Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀπόστολος ἐκ Πηλίου

16 Αὐγούστου

Ὁ ἅγιος γεννήθηκε σ᾿ ἕνα χωριὸ τοῦ Βόλου,
γονεῖς του ἤτανε φτωχοὶ μὲ κτήματα καθόλου.

Μέλπω μάνας του τ᾿ ὄνομα καὶ Κώστας ὁ πατέρας
δουλεύανε κι οἱ δυὸ σκληρὰ γιὰ τὸ ψωμὶ τῆς μέρας.

Ἦσαν θεοφοβούμενοι κι οἱ δύο οἱ γονεῖς του
καὶ τὄειχε σὰν κληρονομιὰ ὁ ἅγιος στὴν ζωή του.

Ὀρφάνεψε ὅμως μικρός, στὰ δεκαπέντε χρόνια,
ἐφύγανε κι οἱ γονεῖς στὸν ἅπαντα αἰώνια.

Πῆγε Κωνσταντινούπολι σὲ ἕνα ταβερνιάρη,
ζήτησε τὸν Ἀπόστολο ὑπάλληλο νὰ πάρῃ.

Τέσσερα χρόνια κάθησε μὲ τὸ ἀφεντικό του,
ἐπήγαινε στὴν ἐκκλησιά, εἶχε πνευματικό του.

Βρῆκε βιβλία τοῦ Χριστοῦ καὶ βίους τῶν ἁγίων,
κι ἐδιάβαζε κι ἐθαύμαζε τὸν ἰδικό τους βίο.

Ἦταν ἁγνὸς καὶ ἠθικός, γενναῖο παλληκάρι,
τότε δέκα ἐννιὰ ἐτῶν μὲ τοῦ Θεοῦ τὴν χάρι.

Ὅμως ἡ τότε ἐποχὴ ἦταν τουρκοκρατία
καὶ μὲ πολύ φανατισμὸ μισοῦν Ὀρθοδοξία.

Ὁ Ἀπόστολος ἐφρόντισε ἀναφορὰ νὰ κάνῃ,
καὶ τὴν ἐπῆγε στὸν πασᾶ, κανεὶς νὰ μὴν πεθάνῃ.

Μόλις τὸν εἶδε ὁ Γιουσούφ, ἀμέσως διατάσσει
στὸν Βοεβόδα νὰ βρεθῇ δοῦλος του πρὶν βραδυάσῃ.

Τότε αὐτὸς τὸν ἅρπαξε, στὴν φυλακὴ τὸν βάζει,
φόρο ἀπ᾿ τὸν Ἀπόστολο ἀμέσως διατάζει.

Τότε τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος πῶς χρήματα δὲν ἔχει,
μόνο ἕνα σπίτι στὸ χωριὸ καὶ μιὰ μουριὰ κατέχει.

Τὸ σπίτι ἂν θέλεις πούλησε καὶ τὰ λεφτὰ νὰ πάρῃς,
ἄλλο δὲν ἔχω τίποτα, σοῦ κάνω αὐτὴ τὴν χάρι.

Ὁ Βοεβόδας χάρηκε ποὺ τοῦ ᾿κανε τὴν χάρι,
τὸ σπίτι θὰ τὸ πούλαγε, ἀργύρια νὰ πάρῃ.

Ὁ Βοεβόδας θέλησε νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ,
μὰ ἕνας μαῦρος στὴν ψυχὴ πῆγε νὰ τὸν προδώσῃ.

Τοῦ λέγει· στὸν Ἀπόστολο ἂν δώσῃ ἐλευθερία,
θὰ τὸν προδώσῃ στὶς Ἀρχὲς νὰ ἔχῃ τιμωρία.

Ἀμέσως ἄλλαξε μυαλὰ κι ἀμέσως διατάζει,
νὰ δείρουνε τὸν ἅγιο, τοὺς δούλους του προστάζει.

Κανόνα καθημερινὸ αὐτός τοὺς εἶχε κάνει,
ὁσότου ὁ Ἀπόστολος μὲ βάσανα πεθάνῃ.

Τὰ πόδια του μὲ σίδερα τὰ δυὸ τὰ εἶχαν δέσει,
τὸν ἔδερναν ἀλύπητα νὰ φύγῃ ἀπ᾿ τὴ μέση.

Ὁ Βοεβόδας τὸν κτυπᾶ μ᾿ ἕνα σφυρὶ στὴν πλάτη
κι ὁ Ἅγιος στὸν πόνο του τὸν ἐρωτοῦσε κάτι.

Γιατί μὲ δέρνεις τύραννε, εἶμαι καλλίτερός σου,
καὶ ἀπὸ τὰ τσιράκια σου ποὺ βρίσκονται ἐμπρός σου.

Ἄ, εἶσαι μωαμεθανός, τοῦ λέγει ὁ Βοεβόδας,
στ᾿ αὐτιά του τότε ὁ Ἅγιος σὰν κτύπησε μιὰ βόμβα.

Πῶς εἶν᾿ μεγάλος τοῦ ἔλεγε ποὺ ἦν στὴν ὀρθοδοξία,
κι αὐτοὶ πιστεύουν ψεύτικα μωαμεθανῶν θρησκεία.

Οἱ τοῦρκοι λένε ψέματα πῶς εἶπε νά τουρκέψῃ,
ἐπιμένουν στὸν Ἅγιο αὐτὸς νὰ τὸ πιστέψῃ.

Ὁ Βοεβόδας θέλησε περιτομὴ νὰ κάνῃ,
ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε ἤθελε νὰ πεθάνῃ.

Ἀπόστολος κι ὁ τύραννος εἶχαν λογομαχία,
τὸν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ δεύτερη τιμωρία.

Τὸν ἔφτυσαν, τὸν χτύπαγαν ὅσοι ἤσανε κοντά του,
ὁ Ἅγιος δὲν ἀρνιότανε τὴν πίστι τὴν δικιά του.

Τὸν βγάλαν ἀπ᾿ τὴν φυλακή, στοὺς ἄρχοντες τὸν πᾶνε,
καὶ ὅλοι σὰν τὶς μέλισσες πέσανε νὰ τὸν φᾶνε.

Ὅλοι τους εἶπαν ψέματα πῶς εἶπε νά τουρκέψῃ,
ἔκανε τὸν ἅγιον κι αὐτὸν νὰ τὸ πιστέψῃ.

Ὁ ἅγιος βρισκότανε σ᾿ ἀνήμερα θηρία,
ἦταν πολύ ἀτάραχος καὶ εἶχε ἀφοβία.

Τοῦ τάζανε οἱ ἄρχοντες πλούτη καὶ μεγαλεῖα,
καὶ νὰ γυρίσῃ μὲ αὐτοὺς Μωάμεθ στὴ θρησκεία.

Τοῦτο, τοὺς λέγει ὁ ἅγιος, μὴν χάνετε καιρό σας,
ἐγὼ θὰ εἶμαι πρόθυμος στὸν ἄγριο σκοπό σας.

Θέλετε νὰ μὲ κάψετε, ξύλα ἐγὼ θὰ φέρω,
καὶ θὰ ἀνάψω τὴ φωτιά, ἐκεῖ νὰ ὑποφέρω.

Νὰ μὲ ἀπαγχονίσετε κι αὐτὸ θὰ τὸ βαστήξω,
καὶ τὸ σχοινὶ εἰς τὸν λαιμὸ ἐγὼ θὰ τὸ τραβήξω.

Νὰ μὲ ἀποκεφαλίσετε, ἐγὼ τὸ γιαταγάνι
θὰ τ᾿ ἀκονίσω νὰ κοπῇ κεφάλι μάνι-μάνι.

Εἶχε τὴν πίστι δυνατή, τὸ σθένος, τὴν ἀνδρεία,
ἦν παλληκάρι τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν Ὀρθοδοξία.

Μάταια ὅλοι προσπαθοῦν τοῦρκο νὰ τὸν γυρίσουν,
τὸν ἅγιον δικάσανε, νὰ ἀποκεφαλίσουν.

Τὸν ἔριξαν στὴν φυλακή, ἐδέρναν τὸ κορμί του,
καὶ ὅλη νύκτα ἔκανε ἐκεῖ τὴν προσευχή του.

Τὸν βγάζουν ἀπ᾿ τὴν φυλακή, τὸν βάλανε νὰ τρέχῃ,
γιὰ νὰ ἀποκεφαλισθῇ, νὰ φύγῃ ἀπ᾿ τὴν μέση.

Χαρούμενος ὁ ἅγιος τότε ἀκολουθοῦσε,
σὰν νὰ γινότανε χαρὰ ἐκεῖ καὶ θὰ γλεντοῦσε.

Διέταξαν τὸν Δήμιο νὰ ἀποκεφαλίσῃ
Ἀπόστολο τὸν ἅγιον, δὲν ἤθελαν νὰ ζήσῃ.

Καὶ τρεῖς φορὲς μὲ τὸ σπαθὶ λίγο εἶχε κτυπήσει,
θελήσανε ὁ ἅγιος σκληρὰ νὰ μαρτυρήσῃ.

Τὸν ἔπιασε ἀπ᾿ τὰ μαλλιὰ καὶ σὰν ἀρνὶ τὸν σφάζει,
καὶ ἡ ἁγία του ψυχὴ τὰ ὕψη ἀνεβάζει.

Καθήσανε οἱ τύραννοι γιὰ νὰ ξεκουραστοῦνε,
ἀστέρι ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ ἦρθε ἐκεῖ νὰ δοῦνε.

Σχημάτισε ἕνα σταυρὸ τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου,
καὶ ἄγγελοι περικύκλωσαν σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου.

Τὸ λείψανο οἱ ἄγριοι τὄβγαλαν ἀπ᾿ τὸν τόπο,
τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα στοῦ Κερατίου Κόλπο.

Τὸ σῶμα δὲν βυθίστηκε, στὰ κύματα ἦν καὶ πλέει,
ὡσάν τοῦ Νῶε Κιβωτὸς μέσ᾿ στὸ γυαλὸ παλεύει.

Οἱ ἄπιστοι ἐκράτησαν μόνο ἁγίου κάρα,
τὰ θαύματα ποὺ εἴδανε τοὺς ἔπιασε τρομάρα.

Μαρτύρησεν ὁ ἅγιος Αὐγούστου δέκα ἕξι,
ζωή του δίνει στὸν Χριστόν, δίχως νὰ βγάλῃ λέξι.

Ὦ Ἅγιε Ἀπόστολε, γενναῖο παλληκάρι
στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶσαι λαμπρὸ καμάρι.