Ὅσιος Δαυῒδ ὁ Γέρων ἐν Εὐβοίᾳ

1 Νοεμβρίου

Ἔχει καὶ ἡ Ἑλλάδα μας Ἁγίων τὴν στρατεία,
τώρα λίγα θὰ γράψωμε Δαυῒδ τὸν ἐν Εὐβοία.

Ἕλληνας ἦν ὁ ἅγιος καὶ εἶχε γιὰ πατρίδα
ἕνα πολὺ μικρὸ χωριὸ ποὺ εἶναι στὴν Λοκρίδα.

Χριστόδουλο τὸν λέγανε ὁσίου τὸν πατέρα,
καὶ Θεοδώρα φώναζαν τὴν εὐσεβῆ μητέρα.

Ἦσαν ἐνάρετοι κι δυὸ καὶ εἶχαν καλοσύνες,
νηστεία κάνουν, προσευχή, καὶ ἐλεημοσύνες.

Δαυῒδ ὅσο μεγάλωνε κι εἶχε τὴν λεβεντιά του,
ξεχώριζε σὲ ἀρετὲς καὶ προτερήματά του.

Σὰν ἔγινε τριῶν χρονῶν, μιὰ νύκτα πρὶν ξυπνήσῃ,
τὸν σήκωσε ὁ Πρόδρομος νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ.

Καὶ ἀκολούθησε ὁ μικρὸς Δαυῒδ τὸν Ἰωάννη,
καὶ πήγαινε στὴν ἐκκλησιὰ Προδρόμου μάνι μάνι.

Μονάχη τότε ἄνοιξε πόρτα τῆς ἐκκλησίας,
καὶ μπῆκαν μέσα στὸ ναὸ στάσι ὀρθοστασίας.

Ὁ Πρόδρομος καὶ ὁ Δαυῒδ σταθήκανε μπροστά του,
εἰκόνα τοῦ Ἅη Γιαννιοῦ, ποὺ ἤτανε δικιά του.

Χωρὶς παπούτσια ὁ Δαυΐδ, μὲ χέρια σταυρωμένα,
φοροῦσε ὑποκάμισο ἄλλο ἔνδυμα κανένα.

Στὸν τόπο ἔμεινε αὐτὸ τότε ἡμέρες ἕξι,
τὸν ἐζητοῦσαν οἱ γονεῖς πρωῒ σὰν εἶχε φέξει.

Μὰ ὁ πατέρας τοῦ Δαυῒδ ἤτανε ἱερέας,
καὶ τὸν Δαυῒδ ἔχασαν στὸ σπίτι ἀπὸ παρέα.

Ὅμως τὸ σαββατόβραδο πῆγε στὴν ἐκκλησία,
καὶ μέσα βρῆκε τὸν Δαυῒδ καὶ εἶχε λάμψη θεία.

Ἀμέσως τοῦ ἐφώναξε ποὺ ἦταν τρομαγμένος,
ὁ ἱερεὺς πατέρας του καὶ στεναχωρημένος.

Ἐδῶ ποῖος σὲ ἔφερε κι ἔφυγες ἀπ᾿ τὸ σπίτι,
καὶ ἄφησες εἰς τοὺς γονεῖς καὶ συγγενεῖς σου λύπη;

Αὐτὸς πατέρα μ᾿ ἔφερε καὶ τοῦ δείχνει τὴν εἰκόνα,
τὸν Ἰωάννη Πρόδρομο μὲ τὴ χρυσὴ κορώνα.

Οἱ χριστιανοὶ ποὺ ἦσαν ἐκεῖ ξαφνιάστηκαν κι ἐκεῖνοι,
κι ὁ ἱερεὺς μικρὸν Δαυῒδ στὸ σπίτι κατευθύνει.

Καὶ ἀπὸ τότε ὁ Δαυῒδ πολλὲς φορὲς ἐρχόταν
εἰς τὴν εἰκόνα τ᾿ Ἅη Γιαννοῦ ὄρθιος προσευχόταν.

Ὅταν μεγάλωσε ὁ Δαυῒδ καὶ ἦρθε εἰς ἡλικία,
Θεία Γραφὴ ἐδιάβαζε καὶ ἱερὰ βιβλία.

Παρακαλοῦσε τὸν Χριστὸν νὰ τόνε βοηθήσῃ,
νὰ νικηθῇ ὁ διάβολος, μὲ τὸν Θεὸν νὰ ζήσῃ.

Ὑπακοὴ εἰς τοὺς γονεῖς ἔκανε κάθε ἡμέρα,
καὶ ἐργασίες στοὺς ἀγροὺς ἔκανε τοῦ πατέρα.

Ἀναπαυόταν ὁ παπᾶς σὰν ἦταν μεσημέρι,
καὶ ὁ Δαυῒδ προσεύχονταν Θεὸς νὰ τοῦ προσφέρῃ.

Νὰ στείλῃ ἕναν πνευματικὸν γιὰ νὰ τὸν συμβουλεύῃ,
ζωῆς του δύσκολες στιγμὲς νὰ τόνε προστατεύῃ.

Δέκα καὶ πέντε ἦταν ἐτῶν, ἦρθε εἰς ἡλικία,
ἀπ᾿ τὴν πατρίδα ἔφυγε καὶ κάνει ἱκεσία.

Θεέ μου πολυεύσπλαγχνε, ἐσὺ ὁδήγησέ με
μόνο δικό σου θέλημα νὰ κάνω φύλαξέ με.

Καὶ ὁ Πανάγαθος Θεὸς γιὰ τὴν παράκλησί του,
Ἀκάκιο ἕνα γέροντα συνέδεσε μαζί του.

Τὸν δέχτηκε ὁ Ἀκάκιος, Δαυῒδ ἦταν μαζί του,
τοῦ ἔκανε ὑπακοή, τὸν εἶχε μαθητή του.

Τὸν πῆρε ὁ Ἀκάκιος, ἐπῆγαν στὸ μοναστήρι,
ἐκεῖ ἐντύθη Μοναχὸς κι ἦταν μὲ καλογῆροι.

Τότε προσεύχεται ὁ Δαυΐδ, νηστεῖες ἀγρυπνίες,
καὶ πολεμοῦσε διάβολο, δὲν ἔκανε ἁμαρτίες.

Ὑπομονή, ὑπακοή, καὶ ἡ ταπείνωσίς του,
αὐτὰ τὰ τρία ἔκανε νὰ σώσῃ τὴν ψυχή του.

Ὁ γέροντας Ἀκάκιος τὸν εἴχενε μαζί του,
καὶ μιὰ φορὰ ἐθαύμασε διὰ ταπείνωσί του.

Κάποτε στέλνει τὸν Δαυῒδ νὰ πάῃ ὡς τὴν Ἄρτα,
ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν Ναύπακτο τέσσερες ἡμέρες στράτα.

Στὴν Ἄρτα ὅταν ἔφθασε, λίγο νὰ ξαποστάσῃ,
ἕνας θεοφοβούμενος τὸν εἶχε πλησιάσει.

Τὸν εἶδε ἦταν ξυπόλητος, παπούτσια τοῦ ἀγοράζει,
κι ἀφοῦ Δαυῒδ τὸν εὐχαρίστησε στὰ πόδια του τὰ βάζει.

Δουλειὲς ὅταν τελείωσε, στὸν γέροντα πηγαίνει,
ποὺ ἔμενε στὴν Ναύπακτο καὶ τόνε περιμένει.

Σὰν εἶδε ὁ Ἀκάκιος παπούτσια νὰ φοράῃ,
τότε μὲ αὐστηρότητα Δαυῒδ τὸν ἐρωτάει.

Πές μου, ποιὸς σοῦ τὰ ἔδωσε τὰ ὑποδήματά σου;
ποὺ ἦταν πρὶν ξυπόλυτὰ τα πόδια τὰ δικά σου;

Πατέρα μου, ἕνας χριστιανὸς μὲ κοίταζε στὴν Ἄρτα,
τ᾿ ἀγόρασε, μοῦ εἶπε, εἶναι δικά σου, πάρτα.

Ποῦ εἶναι ἡ ὑπακοὴ σὲ μένα ποὖχεις κάνει;
τοῦ εἶπε μὲ αὐστηρότητα ὁ Γέρων μάνι μάνι.

Τώρα νὰ φύγῃς γρήγορα καὶ ὅταν πᾶς στὴν Ἄρτα,
στὸν ἄνθρωπο ποὺ τὰ ᾿δωσε νὰ πᾶς ὀπίσω, πάρτα.

Νἀρθῇς ἐδῶ ξυπόλητος, σοῦ ἔβαλα κανόνα,
καὶ νὰ τηρῇς ὑπακοὴ τώρα καὶ στὸν αἰώνα.

Ξυπόλητος ξεκίνησε κι ἐπῆγε εἰς τὴν Ἄρτα,
ἔδωσε τὰ παπούτσια του καὶ γύρισε στὴν στράτα.

Γύρισε στὸν Ἀκάκιο ξυπόλητος καὶ πάλι,
ὁ γέροντας τὸν δέχτηκε εἶχε χαρὰ μεγάλη.

Ἀμέσως τὸν ἐθαύμασε γιὰ τὴν ὑπακοή του,
ποὺ εἶχε μοναχὸ πολὺ πιστὸ μαζί του.

Στὴν Παναγία Βαρνάκοβα ποὺ ἦταν μοναστήρι
τὸν ἔκανε ἡγούμενο ποὺ ζοῦσαν καλογῆροι.

Τὸν εἶδαν στὴν προσκομιδὴ τότε ποὺ λειτουργοῦσε,
σὰν ἥλιο εἶχε στὸ πρόσωπο κι ὅλος λαμποκοποῦσε.

Τὸν κοίταξαν μὲ προσοχή, στὴν γῆ δὲν ἐπατοῦσε,
ὡς ἕνα πῆχυ ἀπὸ τὴ γῆ, ὄρθιος λειτουργοῦσε.

Στὸν πατριάρχη εἴπανε τότε αὐτὸ τὸ θαῦμα,
κι ἀρχιερέας πρόσταξε νὰ γίνῃ ἐν τῷ ἅμα.

Ὅμως Δαυῒδ δὲν θέλησε ἀξίωμα δεσπότη,
κάθησε μὲ ταπείνωσι στὴν θέση του τὴν πρώτη.

Σ᾿ ἕνα βουνὸ στὴ Λειβαδιὰ ὅπου τὸ λένε Στείρι,
τοῦ ἔδειξε ὁ Θεὸς κι ἔκτισε μοναστήρι.

Ὁ διάβολος τὸν φθόνησε θέλει νὰ τὸν νικήσῃ
βάζει δικά του ὄργανα γιὰ νὰ τὸν πολεμήσῃ.

Ἀγαρηνοὶ αἰχμάλωτα κρατούσανε παιδία,
ἐκεῖ ἔφυγαν κρυφὰ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία.

Στὸν ἄρχοντα ἀγαρηνὸ λένε πὼς εἶναι αἰτία
ὁ ὁσιώτατος Δαυῒδ καὶ φύγαν τὰ παιδία.

Τὸ λένε στὸν διοικητὴ καὶ σὰν μορφὴ θηρίου,
διέταξε κι ἐχτύπησαν τὴν σάρκα τοῦ ἁγίου.

Διέταξε στὴν φυλακὴ ἀμέσως νὰ τὸν κλείσουν
μὲ στέρησι καὶ μόνωσι νὰ τόνε βασανίσουν.

Τὸν βγάζουν ἀπ᾿ τὴ φυλακή, τὸν ἔδεσαν σὲ στύλο,
τοῦ δέσανε τὰ χέρια του, τὸν ἄρχισαν στὸ ξύλο.

Ὁ ἅγιος τότε ἔδειξε ὑπομονὴ μεγάλη,
ἄνθρωπον ἔστειλε ὁ Θεός, ἠλευθερώθη πάλι.

Κατόπιν εἰς τὴν Εὔβοια ἔκτισε μοναστήρι,
πῆγαν πιστοὶ χριστιανοί, γινῆκαν καλογῆροι.

Εἶχε μεγάλες ἀρετές, ἀγάπη, καλοσύνη,
μὰ πιὸ πολὺ ἀγάπησε τὴν ἐλεημοσύνη.

Πονοῦσε τὴν φτωχολογιὰ κι Ἀγαρηνοὺς ἀκόμη,
ροῦχα, παπούτσια ἔδινε, τοὺς ἔτρεμε τὴ γνώμη.

Καὶ τώρα λίγα θαύματα νὰ γράψωμε τοῦ ἁγίου,
ποὺ στοὺς ἀνθρώπους ἔκανε μὲ χάριν τοῦ Κυρίου.

Ἐπήγαινε σὲ ἕνα χωριὸ λίγο νὰ περπατήσῃ,
οἱ κάτοικοι τὸν ρώτησαν, γιὰ νὰ τοὺς ἀπαντήσῃ.

Τήν νύκτα δὲν κοιμότανε, κουνούπια τοὺς τσιμπᾶνε,
σὰν εἴδανε τὸν ἅγιο, τόνε παρακαλᾶνε.

Ἦταν τὸ θέμα σοβαρό, ἀπάντησι νὰ δώσῃ,
μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ.

Ὁ ἅγιος προσεύχεται, καὶ θαύματα γινῆκαν,
καὶ τὰ κουνούπια πέταξαν, στὴν θάλασσα ἐπνιγῆκαν.

Ἄλλη φορὰν ὁ ἅγιος ἐπῆγε στὴν Ἐλευσίνα,
ἐκεῖ τὸν φιλοξένησαν γιὰ νὰ μὴν ἔχῃ πείνα.

Θέλησε ἕνας χριστιανὸς νὰ τόνε εὐχαριστήσῃ,
τὸ φαγητὸ ποὺ θἄτρωγαν βρασμένο κολοκύθι.

Δοκίμαζεν ὁ ἅγιος, ἦταν πικρὸ φαρμάκι,
προσεύχεται ὁ ἅγιος καὶ ἔγινε μελάκι.

Δοξάσαν ὅλοι τὸν Θεὸν μὲ θαῦμα τοῦ ἁγίου,
μετέτρεψε πικρὸ γλυκὺ μὲ χάριν τοῦ Κυρίου.

Ἦσαν πολλὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε στὴν ζωή του,
καὶ τώρα λίγα γράφομε διὰ τὴν κοίμησί του.

Ἔφθασε στὰ γεράματα, προεῖδε θάνατό του,
μὲ θεία ἀποκάλυψι εἶπε στοὺς μοναχούς του.

Ἐγώ, πατέρες κι ἀδελφοί, πάω στὸν Κύριὸ μου,
κι ἐσεῖς ἀκολουθήσετε τὸν δρόμο τὸν δικό μου.

Πάντοτε νὰ προσεύχεσθε, Θεὸν δοξολογεῖτε,
φεύγετε πράξεις πονηρές, νὰ ἐξομολογεῖσθε.

Ἀφοῦ ἔδωσε τὶς συμβουλές, κάνει δοξολογία,
καὶ στὸν Θεὸν παρέδωκε ψυχή του τὴν ἁγία.

Ἤτανε πρώτη τοῦ μηνὸς ἐτότε Νοεμβρίου,
ἡ ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ ἁγίου.

Οἱ μοναχοὶ ἐθρήνησαν κοίμησι τοῦ ἁγίου,
τὰ λείψανά του ἔθαψαν ἐντὸς μοναστηρίου.

Ὦ Ὁσιώτατε Δαυΐδ, ἅγιε τῆς Εὐβοίας,
προσεύχου πάντοτε γιὰ ἐμᾶς, νὰ βροῦμε σωτηρία.