Ἅγιος Μύρων Κνωσσοῦ

8 Αὐγούστου

Στὴν Κρήτη ἐγεννήθηκε τὸ ἔτος τετρακόσια
ἀπὸ ἐνάρετους γονεῖς καὶ εὐσεβεῖς στὴ γλώσσα.

Μεγάλωσε χριστιανικά μὲ τὴν ὑπακοή του
καὶ πάντα ἐσεβότανε ὁ Μύρων τοὺς γονεῖς του.

Ὅταν ἡλικιώθηκε, νυμφεύτηκε μιά κόρη
ἦταν κι ἐκείνη εὐσεβής, δὲν τὸν ἐστεναχώρει.

Ὅμως ἀπέθανε νωρὶς τοῦ Μύρωνα ἡ γυναίκα
καὶ βίον Ἰησοῦ Χριστοῦ κατόπιν ἐμελέτα.

Ἔκανε καὶ γεωργικὴ ἐτότε ἐργασία
ποὺ ὁ Θεός στὸν ἄνθρωπον ἔδωσε ὁδηγία.

Ἀπό τὴν ἐργασία του κάνει ἐλεημοσύνη,
τὸ μεγαλύτερο ποσὸν εἰς τοὺς πτωχοὺς τὸ δίνει.

Εἶχε εἰς τὸ ἁλώνι του ἕνα σωρό σιτάρι,
τὴν ἄλλη ἡμέρα σπίτι του σκόπευε νὰ τὸ πάρῃ.

Οἱ κλέφτες τότε ἐνόμιζαν ὅτι ἀπουσιάζει,
τὸ ἔβαλαν μέσ᾿ στὰ σακιά, καὶ τὸ ἁλώνι ἀδειάζει.

Ὁ Μύρων ἤτανε ἐκεῖ, ἔκανε πῶς κοιμᾶται,
τοὺς κλέφτες ἔνοιωσε ἐκεῖ, κακὸ δὲν συλλογᾶται.

Οἱ κλέφτες ὅταν ἔφυγαν, ἄφησαν ἕναν μόνο
ποὺ δὲν δενόταν τὸ σακί, νὰ βάλῃ εἰς τὸν ὦμο.

Σηκώθηκεν ὁ Ἅγιος γιὰ νὰ τὸν βοηθήσῃ,
καὶ τοὺς εὐχήθηκε «ὁ Θεός νὰ τοὺς τὸ συγχωρήσῃ».

Στὸν κλέφτη ἐπαράγγειλε μὴν πῇ ὅ,τι συνέβη,
ὁ κλέφτης καταπλήκτηκε κι ἀπ᾿ τὸ ἁλώνι φεύγει.

Ἐμοίρασε εἰς τοὺς πτωχοὺς τοῦ ἀμπελιοῦ σταφύλια,
ἡ μάνα του τὸν μάλωσε μὲ τὰ δικά της χείλια.

Τότε τῆς λέγει ὁ Ἅγιος· ἔχει ὁ Θεός, μητέρα,
βαρέλια νὰ γεμίσουνε τὴν σήμερον ἡμέρα.

Λίγα σταφύλια ἔμειναν στ᾿ ἀμπέλι τὸ δικό του,
στό πατητήρι τἄφερε, εἰς τὸ ἀρχοντικό του.

Ἀμέσως τότε ἄρχισεν ὁ μοῦστος γιὰ νὰ τρέχῃ,
καὶ τὰ βαρέλια γέμισαν ποὺ ἤτανε παρέκει.

Κατάπληκτη ἡ γερόντισσα ἔμεινε ἐν τῷ ἅμα,
σὰν εἶδε μὲ τὰ μάτια της, τοῦ μούστου αὐτοῦ τὸ θαῦμα.

Ὁ Μύρων εἶχε ἀρετὲς πολλὲς καὶ ἔτσι διεκρίθη,
οἱ πρόκριτοι τὸν ψήφισαν ἐπίσκοπο στὴν Κρήτη.

Ἐχήρεψε ἔξαφνα τοῦ ἐπισκόπου θρόνος,
παρά τὶς ἀντιῤῥήσεις του ἔγινε κληρονόμος.

Ἐτρέχανε οἱ χριστιανοὶ ὅλοι στὴν ἐκκλησία,
νὰ ἀκούσουνε κηρύγματα οὐράνια καὶ θεῖα.

Χωριὰ ἐπεριόδευε, φτάνει σ᾿ ἕνα ποτάμι,
πλημμυρισμένο ἤτανε σκέφτηκε τί νὰ κάνῃ.

Σταύρωσε μὲ τὴν ράβδο του ὁ Μύρων τὸ ποτάμι,
καὶ τὰ νερά σὲ δυὸ μεριὲς ἐσταματῆσαν πάλι.

Δρόμος τότε ἀνοίχθηκε ὅπως στὴν Ἐρυθραία,
ἐπέρασε ὁ Μύρωνας καὶ ὅλη ἡ παρέα.

Ἀκίνητα ἦσαν τὰ νερά, κτυπᾶ μὲ τὸ ραβδί του,
καὶ τὸ ποτάμι ἔτρεξε μ᾿ ὅλη τὴν δύναμί του.

Σ᾿ ἕνα χωριὸ βρισκότανε ἕνα ἄγριο θηρίο,
ἐκατοικοῦσε σὲ σπηλιὰ γιὰ τὴ βροχὴ καὶ κρύο.

Ζῶα κι ἀνθρώπους ἔτρωγε, αὐτή ἦταν ἡ τροφή του,
οἱ ἄνθρωποι ἐτρόμαζαν γιὰ τὴν συνάντησί του.

Τό εἴπανε στὸν Ἅγιο ποὺ ἔκανε Λειτουργία,
καὶ δίνει εἰς τὸν διάκο του ἀμέσως ὁδηγία.

Τοῦ ἔδωσε τὴν ράβδο του στό ὄνομα Κυρίου
καὶ νὰ σταθῇ στὴν θέση του τὸ σῶμα τοῦ θηρίου.

Ὁ διάκος μὲ τὴ ράβδο του ἄγγιξε τὸ θηρίο,
ἀμέσως ἔμεινε νεκρό· ἤτανε θαῦμα θεῖο.

Ἐγέρασε ὁ Ἅγιος· στά ἑκατό του χρόνια
φεύγει ἡ ἁγία του ψυχή, πάει νὰ ζῇ αἰώνια.

Ὀκτὼ Αὐγούστου ἤτανε ἡ ἡμερομηνία
καὶ τὸν τιμᾶ κάθε χρονιὰ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία.

Τό ἱερό του λείψανο θάφτηκε στό χωριό του,
καὶ τὸ χωριὸ τ᾿ ὀνόμασαν στ᾿ ὄνομα τὸ δικό του.

Τὸ λένε Ἅγιο Μύρωνα καὶ βρίσκεται στὴν Κρήτη,
ἐκεῖ ποὺ ἐγεννήθηκε ἦν τοῦ ἁγίου σπίτι.

Εἶναι πολλά τὰ θαύματα Μύρωνος τοῦ ἁγίου,
ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ ἐγίνηκε στό μέρος Ἡρακλείου.

Τότε ποὺ ἔγινε αὐτό, ἦταν τουρκοκρατία,
συνέλαβαν τοὺς χριστιανοὺς ἐτότε μὲ τὴ βία.

Οἱ χριστιανοὶ αἰχμάλωτοι στὴν λύπη τους τὴν τόση
παρακαλοῦν τὸν Ἅγιον νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ.

Οἱ τοῦρκοι εἴχανε φρουρούς, τοὺς εἴχανε δεμένους,
νὰ φύγουν δὲν μπορούσανε, τοὺς εἴχανε κλεισμένους.

Τήν νύκτα ἐγίνηκε σεισμός, μὰ καὶ βροντὲς ἀκόμη,
οἱ τοῦρκοι ὅλοι ἐτρόμαξαν καὶ φύγανε οἱ δρόμοι.

Ὁ Ἅγιος ἐλευθέρωσε ἀνθρώπους ποὖσαν σκλάβοι,
οἱ τοῦρκοι οἱ ἀγαρηνοὶ τοὺς εἴχανε συλλάβει.

Ἤτανε στό Ἡράκλειο μιὰ δαιμονισμένη,
τὴν κάνει ὁ Ἅγιος καλὰ κι εἶναι θεραπευμένη.

Καὶ τοῦρκο ἔκανε καλά, τυφλὸς ἦταν στά μάτια,
ἔγινε θαῦμα στό ναό, ποὺ εἶχε σκαλοπάτια.

Γίνανε ἄῤῥωστοι καλά, ποὺ πᾶνε στὸν ναό του,
κι ἀσπάζονται μὲ σεβασμὸ τὸ ἅγιο λείψανό του.

Ἄῤῥωστοι γίνονται καλὰ μὲ τὸ ἁγίασμά του
πᾶνε ἐκεῖ καὶ προσκυνοῦν, βρίσκουν βοήθειά του.

Ἐπῆγαν ἱερόσυλοι στὸν τάφο τοῦ ἁγίου
νὰ πάρουν ἅγια λείψανα γιὰ χρῆσι ἐμπορίου.

Ἄρχισαν φοβερὲς βροντές, μαζὶ κι ἀστροπελέκια,
ἔφυγαν οἱ ἱερόσυλοι σὰν νἄπεφταν τουφέκια.

Ὁ ἕνας εἰς τὸ σπίτι του παθαίνει αἱμοῤῥαγία,
τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωὶ τοῦ κάμαν τὴν κηδεία.

Ὁ ἄλλος ἐτρελλάθηκε· τότε κι αὐτὸς πεθαίνει
κι οἱ δυὸ ἀπὸ τὸν ἅγιο ἦσαν τιμωρημένοι.

Κι ἄλλος στὸν τάφο ἔτρεξε γιὰ ἱεροσυλία,
ἀπόμεινε κι αὐτὸς νεκρὸς μ᾿ ἁγίου τιμωρία.

Ἁγίασμα συνέχεια ἔτρεχε στὸν τάφο τοῦ ἁγίου,
τρέχει σὰν γάργαρο νερὸ τοῦ Μύρωνος τοῦ θείου.

Σάν κρίνος μέσα στό μπαξὲ μυρίζει τὸ ὄνομά του,
ὅλο τὸν κόσμο γιάτρευε ποὺ πήγαινε κοντά του.

Ἅγιε Μῦρον θαυμαστέ, κάνε τὴν προσευχή σου,
θεία εὐωδία νἄχωμε, μαζὶ καὶ τὴν εὐχή σου.