Ἅγιοι Μάρτυρες Κάρπος, Πάπυλος, Ἀγαθόδωρος καὶ Ἀγαθονίκη

13 Ὀκτωβρίου

Στὴν Πέργαμο γεννήθηκαν, εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσία,
καὶ βασιλέας Δέκιος εἶχε αὐτοκρατορία.

Ὁ Κάρπος καὶ ὁ Πάπυλος εἶχαν ἐπάγγελμά τους
γιατροὶ ἦσαν καὶ θεράπευαν ἀνθρώπων σώματά τους.

Καὶ ἀδελφὴ τοῦ Πάπυλου ἦταν ἡ Ἀγαθονίκη,
ὅλοι τους ἐμαρτύρησαν μὲ τοῦ Χριστοῦ τὴ νίκη.

Ἤτανε ὁ Ἀγαθόδωρος πάντοτε στὸ πλευρό των,
οἱ δυὸ γιατροὶ τὸν εἴχανε ὡς ὑποτακτικό των.

Ἤτανε τότε ἐπίσκοπος Κάρπος τῶν Θυατείρων,
κι ὁ Πάπυλος διάκονος στὴν ἐκκλησιὰ τριγύρω.

Στὸν Δέκιο τοὺς πρόδωσαν σὰν χριστιανοὺς μὲ δράσι,
τότε τοὺς κάλεσε τοὺς δυὸ γιὰ νὰ τοὺς ἐξετάσῃ.

Τοὺς ρώτησε κι ἀπάντησαν κι οἱ δυὸ τὴν ὥρα ἐκείνη,
τιμοῦν θρησκεία ἀληθινὴ ποὖν᾿ ἡ χριστιανοσύνη.

Τοῦ λένε· εἶσαι ἀγνώμονας, εἶναι ἐντροπὴ μεγάλη,
ξεχνᾶτε ἀληθινὸ Θεὸ καὶ προσκυνᾶτε ἄλλοι.

Ἀναίσθητα τὰ εἴδωλα αὐτὰ ποὺ ὅλο προσκυνᾶτε
γίνεσθε ἀλογότεροι, στὸν κόσμο αὐτὸ ποῦ πᾶτε;

Ἀληθινὰ τὰ λόγια τους ἐφάνηκαν μὲ θαῦμα,
γιατὶ ἕνας φοβερὸς σεισμὸς ἔγινε ἐν τῷ ἅμα.

Συντρίφτηκαν τὰ εἴδωλα, γινῆκαν ὅλα σκόνη,
μὰ ὁ ἄθεος ὁ ἄρχοντας δὲν ἄλλαξε τὴ γνώμη.

Καὶ διατάζει βάσανα μὲ ὅλη τὴν κακία,
δὲν σέβεται ἄσπρα μαλλιὰ καὶ γέροντα ἡλικία.

Μὲ ἔμπνευση τοῦ δαίμονα ἀμέσως διατάζει
χαλκᾶδες νἄχουν στὸ λαιμό, ὁ κόσμος νὰ καγχάζῃ.

Τοὺς βλέπανε οἱ ἄνθρωποι καὶ τοὺς ἐκοροϊδεύουν,
μὰ ἄγγελοι στὸν οὐρανὸ τοὺς δυὸ τοὺς ἐπαινεύουν.

Νὰ προσκυνήσουν εἴδωλα κριτὴς τοὺς παρεκίνει,
αὐτοὶ τοῦ κάναν κήρυγμα γιὰ τὴ χριστιανοσύνη.

Σάν τ᾿ ἄκουσε ὁ δικαστὴς βγάζει τὸ προσωπεῖο,
κι ἔγινε ἀγριότερος ἀπὸ ἄγριο θηρίο.

Τοὺς βάζει πίσω ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογα νὰ σέρνουνε τὴν πέτρα,
θὰ πήγαιναν διαδρομὴ ἑξήντα χιλιάδες μέτρα.

Κτυπήθηκαν καὶ πόνεσαν σώματα τὰ δικά των
τὴν νύκτα ἦρθαν ἄγγελοι γιάτρεψαν τάς πληγάς των.

Διὰ τὸν Ἀγαθόδωρο ὁ τύραννος μαθαίνει
πὼς εἶναι ὑποτακτικός, σὲ προσταγὴ διαβαίνει.

Ἐράβδισάν τον ἄσπλαγχνα κι ἀλύπητα στὸ σῶμα,
κι ἔτρεχε τὸ αἷμα του σὰν ποταμὸς στὸ χῶμα.

Μὲ ραβδισμοὺς στὸ πρόσωπο τὸν κτύπησαν ἀγρίως,
ὑπέμεινε γιὰ τὸν Χριστὸν καὶ ἔμεινε ἀνδρεῖος.

Οἱ δήμιοι κουράστηκαν ποὖδαν τὴν ἀντοχή του,
τότε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ ἔδωσε τὴν ψυχή του.

Τὸ ἱερόν του λείψανο οἱ χριστιανοὶ τὸ κρύψαν,
μέσα σὲ ἕνα σπήλαιο δὲν τὸ ἀνακαλύψαν.

Μετὰ τὸν Ἀγαθόδωρο πῆραν σειρὰ καὶ ἄλλοι,
τοὺς ἔκανε ὁ τύραννος ἀνάκρισι μεγάλη.

Ὁ τύραννος τοὺς βασάνισε, τοὺς βάνει τιμωρία,
μὲ σίδερα τοὺς φόρτωσε νὰ πᾶν᾿ πεζοπορία.

Ὁ τύραννος στὴν Πέργαμο στὴν ἕδρα ἔχει καθίσει,
τὸν Κάρπο τότε κάλεσε, αὐτὸς νὰ τοῦ μιλήσῃ.

Τοῦ εἶπε νὰ τὸν σεβαστῇ, νὰ πάῃ νὰ προσκυνήσῃ
τὰ εἴδωλα καὶ τοὺς θεοὺς ὁ Κάρπος νὰ τιμήσῃ.

Τότε τοῦ λέγει ὁ ἅγιος τοῦ τύραννου τροχάδην·
ὥστε μὲ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ φῶς νὰ πάω στὸ σκοτάδι;

Τότε μὲ ἀγκαθωτὰ ραβδιὰ τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου
νὰ τὸ κτυποῦνε πρόσταξε τὸ στόμα τοῦ θηρίου.

Καὶ οἱ λαμπάδες νὰ τὸν καῖν᾿ στὸ σῶμα καὶ στὴν πλάτη,
ἀκόμη πάνω στὶς πληγὲς νὰ βάζουνε ἁλάτι.

Ὁ πόνος ἀνυπόφορος, τὸ αἷμα ἐκυλοῦσε
καὶ σὰν ποτάμι ἔτρεχε στὴν γῆ ποὺ τὸ ρουφοῦσε.

Χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι εἶχε τὸ πρόσωπό του·
ἐνόμιζε πὼς ἔτρωγε νόστιμο φαγητό του.

Κατόπιν τότε ὁ τύραννος Πάπυλο ἐξετάζει,
ἐπάγγελμα πατρίδα του νὰ πῇ τὸν διατάζει.

Τότε τοῦ λέγει ὁ Πάπυλος· εἶμαι γιατρὸς στὸ σῶμα,
γιατρεύω μὲν τὰ σώματα τὶς δὲ ψυχὲς ἀκόμα.

Ἐτότε τοῦ ἐξήγησε γιὰ τῆς ψυχῆς τὰ πάθη,
ἡ θεία χάρις δωρεὰν γιατρὸ τὸν εἶχε μάθει.

Τότε ἕνας μονόφθαλμος ἤτανε ἐκεῖ στὴ μέση,
τοὖπε τὸ μάτι τὸ κλειστὸ νὰ γειάνῃ ἂν μπορέσῃ.

Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος· ἐσὺ γιὰ νὰ πιστέψῃς
φώναξε ὅλους τοὺς θεοὺς τὸ μάτι νὰ γιατρέψῃς.

Τοὺς ἱερεῖς ἐκάλεσε τύραννος τῶν εἰδώλων,
δέησι κάνουν στοὺς θεοὺς μαζὶ μὲ κόσμον ὅλον.

Προσεύχονταν οἱ ἱερεῖς μὲ θέρμη πολλὴ εἰς μάτην,
καὶ ἦταν πάλι ὁ τυφλὸς μόνο μὲ ἕνα μάτι.

Κατόπιν προσευχήθηκε ὁ Πάπυλος μὲ πίστι,
κι εὐθὺς στὸ σῶμα τοῦ τυφλοῦ τὸ μάτι του ἀνοίχθη.

Πίστεψε τότε ὁ τυφλὸς καὶ ὅσοι εἶχαν γνῶσι,
μὰ τῆς ψυχῆς τὰ ὄμματα τυράννου εἶχαν τυφλώσει.

Ἐκρέμασαν τὸν μάρτυρα, μὲ ξύλο τὸν ραβδίσαν,
τὶς σάρκες του κατέσχισαν καὶ τὸν λιθοβολῆσαν.

Ὁ δικαστὴς ἔξω φρενῶν μὲ ὄψι του ἀγρία,
βάζει ὅλους τοὺς μάρτυρες νὰ φᾶνε τὰ θηρία.

Ὁρμοῦνε τότε βιαστικὰ καὶ βρίσκονται κοντά τους,
καὶ τῶν ἁγίων γλείφουνε τὰ πόδια τὰ δικά τους.

Τότε ὁ Οὐαλέριος εἶχεν ἀποφασίσει
τοὺς τρεῖς ἀκόμα μάρτυρες νὰ ἀποκεφαλίσῃ.

Μαρτύρησαν ὅλοι Χριστὸν καὶ ἡ Ἀγαθονίκη,
γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἐκέρδισαν τὴν νίκη.

Στὸν δρόμο τοὺς ἐπήγαιναν γιὰ νὰ τοὺς ἐκτελέσουν,
καὶ νόμιζαν πὼς πήγαιναν σὲ γάμο νὰ χορέψουν.

Γιὰ τοὺς δημίους ἔκαναν ὅλοι τὴν προσευχή τους,
νὰ τοὺς φωτίσῃ ὁ Θεὸς νὰ σώσουν τὴν ψυχή τους.

Στὸν τόπον ἐκτελέσεως κάνουν τὴν προσευχή τους,
τότε κεφάλια ἔκοψαν καὶ ἔφυγε ἡ ψυχή τους.

Προσευχηθεῖτε καὶ γιὰ ἐμᾶς, μάρτυρες τοῦ Κυρίου,
ποὺ εἶστε στὸν παράδεισο μὲ αἷμα μαρτυρίου.