Ἁγία Μάρτυς Ἁγνή

21 Ἰανουαρίου

Γεννήθηκε ἡ μάρτυρας στὴν θεομάχο Ῥώμη·
ἦταν ἁγνὴ στὸ σῶμα της καὶ στὴν ψυχὴ ἀκόμη.

Γονεῖς της ἦσαν εὐσεβεῖς, ἀπὸ ἀριστοκρατία,
ἡ Ἁγνὴ δεκαεξάχρονη ἦταν στὴν ἡλικία.

Ἤτανε κρίνο εὔοσμο, μὲ ζῆλον της μεγάλον,
ποὺ ζοῦσε σὲ βρωμερὸ ἐτότε περιβάλλον.

Κάνει ἱεραποστολὴ Χριστὸν νὰ διαδώσῃ,
σταυρὸν ὑπέμεινε γιὰ ἐμᾶς, ἄφεσι νὰ μᾶς δώσῃ.

Γυναῖκες συνεβούλευε, ἐρχόντουσαν κοντά της
μὰ πιὸ πολὺ ἐπείθοντο μὲ τὸ παράδειγμά της.

Ὁ ἄρχοντας ταράχτηκε, ποὺ ἄκουσε στὴ Ῥώμη,
πώς ἡ Ἁγνὴ ἐκήρυττε χριστιανισμὸ ἀκόμη.

Διέταξε, τὴν ἔφεραν τὴν νεαρὰν μπροστά του
τῆς ἔλεγε νὰ προσκυνᾷ πάντα τὰ εἴδωλά του.

Ἂν ἀρνηθῇ τῆς ἔλεγε αὐτὴν παραγγελία
τότε σὲ πορνοστάσιο θἄβαζε τὴν Ἁγία.

Ἡ Ἁγία τοῦ ἀπήντησε· θεοὺς δὲν θυσιάζω
οὔτε τὸ πορνοστάσιο αὐτὸ δὲν δειλιάζω.

Ἡ πίστις μου ἀκράδαντη, Θεὸς θὰ μὲ φυλάξῃ
στὸ σῶμα μου καὶ στὴν ψυχὴ Ἁγνὴ θὰ εἶμαι ἐντάξει.

Ἐγωιστὴς καὶ βάρβαρος ὁ ἄρχοντας τῆς Ῥώμης,
ταράχτηκε σὰν ἄκουσε τότε Ἁγίας γνώμη.

Τότε Ἁγίαν ἔγδυσε βγάζει ἐνδύματά της
τὴν ἄφησε ἡμίγυμνη μὲ ἕνα φόρεμά της.

Διέταξε ὁ τύραννος περιφορὰ στὴν πόλι
γιὰ νὰ τὴν ρεζιλέψουνε τότε ἄνθρωποι ὅλοι.

Διὰ τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ ὑπέμεινε ἡ Ἁγία
βαρβάρου αὐτοκράτορα αὐτὴ τὴν τιμωρία.

Ἀφοῦ τὴν περιέφεραν ἡμίγυμνη στὴν Ῥώμη,
ὁ βάρβαρος ἐσκέφτηκε ποινὴ σκληρὴ ἀκόμη.

Μέσα σὲ πορνοστάσιο ἔβαλε τὴν Ἁγία,
κλεισμένη σὰν σὲ φυλακὴ νὰ κάνῃ ἁμαρτία.

Θερμότατα προσεύχεται εἰς τὸν Θεὸν ἡ Ἁγία
νὰ τὴν φυλάξῃ ἀμόλυντη νἄχῃ τὴν παρθενία.

Ἐπήγαιναν ἐκεῖ πολλοὶ νὰ κάνουν ἁμαρτία,
ἐγένοντο ὡσὰν νεκρή, χωρὶς ἐπιθυμία.

Θεὸς τὴν διεφύλαξε ἐτότε τὴν Ἁγία,
κι ἔμεινε ἁγνὴ καὶ καθαρή, εἶχε τὴν παρθενία.

Νέος ποὺ ἤτανε θρασὺς στὴν ὑπερηφανεία,
νὰ ἀτιμάσῃ θέλησε ἐκεῖνος τὴν Ἁγία.

Πάλι ξανὰ προσεύχεται ἐτότε ἡ ἁγία
καὶ ὁ Χριστὸς τὴν φύλαξε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Ὁ νέος ἐνεκρώθηκε, στὴν γῆ ἦταν πεσμένος,
σὰν κεραυνὸς τὸν χτύπησε· ἦταν ἀπεθαμένος.

Ὁ κόσμος ὅταν ἔμαθε ὅτι ἔγινε τέτοιο πράγμα,
στὴν Ῥώμη διαδόθηκε· ἦταν Θεοῦ τὸ θαῦμα.

Τότε πολλοὶ ἐπίστεψαν εἰς τοῦ Χριστοῦ θρησκεία,
εἶδαν μεγάλη δύναμι ποὔχει ἡ Ὀρθοδοξία.

Ξανὰ καλεῖ ὁ ἄρχοντας τὴν μάρτυρα μπροστά του,
πικρόχολα κι αὐστηρά, τὰ λόγια τὰ δικά του.

Παμπόνηρη ἀποκάλεσε τὴν νεαρὰ παρθένο,
γιατὶ τὸν ἐθανάτωσες τὸν τολμηρὸ τὸν νέο;

Μὲ θάρρος τότε ἡ Ἁγνὴ ἐξιστορεῖ τὸ θαῦμα
νὰ καταλάβει ὁ τύραννος πώς τύχαινε τὸ πράμα.

Ὅταν ἐσὺ διέταξες ἀνθρώπους νὰ μὲ πιάσουν
σὲ σπίτι τὸ ἁμαρτωλὸ καὶ νὰ μὲ ἀτιμάσουν.

Τότε μὲ ἀκολούθησε νέος ἀσπροντυμένος
κοντά μου ἐκαθότανε φύλακας ὁπλισμένος.

Καὶ ὅποιος μὲ ἐπλησίαζε νὰ κάνῃ ἁμαρτία,
ἀμέσως τοὺς ἐνέκρωνε κάθε ἐπιθυμία.

Ὁ ἴδιος ἐθανάτωσε νέον γιὰ τὴν αἰτία,
ποὺ ἤθελε στὸ σῶμα μου νὰ κάνῃ ἁμαρτία.

Ὁ ἄρχοντας ξαναρωτᾶ, ποῖος εἶν᾿ ὁ ἀσπροντυμένος;
ἄγγελος εἶναι τοῦ Θεοῦ, τοῦ εἶπε ἡ παρθένος.

Τότε τῆς λέγει ὁ ἄρχοντας, θὰ μάθω τὴν ἀλήθεια,
ἂν ἀναστήσῃς τὸν νεκρὸ κι ὄχι παραμύθια.

Χριστὸς ἔχει τὴν δύναμι νὰ τόνε ἀναστήσῃ,
ὅμως ἐσεῖς πιστεύετε εἰς τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστι;

Γονάτισε μὲ δάκρυα, δεήθη ἡ ἁγία,
ἐπροσευχήθη στὸν Θεὸν διὰ νεκροῦ αἰτία.

Τότε τὸ θαῦμα ἔγινε, νεκρὸς εὐθὺς ἀνέστη,
περιπατοῦσε ζωντανός, ὁ κόσμος εξανέστη.

Πολλοὶ γινῆκαν χριστιανοὶ εἰς τοῦ Χριστοῦ θρησκεία
ἄπιστοι ἐθεώρησαν τὸ θαῦμα σὲ μαγεία.

Ἄναψε τότε ὁ ἄρχοντας φωτιὰ πολλή μεγάλη,
καὶ τὴν Ἁγία ἔριξε εἰς τὸ καμίνι πάλι.

Ἐκάηκε τὸ σῶμα της, ἔφυγε ἡ ψυχή της,
στὸν οὐρανὸ προσεύχεται νἄχομεν τὴν εὐχήν της.