Πιὸ πέρα ἀπὸ τὸν πλάτανο καὶ τὶς Δώδεκα Βρύσες, εἶναι ὁ Ναὸς τῆς Παναγίας Τρυπητῆς (Ζωοδόχου Πηγῆς) ποὺ παλιὰ ἦταν μονή. Ἡ ἱερὴ Εἰκόνα τῆς Παναγίας Τρυπητῆς, ποὺ ὡραία διήγηση ἀναφέρεται στὴν ἀνεύρεσή της, εἶναι ἔργο τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καὶ εἶναι θαυματουργή. Ἡ Παναγία Τρυπητὴ ἀποτελεῖ ἱερὸ πανελλήνιο προσκύνημα. Ἐντυπωσιακὲς σκάλες ἀνεβάζουν πρὸς τὸ Ἱερὸ προσκύνημα. Ἡ Ζωοδόχος Πηγὴ γιορτάζει τὴν Παρασκευὴ τοῦ Πάσχα μὲ πανηγυρικὸ χαρακτήρα. Γίνεται περιφορὰ τῆς Ἱερῆς Εἰκόνας καὶ λιτάνευση μὲ συμμετοχὴ τοῦ κλήρου καὶ τῶν πολιτῶν.
Στὴν ὁδὸ Μητροπόλεως στὸ κέντρο τοῦ Αἰγίου, βρίσκεται ὁ καθεδρικὸς ναὸς Παναγίας Φανερωμένης. Εἶναι ὁ Μητροπολιτικὸς Ναός, ἀφιερωμένος στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Εἶναι ὁ ἀρχαιότερος Ναὸς τῆς πόλεως καὶ ὁ πρωταρχικὸς μικρότερος ναὸς κτίστηκε τὸ 1366. Ὁ πρῶτος ναὸς καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς (1861) καὶ ξανακτίστηκε μεγαλύτερος σὲ σχέδια τοῦ ἀρχιτέκτονα Ἐρνέστου Τσίλλερ. Ὁ ναὸς ἔχει διακοσμηθεῖ μὲ θαυμάσιες ἁγιογραφίες τοῦ σπουδαίου ζωγράφου Κώστα Φανέλλη.
Ἀρχιτεκτονικὸ ἔργο τέχνης εἶναι καὶ ὁ Ναὸς τῶν Εἰσοδίων ποὺ ἔχει γίνει μὲ σχέδια τοῦ Ἐρνέστου Τσίλλερ. Ὑποστηρίζεται ὅτι ὁ ἀρχικὸς ναὸς κτίσθηκε πρὶν τὸ 1700 μ.Χ. στὸ χῶρο ἀρχαίου Ἱεροῦ τῆς Ἥρας. Ἔτσι λοιπὸν εἶναι ἴσως καὶ ὁ πρῶτος Ἱ.Ν. τῆς πόλεως. Στὰ χρόνια της Βενετοκρατίας ὀνομαζόταν ἡ Παναγία τῶν Ξένων, γιατὶ ἐκεῖ κοντὰ ἦταν τὸ κάστρο τῶν Βαρώνων τῆς Βοστίτσας. Στὰ χρόνια της Τουρκοκρατίας ἡ Παναγία τῶν Εἰσοδίων ἦταν ἡ Προστάτιδα τῆς Βοστίτσας καὶ ἡ Μητρόπολη τῆς πόλεως.
Τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Ἀριστείδη Γεωργίου, τὸ σημερινὸ Δημαρχεῖο ποὺ κτίστηκε τὸ 1866, προπολεμικὰ ἦταν ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· στὴν διάρκεια τῆς κατοχῆς 1941-43 ὑπῆρξε διοικητήριο τοῦ Ἰταλοῦ διοικητῆ Τζοβάνι Μποτζοβάνι. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1944 ἐγκαταστάθηκε στὸ μέγαρο ἡ ΕΠΟΝ καὶ κατόπιν ἡ Χωροφυλακή. Ἀναπαλαιώθηκε τὴν περίοδο 1983-85 καὶ μετατράπηκε σὲ Δημαρχεῖο ἐπὶ Δημαρχίας Ἀλέκου Μέγαρη. Μὲ τὸ σεισμὸ τοῦ 1995 ὑπέστη ζημιές, ἡ ἀποκατάσταση τῶν ὁποίων ἄρχισε τὸ 1997 καὶ τελείωσε τὸ 2000. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα Δημαρχεῖα τῆς χώρας καὶ τὸ μεγαλύτερο ἴσως κτήριο τῆς πόλεως.
Ἱστορικὸς εἶναι καὶ ὁ Πλάτανος τοῦ Παυσανία κοντὰ στὶς 12 βρύσες, στὸ λιμάνι. Ὁ διάσημος ἀρχαιολόγος Ἐρρίκος Σλήμαν, στὸ βιβλίο του «Πελοπόννησος καὶ Τροία», ἀναφέρει τὸν Πλάτανο καὶ σημειώνει ὅτι ἡ ἡλικία του φθάνει μέχρι τὸ 1450 καὶ παλιότερα. Ὁ Παυσανίας δὲν ἀναφέρει τὸν Πλάτανο στὰ Ἀχαϊκά του, ἀναφέρει ὅμως τὶς πηγὲς ποὺ εἶναι κοντὰ σὲ αὐτόν, ποὺ εἶναι οἱ 12 βρύσες καὶ τὶς ὀνομάζει μάλιστα γλυκόπιοτες .Οἱ ἐπιστήμονες ὑπολογίζουν τὴν ἡλικία τοῦ πλατάνου 600 χρόνια περίπου. Παλιὰ ἡ περίμετρος τοῦ κορμοῦ του ἔφτανε τὰ 12 μέτρα καὶ τὰ κλαριά του ἁπλώνονταν σὲ ἀκτίνα 50 μέτρων. Σήμερα ὁ κορμός του μοιάζει φαγωμένος, μέρος του μονάχα ἔχει μείνει, πάρ᾿ ὅλο τοῦτο φτιάχνει ἕνα μεγάλο θαλερὸ πλατάνι.
Ἡ μεγαλύτερη καὶ πιὸ γνωστὴ πλατεία τὸ Αἰγίου εἶναι τῶν Ὑψηλῶν Ἁλωνίων (Ψηλαλώνια), τὸ μπαλκόνι τοῦ Κορινθιακοῦ. Ἀπὸ ἐκεῖ ἡ θέα πρὸς τὸν Κορινθιακὸ καὶ τὰ βουνὰ τῆς Στερεᾶς εἶναι θαυμάσια. Ἀπὸ τὰ Ὑψηλὰ Ἁλώνια ὁ ἐπισκέπτης ἀντικρίζει ἕναν ὁρίζοντα ποὺ ἀγκαλιάζει τὰ γύρω βουνὰ ἐνῷ ἡ θάλασσα ἁπλώνεται πρὸς τὰ κάτω. Αὐτὸ ποὺ κάνει τὴν πλατεία ξεχωριστή, εἶναι τὸ κτίσμα τοῦ Δημοτικοῦ κυλικείου ποὺ δεσπόζει στὸ κέντρο της. Ὁ πύργος αὐτὸς ἔχει γίνει σὲ ἑνετικὸ σχέδιο καὶ ἀποτελεῖ τὸ «σῆμα κατατεθέν» τοῦ Αἰγίου. Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πλατεία βρίσκεται τὸ καταπράσινο πάρκο τοῦ Αἰγίου μὲ τὸ μνημεῖο τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτη (ἀπεικονίζει τὴ Μάνα - Ἑλλάδα καὶ εἶναι ἔργο τοῦ γλύπτη Δημητριάδη).
Περνώντας μὲ τὸ τραῖνο ἀπὸ τὸ Αἴγιο καὶ ἀνηφορίζοντας ἀπὸ τὸ σταθμὸ ἀντικρίζουμε τὶς ὀνομαστὲς σκάλες τοῦ Φιλοποίμενος. Τὰ 172 πέτρινα σκαλιὰ ποὺ ἔχουν πλάτος ὅσο ἕνας κανονικὸς δρόμος, συνδέουν τὴν ἐπάνω πόλη μὲ τὴν κάτω, φτιάχτηκαν τὸ 1901.
Ἀπὸ τὴ δημαρχιακὴ θητεία τοῦ Γεωργίου Παναγόπουλου (μετὰ τὴ μεταπολίτευση) ξεκίνησαν οἱ προσπάθειες τοῦ Δήμου γιὰ νὰ ἀποκτήσει ἡ πόλη Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐκτεθεῖ σ᾿ αὐτὸ ὁ πλοῦτος τῶν εὐρημάτων ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀρχαία Αἰγιάλεια.
Ὅλοι οἱ μετέπειτα Δήμαρχοι Αἰγίου (Νίκος Κουνινιώτης, Ἀλέκος Μέγαρης καὶ Λεωνίδας Σιαβελῆς) φρόντισαν ὥστε τὸ κτίριο τῆς παλιᾶς δημοτικῆς κρεαταγορᾶς (ἔργο τοῦ Ἐρνέστου Τσίλλερ) νὰ παραχωρηθεῖ στὴν Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία καὶ νὰ φροντίσει τὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ γιὰ τὴν ἀναπαλαίωση, διαμόρφωση καὶ λειτουργία του ὡς Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου.
Ὕστερα ἀπὸ συντονισμένες καὶ πολύχρονες ἐνέργειες τοῦ Δήμου Αἰγίου καὶ τῆς ΣΤ´ Ἐφορείας Προϊστορικῶν καὶ Κλασικῶν Ἀρχαιοτήτων, ὁ στόχος ἐπετεύχθη καὶ στὶς 6 Αὐγούστου 1994, ἔγιναν τὰ ἐγκαίνια καὶ ἄνοιξαν οἱ πόρτες τοῦ Μουσείου, ποὺ χρησιμοποιεῖ τὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα τοῦ κτιρίου καὶ τὴν στοὰ τοῦ Αἰθρίου. Τὸ στεγασμένο Αἴθριο χρησιμοποιεῖται γιὰ πολιτιστικὲς ἐκδηλώσεις ἀπὸ τὸ Δῆμο Αἰγίου.
Ὁ καταστρεπτικὸς σεισμὸς τῆς 15ης Ἰουνίου 1995 προκάλεσε σημαντικὲς ζημιὲς στὸ κτίριο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διακοπεῖ γιὰ τρία καὶ πλέον χρόνια ἡ λειτουργία τοῦ Μουσείου. Οἱ ζημιὲς ἀποκαταστάθηκαν καὶ ἤδη τὸ Μουσεῖο ἐπαναλειτουργεῖ κανονικά.
Ἐπὶ Δημαρχίας Ἀλέκου Μέγαρη τὸ Μουσεῖο ἐπισκευάστηκε, ἀπέκτησε κλιματισμὸ καὶ στὴν κεντρικὴ αἴθουσα τοῦ Αἰθρίου λαμβάνουν χώρα πολιτιστικὲς ἐκδηλώσεις· ἐπίσης ἐκεῖ συνεδριάζει τὸ Συμβούλιο τοῦ διευρυμένου Δήμου Αἰγίου.
Ἐκτίθενται σ᾿ αὐτὸ ἀντικείμενα ποὺ προέρχονται ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ἀρχαία Αἰγιάλεια καὶ εἶναι καρπὸς σωστικῶν καὶ συστηματικῶν ἀνασκαφῶν τῆς ΣΤ´ Ἐφορείας Προϊστορικῶν καὶ Κλασσικῶν Ἀρχαιοτήτων. Ἡ ἔκθεση ἔχει ἀναπτυχθεῖ κατὰ χρονολογικὴ σειρά, σύμφωνα μὲ τὴν ἐξέλιξη τῆς τέχνης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Κατὰ ἑνότητες ἐκτίθενται ἀντικείμενα τῆς νεολιθικῆς, πρωτοελλαδικῆς, μυκηναϊκῆς, γεωμετρικῆς, ἀρχαίας, κλασσικῆς, ἑλληνιστικῆς καὶ τῆς Ρωμαϊκῆς περιόδου. Μιὰ αἴθουσα διατέθηκε ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ σημαντικότερο εὕρημα τῶν σωστικῶν ἀνασκαφῶν τῆς Ἐφορείας: τὸ μαρμάρινο ἄγαλμα τοῦ Διὸς Αἰγιόχου.
Ἡ ἀγορὰ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ καταστήματα καὶ λειτουργοῦσε γύρω ἀπὸ ἕνα ὀρθογώνιο περίπου αἴθριο. Τὰ ἐσωτερικὰ καταστήματα, ἴσα σὲ διαστάσεις, ἦταν τοποθετημένα κατὰ μῆκος τῶν δυὸ μακρῶν πλευρῶν τῆς αὐλῆς. Ἐξωτερικὰ λειτουργοῦσαν δέκα καταστήματα. Ἡ ἀγορὰ εἶχε δυὸ εἰσόδους πάνω στὸ διαμήκη ἄξονά της. Στὴν ἀετωματικὴ ἐπίσκεψη τῆς κυρίας εἰσόδου ὑπάρχει ζωγραφικὴ παράσταση σειρήνων, οἱ ὁποῖες ἔχουν μεγάλες ἀκανθοστολισμένες οὐρὲς καὶ εἶναι τοποθετημένες ἀντικριστὰ μεταξὺ τῶν διαχωριστικῶν τοίχων (μετοπῶν) τῶν παραθύρων τῆς ἀγορᾶς στὸ σημεῖο ἐκεῖνο. Οἱ γωνιαῖοι ὑπερυψωμένοι χῶροι (ὀρθογώνιοι πυργίσκοι), καθὼς καὶ ἡ ἀετωματικὴ ἐπίσκεψη τῆς βόρειας πλευρᾶς φέρουν κυκλικὰ ζωγραφιστὰ μετάλλια. Σὲ αὐτὸ δὲ τῆς βόρειας εἰσόδου ἀναγράφεται καὶ ἡ χρονολογία 1980, ἔτος ἀνεγέρσεως τοῦ κτιρίου τῆς ἀγορᾶς.
Τὸ μουσεῖο ἀναπτύσσεται στὴν ἀνατολικὴ μεγάλη πλευρὰ τοῦ κτιρίου, σὲ ἕξι αἴθουσες, ὅπου ἐκτίθενται εὑρήματα ποὺ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὰ νεολιθικὰ ἕως καὶ τὰ ὕστερα ρωμαϊκὰ χρόνια. Τὰ εὑρήματα προέρχονται κυρίως ἀπὸ τὴν πόλη τοῦ Αἰγίου καὶ τῆς ἄλλες ἀρχαῖες πόλεις τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας (Αἰγείρα, Κερύνεια, Ρύπες κ.ἄ.), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μικρότερους ἀταύτιστους ἀρχαίους οἰκισμοὺς τῆς περιοχῆς. Τὸ μαρμάρινο ἄγαλμα τῆς Μικρῆς Ἡρακλειώτισσας ἀπὸ τὸ Αἴγιο, ρωμαϊκὸ ἀντίγραφο πρωτοτύπου ἔργου τοῦ 320-310 π.Χ. (δωρεὰ τῆς οἰκογένειας Κωνσταντίνου Παπαθανασίου, Γυμνασιάρχου), ἐκτίθεται στὸ αἴθριο μαζὶ μὲ ἀρχιτεκτονικὰ μέλη κτιρίων, ἕναν ταφικὸ πίθο καὶ ἐπιγραφές.