Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης - Πάτερ ἡμῶν...
Ἑρμηνεία στὴν Κυριακὴ Προσευχὴ


Διάλεξα ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ἰδιαίτερα τὸ «Πάτερ ἡμῶν», γιατὶ νομίζω εἶναι ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ προσευχή, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι «Κυριακὴ» προσευχή, ἡ προσευχὴ ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος.

Καὶ νομίζω ὅτι ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε τὴν προσευχὴ ποὺ Ἐκεῖνος ἔκανε, μᾶς ἔδωσε τὴ ζωὴ ποὺ Ἐκεῖνος ἔζησε καὶ μᾶς δίδαξε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτόν Του· κι αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅπως μᾶς εἶπε ἄλλη φορὰ «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα» (Ἰω. ιε´ 5)· ὅπως ἡ σχέση τοῦ κλήματος καὶ τῆς ἀμπέλου εἶναι μιὰ σχέση ὀργανικὴ καὶ ἀθόρυβα προχωρᾶ ὁ χυμὸς τῆς ἀμπέλου πρὸς τὰ κλήματα, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὅλη τὴν ὕπαρξή Του, ὁπότε, μέσα στὴν προσευχὴ αὐτὴ - ἂν τὴν κάνουμε συνειδητὰ καὶ ἂν τὴν ζοῦμε - νομίζω ὅτι ζοῦμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.

Ἀλλὰ ἂς ἀρχίσουμε νὰ διαβάζουμε τὴν προσευχὴ αὐτὴ καὶ νὰ τὴν παρακολουθοῦμε φράση πρὸς φράση.

Ἡ πρώτη φράση λέει: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Νομίζω ὅτι ἡ ἁμαρτία μας ἡ μεγάλη εἶναι μιά· πολλὲς φορὲς ἀπογοητευόμαστε καὶ ξεχνᾶμε ἕνα πρᾶγμα: ὄχι ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἀλλ᾿ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει. Ἂν ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι, εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας.

Λέμε ὅτι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ἀγαποῦν τὸ παιδί τους ὄχι γιατὶ εἶναι καλό, ἀλλὰ γιατὶ εἶναι παιδί τους· ὁπότε εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ἂν αὐτὴ τὴ συνείδηση τὴν ἀποκτήσουμε καὶ νοιώσουμε ὅτι μποροῦμε ἐμεῖς νὰ ποῦμε τὸ Θεὸ Πατέρα μας. Γιατὶ αὐτὴ ἡ λέξη τὰ λέει ὅλα. Ἀμέσως μᾶς βάζει μέσα στὸ κλίμα τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νὰ εἶναι κανένας ὀρφανός, μπορεῖ νὰ τὸν ἔχουν ἐγκαταλείψει οἱ δικοί του, μπορεῖ ὅλα νὰ τὰ ἔχει χάσει καὶ νὰ αἰσθάνεται μόνος· ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας του, νοιώθει μιὰ ἀσφάλεια, μιὰ σιγουριὰ καὶ ὅλος ὁ κόσμος γίνεται σπίτι του.

Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ καὶ τὸ ἑξῆς: μήπως δὲν θἆταν καλύτερα νὰ μᾶς ἐγκαταλείψουν ὅλοι, γιὰ νὰ νοιώθουμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Θαῤῥῶ πὼς κι αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε. Γι᾿ αὐτό, βλέπετε κι ὁ Κύριος στοὺς μακαρισμούς Του λέγει: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ διψῶντες, μακάριοι οἱ πεινῶντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες...». Δηλ. Μακάρι νὰ στερηθοῦμε τὴ στοργὴ τὴν ἀνθρώπινη, νὰ τὰ χάσουμε ὅλα, γιὰ νὰ νοιώσουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας.

Θυμᾶμαι μιὰ φορὰ ποὺ εἴχαμε ῥωτήσει μιὰ γριὰ στὸ Παρίσι, Ῥωσίδα, τί εἶναι μοναχός, καὶ αὐτὴ μᾶς εἶπε αὐθόρμητα ὅτι μοναχὸς εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κρέμεται ἀπὸ ἕνα σχοινί, καὶ τὸ σχοινὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τελικὰ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε γιὰ κάθε ἄνθρωπο: ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μιὰ δύναμη στὴ ζωή του καὶ ἡ δύναμη αὐτὴ εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἀγαπᾶ. Ἤλθαμε στὴ ζωὴ καὶ ἐλπίζουμε, γιατὶ κάποιος μᾶς ἀγαπᾶ· κι αὐτὸς ὁ κάποιος εἶναι δυνατὸς ἄσχετα ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύνατοι.

«Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Πατέρας μας λοιπὸν δὲν εἶναι ἁπλῶς κάποιος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐντοπισθεῖ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐράνιος Πατέρας, ὁπότε, ὅλος ὁ κόσμος, ὅλος ὁ οὐρανὸς γίνεται σπίτι μας. Ἔτσι, λοιπόν, μποροῦμε νὰ νοιώθουμε ἄνετα κι ἐλεύθερα. Γι᾿ αὐτό, λέγεται, ὅτι ὅταν εἶπαν στὸν Εὐάγριο Ποντικό, ἕνα ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀσκητὲς τῆς Νιτρίας, ὅτι ὁ πατέρας του πέθανε, αὐτὸς ἀντέδρασε αὐθόρμητα καὶ λέει: «Μὴ βλαστημεῖτε· ὁ Πατέρας μου δὲν πέθανε ποτέ»!

Ἔτσι, λοιπόν, μὲ τὴν πρώτη φράση ὁ Κύριος μᾶς δίνει κουράγιο, μᾶς κάνει δικούς Του ἀδελφούς, καὶ μᾶς λέει τὸν Πατέρα Του νὰ τὸν λέμε καὶ δικό μας Πατέρα. Καὶ κάτι ἄλλο λένε οἱ Πατέρες: Λέμε τὸ Θεὸ «Πάτερ ἡμῶν» - δὲν λέμε ἁπλῶς Πατέρα μου - ὁπότε ὁ Θεὸς εἶναι ὅλων Πατέρας μας καί, ἔτσι, ὅλοι εἴμαστε μεταξύ μας ἀδελφοί.

Ἡ ἑπόμενη φράση λέει, «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου...».

Σ᾿ αὐτὲς τὶς δύο φράσεις οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας βλέπουν τὴν παρουσία τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἔτσι λοιπόν, σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς φράσεις «Πάτερ ἡμῶν... ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», εἶναι παροῦσα ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς. Τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. (Ὑπάρχει μάλιστα μιὰ γραφὴ τοῦ Εὐαγγελίου παλαιότερη, ποὺ ἀντὶ νὰ λέει «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου» λέει «ἐλθέτω τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ καθαρισάτω ἡμᾶς). Ὁπότε ἐδῶ ἔχουμε παροῦσα τὴν Ἁγία Τριάδα. Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε: «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα..., καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν..., καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον...».

»Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου...». Παρακαλοῦμε ἐμεῖς νὰ ἁγιασθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, ἂν βλέπουμε αὐτὰ ποὺ λένε οἱ Πατέρες, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ τὸ «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου» μποροῦμε νὰ τὸ συνδέσουμε μὲ ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ Κύριος: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰω. ιζ´ 19). Καὶ τὸ «ἁγιάζω ἑμαυτὸν» τοῦ Κυρίου σημαίνει ὅτι, ἐγὼ θυσιάζω τὸν ἑαυτό μου γιὰ νὰ ἁγιασθοῦν ἐν ἀληθείᾳ, στὴν πραγματικότητα, οἱ πιστοί. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν καὶ ἐμεῖς λέμε «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου», εἶναι σὰν νὰ λέμε, ἂς ἁγιασθεῖ ἡ θυσία τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ ἀπολύτρωση καὶ ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν. Καί, «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», νὰ ἔλθει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν Πεντηκοστή· καὶ πάντοτε ἔρχεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιὰ συνεχὴς Πεντηκοστή.

Μέσα, λοιπόν, σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς φράσεις βλέπουμε παροῦσα ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα. Ἀλλά, μποροῦμε νὰ δοῦμε σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς φράσεις, καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐπικλήσεως τῆς κεντρικῆς εὐχῆς τῆς Θείας Λειτουργίας: Αὐτὸ ποὺ ὁ ἱερεύς, παρακαλεῖ τὸν Οὐράνιο Πατέρα, νὰ στείλει δηλ. τὸ Πνεῦμα τὸ πανάγιον καὶ νὰ ποιήσει τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἶνον Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ.

Καὶ φθάνουμε στὴν τέταρτη φράση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κεντρικὴ φράση τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», καὶ τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ τῆς δικῆς μας ζωῆς: εἶναι τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».

Ἴσως αὐτὴ ἡ φράση, «γενηθήτω τὸ θέλημά σου», μπορεῖ νὰ παρομοιασθεῖ μὲ τὸ «Ἀμὴν» τῆς ἐπικλήσεως. Καὶ αὐτὸ τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» εἶναι ἡ κατάληξη καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωση τῶν προηγουμένων φράσεων· στὶς προηγούμενες φράσεις λέμε, «ἁγιασθήτω τὸ Ὄνομά σου», «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», «γενηθήτω τὸ θέλημά σου». Ἀναφερόμαστε στὸ Θεό, λέμε τὸ ὄνομά Του νὰ ἁγιασθεῖ, ἡ βασιλεία Του νὰ ἔλθει, τὸ θέλημά του νὰ γίνει. Δίνουμε τὰ πάντα στὸ Θεό, καὶ αὐτὸ ἐπικυρώνεται καὶ ἀνακεφαλαιώνεται μ᾿ αὐτὴ τὴ φράση, «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».

Γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα τί σημασία ἔχει τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου», θὰ εἶναι καλὰ νὰ θυμηθοῦμε αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος, γιατί κατέβηκε ἀπ᾿ τὸν Οὐρανό: «Ἐγὼ καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρὸς καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον». Καὶ τὸ ἄλλο πάλι ποὺ λέει, ὅτι «ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστί...»· ἡ κρίσις μου εἶναι δίκαιη καὶ σωστή, γιατὶ «οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός». Καὶ κάτι ἄλλο: θυμᾶστε ποὺ ὁ Κύριος συναντήθηκε μὲ τὴ Σαμαρείτιδα· ὅταν ἦλθαν οἱ μαθητές, εἶπαν στὸν Κύριο: «Ῥαββί, φάγε»· κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε, ὅτι «ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ἡμεῖς οὒκ οἴδατε...». Ἐγὼ ἔχω νὰ φάω ἕνα φαγητὸ τὸ ὁποῖο ἐσεῖς δὲν ξέρετε. «Ἐμὸν βρῶμα ἐστὶν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον».

Αὐτό, λέει, ποὺ ἐμένα μὲ τρέφει εἶναι νὰ ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός. Καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ βασικὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καθορίζει τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου καὶ τὴ ζωὴ τὴ δική μας. Γι᾿ αὐτὸ βλέπουμε τὸν Κύριο στὴ συνέχεια, τὴν ὥρα τῆς Γεθσημανῆ, δηλ. τὴν ὥρα τῆς πραγματικῆς ἀγωνίας - θἄλεγε κανεὶς τὴν ὥρα ἑνὸς δυνατοῦ σεισμοῦ ποὺ τὰ πάντα δοκιμάζονται, καὶ ὁ Κύριος «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο» - νὰ λέει «Πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ᾿ ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου» (Ματθ. κστ´ 42). Αὐτὸ ποὺ μᾶς εἶπε ὁ Κύριος νὰ λέμε, καὶ ἐκεῖνος τὸ εἶπε στὴ δύσκολη στιγμὴ καὶ προχωρεῖ ὁ Κύριος ἤρεμα, ἀλλὰ παντοκρατορικὰ πρὸς τὸ πάθος ἀκριβῶς γιατὶ λέγοντας, «ὄχι τὸ δικό μου θέλημα, ἀλλὰ τὸ δικό σου νὰ γίνει», ἀμέσως στρέφεται ἐσωτερικά, παίρνει ἄλλη δύναμη καὶ προχωρεῖ.

Δὲν θἆταν ἄσχημα νὰ πᾶμε τώρα γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ στὴ δικιά μας ζωή. Ἀγωνιζόμαστε στὴ ζωή μας, ἀρχίζουμε, ἔχουμε σχέδια, ἔχουμε προγράμματα, προχωρᾶμε καλά, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ περάσουμε δυσκολίες. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν περάσει τὴ Γεθσημανῆ του. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὰ πάντα καταῤῥέουν, τότε μόνο τὰ πάντα ἀνασταίνονται, καὶ τότε μόνο καταλαβαίνει κανεὶς αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι τὸ νὰ ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρὸς καὶ ὄχι τὸ δικό μου, αὐτὸ εἶναι ποὺ μὲ τρέφει. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποὺ τὰ πάντα καταστρέφονται καὶ δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἐλπίδα πουθενὰ καὶ κανένα φῶς, καὶ τὰ πάντα εἶναι σκεπασμένα μὲ σκοτάδι, ἂν ὁ ἄνθρωπος πεῖ - Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου, ἀμέσως παίρνει μιὰ ἄλλη δύναμη, ἀνασταίνεται καὶ προχωρεῖ παντοκρατορικὰ καὶ σεμνὰ πρὸς τὴν ὁδό, πρὸς τὴ διάβαση, πρὸς τὸ Πάσχα ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, σὲ μιὰ ἐξέλιξη ποὺ δὲν σταματᾶ ποτέ. Καὶ τότε, ἐκ τῶν ὑστέρων, θὰ εὐχαριστεῖ κανεὶς τὸ Θεὸ ὄχι γιὰ τὶς εὐκολίες, ἀλλὰ γιὰ τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς του καὶ γιὰ τὴ Γεθσημανῆ του, ἡ ὁποία τὸν ἀνάγκασε, μέσα στὴν ἐξάρθρωση τοῦ ἑαυτοῦ του, νὰ πεῖ τὸ λογισμό του ἐλεύθερα, νὰ καταλήξει στό: «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ δικὸ σου θέλημα».

Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» μοιάζει μὲ τὸ «γενηθήτω» τὸ δημιουργικὸ (αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, «Εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν»), καὶ μὲ τὸ λειτουργικὸ γενηθήτω (ὅταν ὁ ἱερεὺς ἱερουργεῖ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ παρακαλεῖ τὸν Πατέρα νὰ καταπέμψει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ ποιήσει τὸν ἄρτον Σῶμα Χριστοῦ καὶ τὸ ἐν τῷ Ποτηρίῳ Αἷμα Χριστοῦ καὶ λέει τὸ Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμήν, ὁπότε ἤδη ἔγινε τὸ μυστήριο. Ὑπάρχει μιὰ σχέση μεταξὺ τοῦ δημιουργικοῦ γενηθήτω καὶ τοῦ λειτουργικοῦ). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνειδητὰ πεῖ, Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου καὶ σὲ μένα, μοιάζει καὶ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπε ἡ Παρθένος στὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου»· νὰ γίνει σὲ μένα, στὴν ὕπαρξή μου, μέσα μου, κατὰ τὸ ῥῆμα σου· Θεέ μου, νὰ γίνει κατὰ τὸ θέλημά σου. Ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καὶ παίρνει μιὰ ἄλλη δύναμη.

Λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ κάπου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, ὑπακούοντας στὸ Θεό, νὰ γίνει Θεὸς κατὰ χάριν, καὶ νὰ δημιουργήσει ἐκ τοῦ μὴ ὄντος νέους κόσμους: ὁ ἄνθρωπος γίνεται τελείως νέος, ὁ ἀδύνατος παίρνει ἄλλη δύναμη καὶ ὁ νεκρὸς παίρνει νέα ζωὴ καὶ προχωρεῖ. Τότε καταλαβαίνει ὅτι, πράγματι, εἶναι τροφὴ πραγματικὴ τὸ νὰ καταλήξει νὰ πεῖ ἤρεμα, «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου καὶ ὄχι τὸ δικό μου».

Γι᾿ αὐτὸ βλέπετε ὅτι ὁ ἀληθινὸς θεολόγος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ πάει στὸ πανεπιστήμιο καὶ παίρνει ἄριστα ἐπειδὴ θυμᾶται μερικὲς χρονολογίες καὶ μερικὰ ὀνόματα ἢ γράφει μιὰ ἐργασία· ἀλλά, ἀληθινὸς θεολόγος ποὺ γνωρίζει ποιά εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος στὴ δύσκολη στιγμὴ λέγει: μὴ τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ σὸν γενέσθω θέλημα. Τότε ὅλος ὁ Θεὸς μπαίνει μέσα του, τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο τὸν κάνει θεολόγο, τὸν κάνει θεὸ κατὰ χάριν καὶ προχωρεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μὲ ἕνα ἄλλο τρόπο μπροστά. Καὶ ὅπως ὁ Κύριος ἀναστημένος προχωροῦσε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἀδύνατος ἀλλὰ καὶ παντοδύναμος μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, προχωρεῖ εἴτε τὰ προβλήματα εἶναι λυμένα ἢ ἀνοικτά. Γι᾿ αὐτὸ ἂν τυχὸν περνᾶμε δυσκολίες ἂς λέμε τὸ λογισμό μας ἐλεύθερα· ὅπως θέλει κανεὶς νὰ ἐκφρασθεῖ, ἂς ἐκφρασθεῖ, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας. Ἀλλὰ στὴ συνέχεια ἂς ποῦμε, Θεέ μου, ἐγὼ δὲν ξέρω, ἐσὺ ξέρεις, ἐσὺ μὲ ἀγαπᾶς πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅ,τι τοὺς ἀγαπῶ ἐγὼ καὶ πιὸ πολὺ ἀνήκουν σὲ σένα ὅλοι ἀπ᾿ ὅ,τι ἀνήκουν σὲ μένα. Ὁπότε ἂς γίνει τὸ θέλημά σου. Ἂν τυχὸν τὸ θέλημά σου ἐξωτερικὰ φαίνεται καταστροφή, νἆναι καταστροφή. Καλύτερα μιὰ θεοθέλητη καταστροφὴ παρὰ ὁποιαδήποτε ἐπιτυχία μὲ τὴν ἀνθρώπινη βούληση, ποὺ εἶναι ἀληθινὸ χαντάκωμα καὶ ἀληθινὴ καταστροφή. Τότε τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» εἶναι ἡ φράση ποὺ μᾶς τρέφει καὶ μᾶς ἀνασταίνει σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο.

Ἡ ἄλλη φράση εἶναι, «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».

Ἐδῶ πέρα, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός, βάζει τὸν καθένα μας ὑπεύθυνα γιὰ τὴ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Δὲν λέει, «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημὰ σου στὴ ζωή μου», ἀλλὰ νὰ γίνει τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, νὰ γίνει σ᾿ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Θυμᾶμαι σ᾿ ἕνα νησί, στὴν Κῶ, ποὺ εἶχα πάει μιὰ φορὰ εἶχα δεῖ μιὰ γριούλα. Μοῦ λέει, «Ἐγὼ δὲν ξέρω γράμματα καὶ δὲν ξέρω νὰ κάνω καμιὰ προσευχή, μὰ οὔτε τὸ Πιστεύω μπορῶ νὰ πῶ οὔτε τὸ Πάτερ ἡμῶν. Γι᾿ αὐτό, τὸ βράδυ ὅταν πέσω νὰ κοιμηθῶ, κάνω τὸ σταυρό μου καὶ παρακαλῶ ὁ Θεὸς νὰ ξημερώσει μὲ τὸ καλὸ ὅλον τὸν κόσμο». Μὲ ῥωτᾶ, «Καλὰ κάνω;» Τῆς λέω, «Καλὰ κάνεις».

Βλέπετε, ἡ γριούλα εἶχε συλλάβει τὸ μυστικὸ τῆς εὐχῆς αὐτῆς· καὶ ἐπειδὴ ζοῦσε μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐπειδὴ εἶχε τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ ποὺ κυκλοφοροῦσε μέσα στὴν ὕπαρξή της ἀθόρυβα, ὅπως πάει ὁ χυμὸς τῆς ἀμπέλου πρὸς τὸ κλῆμα, γι᾿ αὐτό, χωρὶς νὰ ξέρει γράμματα, ἔκανε αὐτὸ τὸ ἀληθινό: παρακαλοῦσε ὁ Θεὸς νὰ ξημερώσει μὲ τὸ καλὸ ὅλο τὸν κόσμο. Ἔτσι λοιπὸν λέμε «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».

Παρακάτω λέμε, «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον».

Ὅταν φθάσουμε στὸ σημεῖο νὰ περάσουμε τὴ Γεθσημανῆ καὶ νὰ ποῦμε στὴ δύσκολη στιγμή, «Θεέ μου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου» καὶ δὲν δυσανασχετοῦμε, δὲν ἀγανακτοῦμε, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ δεχόμαστε μὲ καρτερία καὶ ἠρεμία, τότε νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὸ τὸ πνευματικὸ μας στομάχι νὰ χωνέψει τὴν ὄντως τροφή. Καὶ ἡ ὄντως τροφὴ πάλιν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Εἴδατε ὅτι εἶπε: «Ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. στ´ 51). Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀληθινὸς ἄρτος, ὁ ζωντανός, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό· καὶ ἂν κανεὶς φάει ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν ἄρτο θὰ ζήσει καὶ δὲν πρόκειται νὰ πεθάνει. Δηλαδὴ παίρνει ἀπὸ τώρα μιὰ δύναμη καὶ μιὰ χάρη, ἡ ὁποία τὸν βοηθᾶ νὰ ξεπεράσει τὸ θάνατο· ἤδη ἀπὸ τώρα, ἐνῶ βρίσκεται ἐν σαρκί, βρίσκεται μέσα στὴν αἰώνια ζωή.

Γι᾿ αὐτὸ ὅταν λέει ὁ Κύριος, «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον», τί ἀκριβῶς θέλει νὰ πεῖ; Καὶ λένε οἱ Πατέρες ὁ «ἐπιούσιος» σημαίνει ὁ ἄρτος ποὺ ἀφορᾶ τὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὁ ἄρτος τῆς ἐπιούσης ἡμέρας. Ἐπιοῦσα ἡμέρα εἶναι ἡ ἑπόμενη μέρα· καὶ ἑπόμενη μέρα εἶναι ὁ ἑπόμενος αἰών, εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἔτσι λοιπόν, παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ Πατέρα νὰ μᾶς ἀξιώσει τῆς «ἐπιούσης ἡμέρας», τοῦ οὐρανίου ἄρτου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ μᾶς Τὸν δώσει σὰν τροφὴ ἀληθινὴ ἀπὸ σήμερα. Καὶ ἐνῶ βρισκόμαστε ἐν σαρκί, ἐνῶ βρισκόμαστε σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ὁ ἀληθινὸς ἄρτος ποὺ θὰ μᾶς τρέφει νἆναι ὁ ἄρτος τῶν ἀγγέλων, ὁ ἄρτος τῆς «ἐπιούσης ἡμέρας», ὁ ἄρτος τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ βασιλείας.

»Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».

Ἐδῶ πέρα θυμόμαστε τὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε γιὰ τοὺς σταυρωτές του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ´ 34). Ὁ Κύριος τοὺς συγχώρεσε καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε καμιὰ δικαιολογία γι᾿ αὐτό, ὁ Κύριος βρῆκε μιὰ δικαιολογία γι᾿ αὐτούς, ὅτι δὲν ξέρουν τί κάνουν.

»Καὶ ἄφες ἡμῖν..., ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν...». Ἡ φράση αὐτὴ ἔχει κάτι λίγο πιὸ ἀπαιτητικό. Δὲν μᾶς λέει ὁ Κύριος νὰ παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ Πατέρα νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ λέμε ὅτι ἐμεῖς ὁπωσδήποτε συγχωροῦμε. Καὶ λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι ἐδῶ πέρα, ἐμεῖς σὰν νὰ λέμε στὸ Θεὸ Πατέρα νὰ λάβει ἐμᾶς σὰν ὑπόδειγμα καὶ νὰ μᾶς συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς.

Ἀλλὰ ἂν τυχὸν ἐμεῖς δὲν συγχωροῦμε, τότε τίποτε δὲν γίνεται, τὸ εἶπε ὁ Κύριος ξεκάθαρα: «Ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. στ´ 15). Μπορεῖ νὰ πηγαίνουμε στὰ Κατηχητικά, μπορεῖ νὰ πηγαίνουμε στὶς ὁμιλίες, στὴν ἐκκλησία, νὰ κοινωνοῦμε καὶ νὰ προχωροῦμε στὴν πνευματικὴ ζωή, μπορεῖ νὰ κάνουμε θαύματα, καὶ ὅμως νὰ μὴ συγχωροῦμε κάποιον. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν συγχωροῦμε δὲν γίνεται ἀπολύτως τίποτα.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θἄθελα νὰ θυμηθοῦμε κάτι ποὺ ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀπευθυνόταν: «Πονάω γιατὶ δὲν ἔχω χρόνο νὰ σᾶς δῶ ὅλους χωριστὰ τὸν καθένα σας καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖτε καὶ νὰ μοῦ πεῖτε τὰ παράπονά σας καὶ νὰ σᾶς πῶ καὶ ἐγὼ ὅ,τι μὲ φωτίσει ὁ Θεός. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν μπορῶ νὰ σᾶς δῶ ὅλους, θὰ σᾶς πῶ μερικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐφαρμόσετε. Κι ἂν αὐτὰ ἐφαρμόσετε θὰ προχωρήσετε καλά. Τὸ πρῶτο εἶναι νὰ συγχωρᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας». Καὶ γιὰ νὰ τοὺς κάνει νὰ καταλάβουν τί ἤθελε νὰ πεῖ, τοὺς δίνει ἕνα παράδειγμα: «Ἤλθαν δύο νὰ ἐξομολογηθοῦν, ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος. Ὁ Πέτρος μοῦ εἶπε: «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἐγὼ ἀπὸ μικρὸς πῆρα τὸν καλὸ δρόμο. Ζῶ στὴν ἐκκλησία, ἔχω κάνει ὅλα τὰ καλά, προσεύχομαι, κάνω ἐλεημοσύνες, ἔχω κτίσει ἐκκλησίες, ἔχω κτίσει μοναστήρια, ἔχω ἕνα μικρὸ ἐλαττωματάκι, ὅτι δὲν συγχωρῶ τοὺς ἐχθρούς μου». Καὶ λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὅτι, «Ἐγώ, αὐτὸν τὸν ἀποφάσισα γιὰ τὴν κόλαση, κι εἶπα «ὅταν πεθάνει θὰ τὸν πετάξουν στὸ δρόμο νὰ τὸν φᾶνε τὰ σκυλιὰ»». Μετὰ ἀπὸ λίγο ἔρχεται ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἐξομολογήθη καὶ μοῦ λέει: «Ἐγὼ ἀπὸ μικρὸς πῆρα τὸ στραβὸ δρόμο, ἔχω κλέψει, ἔχω ἀτιμάσει, ἔχω σκοτώσει, ἔχω κάψει ἐκκλησίες, μοναστήρια, δηλ. εἶμαι σὰν δαιμονισμένος· μόνο ἕνα καλὸ ἔχω, ὅτι συγχωρῶ τὸν ἐχθρό μου». Καὶ λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς, «ἐγὼ κατέβηκα, τὸν ἀγκάλιασα, τὸν φίλησα καὶ τοῦ εἶπα σὲ τρεῖς μέρες νὰ κοινωνήσει».

Αὐτὸς ποὺ εἶχε ὅλα τὰ καλά, μὲ τὴν κακότητα νὰ μὴ συγχωρεῖ τὸν ἐχθρό του, ὅλα αὐτὰ τὰ μόλυνε, ὅπως ἔχουμε 100 ὀκάδες ζυμάρι καὶ βάζουμε λίγο προζύμι καὶ κουφίζει ὅλο τὸ ζυμάρι. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ ἄλλος ποὺ ἔχει κάνει ὅλα τὰ κακά, συγχωροῦσε τὸν ἐχθρό του· αὐτὸ ἔδρασε μέσα σ᾿ ὅλα αὐτὰ σὰν μιὰ φλόγα κεριοῦ καὶ τἄκαψε ὅλα. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι βασικό. Καὶ πολλὲς φορὲς ἡ ζωή μας ὁλόκληρη βγάζει μιὰ ἀποφορὰ ἀντὶ νἄναι ἄρωμα Χριστοῦ, καὶ δὲν ξέρουμε γιατί γίνεται αὐτό. Νὰ συγχωροῦμε, λοιπόν. Νὰ μὴν κρατήσουμε καμιὰ κακότητα γιὰ κανένα. Τότε ἡ ζωή μας θὰ προχωρήσει μπροστά. Ἂν αὐτὸ δὲν κάνουμε, τότε ὅλες οἱ θεολογίες μας κι ὅλες οἱ ἁγιότητές μας πᾶνε χαμένες. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς λέει ὁ Κύριος, «ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα φτάνει γιὰ νὰ σὲ βάλει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα μπορεῖ νὰ βρωμίσει ὅλη τὴ ζωή μας.

»Καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ».

Λέμε, «μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος λέει, «Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις» (Ἰάκ. α´ 2). Τὴν ἀπορία μᾶς τὴν λύνουν οἱ Πατέρες. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει ὅτι ὑπάρχουν δύο εἰδῶν πειρασμοί: ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἔχουμε τοὺς ἡδονικοὺς καὶ προαιρετικοὺς ποὺ γεννοῦν τὴν ἁμαρτία· σ᾿ αὐτοὺς παρακαλοῦμε τὸν Κύριον νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ μποῦμε καὶ νὰ παρασυρθοῦμε. Ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριὰ ὑπάρχουν ἄλλοι πειρασμοὶ καὶ δοκιμασίες, οἱ ἀπροαίρετοι καὶ ὀδυνηροὶ πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι κολάζουν τὴν φιλαμαρτήμονα γνώμη, οἱ ὁποῖοι σταματοῦν τὴν ἁμαρτία. Ἔτσι, λοιπόν, παρακαλοῦμε νὰ μὴν πέσουμε στοὺς πρώτους πειρασμούς, τοὺς ἡδονικοὺς καὶ προαιρετικούς, ἀλλὰ ἂν τυχὸν πέσουμε στὶς ἄλλες δοκιμασίες πρέπει νὰ τὶς δεχόμαστε μὲ κάθε χαρά, γιατὶ αὐτοὶ οἱ πειρασμοὶ φέρνουν τὴν γνώση, τὴν ταπείνωση, τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ θυμᾶστε αὐτὸ ποὺ λέει στὸ Γεροντικό: «ἔπαρον τοὺς πειρασμοὺς καὶ οὐδεὶς ὁ σωζόμενος». Ἂν βγάλεις ἀπὸ τὴ ζωή μας τοὺς πειρασμούς, αὐτὲς τὶς δοκιμασίες, κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ σωθεῖ.

»...ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ἡ τελευταία φράση αὐτῆς τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ πρώτη φράση τῆς προσευχῆς εἶναι τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πρώτη λέξη, ἡ πρώτη πραγματικότητα, τελευταία δὲ εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ ζωή μας κινεῖται μεταξὺ τοῦ πονηροῦ καὶ τοῦ Θεοῦ. Ὁ πονηρὸς δὲν ἄφησε κανένα ἀπείραστο· οὔτε τὸν πρῶτο Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο οὔτε τὸ δεύτερο Ἀδάμ, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅταν βγῆκε στὴν ἔρημο. Καὶ λέει ὁ Κύριος πάλι, ὅτι «τὸ γένος τοῦτο ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Μαρκ. θ´ 29). Δὲν μποροῦμε νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὸν πονηρὸ παρὰ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία. Δὲν φεύγει ὁ πονηρὸς μὲ τὴ λογικὴ ὅπως δὲν φεύγει τὸ καρκίνωμα μὲ τὶς ἀσπιρίνες. Δὲν φεύγει ὁ διάβολος μὲ τὶς ἐξυπνάδες. Λέγει καὶ ἕνας μοναχός, ὅτι ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τὸ μικρότερο διάβολο. Γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀρχίζομε συζήτηση μὲ τὸν πονηρό. Ἂς τὸν ἀφήνουμε καὶ νὰ φεύγουμε.

Τὸ θέμα στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι νὰ ἀποκτήσουμε τὴ διάκριση τὴν πνευματική, νὰ ξεκαθαρίζουμε τὰ πράγματα ἂν κάτι εἶναι ἀπὸ τὸ Θεὸ ἢ ἀπὸ τὸ διάβολο. Μὰ θὰ πεῖ κανένας: Ἐγὼ εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος· πῶς μπορῶ νὰ ἀποκτήσω αὐτὴ τὴ διάκριση; Νομίζω τὰ πράγματα εἶναι ἁπλὰ ἐὰν τυχὸν κάνουμε συνειδητὰ αὐτὴ τὴν προσευχὴ ποὺ μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος. Μποροῦμε τώρα νὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ πίσω: ἐὰν συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας ἀσυζητητί· ἐὰν τρεφόμεθα μὲ τὸν οὐράνιον ἄρτον· ἐὰν στὴ δύσκολη στιγμὴ λέμε, «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου» καὶ ἐὰν νοιώθουμε τὸ Θεό, Πατέρα μας, τότε, ἐνῶ εἴμαστε πάρα πολὺ ἀδύνατοι, θὰ εἴμαστε ταυτόχρονα καὶ πανίσχυροι. Ἐάν, ἀντίθετα, κάνουμε τὸ θέλημὰ μας καὶ δὲν συγχωροῦμε τὸν ἄλλο, τότε τὸν διάβολο ἀπὸ μυρμήγκι τὸν κάνουμε λιοντάρι καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὰ βγάλουμε πέρα μὲ καμιὰ δύναμη. Ἀντίθετα, ἐὰν λέμε: τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ γίνει, ἐγὼ δὲν ξέρω τίποτα· ἂν συγχωροῦμε ἀσυζητητί· ἂν τὴ στιγμὴ ποὺ μᾶς ἔχουν σκοτώσει, ἐμεῖς, σκοτωμένοι, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν κρατᾶμε καμιὰ κακότητα γι᾿ αὐτὸν ποὺ μᾶς σκότωσε καὶ λέμε ἔχει ὁ Θεός, δὲν πειράζει· τότε ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἀδύνατος, εἶναι παντοδύναμος καὶ μπορεῖ νὰ τὰ βγάλει πέρα καὶ ὁ διάβολος μπροστὰ του εἶναι μυρμήγκι. Καὶ προχωρεῖ ἐλεύθερα.

Θυμᾶστε, στὴ Γεθσημανῆ, ὅταν ὁ Κύριος «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο» καὶ εἶπε «οὐ τὸ ἐμὸν θέλημα γενέσθω», ἀναφέρεται ἐκεῖ στὴν Ἁγία Γραφὴ ὅτι, «ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτὸ» (Λουκ. κβ´ 43). Καὶ ἐπίσης ὅταν στὴν ἔρημο εἶπε, «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις», τότε τὸν ἄφησε ὁ διάβολος «καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ» (Ματθ. δ´ 10-11). Ἔτσι, λοιπόν, συμβαίνει καὶ σ᾿ ἐμᾶς· ἂν λέμε τὴν προσευχὴ αὐτή, ἂν ζοῦμε τὴ ζωὴ αὐτή, ὁ πονηρὸς φεύγει, ἡ διάκριση ἡ πνευματικὴ ἔρχεται μέσα μας καὶ ἄγγελοι μᾶς διακονοῦν. Καὶ μποροῦμε νὰ νοιώσουμε αὐτὴ τὴ συντροφιὰ τῶν ἀγγέλων· καὶ μποροῦμε ἀπὸ τώρα νὰ ζήσουμε στὸν Οὐρανό· καὶ μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε αὐτὲς τὶς φράσεις τὶς κυπριακὲς καὶ νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ζωή μας γίνεται τότε «ἀγγελόκτιστη», «Θεοσκέπαστη». Τότε ὁ ἄνθρωπος ὁ μικρὸς γίνεται μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ παντοδύναμος...