Ὅσιος Γεώργιος Χοζεβίτης

8 Ἰανουαρίου

Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται 8 Ἰανουαρίου,
ἡγούμενου τοῦ Χοζεβᾶ, Ὁσίου Γεωργίου.

Κύπριος στὴν καταγωγή, κι οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του
μὲ περιουσία μέτρια περνοῦσαν τὴν ζωή τους.

Εἶχε καὶ ἄλλον ἀδελφό, τὸν λέγαν Ἡρακλείδη,
πῆγε Ἱεροσόλυμα κι ἔκανε ταξίδι.

Στὸν Ἰορδάνη προσκυνᾶ καὶ Λαύρα Καλαμῶνος·
ἔγινε ἐκεῖ καλόγηρος, εὐλογημένος μόνος.

Ἔμεινε ὁ Γεώργιος μονάχος του στὸ σπίτι,
γονεῖς του ἀπεβίωσαν, εἶχε μεγάλη λύπη.

Ἐμάζεψε τὰ πράγματα ποὺ εἶχε κληρονομήσει
κι ἐπῆγε μ᾿ ἕνα θεῖο του, μαζί του γιὰ νὰ ζήσῃ.

Μονάκριβη ὁ θεῖος του εἶχε μιὰ θυγατέρα,
νὰ τὴν παντρέψει ἤθελε μὲ Γιῶργο μιὰν ἡμέρα.

Δὲν ἤθελε ὁ Γιῶργος νὰ παντρευτῇ ἀρνιόταν
καὶ πάντοτε τὰ κοσμικὰ ὅλα ἀποστρεφόταν.

Ἔφυγε ἀπὸ τὸ νησὶ, Ἁγίους Τόπους φτάνει
ἦταν παντοῦ προσκυνητής, μὰ καὶ στὸν Ἰορδάνη.

Στὴν Καλαμῶνος τὴν Μονὴ βρῆκε τὸν ἀδελφό του
τὸν πῆγε στὸν ἡγούμενο, τὸν εἶχε στὸ πλευρό του.

Τὸν κράτησε ὁ γέροντας, τοῦ εἶπε τί νὰ κάμῃ
ἕνα κανάτι μὲ νερὸ νὰ φέρῃ ἀπὸ τὸ ποτάμι.

Ὁρμητικὸ μὲ καλαμιὲς ἦταν τὸ ποταμάκι
γυρίζει αὐτὸς χωρὶς νερό· φοβήθηκε λιγάκι.

Γιατί, τοῦ λέγει ὁ γέροντας, ἄργησες στὸ ποτάμι;
τότε γιὰ τιμωρία του ἐσκέφθη τί νὰ κάμῃ.

Στὴν κεφαλὴ τὸν χτύπησε μὲ τὸ δεξί του χέρι
τὸ χέρι ἔμεινε ξερό, πονοῦσε, ὑποφέρει.

Ἥμαρτον, λέγει στὸ παιδί, τότε ὁ γέροντάς του
τοῦ ζήτησε συγχώρησι καὶ ἔκλαιγε μπροστά του.

Γέροντας τότε καὶ παιδὶ προσεύχονται οἱ δύο,
τὸ χέρι ἔγινε καλὰ στοὺς τάφους τῶν ἁγίων.

Φοβήθηκε ὁ Γεώργιος τότε κενοδοξία
μὲ ἀδελφό του ἀντάμωσε κι εὑρῆκε ἡσυχία.

Πάντοτε συμφωνούσανε σὲ ὅλη τὴν ζωήν τους
δὲν μαγειρεῦαν φαγητὰ γιὰ τὴν διατροφήν τους.

Τὰ ἀποφάγια μάζευαν ὅλα σὲ μιὰ λεκάνη
πατέρες ποὺ περίσσευαν δικό τους τὸ καζάνι.

Φωτιὰ ποτὲ δὲν ἄναψαν, ἔκαναν συμφωνία,
μόνον στοὺς ξένους πήγαιναν γιὰ φιλοξενία.

Ἀνέστησαν ἕνα παιδὶ ποὺ εἶχε ξεψυχήσει,
ἐπροσευχήθηκαν θερμὰ καὶ τὸ παιδὶ εἶχε ζήσει.

Μὲ εἰρήνη καὶ εὐλάβεια περνοῦσαν τὴν ζωήν τους,
ὑπακοή, ταπείνωσις, ἦταν ἡ διαγωγή τους.

Ὁ Ἡρακλείδης πέθανε στὰ ἑβδομήντα χρόνια
ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, ἐκεῖ νὰ ζῇ αἰώνια.

Στὴν ἐκκλησία ἔψαλλε μὲ ταπεινοφροσύνη,
ὁ Ἡρακλείδης ἀνάξιο τὸν ἑαυτό του κρίνει.

Στεκότανε σὲ μιὰ γωνιὰ μέσα στὴν ἐκκλησία,
ἐδιάβαζε ἐκεῖ ψαλμοὺς ὡς τὴν ἀκολουθία.

Καὶ ὁ πατὴρ Γεώργιος ἔμεινε στὸ κελλί του,
καὶ ἔκλαιγε τὸν ἀδελφὸ γιὰ τὴν κοίμησί του.

Ἡγούμενος τοῦ Χοζεβᾶ τότε στὸ μοναστήρι
πέθανε καὶ τὸν θάψανε μέσα στὸ κοιμητήρι.

Ἐτότε ὁ Γεώργιος στὸν Χοζεβᾶ πηγαίνει
ἡγούμενος Λεόντιος μαζί του συντυχαίνει.

Κατοίκησε σ᾿ ἕνα κελλὶ καὶ εἶχε γιὰ τροφή του
τὰ ἀποφάγια ἔτρωγε καὶ ζοῦσε τὸ κορμί του.

Εἰς τὰ κελιὰ τοῦ Χοτζεβᾶ ἔκανε ὁμιλία
γιά Κύριον Ἰησοῦ Χριστὸ θεία διδασκαλία.

Στερέωνε τοὺς χριστιανοὺς πολλὰ τὰ θαύματά του.
ἐδιαλαλοῦσαν οἱ πιστοί τὰ κατορθώματά του.

Ἄνθρωπος ἤτανε κι αὐτὸς ἔπρεπε νὰ πεθάνῃ,
ἔχαιρε ἡ ψυχούλα του, τὸ χρέος του εἶχε κάνει.

Μὲ ἐλαφριὰ ἀσθένεια ἔπεσε καὶ ἐκοιμήθη,
στὸν οὐρανὸ μὲ ἁγίους ἐκεῖ συναριθμήθη.

Ἐφίλησε τοὺς ἀδελφούς, ἀποχαιρετιστῆκαν,
γιά τελευταία πιὰ φορά χέρι του ἀσπαστῆκαν.

Στὶς τελευταῖες του στιγμὲς μαζὶ μὲ εὐλογία
δύο τρεῖς λέξεις ψέλισε, δική του ὁμιλία.

«Τώρα ψυχή μου ἔξελθε, πήγαινε ἐν Κυρίῳ»
μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τελείωσε τὸν βίο.

Εἶπε τὸν λόγο τρεῖς φορὲς καὶ βγῆκε ἡ ψυχή του
κι ἐπῆγε στὰ οὐράνια, νἄχομεν τὴν εὐχή του.

Μὲ λίγα λόγια γράψαμε γέροντα τὸν πρεσβύτη
βρίσκεται στὴν Ἁγία γῆ Μονὴ τοῦ Χοζεβίτη.

Τὸ ἱερό του λείψανο θάψαν τὴν ἄλλη μέρα
ποὺ ἡ ψυχὴ του ἔφυγε λευκὴ σὰν περιστέρα.