Ἁγία Μεγαλομάρτυς Χριστίνα

24 Ἰουλίου

Φρικτὰ ἦν τὰ μαρτύρια ποὺ ἔπαθε ἡ Ἁγία,
φέρει Χριστοῦ τὸ ὄνομα εἰς τὴν Ὀρθοδοξία.

Τὸν βίον της μὲ προσοχὴ ὅποιος τόνε διαβάσῃ,
ἀμέσως θὰ κατανυχθῇ κι ἀπὸ καρδιᾶς θὰ κλάψῃ.

Στὴν πόλι ἐγεννήθηκε ποὺ εἶναι εἰς τὴν Συρία·
εἰδωλολάτρες οἱ γονεῖς ποὺ εἶχαν τὴν Ἁγία.

Σεβῆρος ἦταν βασιλιὰς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη,
εἰδωλολάτρης καὶ σκληρὸς εἰς τὴν χριστιανοσύνη.

Βλέποντας ὁ πατέρας της ὑπέροχη ὀμορφιά της,
σὲ πύργο τὴν κατοίκησε μὲ δοῦλες συντροφιά της.

Μαζὶ μὲ ὑπηρέτριες νὰ τὴν ὑπηρετοῦνε,
ἔβαλε ὁ πατέρας της εἴδωλα νὰ τιμοῦνε.

Μὰ ὁ Χριστός μας ἀγαθός, τῆς δίνει ἐξυπνάδα,
χάρι Ἁγίου Πνεύματος φώτισε τὴν ἀμνάδα.

Ἔβλεπε γῆ καὶ θάλασσα Θεοῦ δημιουργία,
κι ὁ νοῦς της ἐφωτίστηκε μὲ τοῦ Θεοῦ Σοφία.

Στὸν πύργο πῆγαν οἱ γονεῖς νὰ τὴν ἐπισκεφτοῦνε,
νὰ προσκυνήσῃ εἴδωλα τήνε παρακαλοῦνε.

Χριστίνα δὲν τοὺς ἄκουσε ἐτότε τοὺς γονεῖς της,
καὶ τότε ὁ πατέρας της ἐθύμωσε μαζί της.

Σκεπτότανε τὴν κόρη του νὰ βάλῃ τιμωρία,
ἤτανε νευρικὸς πολὺ σὰν τ᾿ ἄγρια θηρία.

Ἡ μάνα της λυπήθηκε σ᾿αὐτὴ τὴ φασαρία,
καὶ ὁδηγεῖ τὴν κόρη της στὴν εἰδωλολατρία.

Τότε ἡ Χριστίνα ἀπαντᾶ στὴν σαρκικὴ μητέρα·
πῶς στὸ σκοτάδι ὁδηγεῖ μάνα τὴν θυγατέρα;

Δὲν προσκυνῶ τὰ εἴδωλα, εἶν᾿ ἄψυχα ἐκεῖνα·
πιστεύω Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ λέγομαι Χριστίνα.

Πατέρας της μὲ τὸ καλὸ θέλει νὰ τῆς μιλήσῃ,
τὰ εἴδωλα τὰ ψεύτικα θεοὺς νὰ προσκυνήσῃ.

Παιδί σου μὴ μὲ ξαναπῇς, τοῦ λέγει τοῦ πατέρα,
εἶμαι ἀληθινοῦ Θεοῦ, Χριστοῦ μου θυγατέρα.

Τριὰς Ἁγία προσκυνῶ, μίαν εἰς τὴν οὐσία,
ἔκανε οὐρανὸ καὶ γῆ κι ὅλη δημιουργία.

Δῶρα ἀμίαντα ζητᾶ πατέρας νὰ τῆς φέρῃ,
καὶ στὸν Ἀληθινὸ Θεὸ θυσία νὰ προσφέρῃ.

Ὁ Οὐρβανὸς πατέρας της δὲν εἶχε καταλάβει,
τὰ δῶρα ποὺ τοῦ ζήτησε ἡ κόρη εἶχε λάβει.

Τοῦ ζήτησε καὶ ἔστειλε ἀμόλυντο χιτώνα,
καὶ καθαρὸ θυμίαμα μὲ οὐρανοῦ τὸ χρῶμα.

Τὸ φόρεμα ἀμέσως ἐφόρεσε ἐτοῦτο ἡ Ἁγία,
ἐθύμιασε καὶ στὸν Θεόν, κάνει δοξολογία.

Τὴν προσευχὴ σὰν τέλειωσε, εἶδε ἄγγελο Κυρίου,
στὸν πύργο της ἐμίλησε, δικό της δωματίου.

Τῆς εἶπε· Χαῖρε Ἀμόλυντε, Νύμφη Χριστοῦ Χριστίνα,
νὰ πάρῃ δύναμι πολλὴ στὰ βάσανα ἐκεῖνα.

Τὴν σταύρωσε ὁ ἄγγελος νὰ τὴν εὐχαριστήσῃ,
δίνει ψωμὶ οὐράνιο Ἁγίαν νὰ ταΐσῃ.

Ἕνα τσεκούρι κράτησε τὴν νύκτα ἡ Ἁγία,
καὶ ἔσπασε τὰ εἴδωλα μέσα στὴν κατοικία.

Τὰ μοίρασε εἰς τοὺς πτωχούς, στὸν πύργο ἀνεβαίνει,
τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωΐ, πατέρας τὴν προφθαίνει.

Ἐγύρευε τὰ εἴδωλα γιὰ νὰ τὰ προσκυνήσῃ,
τὶς ὑπηρέτριες ρωτᾶ ποῦ τἄχουνε ἀφήσει.

Ἐκεῖνες τοῦ ἀπήντησαν, δὲν τοῦ χαλοῦν χατήρι,
ἡ κόρη του τὰ πέταξε ἀπὸ τὸ παραθύρι.

Ὁ τύραννος σὰν τἄκουσε ἐγίνηκε θηρίο,
καὶ τὶς ἀποκεφάλισε μέσα στὸ ἀρχηγεῖο.

Τὴν κόρη του διέταξε ἀλύπητα νὰ δείρουν,
μέχρι αὐτοὶ νὰ κουρασθοῦν, δίχως νὰ τὴν οἰκτίρουν.

Καὶ ἡ Ἁγία ἔλεγε τότε πρὸς τὸν πατέρα·
πὼς στὸ σκοτάδι βρίσκεται καὶ ὄχι στὴν ἡμέρα.

Ἐθύμωσε ὁ Οὐρβανός, τὴν δένει μὲ ἁλυσίδα,
στὴν φυλακὴ τὴν ἔβαλε, νὰ χάσῃ τὴν ἐλπίδα.

Τὸ ἔμαθε ἡ μητέρα της, στὴν φυλακὴ πηγαίνει,
κλαίει καὶ τὴν παρακαλεῖ, ἀλλόθρησκη νὰ γένῃ.

Μὴ μὲ ὀνομάζεις κόρη σου, λέγει ἡ θυγατέρα,
ποὺ δὲν γνωρίζεις τὸν Χριστὸν κι ἔχεις τὴν νύκτα ἡμέρα.

Ἄγριος ὁ πατέρας της γιὰ τὴν ἀπόφασί της,
τῆς λέγει πὼς μὲ βάσανα θὰ λιώσῃ τὸ κορμί της.

Ἐκείνη τ᾿ ἀποκρίθηκε· μὴ μ᾿ ἔχῃς πιὰ παιδί σου,
γιατὶ εἶσαι τοῦ διαβόλου γυιὸς μὲ τὴ διαγωγή σου.

Θηρίο ὁ πατέρας της γίνεται ἀπ᾿ τὸν θυμό του,
νὰ ξεσκιστοῦν οἱ σάρκες της διέταξε ἐμπρός του.

Εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸν ἐτότε ἡ Ἁγία,
ποὺ βρῆκε πίστι ἀληθινὴ εἰς τὴν Ὀρθοδοξία.

Κατόπιν ἄλλα βάσανα ὁ τύραννος διατάζει,
τῆς χύνανε λάδι καυτὸ εἰς τὴν φωτιὰ νὰ βράζῃ.

Κάνει ἡ Ἁγία προσευχὴ Χριστὸς νὰ βοηθήσῃ,
στὴν φυλακὴ ὁ τύραννος θέλησε νὰ τὴν κλείσῃ.

Τὴν ἄφησε χωρὶς τροφὴ ἐκεῖ γιὰ νὰ πεθάνῃ,
ἄγγελοι ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ προφθαίνουν μάνι-μάνι.

Τοὺς φέρανε ἐκεῖ τροφή, τοὺς γιάτρεψαν τὸ σῶμα,
καὶ ἡ Χριστίνα τὸν Θεὸν εὐχαριστεῖ ἀκόμα.

Τὴν νύκτα ὁ πατέρας της ποὺ ἦταν ὁ τιμωρός της,
μιὰ πέτρα ἐδιέταξε καὶ δέσαν στὸ λαιμό της.

Τὴν ρίξανε στὴν θάλασσα νὰ τὴν ἐξαφανίσουν,
τὰ ἄγρια τὰ κύματα βαθειὰ νὰ τήνε κρύψουν.

Ἄγγελοι θαυματουργικὰ ἐλύσανε τὴν πέτρα
καὶ ἐβυθίστη μόνη της κι ἂς ἦταν χίλια μέτρα.

Πάλι ἐπροσευχήθηκε ἐτότε ἡ Ἁγία,
ἐζήτησε νὰ βαπτιστῇ εἰς τὴν Ὀρθοδοξία.

Εὐθὺς νεφέλη φωτεινὴ ἐφάνηκε ἐμπρός της,
καὶ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ντυμένος σὰν Δεσπότης.

Φοροῦσε εἰς τὸ σῶμα του πορφύρα καὶ στεφάνι,
κι ἐθυμίαζαν οἱ ἄγγελοι μὲ εὐωδιαστὸ λιβάνι.

Ἡ Ἁγία ἐφοβήθηκε κι ἔπεσε μπροστά του,
μὰ ὁ Χριστὸς τὴν σήκωσε μὲ τὸ παράγγελμά Του.

Εἶμαι, τῆς λέγει ὁ Χριστός, ὅσοι μὲ ἐπικαλοῦνται,
τοὺς δίνω θεία φώτισι, τίποτα μὴ φοβοῦνται.

Τώρα, τῆς λέγει ὁ Χριστός, Χριστίνα σὲ βαπτίζω
καὶ τὸ δικό μου ὄνομα, Ἐγώ σοῦ τὸ χαρίζω.

Χριστίνα ἦν τὸ ὄνομα, Τριάδα τὴν Ἁγία,
βαπτίστηκε ἀπ᾿ τὸν Χριστὸν εἰς τὴν Ὀρθοδοξία.

Τὴν βάπτισε ὁ Κύριος, στὸν οὐρανὸ πηγαίνει,
στὸν ἀρχιστράτηγο Μιχαὴλ εὐθὺς τοῦ παραγγέλνει.

«Δῶσε της τὴν σφραγίδα μου, κάμε την λαμπροφόρο,
ὁδήγησέ την στὴν ξηρά, δικήν μου ὁδοιπόρο».

Τὴν εἶδε ὁ πατέρας της στὴ γῆ καὶ περπατοῦσε,
μὲ ἀπορία στὴν ψυχὴ τοὺς δούλους ἐρωτοῦσε.

Οἱ δοῦλοι τοῦ ἀπάντησαν στῆς θάλασσας τὸ θαῦμα,
ἀντὶ νὰ βούλιαζε βαθειά, σώθηκε ἐν τῷ ἅμα.

Καί τώρα ἀπευθύνετο Χριστίνα τὴν Ἁγία
ἐνόμιζε ὁ πατέρας της πὼς ἔκανε μαγεία.

Καὶ πάλι ἐδιάταξε νὰ τήνε φυλακίσουν,
τὴν ἄλλη μέρα ἔλεγε νὰ τὴν ἀποκεφαλίσουν.

Τοῦ τύραννου πατέρα της, γνώμη ἐματαιώθη,
γιατὶ ὅταν ξημέρωσε τὸ σῶμα του ἐνεκρώθη.

Καὶ πάλι προσευχήθηκε ἡ κόρη του Χριστίνα,
ποὺ τὴν ἐφύλαξε ὁ Θεὸς στὰ χέρια του ἐκεῖνα.

Παρέλαβε ἄλλος ἡγεμὼν στὴ θέση τοῦ πατέρα,
καὶ τὴν Χριστίνα χριστιανὴ ἐξέταζε μιὰ ἡμέρα.

Νὰ θυσιάσῃ στοὺς θεοὺς θέλησε νὰ τὴν πείσῃ,
μὲ κολακεῖες ἔταζε γιὰ νὰ μετανοήσῃ.

Καὶ ἡ Ἁγία ἀπαντᾶ, φοβέρες δὲν φοβοῦμαι,
Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν ἐκεῖνον εὐλαβοῦμαι.

Διέταξε ὁ τύραννος καὶ φέρανε μιὰ σκάφη,
πίσσα καὶ ρετσινόλαδο ἐβάλανε νὰ βράσῃ.

Τὴν ἔβραζαν ὥρα πολλή, σάρκες νὰ διαλύσουν
καὶ τὴν γυρίζαν σὰν ἀρνὶ στὴ σούβλα νὰ τὴν ψήσουν.

Εὐχαριστεῖ τὸν Κύριον γιὰ τὸ μεγάλο θαῦμα.
ποὺ τὴν θεράπευσε ὁ Θεὸς δίχως νὰ μένῃ τραῦμα.

Τῆς λέγει πάλι ὁ τύραννος· θεοὺς νὰ θυσιάσῃ,
γιατὶ τὴν ἔκαναν καλά, νὰ τοὺς ἐγκωμιάσῃ.

Μὲ θάῤῥος τοῦ ἀπάντησε ἡ Ἁγία ἡ Χριστίνα,
πῶς ἰατρεύουν ζωντανοὺς τὰ ξόανα ἐκεῖνα;

Τότε ἐγίνηκε τρελὸς ὁ τύραννος καὶ πάλι,
εἶπε νὰ τῆς ξυρίσουνε Ἁγίας τὸ κεφάλι.

Νὰ τὴν γυρίσουνε γυμνὴ σ᾿ ὁλόκληρη τὴν πόλι,
νὰ λάβῃ περιφρόνηση ἀπὸ ἀνθρῶποι ὅλοι.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ὁ τύραννος τῆς λέει νὰ προσκυνήσῃ,
Ἀπόλλωνα οὐράνιο ἐκεῖνον νὰ τιμήσῃ.

Ἐδέχθηκε τὴν πρότασι νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ,
ἐνόμιζεν ὁ ἄπιστος πῶς θὰ μετανοήσῃ.

Εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεὸν κάνει τὴν προσευχή της,
καὶ τότε θαῦμα ἔγινε ἦν ὁ Θεὸς μαζί της.

Τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀπόλλωνα νὰ βγῇ σαράντα μέτρα,
καὶ νὰ σταθῇ ἀκίνητο κι ἀμίλητο σὰν πέτρα.

Τὸ εἴδωλο ἐστάθηκε κατὰ παραγγελία
στὴν θέση ποὺ στὴν προσευχὴ ἔκανε ἡ Ἁγία.

Καὶ πάλι κάνει προσευχὴ συντρίματα νὰ γίνῃ,
κι εὐθὺς ἐκομματιάστηκε κομμάτια εἶχε γίνει.

Ὅλοι δοξάζαν τὸν Θεὸν ποὺ πίστευε ἡ Χριστίνα,
ἐξαίσια θεάματα εἶδον τὰ μάτια ἐκεῖνα.

Ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστὸν ἄνθρωποι τρεῖς χιλιάδες,
ὁ ἄρχοντας ξεψύχησε ἀπὸ πολλὲς ζαλάδες.

Ἔπειτα ἄλλος τύραννος τὴν βάζει σὲ καμίνι,
μὰ τὴν ἐφύλαξε ὁ Θεὸς ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ ἐκείνη.

Τύραννος Ἰουλιανὸς τὴν ρίχνει στὰ θηρία,
τὰ φίδια τὰ φαρμακερὰ νὰ φᾶνε τὴν Ἁγία.

Τέσσερα φίδια ὁδήγησαν κι ἤρθανε μπροστά της,
μὲ εὐσπλαγχνία ἔγλυφαν τὰ πόδια τὰ δικά της.

Ἀνέστησε ἕναν νεκρὸ μὲ προσευχὴ ἡ Ἁγία,
καὶ πίστευσαν οἱ ἄνθρωποι εἰς τοῦ Χριστοῦ θρησκεία.

Ὁ τυφλωμένος τύραννος ἔκοψε τοὺς μαστούς της,
ἀντὶ γιὰ αἷμα ἔτρεχαν γάλατα τοῦ κορμιοῦ της.

Δὲν προσκυνοῦσε εἴδωλα στὰ βάσανα τὰ τόσα
διέταξε ὁ τύραννος, τῆς ἔκοψαν τὴν γλώσσα.

Ἔκανε πάλι προσευχὴ πρὶν κόψουνε τὴ γλώσσα,
ποὺ τὴν ἐφύλαξε ὁ Θεὸς στὰ βάσανα τὰ τόσα.

Σὰν κόψανε τὴν γλώσσα της καὶ τὸ δεξί της χέρι,
στὸ πρόσωπο τοῦ ἄρχοντα ἀμέσως τὴν προσφέρει.

Τυφλώθηκε ὁ ἄρχοντας κι ἀμέσως διατάζει,
νὰ τὴν τοξεύσουν στὴν καρδιὰ τὸν δοῦλο του προστάζει.

Ἕνας κτυπάει τὴν κεφαλὴ καὶ ἄλλος τὰ πλευρά της,
καὶ ἡ ψυχή της ἔφυγε, δὲν ἤτανε κοντά της.

Ὁ τύραννος ἐδέχθηκε τότε ὀργὴν Κυρίου,
ἀπέθανε κι ἔλαβε πόνους τοῦ μαρτυρίου.

Στὸν τόπο ποὺ μαρτύρησε ἐκτίσαν ἐκκλησία,
ἐκεῖ ἐτοποθέτησαν λείψανο τῆς Ἁγίας.

Τὴν εἰκοστὴ τετάρτη τοῦ μηνὸς ἐτότε Ἰουλίου
ἔδωσε Ἁγία τὴν ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ Κυρίου.