π. Γεώργιος Μεταλληνός - Στὸ στόχαστρο τῶν λαϊκιστῶν τὸ «μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν»

(Πηγή: Περιοδικὸ «Ρεσάλτο». Ὀκτ. 2008)


Ἀνταποκρίνομαι πρόθυμα στὴν πρόταση κάποιων συναδέλφων νὰ γράψω γιὰ τὸ «Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν», ὄχι διότι περιμένω τὴν διάσωσή του -«ἤδη ἐβάφη κάλαμος ἀποφάσεως»- ἀλλὰ «γιὰ τὴν ἱστορία», ὅπως λέμε. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκούονται καὶ κάποιες φωνὲς (καὶ κρύπτονται πολλὲς φωνὲς πίσω ἀπὸ τὸ κείμενο αὐτό), ποὺ δὲν χειροκροτοῦν τὴν σύμπραξη τῶν ἐκσυγχρονιστῶν μὲ τὴν «συντηρητική», λεγομένη, παράταξη στὴν ἐκθεμελίωση τοῦ Ἔθνους.

1. Βασικὸ ἐπιχείρημα γιὰ τὴν ἀμφισβήτηση τοῦ «Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν» (Μ.τ.Θ.) εἶναι ὁ (δῆθεν) «δογματικός, μονοφωνικὸς καὶ ὑποχρεωτικὸς χαρακτήρας του». Βέβαια, ὅσοι ἀντιμάχονται τὴν παρουσία τοῦ μαθήματος στὸ Ἐκπαιδευτικὸ Πρόγραμμα τῆς Χώρας μας, ζητοῦν νὰ ἐπιβάλουν... δημοκρατικότατα τὶς ἀτομικές τους ἀπόψεις ἐρήμην του Λαοῦ, ἀδιαφορώντας καὶ ἐδῶ στὴν ἔκφραση τῆς βούλησής του μὲ τὸ συνταγματικὰ κατοχυρωμένο δημοψήφισμα. Ἐπιθέσεις ὅμως δέχεται τὸ μάθημα καὶ «ἐκ τῶν ἔνδον», ἀπὸ ἀπροσγείωτους ὀνειροπόλους ἑνὸς ἀνερείστου φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ, ἀποξενωμένου ἀπὸ τὴν τραγικὴ πραγματικότητα, ποὺ δὲν ἐπιτρέπει δεοντολογίες μὴ πραγματοποιήσιμες «τό γε νῦν», ἀλλὰ τὸ κατὰ δύναμιν «λύσεις», μέσα στὴν ὑπάρχουσα πραγματικότητα, ὅσο ζοφερὴ καὶ ἂν εἶναι. Κινούμενοι στὴν οὐτοπία τοῦ (κατὰ τὴν κρίση τους) ἰδανικοῦ, καταστρέφουν, γιατὶ δὲν μποροῦν -ἢ δὲν θέλουν- νὰ οἰκοδομήσουν. Ἡ κατεδάφιση εἶναι εὔκολη- ἡ οἰκοδόμηση ὅμως ἀπαιτεῖ δουλειὰ πολλὴ καὶ ἱδρώτα, εἶναι ὑπόθεση ποιμαντικῆς πρακτικῆς.

Θὰ συμφωνήσω, βέβαια, ὅτι ἡ ὀρθόδοξη κατήχηση μετὰ τὸ βάπτισμα ἀνήκει στὸ κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς, ὡς ἐν Χριστῷ, ζωῆς, ὡς σταθερὰ οἰκοδομὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος σὲ κάθε ἡλικία, γιὰ τὴν διαμόρφωση ἑνιαίου ἐν Χριστῷ φρονήματος (Ρωμ. 15, 5). Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα μάθημα, ἀλλὰ πάθημα, βίωμα, ἐμπειρία. Ἡ μανία τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ τὸν 19ον αἰώνα εἶδε καὶ τὴν πίστη ὡς σχολικὸ μάθημα, στὰ ὅρια μίας ἀποξενωμένης ἀπὸ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Στὴν δίνη τῆς μανίας τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ-ἐκλατινισμοῦ ζήτησαν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ μία φωνὴ στὴν ἐκπαίδευση (γιὰ παιδεία μὴ μιλοῦμε, ἔχουμε πάρει ὁριστικὸ διαζύγιο μαζί της). Μόνο ὁ Καποδίστριας (1828-1831) προσπάθησε νὰ πράξει κάτι παραδοσιακό, ἀλλὰ χλευάσθηκε καὶ πολεμήθηκε ἀπὸ τοὺς ξένους μισσιοναρίους καὶ τοὺς συνεργάτες τοὺς δικούς μας (τὴν ἀφρόκρεμα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας) ὡς μεσαιωνικὸς καὶ ὑπονομευτὴς τῆς «προόδου». Γιατί; Διότι στὴν τράπεζα τῶν σχολείων του (στὰ γεύματα) διαβάζονταν, κατὰ τὸ μοναστηριακὸ πρότυπο, «Βίοι Πατέρων καὶ Ἁγίων»! Μετὰ ἔπεσαν, ὄχι ὡς μέλισσες, ἀλλ᾿ ὡς σφῆκες, οἱ εὐρωπαῖοι καὶ εὐρωπαϊστὲς καὶ ἐφάρμοσαν τὰ διαφωτιστικὰ ἢ καὶ εὐσεβιστικὰ προγράμματά τους, ποὺ καταβρόχθισαν καὶ τὰ «Θρησκευτικά». Ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ τὸ φρόνημα τῶν διδασκόντων (αὐτὸ ἰσχύει καὶ σήμερα) ἐξαρτήθηκε ἔκτοτε ἡ προσφορὰ τῆς Πίστης στὸ πλαίσιο τοῦ «Θρησκευτικοῦ μαθήματος». Ὅσο περισσότερο ἀδυνατίζει ἡ σχέση τῆς οἰκογένειας (καὶ τῶν παιδιῶν) μὲ τὴν λειτουργικὴ σύναξη καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατήχηση (ὅσο ἰσχνὴ καὶ ἂν εἶναι), τόσο περισσότερο εἶναι ἀναγκαία ἡ προσφορὰ τῆς πίστεως μὲ τὴν μορφὴ τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος, μὲ ὅλες τὶς ἀτέλειες, ὡς μία ἀνορθόδοξη πληροφόρηση, στὸ σύστημα λειτουργίας καὶ τῶν ἄλλων μαθημάτων. Τὸ σχολικὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν δὲν εἶναι, συνεπῶς, κατήχηση κατὰ κυριολεξία, ἀλλ᾿ ἁπλὴ πληροφόρηση γιὰ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας.

Εἶναι λοιπόν, τοὐλάχιστον οὐτοπικὸ νὰ νοσταλγοῦμε καταστάσεις τῆς ἱεροσολυμιτικῆς κοινωνίας τοῦ 1ου αἰώνα καὶ ἐπιστροφὴ «στὸ πρωτόκτιστον κάλλος», τὴν αὐθεντικότητα δηλαδὴ τῆς χριστιανικῆς ὕπαρξης, στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὸ 1830, καὶ ἰδιαίτερα τοῦ σήμερα, ποὺ δὲν «πάει παρακάτω», διότι «πιάσαμε πάτο». Ἡ λύση, συνεπῶς, δὲν εἶναι «πονάει δόντι, κόβει κεφάλι» (αὐτὸ εἶναι εὔκολο), ἀλλὰ συμμάζεμα πρῶτα του ἑαυτοῦ μας καὶ μετὰ τῆς οἰκογένειας καὶ τοῦ στενοῦ περιβάλλοντός μας, γιὰ νὰ ἀρχίσει νὰ γίνεται κάτι πρὸς τὴν ποθούμενη ἀπ᾿ ὅλους μας δυναμικὴ «ἐπιστροφή».

Ἡ ἀπόρριψη τοῦ «Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν», ἐπειδὴ δὲν διαθέτουμε τοὺς θεολόγους, ποὺ θὰ θέλαμε, εἶναι πολὺ ἁπλοϊκή, διότι τὸ μέτρο θὰ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοστεῖ πρῶτα σὲ μᾶς. Ἐπεκτείνοντάς το, μάλιστα, σὲ ὅλα τὰ μαθήματα, θὰ ἔπρεπε, ὅσα ἀπ᾿ αὐτὰ θεωρεῖται ἀναγκαῖο νὰ τὰ διδάσκονται οἱ μαθητὲς καὶ στὰ Φροντιστήρια, νὰ καταργοῦνται στὴν δημόσια ἐκπαίδευση, διότι ἡ διδασκαλία τους στὰ σχολεῖα δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἀφοῦ χρειάζονται τὰ φροντιστήρια. Ἡ πραγματικότητα ὅμως εἶναι ἄλλη. Ἡ Πολιτεία, οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ διανοούμενοι τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ, οὔτε ὀρθόδοξη θεολογία θέλουν, οὔτε πατερικὰ κείμενα. Διότι ἀναιροῦν αὐτόχρημα τὴν Νέα Ἐποχή, καὶ ὅλο τὸν ἀντίχριστο καὶ ἀπάνθρωπο πολιτισμό της. Ἡ παγκοσμιοποίηση καὶ ἡ πανθρησκεία ἀπαιτοῦν ὁλιστικὴ ἰσοπέδωση, πολτοποίηση (Zerquetschung) ὅλων τῶν πολιτισμῶν καὶ θρησκευμάτων σὲ ἕνα παγκόσμιο σύστημα «ἀξιῶν», ποὺ ἐπιβάλλει τὸν πλανητικὸ ἄνθρωπο-χρηστικὸ ὄργανο καὶ τὴν πλανητικὴ κοινωνία. Ὅ,τι δὲν ἐξυπηρετεῖ αὐτὸ τὸν προοδευτικὰ πραγματοποιούμενο στόχο εἶναι καθολικὰ ἀπόβλητο. Τὸ πανθρησκειακὸ ὅραμα ἐξορίζει καὶ τὸ «Μ.τ.Θ.», ὄχι ἐπειδὴ δὲν προσφέρει ὅσα θέλουν οἱ ὀνειροπόλοι στοχαστές μας, ἀλλὰ ἐπειδὴ προσπαθεῖ «ἐκ τῶν ἐνόντων», νὰ προσφέρει κάτι ἀπὸ αὐτά, παρὰ τὴν συνεχῆ καὶ ἀνελέητη παρακώλυση καὶ πίεση τῆς Πολιτείας (δομὴ σπουδῶν, σύνταξη βιβλίων βάσει τῶν καταρτιζομένων, ὄχι ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς ἑκάστοτε Πολιτείας, προγραμμάτων· ἔχω συγγράψει δύο βιβλία καὶ γνωρίζω καλὰ τὰ κρατοῦντα, κ.ἄ.

2. Βέβαια, γιὰ νὰ περάσουμε σὲ ἄλλο χῶρο, τὴν Πολιτεία μᾶς διακρίνει μόνιμα χάος ἀσυνέπειας μεταξὺ προγραμμάτων καὶ πράξης. Λ.χ. ὁ σκοπὸς τοῦ «Μ.τ.Θ», τὸ 1985, ὁρίζεται ὡς ἑξῆς ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Πολιτεία: «...Ἡ φανέρωση τῶν ἀληθειῶν τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν Θεό, γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἡ μύηση (αὐτὸ σημαίνει: συμμετοχὴ) τῶν μαθητῶν στὶς σωτήριες ἀλήθειες τοῦ Χριστιανισμοῦ μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ζωή... Ἡ βίωση τῶν ἀληθειῶν τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς πίστεως στὶς συγκεκριμένες περιστάσεις τῆς καθημερινῆς ζωῆς τοῦ μαθητῆ, γιὰ νὰ βελτιώνεται συνεχῶς «ἐν σοφίᾳ, ἡλικίᾳ καὶ χάριτι (Λουκ. 2, 52), γιὰ νὰ καταντήσει «εἰς ἄνθρωπον τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (πρβλ. Ἐφεσ. 4,13). Αὐτά, τὸ ὑπογραμμίζω, ἰσχύουν φυσικὰ γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους μαθητές, γιὰ τοὺς ὁποίους -καὶ κατὰ τὸ Ὑπουργεῖο- τὸ μάθημα εἶναι «ὑποχρεωτικό». Οἱ ἑτερόδοξοι -ἀλλόθρησκοι, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπαλλάσσονται αὐτοδικαίως, ἐκτὸς ἄν, ὅπως συμβαίνει πολλὲς φορές, ἐπιθυμοῦν νὰ τὸ παρακολουθοῦν. Γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε ὅμως στὸ πολιτειακὸ κείμενο, καὶ μόνο ἡ τελευταία φράση ἐντάσσει τὸ μάθημα στὴν ποιμαντικὴ προοπτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κατήχησης, καὶ τὸ ἀναγνωρίζει ὡς προέκταση τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας στὸν χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης, μὲ τὶς προϋποθέσεις καὶ δυνατότητες τοῦ σχολείου.

Καὶ εἶναι, πράγματι, μαζὶ μὲ τὴν Ἱστορία (ὅταν καὶ αὐτὴ προσφέρεται σωστὰ καὶ ὄχι, ὅπως σήμερα) τὸ μάθημα, ποὺ προσφέρει ἑρμηνευτικὰ κλειδιὰ γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ πολιτισμοῦ μᾶς (τοπωνύμια, ἑορτές, πανηγύρια, ἔθιμα, γλώσσα καὶ οἱ πάμπολλες, ἐμπνεόμενες ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ λατρεία, ἐκφράσεις της, τὸ περιεχόμενο τοῦ λαϊκοῦ βίου καὶ συνόλου τοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ ἐρευνᾶ καὶ ἀναπτύσσει ἡ Λαογραφία). Εἶναι τὸ μάθημα ποὺ μαζὶ μὲ τὴν Ἱστορία, βεβαιώνει τὴν ἀδιάκοπη ἱστορικὴ συνέχειά μας. Νὰ εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι τὴν τύχη τοῦ «Μ.τ.Θ» θὰ ἔχει καὶ τὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας, ἤδη δὲ ἄρχισαν καὶ τὰ δύο νὰ ἀκολουθοῦν πολιτειακὰ τὴν ἴδια διαδικασία ἀποδυνάμωσης, παράλληλα μὲ τὴν διαστρέβλωση, ποὺ προηγεῖται τῆς περιθωριοποίησης (ἀχρήστευσής) τους.

Τὸ 2003 ἔγινε ἡ ἰσχύουσα μέχρι σήμερα ἀναδιατύπωση τοῦ «σκοποῦ» τοῦ «Μ.τ.Θ», καθοριζόμενη -καὶ πάλι- ἀπὸ τὴν Πολιτεία. (ΦΕΚ 303/13.3.2003). (Διέρρευσε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀνέθεσε σὲ μία Ἐπιτροπὴ νέο προσδιορισμὸ τοῦ σκοποῦ τοῦ μαθήματος). Διαβάζουμε, λοιπόν: Ἡ διδασκαλία τοῦ «Μ.τ.Θ.» συμβάλλει: Στὴν ἀπόκτηση γνώσεων γύρω ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ παράδοση. Στὴν ἀνάπτυξη θρησκευτικῆς συνείδησης. Στὴν προβολὴ τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας ὡς ἀτομικοῦ καὶ συλλογικοῦ βιώματος. Στὴν κατανόηση τῆς χριστιανικῆς πίστης, ὡς μέσου νοηματοδότησης τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς. Στὴν παροχὴ εὐκαιριῶν στοὺς μαθητὲς γιὰ θρησκευτικὸ προβληματισμὸ καὶ στοχασμό. Στὴν κριτικὴ ἐπεξεργασία τῶν θρησκευτικῶν παραδοχῶν, ἀξιῶν, στάσεων. Στὴν διερεύνηση τοῦ ρόλου ποὺ ἔπαιξε καὶ παίζει ὁ Χριστιανισμὸς στὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν ἱστορία τῆς Ἑλλάδας καὶ τῆς Εὐρώπης. Στὴν κατανόηση τῆς θρησκείας ὡς παράγοντα, ποὺ συντελεῖ στὴν ἀνάπτυξη τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Στὴν ἐπίγνωση τῆς ὕπαρξης διαφορετικῶν ἐκφράσεων τῆς θρησκευτικότητας. Στὴν ἀντιμετώπιση τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων καὶ τῶν μεγάλων συγχρόνων διλημμάτων. Στὴν ἀνάπτυξη ἀνεξάρτητης σκέψης καὶ ἐλεύθερης ἔκφρασης. Στὴν ἀξιολόγηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς παράγοντα βελτίωσης τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων». Αὐτὰ προσδοκᾶ ἡ Πολιτεία μας ἀπὸ τὸ «Μ.τ.Θ.», ποῦ τὸ θεωρεῖ προέκταση τῆς θρησκευτικῆς ἐκπαίδευσης, ποὺ παρέχεται στὴν οἰκογένεια καὶ τὴν Ἐκκλησία, δεχόμενη ὅτι «ἡ παροχή της στὸ σχολικὸ περιβάλλον λειτουργεῖ συμπληρωματικὰ καὶ συντελεῖ στὴν ὁλοκληρωμένη μόρφωσή τους». Μόνο κακό, λοιπόν, θὰ προκύψει ἀπὸ τὴν μὴ συμμετοχὴ τῶν μαθητῶν στὸ μάθημα.

3. Ἡ στάση τῆς σημερινῆς Πολιτείας ἀπέναντι στὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν («ὑποχρεωτικό», ἀλλὰ μὲ δυνατότητα ἐπιλογῆς του καὶ ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους!) συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸ πάγιο αἴτημα τῶν ἐκσυγχρονιστῶν (ὅλων τῶν Κομμάτων), γιὰ «χωρισμὸ (διαχωρισμό, ὅπως ἀδόκιμα λέγουν) Ἐκκλησίας-Πολιτείας. Χωρισμὸς ὅμως δὲν εἶναι κατ᾿ αὐτούς, ὅπως τὸ κατανοοῦν οἱ πολλοί, ἡ διάκριση διοικητικῶν ἁρμοδιοτήτων (ρόλοι διακριτοί), διότι αὐτὸ ὑπάρχει, ἐπιβάλλεται καὶ κατοχυρώνεται μὲ τὸν Νόμο 590/1977, ποὺ εἶναι καὶ «Καταστατικὸς Χάρτης» τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας (ἄρθρο 2 σ᾿ αὐτὸ καθορίζεται ἡ συνεργασία/συναλληλία τῶν δύο χώρων σὲ τομεῖς, ποὺ ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὴν διακονία τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ). Χωρισμὸς στὸ στόμα ἢ τὰ κείμενα τῶν ἐκσυγχρονιστῶν σημαίνει: πλήρης ἀποσύνδεση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης καὶ Παράδοσης ἀπὸ ὅλους τοὺς τομεῖς τοῦ ἐθνικοῦ βίου. Κράτος λαϊκιστικὸ (Etat laic). Αὐτὸ σημαίνει κατὰ τοὺς ὑποστηρικτὲς αὐτοῦ του αἰτήματος: νομοθετικὴ ἐπιβολὴ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ πολιτικοῦ γάμου· καθαίρεση νομοθετικὰ ὅλων τῶν θρησκευτικῶν (χριστιανικῶν) συμβόλων, καὶ τῶν εἰκόνων, ἀπὸ ὅλους τοὺς δημόσιους χώρους· ὑποχρεωτικὴ πολιτικὴ κήδευση καὶ καύση νεκρῶν· κατάργηση τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν· ἐξαφάνιση κάθε θρησκευτικοῦ στοιχείου στὶς ἐθνικὲς ἑορτές· κατάργηση τῶν θρησκευτικῶν ἀργιῶν· νομοθετικὴ ἐκδίωξη τῶν Κληρικῶν ἀπὸ Νοσοκομεῖα, Φυλακές, Ἔνοπλες Δυνάμεις καὶ Σώματα Ἀσφαλείας κ.ἀ.

Ἡ κίνηση βέβαια αὐτή, σχετικὰ μὲ τὸ «Μ.τ.Θ.», δὲν εἶναι νέα. Ἄρχισε ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1962, ἐπὶ πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλῆ (†1999) καὶ ὑπουργοῦ Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας Γρηγορίου Κασιμάτη (†1987). Τότε ἀποφασίσθηκε ἐπιλεκτικὰ ἡ μονόωρη διδασκαλία τοῦ μαθήματος. Ἀλλὰ ἡ κατανόηση τοῦ «πειράματος» αὐτοῦ ἐπιτεύχθηκε ἀπὸ τὶς δηλώσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐν ὄψει τῆς ἔνταξής μας στὴν Ε.Ο.Κ. (τότε καὶ Ε.Ε. ἀργότερα), ὅτι «δὲν χρειαζόμεθα θεολόγους, ἀλλὰ τεχνοκράτες καὶ γεωπόνους». Αὐτὰ τὰ ἔχω ἀναπτύξει στὸ βιβλίο μου: Θεολογικὸς Ἀγώνας-1962, ἔκδ. ΠΑΡΟΥΣΙΑ, Ἀθήνα 1987, τὸ ὁποῖο εἶχε τὴν καλωσύνη τὸ ΠΟΝΤΙΚΙ/7.8.08 νὰ χρησιμοποιήσει σὲ ἄρθρο του γιὰ τὸ «Μ.τ.Θ». Ἐπὶ ἑπτὰ μῆνες (27.2 - 27.9.1962) κλείσαμε τὶς Θεολογικὲς Σχολὲς Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, διεξάγοντας ἕναν ἀγώνα, μὲ τέτοιο δυναμισμό, ποὺ συχνὰ ξεπερνοῦσε τοὺς ἀγῶνες τῆς Ἀριστερᾶς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ἀρκεῖ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι στὸ μεγάλο συλλαλητήριό μας στὶς 12.4.1962, μὲ πολλοὺς τραυματίες, ἀστυνομικοὺς καὶ φοιτητὲς θεολόγους, ἀκούσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ σὰν σύνθημα τὸ «1-1-4». Ἡ καθιερωμένη ἔκτοτε πορεία τῆς (ἐκσυγχρονιστικῆς) Πολιτείας εἶναι: ἀπὸ τὴν ἀποδυνάμωση καὶ ἀλλοίωση τοῦ μαθήματος στὴν ἔξωσή του ἀπὸ τὴν κρατικὴ ἐκπαίδευση. Αὐτὸ ἐφαρμόζεται μὲ θρησκευτικὴ εὐλάβεια! Σήμερα, λοιπόν, περνᾶμε μία νέα φάση αὐτοῦ του ἐγχειρήματος, ἴσως τὴν τελευταία.

Συνέχιση μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο, τῆς προσπάθειας ἐκείνης τῆς Πολιτείας, εἶναι ἡ πρόσφατη συμπαιγνία γιὰ δῆθεν ὑποχρεωτικότητα τοῦ μαθήματος. (Βλ. σχετικὸ ἄρθρο τοῦ συναδέλφου Παναγιώτη Μπούμη στὴν ἐφημερίδα «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ» / 4.9.08). Ὀρθὰ μὲν οἱ μὴ Ὀρθόδοξοι ἀπαλλάσσονται αὐτοδίκαια. Ἀφοῦ ὅμως καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουν δικαίωμα ὑποβολῆς ἀναιτιολόγητης αἴτησης ἀπαλλαγῆς, πῶς τὸ μάθημα εἶναι γι᾿ αὐτοὺς «ὑποχρεωτικό»; Καὶ πῶς ἐξ ἄλλου, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν «προσωπικῶν δεδομένων», μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ ἢ ὄχι σὲ κάποιον ἡ ἰδιότητα τοῦ «Ὀρθοδόξου»; Ναί, πρόκειται γιὰ συμπαιγνία, γιὰ νὰ μὴν πῶ «ἀπάτη»! Ἀνάλογη εἶναι καὶ ἡ κίνηση γιὰ μετατροπὴ τοῦ μαθήματος σὲ Θρησκειολογικό. Ἡ μεταβολὴ αὐτή, ποὺ προγραμματίζεται μεθοδικὰ (ἤδη ἐπεβλήθη «ἄνωθεν» σχετικὴ προεργασία στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης) ὁδηγεῖ στὴν ἀπονεύρωση τοῦ μαθήματος, μὲ τὴν διάπραξη μάλιστα ἑνὸς κολοσσαίου ἐπιστημονικοῦ-παιδαγωγικοῦ ὀλισθήματος: Ἡ γνώση, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, ἐνεργεῖται μὲ βάση τὶς ἀρχὲς τῆς ὁμοιότητας καὶ τῆς ἀντίθεσης (διαφορᾶς). Γι᾿ αὐτὸ εἶναι παγκόσμια θρησκειολογικὴ ἀρχή, ὅτι ἡ γνώση τῶν ἄλλων θρησκευμάτων, προϋποθέτει γνώση, καὶ μάλιστα καλή, τοῦ χώρου τῆς δικῆς μας Πίστης. Μάθηση in absurdum δὲν ὑπάρχει, οὔτε εἶναι δυνατή. Ἡ βαθμιαία σύσταση ὅμως δύο Θρησκειολογικῶν Τμημάτων (Ἀθήνα-Θεσσαλονίκη), μὲ ἔνταξή τους στὴν συνέχεια στὶς τοπικὲς Φιλοσοφικὲς Σχολές, δηλαδὴ ἡ οὐσιαστικὴ ἀλλοίωση τοῦ «Μ.τ.Θ.» (γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους) εἶναι τὸ προοίμιο γιὰ τὴν ἔξωση τοῦ Μαθήματος, τελικά, ἀπὸ τὴν δημόσια ἐκπαίδευση καὶ τὴν ἰδιωτικοποίησή του.

Ὁ ἀπώτερος στόχος μάλιστα τῶν ἐκσυγχρονιστῶν μᾶς εἶναι ἡ ἔξωση καὶ αὐτῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν ἀπὸ τὰ κρατικὰ Πανεπιστήμια, ἀφοῦ δὲν θὰ ἔχουν πιὰ λόγο ὕπαρξης (κατάρτιση Καθηγητῶν Θρησκευτικῶν γιὰ τὴν δημόσια ἐκπαίδευση) καὶ τὴν ὀρθόδοξη θεολογικὴ ἐκπαίδευση θὰ μποροῦν νὰ προσφέρουν οἱ 4 «Ἀνώτατες Ἐκκλησιαστικὲς Ἀκαδημίες», τὰ Πανεπιστήμια τῆς Ἐκκλησίας (Ἀθήνα, Θεσσαλονίκη, Βελλᾶ-Ἰωαννίνων καὶ Κρήτη), ποὺ παρήγαγε ἡ ἀγαστὴ συνεργασία τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου καὶ τῆς τέως Ὑπουργοῦ Παιδείας. Ὡς Κοσμήτορας (2004-2007) εἶχα τὸ θλιβερὸ προνόμιο νὰ ζήσω ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοὺς σχεδιασμοὺς αὐτοὺς καὶ τὶς ἐξελίξεις, ὅλο δὲ τὸ συναφὲς ἀποδεικτικὸ ὑλικὸ συγκέντρωσα στὸ βιβλίο: «Θέση καὶ ἀποστολὴ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης στὴν σύγχρονη κοινωνία. Πρακτικὰ Δ´ Συνεδρίου Θεολογικῶν Σχολῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, Ἀθήνα 24-25 Ἀπριλίου 2007», Ἀθήνα 2008. Σ᾿ αὐτὴ τὴν κίνηση ἐκόντες-ἄκοντες, συμβάλλουν καὶ ὅσοι ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ ἀπαιτοῦν τὴν κατάργηση τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Πρέπει δὲ νὰ δηλωθεῖ, ὅτι στὴν Εὐρώπη καὶ ὅλο τὸν Χριστιανικὸ κόσμο, οἱ Θεολογικὲς Σχολὲς εἶναι μέσα στὰ κρατικὰ Πανεπιστήμια ὡς ἐρευνητικὰ Ἱδρύματα. Διερωτώμεθα, συνεπῶς, ποιὰ Εὐρώπη ἀπαιτεῖ τὶς ἐπιχειρούμενες μεταβολές, ὅπως λέγεται...

Αὐτὸ τὸν σκοπὸ ἐξυπηρετεῖ, κατὰ τὴν δική μας (τῶν μαχόμενων Θεολόγων) ἐκτίμηση, ἡ ἀνωτατοποίηση τῶν τεσσάρων «Ἀνωτέρων Ἐκκλησιαστικῶν Σχολῶν» τὸ 2007, χωρὶς ἀποχρῶντα λόγο, ἀφοῦ ἦσαν καθαρὰ ἱερατικὲς καὶ παρῆγαν κληρικοὺς Α´ βαθμίδας, μὲ δικαίωμα τῶν ἀποφοίτων τους μετὰ ἀπὸ (πανεύκολες) κατατακτήριες ἐξετάσεις, νὰ φοιτήσουν στὶς Θεολογικὲς Σχολές μας καὶ νὰ ἀκολουθήσουν ἄλλη σταδιοδρομία. Οἱ τέσσαρες ὅμως «Ἀνώτατες Ἐκκλησιαστικὲς Ἀκαδημίες» (Α.Ε.Α.), ἐξυπηρετοῦν τὴν σχεδιαζόμενη ἀπὸ κάποιους ἰδιωτικοποίηση τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν μὲ τὴν ἀνάληψή του ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τελικὸ στόχο τὴν ἔξωσή του ἀπὸ τὰ κρατικὰ ἐκπαιδευτικὰ Προγράμματα.

Τὶς Σχολὲς αὐτές, γέννησε ἡ φιλοδοξία τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου νὰ καλύψει ἡ Ἐκκλησία τὸ κενό, μετὰ τὴν ἰδιωτικοποίηση τῆς θρησκευτικῆς ἐκπαίδευσης. Αὐτὸ ἀκούεται ἀπὸ ἐκκλησιαστικοὺς κύκλους, προσκείμενους στὸν μακαρίτη Ἀρχιεπίσκοπο. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ἔχει σημασία εἶναι, ὅτι ὁ Χριστόδουλος συνέπραξε πρόθυμα... στὴν ἐκπλήρωση τῶν στόχων τῆς Πολιτείας ἀντὶ νὰ καλέσει σὲ «ἀντίσταση», ὑποστηρίζοντας τὴν θέση τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν ἐκεῖ ποὺ ἀνήκουν, στὰ κρατικὰ δηλαδὴ Πανεπιστήμια. Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνουν σήμερα στὶς πρώην σοσιαλιστικὲς Χῶρες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ἡ Ρουμανία λ.χ. ἔχει 16 Ὀρθόδοξες Θεολογικὲς Σχολές, ὅλες ἐντεταγμένες στὰ κατὰ τόπους Κρατικὰ Πανεπιστήμια. Ἔτσι, ὁ προηγούμενος Ἀρχιεπίσκοπος συνήργησε στὸ νὰ ζήσουν οἱ Θεολογικὲς Σχολές μας μέσα στὴν (Ἑνωμένη) Εὐρώπη, ὅ,τι ἔζησαν οἱ ἄλλοι Ὀρθόδοξοι ἐπὶ σοβιετικοῦ καθεστῶτος.

4. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὅμως πρέπει νὰ ἀποσαφηνισθεῖ κάτι οὐσιαστικό. Ὑπάρχουμε πολλοὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο, ποὺ θὰ θέλαμε νὰ φύγει ἡ ὀρθόδοξη ἐκπαίδευση ἀπὸ τὰ χέρια μίας Πολιτείας, ποὺ δὲν μπορεῖ κἂν νὰ κατανοήσει τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ποιὰ ἡ σημασία της γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὴν κοινωνία, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἴδια μας τὴν Πατρίδα, καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὸν φυσικό της χῶρο, τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἐξομολογητικά, μάλιστα θὰ πῶ, ὅτι παλαιότερα, κινούμενος καὶ ἐγὼ σὲ πλαίσιο παραδοσιακοῦ ἰδεαλισμοῦ, ποὺ τὸ ζωντάνευα μὲ τὰ γραψίματά μου, ἤμουν ἀμετακίνητα ὑποστηρικτὴς τῆς συναλληλίας Ἐκκλησίας-Πολιτείας. Ἀπὸ μερικὰ χρόνια ὅμως, βλέποντας ποὺ ὁδηγεῖ σήμερα ὁ ἐναγκαλισμὸς μὲ τὴν Πολιτεία, τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ χωρισμοῦ τῶν δύο αὐτῶν μεγεθῶν, καὶ μάλιστα ἐπαχθοῦς, ἂν ὄχι τοῦ τύπου τῆς Ἀλβανίας τοῦ Χότζα, τουλάχιστον τοῦ σοβιετικοῦ, γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἀνάνηψή μας. Βλέπω ὅμως, ὅτι αὐτὸ δὲν τὸ ἐπιθυμεῖ πρῶτα ἡ Πολιτεία (τὰ Κόμματα), ποὺ στηρίζονται, παρὰ τὰ λεγόμενά τους, στὴν συνεργασία μὲ τὰ ἡγετικὰ πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ δικό τους συμφέρον.

Καὶ κάτι ἄλλο. Ὑποστηρίζω ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἀγάπης πρὸς τὴν ἐλευθερία τῆς ἀκαδημαϊκῆς ἔρευνας τὴν παραμονὴ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν στὰ κρατικὰ Πανεπιστήμια καὶ τὴν μὴ ἰδιωτικοποίησή τους, ὅταν μάλιστα διαπιστώθηκε, ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει ὁ οἰκουμενιστικὸς οἶστρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἡγεσίας. Ἡ τυχὸν μεταβολὴ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν σὲ ὄργανα μίας ἀλλοτριωμένης συνειδησιακὰ ἐκκλησιαστικῆς Ἡγεσίας θὰ εἶναι κάτι χειρότερο ἀπὸ θάνατο, θὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπειλὴ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία (πρβλ. τὴν περίπτωση τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης καὶ τὴν σύνταξη τῆς διαβόητης Ἐγκυκλίου τοῦ 1920- κατάφασης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ).

Τὸ πρόβλημα ποὺ ἄνοιξε καὶ πάλι σχετικὰ μὲ τὸ «Μ.τ.Θ.» εἶναι, ὅπως βλέπουμε περίπλοκο. Ἂς περιμένουμε λοιπὸν δύο πράγματα: α) Τὴν ἀντίδραση τοῦ Λαοῦ στὸ δικαίωμα ἀπαλλαγῆς τῶν μαθητῶν ἀπὸ αὐτὸ καὶ β) τὴν περαιτέρω πορεία τῶν πραγμάτων, ποὺ θὰ δικαιώσουν ἢ θὰ διαψεύσουν τὶς ἀνησυχίες μας. Εὔχομαι νὰ συμβεῖ τὸ δεύτερο.