Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Ἰγνάτιος ὁ Νέος

8 Ὀκτωβρίου

Ὁ Ἅγιος γεννήθηκε στὸ κράτος Βουλγαρία
Γεώργιος ὁ πατέρας του μητέρα του Μαρία.

Μικρὸ ποὺ ἦταν τὸ παιδὶ τὸ λέγαν Ἰωάννη,
πῆγαν στὴν Φιλιππούπολη γράμματα νὰ μανθάνῃ.

Ἔμαθε τὰ βουλγάρικα καὶ ἑλληνικὰ ἐπίσης,
διάβαζε γράμματα ἱερὰ καὶ ἔγινε ντερβίσης.

Τ᾿ ἄρεσε ἡ μοναχικὴ ζωή, πῆγε σὲ μοναστήρι,
βρῆκε ἕνα γέροντα αὐστηρό, δὲν τοῦ χαλάει χατήρι.

Στὸ μοναστήρι κάθησε ἐτότε ἕξι χρόνια,
ἡμέρα καὶ νύκτα ἐδιάβαζε ἁγίου τὸν κανόνα.

Ἤτανε ὁ γέροντας σκληρὸς καὶ τόνε τυραννοῦσε,
μιὰ ἡμέρα δαιμονίστηκε καὶ τὸν πυροβολοῦσε.

Αὐτὸ πολὺ ἐφόβισε τότε τὸν Ἰωάννη,
πρὶν τὸν σκοτώσῃ ὁ γέροντας ἔφυγε μάνι-μάνι.

Ἐπῆγε στὴν πατρίδα του νὰ βρῇ καλὴν ἡμέρα,
τοῦρκοι αἰχμαλωτήσανε Ἰωάννου τὸν πατέρα.

Ἀνάγκαζαν τοὺς χριστιανοὺς ἐτότε νά τουρκέψουν,
στὴν ψεύτικη θρησκεία τους ὅλοι τους νὰ πιστέψουν.

Ἐπρότειναν χιλίαρχον Ἰωάννου τὸν πατέρα,
νὰ συλλαμβάνῃ χριστιανοὺς νὰ τοὺς κτυπᾶ μὲ σφαίρα.

Καί ἐκεῖνος τὸ ἀρνήθηκε ὅταν τοὺς εἶπε ὄχι,
ἐτρύπησαν τὴν δεξιὰ πλευρά του μὲ τὴν λόγχη.

Καί τότε ἀπεφάσισαν γιὰ νὰ μὴν ζήσῃ πάλι,
οἱ ἄγριοι Ἀγαρηνοὶ τοῦ κόψαν τὸ κεφάλι.

Κι αὐτὸς ἔγινε μάρτυρας πατέρας Ἰωάννη,
θὰ πάρῃ ἀπὸ τὸν Χριστὸν τοῦ μάρτυρος στεφάνι.

Θέριεψαν οἱ Ἀγαρηνοὶ ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες,
τούρκεψαν τὴν γυναίκα του καὶ δύο θυγατέρες.

Πολὺ τὶς ἐβασάνισαν διὰ νὰ τὶς τουρκέψουν,
στὴν πίστι τους τὴν ἄθεη τὶς βάλαν νὰ πιστεύσουν.

Ὁ Ἰωάννης βρέθηκε σὲ τόση δυστυχία,
μητέρα του καὶ ἀδελφὲς σὲ ἀλλαξοπιστία.

Βγάζει εὐθὺς τὸ ράσο του, κρύβεται σ᾿ ἕνα σπίτι
σὲ σεβαστὴ γερόντισσα νὰ τοῦ περάσῃ ἡ λύπη.

Ἔμαθαν μάνα κι ἀδελφὲς τὴν ἐξαφάνισί του
ἔστειλαν τούρκους μερικοὺς πρὸς ἀναζήτησί του.

Τήν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωῒ φεύγει γιὰ Βουκουρέστι,
φοβήθηκε τὸ σπίτι του, πολλὰ δεινὰ ὑπέστη.

Εὐθύμιον τὸν ὅσιον βρίσκει στὴν Ῥουμανία,
ἔπιασαν ἐν τῷ μεταξὺ πνευματικὴν φιλία.

Σὰν πέρασε ἀρκετὸς καιρὸς γιὰ Ἅγιον Ὄρος φεύγει,
στὸν δρόμο ποὺ ἐπήγαινε σὲ τούρκους καταφεύγει.

Τὸν Ἰωάννη πίεζαν νὰ ἀλλαξοπιστήσῃ,
ἀμέσως ἐδειλίασεν, τοὺς δίνει ἀπαντήσεις.

Τώρα νὰ τὸν ἀφήσουνε κι ἀργότερα γυρίζει,
ἀρνιέται τὴν θρησκείαν του καὶ ἀλλαξοπιστίζει.

Τὸν ἄφησαν κι ἔφυγαν, πηγαίνει στ᾿ Ἅγιον Ὄρος,
στοῦ Γρηγορίου τὴ Μονὴ ἔφθασε πεζοπόρος.

Εὐθύμιος ὁ φίλος του εἶχε ἀλλαξοπιστήσει,
μὰ ὁμολόγησε Χριστοῦ καὶ εἶχε μαρτυρήσει.

Ὁ Ἰωάννης ἐχάρηκε ποὺ σώθηκε ἡ ψυχή του,
στὸ Βουκουρέστι ἐκάθησε πολὺ καιρὸν μαζί του.

Κατόπιν ὅμως σκέφτηκε ψυχῆς του τὴ ζημία,
στοὺς τούρκους ὑποσχέθηκε θ᾿ ἀρνιόταν τὴ θρησκεία.

Ὅταν τὸ σκέφτηκε καλὰ ποὺ τὄειχε λησμονήσει,
ἐθέλησε γιὰ τὸν Χριστὸν κι αὐτὸς νὰ μαρτυρήσῃ.

Στὸ Ἅγιον Ὄρος κάθησε ὁποὺ ἦσαν καλογῆροι,
καὶ ἔγινε τότε μοναχὸς ἐκεῖ στὸ μοναστήρι.

Ἰγνάτιον ὀνόμασε τότε τὸ ὄνομά του,
καὶ ἐξομολογήθηκε, εἶπε ἁμάρτημά του.

Καί τώρα ἀπεφάσισε νὰ πάῃ νὰ μαρτυρήσῃ,
καὶ εἰς τὸν τοῦρκο τὸν πασᾶ Χριστὸν νὰ ὁμολογήσῃ.

Ἄδεια παίρνει ὁ Ἰγνάτιος ἀπὸ τὸν γέροντά του,
καὶ μοναχὸν Γρηγόριον τοῦ ἔδωσε συντροφιά του.

Τήν Παναγία προσκυνοῦν εἰς τὴν μονὴ Ἰβήρων,
καὶ εἰς τῆς Λαύρας τὴν μονὴ ἔκαναν ἕνα γύρο.

Γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολι ἔφευγε ἕνα πλοῖο
Ἰγνάτιος, Γρηγόριος ταξίδευαν κι δύο.

Τοὺς ὑπεδέχθη χριστιανὸς ποὺ εὑρέθηκε ἐμπρός τους
καὶ τοὺς ἐφιλοξένησε στὸ ἐργοστάσιό του.

Μετέλαβε στὴν ἐκκλησιὰ ἁγία Κοινωνία,
καὶ τότε ἐξεκίνησε νὰ δώσῃ μαρτυρία.

Ἐγδύθηκε τὰ ράσα του, τούρκικα ἐφοροῦσε,
μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ πασᾶ ἐτότε θὰ πετοῦσε.

Πῆγε μπροστὰ εἰς τὸν κριτή, τοῦ εἶπε τὴν αἰτία,
ὅτι ἀρνήθη τὸν Χριστὸν μικρὸς στὴν ἡλικία.

Ἔβγαλε τὸ σαρίκι του, ποὺ εἶχε στὸ κεφάλι,
μέσα στὰ πόδια τοῦ κριτοῦ τὸ πέταξε καὶ πάλι.

Παίρνω τὸν λόγο πίσω μου, Χριστὸν δὲν τὸν ἀρνιέμαι,
μὲ πίεσαν ποὔμουν παιδί, τὴν ὥρα καταριέμαι.

Δὲν ἠμποροῦσε ὁ κριτὴς Ἰγνάτιο νὰ πείσῃ,
ἐθύμωσε ὁ κατάδικος Μωάμεθ εἶχε βρίσει.

Ἐδῶ θέλω θυσιασθῶ ἐγὼ γιὰ τὸν Χριστόν μου,
διὰ νὰ ζῶ αἰώνια μαζί μὲ τὸν Θεόν μου.

Τὸν ἔβαλαν στὴν φυλακὴ μὲ βάσανα μεγάλα,
κατόπιν τὸν ὁδήγησαν σ᾿ ἀγχόνης τὴν κρεμάλα.

Δὲν δείλιαζε ὁ Ἰγνάτιος καμιὰ δοκιμασία
καὶ τοῦ Μωάμεθ ἔβριζε τὴν ψεύτικη θρησκεία.

Βγάζει ἀπόφασι ὁ κριτὴς Ἰγνάτιον νὰ κρεμάσῃ,
ἀφοῦ βρίζει θρησκεία του, δὲν θέλει θυσιάσῃ.

Πολὺ ψηλὰ τοῦ κρέμασαν σχοινὶ εἰς τὸν λαιμόν του
κι ἐτέλειωσεν ὁ Ἅγιος φρικτὸν μαρτύριόν του.

Ἡμέρα μαρτυρίου του, ὀγδόη Ὀκτωβρίου,
κι ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ ἁγίου.

Γρηγόριος σὰν τὸ ἔμαθε ποὺ ἦταν συνοδίτης,
τὸν προσκυνοῦσε μὲ χαρὰ τότε ὁ ἁγιορείτης.

Δίνει λεφτὰ στοὺς φύλακες καὶ παίρνει λείψανό του,
τὸν ἅγιο ἐσήκωσε στὸν ὦμο τὸν δικό του.

Ἐπῆρε καὶ τὸ λείψανο ὁσίου Εὐθυμίου,
τὰ ἔθαψε σὲ ἐκκλησιὰ τοῦ Ὄρους τοῦ Ἁγίου.

Ἰγνάτιε κι Εὐθύμιε κάνετε ἱκεσία
νὰ βροῦν ἀπὸ τὸν Θεὸν δική του Βασιλεία.