Ἅγιοι Δισμύριοι Μάρτυρες ἐν Νικομηδείᾳ

28 Δεκεμβρίου

Κύριλλος ἦν ἐπίσκοπος εἰς τὴν Νικομηδεία,
κι ἄθεος Μαξιμιανὸς ἦταν στὴ βασιλεία.

Ἔκτιζεν ὁ Κύριλλος ναοὺς καὶ μοναστήρια ἀκόμη
τὸν σέβονταν οἱ χριστιανοὶ ὅλοι μὲ μία γνώμη.

Εἶχε γενναία τὴν ψυχή, ἁγνή, ἀνδρειωμένη,
σὲ διωγμοὺς καὶ βάσανα μὲ ψυχραιμία μένει.

Ἔκλεισαν σὲ μία ἐκκλησιὰ ψυχὲς εἴκοσι χιλιάδες,
τὰ σώματά τους ἔκαψαν, ὡς καῖνε τὶς λαμπάδες.

Ἅς δοῦμε ὅμως πιὸ μπροστὰ ὀνόματα μαρτύρων,
γόνυ δὲν ἔκλιναν ποτὲ στὰ εἴδωλα τριγύρω.

Δόμνα γυναίκα ἔλεγαν ποὺ ἦταν ψηφισμένη,
ἀπ᾿ τοὺς γονεῖς στὰ εἴδωλα ἦν ἀφιερωμένη.

Ἀλήθεια ἤθελε νὰ βρῇ ποὔχει ἡ Ὀρθοδοξία,
καὶ ὁ Κύριος τῆς ἔδωσε αὐτὴν τὴν εὐκαιρία.

Τοῦ Παύλου τὰς ἐπιστολὰς διαβάζει μάνι-μάνι,
λυπόταν ποὺ βρισκότανε τόσο καιρὸ στὴν πλάνη.

Ζήτησε τότε συμβουλὲς γιὰ τὴν χριστιανοσύνη,
μιὰ κοπέλα χριστιανὴ τὴν δίδαξεν ἐκείνη.

Μιὰ νύκτα ἔφυγε κρυφὰ ἀπ᾿τὸ δικό της σπίτι,
στὸν Κύριλλο ἐζήτησε αὐτὸς νὰ τὴν βαπτίσῃ.

Τὴν Δόμνα τότε ἐβάπτισε, τῆς ἔδωσε ἀκόμα
τὰ ἄχραντα μυστήρια, αἷμα Χριστοῦ καὶ σῶμα.

Ἐνδύματα καὶ τρόφιμα δὲν φρόντιζε καθόλου,
διάβαζε τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου Ἀποστόλου.

Καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ ἐδιάβαζε τὶς Πράξεις,
τρώει τροφὴ πνευματικὴ καὶ ἤτανε ἐντάξει.

Τὴν πρόδωσαν σὰν χριστιανή, στὴν φυλακὴ τὴ βάνουν,
μ᾿ ἕναν εὐνοῦχο αἰχμάλωτο, ἐκεῖ γιὰ νὰ πεθάνουν.

Στὴ φυλακὴ πάει ἄγγελος καὶ φαγητὰ τοὺς φέρνει,
κι ἔπειτα ἔγινε ἄφαντος κι εἶν᾿ εὐχαριστημένοι.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ὁ ἄρχοντας κι ἄλλα φαγιὰ τοὺς δίνει,
τὰ δίνουν ὅλα στοὺς πτωχοὺς γιὰ ἐλεημοσύνη.

Ὁ βασιλιὰς σὲ πόλεμο ἐνίκησε τοὺς ἐχθρούς του,
νὰ εὐχαριστήσῃ ἐθέλησε τοὺς ἄψυχους θεούς του.

Μιὰ ἡμέρα ποὺ τὰ εἴδωλα εἶχε ἐγκωμιάσει,
τότε ὁ ἀληθινὸς Θεὸς τὸν εἴχενε ντροπιάσει.

Αἴφνης κατακαλόκαιρο καὶ ἡμέρα μεσημέρι,
μπουμπουνιτὰ κι ἀστραπὲς ἐμπρός του εἶχαν φέρει.

Ξέσπασε ἄνεμος σκληρὸς κι ἔριξε χαλάζι,
ἐγέμισεν ὁ ποταμὸς τὸ κάθε τι ἁρπάζει.

Οἱ ποταμοὶ κουβάλησαν τρόφιμα καὶ σιτάρια,
τὰ ἔριξαν στὴν θάλασσα γιὰ νὰ τὰ φᾶν᾿ τὰ ψάρια.

Ὁ βασιλεὺς ποὺ ἔβλεπε τέρατα καὶ σημεῖα,
ἔμεινε ὁ ἀνόητος αὐτὸς στὴν ἀπιστία.

Καὶ τότε τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἄκουσαν τὴ φωνή του,
ἔλεγε πὼς ἐθύμωσε κι ἔστειλε τὴν ὀργή του.

Οἱ ἄνθρωποι ἐτρόμαξαν, στὴ γῆ εἶναι πεσμένοι,
ἔμειναν ἀπ᾿ τὸν φόβο τους σὰν μισοπεθαμένοι.

Σκληρὸς ὁ Μαξιμιανός, δὲν εἶχε ἡσυχία,
βασάνιζε τοὺς χριστιανοὺς μὲ κάθε τιμωρία.

Ὅσοι ἀρνοῦνταν ἀπ᾿ αὐτοὺς θεοὺς νὰ θυσιάσουν,
γυναῖκες ἐβασάνιζε γιὰ νὰ τὶς ἀτιμάσουν.

Ἒπιασε μιὰ τὴν εἴχενε στὴν φυλακὴ κλεισμένη,
μὰ τότε θεῖος ἄγγελος πιστὸς φρουρὸς προφθαίνει.

Ὅποιος ἐπήγαινε ἐκεῖ διὰ ν᾿ ἁμαρτήσῃ,
μὲ τὸ σπαθὶ ὁ ἄγγελος νεκρὸ τὸν ἔχει ἀφήσει.

Χριστούγεννα πλησίαζαν τὴν ἐποχὴ ἐτότες,
εἰδωλολάτρες τοῦ ᾿πανε δικοί του στρατιῶτες.

Τὴν νύκτα αὐτὴ οἱ χριστιανοὶ πᾶνε στὴν ἐκκλησία,
τότε νὰ τοὺς ἐκδικηθῇς, μὴ χάνῃς εὐκαιρία.

Σὰν ἐκκλησία κυκλώσανε, νὰ φύγουν δὲν μποροῦνε,
ἢ θυσιάζουν εἴδωλα, ἢ ὅλοι νὰ καοῦνε.

Τοῦ ἄρεσε τοῦ βασιλιᾶ αὐτὴ ἡ ὁδηγία,
καὶ τότε ἐδιέταξε στρατοῦ τὴν ἐξουσία.

Τὸ εἶπε τὸ ἐφάρμοσε μὲ τὴ διαταγή του,
ἐκύκλωσαν τὴν ἐκκλησιὰ σὰν νἄτανε δική του.

Ἔστειλε ἕνα κήρυκα μέσα στὴν ἐκκλησία,
κι ἐμίλησε στοὺς χριστιανοὺς ἐτότε δημοσίᾳ.

Ἢ προσκυνοῦνε εἴδωλα καὶ τὴν ζωὴ χαρίζει,
ἢ θὰ καοῦνε ζωντανοί, ὅλους τοὺς φοβερίζει.

Τότε ὁ ἀρχιδιάκονος στὸν ἄμβωνα ἀνεβαίνει,
ἔκανε πρῶτα προσευχὴ κι ἀμέσως ἐπεμβαίνει.

Ἔκανε συγκινητικὴ ἐτότε ὁμιλία,
εἴκοσι χιλιάδες χριστιανοὶ ἦσαν στὴν ἐκκλησία.

Θυμήθηκε στὸ λόγο του τρεῖς παῖδες ἐν καμίνῳ,
στὴν κάμινο τοὺς ἔβαλαν παληὸ καιρὸ ἐκεῖνο.

Εἶπε γιὰ τὴν ἀνδρεία τους καὶ τὴν εὐσέβειά τους,
πὼς γιὰ τὴν πίστι στὸ Χριστὸ καῖνε τὰ σώματά τους.

Ἦρθε ἡ ὥρα κι ἡ στιγμὴ γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε,
ἂν θέμε στὸν παράδεισο ὅλοι νὰ ἀνταμωθοῦμε.

Τὰ βάσανα εἶναι πρόσκαιρα καὶ λίγη ἡ θυσία,
σὰν πάρουμε ἀπ᾿ τὸν Κύριο τὴ μισθαποδοσία.

«Καὶ τώρα ἂς ἐκλέξομε
ποιὸν δρόμο θὰ διαλέξομε».

Στὰ εἴδωλα τὰ ψεύτικα θὰ κάνομε θυσία,
ἢ μὲ Χριστὸν θὰ ζήσομε αἰώνια βασιλεία;

Χριστὸς ἐθυσιάστηκε γιὰ τ᾿ ἁμαρτήματά μας,
κι ἐμεῖς ἂς θυσιάσωμε γιαυτὸν τὰ σώματά μας.

Ἦταν τ᾿ ἀκροατήριο κατενθουσιασμένο,
κι ὅλοι τότε μιὰ φωνὴ λέν᾿ στὸν ἀπεσταλμένο.

Εἴμαστε ὅλοι χριστιανοί, θεοὺς δὲν προσκυνοῦμε,
τὰ σώματα μας δίνομε, πάρτε τα, ἂς καοῦνε.

Σὰν ἄκουσε ὁ βασιλιὰς πιστῶν ὁμολογία,
ἄναψε δυνατὴ φωτιὰ γύρω στὴν ἐκκλησία.

Οἱ χριστιανοὶ κοινώνησαν τῶν θείων μυστηρίων,
κι ἔκαιγε τότε ἡ φωτιὰ εἰκόνες τῶν ἁγίων.

Ἔκαναν ὅλοι προσευχὴ μέσα στὴν ἐκκλησία,
καὶ σὰν λαμπάδες κάηκαν γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία.

Ἤτανε τότε εἰκοστὴ ὀγδόη Δεκεμβρίου,
εἴκοσι χιλιάδες οἱ ψυχὲς ἦσαν τοῦ μαρτυρίου.

Σὲ πέντε ἡμέρες πήγαινε τότε στὴν ἐκκλησία,
νόμιζαν πὼς τὰ σώματα θὰ βγάζουν δυσωδία.

Μὰ τότε παρατήρησαν μιὰ λάμψη θαυμασία,
κι ἔβγαινε ἀπ᾿ τὰ σώματα γλυκειὰ μιὰ εὐωδία.

Τὸ ἔμαθεν ὁ βασιλιάς, μὰ ἦν πεπωρωμένος,
εἶχε χαρὰ ὁ ἄμυαλος κι ἦταν τυφλωμένος.

Ἤτανε ἐκεῖ ἕνας χριστιανός, Ζήνων τὸ ὄνομά του,
ἐπρόσβαλε τὸν βασιλιὰ καὶ τ᾿ ἀγάλματά του.

Ἐθύμωσε ὁ βασιλιὰς κι ἀμέσως διατάζει,
σαγόνια, δόντια τοῦ ἔσπασαν, τὸ αἷμα κάτω στάζει.

Σὰν πεθαμένος ἤτανε, τὸν βγάζουν ἀπ᾿ τὴν πόλι,
τότε τὸν σφάζουν σὰν ἀρνὶ οἱ στρατιῶτες ὅλοι.

Ἦταν ἕνας διάκονος, τοῦ ἀράδιασε καμπόσα,
ἀμέσως ἐδιέταξε καὶ τοῦ ἔκοψαν τὴν γλώσσα.

Καὶ δὲν ἐχόρτασε μ᾿ αὐτὸ ζωὴ νὰ τοῦ χαρίσουν,
μὲ πέτρες τὸν ἐσκότωσαν γιὰ νὰ τὸν τυραννήσουν.

Κατέχωσε ἕναν ζωντανὸ μέσα σ᾿ ἕνα λάκκο,
ἄσπλαγχνος ἐξεπέρασε καὶ τὸ θηρίο δράκο.

Ἡ Δόμνα κάτω ἀπὸ τὴ γῆ ἦταν αὐτὴ χωσμένη,
ἔτρωγε χόρτα καὶ νερὸ κι ἦταν χορτασμένη.

Ἄκουσε γιὰ τοὺς χριστιανοὺς στὴν θάλασσα τοὺς πᾶνε,
γιὰ νὰ πνιγοῦνε στὰ νερὰ τὰ ψάρια νὰ τοὺς φᾶνε.

Ἡ Δόμνα ἄντρας ντύθηκε στὴν θάλασσα πηγαίνει
νὰ πάρῃ ἅγια λείψανα ἀπὸ ἀποθαμένοι.

«Βοήθησε ἕναν ψαρᾶ
δίχτυα νὰ φέρει στὴν ξηρά».

Τὰ δίχτυα σὰν ἐτράβηξαν ἦσαν γεμάτα ψάρια,
μαζὶ μὲ ἁγίων λείψανα, τὰ σώματα κουφάρια.

Ἡ Δόμνα ἐνταφίασε λείψανα τῶν ἁγίων,
ὁ βασιλιὰς ἐγέλασε, σὰν ἔμαθε τὸν βίον.

Τότε δήμιους ἔστειλε, τῆς κόψαν τὸ κεφάλι,
μοβόρος σφάζει χριστιανούς, ἀχόρταγος ἦν πάλι.

Ὁ Ἄνθιμος ἀρχιερεὺς ἦταν στὴν ἐκκλησία,
κι ἔστειλε ὁ βασιλιὰς νὰ βροῦν τὴν κατοικία.

Σκληρὰ βασανιστήρια τοῦ ἔκανε ἐτότες,
κουράστηκαν νὰ τὸν κτυποῦν δικοί του στρατιῶτες.

Ὑπέμεινε τοὺς ραβδισμοὺς καὶ τὰ μαρτύριά του,
ὁ τύραννος κουράστηκε στὰ διατάγματά του.

Ἔβγαλε μιὰ διαταγὴ νὰ ἀποκεφαλίσουν,
ἀρχιερέα Ἄνθιμο νεκρὸ νὰ τὸν ἀφήσουν.

Κόβουν ἁγία κεφαλή, ποὺ ὁ ἴδιος ἐποθοῦσε,
γιατὶ στὸν οὐρανὸ ψηλὰ Χριστὸν θὰ συναντοῦσε.

Δυὸ στεφάνια ἔλαβε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη,
τὸ ἕνα γιὰ τὴν ἄθλησι καὶ ἀρχιερωσύνη.

Ὅλους αὐτοὺς τοὺς μάρτυρας γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία,
εἶναι μεγάλος θρίαμβος γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία.

Τώρα κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν ἔχουν μεγάλη χάρι,
θέλομε τὶς πρεσβεῖες τους εἰς τὸν Θεὸν μακάρι.