Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης - Ἡ συνάντηση Ἑλληνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ
Ἡ διαμάχη μεταξὺ Φαναρίου καὶ Ἀθηνῶν

Βῆμα – Νέες Ἐποχές
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2004 - Αρ. Φύλλου 14067
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14067&m=B46&aa=1


Τὸ θέμα τῆς διαμάχης μεταξὺ Φαναρίου καὶ Ἀθηνῶν: Ἀνύπαρκτο καὶ σοβαρό. Μά, δὲν εἶναι μητέρα μας ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία; Δὲν βρίσκεται ἐκεῖ ἡ καρδιά μας, ἡ δύναμι καὶ τὸ πῶς ζήσαμε μέχρι τώρα; Καὶ δὲν βρίσκεται ἐκεῖ ἡ ἐξασφάλισι τῆς ἐλπίδος γιὰ τὸ πῶς μποροῦμε νὰ ζήσωμε στὴν ἐποχὴ τῆς παγκοσμιοποιήσεως καὶ διεθνοποιήσεως;

Ἄναψε μία μικρὴ φωτιά. Περιμένεις νὰ σβήση, ἀλλὰ αὐτὴ φουντώνει. Φαίνεται πὼς εἶναι σοβαρὴ ὑπόθεσι. Εἶναι ἐπικίνδυνη. Μπορεῖ νὰ μετατραπῆ σὲ πυρκαγιὰ συμφορᾶς. Βλέποντας τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος θὰ ἤθελα (μοῦ ζήτησαν καὶ κάποιοι ἀδελφοί) νὰ ἔλεγα δυὸ λόγια. Ὡς ἁγιορείτης, βρίσκεσαι σὲ τόπο καὶ τρόπο ἀσφαλείας, ἐὰν εἶσαι ἀληθινὸς μοναχός. Εἶσαι νεκρὸς καὶ εἶσαι ἐλεύθερος. Ρώτησε κάποιος μοναχός: «Γιατί, περπατώντας στὴν ἔρημο, φοβᾶμαι;». Ὁ Γέροντας τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἀκμὴν ζῇς», ἀκόμη ζῇς. «Ἐὰν ἤσουν νεκρός, δὲν θὰ φοβόσουν τίποτε. Θὰ ἤσουν ἀπόλυτα ἐλεύθερος καὶ εὐαίσθητος. Θὰ ἤσουν μία αἴσθησι».

Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ φτάση σ αὐτὴ τὴν αἴσθησι, νὰ γίνῃ μία αἴσθησι. Ἐὰν σοῦ δοθῇ αὐτὴ ἡ Χάρις, τότε κινεῖσαι ἐλεύθερα. Κυκλοφορεῖς κεκλεισμένων καὶ ἀνεωγμένων τῶν θυρῶν, μὲ λυμένα καὶ ἄλυτα τὰ προβλήματα. Ἂν κάποια ἐμπειρία σὲ σφράγισε, ἐὰν κάτι τέτοιο, ἔστω ἐλάχιστα, σοῦ δόθηκε, ἐὰν βρῆκες τὴν παρηγοριὰ μετὰ ἀπὸ τὴν πολλὴ δοκιμασία, ἐὰν εἶσαι «τῆς Ἀναστάσεως τὴν πεῖραν εἰληφώς», ἐὰν πέρασες, ἔστω καὶ μία φορὰ ἀλλὰ πραγματικά, διὰ τοῦ θανάτου (τοῦ ἀληθινοῦ) στὴ ζωή, τότε μπορεῖς νὰ ἐλπίζης. Μπορεῖς νὰ προχωρῆς. Χρειάζεται ὅμως, ἐφ᾿ ὅσον ἀκόμη βρίσκεσαι σὲ τοῦτο τὸν κόσμο, τὸν μεταβαλλόμενο καὶ ἀλλοιούμενο, νὰ προχωρῇς μὲ πολὺ δέος καὶ προσοχή, στηριζόμενος στὴν ἀγάπη (ποὺ εἶναι θυσία τῶν πάντων) καὶ στὴν ταπείνωσι (ποὺ εἶναι ἀγάπη ἐξαφανίσεως), γιὰ νὰ φανερώνεται ὁ Ἄλλος, ποὺ εἶναι παρηγοριὰ ὅλων.

Μετὰ ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ μποροῦμε νὰ ρίξωμε μιὰ ματιὰ στὴν ἱστορία τοῦ Γένους μας. Νομίζω ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἔχει διαγράψει μία παρόμοια πορεία. Ἀναζήτησε. Πέρασε ἀπὸ δοκιμασίες πολλές. Ἔφτασε κάπου. Βρῆκε κάτι ποὺ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος αἰῶνος καὶ ταυτόχρονα τὸν βοηθᾷ νὰ προχωρήσῃ ξεκάθαρα καὶ σταθερὰ στὸν νῦν αἰῶνα. Ὅλο αὐτὸ βρίσκεται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη λειτουργικὴ θεολογία.

Ἕλληνες. Ἕνας μικρὸς λαὸς μὲ μεγάλες ἀπαιτήσεις. Ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια. Ἀγαποῦν τὴν καλλιέπεια καὶ πᾶνε πέρα ἀπ᾿ αὐτή. Ψάχνουν, ζητοῦν σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς νὰ βροῦν τὴν πρώτη αἰτία, νὰ βροῦν ἀπαντήσεις στὰ καίρια ἐρωτήματα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὸν κόσμο, τὸν Θεό. Εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀκούσουν καθετὶ νέο. Νὰ ἀσπαστοῦν τὴν ἀλήθεια ποὺ τοὺς πείθει. Νὰ ἀπορρίψουν ὅ,τι δὲν τοὺς ἀναπαύει. Ταξιδεύουν, μελετοῦν, μαθαίνουν. Κάνουν τὴ μελέτη τοῦ θανάτου φιλοσοφία, τὰ προσωπικά τους προβλήματα καὶ τὶς ἱστορικὲς συμφορὲς τέχνη καὶ τραγῳδία. Δὲν ἀναπαύονται στὴν τέχνη (καὶ τὴν πιὸ ὑψηλή) οὔτε στὴν φιλοσοφία («παίδων ἀθύρματα»). Θέλουν νὰ προχωρήσουν πρὸς κάτι τολμηρότερο καὶ θεϊκότερο, πρὸς κάτι ποὺ τοὺς σπρώχνει καὶ τοὺς προετοίμασε ἡ μέχρι τώρα πορεία, κατάκτησι καὶ δίψα τους. «Πολιτισμὸς τῶν Ἑλλήνων. Καμμιὰ λατρεία τῆς δύναμης. Τὸ χρονικὸ ἦταν μονάχα μιὰ γέφυρα. Στὶς ψυχικὲς καταστάσεις δὲν ζητοῦσαν τὴν ἔντασι, ἀλλὰ τὴν καθαρότητα» (Σιμόνε Βέιλ). Ἡ συνάντησι τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὸν Χριστιανισμὸ σφράγισε τὴν ἱστορία του, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνθρωπότητος. Ὅταν ζήτησαν νὰ δοῦν τὸν Χριστὸ Ἕλληνες, ὁ Κύριος εἶπε: «Νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Οἱ Ἕλληνες (ὄχι οἱ Ρωμαῖοι, οὔτε οἱ Ἑβραῖοι) δέχονται τὸ μήνυμα τῆς Καινῆς Κτίσεως. Εἶναι προετοιμασμένοι ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους, ποιητὲς καὶ τραγικούς. Διὰ τῶν Ἑλλήνων μεταδίδεται τὸ μήνυμα τῆς Καινῆς Κτίσεως στὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόβσκι τολμᾷ νὰ διακηρύξη: «Τὸ νὰ εἴμαστε Χριστιανοὶ σημαίνει νὰ εἴμαστε Ἕλληνες, μιᾶς καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη, τὴν ὕψιστη αὐθεντία τῆς ὁποίας ἀποδεχόμαστε, εἶναι διὰ παντὸς ἕνα ἑλληνικὸ βιβλίο». Στοὺς ἑλληνιστικοὺς καὶ ρωμαϊκοὺς χρόνους, ὅταν ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ἐπεκτείνεται ὡς δύναμις, ὁ Ἑλληνισμὸς διεισδύει ὡς πνεῦμα. Μετὰ ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς καὶ τὴ μεταφορὰ τῆς πρωτευούσης τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὴν παλαιὰ στὴ νέα Ρώμη, τὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο ὑπάρχει ὡς πλαίσιο καὶ βάσι διοικήσεως, ἡ λατινικὴ γλῶσσα ὡς ἐπίσημη τοῦ κράτους. Μὲ τὸν καιρὸ φυσιολογικὰ σβήνει ἡ λατινική. Τὴν θέσι της παίρνει ἡ ἑλληνική, ὁμιλούμενη ἀπὸ τὸν λαό. Αὐτὴ γίνεται γλῶσσα τοῦ κράτους, τῆς λατρείας, τῆς θεολογίας, τῆς λογοτεχνίας... Ἡ αὐτοκρατορία λέγεται ρωμαϊκή, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τέλους. Σὲ ἑλληνικὴ ἐξελίσσεται. Τελικὰ εἶναι ἡ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία, ἡ τοῦ χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ξεπερνιέται ὁ παγανιστικὸς Ἑλληνισμός. Μένει ἡ ψυχή του καὶ ἡ δουλειά του, μεταμορφωμένη. Φτάνουμε σ᾿ αὐτὸ ποὺ ζητοῦσαν οἱ Ἕλληνες. Τοὺς κλασικοὺς φιλοσόφους διαδέχονται οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ πρῶτοι εἶναι ὑποδείγματα στὴ σκέψι καὶ στὴ διανόησι. Οἱ δεύτεροι ἀναδεικνύονται οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι, γιατί δὲν προσφέρουν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διανοητικῆς των δουλειᾶς καὶ ἀνησυχίας, ἀλλὰ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίδεται σὲ αὐτοὺς ποὺ παραδίδονται ἐξ ὁλοκλήρου στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι οἱ διανοούμενοι ἀλλὰ οἱ πάσχοντες τὰ θεῖα. Φανερώνονται ὡς μεγάλα φῶτα ποὺ φωτίζουν μὲ ἄκτιστο φῶς τὴν οἰκουμένη. Εἶναι οἱ πυρπολούμενοι ἀπὸ τὸ ἄστεκτο πῦρ τοῦ θείου καὶ ἐκστατικοῦ ἔρωτος. Ξεπερνοῦν τὴν κτίσι καὶ τὴ διανόησι. Φτάνουν στὴ θεία ἀνάπαυσι τῆς αἰωνίου παρακλήσεως ποὺ σῴζει τὸν ἄνθρωπο, χαρίζοντάς του τὴν ἐλευθερία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἐνῷ ζῇ στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο. Εἶναι νεκροὶ καὶ ἀείζωοι. Καθ᾿ ἡμέραν ἀποθνῄσκουν καὶ ἀνασταίνονται. «Οἱ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς θεοσοφίας ἀρχηγικοὶ καθηγεμόνες ὑπὲρ ἀληθείας ἀποθνήσκουσιν πᾶσαν ἡμέραν ὡς εἰκός, καὶ λόγῳ παντὶ καὶ ἔργῳ τῇ ἑνιαίᾳ τῶν χριστιανῶν ἀληθογνωσίᾳ» (Ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης). Μιὰ μεταμόρφωσι τοῦ παλαιοῦ κόσμου ἱερουργεῖται. Μιὰ μετάβασι πραγματοποιεῖται. Ἀπὸ τὰ παλαιὰ περνοῦμε στὰ καινά. Ἀπὸ τὰ συγκεχυμένα καὶ βέβηλα στὰ συλλειτουργοῦντα καθαρῶς καὶ ὁσίως. Ἀπὸ τὶς σκοτεινὲς ὑποθέσεις καὶ ἀναζητήσεις τοῦ «ζητεῖν τὸν Θεὸν εἰ ἄρα γε ψηλαφίσειαν αὐτόν» (Πράξ. 17,27) στὸ «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός». Προχωροῦμε ἀπὸ τὴν φιλοσοφία στὴ θεολογία, ἀπὸ τὴν τραγῳδία στὴ θεία μυσταγωγία. Διαμορφώνεται ὡς θεία κεκαθαρμένη λατρεία ἡ Θεία Λειτουργία, ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Στὸ θαῦμα τῆς βυζαντινῆς λατρείας καὶ λειτουργικῆς θεολογίας ὅλες οἱ ἑλληνικὲς προσπάθειες καὶ κατακτήσεις στὴ φιλοσοφία, στὴ γλῶσσα καὶ στὴν τέχνη βρίσκονται παροῦσες, ἀξιοποιημένες καὶ μεταμορφωμένες. Ὅλα διακρίνονται, ὑπάρχουν μεμυημένα καὶ συλλειτουργοῦντα μέσα σὲ μία γαληνιαία λάμψι ἀκτίστου φέγγους καὶ κάλλους θεϊκοῦ.

Μέσα στὴ θεία μυσταγωγία τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας βρίσκεις τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ ὄχι ὡς θεατρικὴ ἀναπαράστασι, ἀλλὰ ὡς λειτουργικὴ πραγματικότητα. Μέσα σ᾿ αυτὸ τὸ κλίμα βασιλεύει καὶ διευθετεῖ τὰ πάντα ἡ ἀσύγχυτη καὶ ἀδιαίρετη ἕνωσι τοῦ θείου καὶ ἀνθρωπίνου, δωρεὰ τῆς παρουσίας τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου, ποὺ εἶναι ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος. Ἐδῶ ταυτίζεται ἡ ἄκρα ταπείνωσι μὲ τὴν ἄφατη δόξα, ἡ θεία ἀγάπη μὲ τὸ ἀμήχανον κάλλος, ἡ ἐλευθερία μὲ τὴν ἑνότητα. Δὲν ὑπάρχουν χωρισμοί. Δὲν ὑπάρχει Ἰουδαῖος καὶ Ἕλληνας. Ὅλοι εἶναι ἕνα ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ἡ Θεία Λειτουργία προσφέρεται ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης. Εἶναι τὸ προζύμι τῆς βασιλείας ποὺ ζυμοῖ ὅλο τὸ φύραμα, ἡ χώρα τοῦ Ἀχωρήτου ποὺ ἀγκαλιάζει τὴν οἰκουμένη, τὸ χωνευτήρι, ἡ χοάνη ποὺ δέχεται καὶ ἀφομοιώνει, χωνεύει καὶ ἀξιοποιεῖ θείως τὰ θετικὰ στοιχεῖα κάθε πολιτισμοῦ καὶ νοοτροπίας. Δὲν ἀγνοεῖ τὴ Δύσι (προέρχεται ἀπὸ αὐτὴν ἡ Νέα Ρώμη). Προσλαμβάνει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς Ἀνατολῆς (τὸ πάθος καὶ τὸ βάθος της). Ὅλα δοκιμάζονται, καθαίρονται, «ὁποῖον τὸ ἔργον ἑκάστου ἐστὶ τὸ πῦρ δοκιμάσει».

Ἕνας νέος κόσμος ἀναδύεται. Εἶναι ἡ δημιουργία τοῦ νέου πολιτισμοῦ, τοῦ σεμνοῦ καὶ μεγαλοπρεποῦς, τοῦ ἐρασμίου καὶ γαλήνιου. Ἀνέχεται ὅλους. «Πάντα στέγει, πάντα ἐλπίζει». Αὐτὸ ἐμποτίζει, ἀλλοιώνει καὶ ἁγιάζει τὸν ἄνθρωπο ὁλόκληρο καὶ τὴ δημιουργία του. Φαίνεται στὸ συνοδικὸ σύστημα διοικήσεως ποὺ ἐπιβάλλεται, στὸ κατανυκτικὸ μέλος τῶν ὕμνων ποὺ ἀκούγεται, στὴν ἱεροπρεπῆ ἔκφρασι τῶν εἰκόνων, ποὺ φωτίζει τὴν Ἐκκλησία, στὴν ἅγια ἀρχιτεκτονικὴ τῶν ναῶν, ποὺ δέχεται τὸν ἄνθρωπο. Ὅλα, μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ σιωπή, τὸ ἔργο καὶ τὸ ἦθος, φανερώνουν τὴν ἴδια θεανθρώπινη πραγματικότητα. «Ἰδοὺ θυσία μυστικὴ τετελειωμένη δορυφορεῖται». Αὐτὴ ἡ τετελειωμένη λατρεία καὶ θεολογία προσφέρεται δωρεὰν σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ἡ διάδοσι τῆς Πίστεως πραγματοποιεῖται ὡς διάσωσι καὶ μεταμόρφωσι, ὄχι ὡς κατάκτησι καὶ ὑποδούλωσι, τῶν ἐκχριστιανιζομένων λαῶν. Αὐτὸ ποὺ προσφέρει τὸ Ὀρθόδοξο Βυζάντιο στοὺς πολίτες του, εἶναι μία χάρι ποὺ στὸν καιρὸ τῆς αὐτοκρατορίας τοὺς κρατᾷ σεμνοὺς καὶ στὴν περίοδο τῆς δουλείας ἀγέρωχους.

Ὅταν πέφτῃ καὶ χάνεται ἡ αὐτοκρατορία, μένει ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία ὡς ἐθναρχοῦσα δύναμι τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν. Μὲ τὴν Ἅλωσι τῆς Πόλεως χάνουμε τὴν αἴγλη τῆς αὐτοκρατορίας καὶ κερδίζομε τὴν εὐλογία τῆς δοκιμασίας. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀποδεικνύεται ὅτι, ὅταν χάνῃς κάτι σημαντικὸ ποὺ σὲ πονᾷ, σοῦ προσφέρεται (ἂν φανῆς ἄξιος της δοκιμασίας) κάτι πιὸ πολύτιμο, πνευματικὸ καὶ ἀκατάλυτο, ποὺ δὲν θὰ τὸ κέρδιζες χωρὶς τὴν προηγηθεῖσα ἀπώλεια. Μέσα στὶς συνθῆκες τῆς σκλαβιᾶς ποὺ μᾶς ἔφερε στὸ «ἐξαπορηθῆναι καὶ τοῦ ζῆν», ὑπάρχει, ὡς δύναμι ζωῆς, ἡ πίστι. Μένει ἡ Θεία Λειτουργία, ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ποὺ παίρνει ὅλο τὸν ὑπόδουλο λαό, τὸν μυσταγωγεῖ καὶ τὸν φέρνει διὰ τοῦ πάθους Του στὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως, στὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα ὅτι κάτι ὑπάρχει ποὺ δὲν χάνεται, μιὰ παρηγοριὰ ποὺ σὲ συντροφεύει στὴ σκλαβιὰ καὶ καταργεῖ τὸν θάνατο.

Αὐτὸ φαίνεται καὶ ψηλαφεῖται στὸ πῶς ὁ πιστὸς λαὸς ἔζησε στὴν μακραίωνα περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, πῶς ἀντιστάθηκε πνευματικὰ καὶ σωματικά, πῶς ἔκλαψε, τραγούδησε τὸν πόνο του, ἔκτισε τὰ σπίτια καὶ τοὺς ναούς, διοργάνωσε τὴν παιδεία, ἀγωνίστηκε, θυσιάστηκε, κυοφορώντας πάντοτε μέσα στὴν καρδιά του τὸν πόθο τῆς ἐλευθερίας, τὴ Μεγάλη Ἰδέα. «Πάλι μὲ χρόνους μὲ καιρούς....».

Ἔρχεται ἡ ἐπανάστασι. Ἐλευθερώνονται ἑλληνικὲς ἐπαρχίες. Δημιουργεῖται τὸ ἑλληνικὸ κράτος. Πλησιάζει ἡ πραγμάτωσι τῆς Μεγάλης Ἰδέας. Φτάνομε σὲ ἀπόστασι ἀναπνοῆς ἀπὸ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά. Ἀκολουθεῖ ἡ μικρασιατικὴ καταστροφὴ (μεγαλύτερη, κατὰ πολλούς, συμφορὰ ἀπὸ τὴν πτῶσι τῆς Πόλης). Πολλοὶ λένε ὅτι χάνεται ἡ Μεγάλη Ἰδέα. Δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχη πιὰ ἡ προσδοκία, ὁ ἀγῶνας γιὰ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά. Οὐσιαστικὰ ὅμως δὲν χάνεται, ἀλλὰ λαμπρύνεται, διαστέλλεται καὶ ἀνυψώνεται ἡ Μεγάλη Ἰδέα. Ἂν χανόταν μὲ μία ἱστορικὴ καταστροφή, αὐτὸ θὰ σήμαινε ὅτι δὲν ἦταν καὶ τόσο μεγάλη, ἀλλὰ μικρὴ καὶ χαμένη, πρὶν ἀκόμα χαθῆ. Τελικὸς σκοπός μας δὲν εἶναι ἡ κατάληψι ἑνὸς γεωγραφικοῦ τόπου, ἀλλὰ ἡ ἀνάληψι σὲ ἕνα λειτουργικὸ κόσμο. Χάνομε κάτι ὑλικό, καὶ ἀνοίγεται μπροστά μας κάτι διαρκῶς πιὸ ἅγιο καὶ πνευματικό. Συνεχίζεται ἡ ἐπώδυνη καὶ σωτήρια πορεία. Μένει πάντοτε ἡ Θεία Λειτουργία, δηλαδὴ ἡ δύναμι ποὺ ἀνιστᾶ τοὺς νεκροὺς καὶ κτίζει τὴν Ἁγιὰ Σοφιά. Τελικὰ ἡ Μεγάλη Ἰδέα τοῦ Γένους μας ταυτίζεται μὲ τὴ μεγάλη ἰδέα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους (καὶ αὐτὴν πρέπει νὰ ὑπηρετοῦμε), ποὺ εἶναι ἡ σαρκωθεῖσα Ἀγάπη, ἡ θυσία γιὰ τὸν ἄλλον. Ἡ ζωή μας εἶναι ἕνας Γολγοθὰς ποὺ φέρνει στὴν Ἀνάστασι. Οἱ ἱστορικὲς δοκιμασίες μᾶς ἀνάγουν σὲ μία μυσταγωγία, ποὺ φανερώνεται ἀτελεύτητη ἄνοδος ἀπὸ τὸ σχετικὸ καὶ ἀνθρώπινο στὸ ἄσχετο καὶ θεανθρώπινο.

Τὸ καθεστὼς ποὺ ἀκολουθεῖ τὴ μικρασιατικὴ καταστροφὴ προχωρεῖ στὴ φυλετικὴ κάθαρσι. Φτάνομε στὴ σημερινὴ πραγματικότητα, τώρα ποὺ ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία διαρκῶς κενοῦται, ταπεινώνεται, ἀδυνατίζει, μένει κρεμάμενη στὸ σταυρὸ τοῦ χρέους. Καὶ τὰ βγάζει πέρα θείως καὶ ἱερῶς. Φαίνεται κατὰ γράμμα ἡ ἀλήθεια τῆς ἄλλης λογικῆς, ἡ τελικὴ δόξα τοῦ πνεύματος ποὺ ταυτίζεται μὲ τὴν ἄκρα ταπείνωσι, ἡ δύναμις ποὺ ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. Ἔτσι, ἀντιλαμβάνεται τὸν πόνο τῶν ἀδυνάτων καὶ συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις αὐτῶν. Εἶναι θεϊκὰ ἱερὸ καὶ πανάγιο ὁ πρῶτος τῇ τάξει μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νὰ εἶναι ἐνδεδυμένος τὴ χλαμύδα τῆς ἀδυναμίας.

Καὶ συνεχίζεται ἡ πορεία. Πορευόμαστε. Πορεύεται ἡ ἱστορία. Τὴν Κωνσταντινούπολι, μόλις τὴν παίρνουν οἱ Τοῦρκοι, τὴν ὀνομάζουν Κωνσταντινιέ. Μὲ τὸν χρόνο ἀλλοιώνεται, ξεθωριάζει. Νοιώθουν ὅτι χάνεται αὐτὸ ποὺ κατέκτησαν. Ἀλλὰ τὴ θέλουν ὅπως ἦταν. Θέλουν τὴ ζωὴ ποὺ τοὺς σῴζει. Καὶ παίρνει ἄλλο ὄνομα γι᾿ αὐτοὺς ἡ Πόλι, γίνεται Ἰσταμπούλ. Γίνεται μία νοσταλγικὴ πορεία πρὸς τὴν Πόλι ποὺ χάνεται. Καὶ πορευόμαστε μαζί. Καταλαβαίνομε ὅτι ὅλοι, ὡς ἄνθρωποι, Ρωμηοὶ καὶ Τοῦρκοι, ἐλεύθεροι καὶ σκλάβοι, κάτι περισσότερο προσδοκοῦμε. «Οὐκ ἔχομεν μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Καὶ ἡ ζωή μας γίνεται μία πορεία πρὸς κάποια Πόλι. Στὴν ἱστορική μας πορεία μία στιγμὴ δὲν ἀντιπαλεύομε, ἀλλὰ συμβαδίζομε μὲ τὴν Τουρκία. Μιὰ χρονικὴ στιγμὴ προηγούμαστε. Βρισκόμαστε στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωσι. Καὶ οἱ Τοῦρκοι θέλουν νὰ μποῦν σ᾿ αὐτήν. Θέλουν (εἶναι ἱστορικὴ ἀνάγκη) νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ κάποια κληρονομημένη βαναυσότητα, νὰ μποῦν σὲ ἄλλο κόσμο, νὰ ἀσπαστοῦν μία διαφορετικὴ λογική, νὰ ἀρχίσουν νὰ σέβωνται λίγο τὸν ἄνθρωπο, νὰ σταματήσουν νὰ ἐξολοθρεύουν τόσο εὔκολα καὶ ἀβασάνιστα τοὺς ἀδύνατους. Αὐτὸ εἶναι παρήγορο γιὰ ὅλους. Καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαός, στὸ σύνολό του σχεδόν, αὐτὸ θέλει, εὔχεται καὶ προωθεῖ. Ὅμως κάπου ἀκούγεται μία διαμαρτυρία παράφωνη. Μιὰ φωνὴ ποὺ λέγει ὄχι. Καὶ δὲν καταλαβαίνεις ἀπὸ ποῦ ξεκινᾷ, ποῦ στηρίζεται καὶ τί ἐπιδιώκει. Καὶ τὴν ἐντοπίζεις κάπου πιὸ συγκεκριμένα. Στὴν Κρήτη γίνεται μία πανορθόδοξη συνάντησι. Ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ζητᾷ ἀπὸ τοὺς συμμετέχοντες ἀντιπροσώπους νὰ ὑποβληθῆ μία αἴτησι πρὸς τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωσι, ὥστε στὸ διαμορφούμενο εὐρωπαϊκὸ Σύνταγμα νὰ ἀναφερθῆ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὡς θεσμὸς πανευρωπαϊκῆς ἐμβέλειας, τὴ στιγμὴ πού, ὡς πρώτη τῇ τάξει Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔχει τὴν εὐθύνη καὶ τὸ διακόνημα τῆς διαιτησίας γιὰ τὴν ἐπίλυσι τῶν Ὀρθοδόξων προβλημάτων. Τὸ αὐτονόητο καὶ πανορθόδοξα δεκτὸ ἀρνοῦνται οἱ ἀντιπροσωπεῖες δυὸ τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς Ρωσίας καὶ τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὴν πρόοδο τῶν συζητήσεων ἡ θέσι τους αὐτὴ γίνεται ἀπόλυτα σαφής. Ὁπότε, ὁ μεγάλος ὑποχωρεῖ. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, φειδόμενος τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀποσύρει τὴν αἴτησί του. Καὶ τὸ ἐρώτημα εἶναι: Πῶς καὶ γιατί συνέβη αὐτό; Καὶ γιὰ τὴ μὲν ρωσικὴ ἄρνησι, τὰ πράγματα μπορεῖ νὰ εἶναι κατανοητά, καὶ ἴσως ὄχι πρωτάκουστα. Γιὰ τὴν ἑλληνικὴ ὅμως ἄρνησι, τὰ πράγματα εἶναι ἀκατανόητα καὶ ἀσφαλῶς πρωτάκουστα. Τί συμβαίνει;

Αὐτὸ τὸ Γένος ποὺ γεννᾷ τοὺς μεγάλους Πατέρες, ποὺ ἀναδεικνύονται οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι, ὡς φωστῆρες παγκόσμιοι, τὸ ἴδιο μπορεῖ (ἀρνούμενο τὴ Χάρι) νὰ γεννᾷ τὴν ἴδια ὥρα τὴ μεγαλύτερη προδοσία; Σὲ μία τέτοια πτῶσι καὶ κατρακύλα ὅλοι βρισκόμαστε συνένοχοι. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ νίψη τὰς χεῖρας, ὡς ἄμοιρος εὐθύνης. Ὅλοι ὀφείλομε νὰ δοῦμε κατάματα τὰ χάλια μας, νὰ ἀρχίσωμε νὰ σκεφτώμαστε σοβαρὰ καὶ νὰ μετανοοῦμε. Μὲ μία τέτοια ἀλλοπρόσαλλη συμπεριφορὰ δὲν δημιουργοῦμε προβλήματα μόνο στὸν ἑαυτό μας καὶ στὸν τόπο μας, ἀλλὰ καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὴν οἰκουμένη. Καὶ δὲν ἔχομε κανένα δικαίωμα νὰ ἀνοηταίνωμε. Εἶναι δεδομένο τὸ χρέος μας καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκπληρώσεώς του. Δὲν ἀνήκομε στὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ σὲ μία ἱερὰ ἀποστολή. Καὶ αὐτὴ ὁρίζεται ἀπὸ τὸ πῶς ἔζησαν, πῶς πολιτεύτηκαν καὶ τί μᾶς κληροδότησαν αὐτοὶ ποὺ μᾶς γέννησαν κατὰ σάρκα καὶ κατὰ πνεῦμα.

Τώρα ποὺ βρισκόμαστε στὴν ἐποχὴ τῆς παγκοσμιοποιήσεως, τώρα ποὺ τρομάζουν οἱ ἰσχυροὶ ἀπὸ τὴν ἀντίδρασι τῶν καταδυναστευομένων. Τώρα ποὺ τὴν τρομοκρατία θέλουν νὰ καταστείλουν (δὲν ἔχουν ἄλλο τρόπο) μὲ τὴν ἀπειλὴ τῆς ὑπεροπλίας καὶ τὴν ἐπίδειξι τῆς δυνάμεως, ποὺ μόνο μεγαλύτερες ἀντιδράσεις γεννᾶ καὶ τυφλὲς ἐκρήξεις πυροδοτεῖ. Τώρα ποὺ γίνεται λόγος γιὰ τὸν ἐπανευαγγελισμὸ τῆς Εὐρώπης... Μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ βοηθήση, νὰ ἀναζωογονήση ὅλους καὶ νὰ ἐκκλησιάση τὴν οἰκουμένη, δὲν εἶναι ἡ ἀνθρώπινη δύναμι ποὺ κατακυριεύει καὶ κατεξουσιάζει τοὺς ἀδυνάτους, ἀλλὰ ἡ θεϊκὴ δύναμι τῆς θυσιαστηρίου Ἀγάπης. Εἶναι ἡ λογικὴ καὶ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Ἑνὸς ποὺ προσφέρεται θυσία γιὰ νὰ σωθοῦν οἱ ἀδελφοί Του, δηλαδὴ οἱ πάντες, ἀκόμη καὶ αὐτοὶ (ἢ προ παντὸς αὐτοί) ποὺ Τὸν μισοῦν, Τὸν φτύνουν καὶ Τὸν σταυρώνουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη λογικὴ (ἡ ἀνατροπὴ τῆς παραλόγου λογικῆς μας). Εἶναι ἡ θεϊκὴ καταλλαγὴ τῆς ἀγάπης. Αὐτὴν ὅλοι τὴν δέχονται, τὴν κατανοοῦν, καὶ αὐτὴ νικᾷ γιὰ χάρι ὅλων μας. Καὶ μεῖς, ὡς ἀδύνατοι, δὲν ἔχομε τίποτε ἄλλο λειτουργικὰ νὰ προσφέρωμε, ἔξω ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐλάχιστη δύναμι, ποὺ νικᾷ τὸν θάνατο διὰ τοῦ θανάτου.

Ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἀποδεικνύει ὅτι «ὁ χριστιανικὸς Ἑλληνισμός, ὁ μεταμορφωθεὶς διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ Λόγου καὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Πνεύματος, εἶναι πλέον ἐξ ὁλοκλήρου γεγονὸς τῆς ἱστορίας» (π. Γ.Φλωρόβσκι). Αὐτὸς γέννησε τὸν ἱερὸ πολιτισμό μας μὲ τὴ θεανθρώπινη χάρι. - Ἡ πτῶσι τῆς Πόλεως φανερώνει τὴ ζῶσα καὶ ἐθναρχοῦσα δύναμι τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. - Ἡ μικρασιατικὴ καταστροφὴ δείχνει ὅτι, καὶ ἂν χάνεται ἡ Μικρασία, ὅμως δὲν χάνεται, ἀλλὰ θάλλει καὶ λάμπει ἡ χάρι καὶ ἡ δύναμι τῆς Θείας Λειτουργίας, δηλαδὴ ἡ μεγάλη ἰδέα καὶ προσδοκία τῆς ἀνθρωπότητος: Πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς... νὰ κερδίσωμε ὅλοι. Νὰ νικήση ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ ἀδελφοσύνη. Νὰ ἔλθη ἐπὶ γῆς εἰρήνη.

Γιὰ ὅλα αὐτὰ κάποιο μήνυμα ἔρχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τὴν Πόλι. Ἕνα αἰῶνα πρὶν πέση ἡ Πόλι, ὁ ἁγιορείτης Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνακεφαλαιώνοντας τὴ θεολογία καὶ εὐσέβεια τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ξεκαθαρίζει τὶς σχέσεις μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ ἑτεροδοξίας. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου, πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ἡ διὰ Χάριτος ἀλλοίωσι, μεταμόρφωσι καὶ θέωσι τοῦ ἀνθρώπου ψυχοσωματικά. Δὲν εἶναι ἡ ἁπλὴ διανοητικὴ ἐνασχόλησι μὲ θεωρητικὰ καὶ θεολογικὰ θέματα. Αὐτὴ ἡ θέσι εἶναι σήμερα κατανοητὴ καὶ ἀπὸ πολλοὺς Δυτικούς, ποὺ ὑφιστάμενοι τὴν πνευματικὴ ἀφυδάτωσι καὶ καχεξία -συνέπεια τοῦ σχολαστικισμοῦ- ζητοῦν βοήθεια ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν Ἄπω Ἀνατολή. Ταυτόχρονα, ἡ εὐσέβεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι πιὸ κατανοητὴ ἀπὸ τὴ μουσουλμανικὴ νοοτροπία ποὺ γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε στὸν χῶρο τῆς Ἀνατολῆς.

Τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὡς τέκνο καὶ γέννημα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἔχει τὴ συγγένεια πνεύματος καὶ τὴ συνεχῆ σχέσι (καθορισμένη ἀπὸ τὴν Παράδοσι) μὲ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, ποὺ τοῦ χαρίζει τὴν ἀντοχὴ τῆς ἐπιβιώσεως καὶ ἀνανεώσεως. Ὅταν πέφτῃ ἡ αὐτοκρατορία, τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐπιζῇ, ὡς ψυχὴ καὶ εἰκόνα τῆς αὐτοκρατορίας -μεταίχμιο ἱστορίας καὶ αἰωνιότητος- ὅπου οἱ μοναχοὶ τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν συνεχίζουν «παλαμικῶς» τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἄσκησί τους. Σήμερα, μὲ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀναβιώνει (ἐνῷ πολλοὶ τὸ εἶχαν διαγράψει) τρεφόμενο ἀπὸ τὸ πανάρχαιο καὶ ἀγέραστο πνεῦμα τῆς λειτουργικῆς ζωῆς καὶ συνοδικότητος ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τὴ Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Στὴ σημερινὴ Πόλι τῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων νοιώθεις νὰ δεσπόζῃ καὶ νὰ ἐπιβάλλεται διαρκῶς ἡ παρουσία τῆς Ἁγιὰ Σοφιᾶς, πού, μὲ μιὰ οὐράνια εὐρυχωρία κατανοήσεως -ξένη ἀπὸ τὴν ταραχὴ μικρῶν ἐπιδιώξεων-, ἱερουργεῖ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας πάντων. Καὶ ὅλα τὰ τζαμιά, προσπαθώντας εἴτε νὰ τὴν ξεπεράσουν σὲ μέγεθος, εἴτε νὰ τὴν μιμηθοῦν σὲ χάρι, δείχνουν ὅτι σὲ καμμιὰ περίπτωσι δὲν μένουν ἀδιάφορα μπροστὰ σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀνερμήνευτη μεγαλοπρέπεια τοῦ θεϊκοῦ Κάλους τῆς ταπεινώσεως. Καὶ ἡ Ἁγιὰ Σοφιὰ μένει σιωπηλή. Δὲν ἐνοχλεῖται. Δὲν ἐνοχλεῖ. Μόνο φωτίζει, παρηγορεῖ, ἀνέχεται καὶ περιμένει. Ἴσως δὲν θὰ ἦταν ἄσχημο ἐὰν οἱ σημερινοὶ Νεοέλληνες μπορούσαμε -γιὰ τὸ καλὸ ὅλων- νὰ ἀκούγαμε τὴ φωνὴ τῆς Ἁγιὰ Σοφιᾶς.