Αρχική σελίδα / Επιλογή κειμένων

Γεώργιος Αξιώτης (1875-1924): Φούγκα για κουαρτέττο εγχόρδων

Γεννημένος το 1875 στην Μαριανούπολη της Ρωσίας, ο Γεώργιος Αξιώτης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1887 και ξεκίνησε μαθήματα μουσικής στο Ωδείο Αθηνών, ενώ κατόπιν – ακολουθώντας τα βήματα των περισσοτέρων επτανησίων συνθετών του 19ου αιώνος – ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Ωδείο San Pietro a Majella της Νάπολης (1895-1901), ως μαθητής του επιφανούς καθηγητή σύνθεσης Paolo Serrao. Η πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνος τον βρίσκει και πάλι στην ελληνική πρωτεύουσα, όπου αναπτύσσει έντονη καλλιτεχνική και πνευματική δραστηριότητα, ως ιδρυτικό μέλος και πρώτος διευθυντής του Ωδείου του Πειραϊκού Συνδέσμου, ως ιδρυτής και αρχισυντάκτης (από κοινού με τον Γεώργιο Λαμπελέτ) του ρηξικέλευθου λογοτεχνικού περιοδικού Κριτική (1903) και επιπλέον ως συνθέτης, πιανίστας και συγγραφέας. Εντούτοις, η σφοδρή πολεμική του εναντίον του τότε κραταιού διευθυντή του Ωδείου Αθηνών Γεωργίου Νάζου και – λίγο αργότερα – του Μανώλη Καλομοίρη τον ώθησε σταδιακά στο περιθώριο της αθηναϊκής μουσικής ζωής και έτσι ο ίδιος αποσύρθηκε γύρω στο 1910 στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Μύκονο, όπου παρέμεινε δραστήριος μέχρι τον σχετικά πρόωρο θάνατό του το 1924.

Οι σωζόμενες μουσικές συνθέσεις του Αξιώτη – συμφωνικά κομμάτια και τραγούδια, ως επί το πλείστον – είναι σχεδόν στο σύνολό τους αχρονολόγητες, ενώ πολλές από αυτές αγνοούνταν επί δεκαετίες και δεν είναι διόλου υπερβολικό το να ειπωθεί γι’ αυτές ότι έχουν σωθεί από καθαρή τύχη. Η Φούγκα για κουαρτέττο εγχόρδων καλύπτει μεν έναν σπάνιο τομέα στην εργογραφία του Αξιώτη, την μουσική δωματίου, αλλά είναι οπωσδήποτε αντιπροσωπευτική της άρτιας συνθετικής του τεχνικής και του ιδιαίτερου “εθνικού” χρώματος της μουσικής του. Το βασικό θέμα της φούγκας (Allegro non troppo), που παραπέμπει έντονα σε νησιώτικο χορευτικό σκοπό, εκτίθεται διαδοχικά από τα τέσσερα όργανα υπό την συνοδεία ενός σταθερού ζωηρού αντιθέματος και, μετά την παρεμβολή ενός τυπικού πρώτου επεισοδίου, παρατίθεται άλλες δύο φορές στην πληρότητά του· εν συνεχεία, το δεύτερο επεισόδιο της πρώτης ενότητος του έργου βασίζεται σε ένα πιο ελεύθερο, ομοφωνικής υφής παράγωγο του αντιθέματος, ενώ κατόπιν ένα τετράφωνο stretto του θέματος ακολουθείται από νέα ελεύθερη ανάπτυξη του υλικού του, η οποία μάλιστα καταλήγει απρόσμενα σε ένα χρωματικό παράγωγο του ιδίου. Η δεύτερη ενότητα του κομματιού (Largo) περιστρέφεται γύρω από έναν δημοτικοφανή και δισυπόστατο μελωδικό “στοχασμό” (απαγγελτικού τύπου), η ελεγειακή ποιότητα του οποίου επικυρώνεται πλήρως στις καταληκτικές δυναμικές εξάρσεις του οργανικού συνόλου αλλά και στον σύντομο ακροτελεύτιο μονόλογο του πρώτου βιολιού. Έπειτα όμως από αυτήν την εκτενή και άκρως εκφραστική “παρένθεση”, το αρχικό θέμα επανέρχεται στο προσκήνιο (Tempo della Fuga), και πάλι υπό μορφήν πυκνού τετράφωνου κανόνος (stretto), που χρησιμεύει από εκεί και ύστερα ως αφορμή για μιαν ακόμη πιο εκτεταμένη και διεξοδική καινοφανή ανάπλαση του υλικού του. Παρ’ όλα αυτά, με την μεσολάβηση μιας υπαινικτικής αναπολήσεως της κεντρικής ιδέας του Largo, το ενδιαφέρον τούτο έργο καταλήγει τελικά σε μιαν άτονη, απόμακρη και “εξαϋλωμένη” αποχαιρετιστήρια ενθύμηση του – πάλαι ποτέ σφύζοντος από ζωή – βασικού θέματος της φούγκας.

08.03.2009


© Ιωάννης Φούλιας