Ἅγιος Ἱερομάρτυς Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός

24 Αὐγούστου

Κοσμᾶς ὁ Ἰσαπόστολος εἰς τὴν διδασκαλία,
τὸ Μέγα Δέντρο ἦν πατρὶς ποὖναι στὴν Αἰτωλία.

Ἔμαθε πρῶτα γράμματα ἀπ᾿ τὸν διδάσκαλό του,
καὶ τοῦ Θεοῦ τὴ φώτισι εἶχε εἰς τὸ μυαλό του.

Λίγο σὰν ἐμεγάλωσε, σὲ ἕνα πλοῖο ἐμπῆκε,
στ᾿ Ἁγίου Ὄρους τὴ σχολὴ Ἀθωνιάδα βγῆκε.

Καὶ ὅταν ἀπεφοίτησε, πῆρε τὸ δίπλωμά του,
ποὺ ἦταν πάντα ἄριστος εἰς τὰ μαθήματά του.

Κατόπιν ἐξεκίνησε καὶ σὲ μονὴ πηγαίνει,
στοῦ Φιλοθέου μὲ σκοπὸ καλόγερος νὰ γένῃ.

Γίνεται πρῶτα μοναχός, κατόπιν ἱερέας,
μὲ ἀδελφό του Χρύσανθο ἐκάνανε παρέα.

Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολι ἦταν ὁ ἀδελφός του,
διδάσκαλος καὶ ρήτορας, διδάχθηκε ἐμπρός του.

Τοῦ Πατριάρχου ἄδεια παίρνει σὲ μιὰ φυλλάδα,
καὶ τότε περιόδευσε τὴν Στερεὰ Ἑλλάδα.

Ἤπειρο, Δωδεκάνησα καὶ τὴν Μακεδονία,
ἐπῆγε στὰ Ἑπτάνησα καὶ στὴν Κεφαλληνία.

Ἔκανε δύο θαύματα εἰς τὴν Κεφαλληνία,
γιάτρεψε χέρι ἄῤῥωστου ποὖχε παραλυσία.

Καὶ ἄλλος ἦν παράλυτος, κατάκοιτος στὴν κλίνη,
τὸ κήρυγμά του ἄκουσε καὶ ὑγιὴς ἐγίνη.

Ἐκεῖ ἐζήτησε νερό, ἤτανε καλοκαίρι,
τοῦ ἔδωσαν οἱ ἄνθρωποι, ἦταν λασπονέρι.

Προσεύχεται ὁ Ἅγιος καὶ κάνει τὸν σταυρό του
καὶ ἀπὸ λάσπη καθαρό, εὐθὺς βγαίνει ἐμπρός του.

Ὅπου περνοῦσε ὁ ἅγιος κι ἔκανε ὁμιλία,
συμβούλευε τοὺς χριστιανοὺς καὶ ἔκτιζαν σχολεῖα.

Ἀφιερώσεις εἴχανε τέσσερες χιλιάδες,
οἱ κολυμβῆθρες στοὺς ναούς, νὰ ἔχουν οἱ παπᾶδες.

Ἐβάπτιζαν μικρὰ παιδιὰ τότε στὴν ἡλικία,
καὶ ἄλλους ὅσοι πίστευαν εἰς τοῦ Χριστοῦ θρησκεία.

Εἰς τὶς γυναῖκες ἔδωσε μιὰ ὁδηγία πάλι,
μανδήλια νὰ φορέσουνε ἐπάνω στὸ κεφάλι.

Εἶχε πενήντα ἱερεῖς ποὺ τὸν ἀκολουθοῦνε,
ἤθελαν πλῆθος χριστιανῶν νὰ ἐξομολογηθοῦνε.

Τοὺς εἶπε νὰ νηστεύουνε, νὰ κάνουν ἀγρυπνία,
ἔκανε καὶ εὐχέλαιο κι ἔπαιρναν εὐλογία.

Καὶ τὶς γυναῖκες ἤλεγχε ποὺ ἤθελαν στολίδια,
καὶ ἐργασία Κυριακῆς εἶχε τὴν γνώμη ἴδια.

Μία γυναίκα εὐσεβὴς σὲ γυάλινο δοχεῖο
ποὺ ἐνίφτηκεν ὁ Ἅγιος, ἔγινε θαῦμα θεῖο.

Μέσ᾿ στὸ δοχεῖο φύτρωσε χορτάρι μὲ δυὸ φύλλα,
ἄῤῥωστοι ἔπιναν νερὸ κι ἔβρισκαν θεραπεία.

Σκαμνὶ τοῦ δώρισε ὁ πασᾶς τὸ κύρηγμα νὰ κάνῃ,
τὸν τόπο ἐκυβερνούσανε αὐτοὶ οἱ μουσουλμάνοι.

Στοὺς τούρκους τὸν ἐπρόδωσαν ἐτότε οἱ ἑβραῖοι,
πὼς κάνει ἐπανάστασι κι ὅτι ἐκεῖνος φταίει.

Ἐκάνανε οἱ χριστιανοὶ τὴν Κυριακὴ παζάρια,
τοὺς μίλαγε ὁ Ἅγιος σὲ κήρυγμα τὰ βράδια.

Παζάρια νὰ μεταφερθοῦν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου,
καὶ σὲ ἑβραίους ἔμπορους μὴν δίνουν χρήματά τους.

Τότε οἱ ἑβραῖοι ἐθύμωσαν, εἴχανε λύσα τόση,
δίναν λεφτὰ εἰς τὸν πασᾶ γιὰ νὰ τὸν θανατώσῃ.

Οἱ τοῦρκοι τὸν συνέλαβαν στὸ ὑποζύγιό τους,
ὅτι τὸν πᾶνε στὸν πασᾶ νὰ εἶχαν τὸν σκοπό τους.

Δυὸ ὧρες ὅταν βάδιζαν εἶπαν ἀπόφασί τους,
νὰ ἐκτελέσουν ἅγιον ποὺ ἤτανε μαζί τους.

Ὁ Ἅγιος τὸ ἄκουσε, τὴν προσευχή του κάνει,
εὐχαριστοῦσε τὸν Θεόν, τότε πρῶτος νὰ πεθάνῃ.

Εὐλόγησε σταυροειδῶς ὁρίζοντος σημεῖα,
κι ὅλους τοὺς χριστιανοὺς ἔδωσε εὐλογία.

Ὅταν τελείωσαν ὅλα αὐτά, κλίνει τὰ γόνατά του,
μὲ σταυρωμένα χέρια του ἦταν τὰ ὕστερά του.

Νὰ τὸν ἐδέσουν θέλησαν οἱ τοῦρκοι οἱ βαρβάροι,
ὁ Ἅγιος δὲν θέλησε, τοῦ ἔκαναν τὴ χάρι.

Ἀγχόνη τότε τοῦ ἔβαλαν, τὴν ἔσφιξαν λιγάκι,
κι ὁ Ἅγιος κρεμότανε στὸν γάντζο σὰν ἀρνάκι.

Ἑξήντα πέντε ἦν χρονῶν τότε στὴν ἡλικία,
καὶ Αὐγούστου εἴκοσι τέσσερες ἡ ἡμερομηνία.

Ἀνῆλθε εἰς τὸν οὐρανὸ μαρτυρικὰ ἡ ψυχή του,
τὸν κρέμασαν οἱ ἄπιστοι, βαρεῖα ἡ ποινή του.

Τὸ ἱερό του λείψανο δεμένο μὲ μιὰ πέτρα,
μέσ᾿ στὸ ποτάμι τὄριξαν, σὲ πέντε δέκα μέτρα.

Μετὰ τρεῖς μέρες θάφθηκε ναοῦ τῆς Παναγίας,
ὁ παπᾶ Μάρκος ἔψαλλε τροπάρια κηδείας.

Ὁ Κοὺρτ πασᾶς μετανοεῖ διὰ τὸ ἔγκλημά του,
ὅμως ἦταν πολύ ἀργά, ποὺ ἦρθε στὰ μυαλά του.

Ἕνας ἐκ τῶν δημίων τοῦ Ἁγίου ἐνεφανίσθη,
φόρεσε τὸ κουκούλιόν του κι εὐθὺς ἐδαιμονίσθη.

Ὁ δήμιος τρέχει γυμνός, ἔκανε ὁμιλία,
θανάτωσε τὸν Ἅγιον καὶ ἦταν ἀδικία.

Ὁ Ἀλῆ πασᾶς στὰ Γιάννενα τοῦ ἔκτισε ἐκκλησία,
γιατὶ τοῦ ἐπροφήτευσε πρὸ τριακονταετία.

Γιὰ ἀεροπλάνα ὁ Ἅγιος ἔκανε προφητεία,
ὡσὰν πουλιὰ πὼς θὰ πετοῦν εἰς τὴν ἐπικρατεία.

Τηλέφωνα προεφήτευσε, πῶς μιὰ κλωστὴ θὰ δέσῃ
κι ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα ἀμέσως θὰ συνδέσῃ.

Καὶ γιὰ τὰ αὐτοκίνητα ἔλεγε κι ὅταν βρέχει
θὰ δεῖς τὸ αὐτοκίνητο σὰν τὸν λαγὸ νὰ τρέχει.

Θεόπνευστα κηρύγματα καὶ θεία ὁμιλία,
νὰ κτίζουν ἔλεγε ἐκκλησιὲς ἀκόμα καὶ σχολεῖα.

Γιατὶ ἐκεῖ θὰ μάθουνε γιὰ πίστι καὶ πατρίδα,
ὅλα τὰ ἑλληνόπουλα μὲ θέρμη καὶ ἐλπίδα.

Ἅγιε ἰσαπόστολε, Κοσμᾶ τῆς Αἰτωλίας,
προσεύχου πάντα στὸν Θεὸν νὰ βροῦμε σωτηρία.

Ἐσὺ διὰ τὴν πίστι μας θυσιάστης τὴν ἁγία,
ὁ θάνατός σου ἔγινε γιὰ ἐμᾶς ἐλευθερία.