Ὁ Ὀρθόδοξος Μοναχισμὸς κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη

τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπὸ τὴν εἰσήγηση τοῦ σεβαστοῦ Γέροντα στὸ Α´ Ἐπιστημονικὸ Συνέδριο «Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: ἡ ζωὴ καὶ ἡ διδασκαλία του», τὸ ὁποῖο διωργανώθη (καὶ διεξήχθη) ἀπὸ τὸ Ἱερὸ κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου στὶς 21-23 Σεπτεμβρίου 1999. Πηγή: «ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, ὁ πελώριος σμάραγδος»


Πρὸ ἐτῶν Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἀναφερόμενος στὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν χαρακτήρισε ὡς ἕνα εὐφυῆ μοναχό. Ἄραγε ὁ ἅγιος Νικόδημος ἦτο μόνο ἕνας εὐφυὴς μοναχὸς καὶ ὄχι ἕνας ἅγιος καὶ σοφὸς κατὰ κόσμον καὶ κατὰ Θεὸν μοναχὸς καὶ μία ἀληθινὴ πατερικὴ μορφή;

Ἕτερος Καθηγητὴς πρὸ ὀλίγων ἐτῶν προσῆψε βαρύτατες κατηγορίες κατὰ τοῦ Ἁγίου, χαρακτηρίζοντάς τον ὡς ἠθικιστὴ καὶ ὡς ὑπεύθυνο γιὰ τὴν ἐπικράτηση στὴν νεοελληνικὴ κοινωνία τοῦ δυτικοῦ πνεύματος. Στὶς κατηγορίες αὐτὲς ἀπήντησε ἡ Ἱερὰ Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους μὲ ἐμπεριστατωμένο κείμενό της.

Ὀφείλονται ἄραγε οἱ ἀπόψεις αὐτὲς σὲ ἄγνοια τῆς χαρισματούχου προσωπικότητας καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου ἢ σὲ ἐσφαλμένες καὶ μὴ ὀρθόδοξες θεολογικὲς προϋποθέσεις; Τοὺς Ἁγίους δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς δοῦμε σωστά, ἐὰν δὲν προσπαθοῦμε νὰ ζοῦμε κατὰ τὸν τρόπο ἢ τὸ πνεῦμα τῆς ἰδικῆς των ζωῆς. Ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ συμμετέχοντας στὶς ἁγιορείτικες ἀγρυπνίες θὰ ἀκούσει τοὺς λόγους τοῦ Ἁγίου στοὺς Ἀθωνίτες Πατέρες καὶ στοὺς Νεομάρτυρες καὶ τὶς Ἀκολουθίες ποὺ γι᾿ αὐτοὺς ἔγραψε, δὲν θὰ νιώσει τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἄνωθεν σοφία τοῦ Ἁγίου μας καὶ δὲν θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Θεόν, ποὺ χάρισε στὴν Ἐκκλησία Του στὰ δύσκολα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ἕνα τέτοιον πατέρα καὶ διδάσκαλο;

Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μελετηθεῖ καὶ νὰ παρουσιασθῇ ἡ προσωπικότης καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου. Ὄχι γιατί ὁ Ἅγιος ἔχει ἀνάγκη νὰ τιμηθεῖ καὶ ἀποκατασταθεῖ. Ἀλλὰ γιατί ἐμεῖς ἔχουμε ἀνάγκη νὰ τοποθετηθοῦμε σωστὰ ἀπέναντί του γιὰ τὴν ἰδική μας ὀρθὴ πορεία καὶ σωτηρία.

Ὀφείλουμε χάριτας στὴν ὁμώνυμη τοῦ Ἁγίου εὐλογημένη Ἱερὰ Μονὴ γιὰ τὴν πρωτοβουλία της νὰ ὀργανώσῃ τὸ σεμνὸ αὐτὸ Συνέδριο.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὑπῆρξε πρὸ πάντων ἕνας ταπεινός, γνήσιος, ἀληθινός, ἅγιος μοναχός. Πίστευε βαθιὰ στὴν ἀξία τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ τὴν ἔζησε, ἀφ᾿ ἧς ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος μέχρι τὴν μακαρία τελευτή του, μὲ ἀδιάκοπο ζῆλο καὶ συνέπεια.

Ἔφθανε τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας μοναχικῆς του ζωῆς, γιὰ νὰ εἶναι ὑποτύπωσις καὶ στηλογραφία κάθε ὀρθοδόξου μοναχοῦ. Ὅμως, ἐπειδὴ ἔλαβε πλουσία τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «ἔρρευσαν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος» (πρβλ. Ἰω. ζ´, 38) καὶ «ἐξηρεύξατο ἡ καρδία του λόγους ἀγαθούς» (πρβλ. Ψαλμ. 44) περὶ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Ἂς ἀντλήσομε καὶ ἐμεῖς, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτοὺς νάματα καθαρά, τὰ ὁποῖα εἴθε δι᾿ εὐχῶν τοῦ Ἁγίου καὶ δι᾿ εὐχῶν σας νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ κατανοήσουμε βαθύτερα καὶ νὰ βιώσουμε τὴν χριστιανικὴ καὶ μοναχική μας πολιτεία.


Α´. Ὁ ἅγιος Νικόδημος θαυμαστής, ἐραστὴς καὶ διαπρύσιος κῆρυξ τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Ἀφ᾿ ὅτου ὡς νέος γνώρισε τοὺς ὁσίους Γέροντες Σίλβεστρο, Ἀρσένιο, Γρηγόριο καὶ Νήφωνα, ὁ θεῖος πόθος πυρπόλησε τὴν καρδιά του γιὰ τὴν ἰσάγγελον ζωὴ τῶν μοναχῶν. Τόσος ἦταν ὁ ἔνθεος ζῆλος του, ὥστε τοῦ ἦταν ἀδύνατον νὰ παραμείνη καὶ μία ἀκόμη στιγμὴ στὸν κόσμο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ περιστατικὸ ποὺ ἔλαβε χώρα στὸ λιμάνι τῆς Νάξου τὴν ἡμέρα τῆς ἀναχωρήσεώς του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ὅταν γράφη γιὰ τὸ κάλλος τῆς παρθενίας καὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς, δὲν φείδεται λέξεων καὶ ἐκφράσεων γιὰ νὰ τὸ περιγράψει:

«Τί ἄλλο ποθεινότερο, ὡσὰν τὸ νὰ μιμεῖται τινὰς ἐπὶ γῆς τῶν Ἀγγέλων τὴν πολιτείαν; Τί ἄλλο ἐρασμιώτερο ἢ μακαριστώτερο, ὡσὰν τὸ νὰ εἶναι τινὰς ἑνωμένος μὲ τὸν ἀγαπητόν του Θεὸν διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀδιάλειπτου ἐν καρδίᾳ προσευχῆς, ἥτις ξεῦρει νὰ ἀποκτᾶται διὰ μέσου τῆς ἡσυχίας; Καὶ πότε μὲν νὰ φωνάζει μὲ τὸν Παῦλον «τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ...» καὶ τὰ ἑξῆς· πότε δὲ μὲ τὸν θεοφόρο Ἰγνάτιο «ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται...»;.

Ὅταν στὶς διδαχές του πρὸς τοὺς ἐν τῷ κοσμῷ Χριστιανοὺς ὑποχρεώνεται νὰ συγκρίνει τὴν μοναχικὴ ζωὴ μὲ ἄλλους τρόπους χριστιανικῆς ζωῆς, αὐτὸς ὁ ἐραστὴς τῆς μοναχικῆς ζωῆς γράφει:

«Διατὶ νὰ μὴ διάλεξης τὴν παρθενικὴ ζωὴν τῶν μοναχῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πλέον καλλίτερα, ἡ πλέον ἁγιότερα καὶ ἡ πλέον μακαριότερα ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ζωᾶς τῶν ὑπανδρεμένων;».

Ὅταν πάλιν ἑρμηνεύει τὸν ἀναβαθμὸ τοῦ πλ. α´ ἤχου: «τοῖς ἐρημικοῖς ζωὴ μακαρία ἐστι, θεικῷ ἔρωτι πτερουμένοις», γράφει:

«μακαρία δὲ εἶναι ἡ ζωὴ τῶν ἐρημιτῶν. ..διατὶ αὐτοὶ πτεροῦνται πρὸς τὸν Θεὸν μὲ ἕνα διάπυρον, μὲ ἕνα ὑπερβολικόν, καὶ μὲ ἕνα ἐπιτεταμένον ἔρωτα».

Χρησιμοποιεῖ ἐπίθετα ποὺ ἀποκαλύπτουν τὸν θεῖο ἔρωτα τῆς ἰδικῆς του ψυχῆς καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν ἐρημία. Γι᾿ αὐτὸ κάνει τὴν πολὺ ὀρθὴ παρατήρηση:

«Ἀλλ᾿ οὐδὲ εἶπεν ὁ Μελωδὸς ὅτι οἱ ἐρημίται ἐρῶσι τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι πτεροῦνται μὲ τὸν θεϊκὸν ἔρωτα».


Β. Οἱ ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Νικοδήμου περὶ τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς στὴν ἐπιστολὴ «Ἀπολογία περὶ Μοναχισμοῦ».

Συστηματικότερα ἐκθέτει τὶς ἀπόψεις του περὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς ὁ Ἅγιος στὴν ἐν λόγω ἐπιστολή. Τὴν εἶχε στείλει σὲ κάποιον Θωμᾶ, σπουδαστὴ στὴν Βιέννη, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει μαθητὴς τοῦ ἀοιδίμου διδασκάλου, ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, καὶ ἐκ Βιέννης εἶχε γράψει κατὰ τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Ὁ ἅγιος Νικόδημος, ἐκ συμπαθείας πρὸς τὸν ὑπεραλγοῦντα ἅγιο Ἀθανάσιο, στὸν ὁποῖο ὁ νεαρὸς Θωμᾶς εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ γίνῃ μοναχός, καὶ ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν πλανηθέντα αὐτὸν σπουδαστή, ἔγραψε διεξοδικὴ ἀνασκευὴ τῶν ἑξῆς κατὰ τοῦ μοναχισμοῦ ἀπόψεων ποὺ περιείχοντο στὸ γράμμα τοῦ Θωμᾶ:

α) Ὅτι δὲν ὑπάρχει χειρότερο καὶ ὀλεθριώτερο πράγμα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωή.

β) ὅτι οἱ ἐρημίται δὲν ἄφησαν συγγράμματα ἀληθείας καὶ δὲν ὠφέλησαν μήτε ἑαυτοὺς μήτε τὸν κόσμο,

γ) ὅτι ἡ νηστεία δὲν ἔχει ἱκανὰ ἐρείσματα στὴν Ἁγία Γραφή,

δ) ὅτι ἡ ἀσκητικὴ κακοπάθεια δὲν τιμᾶ τοὺς ἀσκητές, ἀλλὰ τοὺς κατατάσσει μὲ τὰ ἄλογα ζῶα. Καί,

ε) Ἡ παρθενία τῶν μοναχῶν προσκρούει στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν αὔξηση τοῦ γένους καὶ στὴν εὐλόγηση τοῦ γάμου ἀπὸ τὸν Κύριο ἐν Κανᾷ.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος, ἔναντι τῶν ἀπόψεων αὐτῶν ἐκθέτει τὰ ἑξῆς:

α) οἱ ὅσιοι Πατέρες μὲ τὴν ἄσκησή τους στὴν ἔρημο ἔφθασε σὲ τελεία ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ἀληθινὰ ὠφέλησαν τὸν ἑαυτό τους. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν προσευχή τους ἐξιλέωναν τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου καὶ παντοιοτρόπως εὐεργετοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους, ἐπιστρέφοντες τὰ πλήθη στὴν θεογνωσία. Ἄφησαν ἐπίσης συγγράμματα ἀπαράμιλλου ἀξίας καὶ αἰωνίου κύρους, ὅπως τὰ ἀσκητικὰ τοῦ Μεγ. Βασιλείου, ἡ Κλίμαξ, ἡ Φιλοκαλία κ. ἄ. Ἀκόμη καὶ οἱ Κανόνες τῶν Ἱερῶν Συνόδων εἶναι ἐν τινι μέτρῳ ἔργο τῶν ὁσίων μοναχῶν, ἐφ᾿ ὅσον σ᾿ αὐτὲς παρίστατο καὶ μοναχοὶ καὶ ἀσκητές.

β) Τὴν νηστεία θεσμοθέτησε ὁ Θεὸς στὸν Παράδεισο τῆς Ἐδέμ, φύλαξαν Ἰουδαῖοι καὶ ἐθνικοί, καὶ ἐπανανομοθέτησε ὁ Κύριος νηστεύσας 40 ἡμέρες στὴν ἔρημο. Ὁ σκοπὸς τῆς νηστείας εἶναι νὰ καθαρθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν παχύτητα τῶν παθῶν, ὥστε ὁ νοῦς νὰ λεπτυνθεῖ καὶ νὰ γίνῃ ἐπιτήδειος γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐργασία.

γ) Μὲ τὴν ἀσκητικὴ κακοπάθεια τιθασεύονται οἱ ἐμπαθεῖς ὁρμὲς καὶ ὁ νοῦς ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν ἠμπορεῖ νὰ ἀδολέσχη στὰ πνευματικὰ νοήματα. Μὲ αὐτὴν οἱ μοναχοὶ ἀγωνίζονται νὰ μιμηθοῦν τὴν πολιτεία τῶν Ἀγγέλων. Ἡ πολύωρος προσευχὴ στὸν ναό, ἡ μονολόγιστος εὐχή, δὲν εἶναι βατολογία ἀλλὰ ἔλλογος συνομιλία μὲ τὸν Θεό. Τὸ γυμνητεύειν εἶναι ἑκούσιος μίμησις τοῦ γυμνωθέντος ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ Κυρίου. Ἡ ἀγρυπνία προσφέρει στὴν ψυχὴ χερουβικοὺς ὀφθαλμοὺς γιὰ νὰ θεωρεῖ τὸν Θεό. Ἡ πείνα, τέλος, καὶ ἡ δίψα γυμνάζουν τὸν νοῦ νὰ ἡγεμονεύει ἐπὶ τῶν ἀλόγων ὀρέξεων ἀντὶ νὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ αὐτές.

δ) Τὴν παρθενία τίμησε ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε παρθένος ἐκ παρθένου Πατρὸς κατὰ τὴν ἄναρχο Θεία Του γέννησι καὶ ἐκ τῆς ἀειπαρθένου Μητρός Του κατὰ τὴν ἐν χρόνῳ δευτέρα Του γέννησι. Τὴν παρθενία τίμησαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὅπως ὁ ἐπιστήθιος μαθητὴς Ἰωάννης καὶ ἰδιαιτέρως ὁ μέγας Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἤθελε καὶ οἱ ἔχοντες γυναίκα νὰ ζοῦν ὡς μὴ ἔχοντες, διότι παράγει τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου. Ἡ παρθενία εἶναι μίμησης τῆς μακάριας ζωῆς τῶν πρωτοπλάστων πρὸ τῆς πτώσεως.

Κατακλείων τὴν ἐπιστολή του ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐπισημαίνει τὰ αἴτια τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως καὶ τῆς κατὰ τοῦ μοναχισμοῦ πολεμικῆς τοῦ σπουδαστοῦ τῆς Βιέννης. Μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴν ἀπειρία τῆς ὀμορφιᾶς καὶ γλυκύτητας τῆς μοναχικῆς ζωῆς, περὶ τῆς ὁποίας γράφει:

«Ἄχ, ἀδελφέ μου· πιστευσόν μοι ἐξ ἀγάπης καὶ ἀληθείας λέγοντι, ὅτι ἂν ὁ Θεὸς ἤθελε σὲ καταξίωση νὰ ἔλθεις νὰ καθίσεις ὄχι πολύ, ἀλλὰ μόνο δυὸ χρόνους, καὶ ὁπωσοῦν νὰ ἔλθη ὁ νοῦς σου εἰς ἑαυτὸν ἐκ τοῦ κάτωθεν διασκορπισμοῦ καὶ περιπλανήσεως, βεβαιότατα ἤθελες εὐχαριστῇς κάθε ὥραν μὲ γλυκύτατα δάκρυα τὸν ἅγιον Θεόν, ἤθελες ἐλεεινολογήσεις τοὺς χρόνους ὅπου πέρασες εἰς τὴν ματαιότητα...».

Δὲν παραλείπει μάλιστα στὸ τέλος νὰ τὸν προτρέψει στὴν μοναχικὴ ζωὴ γιὰ νὰ ἐκπλήρωση τὴν πρώτη του ὑπόσχεση:

«Φαντάσου πάντοτε καὶ συλλογίσου τὴν καλογερικὴ ζωὴν ὡς μέγα τι πράγμα καὶ οὐράνιον... Τοιαύτης εὐτυχίας καὶ δόξης ἐπιτυχεῖν πόθησον, ἀδελφέ, καὶ καταλιπῶν τὴν αὐτόθι Πεντάπολιν (ἐννοεῖ τὴν Βιέννη), φεῦγε ὡς ὁ Λὼτ εἰς τὸ ὄρος τοῦτο τὸ Σηγώρ, τὸν λιμένα τῆς σωτηρίας, τὸν εὐανθῆ τῆς Θεοτόκου παράδεισον, νὰ ἐνδυθεῖς τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ νὰ ἀποδώσεις τῷ Κυρίῳ τὰς εὐχάς σου, ἵνα καὶ Θεὸν καὶ Ἀγγέλους καὶ Ἁγίους χαροποίησῃς...ἐξαιρέτως δὲ τὸν ἱερόν σου διδάσκαλο καὶ πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐν Χριστῷ σου ἀδελφούς».


Γ. Ἡ μοναχικὴ ζωὴ κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀγάπησε τὴν τελεία μοναχικὴ ζωή, ὅπως αὐτὴ ἀποκρυσταλλώθηκε στὴν Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν. Οὐδέποτε φαίνεται νὰ ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τὸν δυτικὸ ἀκτιβιστικὸ μοναχισμό. Δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἄσκηση ὡς αὐτοσκοπό, ἀλλὰ ὡς μέσο γιὰ τὴν τελεία ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν εἶναι αὐστηρὸς στὶς συμβουλές του, δὲν περιορίζει τὸ νόημα στὴν σωματικὴ κακοπάθεια, ἀλλὰ ἀποβλέπει στὴν ἐλευθερία τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν καὶ στὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς νοερᾶς ἐργασίας.

Στὶς διδασκαλίες του περὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς φαίνονται τὰ γνωρίσματα τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ. Σημειώνουμε τὰ σπουδαιότερα:

α) Ὁ πόθος καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό.

Φεύγει ὁ μοναχὸς στὴν ἔρημο, μακριὰ ἀπὸ τὰ φθαρτὰ καὶ μάταια τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ ἀγαπήσει ἀμετεωρίστως «τὸ ἄκρον καὶ ἀνώτατον ἐραστόν, ὅπερ ἐστὶν ὁ Θεός». Τὸ ἄπειρον θεῖο κάλλος ἕλκει τὴν ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ πρὸς ἕνα «ἄπαυστον καὶ ἀεικίνητον» θείο πόθο, ἡ δὲ ἔρημος βοηθεῖ στὸ νὰ μὴ ἀνακόπτεται, ἀλλὰ διαρκῶς νὰ ἀναρριπίζεται πρὸς τελειότερα ἀγάπη. Αὐτὰ λέγει ὁ Ἅγιος ἑρμηνεύων τὸν δεύτερο ἀναβαθμὸ τοῦ α´ ἤχου «τοῖς ἐρημικοῖς ἄπαυστος ὁ θεῖος πόθος ἐγγίνεται, κόσμου οὐσι τοῦ ματαίου ἐκτός»: «Ἡ ἀγάπη καὶ ὁ πόθος τῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἡσυχίᾳ κατοικούντων μοναχῶν, δὲν ἕλκεται ἀπὸ κανένα ὑλικὸ καὶ μάταιο πράγμα· οὔτε γίνεται ἄλλοτε ἄλλος, δελεαζόμενος ἀπὸ ἡδονές, ἢ πλοῦτο, ἢ δόξα τὰ ὁποῖα φθείρονται καὶ ἀφανίζονται... Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρος κατὰ φύσιν καὶ ἄφραστος, διὰ τοῦτο καὶ ὁ πρὸς τὸν Θεὸν πόθος τῶν ἐρημιτῶν δὲν στέκεται ποτέ, ἀλλ᾿ εἶναι πάντοτε ἄπαυστος καὶ ἀεικίνητος, πάντοτε λαμβάνων αὔξησιν, καὶ πάντοτε τρέχων πρὸς τὸ ἀνώτερον... Σπουδάζει μὲν γὰρ ὁ νοῦς νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ ὕψος τοῦ θείου κάλλους, καὶ νὰ χωρήσῃ αὐτὸ ὁλόκληρο ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἠμπορεῖ, διὰ τοῦτο στοχαζόμενος, ὅτι ἐκεῖνο ὅπου δὲν ἐδυνήθη νὰ χωρήσῃ, εἶναι ἀνώτερο καὶ ἡδονικώτερο ἀπὸ ἐκεῖνο, ὅπου χώρησε· τούτου χάριν θαυμάζει καὶ ἀπορεῖ· ἐκ δὲ τοῦ θαυμασμοῦ, γεμίζει ἀπὸ θείους ἔρωτας, καὶ πόθους ἀναρριπίζει διακαεῖς τῇ ψυχῇ... τὴν ἀπορία πορισμὸ ἐρώτων τιθέμενος, κατὰ τὸν ἅγιον καὶ νηπτικώτατο Κάλλιστο».

β) Ἡ ἡσυχία.

Ἡ ἡσυχία κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο, εἶναι ὁ καταλληλότερος τόπος καὶ τρόπος γιὰ νὰ ἐργάζεται ὁ νοῦς τὴν ἀδιάλειπτο νοερὰ ἐργασία. Δὲν ἀντιλαμβάνεται ὁ Ἅγιος τὴν ἡσυχία ὡς ἀπραξία. Οἱ ἱερῶς ἡσυχάζοντες ἀσκοῦν μία σύντονο καὶ ἀδιάλειπτο νοερὰ ἐργασία νίψεως καὶ προσευχῆς.

«Οἱ δὲ ἐν τῇ ἐρήμῳ καθήμενοι, καὶ τὴν ἡσύχιον ζωὴν μεταχειριζόμενοι, αὐτοὶ καταφρονοῦσι μὲν ὅλα τὰ ἠδέα, καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ποθούμενα, ὡς βλαπτικὰ τῆς ψυχῆς καὶ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ χωρίζοντα· συμμαζόνουσι δὲ τὸν νοῦν τους, ἀπὸ κάθε σύγχυσιν τοῦ κόσμου καὶ θεωρίαν, μέσα εἰς τὴν καρδίαν τους, καὶ ἐκεῖ ἀδιαλείπτως προσεύχονται, μελετῶντες τὸ παμπόθητον καὶ γλυκύτατον ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ λέγοντες ἀγαπητικῶς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ ἀδιάλειπτου προσευχῆς καὶ συχνῆς μελέτης τοῦ θείου ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, ἀνάπτουσι μὲν τὴν καρδίαν τους εἰς μόνον τὸν τοῦ Θεοῦ πόθον καὶ ἔρωτα, ἐκτείνουσι δὲ καὶ τὸν νοῦν ἑαυτῶν εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ θείου κάλλους. Ὅθεν ἀπὸ τὸ ὑπέρκαλλον ἐκεῖνο κάλλος καταθελγόμενοι, καὶ ἔξω γενόμενοι ἑαυτῶν, λησμονοῦσι καὶ φαγητά, καὶ ποτά, καὶ φορέματα καὶ αὐτὴν τὴν φυσικὴ ἀνάγκην τοῦ σώματος».

γ) Ἡ Χριστομίμητος ὑπακοή.

Ἡ ὑπακοὴ τῶν μοναχῶν δὲν εἶναι μία ἐξωτερικὴ πειθαρχία, ἠναγκασμένη ἢ συμβατική. Πρότυπό της ἔχει τὴν ὑπακοὴ τοῦ Κυρίου στὸν Οὐράνιό Του Πατέρα, κατὰ τὸ «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. β´, 8), καὶ στὴν Ὑπεραγία Μητέρα Του καὶ τὸν δίκαιο Ἰωσήφ, κατὰ τὸ «ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς» (Λουκ. β´, 51).

Ἀληθινὴ ὑπακοὴ εἶναι ἡ ὑπακοὴ φρονήματος. Γράφει ὁ Ἅγιος:

«Ὑπότασσε λοιπὸν εἰς αὐτὸν [τὸν διὰ τοῦ μοναδικοῦ σχήματος γενόμενον γέροντά σου], ὄχι μόνον ὅλα σου τὰ θελήματα, τὸ ὁποῖον εἶναι εὐκολότερον, ἀλλ᾿ ἀκόμη καὶ ὅλα σου τὰ φρονήματα, τὸ ὅποιον εἶναι δυσκολότερον. Πολλοὶ γὰρ ὑποτακτικοὶ ἐκκόπτουσι καὶ τὸ θέλημά των καὶ κάμνουσι τὸ θέλημα τοῦ γέροντός των, μὰ τὸ φρόνημά των δὲν τὸ ἐκκόπτουσι καὶ μάλιστα ἂν εἶναι, καὶ λογιώτατοι ἀλλ᾿ ἐχουσι πάντοτε μίαν τοιαύτην ἰδέαν βαθέως ριζωμένη εἰς τὴν καρδίαν τους, ὅτι ἐκεῖνο ὁποῦ αὐτὰ φρονοῦσι καὶ συλλογίζονται διὰ κάθε πράγμα, εἶναι καλλίτερον καὶ φρονιμώτερο ἀπὸ ἐκεῖνο ὁποῦ φρονεῖ καὶ συλλογίζεται ὁ γέροντάς των».

Μὲ τὴν διδασκαλία αὐτὴ ὁδηγεῖ τὸν ὑποτακτικὸ στὴν ἀληθινὴ ταπείνωση, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου.

δ) Ἡ ἐργασία.

Τὸ ἐργόχειρο ἢ τὸ διακόνημα εἶναι ἀπαραίτητο στὸν μοναχό, γιὰ λόγους ποὺ ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐπισημαίνει. Πρῶτα, γιὰ νὰ μὴ ἔχῃ ὁ λογισμὸς τοῦ μοναχοῦ ἀφορμὲς μετεωρισμοῦ. Καὶ ἔπειτα, γιὰ νὰ μὴ ὑποχρεώνεται ὁ μοναχὸς νὰ βγαίνει στὸν κόσμο γιὰ συλλογὴ ἐλεημοσύνης, διότι ἀπὸ αὐτὸ προκαλοῦνται πειρασμοὶ καὶ πτώσεις, δημιουργοῦνται ἀφορμὲς σκανδαλισμοῦ τῶν κοσμικῶν καὶ εἰσάγονται στὰ μοναστήρια κοσμικὲς συνήθειες καὶ φρονήματα.

Διευκρινίζει ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅτι τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας πρέπει νὰ εἶναι τέτοιο, ὥστε νὰ μὴ βάζει τὸν μοναχό σε μέριμνες, πειρασμοὺς καὶ αἰσχροκέρδειες, Ἰδιαιτέρως δὲ γιὰ τὸν ἐρημίτη νὰ μπορεῖ νὰ ἐπιτελεῖται ἀπερίσπαστος στὸ ἐρημικό του καλύβι.

ε) Ἡ προσευχή.

Ὅλος ὁ μοναχικὸς ἀγώνας, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο, συντείνει στὸ νὰ ἐξασφάλιση στὸ νοῦ τὴν ἐλευθερία νὰ προσεύχεται ἀπερίσπαστος. Ὁ ἴδιος ὡς ἐρημίτης εἰργάζετο τὴν μονολόγιστο εὐχὴ καὶ αὐτὴν συνιστοῦσε ἐνθέρμως:

«Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, παρακαλῶ σε καὶ τρίτον, ἂς εἶναι γλυκὺ μελέτημα τῆς καρδίας σου, ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι ἐντρύφημα τῆς γλώσσης σου· ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι τὸ ἀδολέσχημα καὶ ἡ ἰδέα τοῦ νοός σου· ἐν συντομίᾳ, ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι ἡ ἀναπνοή σου· καὶ ποτὸ νὰ μὴ κορέννυσαι ἐπικαλούμενος τὸν Ἰησοῦν».

Ἀλλὰ παραλλήλως δίδασκε καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς κοινῆς προσευχῆς καὶ θείας λατρείας στὸν ναό. Στὸ ἔργο του «Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν» ὁ Ἅγιος προτρέπει τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανοὺς νὰ συμμετέχουν στὸν Ἑσπερινό, στὸν Ὄρθρο καὶ στὴν Θεία Λειτουργία μαζὶ μὲ τὰ παιδιά τους, γιὰ νὰ συνηθίζουν, καὶ συνιστᾶ νὰ μὴ ἀπέχουν ἀπὸ τὶς κοινὲς Ἀκολουθίες προφασιζόμενοι τὴν κατ᾿ ἰδίαν προσευχὴ στὸ σπίτι. Χάριν τῆς κοινῆς προσευχῆς στὸν ναὸ συνέθεσε Κανόνες διαφόρων ἑορτῶν, συνέταξε τὸ Θεοτοκάριο καὶ ἑρμήνευσε τοὺς εἱρμοὺς τῶν δεσποτικῶν καὶ θεομητορικῶν ἑορτῶν, ὥστε ἡ ψαλμωδία νὰ εἶναι λογικὴ λατρεία.

στ) Ἡ ἀγάπη.

Ἡ μοναχικὴ ἄσκησις χωρὶς ἀγάπη δὲν σώζει. Ὁ ἅγιος Νικόδημος τὸ τονίζει μὲ ἔμφαση:

«Δὲν εἶναι θρήνων ἄξιον, νὰ βλέπη τινὰς τόσους καὶ τόσους ἀδελφοὺς νὰ ἀφήσουν τὸν κόσμον, καὶ νὰ κατοικοῦν μέσα εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰ σπήλαια, διὰ νὰ σώσουν τὴν ψυχήν τους· νὰ ἐκχέουν τόσους αἱματωμένουςἱδρῶτας· νὰ ἀγωνίζονται μὲ ὑπερβολικοὺς ἀγῶνας, νηστειῶν, ἀγρυπνιῶν, κακοπαθειῶν, νωτοφοροῦντες, ὑδροφοροῦντες, καὶ πεζοὶ ὁδεύοντες μέσα εἰς δύσβατους καὶ ἀμφικρήμνους τόπους, καὶ ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτά, νὰ βλέπη τοὺς τοιούτους νὰ τρέφουν εἰς τὴν καρδίαν τους ἓν τόσον φαρμακερὸ βασιλίσκο; τὸ μίσος, λέγω, κατὰ τῶν ἀδελφῶν τους; ὤ! καὶ τίς νὰ μὴ ἀναστενάξει; ὤ! καὶ τίς νὰ μὴ χύσῃ καρδιοστάλακτα δάκρυα;».

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἄσκησε τὴν ἀγάπη, παρότι ἔζησε ἔντονα τὶς συνέπειες τῶν ἀγώνων του ὑπὲρ τῶν ὀρθοδόξων παραδόσεων, κατηγορήθηκε, συκοφαντήθηκε, διώχθηκε.

Στὴν Ὁμολογία Πίστεως, ποὺ χρειάσθηκε νὰ σύνταξη γιὰ νὰ πληροφόρηση, ὅπως λέγει, τοὺς μὴ εἰδότας καὶ νὰ διόρθωση τοὺς ἐν γνώσει κατηγοροῦντας, γράφει περὶ τῶν κατηγόρων του ποὺ δυστυχῶς εἶχαν ἀποκλίνει ἀπὸ τὴν ἀγάπη:

«Ἡ μοναδικὴ πολιτεία ἀπαιτεῖ νὰ ἔχουν οἱ Μοναχοὶ πραότητα, καὶ ἀταραξία καρδίας· αὐτοὶ ὅμως οἱ εὐλογημένοι...ταράττονται, ἀνάπτουν ἀπὸ τὸν θυμό, καὶ εὐθὺς λέγουν τὰ δυσφημότατα... καὶ μὲ τοῦτο δείχνουν τὸ μίσος καὶ τὴν πικρία, ὅπου φυλάττουν μέσα εἰς τὴν ψυχήν τους».

Τοὺς παρακαλεῖ νὰ συνέλθουν, νὰ ἀφήσουν τὰ πείσματα, νὰ ἐκριζώσουν τὸ μίσος καὶ νὰ ἐγκολπωθοῦν τὴν ἀγάπη.

Στὴν ἀντίθετη περίπτωση, καταλήγει ὁ ἅγιος Νικόδημος, «ἐὰν δὲν ἐκριζώσετε τὸ μίσος ἀπὸ τὴν καρδίαν σας, καὶ δὲν ἐμφυτεύσετε τὴν ἀγάπην, καὶ ἐὰν δὲν παύσετε ἀπὸ τὰς κατὰ τῶν ἀδελφῶν σας δυσφημίας, νὰ ἠξεύρετε (καὶ σύγγνωτε ἡμῖν διὰ τὴν τόλμη) ὅτι ματαίως κατοικεῖτε εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνά· μάταιοι εἶναι ὅλοι οἱ ἀσκητικοί σας ἀγῶνες καὶ κόποι καὶ ἵδρωτες· νὰ εἰποῦμε καὶ τὸ μεγαλύτερον; μαρτύριο αἰσθητὸ ἐὰν ὑπομείνετε διὰ τὸν Χριστόν, ἔχετε δὲ μίσος, μάταιο εἶναι τὸ τοιοῦτον μαρτύριό σας».


Δ´. Ὁ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Ὁ Ἅγιος δὲν θαύμαζε μόνο, οὔτε μόνο ὑμνοῦσε τὴν μοναχικὴ ζωή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν προσωπική του πείρα ἔγινε καὶ διδάσκαλος αὐτῆς. Πρόκρινε καὶ συνιστοῦσε τὴν μοναχικὴ ἔνταξη τῆς ἐν τῷ κοσμῷ χριστιανικῆς ζωῆς διὰ τοὺς δυναμένους χωρεῖν ὅπως φαίνεται στὴν ΣΤ᾿ Μελέτη του στὰ Πνευματικὰ Γυμνάσματα, ὅπου ἐξηγεῖ γιατί ἡ μοναχικὴ ζωὴ εἶναι καλλιτέρα, ἁγιοτέρα καὶ μακαριοτέρα τῆς ἐν τῷ κόσμῳ. Θεωροῦσε ὅτι ἡ μοναχικὴ ζωὴ εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος μετανοίας. Γι᾿ αὐτὸ εὔχεται σὲ ὅσους τυχὸν ἁμάρτησαν πολύ, νὰ τοὺς φώτιση ὁ Θεὸς νὰ γίνουν μοναχοὶ «καθότι ἡ Μοναχικὴ πολιτεία, εἶναι πολιτεία τῆς μετανοίας».

Ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶχε γευθεῖ τοὺς γλυκεῖς καρποὺς τῆς μοναχικῆς ἀσκήσεως, ἤθελε ὅλοι οἱ δυνάμενα νὰ γίνουν μοναχοί, νὰ μὴ παρασυρθοῦν ἀπὸ τὴν φιλοζωία καὶ φιλοσαρκία καὶ παραμείνουν ἔτσι στὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὴν στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδὸ τῶν μοναχῶν:

«Εἶδες ἀδελφέ, πόσα καλὰ προξενεῖ ἡ ἐρημικὴ ζωή; εἶδες εἰς ποῖον ὕψος θεϊκοῦ πόθου ἀναβιβάζει τὸν ἄνθρωπον; λοιπόν, ἐὰν καὶ ἐσὺ ἐπιθυμεῖς τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐρημικῆς ζωῆς, ταύτην τὴν ζωὴν ἀγάπησον, ταύτην διάλεξε ἀπὸ τὰς ἄλλας ζωάς· καὶ ἀφήσας κόσμον καὶ τὰ ἐν κοσμῷ φθαρτὰ καὶ μάταια, πήγαινε εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος ἢ εἰς τὸ Σιναῖον, ἢ εἰς κανένα ἄλλο μέρος, γενοῦ μοναχός».

Ἤθελε ἡ ἀναχώρησις ἀπὸ τὸν κόσμο νὰ ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὸν ἀγώνα νὰ ἐκριζωθοῦν οἱ προλήψεις καὶ φαντασίες τῶν κοσμικῶν πραγμάτων, ὥστε στὴν ζωὴ τοῦ μοναχοῦ νὰ φανερώνεται ἡ διπλὴ σταύρωσις, γιὰ τὴν ὁποία λέγει ὁ Ἀπόστολος «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται, κἀγὼ τῷ κόσμῳ». Ἀποτέλεσμα τῆς διπλῆς αὐτῆς πράξεως τοῦ σταυροῦ εἶναι νὰ σβήσει ὁ πόθος γιὰ τὰ κοσμικὰ καὶ νὰ ἀνάψει ὁ θεῖος πόθος.

Νὰ ἐγκατάλειψη ὁ μοναχὸς τὸν τόπο τῆς μοναχικῆς του ἀσκήσεως εἶναι κινδυνωδέστατο. Ὁ ἅγιος Νικόδημος συμβουλεύει: «μὴ ἐπιστραφῆς πάλιν εἰς τὸν κόσμον καὶ τὰς τοῦ κόσμου φροντίδας... ἀλλ᾿ ὑπομένων ὑπόμενε ἢ εἰς τὴν ἡσυχία καὶ ἔρημον, ἢ ἐν ἂν ἐκλήθης Κοινοβίῳ,ἢ ἐν Σκήτῃ, ἢ ἐν Κελλίῳ, ἢ ἐν Μοναστηρίῳ, ἐκεῖ καὶ μένε· κίνδυνος γὰρ μέγας ἀκολουθεῖ σοι ἀγαπητέ, μήπως ἐξερχόμενος ἐκ τοῦ τόπου σου, ἐξέλθης καὶ ἐκ τοῦ τρόπου σου».

Ἀποκαλύπτει ὁ Ἅγιος τὶς πιὸ συχνὲς αἰτίες μεταβάσεως στὸν κόσμο καὶ συμβουλεύει: «Πρόσεχε δὲ μὴ σὲ ἀπατήσει ὁ διάβολος καὶ σὲ ἐκβάλει ἀπὸ τὴν ἡσυχία, ἢ διατὶ ἠσθένησας καὶ θέλεις νὰ ἰατρευθῇς, ἢ διὰ νὰ ὑπάγης εἰς σχολεῖον νὰ μάθης τάχα μεγαλύτερα μαθήματα- ἐκ τοῦ διαβόλου γὰρ εἶναι αἱ προφάσεις αὑταί, μὲ σκοπὸν διὰ νὰ σὲ ρίψη εἰς καμία παγίδα, καὶ νὰ θανάτωση τὴν ψυχήν σου, ἐν τῷ κοσμῷ εὑρισκομένου».

Προτρέπει ὁ ἅγιος Νικόδημος τοὺς μοναχοὺς νὰ εἶναι φῶς καὶ παράδειγμα γιὰ τοὺς κοσμικούς, ὅπως περὶ τῆς μοναχικῆς πολιτείας γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας. Γράφει: «Πρόσεχε ὅμως ἀγαπητέ, καὶ ἐὰν γένης μοναχός, ἀγωνίσου νὰ εἶσαι φῶς εἰς τοὺς κοσμικούς· καὶ νὰ γίνεσαι τύπος καὶ καλὸν παράδειγμα εἰς αὐτούς· ἵνα βλέποντες τὰ καλά σου ἔργα, δὲν κατηγοροῦν τὴν μοναχικὴν πολιτείαν, ἀλλὰ μάλιστα ἐπαινοῦν αὐτὴν καὶ παρακινοῦνται εἰς τὸ νὰ μιμοῦνται αὐτὴν· καύχημα γὰρ τῆς Χριστοῦ ἐκκλησίας ἡ μοναχικὴ πολιτεία».

Συνιστᾶ ὁ Ἅγιος ἐπίσης στοὺς μοναχοὺς νὰ ἐπιδίδονται στὴν ἀνάγνωση τῶν Βίων τῶν Ἁγίων, διότι «οἱ μὲν ἀρχάριοι ἐξ αὐτῶν, διδάσκονται τὴν ξενιτιά, τὴν ἀποταγὴ καὶ τὴν παραίτηση τοῦ κόσμου, τὴν ὑποταγὴ καὶ ὑπακοή, τὸν θεῖον φόβον καὶ τὰς ἄλλας ἀρετάς, ὅπου ἀνήκουσιν εἰς αὐτούς· οἱ δὲ μεσαίοι καὶ προκύπτοντες, διδάσκονται τὴν κάθαρσιν τῶν παθῶν, τὴν διάκρισιν, τὴν διόραση, τὴν ἀρέμβαστον προσευχή, τὴν μετὰ λόγου ἡσυχία καὶ τὰς ἄλλας ἀρετάς, ὅπου συνιστῶσι τὸν βαθμό τους, καὶ τελευταῖον, οἱ τέλειοι διδάσκονται ἀπὸ τοὺς βίους τούτους, τὴν ἀληθῆ καὶ ὑψοποιὸν ταπείνωσιν, τὴν θείαν ἀγάπη, τὴν ἔλλαμψιν τοῦ νοός, τὸν φωτισμὸ τῆς καρδίας, τὴν πρόγνωσιν τῶν μελλόντων, τὴν τοῦ νοὸς ἁρπαγὴ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν ἀπόκρυφων μυστηρίων».

Εἶναι, τέλος, ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος συμβουλεύει τὸν ἐξάδελφό του ἐπίσκοπο Εὐρίπου Ἱερόθεο, ὅτι ἡ μοναχικὴ ζωὴ ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη προετοιμασία γι᾿ αὐτὸν ποὺ καλεῖται νὰ ἀναλάβει τὴν διαποίμανση τοῦ λάου τοῦ Θεοῦ, τὸν ἀρχιερέα, καὶ ἐξαίρει τὴν παλαιὰ συνήθεια τῆς Ἐκκλησίας «τὸ νὰ ἐκλέγονται δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ σεμνοῦ τάγματος τῶν Μοναχῶν, ὅλοι ἐκεῖνοι... ὅσοι ἐμελλον νὰ ἀναβῶσιν εἰς τοὺς ὑπεροχικοὺς θρόνους τῆς ἀρχιεροσύνης, καὶ νὰ ἐγχειρισθῶσι προστασία ψυχῶν».


Ε´. Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

Καίτοι αὐστηρὸς ἡσυχαστὴς ὁ ἅγιος Νικόδημος, πονοῦσε τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ ζοῦσε στὴν ἄγνοια καὶ στερεῖτο πνευματικῆς φροντίδας. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὸν ἔκανε νὰ ἀνάλωση ὅλη του τὴν ζωὴ συγγράφοντας γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῶν ἀδελφῶν του Χριστιανῶν.

Μὲ τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον ἐνίσχυσε τοὺς πρώην ἀρνησιχρίστους νὰ ἐπιστρέψουν καὶ πολλοὶ νὰ μαρτυρήσουν γιὰ τὸν Χριστό.

Μὲ τὸ Πηδάλιον προσέφερε στὴν Ἐκκλησία τὸ μόνο μέχρι σήμερα ἐν χρήσει βοήθημα γιὰ ἄσκηση τῆς ποιμαντικῆς κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας.

Μὲ τὴν Φιλοκαλία συνετέλεσε, ὥστε καὶ οἱ ἐν τῷ κοσμῷ Χριστιανοὶ νὰ μυηθοῦν στὴν ἡσυχαστικὴ ζωὴ καὶ νὰ τὴν ἀσκοῦν στὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ.

Μὲ τὰ ἑρμηνευτικά του ἔργα βοήθησε νὰ γίνεται ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας πιὸ συνειδητὴ καὶ γι᾿ αὐτὸ λατρεία λογική.

Μὲ τὰ ψυχωφελῆ, τέλος, συγγράμματά του συνετέλεσε ὥστε ἡ εὐσέβεια τοῦ λαοῦ νὰ παίρνει ἡσυχαστικὸ χαρακτήρα μὲ προοπτικὴ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καὶ τὴν θέωση.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἔδειξε ζωηρὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν στερέωση τῆς Ὀρθόδοξου Παραδόσεως καὶ Ἀποστολικῆς Πίστεως στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀγωνίσθηκε γι᾿ αὐτό. Ἔδειξε μὲ τὴν στάση του αὐτὴ τὴν ἀδιάσπαστη συνέχεια μιᾶς παραδόσεως στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία θέλει τοὺς μοναχοὺς εὐαίσθητους σὲ θέματα πίστεως, μιᾶς παραδόσεως ποὺ φθάνει στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, τὸν ὅσιο Μελέτιο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τοὺς Ὁσίους Σάββα τὸν Ἡγιασμένο καὶ Θεοδόσιο τὸν Κοινοβιάρχη καὶ μέχρις αὐτὸν τὸν Μέγα Ἀντώνιο.

Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἔλαβε θέσιν ὑπὲρ τοῦ (ἀνα)βαπτισμοῦ τῶν Λατίνων ὡς ἀβαπτίστων, ὅτι διόρθωσε καὶ ἑτοίμασε πρὸς ἔκδοση τὴν Ἀλφαβηταλφάβητο καὶ συνέγραψε τὸν κατὰ πλάτος βίο τοῦ ὁσίου Μελετίου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὥστε ὁ φιλευσεβὴς ἀναγνώστης νὰ «γνωρίσει τὸ φῶς τῆς ἐδικῆς μας ὀρθοδοξίας, καὶ τὸ σκότος τῆς ἐκείνων κακοδόξου αἱρέσεως· καὶ οὕτως νὰ στηρίζεται εἰς τὰ θεῖα δόγματα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ ἀποφεύγει τὰ αἱρετικὰ καὶ ἀντίθεα φρονήματα τῆς Δυτικῆς».

Εἶναι ἄξιον μνείας τὸ γράμμα ποὺ ὁ ἅγιος Νικόδημος ἔγραψε πρὸς τὸν ἐφησυχάζοντα τότε στὸ Ἅγιον Ὄρος Πατριάρχη ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ε´ συνιστῶν τὸ βάπτισμα Ρωμαιοκαθολικοῦ μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος «καταβαπτισμένος ὢν καὶ μεμολυσμένος τῷ τῶν Λατίνων μολύσματι, προσέρχεται... ὅπως βαπτισθῇ τῷ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξῳ βαπτίσματι».

Τέλος, τὸ καθολικὸ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ἐνδιαφέρον τοῦ Ἁγίου φθάνει καὶ μέχρι τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἐξαίρει τὴν ἀξία καὶ σημασία γιὰ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἡ ὑποσημείωσή του στὴν ἑρμηνεία τῆς Α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει: «Πόσον δὲ καλὸν καὶ ψυχωφελὲς ἔργον εἶναι νὰ κτίζονται εἰς κάθε τόπον μοναστήρια καλογραιῶν παρὰ τῶν χριστιανῶν, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παραστήσω διὰ λόγου. Ὅσοι γὰρ χριστιανοὶ κτίζουν μοναστήρια καλογραιῶν εἰς τὸν τόπον τους, αὐτοὶ ἀληθῶς κτίζουν ἕνα λιμένα, διὰ μέσου του ὁποίου ἐλευθερώνουν τὰς ψυχὰς ἀπὸ τὴν φουρτούνα τοῦ κόσμου».

Καὶ στὴν συνέχεια συνιστᾶ ὁ ἅγιος Νικόδημος στοὺς Χριστιανοὺς νὰ φροντίζουν γιὰ τὴν ἐξοικονόμηση τῶν χρειωδῶν τῶν γυναικείων μοναστηριῶν, προσθέτων ὅτι αὐτοὶ «κάμνουν μίαν ἔλεημοσυνην, ὅπου ὑπερβαίνει ὅλες τὶς ἐλεημοσύνες, ὅπου ἤθελε κάμη τινὰς εἰς ἄλλα πρόσωπα πτωχῶν καὶ ἀσθενῶν».

Ὁ ἅγιος Νικόδημος μὲ τὸ συγγραφικό του ἔργο καὶ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του ἔγινε ἕνας οἰκουμενικὸς διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας.

Ἂν καί, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ συγγράμματά του, εἶχε πλουσιότερα ἡσυχαστικὴ πείρα ἀπὸ ὅτι κοινοβιακή, ἐν τούτοις ἔγινε ὁ χειραγωγὸς πολλῶν νέων παλαιότερα καὶ σήμερα πρὸς τὸν κοινοβιακὸ μοναχισμὸ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ.

Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ ὑπὸ εὐρείαν ἔννοια ἡσυχαστική του διδασκαλία, ἡ ἀποβλέπουσα στὴν νηπτικὴ ἐν καρδίᾳ ἐργασία τῶν μοναχῶν, βοήθησε νὰ γίνῃ κατανοητό, ὅτι καὶ ἡ ἄσκησις στὰ μοναχικὰ κοινόβια δέον νὰ εἶναι κατ᾿ οὐσία ἡσυχαστική, ὁδηγοῦσα τοὺς θεοφιλῶς ἀγωνιζόμενους μοναχοὺς στὴν τελεία ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς τελείας ὑπακοῆς, τῆς κατὰ τὸ δυνατὸν ἀδιάλειπτου προσευχῆς καὶ λατρείας τοῦ Θεοῦ, τῆς θυσιαστικῆς φιλαδελφίας καὶ ἀνυπόκριτου ἀγάπης.

Παρακαλοῦμε τὸν ὅσιο Πατέρα ἡμῶν Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη νὰ πρεσβεύει γιὰ τοὺς ἀγωνιζόμενους σήμερα μοναχοὺς καὶ μοναχές, γιὰ τὴν εὐστάθεια τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξο Πίστη μας, πού, ὅπως καὶ στὴν ἐποχή του, ἔτσι καὶ σήμερα εἶναι φῶς τοῦ κόσμου καὶ ἡ μόνη ἐλπίδα του.