Αἴγιον Αἰγιαλείας Ἀχαΐας
ΙΣΤΟΡΙΑ


Τὸ Αἴγιον εἶναι ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες πόλεις τῆς Ἑλλάδας καὶ τῶν Βαλκανίων. Ἑκατοντάδες εὑρήματα στὴν περιοχὴ πιστοποιοῦν τὴν ὕπαρξη οἰκισμῶν λίγο νωρίτερα ἀπὸ τὴν Μεσολιθικὴ Ἐποχή.

Στὴν ἀρχαιότητα τὸ Αἴγιον ὑπῆρξε ἡ πιὸ σημαντικὴ πόλη τῆς Ἀχαΐας. Ἑπτὰ ἕως ὀκτὼ πρώιμοι οἰκισμοὶ ἑνώθηκαν κάποια στιγμὴ σὲ ἑνιαία πόλη. Πρῶτοι κάτοικοί του, κατὰ τὴ μυθολογία, ἦταν οἱ Αἰγιαλεῖς Πελασγοί, ὅμως ὡς ἱδρυτὲς τῆς ἑνιαίας πόλεως φέρονται οἱ Ἴωνες. Στὰ μέσα του 16ου αἰ. π.Χ. οἱ Ἴωνες ἦρθαν ἀπὸ τὴν Ἀττική, κατέλαβαν τὴν εὔφορη Αἰγιάλεια καὶ πολὺ νωρὶς ἀναμείχθηκαν εἰρηνικὰ καὶ ἑνώθηκαν μὲ τοὺς Αἰγιαλεῖς Πελασγούς. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, οἱ Ἴωνες νομιμοποίησαν τὸ κέντρο τῆς ἐπικυριαρχίας τους στὴν Πελοπόννησο στὸ ἀρχαῖο Αἴγιον ὅπου ἦταν σὲ μεγάλη ἀκμὴ τὸ ἱερὸ τοῦ Δία, ποὺ ὀνομαζόταν Ἁμάριος ἢ Ὁμάριος ἢ ὀρθότερα Ὁμαγύριος (ἀπὸ τὸ ὁμήγυρη-συγκέντρωση). Ὁ ναὸς τοῦ Δία στὸ Αἴγιον ἀπέκτησε τέτοια φήμη, ὡς τόπος συγκέντρωσης τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὴν ἐπίλυση κοινῶν προβλημάτων, ὥστε δημιουργήθηκε ἡ παράδοση, ποὺ τὴ μνημονεύει καὶ ὁ Παυσανίας, πὼς ἐκεῖ πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Ἀγαμέμνονα ἡ συγκέντρωση τῶν ἀρχηγῶν τῶν Ἀχαιῶν, γιὰ νὰ συζητήσουν καὶ νὰ πάρουν ἀποφάσεις σχετικὰ μὲ τὴν Τρωϊκὴ ἐκστρατεία καὶ πὼς μάλιστα αὐτὸ ἦταν ἡ αἰτία νὰ δοθεῖ ἡ προσωνυμία τοῦ Ὁμαγυρίου Διὸς στὸ ἱερό.

Κατὰ τὸ 12ο αἰ. π.Χ. ἔγινε μετακίνηση τῶν Ἀχαιῶν ἀπὸ τὴ Λακωνία στὴ Βόρειο Πελοπόννησο. Οἱ Ἀχαιοὶ ἔδιωξαν τοὺς Ἴωνες καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὴν περιοχὴ δίνοντάς της τὸ ὄνομά τους- Ἀχαΐα. Περὶ τὸ 800 π.Χ. ἵδρυσαν 12 πόλεις, τὴν περίφημη Δωδεκάπολη τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας. Οἱ πόλεις αὐτὲς συνδέθηκαν μεταξύ τους μὲ τὸ δεσμὸ τῆς Ἀμφικτιονικῆς ἰδέας καὶ στὴν πρώτη αὐτὴ Ἀχαϊκὴ Συμπολιτεία κατὰ τὸ 400 π.Χ., στὸ Αἴγιον συνερχόταν καὶ λειτουργοῦσε ἡ Βουλὴ τῆς Συμπολιτείας, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ βρέθηκε στὰ Ψηλὰ Ἁλώνια καὶ τὴν δημοσίευσε ὁ Σουηδὸς ἀρχαιολόγος καθηγητὴς Πὼλ Ὄστρομ.

Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς τους οἱ Αἰγιῶτες ξεχώρισαν ἰδιαίτερα ὡς ἀθλητὲς καὶ ἦταν ὀνομαστοὶ ὡς σφενδονῆτες. Ἀκόμη ἀνέδειξαν καὶ ἀθλητὲς Ὀλυμπιονίκες, ὅπως ὁ Στράτων, ὁ Ἀθηνόδωρος καὶ ἄλλοι. Ἐπίσης οἱ Αἰγιώτισσες αὐλητρίδες ἦσαν ξακουστές.

Στὴ Χαιρώνεια, τὸ 338 πΧ., οἱ Ἀχαϊκὲς πόλεις εἶχαν συμπαραταχτεῖ στὸ ἀντιμακεδονικὸ στρατόπεδο. Μετὰ τὴν ἥττα τους, οἱ πόλεις τῆς Ἀχαΐας πῆραν μέρος στὸ Συνέδριο τῆς Κορίνθου. Τὸ 330 π.Χ. ξαναβρέθηκαν στὴν ἀντιμακεδονικὴ συμμαχία, ποὺ ὀργάνωσε ἡ Σπάρτη κατὰ τοῦ Ἀντιγόνου καὶ πῆραν μέρος στὴν μάχη τῆς Μεγαλόπολης. Μετὰ τὴν ἥττα τους, ὁ Ἀντίγονος κατάργησε τὴ Συμπολιτεία καὶ ἐγκατέστησε ἰσχυρὴ μακεδονικὴ φρουρὰ σὲ κάθε πόλη. Μακεδονικὴ φρουρὰ ἐγκαταστάθηκε καὶ στὸ Αἴγιο.

Τὸ 320 π.Χ. τὸ Αἴγιον κυριεύτηκε ἀπὸ τὸν Κάσσανδρο. Ἐναντίον του κινήθηκε ὁ στρατηγὸς τοῦ Ἀντιγόνου, Ἀριστόδημος, καὶ ἔδιωξε τὴ φρουρὰ τοῦ Κάσσανδρου. Ἀλλά, ἐνῷ γίνονταν προετοιμασίες γιὰ νὰ ἀνακηρυχτεῖ ἡ πόλη ἐλεύθερη, ὁμάδες Αἰτωλῶν ποὺ εἶχαν ἀκολουθήσει στὴν ἐκστρατεία τὸν Ἀριστόδημο, μπῆκαν στὴν πόλη, τὴν λεηλάτησαν καὶ ἔβαλαν φωτιὰ σκοτώνοντας πολλοὺς ἀπὸ τοὺς κατοίκους.

Τὸ 308 π.Χ. ἡ πόλη πέρασε στὴν ἐξουσία τοῦ Πολυσπέρχοντα, ὁ ὁποῖος διόρισε φρούραρχο τὸν Στρόμβιχο. Τὸ 303 π.Χ. τὴν πόλη τοῦ Αἰγίου τὴν πολιόρκησε ὁ γιὸς τοῦ Ἀντιγόνου, Δημήτριος ὁ Πολιορκητής. Τελικὰ ἡ φρουρὰ ὑπέκυψε. Ὁ Δημήτριος φέρθηκε πολὺ σκληρὰ στὴ μακεδονικὴ φρουρά. Σταύρωσε μπροστὰ στὶς πύλες τῆς πόλεως τὸν Στρόμβιχο καὶ 80 ἄντρες του.

Ἀπὸ τὸ 303 π.Χ. τὸ Αἴγιον ὅπως καὶ ὅλες οἱ Ἀχαϊκὲς πόλεις, πέρασαν μία περίοδο κρίσης καὶ ἀναταραχῶν. Οἱ Μακεδόνες τοποθέτησαν τυράννους σὲ κάθε πόλη καὶ ἄρχισαν οἱ μεγάλοι καυγάδες γιὰ τὸ ποιὸς θὰ γίνει τύραννος. Ἡ κατάσταση αὐτὴ κράτησε ὡς τὸ 287 π.Χ. ὅταν οἱ Ἀχαϊκὲς πόλεις ἀνέτρεψαν καὶ ἔδιωξαν τὶς μακεδονικὲς φρουρὲς καὶ δημιούργησαν τὸν πρῶτο πυρήνα τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας ποὺ ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο στὰ πράγματα τῆς Πελοποννήσου ἕως τὴ Ρωμαϊκὴ κατάκτηση (145 π.Χ.).

Στὴ Β. Ἀχαϊκὴ Συμπολιτεία τὸ 281 π.Χ., τὸ Αἴγιον καὶ ἰδιαίτερα τὸ ἱερὸ τοῦ Ὁμαγύριου Δία, ἡ πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ξεπήδησαν τὰ φιλελεύθερα ρεύματα αὐτονομίας καὶ ἰσοπολιτείας, ποὺ ρύθμιζαν τὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν πόλεων καὶ τῶν πολιτῶν, ἦταν τὸ κέντρο καὶ ἡ πρωτεύουσα τῆς Συμπολιτείας. Πάντα τὸ Αἴγιον ἀπὸ τοὺς παλαιότατους χρόνους, ὑπερεῖχε ἀπ᾿ ὅλες τὶς Ἀχαϊκὲς πόλεις καὶ ἀποτελοῦσε τὸ θρησκευτικὸ καὶ ἀμφικτιονικὸ κέντρο τους. Ὕστερα ἀπὸ τὸν καταποντισμὸ τῆς γειτονικῆς Ἐλίκης τὸ 373 π.Χ. (ἡ ὁποία ἦταν πρωτεύουσα τῆς Α´ Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας), ἔγινε καὶ πολιτικὴ πρωτεύουσα, ἡ κύρια πόλη τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸ ὅτι τὸ Αἴγιον ἦταν ἡ θρησκευτικὴ καὶ πολιτικὴ μητρόπολη τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας, ἄλλα κατοπινὰ γεγονότα τοῦ ἔδωσαν εὐρύτερη σημασία στὸν ἑλληνικὸ κόσμο καὶ τὸ ἀνέδειξαν σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ πολιτικὰ καὶ ἐθνικὰ κέντρα τοῦ Ἑλληνικοῦ χώρου.

Ἔτσι τὸ 209 π.Χ. συνέρχεται στὸ Αἴγιον ἡ Σύνοδος τῶν Συμμάχων τῶν Ἀχαιῶν, τῶν οὐδέτερων Ἑλλήνων καὶ τοῦ Φιλίππου τῆς Μακεδονίας. Τὸ 146 π.Χ. στὸ Αἴγιον κατευθύνθηκαν οἱ πρέσβεις τῶν Ρωμαίων γιὰ νὰ συζητήσουν τὰ ἑλληνικὰ θέματα. Μετὰ τὴν ὑποδούλωση τῆς Ἑλλάδας στοὺς Ρωμαίους οἱ Ρωμαῖοι γκρέμισαν τὰ τείχη τῆς πόλεως, ἀλλὰ τὸ Αἴγιον δὲν ἔχασε τὴ σημασία του. Παρὰ τὴ διάλυση τῆς Συμπολιτείας, οἱ Ρωμαῖοι ἐπέτρεψαν τὴ συνάθροιση τῶν ἀντιπροσώπων τῶν πόλεών της στὸ Αἴγιον γιὰ τὴν ἐκλογὴ τῶν στρατηγῶν καὶ δημιουργῶν. Κι ἔτσι ἐπανιδρύθηκε, κατὰ κάποιο τρόπο, μιὰ Συμπολιτεία σὲ κατώτερο ἐπίπεδο, ποὺ ὑπῆρχε ὡς τὴν ἐποχὴ τοῦ Παυσανία (200 μ.Χ. περίπου).

Στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους διοικητικὰ τὸ Αἴγιον ἀποτελοῦσε ὑποδιοίκηση τοῦ θέματος Πελοποννήσου. Ὑπῆρχε ὅμως καὶ λειτουργοῦσε καὶ ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκηση μὲ τὴν ἐκλογὴ ἀρχόντων ἀπὸ τὸ λαό. Κατὰ τὸ 800 τὴν πόλη κατέλαβαν προσωρινὰ οἱ Σλάβοι καὶ τὴ μετονόμασαν σὲ Βοστίτσα. Τὸ ὄνομά της αὐτὸ τὸ διατήρησε καὶ στὴ Φραγκοκρατία (1209), ὅταν ἡ πόλη μαζὶ μὲ τὴν περιοχή της ἀποτέλεσε τὴ βαρονία τῆς Βοστίτσας, μὲ βαρόνο τὸν Οὖγκο ντὲ Σαρπινύ, ὁ ὁποῖος καὶ ἔχτισε πύργο ἀπὸ ὑλικὰ τῆς ἀρχαίας πόλεως. Ὑπολείμματα τῶν θεμελίων τοῦ μεσαιωνικοῦ αὐτοῦ πύργου τῆς Βοστίτσας σῴζονται σήμερα στὰ ὑπόγεια τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Ἀθανασίου Τσινούκα στὸ βράχο, στὰ Εἰσόδια.

Τὸ 1420 τὸ Αἴγιον περιῆλθε στοὺς Δεσπότες τοῦ Μυστρᾶ, Κωνσταντῖνο καὶ Θωμᾶ Παλαιολόγο. Τὸ 1458 καταλήφθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τὸ 1463 περιῆλθε στοὺς Βενετοὺς (Α´ Βενετοκρατία). Τὸ 1470 ἀνακαταλήφθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Γύρω στὸ 1570 ἀναφέρεται στὶς ἐπαναστατικὲς κινήσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Σ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς τουρκοκρατίας τὸ Αἴγιον καὶ ἡ περιοχὴ τοῦ παρουσιάζεται συχνὰ στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας καὶ εἰδικὰ μάλιστα στὴν περίοδο ποὺ σημειώνονται οἱ συνωμοτικὲς κινήσεις καὶ ἐξεγέρσεις στὸν ἑλληνικὸ χῶρο, καὶ ἰδιαίτερα στὴν Πελοπόννησο, γιὰ τὴν ἀποτίναξη τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ, πρὶν ἀπὸ τὴ Ναυμαχία τῆς Ναυπάκτου (1571) μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ἄρχοντα Νικόλαο Τσερνοτὰ καὶ τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ταξιαρχῶν, Ἰσαάκ.

Τὸ 1685, ὅπως ὅλη ἡ Πελοπόννησος, ἐπανακατελήφθη καὶ τὸ Αἴγιον ἀπὸ τοὺς Βενετούς. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἄλλους νέους θεσμοὺς ποὺ εἰσήγαγαν οἱ Βενετοὶ στὴν περίοδο αὐτὴ τῆς Β´ Βενετοκρατίας (1685-1715) στὴν Πελοπόννησο, σημαντικὴ θέση κατέχει ἡ νομοθετικὴ σύσταση κοινοτήτων τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως στὰ κυριότερα ἀστικὰ κέντρα της καὶ στὴ Βοστίτσα. Οἱ κοινότητες ἱδρύθηκαν κατὰ τὸ πρότυπο τῶν βενετικῶν Ἑπτανήσων καὶ λειτουργοῦσαν, μὲ κατὰ τόπους διαφορές, ἀπαράλλαχτα ὅπως στὴν πόλη τῆς Βενετίας καὶ γενικὰ στὴν Βενετικὴ Δημοκρατία. Ἡ ἀπόφαση τοῦ ἀρχιστράτηγου Ἀλεξάνδρου Μολίνι, ποὺ ἐνέκρινε τὴν αἴτηση τῶν κατοίκων τῆς Βοστίτσας γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς κοινότητας, ἔχει ὡς δικαιολογητικό τους παρακάτω δυὸ κυριότερους λόγους (φάκελος 105, τοῦ βιβλίου διαταγμάτων καὶ ἀποφάσεων τῆς γραμματείας τοῦ ἐκλαμπροτάτου καὶ ἐξοχοτάτου ἀρχιστράτηγου Ἀλ. Μολίνι, ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τῆς Βενετίας.)

Ὁ πρῶτος λόγος ἦταν ἡ ἐξαιρετικὰ ἰδιαίτερη παραθαλάσσια θέση τῆς Βοστίτσας, σὲ σχέση μὲ τὴν ἀπέναντι Ναύπακτο καὶ τὴν περιοχή της, πρᾶγμα ποὺ ἔκανε πολλοὺς κατοίκους τῆς τότε Ἀθήνας ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὰ Σάλωνα νὰ ἔλθουν καὶ νὰ ἐγκατασταθοῦν στὴ Βοστίτσα. Ἔτσι ἡ πόλη καὶ ἡ περιφέρειά της, κατὰ τὶς ἐκθέσεις τῶν Βενετῶν Προνοητῶν, ἀποτελοῦσε τότε μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες περιοχὲς τῆς Βενετικῆς Πελοποννήσου. Ἡ πόλη πῆρε καινούργια ὄψη, μὲ οἰκονομικὴ ἄνθιση καὶ μὲ κοινωνικὸ βίο ὑψηλοῦ ἐπιπέδου.

Ὁ δεύτερος λόγος ἦταν ὁ διαχωρισμός της ἀπὸ τὴν κοινότητα τῶν Καλαβρύτων, στὴν ὁποία ὑπαγόταν ὡς τότε, ὕστερα ἀπ᾿ τὴ συμμετοχὴ στὸ συμβούλιο τῆς κοινότητας αὐτῆς καὶ οἰκογενειῶν ἀπὸ τὴν Βοστίτσα. Αὐτοὶ ποὺ ὑπέγραψαν τὴν αἴτηση γιὰ τὴν ἵδρυση κοινότητας χωριστῆς γιὰ λογαριασμὸ τῶν οἰκογενειῶν τοὺς καθὼς καὶ ἄλλων ὀγδόντα οἰκογενειῶν ἀπὸ τὴ Βοστίτσα ἦταν οἱ Κανέλλος Σεμινάκος λεγόμενος Πρεκιανός, Γιαννάκης Γιάκουμος λεγόμενος Ἀλμπατζέλης, Γιωργάκης Ἀγγελόπουλος καὶ Πέτρος Μπόγδανος. Ἀπὸ τὸ 1715 ποὺ καταλύθηκε ἡ Β´ Βενετοκρατία, τὸ Αἴγιον ὑποτάχθηκε μὲ τὴ συνθήκη τοῦ Πασσάροβιτς (1718), πάλι στοὺς Τούρκους ὡς τὴν ἀπελευθέρωση καὶ ἀποτέλεσε ξεχωριστὴ ἐπαρχία (καζά), ποὺ τὴν διοικοῦσε ὁ βοεβόδας.

Στὰ Ὀρλωφικὰ (1769-1770), μετὰ ἀπὸ τοὺς δισταγμοὺς τῶν Πατρινῶν νὰ κινηθοῦν, ὁ Μητροπολίτης τῆς Πάτρας Παρθένιος συγκάλεσε στὸ Αἴγιον σύσκεψη μὲ τοὺς τοπικοὺς παράγοντες Ἄγγελο Μελετόπουλο, Γκολφίνο Λόντο καὶ Ἰωάννη Ποῦλο καὶ ἀποφασίστηκε ἡ συμμετοχὴ στὴν ἐπανάσταση. Καταρτίστηκε στρατιωτικὸ σῶμα, ποὺ μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ Μ. Σπηλαίου ἐκστράτευσε κατὰ τῶν Καλαβρύτων.

Στὸ τέλος Ἰανουαρίου (26-30) 1821, στὶς παραμονὲς τῆς ἐπαναστάσεως, στὸ Αἴγιον πάλι (μοιραῖα, συνειδητὰ ἢ ὑποσυνείδητα - ποιὸς ξέρει - ἀλλά, ὡστόσο σὰν ἱστορικὴ καὶ ἐπιτακτικὴ ἐθνικὴ ἀνάγκη, ἀλληλουχία τοῦ παρελθόντος, στὴν πόλη αὐτή, ποὺ θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ ὀνομασθεῖ πόλη τῶν συνεδρίων καὶ τῶν συνελεύσεων) ἔγινε ἡ πρώτη ἐπίσημη σύσκεψη τῶν κληρικῶν καὶ τῶν προεστῶν τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν ἐπανάσταση, ἡ περιβόητη «Μυστικὴ Συνέλευση τῆς Βοστίτσας». Ἡ σύσκεψη αὐτή, μὲ εἶδος προέδρου τὸν Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸ καὶ εἰσηγητὴ τὸν Παπαφλέσσα, προβλημάτισε τοὺς ταγοὺς τοῦ ἔθνους μπροστὰ στὸ τρομερὸ ἐρώτημα τοῦ ξεσηκωμοῦ, παίρνοντας τελικὰ ἀποφάσεις ποὺ λογάριαζαν καὶ προπαρασκεύασαν στέρεα τὴν Ἐθνεγερσία (ἑτοιμότητα, ἔρανος, προμήθεια ὅπλων, στρατολογία κλπ.)