Ἁγία Μεγαλομάρτυς Ξενία

3 Μαΐου

Ἅγιους ποὺ δὲν κατέχομεν ἔχει ἡ Ὀρθοδοξία,
μιὰ ἀπ᾿τοὺς ἄγνωστους αὐτοὺς εἶναι καὶ ἡ Ξενία.

Ξενία ἐγενήθηκε στῆς Καλαμάτας πόλι,
εἶναι στὴν Πελοπόννησο καὶ τήνε ξέρουν ὅλοι.

Γονεῖς της ὀνομάζανε, Νικόλαο πατέρα,
Δέσποινα τὴν ἐφώναζαν τὴν εὐσεβῆ μητέρα.

Καταγωγὴ τους ἤτανε ἀπὸ τὴν Ἰταλία,
τοὺς εἶχε διώξει ἀπ᾿ ἐκεῖ ἡ εἰδωλολατρία.

Ἀφοῦ ἐγκαταστάθηκαν στὴν πόλι Καλαμάτα,
Ξενία ἐγεννήθη ἐκεῖ μὲ γαλανὰ τὰ μάτια.

Μεγάλωνε κι ὀμόρφαινε νύκτα καὶ κάθε ἡμέρα,
διδασκαλίες ἔπαιρνε ἀπὸ εὐσεβῆ μητέρα.

Στὸ ὕψος ἦταν ὑψηλή, μορφὴ ὡραιοτάτη,
στὸ πρόσωπο χαμόγελο, ἦν ἀρετὴ γεμάτη.

Λόγω ποὺ ἤτανε πτωχοὶ, δὲν πῆγε σὲ σχολεῖο,
ἄκουε ἀπ᾿ τὴν μητέρα της, τοὺς βίους τῶν ἁγίων.

Τὴν Κυριακὴ δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία,
ἤτανε φιλακόλουθη ἀπὸ μικρὴ ἡ Ξενία.

Ἐπροσευχότανε πολὺ καὶ ἔκανε νηστεία,
ἐπλήθαιναν οἱ ἀρετὲς σὰν ἦρθε σὲ ἡλικία.

Ἦταν πολὺ πονόψυχη, τῆς ἄρεσε νὰ δίνῃ,
στὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ τὴν ἐλεημοσύνη.

Ὅταν ἐρχότανε πτωχὸς τότε στὸ σπιτικό της,
τὸ φαγητό της ἔδινε, ποὖχε γιὰ ἑαυτό της.

Ὁ πονηρὸς ὁ διάβολος ἤθελε τὴν Ξενία,
νἄχῃ ἀνηθικότητα νὰ κάνῃ ἁμαρτία.

Τὴν προσευχή της ἔκανε τότε ἡ ἁγία
καὶ στὸ μυαλὸ δὲν ἔβανε κακὴ ἐπιθυμία.

Τὴν πολεμᾶ ὁ σατανᾶς τότε μὲ ἄλλο τρόπο,
νὰ τὴν νικήσῃ θέλησε μὲ μάτια τῶν ἀνθρώπων.

Στήν Καλαμάτα ἔπαρχος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη,
ἦταν ὁ Δομετιανὸς σκληρὸς σὰν τὸ ἀγρίμι.

Εἰς τὸ κυνήγι πήγαινε ποὺ εἶχε τὴν μανία,
μία φορὰ συνήντησε στὸ δρόμο τὴν Ξενία.

Τὴν εἶδε καὶ θαμπώθηκε ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της,
τοῦ ἔβαλε ὁ σατανᾶς νἄχῃ τὸν ἔρωτά της.

Ἀμέσως τῆς ἐπρότεινε γυναίκα νὰ τὴν πάρῃ,
Ξενία εἰς τὰ λόγια του δὲν ἔδινε χαμπάρι.

Δὲν δέχτηκε τὴν πρότασι, τοῦ γύρισε τὴν πλάτη,
γιὰ νὰ τὸν ἔχῃ σύντροφο, ἄνδρα εἰδωλολάτρη.

Ἐσκέφθηκεν ὁ ἔπαρχος μάγο στὴν ἐποχή του,
ποὺ μάγια θὰ τῆς ἔκανε γιὰ νὰ γενῇ δική του.

Κάνει σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἐτότε ἡ ἁγία,
ἔμεινε τότε ἀβλαβὴς ἐπάρχου τὴ μαγεία.

Βλέπει ὁ Δομετιανὸς πῶς χάνει τὸν σκοπό του,
Ξενίαν ἐδιάταξε νὰ φέρουνε ἐμπρός του.

Ἐκείνη ἐπροσευχότανε Θεὸς νὰ τὴν φυλάξῃ,
τὸν ἀσεβῆ τὸν ἔπαρχο νὰ τὸν καθυποτάξῃ.

Τὴν ἐρωτᾶ ὁ ἔπαρχος, ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά της,
ποιὰ εἶναι ἡ θρησκεία της καὶ οἰκογένειά της.

Κάνει σημεῖον τοῦ σταυροῦ ἐμίλησε μὲ θάῤῥος,
καθόλου δὲν φοβήθηκε τοῦ τύραννου τὸ βάρος.

Ξενία ὀνομάζομαι καὶ χριστιανοὶ οἱ γονεῖς μου,
ἀκόμη Καλαματιανὴ ἦν ἡ καταγωγή μου.

Γιά τὴ θρησκεία ποὺ ρωτᾶς, τὄχω καλὰ στὸ νοῦ μου,
νὰ ἀξιωθῶ καὶ νὰ γενῶ δούλη Ἰησοῦ Χριστοῦ μου.

Μὲ ἄλλο τρόπο ὁ ἔπαρχος τότε τὴν παρασύρει,
τὴν ἤθελε γιὰ σύζυγο νὰ κάνῃ τὸ χατήρι.

Εἶπε νὰ ἀλλάξῃ πίστι της, θεοὺς νὰ προσκυνήσῃ,
δῶρα πολλὰ τῆς ἔταζε, μαζί του γιὰ νὰ ζήσῃ.

Τῆς εἶπε ὅτι ἂν ἀρνηθῇ δική του ὁδηγία,
τὴν περιμένει θάνατος, βάσανα, τιμωρία.

Δὲν μὲ τρομάζουν ἀπειλές, τοῦ εἶπε ἡ ἁγία,
σύντομα θὰ εἶμαι στὸν Χριστό, νὰ βρῶ τὴ σωτηρία.

Σὰν εἶδε τότε ὁ ἔπαρχος Ξενίας ἄρνησί της,
διέταξε τὰ βάσανα μαζὶ καὶ γύμνωσί της.

Τῆς ἐτσακίσαν τὰ πλευρά, κόβουν μαστοὺς ἁγίας,
ποὺ ριζωμένοι ἤτανε στὸ μέρος τῆς καρδίας.

Οἱ πόνοι ἦσαν φοβεροὶ, λαμπάδες ἀναμμένες,
ἐκαίγανε οἱ ἄθεοι πληγὲς τραυματισμένες.

Μὲ ὅλα τὰ μαρτύρια προσεύχεται ἡ ἁγία,
γιὰ νὰ τῆς δώσῃ δύναμι, θάῤῥος καὶ παῤῥησία.

Θεὸς ἀκούει προσευχὴ καὶ ἄγγελος Κυρίου
ἐδρόσιζε τὶς φλόγες της στὸ μέρος μαρτυρίου.

Τὴν ξανακλείνει φυλακὴ τύραννος τὴν Ξενία,
παρουσιάστηκε ὁ Χριστὸς τὴ νύχτα στὴν ἁγία.

Νὰ μὴν φοβᾶται βάσανα, εἶπε τὴν ὥρα ἐκείνη,
τῆς θεραπεύει τὶς πληγὲς κι ἄφαντος εἶχε γίνει.

Τὴν ξαναεῖδε ὁ ἔπαρχος, ἦταν θεραπευμένη,
τῆς εἶπε ὅτι οἱ θεοὶ, τὴν εἴχανε γειαμένη.

Μὲ θάῤῥος τοῦ ἀπήντησε καὶ τότε ἡ Ἁγία,
ὅτι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινὸς ἔδωσε θεραπεία.

Ἐπέμενε ὁ ἔπαρχος στοὺς θεοὺς νὰ θυσιάσῃ,
καὶ ἡ Ξενία ἐδέχθηκε μαζί του νὰ κοπιάσῃ.

Χάρηκεν ὁ ἀσεβὴς ποὺ ἐνόμιζε τὴν ἁγία
πὼς πάει γιὰ νὰ ἀσπαστῇ τὴν εἰδωλολατρία.

Σὰν πήγανε στὰ εἴδωλα κάνει τὴν προσευχή της,
παρακαλοῦσε τὸν Χριστὸ ν᾿ ἀκούσῃ δέησί της.

Νὰ γκρεμισθοῦν τὰ εἴδωλα ποὺ ἤσανε στὴν πόλι,
καὶ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ νὰ τὸν πιστέψουν ὅλοι.

Προτοῦ τελειώσῃ ἡ προσευχὴ ἀκούσανε ἕνα σάλο,
γκρεμίστηκαν τὰ εἴδωλα μ᾿ ἕνα σεισμὸ μεγάλο.

Τὰ ἔχασε ὁ ἔπαρχος, δὲν θέλει νὰ πιστέψῃ,
καὶ τὴν Ξενία θέλησε ἀκόμα νὰ παιδέψῃ.

Στὰ πόδια σ᾿ ἕνα ἄλογο ἔδεσε τὴν Ἁγία,
στὸ δρόμο γιὰ νὰ σκοτωθῇ ἐτότε ἡ Ξενία.

Τὸ ἄλογο τὸ δέρνανε, ἀλλὰ δὲν κάνει βῆμα,
νὰ σκότωνε τὴν κοπελιὰ τὸ θεωροῦσε κρίμα.

Τὸ ξαναδέρνανε ξανὰ ἀνθρώπινα μιλάει,
καὶ γιὰ τὴν ἀγριότητα ἐπάρχου ἐρωτάει.

Ἄγγελος ἀπ᾿τὸν οὐρανὸ τότε ἔλυσε τὴν κόρη,
τὰ πόδια της ἐλύθηκαν, ἡ Ἁγία ἐπροχώρει.

Ὅσοι βρεθήκανε ἐκεῖ καὶ εἴδανε τὸ θαῦμα,
εἰς τῆς Ξενίας τὸν Θεὸν ἐπίστεψαν ἐν τῷ ἅμα.

Καὶ τώρα ὁ σκληροτράχηλος ἔπαρχος δὲν πιστεύει·
τὴν ξαναβάνει φυλακὴ, θέλει νὰ τὴν παιδεύῃ.

Σὰν ἔφτασαν μεσάνυκτα κάνει τὴν προσευχή της,
ὁ θάλαμος φωτίστηκε, ἦν ὁ Χριστὸς μαζί της.

Μ᾿ ἀγγέλους ὁ Κύριος, ἦν λαμπροφορεμένοι
εἰς τὴν Ξενία μίλησε ποὺ ἦταν προσευχομένη.

Λίγος εἶν᾿ ὁ ἀγώνας σου, Ξενία, μὴ φοβᾶσαι,
θἆναι καλό τὸ τέλος σου καὶ στὴ χαρά σου θἆσαι.

Σὰν μίλησε ὁ Κύριος, ἄφαντος εἶχε γίνει,
στὸ σκοτεινὸ δωμάτιο μιὰ εὐωδία ἀφήνει.

Ἐγέμισε τότε χαρὰ δικιά της ἡ καρδία,
ποὺ τῆς ἐμίλησε ὁ Χριστὸς διὰ τὴν σωτηρία.

Ὁ τύραννος προσπάθησε θεοὺς νὰ προσκυνήσῃ,
μὲ λόγια κολακευτικά, θέλησε νὰ τὴν πείσῃ.

Ἐπῆρε τὴν ἀπάντησι τότε ἀπ᾿ τὴν Ἁγία,
τὸν θάνατό της ζήτησε νἆναι μὲ συντομία.

Κατάλαβε ὁ τύραννος πὼς γνώμη δὲν ἀλλάζει,
νὰ τήνε θανατώσουνε μοβόρος διατάζει.

Ἔγραφε· νὰ θανατωθῇ μὲ ξίφος ἡ Ἁγία,
καὶ σ᾿ ἕνα πιάτο νὰ τεθῇ ἐκείνης ἡ καρδία.

Καὶ νὰ κοπῇ τὸ σῶμα της πολὺ μικρὰ κομμάτια,
καὶ νὰ καῇ μέσ᾿ στὴν φωτιὰ νὰ μὴν τὸ βλέπουν μάτια.

Τελείωσε ἡ διαταγή, ἐπῆραν τὴν Ἁγία,
πιὸ πέρα τὴν μετέφεραν ἀπὸ τὴν πολιτεία.

Μιὰ χάρι μόνο τοὺς ζητεῖ, τὴν προσευχὴ νὰ κάνῃ,
κι ἔπειτα εἶναι ἕτοιμη ἐκείνη νὰ πεθάνῃ.

Δὲν ἐπιτρέπουν οἱ ἄπιστοι νὰ κάνῃ προσευχή της,
μπροστά της ἐγονάτισε καὶ ἔλεγε ἡ φωνή της.

Αὐτοὶ ποὺ τὴν θανάτωναν Θεὸν παρακαλοῦσε
νὰ λάβουν θεία φώτισι, αὐτὴ τοὺς συγχωροῦσε.

Ἀκούει ὁ Θεὸς τὴν προσευχὴ καὶ λέγει στὴν Ἁγία
θὰ γίνῃ ὅτι ἐζήτησε ἀμέσως ἡ Ξενία.

Τῆς ἔκοψαν τὴν κεφαλὴ καὶ ἡ καρδιὰ στὸ πιάτο
καὶ ἡ ψυχὴ ἀνέβηκε ἀφήνοντας τὰ κάτω.

Τὸ σῶμα της τὸ ἔκαψαν κομμάτια μέσ᾿ στὸ χῶμα,
ἐγιάτρευε ἀσθένειες ἂν καὶ νεκρὸ ἀκόμα.

Ἦταν εἰκοσιεπτὰ ἐτῶν τότε στὴν ἡλικία,
καὶ τρεῖς Μαΐου ἀκριβῶς ἡ ἡμερομηνία.

Τὴν ὥρα ποὺ ἐκαίγανε τὸ σῶμα τῆς Ἁγίας,
ἐγέμισε ἡ περιοχὴ ἄπειρη εὐωδία.

Ὁ ἔπαρχος βλέπει τὴν καρδιὰ στὸ πιάτο, τοῦ ἀνήκει
ἀλλὰ τὸν ἐτιμώρησε κι αὐτὸν ἡ θεία δίκη.

Εἰς τὸ κυνήγι πήγαινε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη,
ἔπεσε ἕνας κεραυνὸς καὶ ἄπνοον τὸν ἀφήνει.

Ὅπως κατέκαυσε κι αὐτὸς Ξενία τὴν Ἁγία,
τοῦ τὸ ἐπλήρωσε ὁ Θεὸς μ᾿ ἄνωθεν τιμωρία.

Εἶναι πολλά τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ἡ Ἁγία
θεράπευσε μιὰ Πατρινιὰ ποὺ ἔλεγαν Μαρία.

Ἐγύρισε ὅλους τοὺς γιατρούς, δὲν βρῆκε θεραπεία,
ἀλλὰ τὴν ἐθεράπευσε Ξενία ἡ Ἁγία.

Παράλυτους ἔκανε καλά, τυφλοὺς δαιμονισμένους
ἔδινε πάντοτε χαρὰ σ᾿ ὅλους τοὺς λυπημένους.

Σὲ ἱκετεύουμε κι ἐμεῖς πονόψυχη Ἁγία,
δέησι κάνε στὸν Θεὸ νὰ βροῦμε σωτηρία.