Τὰ σύμπαντα σήμερον χαρᾶς πληροῦνται, Χριστὸς ἐτέχθη ἐκ Παρθένου

τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους


Πράγματι, κάθε πιστὸς καὶ εὐσεβὴς χριστιανός, ὅπου γῆς, χαίρεται χαρὰν μεγάλην, διότι ἐτέχθη ὁ Σωτήρ.

Συγχαίρουν οἱ ἅγιοι ἄγγελοι καὶ οἱ ψυχὲς τῶν Ἁγίων.

Χαίρονται καὶ οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι, γιατί στὶς μεγάλες ἑορτὲς σπάζει ἡ μονοτονία τῆς καθημερινότητος καὶ ὁ ἑορταστικὸς διάκοσμος τοὺς ξεκουράζει. Ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες· «βίος ἀνεόρταστος, ὁδὸς ἀπανδόχευτος».

Ἀλλὰ ἡ χαρὰ τῶν πιστῶν ψυχῶν δὲν εἶναι μόνο ψυχολογική, ἐξωτερική, πρόσκαιρη. Εἶναι βαθειὰ πνευματική. Πηγάζει ἀπὸ τὴν αἴσθησι τῆς ἀπείρου ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας τοῦ Ἁγίου Θεοῦ ποὺ ἐκδηλώθηκε μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Λόγου.

Ἀναφωνεῖ ἡ πιστὴ ψυχὴ μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο·

«Ὢ τῆς καινῆς μίξεως! Ὢ τῆς παραδόξου κράσεως! Ὁ Ὢν γίνεται καὶ ὁ ἄκτιστος κτίζεται καὶ ὁ ἀχώρητος χωρεῖται... Καὶ ὁ πλουτίζων πτωχεύει· πτωχεύει γὰρ τὴν ἐμὴν σάρκα, ἵν᾿ ἐγὼ πλουτήσω τὴν αὐτοῦ θεότητα. Καὶ ὁ πλήρης κενοῦται, ἵν᾿ ἐγὼ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως. Τὶς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Τί τὸ περὶ ἐμὲ τοῦτο μυστήριον; Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καὶ οὐκ ἐφύλαξα· μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς σαρκός, ἵνα καὶ τὴν εἰκόνα σώσῃ καὶ τὴν σάρκα ἀθανατίση»1.

Πηγάζει ἀκόμη ἡ χαρὰ ἀπὸ τὴν δωρηθεῖσα στοὺς ἀνθρώπους εἰρήνη καὶ εὐδοκία τοῦ Οὐρανίου Πατρός.

Διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅτι καὶ πρὸ Χριστοῦ ὑπῆρχαν μερικοὶ δίκαιοι ἄνθρωποι, ποὺ εἶχαν δεχθῆ τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ εἰρήνη ἦταν χωρὶς τὴν «εὐδοκία», γιατὶ ὁ Λόγος δὲν εἶχε σαρκωθῆ. Δὲν ἦταν «τελεία καὶ ἀμετάθετος», οὔτε ἐδίδετο σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους2.

Μὲ τὴν σάρκωσι τοῦ Λόγου ἐπῆλθεν εἰρήνευσις, συμφιλίωσις καὶ καταλλαγὴ τοῦ ἐπαναστατημένου ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν.

Ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἐπιστροφὴ καὶ εἰρήνευσις διὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ συνετέλεσε, ὥστε νὰ ἀποκατασταθῇ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους εἰρήνη καὶ ἀγάπη.

Μποροῦμε πραγματικὰ νὰ χαιρώμαστε, ὅταν ἀπολαμβάνουμε βαθειὰ εἰρήνη μὲ τὸν Θεό, τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν συνάνθρωπο.

Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ποὺ δὲν χαίρεται γιατὶ δὲν εἰρηνεύει, προσπαθεῖ μὲ τὴν ἐξωστρέφεια νὰ ξεχάσῃ τὴν δυστυχία του. Γι᾿ αὐτὸ δὲν θέλει νὰ μείνῃ οὔτε γιὰ λίγο μόνος του, χωρὶς κάποιο ἐξωτερικὸ ἐρέθισμα νὰ τὸν ἀπασχολῇ.

Γράφει κάπου ὁ Πασκάλ, ὅτι ὁ πιὸ δυστυχὴς ἄνθρωπος εἶναι ὁ βασιλιᾶς. Γι᾿ αὐτὸ ἔχει πάντα κοντά του τὸν γελωτοποιό, γιὰ νὰ τὸν κάνῃ νὰ ξεχνᾷ τὴν δυστυχία του.

Σύγχρονες μορφὲς γελωτοποιῶν γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ τοῦ λείπει ἡ εἰρήνη καὶ ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τὸ ραδιόφωνο, ἡ τηλεόρασι, τὸ διαδίκτυο, τὸ κινητὸ τηλέφωνο, οἱ ἀπρόσωπες καὶ θορυβώδεις διασκεδάσεις, ἡ μέθη τῆς ταχύτητας, ὁ ἀκτιβισμός.

Εὐτυχεῖς ὅσοι θὰ μείνουν γιὰ λίγο μόνοι τους, θὰ διαπιστώσουν τὸ ἐσωτερικό τους κενὸ καὶ ἀνικανοποίητο καὶ θὰ ἀναζητήσουν τὸν Λόγο.

Εὐτυχεῖς ὅσοι θὰ ἑτοιμάσουν τὸν ἔσω ἄνθρωπο γιὰ νὰ ἀνακλίνουν σ αὐτὸν τὸν σαρκωθέντα Θεό. Τότε πράγματι θὰ εἰρηνεύσουν καὶ θὰ χαροῦν.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μὲ τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ, θὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸν ἀγώνα ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ νὰ εἰρηνεύσουμε μὲ τὸν Θεό, τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν συνάνθρωπό μας·

«Αὐτὴν τὴν εἰρήνη νὰ φυλάσσωμε, ἀδελφοί, ὅσο μποροῦμε. Διότι αὐτὴν ἐλάβαμε ὡς κληρονομία ἀπὸ τὸν Σωτῆρα μας ποὺ ἐγεννήθη σήμερα καὶ μᾶς ἔδωσε τὸ Πνεῦμα τῆς υἱοθεσίας, διὰ τῆς ὁποίας γινόμεθα «κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ»3.

Ἂς εἰρηνεύωμε λοιπὸν μὲ τὸν Θεό, τηρώντας ὅσα εἶναι εὐάρεστα σὲ Αὐτόν· τὴν σωφροσύνη, τὴν φιλαλήθεια, τὴν δικαιοπραγία, τὴν καρτερία στὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις, «ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν»4 καὶ ὄχι μόνο με τὰ χείλη.

Ἂς εἰρηνεύωμε μὲ τοὺς ἑαυτούς μας, ὑποτάσσοντας τὴν σάρκα τῷ πνεύματι (τὸ σαρκικὸ φρόνημα στὸν νόμο τοῦ Πνεύματος), ἐκλέγοντας νὰ ζοῦμε ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ συνείδησίς μας καὶ φροντίζοντας, ὥστε ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος τῶν λογισμῶν νὰ κινῆται μὲ κοσμιότητα καὶ καθαρότητα. Διότι ἔτσι μόνο θὰ καταστείλωμε τὸν ὄντως ἐμφύλιο πόλεμο ποὺ διεξάγεται μέσα μας.

Ἂς εἰρηνεύωμε μεταξύ μας, «ἀνεχόμενοι ὁ ἕνας τὶς ἀδυναμίες τοῦ ἄλλου καὶ συγχωρώντας, ἂν τυχὸν κάποιος ἔχει παράπονο ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὅπως καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς συνεχώρησε»5 καὶ δείχνοντας μεταξύ μας εὐσπλαχνία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν μεταξύ μας ἀγάπη, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του καὶ μόνο πρὸς ἐμᾶς μᾶς εὐσπλαχνίσθηκε καὶ γιὰ χάρι μας ἐνηνθρώπησε.

Ἔτσι, λοιπόν, ἀφοῦ ἀνορθωθοῦμε ἀπὸ τὴν πτῶσι τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν δική Του βοήθεια καὶ Χάρι καὶ ἀφοῦ ἀνεβοῦμε (πνευματικά) διὰ τῶν ἀρετῶν, θὰ ἀποκτήσουμε «τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς»6 ἀπὸ ὅπου περιμένουμε τὴν ἐλπίδα μας νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ νὰ ἀπολαύσωμε τὰ οὐράνια καὶ αἰώνια ἀγαθὰ ὡς τέκνα τοῦ Οὐρανίου Πατρός.

Αὐτὴ τὴν ἀπόλαυσι εὔχομαι ὅλοι ἐμεῖς νὰ ἐπιτύχωμε κατὰ τὴν μέλλουσα ἔνδοξη Παρουσία καὶ Ἐπιφάνεια τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖον ἀνήκει δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν»7.

Ἅγια Χριστούγεννα 2005


1. Λόγος ΛΗ´, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, 13.

2. Ὁμιλία ΝΗ´

3. Ρωμ. η´ 17.

4. Ἐφ. ε´ 19

5. Πρβλ. Κολ. γ´ 13.

6. Φιλ. γ´ 20.

7. Ὁμιλία ΝΗ´, Εἰς τὴν κατὰ σάρκα σωτήριον Γέννησιν του Κυρίου, 15.