παπα Χρῖστος Κυριακόπουλος
Ὁ Μουσικοδιδάσκαλος Δημήτριος Παναγιωτόπουλος-Κοῦρος

Ἀντὶ Προλόγου στὸ βιβλίο τοῦ Μουσικολόγου-Λαογράφου Δημητρίου Κυριακοπούλου: Δημήτριος Παναγιωτόπουλος. Ἀθήνα, 2007


Οἱ μυριάδες τῶν λέξεων εἶναι φτωχὲς καὶ ἡ πέννα ἀδυνατεῖ προκειμένου νὰ περιγράψουμε τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο τοῦ σεβαστοῦ μας ἀλλὰ καὶ ἀγαπητοῦ μας διδασκάλου Δημητρίου Παναγιωτοπούλου – Κούρου. Ἀδυνατοῦν τὰ χείλη καὶ ἡ γλώσσα νὰ ἐξυμνήσουν τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ὁ ὁποῖος γαλούχησε γεννεὲς μαθητῶν μὲ τὰ νάματα τῆς ἐθνικῆς μας μουσικῆς παραδόσεως.

Γι᾿ αὐτό καὶ μὲ συγκίνηση ἀποδέχτηκα νὰ προλογίσω τὸ σπουδαῖο βιβλίο τοῦ ἀγαπητοῦ μου Δημήτρη Κυριακόπουλου, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένο στὸν κοινό μας δάσκαλο τῆς Μουσικῆς καὶ συμπατριώτη μας. Μοῦ δίδεται δὲ ἡ εὐκαιρία, ὄχι μόνο νὰ καταθέσω κι ἐγὼ τὶς ἀναμνήσεις μου, ἀλλὰ καὶ νὰ διατυπώσω προσωπικὲς ἀπόψεις γιὰ τὸ ἔργο καὶ τὴν προσφορὰ τοῦ σεβαστοῦ μας διδασκάλου, κατὰ τὴν πολύχρονη μαθητεία κοντά του. Ὁ συγγραφέας Δ. Κυριακόπουλος, κινούμενος ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ σεβασμοῦ του πρὸς τὸν δάσκαλο, μᾶς παραδίδει ἕνα ὁλοκληρωμένο πόνημα – μνημόσυνο εὐγνωμοσύνης – καὶ ἕνα μουσικὸ ἀνθολόγιο μὲ τὰ ἀντιπροσωπευτικότερα ἔργα του. Τοῦ ἀξίζουν εἰλικρινῆ συγχαρητήρια, εὐχαριστίες καὶ δίκαιοι ἔπαινοι, γιατὶ κατέβαλε πολὺ κόπο καὶ μόχθο καὶ χρόνο πολύτιμο γιὰ νὰ συγκεντρώσει καὶ νὰ συλλέξει ὅλο αὐτὸ τὸ ὑλικὸ τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς παραθέσει στὴ συνέχεια.

Τὸ βιβλίο αὐτὸ θὰ εἶναι ἕνα χρηστικὸ βοήθημα ἀλλὰ καὶ σπουδαῖο ἐγκόλπιο γιὰ τοὺς πολυπληθεῖς μαθητὲς τοῦ διδασκάλου μας, μὰ καὶ πολύτιμος θησαυρὸς ποὺ θὰ ἐμπλουτίσει τὴ βιβλιοθήκη τους, ἀφοῦ σ᾿ αὐτὸ περιλαμβάνεται ὅλο σχεδὸν τὸ ἀνέκδοτο ἔργο του.

Ὁ Δημήτριος Παναγιωτόπουλος ὑπῆρξε ἕνας ἀθόρυβος ἐργάτης τῆς ἐκκλησιαστικῆς παιδείας καὶ τῆς ἐθνικῆς μας μουσικῆς παραδόσεως. Ἡ προσφορά του ἦταν ἀξιόλογος καὶ ὑψηλή, καὶ αὐτὴ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν του καὶ ὅσων εὐτύχησαν νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ νὰ συνεργαστοῦν μαζί του. Ἡ ἐργατικότης του, ἡ μεθοδικότης του καὶ ἡ διακριτικότης του ὑπῆρξαν ἀξιοθαύμαστοι. Λόγῳ τῶν πολλαπλῶν του προσόντων θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει κάποια σημαντικὴ κοινωνικὴ θέση. Προτίμησε, ὅμως, νὰ ὑπηρετήσει μὲ ἱερὸν ζῆλο τὴν ἐκκλησιαστικὴ παιδεία, τόσο στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ Κορίνθου, ὅσο καὶ στὴ Ῥιζάρειο. Στοὺς ἱεροὺς αὐτοὺς χώρους ἐργάστηκε μὲ ὑπομονή, ἁπλότητα, ἀφοσίωση, αὐταπάρνηση καὶ πάθος στὸ καθῆκόν του, στὴν προσφορὰ δηλαδὴ τῆς μουσικῆς παιδείας πρὸς τοὺς μελλοντικοὺς ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων Πατριάρχες, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Μοναχοί, Ἀκαδημαϊκοὶ καὶ ἐπιφανεῖς προσωπικότητες τῆς Τέχνης καὶ τῶν Γραμμάτων.

Ὁ Δημήτριος Παναγιωτόπουλος ἦταν πράγματι ὁλοκληρωμένη ἠθικὴ προσωπικότης, γνήσιος χριστιανός, Ἕλλην, ἄνθρωπος, μὲ ὀρθὴ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Μποροῦμε νὰ σημειώσουμε ὅτι ἦταν ὁ ἄφθαστος δάσκαλος, ὁ τέλειος τύπος τοῦ ἠθικοῦ ἀνθρώπου, τοῦ «καλοῦ κἀγαθοῦ», ὁ προσηνὴς πρὸς ὅλους τοὺς συνεργάτες του, μαθητὲς καὶ συναδέλφους, ὁ σεμνὸς καὶ μετριόφρων, ὁ ἀφοσιωμένος μὲ αὐστηρότητα καὶ μὲ πιστότητα στὴν ἐκτέλεση τῶν καθηκόντων του, ἀλλὰ καὶ ὁ μεγαλοπρεπὴς στὴν ἐμφάνιση: Κοῦρος - ὄνομα καὶ πρᾶγμα. Τὸ δεύτερο ἐπώνυμο Κοῦρος τὸ ἐκληρονόμησε ἀπὸ τὸν πατέρα του Ἰωάννη Παναγιωτόπουλο – Κοῦρο, τὸν μεγάλο αὐτὸ δάσκαλο τῆς ἐθνικῆς μας Μουσικῆς, τὸν ἄριστο ἐκτελεστῆ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων καὶ τὸν ἐπιδέξιο ἑρμηνευτῆ τῶν δημοτικῶν μας ᾀσμάτων, γιὰ τὸν ὁποῖο στὴ συνέχεια θὰ παραθέσουμε πλούσια βιογραφικὰ στοιχεῖα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Δημήτριος Παναγιωτόπουλος ἔφυγε μὲ τὴ συνείδησή του ἀναπαυμένη καὶ ἥσυχη καὶ ὅτι ἐξεπλήρωσε εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ καθῆκόν του, ὡς οἰκογενειάρχης, ὡς ἐργάτης τῆς Ἐκκλησίας, ὡς δάσκαλος καὶ ὡς παιδαγωγός. Μὲ τὸ πέρασμά του στὶς δύο ἱστορικὲς ἐκκλησιαστικὲς σχολές, Κορίνθου καὶ Ῥιζαρείου, ἄφησε ἄσβηστες μνῆμες καὶ ἀνεξίτηλα τὰ ἴχνη του. Ὅλοι ἐνθυμούμεθα μὲ συγκίνηση τὴν ἁπλότητά του, τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν ἀνεξικακία του, τὴν ἀριστοκρατικὴ εὐγένεια τοῦ χαρακτῆρός του, τὴν καταδεκτικότητα πρὸς ὅλους τοὺς συνανθρώπους του, τὴν ἀγάπη καὶ τὸ ζῆλο πρὸς τὸ λειτούργημά του, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς μαθητές του.

Στὴν ἐποχή μας, τὴν ἐποχὴ τῆς ἰδιοτέλειας καὶ τοῦ καιροσκοπισμοῦ, τῶν ὑποχωρήσεων καὶ τῶν συμβιβασμῶν, ἐκτιμᾶται ἰδιαιτέρως ἡ προσωπικότητά του καὶ τὸ ἔργο του καὶ ἀποτελεῖ ἕνα πρότυπο καὶ μιὰ σφραγίδα γνησιότητας γιὰ τὶς ἐπερχόμενες γενεές. Ἀναμφίβολα, οἱ Κοῦροι, πατέρας καὶ γιός, πολλαπλασίασαν στὴ ζωή τους τὰ πολλὰ τάλαντα, ποὺ τοὺς εἶχε δώσει ὁ Θεός, τὰ ὁποῖα τὰ χρησιμοποίησαν γιὰ τὴ δόξα Του καὶ εἶναι βέβαιο ὅτι ἄκουσαν, ὁ καθένας χωριστά, τό: «εὖ δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ... εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου».

Ἀξίζει στὴ συνέχεια νὰ παραθέσουμε, ὅπως προαναφέραμε, βιογραφικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν ἀείμνηστο πατέρα του, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκληρονόμησε ὅλη τὴ μουσικὴ παιδεία καὶ τὸν πλοῦτο τῆς ἐθνικῆς μας μουσικῆς, γιὰ νὰ πληροφορηθοῦν οἱ ἀναγνῶστες καὶ γιὰ τὶς οἰκογενειακὲς ῥίζες τοῦ δασκάλου μας. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ γιὰ τὸ γερο-Κοῦρο παραθέτουμε ἀπὸ πρῶτο χέρι, δηλαδὴ ἀπὸ χειρόγραφη βιογραφία ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ γιός του καὶ δάσκαλός μας, ὅταν πρὸ ἐτῶν ἀφιερώσαμε εἰδικὲς ἐκπομπὲς στὸν Ῥαδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δι᾿ ἀμφοτέρους. Γράφει, λοιπόν, ὁ γιὸς γιὰ τὸν πατέρα του:

«Τὸ βιογραφικὸ αὐτὸ σημείωμα ποὺ σᾶς παραδίδω εἶναι ἀφιερωμένο στὸ μεγάλο δημιουργό, στὸν ἐμπνευστῆ τῆς ἀρκαδικῆς μουσικῆς, τὸν ἀείμνηστο Γιάννη Παναγιωτόπουλο-Κοῦρο.

Στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ ἦταν, δυστυχῶς, μοναδικὸς ἐξαιτίας τῆς ἐξαιρετικῆς φωνῆς του. Καὶ λέμε δυστυχῶς, γιατὶ δὲν βρέθηκε ἄλλος ἄνθρωπος νὰ συνεχίσει τὸ μεγάλο ἔργο του ἔτσι, ὅπως τὸ εἶχε ἀρχίσει ὁ πατέρας μου καὶ μεγάλος δάσκαλος Γιάννης Κοῦρος.

Γεννήθηκε στὴν Τρίπολη στὶς 14 Νοεμβρίου 1881. Τὸ πραγματικό του ὄνομα ἦταν Γιάννης Παναγιωτόπουλος. Τὸ «Κοῦρος» τὸ ἀπέκτησε ἀπὸ τὸν πατέρα του ποὺ δούλευε τὰ χρόνια ἐκεῖνα στὸ μαγαζὶ κάποιου Κούρου καὶ παντρεύτηκε τὴν κόρη του. Ἡ καταγωγὴ τῶν γονιῶν του ἦταν ἀπὸ τὸ Πυργάκι τῆς Γορτυνίας, ἕνα χωριουδάκι κοντὰ στὴ Βυτίνα. Τὸ πατρικό του σπίτι ἦταν στὴν Τρίπολη. Σώζεται ἐγκαταλελειμμένο μέχρι σήμερα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ταξιαρχῶν καὶ εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ Τρύφωνα Ζαχαρόπουλου. Ὁ πατέρας του εἶχε «σαράτσικο» στὴν ἴδια ὁδὸ καὶ ἦταν ἐπίτροπος στὴν Ἐκκλησία τῶν Ταξιαρχῶν. Πῆρε τὰ πρῶτα μαθήματα στὰ σχολεῖα τῆς Τρίπολης μέχρι τὸ 1902. Τὰ πρῶτα μαθήματα Μουσικῆς πῆρε ἀπὸ τὸν τότε Ἀρχιμανδρίτη Νήφωνα Γ. Δημόπουλο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου, ποὺ τὸν φιλοξενοῦσε στὸ πατρικό του σπίτι.

Καθιερώθηκε ἀπὸ τὴ φωνή του ποὺ ἴσως νὰ ἦταν κληρονομιὰ ἀπὸ τὸν πατέρα του, γιατὶ ὅπως ἔλεγαν εἶχε κὶ ἐκεῖνος καλύτερη φωνή. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ἀφήνει τὴν Τριπολιτσά, πηγαίνει στὴν Ἀθήνα καὶ δίνει ἐξετάσεις στὸ Πολυτεχνεῖο. Πετυχαίνει, φοιτᾶ στὸ Πολυτεχνεῖο καὶ συγχρόνως ψέλνει στὴν Ἐκκλησία τῆς Μάνδρας Ἐλευσίνας. Στὴ συνέχεια διορίζεται ψάλτης στὴ Χρυσοσπηλιώτισσα τῆς ὁδοῦ Αἰόλου, ὅπου διαδέχτηκε τὸ Ν. Βαζάκα.

Τὸ 1903 διακόπτει τὶς σπουδές του κι ἔρχεται στὴν Τρίπολη γιὰ νὰ ψάλει στοὺς Ἁγίους Ταξιάρχες. Ἐπανέρχεται στὴν Ἀθήνα, συνεχίζει τὶς σπουδές του γιὰ νὰ βρεθεῖ στὴ συνέχεια (1904 – 1905) στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν Ἱ. Μ. Γρηγορίου. Συγχρόνως ἀρχίζει νὰ κάνει ἔρευνες γιὰ τὴ Βυζαντινὴ Μουσικὴ καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀπὸ τότε χρονονλογοῦνται οἱ ἀνησυχίες του καὶ ἡ ἀπόφασή του νὰ ἀσχοληθεῖ σοβαρὰ μὲ αὐτή. Τὸ 1905 ἔρχεται στὴν Τρίπολη καὶ ψέλνει γιὰ λίγο στὴν Ἁγ. Βαρβάρα, στοὺς Ἁγ. Ταξιάρχες καὶ στὴ Μεταμόρφωση. Τὸ 1906 γυρίζει πάλι στὴν Ἀθήνα καὶ γράφεται πλέον στὴ Γ´ τάξη τοῦ Πολυτεχνείου καὶ στὴ Δ´ τάξη τῆς Σχολῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς τοῦ Ὠδείου Ἀθηνῶν. Συνεχίζει νὰ ψέλνει. Τώρα πιὰ διακρίνεται. Τὸ 1910 τραγούδησε, στὴν Ἐπιτροπὴ ποὺ εἶχε συσταθεῖ ἀπὸ τὸ Ὠδεῖο Ἀθηνῶν μὲ σκοπὸ τὴ συλλογὴ δημοτικῶν τραγουδιῶν, τὰ τραγούδια: 1) «οἱ Κολοκοτρωναῖοι», 2) «οἱ Βλάχισσες», 3) «ὁ Ντερτιλής», 4) «ὁ Ἀητός», 5) «ἡ Βλαχοθανάσω», 6) «ὁ Δῆμος», 7) «ἡ Ἀγάπη μου», 8) «ἡ Ἐξομολόγησις», 9) «τὸ Ζηλιάρικο» καὶ 10) «τὸ Μοιρολόγι», ποὺ ἐκδόθηκαν ἀπὸ τὸ «Σύλλογο πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων» στὴν Εὐρωπαϊκὴ καὶ Βυζαντινὴ Μουσική. Ὁ μεγάλος Μουσικολόγος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Χρῆστος Βλάχος καταθέλγεται ἀπὸ τὰ τραγούδια του, ἐξαίρει τὸ ταλέντο του καὶ τὸν ἐνθαῤῥύνει νὰ συνεχίσει τὶς ἔρευνές του γύρω ἀπὸ τὴ Βυζαντινὴ Μουσική. Ὁ Γιάννης Κοῦρος καταπιάνεται σοβαρὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ ἀρχίζει νὰ διαμορφώνει τὴν προσωπική του θεωρία. Παρατηρεῖ ὅτι ἡ Βυζαντινὴ Μουσικὴ δὲν ἔχει τὰ ἐπιστημονικὰ στοιχεῖα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς Μουσικῆς, ἔχει ἐσφαλμένη τονολογία καὶ πολλὲς ἀτέλειες στὴ μουσικὴ σημειογραφία. Κυκλοφορεῖ τὸ πολυγραφημένο φυλλάδιο μὲ τίτλο: «Μουσικὴ τοῦ Πανός». Ἐδὼ ὅμως ἔχει τὴν πρώτη ἀτυχία. Συγκρούεται μὲ τὸ Μουσικολόγο καθηγητῆ του Κωνσταντῖνο Ψάχο καὶ ἀναγκάζεται νὰ διακόψει τὶς σπουδές του στὸ Ὠδεῖο Ἀθηνῶν. Τὸ 1912 τὸν βρίσκουμε νὰ ψάλνει στὸν Ἅγιο Νικόλαο τοῦ Πειραιᾶ, μὲ δεξιὸ τὸν περίφημο Δουκάκη, καὶ στοὺς Ἁγίους Ἀσωμάτους τοῦ Θησείου, διαδεχόμενος τὸν Κ. Μπίρη. Τὸ 1913 ὑπηρετεῖ 6 μῆνες στρατιώτης (ἦταν προστάτης). Ψέλνει στὸν Ἅγ. Κωνσταντῖνο Ὁμονοίας μὲ δεξιὸ τὸν Ἰωάννη Σακελλαρίδη καὶ ἀργότερα στὴ Μητρόπολη Ἀθηνῶν μὲ δεξιὸ τὸν Ν. Κανακάκη.

Τὸ 1915 ψέλνει στὸν Ἅγιο Βασίλειο τοῦ Πειραιᾶ καὶ διδάσκει Μουσικὴ στὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα. Τὸ 1919 τὸν βρίσκουμε νὰ ψέλνει στὸν Ἅγιο Κωνστνατῖνο Πειραιᾶ. Τὸν ἴδιο χρόνο ἔρχεται στὴν Τρίπολη, γιὰ νὰ ἐγκατασταθεῖ καὶ νὰ μεγαλουργήσει σὰν ψάλτης στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Τότε παντρεύεται τὴ γειτόνισσά του Χριστίνα Περδίου, ποὺ τὴν ὑπεραγαποῦσε. «Ῥίξε νερὸ στὴν πόρτα σου Χριστίνα – Χριστινάκι μου» ἔτσι τραγουδοῦσε ἀπὸ τότε τὸ δημοτικὸ τραγοῦδι: «Ῥίξε νερὸ στὴν πόρτα σου Εἰρήνη – Εἰρηνάκι μου». Ἀπέκτησε μαζί της ὀκτὼ παιδιά, τέσσερα ἀγόρια καὶ τέσσερα κορίτσια. Ἦταν ἰδανικὸς οἰκογενειάρχης. Ἀνάστησε, μὲ τὴν ἄξια σύντροφό του, ἤρεμα κι ἁπλά, ἀληθινὰ χριστιανικὰ, τὸ πρόσχαρο τσοῦρμο τῶν ὀκτὼ παιδιῶν του κι ἔδρεψε ἐπάξια τοὺς καρποὺς τῆς ἀβίαστης, τῆς σοφῆς ἀγωγῆς του μὲ τὴν ὑποδειγματικὴ ἀποκατάστασή τους.

Σὰν ψάλτης ἦταν κάτι τὸ ὑπέροχο, τὸ θεϊκό. Σ᾿ αὐτὸ τὸν βοηθοῦσε ἡ τρομερὴ ὑγεία του καὶ ἡ σωματική του διάπλαση. Ἦταν πραγματικὰ ἕνας λεβεντάνθρωπος, ψηλός, στητός, ἐπιβλητικός, θεόρατος σὰν γίγαντας καὶ καλόκαρδος σὰν παιδί. Κάτω ἀπὸ τὴ φαινομενικὴ αὐστηρότητα ἔκρυβε ἀνεξάντλητα ἀποθέματα ἀγαπῆς, συμπόνοιας καὶ ἀνθρωπιᾶς. Μουσικοσυνθέτης, ψάλτης, τραγουδιστής, ζωγράφος, ἁγιογράφος, δάσκαλος, ποιητής, λογοτέχνης, στοχαστής, μελετητὴς καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἄνθρωπος. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λάτρευαν ὅλοι.

Λίγοι ἄνθρωποι ἀφήνουν τόσο δυνατὲς ἐντυπώσεις ποὺ τὶς δημιούργησαν μὲ τὰ λόγια, μὲ τὰ ἔργα καὶ γενικὰ μὲ τὴν συμπεριφορά τους στὴν ἐπίγεια ζωή.

Ἦταν προικισμένος μὲ στεντόρια γλυκιὰ, προνομιοῦχα φωνή. Μιὰ φωνὴ ἀνεπανάληπτη, λυγερή, βελούδινη, ἐπιβλητική. Εἶχε τέτοιες φωνητικὲς ἱκανότητες ποὺ ἄφηναν κατάπληκτο τὸν ἀκροατή. Ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν τραγουδοῦσε, εἴτε ἄριες μελοδραμάτων, εἴτε λαϊκά, εἴτε δημοτικά, εἴτε ἐκκλησιαστικά, τὰ ἑρμήνευε καταπληκτικὰ καὶ ἔδινε στὸ καθένα τὴ ἀπαιτούμενη πνοή.

Ἀπέδιδε μεγάλη σημασία στὴν ἔκφραση καὶ ἀπόδοση τῆς ἔννοιας τοῦ περιεχομένου κάθε μέλους. «Ὅταν ὁ Κοῦρος ψέλνει πραγματικὰ προσεύχεται» συνήθιζαν νὰ λένε οἱ Τριπολιτσιῶτες.

Ἦταν ἐχθρὸς τῆς ἀποκρουστικῆς ῥινοφωνίας καὶ τοῦ «ἀμανέ» χωρὶς εὐρωπαϊσμούς. Ἀπέδιδε πιστὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων μὲ στόμα στρογγυλὸ καὶ ὕφος σεμνό. Ὅπως πετοῦσε μὲ εὐκολία στὰ θεόρατα ὕψη μὲ τὴ φωνὴ τοῦ λυρικοῦ τενόρου, μὲ τὴν ἴδια εὐκολία καὶ χροιὰ τοῦ ἤχου κατέβαινε στὶς φωνὲς τοῦ βαρυτόνου καὶ ἀκόμη στὰ ἀπύθμενα βάθη τοῦ βαθυφώνου.

Εἶχε λαμπρὴ ἄρθρωση, τέλεια ἀπαγγελία καὶ ὀρθὴ στίξη. Σ᾿ αὐτὸ βοηθοῦσε καὶ ἡ χριστιανική του πίστη καὶ τὰ βαθύτατα χριστιανικά του συναισθήματα, τὰ ὁποῖα μετέδιδε στοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ἀκροατές του. Συγκινοῦσε καὶ κατέθελγε μὲ τὴν ὑπέροχη φωνή του καὶ τὴν τέχνη του «ζωοποιῶν» τὰ ψαλλόμενα καὶ «μεταρσιῶν» τὶς ψυχὲς τοῦ πάντα πολυπληθοῦς ἐκκλησιάσματός του.

Μὲ αὐτὴ τὴ φωνὴ μποροῦσε νὰ ἔχει μιὰ λαμπρὴ σταδιοδρομία στὸ λυρικὸ θέατρο. Προτίμησε, ὅμως, νὰ ὁδηγήσει τὰ βήματά του στὸ ἁγιασμένο ἀναλόγιο. Ὅλοι θυμοῦνται μὲ μεγάλη νοσταλγία τὶς κατανυκτικὲς γιορτὲς τοῦ χρόνου ποὺ μὲ πρωτοστάτη τὸν ἀείμηνστο Γιάννη Κοῦρο «εὔφραιναν», «ὡράϊζαν», συγκινοῦσαν καὶ χαροποιοῦσαν τὴ ζωή τους. Ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεχάσει τὴ συγκινητικὴ ἐκτέλεση τῆς Κασσιανῆς του, ποὺ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἀντιπροσωπευτικά του δημιουργήματα; Ποιὸς δὲν θυμᾶται ἐκεῖνο τὸ ἀτελείωτο «Σοί, Κύριε»; Μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα παρακολουθοῦσε ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα τὴν ὑπερφυσικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ἀναπνοή του. Σὰν ἀηδόνι μὲ ἀνάλαφρες καὶ λυγερὲς ἐναλλαγὲς ἀνέβαινε ἡ φωνὴ στὰ ὕψη γιὰ νὰ καταλήξει σιγά – σιγὰ μὲ τὶς τρίλλιες της στη βάση καὶ νὰ ἀποτελέσει στὴν κατάληξή του ἕνα ἁρμονικὸ σύνολο μὲ τὶς φωνὲς τῆς χορωδίας του.

Ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεχάσει τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ τὴν ὥρα τῆς Ἀποκαθήλωσης τὴν ἐπιβλητικὴ καὶ συγκινητικὴ ἐκείνη στιγμὴ ποὺ ἡ παιδική του χορωδία ἐρχόμενη ἀπὸ τὴ βόρεια πύλη τοῦ Ἱεροῦ μὲ ἀργό, ἐπιβλητικὸ καὶ ρυθμικὸ βάδισμα μὲ ἀγγελικὲς φωνὲς ἔψελνε τὸ «Ὅτε ἐκ τοῦ Ξύλου Σε νεκρόν» καὶ ἀντηχοῦσαν ὑπερκόσμια οἱ θόλοι τοῦ Ἱ. Ν. τοῦ Ἁγ. Βασιλείου;

Ἔχει φωνογραφήσει δίσκους μὲ δημοτικὰ τραγούδια στὶς ἑταιρεῖες Columbia καὶ Polidor: «Κολοκοτρωναῖοι», «Χρυσὸς ἀητός», «Ἀμπέλι μου πλατύφυλλο», «Τὸ πίνω μάνα μ᾿ τὸ κρασί», «Κυρὰ Φροσύνη», «Πῶς τὰ περνᾶτε οἱ βλάχισσες», «Μαράθηκαν τὰ δέντρα», «Ὅλες οἱ δάφνες», «Στοῦ βοριᾶ τὸ μπαλκονάκι», «Ἡ Πηνέλω», «Τραγούδι τοῦ Γάμου» καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ «Ἀναστάσεως ἡμέρα», «Χαίρετε λαοί» καὶ «Ἔῤῥαναν μύρα».

Τὸ 1929 ἐκδίδει τὸ βιβλίο «Μουσικὴ τῆς θρησκείας», τὸ 1930 ἐκδίδει τὸ βιβλίου «Ἡ καλλιτεχνία καὶ ἡ Ἀρκαδικὴ ψυχή». Τὸ 1938 διαθέτει τὸ ὑπέρογκο γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ποσὸ τῶν 20.000 δραχμῶν καὶ παραγγέλλει στὰ στοιχειοχυτήρια Καρπαθάκη – Βαγιονῆ τὰ τυπογραφικὰ στοιχεῖα τῆς Ἀρκαδικῆς Μουσικῆς καὶ ἐκδίδει τὸ 1939 τὸ βιβλιαράκι «Ἀπάνθισμα σχολικῶν ᾀσμάτων».

Συγχρόνως ἔχει ποικίλες δραστηριότητες: κάνει διαλέξεις, ἀρθρογραφεῖ, παρακολουθεῖ κάθε κίνηση σχετικὴ μὲ τὴ Μουσική. Ἀνησυχεῖ γιὰ τὴ μουσικὴ ἀναρχία ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν Ἐκκλησία μας.

Μαθητές του ἦταν: Δρεπανιᾶς, Μιχαλόπουλος, Ἀγγελόπουλος, Ντάνος, Πλατάκος, Μανεσιώτης, Κατσαχνιᾶς, Λαχανᾶς, Σκορδίλης, Δαῦρος, Κούνας καὶ ὁ Γιάννης Βουρβέρης, κατόπιν ψάλτης τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ποὺ ἔτυχε νὰ τοῦ μοιάζει στὴ φωνὴ καταπληκτικά.

Σὰν Ἁγιογράφος ἔκανε πάρα πολλὲς ἁγιογραφίες, ἀπ᾿ αὐτὲς σώζονται στὶς διάφορες Ἐκκλησίες μέσα κι ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὴν Τρίπολη.

Τὸ 1922 διορίζεται καθηγητὴς τεχνικῶν μαθημάτων στὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ Τριπόλεως καὶ μετὰ τὴν κατάργησή της μετατίθεται στὸ Λεβίδι ἀπὸ τὸ 1930 μέχρι τὸ 1934, ὁπότε ἐπιστρέφει στὴν Τρίπολη καὶ διδάσκει στὸ Α´ Γυμνάσιο ἀῤῥένων.

Τὴν 4η/4/1931 παίρνει μέρος ὡς solist ἀνάμεσα σὲ ἑκατὸ ἐκτελεστὲς στὸ oratorio τοῦ S. Mercadante «Τὰ ἑπτὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Χριστοῦ», ὑπὸ τὴν διεύθυνση At. Campanile στὸ Μαλλιαροπούλειο Δημοτικὸ Θέατρο.

Ἀπὸ τὸ 1943 – 1975 ὁ Κοῦρος βρίσκεται στὴν Ἀθήνα ποὺ τὸν ἔχει πάρει μαζί του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Δμασκηνός. Τώρα ὁ μπαρμπα – Γιάννης ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωση νὰ ζήσει μιὰ πολυμελῆ οἰκογένεια. Τὸ 1943 διορίζεται στὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη καὶ τὸ 1945 παίρνει τὸ δεξὶ ψαλτήρι τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου στὸν Πειραιᾶ. Γυρίζει, θὰ λέγαμε, στὰ παλιά του λημέρια. Στὴ συνέχεια διορίζεται καθηγητὴς στὸ Β´ Γυμνάσιο τοῦ Πειραιᾶ. Τὸ 1949 συγγράφει τὸ «Γεννηθήτω τὸ Φῶς». Τὸ 1951 ἐκδίδει τὸ ἀντιπροσωπευτικό του ἔργο, τὸ ἔργο ποὺ θὰ ἀφήσει ἱστορικὴ ἐποχὴ στὴν Τρίπολη καὶ κατ᾿ ἐπέκταση σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι τὸ Τροπάριο «Κασσιανή» σὲ Βυζαντινὴ Μουσικὴ μὲ κανονάρχημα, ἰσοκρατήματα καὶ διάφορα σημεῖα ἐκφράσεως.

Λένε ὅτι τὴ Μεγάλη Τρίτη νέκρωνε ἡ Τρίπολη καὶ ὅλοι οἱ δρόμοι ὁδηγοῦσαν στὸν Ἅγιο Βασίλη. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ἐδὼ ὅτι ὁ Μίκης Θεοδωράκης σὲ κάθε εὐκαιρία ἐκδηλώνει τὸ θαυμασμό του καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του γιὰ τὸ ἔργο καὶ τὴ μουσικὴ τοῦ μεγάλου δασκάλου Γιάννη Κούρου. Σὲ μιὰ συνέντευξή του λέει: «Ἐδῶ ἀποφάσισα νὰ γίνω Μουσικὸς (στὸν Ἅγιο Βασίλη). Χάρη σ᾿ αὐτὴ ἐδὼ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Γιάννη Κοῦρο, μιὰ μυθικὴ μορφὴ τῆς Τριπολιτσᾶς».

Συνθέτει ἀρκετὰ παιδαγωγικὰ τραγούδια, ὅπως «Ἡ καλὴ μανούλα», «Τὸ Χάραμα», «Μισεύεις γιὰ τὴν ξενιτειά», «Ἦρθαν ἐξετάσεις», «Ἡ ὑφάντρα», «Δύο τσοπανοῦλες» καὶ τὰ ἐμβατήρια «ἡ 25η Μαρτίου», «Ἡ Σημαία», «Ἐμπρός».

Τὸ 1949 – 1951 ἐμφανίζεται πολλὲς φορές μὲ τὴ χορωδία του στὸ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Υ.Ε.Ν.Ε.Δ. μὲ δημοτικὰ τραγούδια καὶ ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους. Τὸ 1947 ἀρχίζει νὰ ἀντιμετωπίζει προβλήματα μὲ τὴν ὅρασή του καὶ ὁδηγεῖται σιγὰ-σιγὰ στὴν τέλεια τύφλωση ἀπὸ γλαύκωμα. Τὸ 1952 παίρνει σύνταξη. Τὸ 1954 ἀφήνει τὸ ψαλτήρι. Γιὰ τὸ μεγάλο Γιάννη Κοῦρο ἔχει ἀρχίσει ἤδη τὸ «γέρμα». Ἕνα γέρμα δύσκολο ἐξαιτίας τῆς τύφλωσής του, ποὺ ἐν τούτοις ἐκπέμπει ἀκόμα τοὺς ἰριδισμοὺς τῆς μεγάλης ψυχῆς του. Ἀπὸ ‘δῶ καὶ πέρα θὰ τὸν βρίσκουμε στὸ ψαλτήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Γαργαρέττας καὶ τοῦ Ἁγίου Παύλου Κορίνθου, ὡς βοηθὸ τῶν παιδιῶν του Κωνσταντίνου καὶ Δημήτρη. Ἂς σημειωθεῖ ὅτι ὁ μεγάλος του γιὸς Δημήτρης ὑπῆρξε καθηγητὴς Μουσικῆς στὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ Κορίνθου.

Τὴν Τρίπολη δὲν τὴν ξεχνάει. Ἂν καὶ τυφλὸς κατεβαίνει συχνὰ στὴν πόλη καὶ μένει στὸ ξενοδοχεῖο τοῦ Γρίτση. Σὲ κάθε κάθοδό του οἱ Τριπολιτσιῶτες συγκεντρώνονται γύρω του καὶ καταλήγουν στὰ γνωστὰ ταβερνάκια. Τὸ 1964 ἐκδίδει τὴν ἱστορία τῆς «Κασσιανῆς» καὶ τὸ 1970 τὸ «Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος». Τὸ 1971 παίρνει τὸ μεγαλύτερο χαστούκι τῆς μοίρας του. Παρουσιάζει βραχνάδα ἡ φωνή του. Ἡ μοίρα παίρνει πίσω τὸ δῶρό της. Διάγνωση: καρκίνος. Το 1975 ὁ μπαρμπα-Γιάννης πεθαίνει σὲ ἡλικία 95 ἐτῶν. Τὸ «τάλαντό» του τὸ ἀξιοποίησε. Δὲν τὸ μετέτρεψε σὲ «τάλληρα». Τὸ πρόσφερε, βάζοντας τὴν πέτρα του κι αὐτός, στὸ μεγάλο οἰκοδόμημα τῆς Τέχνης. Στὴν κηδεία του, στὸ Νεκροταφεῖο Καλλιθέας, θὰ μιλήσουν γι᾿ αὐτὸν ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ συλλόγου Τριπολιτσιωτῶν Ἀττικῆς Ν. Δεληβοριᾶς, ὁ ἐκπρόσωπος Πανελληνίου Συνδέσμου Ἱεροψαλτῶν Ἀπόστολος Βαλληνδρᾶς καὶ ἀπὸ τοὺς μαθητές του ὁ Γεώργιος Ἀγγελόπουλος. Οἱ φίλοι του σκεπάζουν τὸν τάφο του μὲ χῶμα καὶ κρασὶ ἀπὸ τὴ γενέτειρά του.

Τὸ 1981 ὁ Νίκος Γαργαλιώνης, Πρόεδρος τοῦ «Ὀρφέα» Τρίπολης, κάνει μιὰ ἀξιέπαινη πράξη. Πραγματοποιεῖ στὸ φιλοτεχνικὸ ὅμιλο, φιλολογικὸ μνημόσυνο στὶς 26 Δεκεμβρίου μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς συμπλήρωσης 100 χρόνων ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ μπαρμπα-Γιάννη. Τὰ παιδιά του μεταφέρουν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα στὴν Τρίπολη, στὸ Νεκροταφεῖο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τὰ ὀστᾶ τῶν γονιῶν τους (ἤδη εἶχε πεθάνει καὶ ἡ γυναίκα του) γιὰ νὰ ἀναπαυθοῦν, ὅπως τὸ ἤθελαν, στὰ χώματα τῆς ἀγαπημένης πατρίδας τους.

Ὁ γιός του Βασίλης εἶχε ἀρχίσει νὰ συγκεντρώνει τὸ σκόρπιο ἔργο του. Ἡ προσπάθεια, ὅμως, ἔμεινε στὴ μέση. Κατὰ μιὰ τραγικὴ σύμπτωση πέθανε καὶ ὁ ἴδιος τὸ 1986, στὶς 14 Νοεμβρίου, ἡμέρα τῆς γέννησης τοῦ Γιάννη Κούρου, τὴ στιγμὴ ποὺ σήκωνε τὸ ποτήρι στὴ μνήμη τοῦ πατέρα του!

Οἱ δίσκοι μὲ τὰ τραγούδια του κιτρίνισαν καὶ χάθηκαν στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου.

Ἀθήνα 1 Ἀπριλιου 1992

Δημήτρης Παναγιωτόπουλος–Κοῦρος


Στὴ συνέχεια παραθέτουμε τὸ ποίημα τοῦ σεβαστοῦ μας καὶ ἀγαπητοῦ μας καθηγητοῦ Νικηφόρου Καχριμάνη, τὸ ὁποῖο ἀφιέρωσε στὴ μνήμη τοῦ γερο-Κούρου.

Στὸν μπαρμπα-Γιάννη Παναγιωτόπουλο-Κοῦρο (1881-1975)

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Τῆς λεβεντογέννας Ἀρκαδίας ἀκριβὸ γέννημα θρέμμα...

τῶν Μουσῶν – τῆς ὑψηλῆς Τέχνης – χαρισματοῦχε δέκτη...

τῆς μουσικῆς πανδαισίας – θύραθεν καὶ ἐκκλησιαστικῆς –

μακροῦ βεληνεκοῦς πομπέ...

ἡδυμελίφθογγε ψάλτη, τραγουδιστῆ κι ἄλλων καλῶν Τεχνῶν

δεξιοτέχνη ἀκάματε...

ἡ γλώσσα – λέξη λειψὴ νὰ ἱστορήσει τὸ βάθος, τὸ εὖρος

καὶ τὸ ὕψος τῆς μεγαλοσύνης σου!

Κοῦρε ἀρχαϊκέ, τὸ μήνυμα τῆς τέχνης σου πάντα ἐπίκαιρο...

Κολώνα δωρική... καὶ μὲ ἰωνικὴ χάρη ἔμπλεως...

Ἀκρόπολη στητὴ κι ὁλόρθη..., ἀταλάντευτη...

«Παγὰ λαλέουσα»...

«τοῖς ζωηῤῥήτοις ὕδασι» νοῦ καὶ ψυχὴ δροσίζεις

μ᾿ ἀνοιχτοσύνη καθαρῆς καρδιᾶς...

ἔκφραση ἐλπίδας, ἀγάπης κι ἀνθρωπιᾶς...!

ΑΝΘΡΩΠΕ..!

Νικηφόρος Καχριμάνης
Φιλόλογος - Λυκειάρχης
(†2005)