχοχρωματικά από τις συνοδευτικές φωνές) και διαμορφώνει ένα πλατύ μελωδικό τόξο, γεμάτο ρυθμική ρευστότητα μεταξύ των βασικών φθόγγων του μελωδικού σκελετού. Στην προτελευταία φράση, μάλιστα, ενσωματώνεται παρενθετικά ένα σολιστικό πέρασμα εν είδει καντέντσας, ενώ και η τελευταία φράση του χορικού μέλους διευρύνεται περαιτέρω με ένα εμβόλιμο μελωδικό ανάπτυγμα πάνω σε ισοκράτη και επιπρόσθετη πτωτική πορεία! Από την άλλη πλευρά, το μέρος της συνοδείας συνίσταται σε δύο μελωδικές γραμμές με μιμητικό εν πολλοίς περιεχόμενο, καθώς και σε ένα μπάσσο που σε αρκετές περιπτώσεις παραθέτει αποσπάσματα της πρωτότυπης μελωδίας χωρίς ρυθμικομελωδικές τροποποιήσεις (όπως τουναντίον συμβαίνει στην πληθωρική κύρια φωνή του αριστερού χεριού).

31.03.2003 & 22.09.2003


© Ιωάννης Φούλιας