Ἁγία Ὁσιομάρτυς Εὐδοκία

1 Μαρτίου

Πρώτη Μαρτίου τὴν τιμᾶ πάντα ἡ Ἐκκλησία
καὶ ἑορτάζει πάντοτε Ἁγία Εὐδοκία.

Φοινίκης Ἡλιούπολι γεννήθηκε ἡ Ἁγία
καὶ οἱ γονεῖς της ἤτανε ἀπὸ τὴ Σαμαρεία.

Στήν ὄψη ὡραιότατη ἤτανε ἡ Ἁγία,
ἦταν κι αὐτὴ μὲ τοὺς γονεῖς στὴν εἰδωλολατρία.

Τὴν ἔσπρωξε ὁ σατανᾶς καὶ ἔκανε πορνεία,
αὐτὸ δὲν τὸ ἐνόμιζε πὼς εἶναι ἁμαρτία.

Ἡ Εὐδοκία ἄνοιξε τότε διαφθορεῖο,
καὶ εἶχε πλῆθος πελατῶν στὸν ἄσωτό της βίο.

Μάζευε χρήματα πολλά, νομίσματα καὶ δῶρα,
χαιρότανε ὁ σατανᾶς στὴν ἁμαρτία τώρα.

Πρόβατον εἶν᾿ ἀπολωλός, νικήθηκε στὸ πάθος,
εἶχε καλοπροαίρετη ψυχή της εἰς τὸ βάθος.

Τὴν βοηθεῖ ὁ Κύριος γιὰ νὰ μετανοήσῃ
καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ ἀμέσως νὰ ἀφήσῃ.

Ἄρχισε τὸ ξεκίνημα Εὐδοκία ἡ Ἁγία,
ἦρθε ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ νὰ εὕρῃ σωτηρία.

Ταξίδευε ἕνας μοναχὸς πατρίδα του νὰ πάῃ,
πόλι ποὺ ζοῦσε ἡ Εὐδοκία γιὰ λίγο σταματάει.

Τότε ἡ θεία πρόνοια εἶχεν οἰκονομήσει,
στῆς Εὐδοκίας γειτονιὰ ἐκεῖ νὰ κατοικήσῃ.

Τὸ βράδυ ὁ καλόγερος διαβάζει ἀκολουθία,
τἄλεγε λίγο δυνατὰ καὶ ἄκουγε ἡ Ἁγία.

Ἐπίτηδες τὰ ἔλεγε, νὰ ὠφελήσῃ κι ἄλλοι,
γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὸ στόμα του βγάζει φωνὴ μεγάλη.

Μιὰ βραδιὰ ψυχωφελῆ, τὸ θέμα τοῦ βιβλίου
γιὰ παρουσία ἔλεγε Δευτέρα τοῦ Κυρίου.

Παράθυρο ἦταν ἀνοικτό, ἀκούει ἡ Εὐδοκία,
ἔμεινε τότε ξάγρυπνη νὰ ἀκούῃ ὁμιλία.

Ἄκουγε γιὰ ἁμαρτωλῶν ἐτότε τιμωρία,
καρδιά της ἐπλημμύρισεν ἀπὸ τὴν ἀγωνία.

Ἐτότε ἐκατάλαβε πὼς κάνει ἀνομία,
καὶ ὅτι ἡ τιμωρία της θὰ εἶναι αἰωνία.

Κι ὁλογεμάτη συντριβὴ μὲ λύπη τότε κλαίει,
καὶ τὴν καρδιὰ της ἐρωτᾶ, μεταστροφὴ τῆς λέει.

Ὅλη τὴν νύκτα ξάγρυπνη ἦταν ἡ Εὐδοκία,
γέροντα ἐρωτᾶ πρωὶ γιατὶ εἶχεν ἀπορία.

Τρόμαξα ὅταν ἄκουσα, τοῦ λέγει ἡ Εὐδοκία,
πὼς πλούσιοι κολάζονται, δὲν ἔχουν σωτηρία.

Τὴν ρώτησε ὁ μοναχὸς ἂν εἶναι παντρεμένη,
σὲ ποιὰ θρησκεία βρίσκεται εἰς τὴν ζωὴ ποὺ μένει.

Τοῦ λέγει, Σαμαρείτισσα, μὲ λένε Εὐδοκία,
μὰ ἄνδρα δὲν ἀπέκτησα, ζῶ σὲ παρανομία.

Λεφτὰ ἀπέκτησα πολλά, κάνω ἐλεημοσύνη,
ἄδικος εἶναι ὁ πλοῦτος μου, ἀπήντησεν ἐκείνη.

Τῆς ἀπαντᾶ ὁ γέροντας· λεφτὰ τῆς ἀδικίας
δὲν εὐλογοῦνται ἀπ᾿τὸν Θεό, δὲν εἶναι εὐσπλαχνίας.

Βίο ἐνάρετο ζητεῖ καὶ καθαρὰ καρδία
τότε μπορεῖς καὶ νὰ σωθῇς εἰς δόξαν αἰωνία.

Τῆς πρότεινε νὰ βαπτισθῇ, νὰ φύγῃ ἡ ἁμαρτία
καὶ νὰ μοιράσῃ στοὺς πτωχοὺς ὅλην περιουσία.

Καὶ πάλι τὸν ἐρώτησε τὸν μοναχὸ ἡ ἁγία,
ἂν ζῇ χριστιανικὴ ζωή, θὰ εὕρῃ σωτηρία;

Τῆς εἶπε· θὰ βεβαιωθῇς, βγάλε ἐνδύματά σου,
καὶ τὰ στολίδια ποὺ φορεῖς, βάλε τὰ πτωχικά σου.

Κλείσου εἰς τὸν κοιτώνα σου, προσεύχου καὶ νηστεία,
θὰ σὲ ὁδηγήσῃ ὁ Θεὸς ἀπὸ φιλανθρωπία.

Τοῦ ὑπεσχέθη ἡ Εὐδοκία πὼς θὰ τὰ ἐφαρμόσῃ,
ὅσα τῆς ἐπαρήγγειλε, ὅλα θὰ τελειώσῃ.

Τοῦ εἶπε νὰ προσεύχεται ὁ μοναχὸς γιὰ ἐκείνη,
καὶ τότε θέλημα Θεοῦ περίμεναν νὰ γίνῃ.

Μιὰ ἑβδομάδα κλείστηκε εἰς τὸ δωμάτιό της,
προσεύχεται μὲ δάκρυα, βρέχει τὸ πρόσωπό της.

Σὰν ἑβδομάδα πέρασε, γέροντας τὴν ρωτάει
ἂν ὀπτασία φάνηκε καὶ αὐτὴ τοῦ ἀπαντάει.

Τὴν νύκτα προσευχόμουνα· μὲ τὸ δεξὶ τὸ χέρι
μὲ ὁδήγησε ὁ Ἀρχάγγελος στοῦ οὐρανοῦ τὰ μέρη.

Παραπονιέται ὁ σατανᾶς διὰ τὴν Εὐδοκία,
ποὺ ἦταν δική του ἡ ψυχή, ποὺ ἔκανε ἁμαρτία.

Τοῦ λέγει ὁ Ἀρχάγγελος· Θεὸς ἐστὶν ἀγάπη,
ὅσοι μετανοήσανε τοὺς συγχωρεῖ τὰ λάθη.

Τὸν διατάζει ὁ Θεὸς καὶ μ᾿ ἔφερε στὸ σπίτι,
ἐνόσῳ ζῶ θ᾿ ἀγωνιστῶ γιὰ τοῦ Θεοῦ τὴν πίστι.

Καὶ τότε πάλι ὁ γέροντας τῆς ἐξηγεῖ καὶ πάλι,
νὰ ἀγωνιστῇ τοῦ οὐρανοῦ ν᾿ ἀπολαύσῃ κάλλη.

Τὴν προηγούμενη ζωὴ πρέπει νὰ τὴν μισήσῃς,
τὴν σωφροσύνη τὴν ἁγνή, πρέπει ν᾿ ἀγαπήσῃς.

Κλάψε, τῆς λέγει, ὅσο μπορεῖς νὰ πλύνῃς τὴν ψυχή σου,
νὰ εἶσαι νύμφη τοῦ Χριστοῦ σὲ ὅλη τὴ ζωή σου.

Τοῦ γέροντα τὶς προσευχὲς ζητεῖ ἡ Εὐδοκία,
μὴ τὴν νικήσῃ ὁ διάβολος καὶ κάνει ἁμαρτία.

Ἀκόμα τὸν παρακαλεῖ νὰ γίνῃ μία χάρι,
στὸ μοναστήρι σὰν διαβῇ, μαζί του νὰ τὴν πάρῃ.

Τῆς ὅρισε νὰ βαπτιστῇ, πλοῦτο της νὰ μοιράσῃ,
διότι ἦταν ἄδικος καὶ τότε θὰ μονάσῃ.

Ἔκλαιγε καὶ ἐνήστευε κάνει τὴν προσευχή της
τὴν βάπτισε ὁ ἐπίσκοπος, ἦν ὁ Θεὸς μαζί της.

Παρακαλεῖ ἐπίσκοπο τότε ἡ Εὐδοκία,
γιὰ νὰ μοιράσῃ στοὺς πτωχοὺς ὅλην περιουσία.

Ὅταν τελείωσε κι αὐτό, ἦν εὐχαριστημένη
ἐγίνηκε καλόγρια, κατόπιν ἡγουμένη.

Ἕνα καὶ μόνο ἔνδυμα φόρεσε στὴν ζωή της,
καὶ ἀπὸ μέσα τρίχινο σκέπαζε τὸ κορμί της.

Διάβαζε Ἁγία Γραφὴ καὶ ὅλο το ψαλτήρι,
δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ μέσα στὸ μοναστήρι.

Οἱ δαίμονες θρηνούσανε γιὰ τὴν μεταστροφή της,
τὰ πάθη ἐλησμόνησε νὰ σώσῃ τὴν ψυχή της.

Λίγος καιρὸς ἐπέρασε, κοιμήθη ἡ ἡγουμένη,
τὴν Εὐδοκία ψήφισαν στὴν θέση της νὰ μένῃ.

Εὐαρεστοῦσε τὸν Θεό, χάρισμα εἶχε πάρει,
ἐπιτελοῦσε θαύματα μὲ τοῦ Θεοῦ τὴν χάρι.

Γιά Εὐδοκία ἔμαθε ἕνας πρώην ἐραστής της,
ποὺ ἐλυπήθηκε πολὺ γιὰ τὴν μεταστροφή της.

Ντύθηκε τότε μοναχός, πάει στὸ μοναστήρι,
τῆς Εὐδοκίας μίλησε γιὰ νὰ τὴν διεγείρη.

Τῆς εἶπε πὼς τὴν ἄσωτη ζωὴ νὰ μὴν ἀφήσῃ,
νὰ βγῇ εὐθὺς ἀπ᾿τὴν μονή, νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ.

Σὰν ἐφλυάρησε αὐτός, ἐξοργίστηκε ἡ ἁγία,
καὶ μὲ θυμὸ τὸν φύσηξε τότε ἡ Εὐδοκία.

Ὅταν τὸν φύσηξε εὐθὺς ἔγινε μέγα θαῦμα,
ἄφωνος ὁ Φιλόστρατος, νεκρὸς ἦν ἐν τῷ ἅμα.

Θαυμάσανε οἱ μοναχές τὸ ἔργο τῆς ὁσίας,
ποὺ εἶχε ἀπ᾿ τὸν Θεὸ μεγάλη παῤῥησία.

Τὴν νύκτα εἶδε ὅραμα τότε ἡ Εὐδοκία,
τὸν Κύριον Ἰησοῦ Χριστό, τῆς λέγει παῤῥησίᾳ.

Εἶπε νὰ κάνῃ προσευχή, νεκρὸν νὰ ἀναστήσῃ,
νὰ ἰδῇ τὴν δύναμι Θεοῦ, νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ.

Καὶ ὅταν ἐπροσευχήθηκε ἡ Εὐδοκία ἀκόμη,
ἀνέστησε Φιλόστρατο, τῆς ζήτησε συγγνώμη.

Κι αὐτὴ τὸν ἐσυγχώρεσε, τοῦ εἶπε νὰ πιστέψῃ,
στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ τόνε συγχωρέσῃ.

Εἰδωλολάτρες ἄνθρωποι πᾶνε στὸν βασιλέα·
ἡ Εὐδοκία, τοῦ εἴπανε, δὲν φέρεται ὡραῖα.

Τὰ εἴδωλά μας τὰ μισεῖ καὶ τοὺς θεούς μας βρίζει,
καὶ ἕναν ποὺ Ἑβραῖοι σταύρωσαν, Αὐτὸν ὑποστηρίζει.

Ὁ βασιλέας θύμωσε σὰν ἄκουσε ἐτότες,
ἔστειλε νὰ τὴν φέρουνε τριακόσιοι στρατιῶτες.

Μὲ ὀπτασία ἐφάνηκε ὁ Κύριος στὴν Ὁσία,
μὴν φοβηθῇ τοῦ βασιλιᾶ ἐπίγεια ἐξουσία.

Τρία ἡμερονύκτια στρατὸς στὸ μοναστήρι,
νὰ μποῦν μέσα δὲν μπόρεσαν τοῦ βασιλιᾶ χατήρι.

Πολλοὶ ἐφονευθήκανε ἀπὸ πνοὴ βιαία·
ὁ ἀρχηγὸς καὶ ἄλλοι τρεῖς πᾶνε στὸν βασιλέα.

Ἐθύμωσε ὁ βασιλιάς, στὸν γιό του ἐπιτρέπει
νὰ καταστρέψῃ τὴν μονή, νὰ γίνῃ αὐτὸ ποὺ πρέπει.

Καβάλησε τὸ ἄλογο, στὸ μοναστήρι πάει
ἐγλίστρησε κι ἔπεσε, τὅνα του πόδι σπάει.

Οἱ πόνοι ἤτανε φρικτοί, δὲν ξέρει τί νὰ κάνῃ,
ὁ ἀλλαζὼν κι ἄπιστος σὲ λίγο εἶχε πεθάνει.

Συγγνώμη τότε ὁ βασιλιὰς ζητᾶ ἀπ᾿ τὴν ἁγία,
γράμματα παρακλητικὰ στέλνει στὴν Εὐδοκία.

Ἐδιάβασε κι ἀπάντησε τότε στὸν βασιλέα,
λόγῳ ποὺ ζοῦσε ἄσωτα νὰ δεηθῇ ὡραῑα.

Ἐὰν πιστέψῃς στὸν Χριστὸ μὲ ὅλη τὴν ψυχή σου,
θὰ ἰδῇς Θεοῦ τὴν δύναμι, θὰ ἀναστηθῇ παιδί σου.

Ἔκανε ἐτότε τρεῖς σταυροὺς εἰς τὴν ἐπιστολή της,
τὴν ἔστειλε στὸν βασιλιὰ μαζὶ μὲ τὴν εὐχή της.

Ὁ ὑπηρέτης ἔτρεξε καὶ μὲ χαρὰ μεγάλη,
Ἁγίας τὴν ἐπιστολὴ εἰς τὸν νεκρὸν εἶχε βάλει.

Καὶ τότε θαῦμα ἔγινε, νεκρὸς ποὺ ἀνεστήθη,
ὁ ἡγεμόνας κι ὁ λαὸς τότε εὐχαριστήθη.

Μέγας Θεὸς τῶν χριστιανῶν, τότε φωνάξαν ὅλοι,
πιστέψαν καὶ βαπτίστηκαν παρευρεθέντες ὅλοι.

Βαπτίστηκε ὁ βασιλιάς κι ἡ οἰκογένειά του,
εἰς τὴν ἁγία ἔστειλε χρυσάφι ἡ ἀφεντιά του.

Σὰν πέθανε ὁ βασιλιάς, μὰ καὶ ἡ σύζυγός του,
χειροτονήθη διάκονος ἐτότε ὁ υἱός του.

Χήρεψε ἡ ἐπισκοπὴ ἀπὸ ἀρχιερέα,
καὶ ψήφισαν ἐπίσκοπο υἱὸν τοῦ βασιλέα.

Διάβολος ὁ μισόκαλος βλέπει καὶ ὑποφέρει,
νικήθηκε ἀπ᾿τὸ θῦμα του, δὲν θέλει νὰ τὸ ξέρει.

Ὁ ἡγεμόνας ἔστειλε πενήντα στρατιῶτες,
Ἁγία νὰ εὐλαβοῦνε εἰς τὴν μονὴ ἐτότες.

Μὰ ὁ Δεσπότης μας Χριστός, ὅραμα στὴν ἁγία,
εἶπε· ἔρχονται ἀλλόφυλοι, σὰν ἄγρια θηρία.

Θὰ ἔχεις κολαστήρια, ὅμως μὴ δειλιάσῃς,
θἆμαι μαζί σου πάντοτε, βοήθειά μου θἄχῃς.

Οἱ στρατιῶτες πήγανε τότε στὸ μοναστήρι,
συνέλαβαν τὴν Εὐδοκία, εἴχανε πανυγήρι.

Στὸ ἅγιο Βῆμα ἔτρεξε ἐτότε ἡ ἁγία,
σὲ ἕνα κουτὶ ἐκράταγε Ἁγία Κοινωνία.

Τέσσερες μέρες νηστικὴ ἀφῆσαν τὴν ἁγία,
μὲ σκεπασμένο πρόσωπο ἦταν ἡ Εὐδοκία.

Ὅταν ἀποκαλύψανε τότε τὸ πρόσωπό της,
ἀστραπιαῖα ἔλαμψε ὅλο το μέτωπό της.

Ὁ ἡγεμόνας ρώτησε ἐτότε τὴν ἁγία,
τὸ ὄνομα, καταγωγὴ καὶ ποιὰν ἔχει θρησκεία.

Τοῦ λέγει· ὀνομάζομαι Εὐδοκία
καταγωγὴ Σαμάρεια καὶ τοῦ Χριστοῦ θρησκεία.

Ὁ ἡγεμὼν τῆς ἔλεγε θεοὺς νὰ προσκυνήσῃ,
καὶ τὸν Σωτῆρα της Χριστὸ νὰ τόνε λησμονήσῃ.

Ἡ Εὐδοκία ἀπαντᾶ· Χριστὸν δὲν τὸν ἀρνοῦμαι,
τὰ εἴδωλα τὰ ψεύτικα τὰ μάτια μου μὴ δοῦνε.

Φρικτὰ βασανιστήρια ἄρχισαν στὴν ἁγία,
τὴν γύμνωσαν καὶ σάρκες της ἔγδερναν μὲ μανία.

Σὲ ἕνα ξύλο τὴν κρεμοῦν καὶ τὸ κουτὶ τῆς παίρνουν,
ποὺ ἅγιο ἄρτο ἦταν κλειστὸ, στὸν ἄρχοντα πηγαίνουν.

Ὁ ἡγεμόνας τὸ κουτὶ πῆγε νὰ τὸ ἀνοίξῃ,
μὰ φλόγα τὸν κατέκαυσε, παράλυτον τὸν ρίχνει.

Παρακαλεῖ τὸν ἥλιο θεό, νὰ τόνε ἰατρέψῃ,
τὴν μάγισσα, ὅπως ἔλεγε, θέλει νὰ τὴν παιδεύσῃ.

Τότε μεγάλη ἀστραπὴ τὸν ἔκαψε τελείως,
ὁ ἥλιος δὲν τὸν ἔσωσε καὶ ἤτανε γελοῖος.

Ἐκάησαν καὶ ἄλλοι πολλοί, προσεύχεται ἡ ἁγία,
ζωντάνεψαν καὶ πίστεψαν εἰς τοῦ Χριστοῦ θρησκεία.

Πολλὰ εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ἡ ἁγία,
ἀνέστησε ἕνα παιδὶ γυναίκας ἐν χηρείᾳ.

Ἦταν μεγάλος δράκοντας ποὺ μ᾿ ἕνα φύσημά του,
θανάτωσε χήρας παιδὶ ποὺ ἤτανε κοντά του.

Ἐπροσευχήθηκε θερμὰ καὶ πάλι ἡ ἁγία
καὶ ἀνεστήθη τὸ παιδί, δεήθη ἡ Εὐδοκία.

Τύραννος ἦν Βικέντιος γιὰ τὴν χριστιανοσύνη,
ἔπρεπε καὶ στὴν Εὐδοκία τὸ τέλος της νὰ γίνῃ.

Καὶ τὴν ἀποκεφάλισε τὴν πρώτη τοῦ Μαρτίου
τὸ πνεῦμα πέταξε ψηλὰ ζωῆς τῆς αἰωνίου.

Νἄχομε τὴν εὐχούλα σου Ἁγία Εὐδοκία
νὰ μᾶς φυλάῃ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.