Θωμᾶ Ν. Ζήση, Φιλολόγου-Γυμνασιάρχου
Α´ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Ἀκολουθία ἐπὶ Μνήστροις ἤτοι τοῦ
Ἀρραβῶνος
Ἀκολουθία τοῦ Στεφανώματος
ἤτοι τοῦ Γάμου
Κεφάλαια περί Διγάμων
Ἀκολουθία εἰς Δίγαμον
Ἀκολουθία
ἐπὶ ἐπανασυστάσει γάμου διαζευχθέντων
Β´ Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ἀκολουθία τῶν Μνήστρων δηλαδή τοῦ Ἀρραβώνα
Ἀκολουθία τοῦ Στεφανώματος δηλαδή τοῦ Γάμου
Περιληπτικές ἀπόψεις Πατέρων γιά τούς δίγαμους
Ἀκολουθία σέ δίγαμο
Γ´ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ
ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Ἀκολουθία τοῦ Ἀρραβώνα
Ἀκολουθία τοῦ Γάμου
Ἀκολουθία σέ Δίγαμο
Ἀκολουθία Ἐπανασύστασης Γάμου
Ἀναλυτικά περιεχόμενα Γ´ Μέρους
Ἡ Ἀποστολική Διακονία στήν προσπάθειά της νά κάμει πιό κατανοητά στό χριστεπώνυμο πλήρωμα τά κείμενα τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί μάλιστα ἐκείνων πού συνδέονται ἄμεσα μέ τούς βασικούς σταθμούς τῆς ἀνθρώπινης παρουσίας στόν ἐπίγειο καί προσωρινό τοῦτο βίο (π.χ. βάπτιση, γάμος, θάνατος κ.λπ.), μετά τήν κυκλοφορία τοῦ ἔργου «Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, Ἀλληλούϊα» τοῦ Καθηγητοῦ Ἀνδρ. Θεοδώρου, προβαίνει στήν ἔκδοση τοῦ παρόντος βιβλίου τοῦ φιλολόγου Θ. Ν. Ζήση, πού φέρει τό χαρακτηριστικό τίτλο «Μεγαλύνθητι, Νυμφίε...» καί τό διευκρινιστικό ὑπότιτλο «Ἡ ἱερολογία τοῦ θρησκευτικοῦ ὀρθόδοξου γάμου».
Πρόκειται, ὅπως ἀναφέρει στά Προλεγόμενά του ὁ συγγραφέας, γιά τίς τέσσερις Ἀκολουθίες τοῦ γάμου (ἀρραβῶνος, στεφανώματος, εἰς δίγαμον καί ἐπανασυστάσεως γάμου διαζευχθέντων), τή μεταφορά τους σέ ἁπλούστερη γλωσσική μορφή (μετάφραση) καί τόν εὐρύτερο σχολιασμό τους, γιά τήν πληρέστερη κατανόησή τους ἀπό τό ἀναγνωστικό κοινό.
Ἡ ὅλη ἐργασία, γραμμένη μέ μεγάλη ἀγάπη πρός τό θέμα, μέ ἁπλότητα καί τρόπο βιωματικό ἀπό πρόσωπο μέ 28ετή ἔγγαμο βίο, οἰκογενειάρχη καί «ἐν ἐνεργείᾳ» ἐκπαιδευτικό λειτουργό - διευθυντή Σχολείου τῆς δημόσιας δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης, ἀπευθύνεται στό εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό, ἔχει χαρακτήρα ἐποικοδομητικό καί μολονότι ἀρκετά ἐκλαϊκευμένη εἶναι ἐπιστημονικά θεμελιωμένη.
Στόχος καί διακαής ἐπιθυμία τοῦ συγγραφέα εἶναι ἡ πλησμονή τῆς σοφίας πού περικλείουν οἱ Ἀκολουθίες τοῦ γάμου νά γίνει κτῆμα καί βίωμα τῶν ἀναγνωστῶν, εἴτε αὐτοί εἶναι ἔγγαμοι εἴτε ἄγαμοι, κυρίως ὅμως τῶν νέων ἀνθρώπων, αὐτῶν πού μέλλουν νά ἔλθουν «εἰς γάμου κοινωνίαν»· νά προβληματισθοῦν καί νά συνειδητοποιήσουν τή σοβαρότητα τοῦ θεοσύστατου αὐτοῦ θεσμοῦ· νά ἐνστερνισθοῦν πάνω ἀπ᾿ ὅλα, ὡς χριστιανοί, τό γεγονός ὅτι ὁ γάμος δέν εἶναι ἕνας ἁπλός κοινωνικός θεσμός, μιά συνηθισμένη σύμβαση ἢ κοινοπραξία καί συμφωνία μεταξύ δύο ἀνθρώπων, ἕνα συμβόλαιο τελοσπάντων πού καλοῦνται νά ὑπογράψουν καί νά τηρήσουν στή συνέχεια τούς ὅρους του· ἀντίθετα μάλιστα· πρέπει εἰλικρινά καί ἀνεπιφύλακτα νά πιστέψουν αὐτό πού παραδέχεται καί διδάσκει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας, ὅτι δηλαδή ὁ γάμος εἶναι μυστήριο θρησκευτικό, ἕνα ἀπό τά γνωστά ἑπτά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί μάλιστα «μυστήριον μέγα» κατά τή διδασκαλία τῶν Ἱερῶν Γραφῶν καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων. Γι᾿ αὐτή τήν αἰώνια ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, πού τονίζεται μέ ἔμφαση ἀπό τό συγγραφέα σέ ἀρκετά σημεῖα τοῦ βιβλίου, θά θέλαμε νά σημειώσουμε ἀπό τήν πλευρά μας τά ἑξῆς·
Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἡ σύσταση τοῦ γάμου ὡς θεσμοῦ ἀνάγεται· α) στή διάκριση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς δημιουργίας του σέ ἄντρα καί γυναίκα· «ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (Γεν. α´, 27)· β) στήν πλάση τῆς γυναίκας ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ· γ) στήν εὐλογία τῶν πρωτοπλάστων ἀπό τό Θεό μέ τήν εὐχή «αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτῆς» (Γεν. α´, 27-28). Τά τρία αὐτά στοιχεῖα καθιστοῦν τό γάμο πράξη κατεξοχήν πνευματική πού συντελεῖται ὄχι μόνο μέ τήν ἁπλή συνένωση δύο προσώπων, ἀλλά καί μέ τήν ἔκφραση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ φυσικός δεσμός τοῦ γάμου ἀναδεικνύεται καί δεσμός θεῖος, γι᾿ αὐτό καί ἐξαίρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία ὁ μυστηριακός αὐτοῦ χαρακτήρας. Πρωταρχικό στοιχεῖο καί θεμελιώδης προϋπόθεση τοῦ γάμου εἶναι ἡ μονογαμία, ἡ σύζευξη δηλαδή τοῦ κάθε ἀνθρώπου μέ ἕνα μόνο πρόσωπο τοῦ ἄλλου φύλου. Τό στοιχεῖο τοῦτο προκύπτει κυρίως ἀπό τή διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γιά τό γάμο, ἀλλά ἡ πνευματική του ἀξία προβάλλεται ἤδη ἀπό τήν Π. Διαθήκη (πρβλ. Παροιμ. ε´, 15 κ.ἑ.).
Ἡ ἱερότητα τοῦ γάμου ἐκφράζεται τόσο στήν Παλαιά ὅσο κυρίως στήν Καινή Διαθήκη, ὅπου ὁ ἀπόστολος Παῦλος συσχετίζει κατηγορηματικά τό δεσμό τοῦ γάμου πρός τό δεσμό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τήν Ἐκκλησία, γιά νά ἐξάρει οὐσιαστικότερα τήν ἱερότητα τοῦ γάμου καί ἰδίως τό μυστηριακό του χαρακτήρα (βλ. Ἐφεσ. ε´, 32 κ.ἀ.). Ὁ Ἰησοῦς κατά τή διάρκεια τῆς «ἐπὶ γῆς» παρουσίας του ἐπανειλημμένα ἐξῆρε τήν ἱερότητα καί τήν πνευματικότητα τοῦ γάμου. Μέ τή θέση αὐτή τοῦ Ἰησοῦ ἔναντι τοῦ γάμου τονίζεται καί ἡ θέση τοῦ θείου τούτου μυστηρίου μέσα στό προαιώνιο καί πάνσοφο σχέδιο τῆς θείας δημιουργίας, δεδομένου ὅτι τοῦτο συμβάλλει στήν κατανόηση τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί συντελεῖ τά μέγιστα στήν πνευματική του τελείωση.
Πρῶτος ὁ ἀπόστολος Παῦλος κατανόησε τήν οὐσία τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σχετικά μέ τό γάμο καί τήν ἔκταση τῆς ἱερότητας τοῦ θεοσύστατου αὐτοῦ θεσμοῦ, γι᾿ αὐτό καί χαρακτήρισε τό γάμο «μυστήριον μέγα» «εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν» (Ἐφεσ. ε´, 32). Τοῦτο, κατά τόν ἀπόστολο, σημαίνει ὅτι ὁ πνευματικός δεσμός τῆς ἀγάπης, τῆς ἀφοσιώσεως καί τῆς ἀμοιβαίας ὑποταγῆς τῶν συζύγων, δηλαδή ὁ δεσμός τῆς τέλειας αὐτῶν ἑνώσεως, βρίσκει τό ἀντίστοιχό του μόνο στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρός τήν Ἐκκλησία καί στήν ἀφοσίωση τῆς Ἐκκλησίας σ᾿ Ἐκεῖνον. Ἡ συντελούμενη δηλ. μέσῳ τοῦ γάμου κοινωνία τῶν συζύγων εἶναι τόσο οὐσιαστική, τόσο στενή καί τόσο πνευματική, ὅση καί ἡ ὑπάρχουσα κοινωνία μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτό μέ τήν κοινωνία αὐτή προάγεται μέχρι βαθμοῦ τελειώσεως ἡ προσωπικότητα τῶν συζύγων. Στήν προαγωγή τους αὐτή συμβάλλει ἰδιαιτέρως καί ἡ τεκνογονία τους (Α´ Τιμ. β´, 15), μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀναδεικνύεται συνδημιουργός τοῦ Θεοῦ καί παράγοντας τῆς ἐπουράνιας βασιλείας. Τό μυστήριο τοῦ γάμου μέ τήν τεκνογονία σχετίζεται ἀμεσότατα πρός τό μυστήριο τῆς ζωῆς, τῆς γενέσεως τῶν ἀνθρώπινων ψυχῶν, τῆς ἀθανασίας, καθώς καί τοῦ θανάτου αὐτῶν.
Ὁ γάμος, ὁ ὁποῖος κατά τό πνεῦμα τῆς Κ.Δ. ἀποτελεῖ τό οὐσιαστικότερο, πάνσοφο καί ἀσφαλές μέσο πραγματώσεως τοῦ θείου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, δέν πρέπει νά ἀντιπαραβάλλεται πρός τήν ἀγαμία καί τήν παρθενία, ἀλλά μόνο πρός τήν πορνεία, τή μοιχεία καί τήν κάθε φύσεως ἀσέλγεια πού διασποῦν κάθε κοινωνία μέ τό Θεό καί ἐπιφέρουν τή μεγαλύτερη πνευματική βεβήλωση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας καί συντελοῦν στό θρίαμβο ὄχι τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Διαβόλου.
Ὁ γάμος ἀποτελεῖ μέσο ἁγιασμοῦ καί πνευματικῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Μέ τό γάμο ἐξαγιάζονται οἱ σαρκικές ἐπιθυμίες. Ἡ κοινωνία τῶν συζύγων μέσα στό γάμο ἀποτελεῖ προεικόνισμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί ἡ διαπροσωπική ἀμοιβαιότητα μεταξύ τῶν συζύγων προσομοιάζει σκιωδῶς πρός τήν ὑφιστάμενη μεταξύ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος θεία κοινωνία, δεδομένου ὅτι καί μέ τό γάμο ἐκφράζεται ἡ ἴδια ἀμοιβαιότητα καί ἀντίδοση, καθώς καί ἡ ἑτεροβίωση ὡς ὁ πιό προσωπικός διάλογος, ἀπαύγασμα τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ προσωπική μακαριότητα. Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας πού πραγματοποιεῖται μέ τό γάμο λαμβάνει διαστάσεις μυστηρίου καί ἡ δημιουργία ὑπερατομικῆς προσωπικότητας στόν καθένα ἀπό τούς συζύγους ἀποβαίνει τό ἀσφαλές θεμέλιο τῆς οἰκογένειας, τῆς κοινωνίας, ἀλλά καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι γίνεται σαφές ὅτι ἡ ἀποστολή τοῦ χριστιανικοῦ γάμου ἔχει μέγιστη σημασία.
Γιά τήν ἐκπλήρωση ὅμως τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς τοῦ γάμου δέν ἀρκεῖ μόνο ἡ συναίνεση καί ἡ καλή θέληση τῶν συζύγων· ἀπαιτεῖται ἐξίσου καί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού παρέχεται μέ τή συγκατάθεση τῆς Ἐκκλησίας καί τή σχετική ἱερολογία τοῦ γάμου. Ἡ ἀμοιβαία συναίνεση καί ἑκούσια συγκατάθεση τῶν νεονύμφων γιά τήν ἰσόβια ἕνωσή τους μέ τόν ἱερό δεσμό τοῦ γάμου ἀφενός καί ἀφετέρου ἡ ἱερολογία, ἢ ἀλλιῶς εὐλογία, τοῦ γάμου μέ τήν ὁποία μεταδίδεται στούς νεονύμφους, μέ τή μεσολάβηση τοῦ Λειτουργοῦ, ἡ Θεία Χάρη ἀποτελοῦν τά δύο ἀπαραίτητα αἰσθητά σημεῖα τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου. Ἡ εὐλογία τοῦ γάμου πού γίνεται ἀπό τούς Λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τήν ἀρχή της στή θαυματουργική παρουσία τοῦ Κυρίου στόν «ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας» γάμο καί ἔκτοτε ἀποτελεῖ ὑπόθεση αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ὡς ταμιοῦχος τῆς θείας Χάριτος δέεται μέσῳ τοῦ Λειτουργοῦ νά ἐπέλθει κατά τή διάρκεια τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου ἡ θ. Χάρις τοῦ Παναγίου καί Τελεταρχικοῦ Πνεύματος στούς νεονύμφους. Ἡ παρεχόμενη Χάρη ἀποτελεῖ τήν ἀόρατη πλευρά τοῦ μυστηρίου.
Ἡ θ. Χάρις ἐξαγιάζει καί ἠθικοποιεῖ καί ἐξυψώνει καί καθιστᾶ πνευματικότερη τήν ἕνωση τῶν συζύγων καί τούς ἐνισχύει στήν πραγματοποίηση τῶν ὑψηλῶν σκοπῶν τοῦ γάμου πού εἶναι· ἡ πνευματική καί ἠθική τελείωση τῶν συζύγων, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται μέ τήν ὁμοφροσύνη, τήν ἀμοιβαία ἀγάπη καί τήν ἀλληλοβοήθεια, ἀλλά καί τή χαλιναγώγηση τῶν παθῶν μέ τήν ἄσκηση τῆς ἐγκράτειας καί τῆς σωφροσύνης, καί ἡ διαιώνιση καί αὔξηση τοῦ ἀνθρώπινου γένους καί ἰδίως τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μέ τήν τεκνογονία καί τή χριστιανοπρεπή ἀνατροφή τῶν τέκνων.
Ἡ ἱερότητα τοῦ γάμου, πάνω στήν ὁποία στηρίζεται καί ἡ διδασκαλία γιά τό ἀδιάλυτο αὐτοῦ, καί ὁ μυστηριακός χαρακτήρας του ἐξαίρονται μέ τή μονογαμία. Μόνο στή μονογαμική σχέση μπορεῖ τό ἀντρόγυνο νά νιώσει «ψυχῇ τε καί σώματι», ὁλοκληρωμένα, τή χαρά τοῦ πλέον στενοῦ προσωπικοῦ διαλόγου, τοῦ διαλόγου τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀφοσιώσεως προσώπων πού εἶναι ἑνωμένα ἀδιάσπαστα μέ τόν ἱερό δεσμό τοῦ γάμου. Ἀντίθετα ἡ πολυγαμία διασπᾶ καί καταστρέφει τήν ἱερότητα τοῦ δεσμοῦ, καταδουλώνει τήν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, προσβάλλει τό μυστηριακό χαρακτήρα τοῦ γάμου καί τόν ἀπογυμνώνει ἀπό κάθε πνευματικότητα. Γι᾿ αὐτό καί καταδικάζεται ἡ πολυγαμία ἀπό τήν Ἁγία Γραφή πού ἀπαγορεύει ρητά τά διαζύγια, ὅπως ἐξίσου καταδικάζονται ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, καθώς καί ἡ κάθε εἴδους ἀσέλγεια καί διαστροφή. Ἐπανάληψη τοῦ γάμου ἐπιτρέπεται μόνο μετά τό θάνατο τοῦ ἑνός ἀπό τούς συζύγους. Κάθε δεύτερος γάμος ὅμως, ἐνίοτε καί τρίτος, ἐπιτρέπεται μόνο «κατ᾿ οἰκονομίαν καί συγκατάβασιν», λόγῳ τῆς πνευματικῆς δηλ. ἀδυναμίας τοῦ ἐπιζήσαντος νά ἀντισταθεῖ στούς ἠθικούς κινδύνους καί νά ἀντιμετωπίσει τίς κοινωνικές δυσκολίες τῆς καθημερινῆς ζωῆς [βλ. Μάρκου Α. Σιώτου καί Ἰω. Ν. Καρμίρη λ. γάμος στή Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία (ὅπου παρέχεται καί πλουσιότατη βιβλιογραφία), τόμος 4ος, στ. 197-209, καθώς καί τά ἐγχειρίδια Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας].
Ὕστερα ἀπό ὅσα σημειώθηκαν παραπάνω γιά τήν ἱερότητα καί τό μυστηριακό χαρακτήρα τοῦ γάμου, τοῦ θεοσύστατου αὐτοῦ θεσμοῦ, καθίσταται, νομίζουμε, ὁλοφάνερη ἡ ὑπεροχή τοῦ θρησκευτικοῦ γάμου ἔναντι τοῦ πολιτικοῦ, τοῦ ὁποίου τίς νομοθετημένες ἀπό τήν Πολιτεία τό ἔτος 1982 διατάξεις παραθέτει αὐτούσιες ὁ συγγραφέας στό Ἐπίμετρο τοῦ παρόντος βιβλίου. Καί μολονότι τόσο ἀπό τό σύντομο εἰσαγωγικό σημείωμα τοῦ Ἐπιμέτρου ὅσο καί ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο παρουσιάζονται οἱ διατάξεις πού ἀναφέρονται ἰδιαίτερα στή θέσπιση καί τήν τέλεση τοῦ πολιτικοῦ γάμου διαφαίνεται ἡ διακριτική στάση τοῦ συγγραφέα ἔναντι τοῦ πολιτικοῦ γάμου καί ἡ ἀνεπιφύλακτη συνηγορία του ὑπέρ τοῦ θρησκευτικοῦ, ἀπό τόν ὅλο τρόπο ἀναπτύξεως τῶν ἀπόψεών του στό κύριο μέρος τοῦ βιβλίου, θά θέλαμε ἀπό τήν πλευρά μας νά προσθέσουμε τά ἑξῆς·
Ὁ πολιτικός γάμος, τόν ὁποῖο, ὅπως δείχνει ἡ μέχρι τώρα πρακτική, ἔχει καταδικάσει στή συνείδησή της ἡ συντριπτική πλειονότητα τοῦ ὀρθόδοξου ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχει χαρακτήρα ἀτομικῆς συμφωνίας μεταξύ τῶν μελλόντων συζύγων, τήν ὁποία ἁπλῶς πιστοποιεῖ ἡ Πολιτεία. Θεωρεῖται πράξη ἀστικῆς συμβάσεως καί ὄχι μυστήριο. Ἑπομένως ἀρκεῖ ἡ συγκατάθεση τῶν μελλόντων συζύγων καί ἡ πανηγυρική ἐκδήλωση τῆς βουλήσεώς τους ἐνώπιον τοῦ δημάρχου ἤ τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητας γιά τήν ἐγκυρότητα τοῦ γάμου.
Στήν τέλεση τοῦ πολιτικοῦ γάμου δέν ὑπάρχει ἱερολογία, ἀπουσιάζει ἡ εὐλογία ἀπό τούς Λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἑπομένως δέν ἐπέρχεται καί δέν παρέχεται στούς νεονύμφους ἡ θεία Χάρις πού, κατά τήν ὀρθόδοξη πίστη μας, ἐξαγιάζει καί ἐξυψώνει τήν ἕνωση τῶν συζύγων καί τούς ἐνισχύει στήν ἐπιτέλεση τῶν ὑψηλῶν σκοπῶν τοῦ γάμου. Λείπει δηλαδή ἀπό τόν πολιτικό γάμο τό σπουδαιότερο· ἀπουσιάζει ἐντελῶς τό ὁρατό (αἰσθητό) στοιχεῖο τῆς εὐλογίας, πού γίνεται μέσω τοῦ Λειτουργοῦ, καί ἡ συνακόλουθη ἀόρατη πλευρά τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου, ἡ παροχή δηλαδή τῆς θ. Χάριτος.
Ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας ἔναντι τοῦ πολιτικοῦ γάμου, γνωστή ἀπό παλιά, ἀνανεώθηκε μέ ἀφορμή τίς συζητήσεις γιά τήν καθιέρωση τοῦ πολιτικοῦ γάμου, τοῦ «αὐτομάτου» διαζυγίου κ.λπ. Τά κύρια σημεῖα τῶν θέσεων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διατυπώθηκαν στήν ἀπόφαση τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας (20.1.1982) εἶναι·
1. Σύμφωνα μέ τή δογματική διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ γάμος εἶναι μυστήριο καί γιά τήν κανονική καί νόμιμη σύστασή του ἀπαραίτητο στοιχεῖο εἶναι ἡ ἱερολογία του. Ἄλλου εἴδους γάμο δέν ἀναγνωρίζει γιά τούς πιστούς της. Γι᾿ αὐτό τό λόγο, κατά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὁ πολιτικός γάμος ἀποτελεῖ πορνεία καί μοιχεία καί παραβίαση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας περί Μυστηρίων. Εἶναι, λοιπόν, φανερό ὅτι ὁ πολιτικός γάμος δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς ἰσόκυρος καί ἰσοδύναμος πρός τό θρησκευτικό γάμο τῶν ὀρθοδόξων.
2. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῶν ὀλίγων ἐκείνων πού θεωρητικά ὑποστηρίζουν ὅτι εἶναι ἄπιστοι καί ἄθεοι, ἀνέχεται ἡ Ἐκκλησία τή θέσπιση τοῦ πολιτικοῦ γάμου, γιά νά μήν ἐμπαίζεται τό μέγα μυστήριο τοῦ γάμου ἀπό ἀνθρώπους πού δέν πιστεύουν στήν ἱερότητά του καί γιά νά ἐξυπηρετηθοῦν οἱ ἀλλόθρησκοι καί ἑτερόδοξοι.
3. Ὅσοι ὀρθόδοξοι τελοῦν πολιτικό γάμο «θέτουν ἑαυτούς μόνοι των ἐκτός Ἐκκλησίας, ἐφ᾿ ὅσον ἐνσυνειδήτως καί δημοσίᾳ ἀπαρνοῦνται θεμελιώδη τῆς πίστεως ἐπιταγῶν. Ἑπομένως, μετά πολλῆς λύπης, οἱ τελικῶς καί ἀμετανοήτως ἐμμένοντες εἰς τήν ἀπιστίαν αὐτήν ἀποκόπτονται τῆς Ἐκκλησίας ἐξ ἰδίας αὐτῶν ὑπαιτιότητος καί στεροῦνται τῶν εὐλογιῶν καί τῶν εὐχῶν της».
Μολονότι ἡ ἀνωτέρω ἀπόφαση προκάλεσε ποικίλες ἀντιδράσεις, ἰδίως στά σημεῖα ὅπου ὁ πολιτικός γάμος χαρακτηρίζεται ὡς «πορνεία καί μοιχεία» καί ὅπου δηλώνεται ὅτι ὅσοι τόν τελοῦν «ἀποκόπτονται» μόνοι τους ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος σέ κατοπινή (19.5.82) Ἐγκύκλιό της πρός τούς Μητροπολίτες δέν παραλείπει νά «ἐπισημειώσει» ὅτι «τέκνα τῆς Ἐκκλησίας λογίζονται ὅσα σέβονται καί εὐλαβοῦνται τά ἱερά Αὐτῆς Μυστήρια». Ἡ διατύπωση δέν ἐπιτρέπει ἀμφιβολία· Ὅσοι τελοῦν πολιτικό γάμο δείχνουν ἔμπρακτα καί δημόσια ὅτι δέν σέβονται καί δέν εὐλαβοῦνται ἕνα ἀπό τά ἑπτά ἱερά Μυστήρια· ἄρα δέν λογίζονται τέκνα τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή ἀποκόπτονται μόνοι τους ἀπό τό ἱερό Σῶμα της. Γιατὶ, ὅπως εὔστοχα παρατηρήθηκε, ἡ Σύνοδος δέν μπορεῖ νά κάνει «χάρη» καί νά ἀναγνωρίζει ὡς πιστούς χριστιανούς ὅσους δέν εἶναι (βλ. Εὐαγγέλου Π. Λέκκου, «Γάμος· μυστήριο ἀγάπης», ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1986, σελ. 19-23).
Πολλές φορές ὥς τώρα στή ζωή μου παρακολούθησα τέλεση μυστηρίου γάμου σέ διάφορους ναούς στήν ἐπαρχία καί τήν πρωτεύουσα, στό χωριό καί τήν πόλη, καλεσμένος ὡς συγγενής, γνωστός ἤ φίλος. Ἀπό τήν παρακολούθηση αὐτή σχημάτισα τή γνώμη πώς παρ᾿ ὅλη τήν καλή διάθεση τόσο οἱ ἐρχόμενοι «εἰς γάμου κοινωνίαν» ὅσο καί οἱ καλεσμένοι ἐλάχιστα ἀπό τά ὅσα λέγονται κατά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου προσέχουν καί ἀπό αὐτά πολύ λιγότερα εἶναι σέ θέση νά κατανοήσουν. Αὐτό κατά τή γνώμη μου ὀφείλεται σέ δύο βασικούς λόγους.
α) Σέ ἕνα τέτοιο θεμελιακό καί εὐχάριστο γεγονός, ὅπως εἶναι ὁ γάμος, ὅσοι παρακολουθοῦν τό μυστήριο εἶναι κάπως δύσκολο νά συγκεντρωθοῦν στόν ἑαυτό τους, νά κατανοήσουν τά τελούμενα καί τά λεγόμενα καί νά συμπροσευχηθοῦν γιά τήν πραγματική εὐτυχία τῶν νεονύμφων. Ὅπως ὅλοι μας ἀπό τήν πείρα γνωρίζουμε, μιά τέτοια αὐτοσυγκέντρωση δέν εἶναι καί τόσο εὔκολη ὑπόθεση. Πολλῶν ἡ προσοχή ἐπικεντρώνεται στούς νεονύμφους καί τόν κουμπάρο· στήν περιβολή τους καί τήν ὅλη τους ἐμφάνιση, στή στάση τους καί τίς ἀντιδράσεις τους κατά τή διάρκεια τῆς τέλεσης τοῦ μυστηρίου. Ἄλλων τά βλέμματα περιφέρονται στούς διάφορους καλεσμένους, γνωστούς καί ἄγνωστους, καί ἄλλοι βρίσκουν τήν εὐκαιρία νά κουβεντιάσουν μέ διάφορα συγγενικά ἢ φιλικά πρόσωπα πού συναντοῦν καμιά φορά ὕστερα ἀπό μεγάλο χρονικό διάστημα. Ἀλλά καί οἱ νεόνυμφοι νιώθοντας ποικίλα καί ἀνάμικτα συναισθήματα καί ἔχοντας ὑπόψη τους πώς αὐτή τήν ὥρα εἰσέρχονται σέ ἕνα ἐντελῶς καινούργιο στάδιο, σημαντικότατο γιά τήν ὑπόλοιπη ζωή τους, καί πώς ὅλων τῶν καλεσμένων τά βλέμματα εἶναι στραμμένα πάνω τους, δέν εἶναι κατά τή γνώμη μας σέ θέση νά παρακολουθήσουν μέ ἄνεση καί ἀπερίσπαστη προσοχή τά ὅσα τελοῦνται καί λέγονται ἐκείνη τή στιγμή.
β) Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, γιά ὅσους καί γιά ὅση ὥρα μπορέσουν νά αὐτοσυγκεντρωθοῦν, ἡ κατανόηση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ τελούμενου μυστηρίου δέν εἶναι εὔκολη ἐπίσης ὑπόθεση. Καί τοῦτο διότι ἡ ὅλη ἱερολογία τοῦ γάμου, γέννημα ἄλλης ἐποχῆς, δέν εἶναι συνθεμένη στή γλώσσα πού μιλᾶμε σήμερα οὔτε καί σέ γλωσσική μορφή τέτοια πού μέ λίγη καλή θέληση καί προσπάθεια νά εἶναι ἀπόλυτα κατανοητή ἀπό τούς πολλούς. Καί μολονότι, κατά κοινή ὁμολογία, στό σύνολό της ἡ Ἀκολουθία τοῦ γάμου μέ τίς εὐχές της, τούς ὕμνους, τά ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα, τίς δεήσεις κ.λπ. εἶναι ἕνα κείμενο μέ ἀναμφισβήτητη φιλολογική ἀξία καί ποιητική ὀμορφιά καί συνοψίζει ὁλόκληρη τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τό μυστήριο τοῦ γάμου -γιατί γιά μυστήριο πράγματι πρόκειται καί μάλιστα μυστήριο μέγα κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο- ἐντούτοις ἡ γλωσσική μορφή αὐτοῦ τοῦ κειμένου δέν ἐπιτρέπει στούς πολλούς νά τό ἀπολαύσουν μέ ἄνεση, νά τό χαροῦν πλήρως καί πολύ περισσότερο νά τό κατανοήσουν στό ἀκέραιο.
Οἱ διαπιστώσεις αὐτές, ὄχι ὅμως λιγότερο ἡ παρατηρούμενη δυστυχῶς αὐξητική ὁλοένα τάση στόν ἀριθμό τῶν χωρισμένων οἰκογενειῶν καί οἱ συνακόλουθες, δραματικές κατά κανόνα, ἐπιπτώσεις στή συμπεριφορά καί τό χαρακτήρα τῶν παιδιῶν τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, ἐπιπτώσεις πού ζοῦμε καθημερινά ἐμεῖς στό Σχολεῖο ὡς παιδαγωγοί, ἀλλά καί ὅλοι μας παρατηροῦμε στό εὐρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, μᾶς ὁδήγησαν ἀπό χρόνια τώρα στή σκέψη νά παρουσιάσουμε στό εὐρύτερο κοινό τό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ γάμου σέ ἁπλούστερη κάπως γλωσσική μορφή, γιά νά μπορεῖ ἔτσι ὁ ἀναγνώστης μέ ἄνεση καί ὅποτε θέλει νά τό μελετᾶ καί νά ὠφελεῖται ἀπό τήν πλησμονή τῆς σοφίας πού περικλείει. Καί αὐτή μας τή σκέψη ὑλοποιοῦμε μέ τήν παρούσα ἔκδοση.
Ἐπειδή ὅμως ὁποιαδήποτε μετάφραση ἢ μεταγλώττιση ἑνός κειμένου, ὅσο ἐπιτυχημένη κι ἂν εἶναι, δέν μπορεῖ νά ἀποδώσει ἐπακριβῶς τό πρωτότυπο, τό ὁποῖο ἑπόμενο εἶναι νά χάνει πολύ ἀπό τήν ποίηση καί τήν ὀμορφιά του, ἴσως ἀκόμη σέ ὁρισμένα σημεῖα καί ἀπ᾿ αὐτό τό πραγματικό νόημά του, γι᾿ αὐτό θεωρήσαμε σκόπιμο νά παραθέσουμε ἀπαραίτητα καί τό πρωτότυπο τοῦ κειμένου.
Ἐπιπλέον μελετώντας κανείς τό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ γάμου παρατηρεῖ πώς καί μετά τήν ἀπόδοσή του σέ ἁπλούστερη γλωσσική μορφή ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν σημεῖα πού γιά τήν πληρέστερη κατανόησή τους χρειάζονται εὐρύτερο σχολιασμό. Ὁ σχολιασμός αὐτός θεωρήθηκε ἀπαραίτητος καί ἀποτέλεσε μέρος τῆς ἐργασίας μας, ἀκριβῶς ἐπειδή ρίχνει περισσότερο φῶς στό κείμενο καί διευκολύνει ἔτσι τόν ἀναγνώστη νά τό κατανοήσει καλύτερα.
Σύμφωνα λοιπόν μέ ὅσα ἐκθέσαμε παραπάνω ἡ ὅλη ἐργασία περιλαμβάνει τά ἑξῆς τρία μέρη.
1) Τό πρωτότυπο κείμενο τῶν Ἀκολουθιῶν τῶν σχετικῶν μέ τό γάμο, ὅπως αὐτές εἶναι καταχωρισμένες στό Μικρό Εὐχολόγιο, ἐκδόσεως Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ἀνατύπ. Θ´ 1984), σελ. 90-131. Οἱ Ἀκολουθίες αὐτές εἶναι· α) Ἀκολουθία ἐπὶ μνήστροις ἤτοι τοῦ ἀρραβῶνος, β) Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος ἤτοι τοῦ γάμου, γ) Ἀκολουθία εἰς δίγαμον, τῆς ὁποίας προηγοῦνται τά Κεφάλαια περί διγάμων καί δ) Ἀκολουθία ἐπὶ ἐπανασυστάσει γάμου διαζευχθέντων.
2) Μετάφραση συνολική τῶν δύο πρώτων Ἀκολουθιῶν (α, β) καί μερική τῶν δύο ἑπόμενων (γ, δ). Ποιά μέρη ἀπό τίς δύο αὐτές τελευταῖες Ἀκολουθίες μεταφράζουμε καί γιατί μόνο αὐτά, ἐξηγοῦμε σέ σχετικό προεισαγωγικό σημείωμα πού προτάσσεται ἀκριβῶς πρίν ἀπό τά μεταφραζόμενα μέρη. Ὀφείλουμε ἐδῶ νά διευκρινίσουμε σχετικά μέ τή μετάφραση πώς σέ ἀρκετά σημεῖα, δύσκολα στήν κατά λέξη ἀπόδοση, χρησιμοποιοῦμε τήν παράφραση.
3) Ἑρμηνευτικά σχόλια καί ἄλλες σημειώσεις. Στό τρίτο τοῦτο μέρος προσπαθοῦμε νά διαλευκάνουμε καί νά καταστήσουμε περισσότερο κατανοητά στό μέσο ἀναγνώστη ὁρισμένα σημεῖα τῶν Ἀκολουθιῶν· καί τοῦτο ὅσο βέβαια τό ἐπιτρέπουν οἱ πνευματικές μας δυνάμεις, ἡ διαίσθηση καί ἡ ἐμπειρία 28ετοῦς ἔγγαμου βίου. Πάντως στό μέρος τοῦτο τῆς ἐργασίας μας, ἐπειδή κατά τό λυρικό ποιητή Βακχυλίδη [ἀπόσπ. 5 (14)] «ἕτερος ἐξ ἑτέρου σοφός τό τε πάλαι τό τε νῦν· οὐδέ γάρ (= ῥᾷστον) ἀρρήτων ἐπέων πύλας ἐξευρεῖν», κάνουμε εὐρεία χρήση χωρίων, γνωμῶν, κρίσεων καί ἀπόψεων, ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν κυρίως ἀλλά καί ἄλλων, ὅπως μπορεῖ νά διαπιστώσει ὁ ἀναγνώστης ἀπό τά πολλά παραθέματα*.
* Οἱ ἀριθμοί παραπέμπουν τόν ἀναγνώστη στά Ἑρμηνευτικά σχόλια καί τίς ἄλλες σημειώσεις πού παραθέτουμε, κατά Ἀκολουθία, στό Γ´ μέρος τοῦ βιβλίου, σελ. 99 κ.ἑ. (Σ.Μ.).
Τά περισσότερα ἀπό τά σχόλια, πέρα ἀπό τόν καθαρά ἑρμηνευτικό, ἔχουν χαρακτήρα ἀναλυτικό καί ἐποικοδομητικό («ἐπιστασίες» εἶναι ὁ ὅρος πού χρησιμοποίησε γιά τά σχόλια αὐτοῦ τοῦ τύπου ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις στό ἔργο του «Ἀδολεσχία φιλόθεος»). Εἶναι ἐκτεταμένα καί τιτλοφορήθηκαν γιά νά ἐπικεντρώνεται κάθε φορά ἡ προσοχή τοῦ ἀναγνώστη στήν οὐσία τοῦ θέματος, ὅσο βέβαια τοῦτο εἶναι δυνατό. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή πιστεύουμε ὅτι τό μέρος τοῦτο τοῦ βιβλίου θά μποροῦσε νά τό μελετήσει ὁ ἀναγνώστης καί ἀνεξάρτητα σχεδόν ἀπό τά δύο προηγούμενα. Καί ἀκριβῶς γι᾿ αὐτούς τούς λόγους, τόν ἰδιότυπο δηλ. χαρακτήρα καί τή μεγάλη ἔκτασή τους, τά σχόλια, οἱ συμβολισμοί καί οἱ διάφορες σημειώσεις δέν καταχωρίστηκαν, ὅπως συνήθως γίνεται, κάτω ἀπό τό μεταφραζόμενο κείμενο καί στό ἀντίστοιχο σημεῖο τῆς σελίδας πού γίνεται ἡ σχετική παραπομπή· κάτι τέτοιο, πέρα ἀπό γενικότερους λόγους τεχνικῆς καί αἰσθητικῆς, θά δυσκόλευε τελικά, κατά τή γνώμη μας, ἀντί νά διευκολύνει καί τόν ἴδιο τόν ἀναγνώστη.
Ὅσο γιά τόν τίτλο τοῦ βιβλίου πού δέν εἶναι ἄλλο παρά μιά χαρακτηριστική φράση, μεστή περιεχομένου, ἀπό τήν Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος, παραπέμπουμε τόν ἀναγνώστη στά ἑρμηνευτικά σχόλια, ὅπου γίνεται εὐρύτερος λόγος. Τά ἀποσιωπητικά στόν τίτλο, ἐκτός ἀπό τόν ἔντονο καί γόνιμο προβληματισμό πού θέλουν ἀπό τήν πρώτη κιόλας στιγμή νά ὑποβάλουν στόν ἀναγνώστη, εἴτε ἔγγαμο εἴτε ἄγαμο, δείχνουν πώς ὑπάρχει καί συνέχεια στή φράση αὐτή πού ἀπευθύνεται ἀπό τό Λειτουργό σέ τόνο καθαρά προσωπικό στό γαμπρό, μιά συνέχεια πού φτάνει ὥς τήν ἀντίστοιχη φράση πού λέγεται προσωπικά γιά τή νύφη καί τήν ξεπερνάει μάλιστα· «Καί σύ, Νύμφη, μεγαλύνθητι...». Κάνω τούτη τή διευκρίνιση γιά νά μήν «ἀπορριφθῶ» προκαταβολικά καί ἀλόγιστα ἀπό τούς καί τίς ὀπαδούς τοῦ φεμινιστικοῦ κινήματος· γιατί ὑπάρχει τό ἐνδεχόμενο παρασυρόμενοι ἀπό τόν τίτλο καί μόνο τοῦ βιβλίου νά τό θεωρήσουν ἀντιφεμινιστικό καί νά μήν προχωρήσουν στή μελέτη του. Ἀντίθετα μάλιστα ὀφείλω νά δηλώσω «ἐκ προοιμίου» πώς κι ἐγώ προσπαθῶ νά εἶμαι ὀπαδός τοῦ καλῶς ἐννοούμενου φεμινισμοῦ, ὅπως ἐξάλλου πρέπει νά συμβαίνει μέ κάθε σωστό καί συνειδητό χριστιανό, ὀπαδό δηλ. καί ἀκόλουθο τῆς διδασκαλίας Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐξύψωσε ὅσο κανείς ἄλλος τή γυναίκα καί τήν ἀνέβασε στό βάθρο τῆς πλήρους ἰσοτιμίας μέ τόν ἄντρα. «Οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ» διδάσκει ἡ Γραφή· ἄντρας καί γυναίκα δηλαδή, ὡς «υἱοί Θεοῦ», εἶναι ἰσότιμοι· δέν ὑπάρχει, δέν πρέπει νά ὑπάρχει, διάκριση καί διαφορά (βλ. Γαλάτας γ´ 26-28).
Στόχος μας καί ἐπιθυμία εἶναι τό μικρό τοῦτο πόνημα νά ἀποτελέσει ἕνα εἶδος ἐγκολπίου γιά κάθε ἔγγαμο ἢ μέλλοντα νά ἔλθει «εἰς γάμου κοινωνίαν», γιά νά μπορεῖ νά ἀνατρέχει καί νά ἐνδιατρίβει σ᾿ αὐτό πρός ἄντληση δυνάμεως καί σοφίας -ὄχι βέβαια δικῆς μας ἀλλά αὐτῆς πού περικλείεται στήν ἱερολογία τοῦ γάμου- κάθε φορά πού νιώθει τήν ἀνάγκη καί διαθέτει ἄνεση χρόνου, ἄν βέβαια πιστεύει στήν ἱερότητα τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου καί θέλει ὁ ἔγγαμος βίος του νά εἶναι γνήσια ὀρθόδοξος, ὅπως δηλ. παρουσιάζεται στήν Ἀκολουθία πού ψάλλεται κατά τήν ὥρα τοῦ στεφανώματος. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό παρόν βιβλίο θά μποροῦσε, κατά τήν ταπεινή μας γνώμη, νά εἶναι τό καλύτερο καί πολυτιμότερο δῶρο σέ κάθε ζεῦγος νεονύμφων. Καί θά τό θεωρούσαμε μεγάλο κέρδος, ἄν ἡ ἀνάγνωσή του συντελοῦσε στή συνειδητοποίηση τῆς σοβαρότητας τοῦ θεοσύστατου θεσμοῦ τοῦ γάμου καί στήν ἐξασφάλιση ὁμαλῆς συμβίωσης ἔστω καί σέ ἐλάχιστους· καί πολύ μεγαλύτερο κέρδος θά τό θεωρούσαμε, ἄν ἡ ἀνάγνωση τοῦ μικροῦ τούτου βιβλίου γινόταν ἀφορμή νά σωθεῖ ἀπό βέβαιο καί ἀναμφίβολο ναυάγιο ἔστω καί ἕνας μόνο γάμος· γι᾿ αὐτό καί μόνο τό λόγο θά δικαιωνόταν ἡ συγγραφή καί ἡ ἔκδοση τοῦ παρόντος πονήματος.
Στή γλωσσική μορφή τῆς παρούσας ἐργασίας ἀκολουθήθηκαν βασικά (στό τυπικό, τή φωνητική καί τήν ὀρθογραφία τῶν λέξεων) οἱ κανόνες τῆς νεοελληνικῆς γραμματικῆς, ὅπως αὐτή ἀναπροσαρμόστηκε ἀπό τό ΚΕΜΕ καί ἀποτέλεσε τό ὄργανο διδασκαλίας τῆς δημοτικῆς γλώσσας σέ ὅλες τίς βαθμίδες τῆς ἐκπαίδευσης. Γραμμένη ἡ ἐργασία ἀρχικά ἐξ ὁλοκλήρου στό μονοτονικό σύστημα τυπώθηκε τελικά στό πολυτονικό καί λόγω τῆς φύσεώς της (τά κείμενα τῶν Ἀκολουθιῶν καί τά πολλά ἁγιογραφικά καί λοιπά παραθέματα ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας τυπωμένα στό μονοτονικό θά ἔχαναν ἀπό αἰσθητική ἄποψη), ἀλλά κυρίως γιά λόγους ἀρχῆς τοῦ ἐκδοτικοῦ οἴκου, ὁ ὁποῖος, ὅπως καί τόσοι ἄλλοι, πιστός στήν παράδοση, ἐξακολουθεῖ νά χρησιμοποιεῖ στίς ἐκδόσεις του τό πολυτονικό ἀποκλειστικά σύστημα.
Τελειώνοντας θά ἤθελα νά ἐκφράσω ἀπό αὐτή ἐδῶ τή θέση τίς θερμές μου καί ὁλόψυχες εὐχαριστίες σέ ὅλα ἀνεξαιρέτως τά μέλη τοῦ Κεντρικοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τά ὁποῖα «θείᾳ ἐπινεύσει καί βουλήσει» εὐδόκησαν μέ σχετική ἀπόφασή τους νά παρουσιαστεῖ στό εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό ἀπό τίς Ἐκδόσεις τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἡ παρούσα ἐργασία. Τό γεγονός τοῦτο περιποιεῖ στήν ταπεινότητά μου ὕψιστη τιμή.
Ἰδιαίτερα αἰσθάνομαι ἐπιτακτική καί ἐσώτατη τήν ἀνάγκη νά εὐχαριστήσω μέ ὅλη μου τήν καρδιά ἀφενός τόν κ. Εὐάγγελο Π. Λέκκο, Διευθυντή τῶν Ἐκδόσεων τῆς Α.Δ., γιά τή φαεινή καί ἐντελῶς αὐθόρμητη -θεόπεμπτη ὁμολογῶ- ἰδέα τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος πονήματος καί τήν εὐμενή πρός τό Κ. Δ. Συμβούλιο στή συνέχεια εἰσήγησή του καί ἀφετέρου τόν ἀξιοσέβαστο κ. Μάρκο Α. Σιώτη, ὁμότιμο Καθηγητή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, γιά τήν καλοσύνη του καί τήν ὑπομονή πού εἶχε νά μελετήσει ἀπό θεολογική - δογματική ἄποψη τά σχετικά χειρόγραφα· τόν εὐχαριστῶ τόσο γιά τά καλά του λόγια ὅσο καί γιά τίς ἐξαιρετικά ἐποικοδομητικές καί διακριτικές παρατηρήσεις του.
Καί κάτι ἀκόμη· Θά ἦταν παράλειψη καί ἀχαριστία ἀπό μέρους μου, ἐάν δέν ἀναγνώριζα τήν πολύπλευρη καί πολύτιμη προσφορά καί δέν ἔλεγα ἕνα μεγάλο «εὐχαριστῶ» καί σ᾿ ὅλους γενικά τούς ἄλλους συντελεστές τῆς καλαίσθητης τούτης ἔκδοσης.
Θ. Ν. Ζ.
Α´
|
Β´
|
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΩΜΑΤΟΣ
|
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
|
Εὐχὴ ἐπὶ λύσιν στεφάνων τῇ ὀγδόῃ ἡμέρᾳΤοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τοῦ ἐνιαυτοῦ τὸν στέφανον εὐλογήσας, καὶ τοὺς παρόντας στεφάνους ἐπιτίθεσθαι παραδοὺς τοῖς νόμῳ γάμου συναπτομένοις ἀλλήλοις, καὶ μισθὸν ὥσπερ ἀπονέμων αὐτοῖς τὸν τῆς σωφροσύνης, ὅτι ἁγνοὶ πρὸς τὸν ὑπὸ σοῦ νομοθετηθέντα γάμον συνήφθησαν· Αὐτός, καὶ ἐν τῇ λύσει τῶν παρόντων στεφάνων, τοὺς συναφθέντας ἀλλήλοις εὐλόγησον καὶ τὴν συνάφειαν αὐτῶν ἀδιάσπαστον διατήρησον· ἵνα εὐχαριστῶσι διὰ παντὸς τῷ παναγίῳ ὀνόματί σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Εἰρήνη πᾶσι. Τὰς κεφαλὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνατε. Σύμφωνα καταντήσαντες οἱ δοῦλοί σου, Κύριε, καὶ τὴν ἀκολουθίαν ἐκτελέσαντες τοῦ ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας γάμου, καὶ συστέλλοντες τὰ κατ᾿ αὐτὸν σύμβολα, δόξαν σοι ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί, καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Καὶ γίνεται Ἀπόλυσις. |
Εὐχή
|
ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΕΡΙ ΔΙΓΑΜΩΝΚεφάλαιον Νικηφόρου Πατριάρχου ΚΠόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ. Ὁ δίγαμος οὐ στεφανοῦται, ἀλλὰ καὶ ἐπιτιμᾶται μὴ μεταλαβεῖν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, ἔτη δύο· ὁ δὲ τρίγαμος, πέντε. Ἐκ τῶν Ἀποκρίσεων τοῦ μακαρίου Νικήτα Μητροπολίτου Ἡρακλείας, ἐξ ὧν ἠρωτήθη παρὰ Κωνσταντίνου Ἐπισκόπου. Ἡ μὲν ἀκρίβεια τοὺς διγάμους οὐκ εἴωθε στεφανοῦν· ἡ δὲ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας συνήθεια, τὰ τοιαῦτα οὐ παρατηρεῖται, ἀλλὰ καὶ τοῖς διγάμοις καὶ τριγάμοις τοὺς νυμφικοὺς στεφάνους ἐπιτίθησι, καὶ οὐδεὶς οὐδέποτε παρὰ τοῦτο ἐνεκλήθη· πλὴν ἕνα ἢ δεύτερον χρόνον τῆς θείας εἴργονται Κοινωνίας. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἱερολογήσαντα τούτους πρεσβύτερον, συνδειπνεῖν αὐτοῖς οὐ νενόμισται, κατὰ τὸν ζ´ Κανόνα τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ Συνόδου. |
ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΝΩΜΕΣ
|
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΣ ΔΙΓΑΜΟΝὉ Διάκονος· Εὐλόγησον, Δέσποτα. Ὁ Ἱερεὺς ἐκφωνεῖ· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε· νῦν καί ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Ὁ Διάκονος ἢ ὁ Ἀναγνώστης· Ἅγιος ὁ Θεός... (ἐκ τρίτου). Δόξα... Καὶ νῦν... Παναγία Τριάς... Κύριε, ἐλέησον (γ´). Δόξα... Καὶ νῦν... Πάτερ ἡμῶν... Ὁ Ἱερεύς· Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία... Τὸ Ἀπολυτίκιον τῆς ἡμέρας.Ὁ δὲ Διάκονος ἢ ὁ Ἱερεὺς λέγει τὴν Συναπτήν.Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ Χορός, μεθ᾿ ἑκάστην Δέησιν· Κύριε, ἐλέησον. Ὁ Διάκονος·Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης, καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τοῦ ἁγίου Οἴκου τούτου, καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ (τοῦ δεῖνος) καὶ (τῆς δεῖνος) καὶ τῆς ἐν Θεῷ σκέπης καὶ συμβιώσεως αὐτῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τοῦ συζῆσαι αὐτοὺς καλῶς ἐν ὁμονοίᾳ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον, καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι. Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν, Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα. Ὁ Χορός· Σοί, Κύριε. Ὁ Ἱερεύς, ἐκφώνως· Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ὁ Χορός· Ἀμήν. Ὁ Διάκονος· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ Χορός· Κύριε, ἐλέησον. Ὁ Ἱερεύς·Ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος, ὁ τὰ διῃρημένα συναγαγὼν εἰς ἑνότητα, καὶ σύνδεσμον διαθέσεως τιθεὶς αὐτοῖς ἄῤῥηκτον· ὁ εὐλογήσας Ἰσαὰκ καὶ Ῥεβέκκαν, καὶ κληρονόμους αὐτοὺς τῆς σῆς ἐπαγγελίας ἀναδείξας· Αὐτός, εὐλόγησον καὶ τοὺς δούλους σου τούτους (τὸν δεῖνα), καὶ (τὴν δεῖνα), ὁδηγῶν αὐτοὺς ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ. Ὅτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ὁ Χορός· Ἀμήν. Ὁ Ἱερεύς· Εἰρήνη πᾶσι. Ὁ Χορός· Καί τῷ πνεύματί σου. Ὁ Διάκονος· Τὰς κεφαλὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνατε. Ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται·Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τὴν ἐξ ἐθνῶν προμνηστευσάμενος Ἐκκλησίαν παρθένον ἁγνήν, εὐλόγησον τὰ μνῆστρα ταῦτα· καὶ ἕνωσον, καὶ διαφύλαξον τοὺς δούλους σου τούτους ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοίᾳ. Ἐκφώνως· Σοὶ γὰρ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Εἶτα λαβὼν ὁ Ἱερεὺς τοὺς δακτυλίους ἐπιδίδωσι πρῶτον τῷ ἀνδρὶ τὸν χρυσοῦν, τῇ δὲ γυναικὶ τὸν ἀργυροῦν, καὶ λέγει τῷ ἀνδρί· Ἀῤῥαβωνίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (ὁ δεῖνα), τὴν δούλην τοῦ Θεοῦ (τὴν δεῖνα), εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμὴν (ἐκ τρίτου). Ὁμοίως λέγει καὶ τῇ γυναικί·Ἀῤῥαβωνίζεται ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ (ἡ δεῖνα), τὸν δοῦλον τοῦ Θεοῦ (τὸν δεῖνα) εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμὴν (ἐκ τρίτου). Καὶ ποιεῖ Σταυρὸν μετὰ τῶν δακτυλίων ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, καὶ ἐπιτίθησιν αὐτοὺς ἐν τοῖς δεξιοῖς δακτυλίοις. Εἶτα ἀλλάσσει ὁ Παράνυμφος τὰ δακτυλίδια. Ὁ δὲ Διάκονος λέγει· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ Χορός· Κύριε, ἐλέησον. Ὁ Ἱερεύς·Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πάντων φειδόμενος, καὶ πάντων προνοούμενος, ὁ τὰ κρυπτὰ γινώσκων τῶν ἀνθρώπων, καὶ πάντων τὴν γνῶσιν ἔχων, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν, καὶ τὰς ἀνομίας συγχώρησον τῶν σῶν ἱκετῶν, καλῶν αὐτοὺς εἰς μετάνοιαν· παρέχων αὐτοῖς συγγνώμην παραπτωμάτων, ἁμαρτιῶν ἱλασμόν, συγχώρησιν ἀνομιῶν ἑκουσίων τε καὶ ἀκουσίων. Ὁ εἰδὼς τὸ ἀσθενὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως,ὁ πλάστης καὶ δημιουργός, ὁ Ῥαὰβ τῇ πόρνῃ συγχωρήσας, καὶ τοῦ Τελώνου τὴν μετάνοιαν προσδεξάμενος, μὴ μνησθῇς ἁμαρτημάτων ἡμῶν ἀγνοίας ἐκ νεότητος· ἐὰν γὰρ ἀνομίας παρατηρήσῃς, Κύριε, Κύριε, τίς ὑποστήσεταί σοι; ἢ ποία σὰρξ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου; Σὺ γὰρ μόνος ὑπάρχεις δίκαιος, ἀναμάρτητος, ἅγιος, πολυέλεος, πολυεύσπλαγχνος, καὶ μετανοῶν ἐπὶ κακίαις ἀνθρώπων· σύ, Δέσποτα, οἰκειωσάμενος τοὺς δούλους σου (τὸν δεῖνα) καὶ (τὴν δεῖνα) ἕνωσον τῇ πρὸς ἀλλήλους ἀγάπῃ· δώρησαι αὐτοῖς τοῦ Τελώνου τὴν ἐπιστροφήν, τῆς πόρνης τὰ δάκρυα, τοῦ λῃστοῦ τὴν ἐξομολόγησιν· ἵνα, διὰ μετανοίας ἐξ ὅλης καρδίας αὐτῶν, ἐν ὁμονοίᾳ καὶ εἰρήνῃ τὰς ἐντολάς σου ἐργαζόμενοι, καταξιωθῶσι καὶ τῆς ἐπουρανίου σου Βασιλείας. Ὅτι σὺ εἶ ὁ οἰκονόμος πάντων, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ὁ Χορός· Ἀμήν. Ὁ Ἱερεύς· Εἰρήνη πᾶσι. Ὁ Χορός· Καί τῷ πνεύματί σου. Ὁ Διάκονος· Τὰς κεφαλὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνατε. Ὁ Χορός· Σοί, Κύριε. Ὁ Ἱερεύς·Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Λόγε τοῦ Θεοῦ, ὁ ὑψωθεὶς ἐπὶ τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τὸ καθ᾿ ἡμᾶς διαῤῥήξας χειρόγραφον, καὶ τῆς δυναστείας τοῦ διαβόλου ῥυσάμενος ἡμᾶς, ἱλάσθητι ταῖς ἀνομίαις τῶν δούλων σου· ὅτι τὸν καύσωνα καὶ τὸ βάρος τῆς ἡμέρας, καὶ τῆς σαρκὸς τὴν πύρωσιν μὴ ἰσχύοντες βαστάζειν, εἰς γάμου δευτέραν κοινωνίαν συνέρχονται, καθὼς ἐνομοθέτησας διὰ τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς σου, Παύλου τοῦ ἀποστόλου, εἰπὼν δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς τὸ «κρεῖσσον ἐν Κυρίῳ γαμεῖν ἢ πυροῦσθαι». Αὐτός, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ἐλέησον καὶ συγχώρησον, ἱλάσθητι, ἄνες, ἄφες τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὅτι σὺ εἶ ὁ τὰς νόσους ἡμῶν ἐπὶ τῶν ὤμων ἀράμενος· οὐδεὶς γάρ ἐστιν ἀναμάρτητος, οὐδ᾿ ἂν μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐστιν, ἢ χωρὶς ῥύπου, εἰ μὴ σὺ μόνος ὁ σάρκα φορέσας ἀναμαρτήτως, καὶ τὴν αἰώνιον ἡμῖν δωρησάμενος ἀπάθειαν. Ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός, Θεὸς τῶν μετανοούντων, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ὁ Χορός· Ἀμήν. Ὁ Διάκονος· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ Χορός· Κύριε, ἐλέησον. Ὁ Ἱερεύς·Ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος, ὁ πλάσας ἐκ χοὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτοῦ ἀνοικοδομήσας γυναῖκα, καὶ συζεύξας αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν, διὰ τὸ οὕτως ἀρέσαι τῇ σῇ μεγαλειότητι, μὴ μόνον εἶναι τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τῆς γῆς· αὐτὸς καὶ νῦν, Δέσποτα, ἐξαπόστειλον τὴν χεῖρά σου ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου, καὶ ἅρμοσον (ἐνταῦθα ὁ Ἱερεὺς ἁρμόζει τὰς χεῖρας τῶν Νυμφίων) τὸν δοῦλόν σου (τόν δε) καὶ τὴν δούλην σου (τήν δε), ὅτι παρὰ σοῦ ἁρμόζεται ἀνδρὶ γυνή. Σύζευξον αὐτοὺς ἐν ὁμοφροσύνῃ· στεφάνωσον αὐτοὺς εἰς σάρκα μίαν· χάρισαι αὐτοῖς καρπὸν κοιλίας, εὐτεκνίας ἀπόλαυσιν. Ὅτι σὸν τὸ κράτος, καὶ σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς ἀιῶνας τῶν αἰώνων. Καὶ λαβὼν τοὺς στεφάνους, στέφει τὸν Νυμφίον, λέγων· Στέφεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (ὁ δεῖνα), τὴν δούλην τοῦ Θεοῦ (τὴν δεῖνα), εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμὴν (ἐκ γ´). Εἶτα στέφει καὶ τὴν Νύμφην, λέγων· Στέφεται ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ (ἡ δεῖνα), τὸν δοῦλον τοῦ Θεοῦ (τὸν δεῖνα), εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμὴν (ἐκ γ´). Εἶτα εὐλογεῖ αὐτούς, ψάλλων ἐκ τρίτου· Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξῃ καὶ τιμῇ στεφάνωσον αὐτούς. Ὁ Διάκονος· Πρόσχωμεν. Ὁ Ἀναγνώστης·Προκείμενον. Ἦχος πλ. δ´.Ἔθηκας ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῶν στεφάνους ἐκ λίθων τιμίων. Στίχ. Ζωὴν ᾐτήσαντό σε, καὶ ἔδωκας αὐτοῖς μακρότητα ἡμερῶν. Ὁ Διάκονος· Σοφία. Ὁ Ἀναγνώστης· Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα. Ὁ Διάκονος· Πρόσχωμεν. Ὁ Ἀναγνώστης·Ἀδελφοί, εὐχαριστεῖτε πάντοτε ὑπὲρ πάντων, ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ. Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ, ὅτι ὁ ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος. Ἀλλ᾿ ὥσπερ ἡ Ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ἐν παντί. Οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ, καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ῥήματι, ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν Ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ῥυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ᾿ ἵνᾳ ᾗ ἁγία καὶ ἄμωμος. Οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας, ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα· ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ· οὐδεὶς γάρ ποτε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ᾿ ἐκτρέφει καὶ θάλπει αὐτήν, καθὼς καὶ ὁ Κύριος τὴν Ἐκκλησίαν· ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ· ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. Τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ᾿ ἕνα, ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα. Ὁ Ἱερεύς· Εἰρήνη σοι τῷ ἀναγινώσκοντι. Ὁ Χορός· Ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα. Στίχ. Σύ, Κύριε, φυλάξαις ἡμᾶς καὶ διατηρήσαις ἡμᾶς. Ὁ Διάκονος· Σοφία· ὀρθοί· ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Ὁ Ἱερεύς· Εἰρήνη πᾶσι. Ὁ Χορός· Καί τῷ πνεύματί σου. Ὁ Ἱερεύς· Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ Ἀνάγνωσμα. Ὁ Διάκονος· Πρόσχωμεν Ὁ Ἱερεύς·Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, γάμος ἐγένετο ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἦν ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ ἐκεῖ· ἐκλήθη δὲ καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸν γάμον. Καί ὑστερήσαντος οἴνου, λέγει ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς αὐτόν· Οἶνον οὐκ ἔχουσι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου. Λέγει ἡ μήτηρ αὐτοῦ τοῖς διακόνοις· Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε. Ἦσαν δὲ ἐκεῖ ὑδρίαι λίθιναι ἓξ κείμεναι κατὰ τὸν καθαρισμὸν τῶν Ἰουδαίων, χωροῦσαι ἀνὰ μετρητὰς δύο ἢ τρεῖς. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Γεμίσατε τὰς ὑδρίας ὕδατος. Καὶ ἐγέμισαν αὐτὰς ἕως ἄνω. Καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἀντλήσατε νῦν καὶ φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ. Καί ἤνεγκαν. Ὡς δὲ ἐγεύσατο ὁ ἀρχιτρίκλινος τὸ ὕδωρ οἶνον γεγενημένον (καὶ οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν· οἱ δὲ διάκονοι ᾔδεισαν οἱ ἠντληκότες τὸ ὕδωρ) φωνεῖ τὸν νυμφίον ὁ ἀρχιτρίκλινος καὶ λέγει αὐτῷ· Πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι, καὶ ὅταν μεθυσθῶσι, τότε τὸν ἐλάσσω· σὺ δὲ τετήρηκας τὸν καλὸν οἶνον ἕως ἄρτι. Ταύτην ἐποίησε τὴν ἀρχὴν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐφανέρωσε τὴν δόξαν αὐτοῦ, καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Ὁ Χορός· Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι. Ἔπειτα λέγει ὁ Διάκονος·Εἴπωμεν πάντες ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας ἡμῶν εἴπωμεν. Ὁ Χορός, μεθ᾿ ἑκάστην Δέησιν· Κύριε, ἐλέησον. Ὁ Διάκονος· Κύριε Παντοκράτορ, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, δεόμεθά σου ἐπάκουσον, καὶ ἐλέησον. Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου· δεόμεθά σου ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον. Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης, ὑγίειας καὶ σωτηρίας τῶν δούλων σου (τοῦ δεῖνος) καὶ (τῆς δεῖνος) καὶ ὑπὲρ τοῦ περιεστῶτος λαοῦ, τοῦ ἀπεκδεχομένου τὸ παρὰ σοῦ πλούσιον ἔλεος. Ὁ Ἱερεύς· Ὅτι ἐλεήμων, καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ὁ Χορός· Ἀμήν. Ὁ Διάκονος· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ Χορός· Κύριε, ἐλέησον. Ὁ Ἱερεὺς τὴν Εὐχὴν ταύτην·Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐν τῇ σωτηριώδει σου οἰκονομίᾳ καταξιώσας ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας τίμιον ἀναδεῖξαι τὸν γάμον διὰ τῆς σῆς παρουσίας· αὐτὸς καὶ νῦν τοὺς δούλους σου (τὸν δεῖνα) καὶ (τὴν δεῖνα), οὕς ηὐδόκησας συναφθῆναι ἀλλήλοις, ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοίᾳ διαφύλαξον. Τίμιον αὐτοῖς τὸν γάμον ἀνάδειξον· ἀμίαντον αὐτῶν τὴν κοίτην διατήρησον· ἀκηλίδωτον αὐτῶν τὴν συμβίωσιν διαμεῖναι εὐδόκησον· καὶ καταξίωσον αὐτοὺς ἐν γήρει πίονι καταντῆσαι, ἐν καθαρᾷ τῇ καρδίᾳ ἐργαζομένους τὰς ἐντολάς σου. Σὺ γὰρ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, Θεὸς τοῦ ἐλεεῖν καὶ σῴζειν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καί ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Ὁ Διάκονος· Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι. Τὴν ἡμέραν πᾶσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικήν, καὶ ἀναμάρτητον, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα. Ὁ Χορός· Παράσχου, Κύριε. Ὁ Διάκονος· Ἄγγελον εἰρήνης, πιστὸν ὁδηγόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα. Συγγνώμην καὶ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν, καὶ τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα. Τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, καὶ εἰρήνην τῷ κόσμῳ, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα. Τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα. Χριστινανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικὰ καὶ καλὴν ἀπολογίαν, τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, αἰτησώμεθα. Τήν ἑνότητα τῆς πίστεως, καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα. Ὁ Χορός· Σοί, Κύριε. Ὁ Ἱερεὺς ἐκφώνως· Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Δέσποτα, μετὰ παῤῥησίας, ἀκατακρίτως, τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαὶ σε τὸν ἐπουράνιον Θεὸν Πατέρα, καὶ λέγειν· Καὶ λέγομεν τό· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς... Ὁ Ἱερεύς· Ὅτι σοῦ ἐστιν... Ὁ Χορός· Ἀμήν. Ὁ Ἱερεύς· Εἰρήνη πᾶσι. Ὁ Χορός· Καί τῷ πνεύματί σου. Ὁ Διάκονος· Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν. Ὁ Χορός· Σοί, Κύριε. Εἶτα προσφέρεται τὸ κοινὸν ποτήριον, καὶ εὐλογῶν αὐτὸ ὁ Ἱερεὺς λέγει τὴν Εὐχὴν ταύτην· Ὁ Διάκονος· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ Χορός· Κύριε, ἐλέησον. Ὁ Ἱερεύς·Ὁ Θεός, ὁ πάντα ποιήσας τῇ ἰσχύϊ σου, καὶ στερεώσας τὴν οἰκουμένην, καὶ κοσμήσας τὸν στέφανον πάντων τῶν πεποιημένων ὑπὸ σοῦ, καὶ τὸ ποτήριον τὸ κοινὸν τοῦτο παρεχόμενος τοῖς συναφθεῖσι πρὸς γάμου κοινωνίαν, εὐλόγησον εὐλογίᾳ πνευματικῇ. Ὅτι ηὐλόγηταί σου τὸ ὄνομα, καὶ δεδόξασταί σου ἡ βασιλεία, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ὁ Χορός· Ἀμήν. Εἶτα, λαβὼν ὁ Ἱερεὺς ἐπὶ χεῖρας τὸ κοινὸν ποτήριον, μεταδίδωσιν αὐτοῖς ἐκ γ´, πρῶτον τῷ ἀνδρί, καὶ αὖθις τῇ γυναικί, ψάλλων εἰς ἦχον α´· Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι, καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι. Καὶ εὐθέως λαβὼν αὐτοὺς ὁ Ἱερεύς, στρέφει ὡς ἐν σχήματι κύκλου τρὶς περὶ τὸ ἐν τῷ μέσῳ τραπεζίδιον, τοῦ Παρανύμφου κρατοῦντος ὄπισθεν τοὺς στεφάνους, καὶ ψάλλει τὰ τροπάρια. Ἦχος πλ. α´.Ἡσαΐα χόρευε· ἡ Παρθένος ἔσχεν ἐν γαστρί, καὶ ἔτεκεν Υἱὸν τὸν Ἐμμανουήλ, Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον· Ἀνατολὴ ὄνομα αὐτῷ· ὃν μεγαλύνοντες, τὴν Παρθένον μακαρίζομεν. Ἦχος βαρύς.Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ καλῶς ἀθλήσαντες καὶ στεφανωθέντες, προσβεύσατε πρὸς Κύριον, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Δόξα σοι Χριστὲ ὁ Θεός, Ἀποστόλων καύχημα, Μαρτύρων ἀγαλλίαμα, ὧν τὸ κήρυγμα. Τριὰς ἡ ὁμοούσιος. Εἶτα ὁ Ἱερεὺς ἐπαίρει τοὺς στεφάνους· καὶ ἐπάρας τὸν στέφανον τοῦ Νυμφίου, λέγει· Μεγαλύνθητι, Νυμφίε, ὡς ὁ Ἀβραάμ, καὶ εὐλογήθητι ὡς ὁ Ἰσαάκ, καὶ πληθύνθητι ὡς ὁ Ἰακώβ, πορευόμενος ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐργαζόμενος ἐν δικαιοσύνῃ τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐπάρας τὸν στέφανον τῆς Νύμφης, λέγει· Καὶ σύ, Νύμφη, μεγαλύνθητι ὡς ἡ Σάῤῥα, καὶ εὐφράνθητι ὡς ἡ Ῥεβέκκα, καὶ πληθύνθητι ὡς ἡ Ῥαχήλ, εὐφραινομένη τῷ ἰδίῳ ἀνδρί, φυλάττουσα τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, ὅτι οὕτως ηὐδόκησεν ὁ Θεός. Ὁ Διάκονος· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ Χορός· Κύριε, ἐλέησον. Εἶτα λέγει ὁ Ἱερεὺς τὴν Εὐχήν·Ὁ Θεὸς, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ παραγενόμενος ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας, καὶ τὸν ἐκεῖσε γάμον εὐλογήσας, εὐλόγησον καὶ τοὺς δούλους σου τούτους, τοὺς τῇ σῇ προνοίᾳ πρὸς γάμου κοινωνίαν συναφθέντας. Εὐλόγησον αὐτῶν εἰσόδους καὶ ἐξόδους· πλήθυνον ἐν ἀγαθοῖς τὴν ζωὴν αὐτῶν· ἀνάλαβε (ἐνταῦθα ὁ Ἱερεὺς αἴρει τοὺς στεφάνους ἀπὸ τῶν κεφαλῶν τῶν Νυμφίων, καὶ τίθησιν αὐτοὺς ἐπὶ τῆς τραπέζης) τοὺς στεφάνους αὐτῶν ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου, ἀσπίλους καὶ ἀμώμους καὶ ἀνεπιβουλεύτους διατηρῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ὁ Χορός· Ἀμήν. Ὁ Ἱερεύς· Εἰρήνη πᾶσι. Ὁ Χορός· Καί τῷ πνεύματί σου. Ὁ Διάκονος· Τὰς κεφαλὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνατε. Ὁ Χορός· Σοί, Κύριε. Ὁ Διάκονος· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ Χορός· Κύριε, ἐλέησον. Καὶ εὔχεται πάλιν ὁ Ἱερεύς·Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ παναγία καὶ ὁμοούσιος καὶ ζωαρχικὴ Τριὰς, ἡ μία Θεότης καὶ Βασιλεία, εὐλογήσαι ὑμᾶς, καὶ παράσχοι ὑμῖν μακροζωΐαν, εὐτεκνίαν, προκοπὴν βίου καὶ πίστεως, καὶ ἐμπλήσαι ὑμᾶς πάντων τῶν ἐπὶ γῆς ἀγαθῶν, ἀξιώσαι δὲ ὑμᾶς καὶ τῶν ἐπηγγελμένων ἀγαθῶν τῆς ἀπολαύσεως, πρεσβείαις τῆς ἁγίας Θεοτὸκου, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων. Ὁ Χορός· Ἀμήν. Εἶτα εἰσέρχονται καὶ εὔχονται αὐτοῖς καί ἀσπασαμένων ἀλλήλους, γίνεται παρὰ τοῦ Ἱερέως τελεία Ἀπόλυσις οὕτως· Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι. Ὁ διὰ τῆς ἐν Κανᾷ ἐπιδημίας τίμιον ἀναδείξας τὸν γάμον, Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν, ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου αὐτοῦ Μητρός, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν ἁγίων θεοστέπτων βασιλέων καὶ ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, ἐλεήσαι καὶ σώσαι ἡμᾶς, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων Θεός. Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν... Ὁ Χορός· Ἀμήν. |
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΣΕ ΔΙΓΑΜΟΕἰσαγωγικό σημείωμαἩ «Ἀκολουθία εἰς δίγαμον» ἀποτελεῖται κυριολεκτικά ἀπό ἀτόφια τμήματα τῶν δύο προηγούμενων Ἀκολουθιῶν· τοῦ ἀρραβώνα καί τοῦ στεφανώματος. Εἶναι, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, οἱ δύο αὐτές Ἀκολουθίες ἑνωμένες σέ μία· εἶναι μιά ἑνιαία Ἀκολουθία πού περιλαμβάνει καί ἐπαναλαμβάνει αὐτολεξεί ὁλόκληρα μέρη ἀπό τίς δύο προηγούμενες Ἀκολουθίες, γεγονός πού μπορεῖ βέβαια νά διαπιστώσει κι ὁ κάθε ἀναγνώστης. Διαφοροποιεῖται ἀπό τίς προηγούμενες Ἀκολουθίες σέ ὁρισμένα μόνο σημεῖα. Ἡ διαφοροποίηση αὐτή συνίσταται εἴτε στήν παράλειψη ὁρισμένων μερῶν εἴτε στήν προσθήκη νέων. Γιά τό λόγο αὐτό θά μᾶς ἀπασχολήσουν ἀπό τήν Ἀκολουθία αὐτή ὄχι τά σημεῖα πού εἶναι κοινά οὔτε βέβαια τά παραλειπόμενα, ἀφοῦ γιά ὅλα αὐτά ἔγινε λόγος στίς προηγούμενες Ἀκολουθίες, ἀλλά τά ἐντελῶς νέα στοιχεῖα. Τά στοιχεῖα αὐτά εἶναι κυρίως δύο Εὐχές μέ ἰδιαίτερο πράγματι περιεχόμενο καί ἐνδιαφέρον, ὅπως θά δοῦμε. Πρόκειται συγκεκριμένα γιά τίς δύο πρῶτες ἀπό τίς τρεῖς Εὐχές πού στήν ὅλη Ἀκολουθία εἰς δίγαμον καταλαμβάνουν θέση ἀνάμεσα στό «Ἀρραβωνίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ» καί στό «Στέφεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ», ἀνάμεσα στόν κυρίως ἀρραβώνα καί τό στεφάνωμα δηλαδή. Ἀκριβῶς τό περιεχόμενο τῶν δύο αὐτῶν εὐχῶν, πού ἀποτελοῦν κατά κάποιο τρόπο τήν εἰδοποιό διαφορά αὐτῆς τῆς Ἀκολουθίας σέ σχέση μέ ἐκείνη τοῦ γάμου, θά μᾶς ἀπασχολήσει στή συνέχεια. Γιά τίς ἄλλες μικροδιαφορές, ὅπως γιά τό τμῆμα τῆς Ἀκολουθίας πού καταλαμβάνει θέση μετά τό «Εὐλογητός ὁ Θεός» καί πρίν ἀπό τή Συναπτή, γιά τίς δύο ἐπιπλέον διαφορετικές δεήσεις τῆς Συναπτῆς (τέταρτη καί πέμπτη στή σειρά) καί τή μία ἐπιπλέον δέηση τῆς Ἐκτενοῦς («Χριστιανά τά τέλη...») δέ θά κάνουμε ἰδιαίτερο λόγο. Τέλος σχετικά μέ τά διαλαμβανόμενα στά «Κεφάλαια περί διγάμων», γιά τό ἄν δηλαδή ἡ Ἐκκλησία πρέπει ἤ ὄχι νά στεφανώνει αὐτούς πού ἔρχονται γιά δεύτερη ἤ τρίτη φορά «εἰς γάμου κοινωνίαν», γιά τά ἐπιτίμια (στέρηση π.χ. τῆς θείας Κοινωνίας γιά κάμποσο χρονικό διάστημα) πού προβλέπονται γι᾿ αὐτούς καί πῶς γενικά ὅλα αὐτά ἐξηγοῦνται βλ. παρακάτω στό ἐκτενές σχόλιο ἀριθ. 11 τῆς Ἀκολουθίας εἰς δίγαμον. Εὐχή (πρώτη)Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεός μας, Σύ πού φροντίζεις γιά τή συντήρηση καί διαφύλαξη πάντων, καί προκαταβολικά μεριμνᾶς γιά ὅλα. Σύ πού γνωρίζεις τίς ἀπόκρυφες σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, καί ὡς παντογνώστης γνωρίζεις τά πάντα, γίνε σπλαχνικός γιά τίς ἁμαρτίες μας καί συγχώρησε τά ἀνομήματα τῶν ἱκετῶν σου, αὐτῶν δηλαδή πού θερμά σέ παρακαλοῦν, καλώντας τους σέ μετάνοια· παρέχοντάς τους συγνώμη γιά τά παραπτώματά τους, συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν, ἄφεση τῶν ἀνομιῶν πού διέπραξαν μέ τή θέληση ἤ χωρίς τή θέλησή τους. Σύ πού γνωρίζεις τήν ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὁ πλάστης καί δημιουργός, Σύ πού συγχώρησες τήν πόρνη Ραάβ1, καί εὐχαρίστως δέχτηκες τή μετάνοια τοῦ Τελώνη2, μή δώσεις προσοχή στά ἁμαρτήματά μας πού ἀπό ἄγνοια διαπράξαμε ἀπό τά νεανικά μας χρόνια3· διότι ἐάν ἐξετάσεις καί προσέξεις τά ἀνομήματά μας, Κύριε, Κύριε, ποιός θά μπορέσει νά ἀντιταχθεῖ σέ σένα καί νά ὑπομείνει τόν ἔλεγχό σου4 ἤ ποιά ἀνθρώπινη ὕπαρξη θά μπορέσει νά δικαιωθεῖ ἐνώπιόν σου; Γιατί Ἐσύ μόνο εἶσαι δίκαιος, ἀναμάρτητος, ἅγιος, πολυέλεος, πολύ σπλαχνικός, καί μεταβάλλεις γνώμη γιά τίς κακίες τῶν ἀνθρώπων5· Σύ, Δέσποτα, ἀφοῦ θεωρήσεις δικούς σου φίλους τούς δούλους σου (τάδε) καί (τάδε) ἕνωσέ τους μέ τήν ἀγάπη πού πρέπει νά ἔχουν ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλο· δώρησέ τους τήν ἐπιστροφή καί μετά νοια τοῦ Τελώνη, τά δάκρυα τῆς πόρνης6, τήν ἐξομολόγηση τοῦ ληστῆ7· γιά νά μπορέσουν ἔτσι, μέ τήν εἰλικρινή τους μετάνοια πού θά γίνει μ᾿ ὅλη τους τήν καρδιά, τηρώντας μέ ὁμόνοια καί εἰρήνη τίς ἐντολές σου, νά κριθοῦν ἄξιοι καί τῆς ἐπουράνιας Βασιλείας σου. Διότι ἐσύ εἶσαι ὁ οἰκονόμος πάντων, αὐτός δηλαδή πού κυβερνᾶς καί διαχειρίζεσαι καί παρέχεις τά πάντα, καί σ᾿ ἐσένα ἀναπέμπουμε τή δόξα, στόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Εὐχή (δεύτερη)Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Λόγε τοῦ Θεοῦ, Σύ πού ὑψώθηκες πάνω στόν τίμιο καί ζωοποιό Σταυρό, καί μέ τόν τρόπο αὐτό ἔσχισες το χειρόγραφο τό χρεωστικό πού μᾶς βάρυνε, καί μᾶς γλίτωσες ἔτσι ἀπό τήν καταδυνάστευση τοῦ διαβόλου8, συγχώρησε τίς ἀνομίες τῶν δούλων σου· διότι μή μπορώντας νά ὑποφέρουν τόν καύσωνα καί τό βάρος (πίεση) τῆς ἡμέρας, καί τήν πύρωση (φλόγωση) τῆς σάρκας ἑνώνονται γιά δεύτερη φορά μέ τό δεσμό τοῦ γάμου, καθώς Ἐσύ νομοθέτησες μέ τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς σου, μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο δηλαδή, ὅταν εἶπες γιά μᾶς τούς ταπεινούς ἐκεῖνο τό «εἶναι προτιμότερο νά ἔρχεται κανείς σέ κοινωνία γάμου σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Κυρίου παρά νά καίγεται ἀπό τή φλόγα τῆς ἐπιθυμίας»9. Σύ ὁ ἴδιος, ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος, ἐλέησέ μας καί συγχώρησέ μας, σπλαχνίσου μας, γίνε ἐπιεικής, δῶσε μας ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων μας, διότι ἐσύ εἶσαι ἐκεῖνος πού σήκωσες στούς ὤμους σου τίς δικές μας ἀσθένειες καί ἀδυναμίες· γιατί κανένας δέν εἶναι ἀναμάρτητος, οὔτε κι ἄν ἀκόμη μιά ἡμέρα μόνο διαρκέσει ἡ ζωή του, ἤ χωρίς λεκέ (καθαρός, ἀκηλίδωτος), παρά μόνο ἐσύ10 πού φόρεσες τήν ἀνθρώπινη σάρκα (ἔγινες ἄνθρωπος) χωρίς νά ἁμαρτήσεις, καί χάρισες σ᾿ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τήν αἰώνια ἀπάθεια (ἀταραξία, μακαριότητα). Καί σέ παρακαλοῦμε γιά ὅλα αὐτά, διότι ἐσύ εἶσαι ὁ Θεός, Θεός αὐτῶν πού μετανοοῦν γιά τά σφάλματά τους, καί σ᾿ Ἐσένα ἀναπέμπουμε τή δόξα, στόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀτέλεύτητους αἰῶνες11. |
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΠΙ ΕΠΑΝΑΣΥΣΤΑΣΕΙ ΓΑΜΟΥ ΔΙΑΖΕΥΧΘΕΝΤΩΝὉ Διάκονος· Εὐλόγησον, Δέσποτα. Ὁ Ἱερεύς· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν... Εἶτα τοὺς ἀκολούθους στίχους, μεθ᾿ ἕκαστον τῶν ὁποίων ὁ Χορὸς ψάλλει· Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι. Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον· ὅτι μέγας καὶ φοβερὸς ὁ Θεὸς ἐπὶ πάντας τοὺς περικύκλῳ αὐτοῦ. Εἰς τὸν αἰῶνα φυλάξει Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ ἡ διαθήκη αὐτοῦ πιστή. Δόξα καὶ πλοῦτος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ· ἡ γὰρ χεὶρ Κυρίου συναντιλήψεται αὐτῷ, καὶ ὁ βραχίων αὐτοῦ κατισχύσει αὐτόν. Ἡ γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα ἐν τοῖς κλίτεσι τῆς οἰκίας σου· οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆς τραπέζης σου. Εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιὼν καὶ ἴδοις τὰ ἀγαθὰ Ἱερουσαλὴμ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου. Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Ὁ Διάκονος· Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης, καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (τοῦ δεῖνος), τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας, παντὸς τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τῶν ἐπανασυναπτομένων γάμῳ δούλων τοῦ Θεοῦ (τοῦ δεῖνος) καὶ (τῆς δεῖνος) καὶ τοῦ δωρηθῆναι αὐτοῖς βίον ἀλοιδόρητον, πολιτείαν ἄμεμπτον καὶ διαγωγὴν ἀκατάγνωστον, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τοῦ δωρηθῆναι αὐτοῖς συμβίωσιν ἐν ὁμονοίᾳ καὶ ἀγάπῃ, προκοπὴν ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς καὶ ἡμερῶν μακρότητα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι αὐτούς τε καὶ ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον, καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι. Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν, Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα. Ὁ Ἱερεύς· Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα... Ὁ Διάκονος· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ Ἱερεὺς τὴν Εὐχήν·Δέσποτα φιλάνθρωπε, Βασιλεῦ τῶν αἰώνων καὶ Δημιουργὲ τῶν ἁπάντων, ὁ τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας καταλύσας καὶ εἰρήνην τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων δωρησάμενος, σοῦ δεόμεθα καὶ σὲ παρακαλοῦμεν, ἔπιδε ἐπὶ τοὺς δούλους σου (τὸν δεῖνα) καὶ (τὴν δεῖνα) καὶ ἐπίχεε ἐπ᾿ αὐτοὺς τὴν εὐλογίαν σου. Ἐπανάγαγε τὴν διαταραχθεῖσαν εἰρήνην καὶ ἐμφύτευσον εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀγάπην. Ἐπιδαψίλευσον αὐτοῖς γαλήνην πνευματικὴν καὶ πολιτείαν ἀνεπιβούλευτον, ἵνα, ἐν ψυχικῇ διατελοῦντες γαλήνῃ, ἀπολαύωσι τῶν οἰκείων ἀγαθῶν καὶ δοξάζωσί σε τὸν μόνον τῆς ἀγάπης Θεὸν καὶ πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Εἶθ᾿ οὕτως ἡ συνήθης Ἀπόλυσις.Δόξα σοι, Χριστὲ ὁ Θεός, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, δόξα σοι. Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν, ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου καὶ παναμώμου ἁγίας αὐτοῦ Μητρός, δυνάμει τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, προστασίαις τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων ἀσωμάτων, ἱκεσίαις τοῦ τιμίου ἐνδόξου προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννου, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ καλλινίκων Μαρτύρων, τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, τοῦ ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου, τῶν ἁγίων καὶ δικαίων θεοπατόρων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, ἐλεήσαι καὶ σώσαι ἡμᾶς, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων Θεός. Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν... |
. |
Ἡ Ἀκολουθία τοῦ ἀρραβώνα καί ἡ καθιέρωση τοῦ θρησκευτικοῦ γάμου
(γενικές πληροφορίες)*<$>1** <$>.
----------------------------
* Συγκεντρωμένους, κατά Ἀκολουθία, τούς τίτλους τῶν ἑρμηνευτικῶν σχολίων καί σημειώσεων, τά θέματα δηλαδή καί τά σημεῖα τῶν Ἀκολου θιῶν πού σχολιάζονται ἰδιαίτερα, βλ. στά Ἀναλυτικά Περιεχόμενα τοῦ Γ´ μέρους τοῦ βιβλίου, σελ. 229 κ.ἑ.
** Οἱ ἀριθμοί παραπέμπουν, κατά Ἀκολουθία, στά ταυτάριθμα σημεῖα τῆς μετάφρασης τῶν κειμένων. Βλ. Β´ μέρος τοῦ βιβλίου, σελ. 65 κ.ἑ.
----------------------------
«Ἡ Ἀκολουθία τῶν μνήστρων» ἤ, ἀλλιῶς, τοῦ ἀρραβώνα καθιερώθηκε ὡς ξεχωριστή Ἀκολουθία ἀπό αὐτή τοῦ γάμου στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ κατά τό ἔτος 1084. Ἡ Ἀκολουθία τοῦ ἀρραβώνα εἶναι κατά κάποιο τρόπο τό προοίμιο, ἡ προεισαγωγή τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος. Ἀπό τήν πρώτη κιόλας διατύπωση τοῦ σχετικοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τοῦ Εὐχολογίου «μετά τήν θείαν Λειτουργίαν... παρίστανται οἱ μέλλοντες ζεύγνυσθαι πρό τῶν ἁγίων Θυρῶν» μπορεῖ κανείς νά συμπεράνει ὅτι ἡ Ἀκολουθία τοῦ ἀρραβώνα, ὡς ἰδιαίτερη ἀπό αὐτή τοῦ στεφανώματος, τελοῦνταν παλιότερα μέσα στόν ἱερό ναό καί μετά τή θεία Λειτουργία, στόν ἱερότερο δηλαδή τόπο καί τήν καταλληλότερη στιγμή, προκειμένου νά εὐλογηθεῖ καί νά προσλάβει τήν ἀπαραίτητη δημοσιότητα ὁ δεσμός τῶν μελλονύμφων (βλ. καί παρακάτω, σχόλ. ἀριθ. 3).
Σήμερα ὅμως ἐπικράτησε ἡ συνήθεια οἱ δύο Ἀκολουθίες νά τελοῦνται μαζί σάν μιά ἑνιαία Ἀκολουθία, γνωστή γενικά ὡς Ἀκολουθία τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου· συνήθεια πού ὑπῆρχε ἐξάλλου καί πρίν ἀπό τόν Κομνηνό. Διότι ἡ Ἐκκλησία ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς συστάσεώς της φαίνεται πώς εὐλογοῦσε τό γάμο τῶν τέκνων της καί θά καθόρισε κάποιο ἁπλό τελετουργικό τύπο γάμου. Σ᾿ αὐτό τουλάχιστο τό συμπέρασμα θά μποροῦσε νά καταλήξει κανείς μελετώντας τα ἱερά κείμενα τῆς Κ.Δ., στά ὁποῖα τονίζεται ἡ πνευματικότητα τοῦ γάμου, γίνεται λόγος γιά τά καθήκοντα τῶν συζύγων καί τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς οἰκογένειας καί γενικά ἐξαίρεται καί ἐξυψώνεται ὁ γάμος τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ σέ σύγκριση μάλιστα καί ἀντιπαραβολή πρός τό γάμο τῶν μή χριστιανῶν πού οἱ ἀντιλήψεις τους γιά τό γάμο ἦταν διαφορετικές καί κατώτερες ὁπωσδήποτε (πρβλ. καί τή γνωστή ἐπιστολή πρός Διόγνητον, κεφ. 5).
Ἡ μετέπειτα ἐκκλησιαστική παράδοση μαρτυρεῖ ὅτι ὁ γάμος ὡς μυστηριακή πράξη ἔχει προέλευση ἀποστολική. Αὐτό μπορεῖ κανείς νά τό διαπιστώσει ἀπό πληροφορίες πού μᾶς παρέχουν μέ τά συγγράμματά τους διάφοροι ἐκκλησιαστικοί Πατέρες καί συγγραφεῖς ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες. Ἔτσι π.χ. ὁ Ἰγνάτιος, ἐπίσκοπος τῆς Ἀντιόχειας, ἔχει τή γνώμη ὅτι ὁ γάμος πρέπει νά τελεῖται «μετά γνώμης τοῦ ἐπισκόπου», ὕστερα δηλ. ἀπό ἐπισκοπική ἄδεια. Οἱ μεγάλοι Ἀλεξανδρινοί θεολόγοι, Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς καί ὁ πολύς Ὠριγένης, μιλοῦν γιά τό χριστιανικό γάμο, τονίζοντας ὁ πρῶτος ἀπό αὐτούς ὅτι ὁ γάμος «ἁγιάζεται κατά λόγον (μέ εὐλογία δηλ.) τελειούμενος» καί ὁ δεύτερος ὑποστηρίζοντας ὅτι ὁ χριστιανικός γάμος διατελεῖ στή σφαίρα τῆς θείας χάρης. Γιά τό χριστιανικό γάμο μιλοῦν καί οἱ ἐκκλησιαστικοί πατέρες τῆς Δύσης, ὅπως ὁ Τερτυλλιανός, ὁ Ἀμβρόσιος, ὁ Αὐγουστίνος κ.ἄ. Ὁ πρῶτος ἀπό αὐτούς βεβαιώνει ὅτι τό γάμο συνάπτει ἡ Ἐκκλησία καί τόν ἐπισφραγίζει ἡ εὐλογία.
Οἱ τρεῖς μεγάλοι Ἱεράρχες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δέν παρέλειψαν νά ποῦν τή γνώμη τους γιά τό χριστιανικό γάμο. Ἔτσι ὁ Μ. Βασίλειος ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἕνωση τῶν συζύγων «ἁγιάζεται διά τῆς εὐλογίας» καί χαρακτηρίζεται ὁ γάμος ὡς «ὁ διά τῆς εὐλογίας ζυγός». Ἀπό ἐπιστολή τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου μαθαίνουμε ὅτι κατά τήν τέλεση τοῦ γάμου γινόταν «σύναψις τῶν χειρῶν» τῶν νεονύμφων, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συνιστᾶ στούς χριστιανούς «ἱερέας καλεῖν καί δι᾿ εὐχῶν καί εὐλογιῶν τήν ὁμόνοιαν τοῦ συνοικεσίου συσφίγγειν», πληροφορία πού μᾶς ἐπιτρέπει νά συμπεράνουμε ὅτι ἡ ἱερατική εὐλογία παρεχόταν ὄχι μόνο κατά τήν τέλεση τοῦ γάμου ἀλλά καί κατά τή μνηστεία, τό ἀρραβώνιασμα δηλαδή.
Ἀξίζει τέλος νά σημειωθεῖ ὅτι βρέθηκαν ἀκόμη καί παραστάσεις νεονύμφων μέ τό Χριστό στή μέση νά τούς στεφανώνει καί νά τούς εὐλογεῖ ὡς «νυμφαγωγός», ἐνῶ παλιά Εὐχολόγια μαζί μέ διάφορες ἄλλες ἱερουργίες συμπεριλαμβάνουν καί διάφορους τύπους ἱερολογίας γάμου.
Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀπό τά χρόνια τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἤδη, ἄρχισε καί ἡ Πολιτεία νά ἀποβλέπει στή συνεργασία της μέ τήν Ἐκκλησία, διότι ἔβλεπε πώς ἡ ἐπίδραση τῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου στή δημιουργία σωστῶν οἰκογενειῶν καί κατ᾿ ἐπέκταση καλῶν πολιτῶν ἦταν εὐεργετική. Ἔτσι στήν ΟΔ´ (74) Νεαρά τοῦ Ἰουστινιανοῦ (ἔτος 538) ὁριζόταν ὅτι πρός ἐπίσημη ἀναγνώριση τοῦ γάμου ἀπαιτοῦνταν μετάβαση τῶν νεονύμφων «πρός τινα τῶν εὐκτηρίων οἴκων» καί μαρτυρία τριῶν ἤ τεσσάρων κληρικῶν ὅτι οἱ ἐλθόντες «εἰς γάμου κοινωνίαν» «συνηρμόσθησαν ἀλλήλοις» σύμφωνα μέ τή διάταξη τῆς Ἐκκλησίας. Πολύ ἀργότερα ὅμως σημειώθηκε ὁριστική στροφή τῆς Πολιτείας πρός τήν Ἐκκλησία (ἔτος 893). Ἔτσι ἡ πθ´ (89) Νεαρά Λέοντος τοῦ Σοφοῦ θεωροῦσε νόμιμο μόνο τό γάμο πού εὐλογοῦσε ἡ Ἐκκλησία. Ἀπό τότε καί μετά οἱ μαρτυρίες γιά εὐλογία τοῦ γάμου ἀπό τόν κλῆρο εἶναι ὅλο καί πιό σαφεῖς.
Ἡ ἐκκλησιαστική λοιπόν εὐλογία μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου θεωρήθηκε καί ἀπό τήν Πολιτεία σάν οὐσιωδέστατο στοιχεῖο τῆς νομιμοποιήσεως τοῦ γάμου. Ἀξίζει πάντως νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἀναγνώριση τοῦ θρησκευτικοῦ γάμου ἀπό τήν Πολιτεία ὡς μοναδικοῦ τύπου γάμου δέν ἔγινε ἁπλῶς καί μόνο γιά λόγους σκοπιμότητας, ὅπως εἰπώθηκε παραπάνω, ἀλλά κυρίως ἐπειδή ἡ Πολιτεία παραδεχόταν καί ἀναγνώριζε τή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ τό θεοσύστατο θεσμό τοῦ γάμου.
Οἱ ὅροι «μνῆστρα» καί «ἀρραβών»
2. Ὁ ὅρος «μνῆστρον» (τό) καί στόν πληθυντικό «τά μνῆστρα» στήν ἐκκλησιαστική καί λειτουργική γλώσσα εἶναι συνώνυμος τοῦ ὅρου ἀρραβών. Σημαίνουν καί οἱ δύο τήν ἀμοιβαία ὑπόσχεση συνάψεως γάμου καί τά δῶρα πού ἀνταλλάσσουν μεταξύ τους οἱ μνηστευόμενοι καί ἰδίως τούς δακτύλιους ἀρραβῶνες, τά δαχτυλίδια. Τά δαχτυλίδια, ἤ ἀλλιῶς βέρες, δίνονται καί φοριοῦνται ἀπό τό μνηστήρα καί τή μνηστή σάν σημεῖο καί ἀπόδειξη τῆς ὑπόσχεσης πού ἔδωσαν γιά τήν τέλεση τοῦ μελλοντικοῦ γάμου τους. Ἡ λέξη μνῆστρον ἔχει ἀρχαιοελληνική προέλευση· προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «μνάομαι» πού σημαίνει μνηστεύομαι. Ἡ λέξη ἀρραβών ἔχει ληφθεῖ ἀπό τίς σημιτικές γλῶσσες καί σημαίνει κυρίως προκαταβολή ἤ ἐγγύηση γιά ἐξασφάλιση συμφωνίας, κοινῶς καπάρο.
Ἡ βαθύτερη σημασία τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἀρραβώνα
3. Τά διαλαμβανόμενα στήν πρώτη τούτη παράγραφο τοῦ προεισαγωγικοῦ σημειώματος δέν εἶναι χωρίς σημασία. Ἀντίθετα μάλιστα· τό καθετί κρύβει ἕνα βαθύ νόημα. Θά μπορούσαμε νά σημειώσουμε μέ κάθε δυνατή συντομία τά ἑξῆς· Οἱ νεόνυμφοι ἔρχονται στό ναό, πού εἶναι ὁ ἐπισημότερος καί ἱερότερος τόπος, νά ζητήσουν ἀπό τό Λειτουργό τοῦ Ὑψίστου νά εὐλογήσει τό δεσμό τους. Εἶναι ἡ ὥρα μετά τή θεία Λειτουργία καί κόσμος πολύς θά παρακολουθήσει τή σχετική ἱεροπραξία· ἔτσι ὁ μελλοντικός δεσμός τους ἀποκτᾶ τή δημοσιότητα πού ἐπιβάλλεται νά ἀποκτήσει· γιατί τά ἀποτελέσματα τοῦ δεσμοῦ τους δέν ἀφοροῦν μόνο αὐτούς· θά ἔχουν ἀντίκτυπο στήν εὐρύτερη κοινωνία, μέσα στήν ὁποία θά ζήσουν καί θά δημιουργήσουν οἰκογένεια.
Στέκονται μέ εὐλάβεια «πρό τῶν ἁγίων θυρῶν» καί περιμένουν τόν Ἱερέα νά τούς ὁδηγήσει μέσα στό ναό. Ἡ «ἐκ δεξιῶν» θέση τοῦ ἄντρα συμβολίζει ὅτι αὐτός ἔχει τό προβάδισμα· αὐτός εἶναι ἡ κεφαλή· κι αὐτό γίνεται ὄχι γιά νά μειωθεῖ ἡ γυναίκα, ἀλλά γιά τήν ἐξασφάλιση τῆς ὁμαλῆς συμβίωσης. Προβλέπεται χρυσό δαχτυλίδι γιά τόν ἄντρα, ἀργυρό γιά τή γυναίκα. Πολλοί αὐτό τό ἐξηγοῦν ὡς ἑξῆς· ὁ ἄντρας συμβολίζει τόν ἥλιο, ἐνῶ ἡ γυναίκα τή σελήνη πού δανείζεται τό φῶς ἀπό τόν ἥλιο. Ὅπως ὅμως εἶναι γνωστό σ᾿ ὅλους μας, μέ τόν καιρό τά δαχτυλίδια ἐπικράτησε νά εἶναι χρυσά καί γιά τούς δύο νεονύμφους. Τό γεγονός τῆς ἀπόθεσης τῶν δαχτυλιδιῶν στήν Ἁγία Τράπεζα σημαίνει πώς εἶναι ἤδη καθαγιασμένα. Ἡ κλίση τοῦ χρυσοῦ δαχτυλιδιοῦ πρός τά ἀριστερά καί τοῦ ἀργυροῦ πρός τά δεξιά καί ἡ τοποθέτηση τοῦ ἑνός πολύ κοντά στό ἄλλο, «σύνεγγυς ἀλλήλων», συμβολίζουν τό ἐνδιαφέρον πού πρέπει νά δείχνει ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο καί τό πόσο κοντά πρέπει νά βρίσκεται ὁ ἕνας στόν ἄλλο γιά νά ζήσουν ἁρμονικά καί νά στηρίζουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο στό δύσκολο ἀγώνα τῆς ζωῆς.
Ὁ Ἱερέας ἔρχεται ἀπό τό ἱερό στό νάρθηκα, πού ἄλλοτε ἦταν ὁ χῶρος τῶν κατηχουμένων (βλ. σχ. ἀρ. 2 Ἀκολ. στεφ.), εὐλογεῖ προκαταβολικά τούς νεονύμφους σχηματίζοντας τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ πάνω ἀπό τά κεφάλια τους καί τούς δίνει στό χέρι «κηρούς ἁπτομένους»· μέ τά ἀναμμένα κεριά πού τούς δίνει στό χέρι ἔχουμε τό συμβολισμό τῶν «φρονίμων παρθένων» τῆς γνωστῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς· ἔτσι δηλαδή νά ἀξιωθοῦν οἱ νεόνυμφοι νά ὑποδεχθοῦν τόν Κύριο στόν παρόντα βίο, ἀλλά καί στό μέλλοντα, ὡς φρόνιμοι καί συνετοί καί προνοητικοί καί ὄχι ὡς ἀνόητοι, ἐπιπόλαιοι καί μωροί. Ὕστερα τούς ὁδηγεῖ στόν κυρίως Ναό καί τούς «θυμιᾷ σταυροειδῶς», γιά νά τούς ἀπαλλάξει «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος», ἀπό κάθε σατανική ἐπήρεια καί βλαβερή ἐπενέργεια καί ἔτσι, ἐξαγνισμένοι, νά παρακολουθήσουν τήν ἱερολογία τοῦ ἀρραβώνα.
Ἡ ἀμοιβαία συναίνεση τῶν μελλονύμφων ὅρος ἀπαραίτητος γιά τήν τέλεση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἀρραβώνα
4. «Καί ἐρωτᾷ αὐτούς ὁ Ἱερεύς, πρός ὁμολογίαν, ἐάν θέλῃ ἡ νύμφη τόν νυμφίον· ὁμοίως καί ὁ νυμφίος τήν νύμφην»*· Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά νά ἀρχίσει καί πραγματοποιηθεῖ ἡ Ἀκολουθία τοῦ ἀρραβώνα, καί φυσικά τοῦ γάμου, εἶναι ἡ ἀμοιβαία συναίνεση τοῦ γαμπροῦ καί τῆς νύφης γιά τό δεσμό τους. Γι᾿ αὐτό καί τούς καλεῖ ὁ Ἱερέας νά ὁμολογήσουν ἄν ὁ ἕνας θέλει τόν ἄλλο. Καί μόνο σέ καταφατική ἀπάντηση καί τῶν δύο, μόνο τότε ἀρχίζει ἡ Ἀκολουθία. Ἐπειδή ὅμως ἡ ἀμοιβαία συναίνεση πολλές φορές δέν εἶναι καρπός σοβαροῦ προβληματισμοῦ καί πολλῆς σκέψεως, ἀλλά ἐπιπόλαιη καί ἐπιφανειακή, γι᾿ αὐτό ἐπιβάλλεται, κατά κοινή ὁμολογία, μεγάλη προσοχή στήν ἐκλογή τοῦ συντρόφου.
----------------------------
* Οἱ ἐντός εἰσαγωγικῶν τίτλοι τῶν ἑρμηνευτικῶν σχολίων καί σημειώ σεων εἶναι φράσεις ἀπό τό πρωτότυπο κείμενο τῶν Ἀκολουθιῶν (βλ. σελ. 25 κ.ἑ.) καί ὄχι ἀπό τή μετάφραση τῶν κειμένων.
Βασικές προϋποθέσεις καί ἀπαραίτητοι ὅροι γιά ἕνα μόνιμο δεσμό καί γιά μιά εὐδόκιμη συζυγία εἶναι κυρίως δύο· ἡ ἀμοιβαία κλίση καί συμπάθεια, ἡ ἕλξη δηλ. ἡ ἐρωτική τῶν νεονύμφων, καί ἡ συμφωνία φρονημάτων καί διαθέσεων, ἡ συμφωνία δηλαδή τῶν χαρακτήρων τους. Βεβαίως ὑπάρχει καί ἡ ἄποψη πώς οἱ προϋποθέσεις αὐτές δέν εἶναι καί τόσο ἀπαραίτητες, ἀφοῦ στό γάμο ὁ δυνατότερος καί τελειότερος καλεῖται νά ἀναπληρώσει τίς ἐλλείψεις καί νά θεραπεύσει τά ἐλαττώματα τοῦ ἄλλου, σύμφωνα ἐξάλλου καί μέ τό παράγγελμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου· «ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ δυνατοί τά ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν» (Ρωμ. ιε´, 1) ἤ τό ἄλλο· «ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε, καί οὕτως ἀναπληρώσατε τόν νόμον τοῦ Χριστοῦ» (Γαλάτας στ´, 2)*.
----------------------------
* Γιά τά χωρία τῆς Κ.Δ. χρησιμοποιοῦμε τήν Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ἑρμηνείας τοῦ Π. Ν. Τρεμπέλα (Ἀθῆναι 1985), ἐνῶ γιά τά χωρία τῆς Π.Δ. χρησιμοποιοῦμε κυρίως τήν Παλαιά Διαθήκη κατά τούς Ο´ πού ἐκ δόθηκε ἀπό τή Βιβλική Ἑταιρία στή Στουτγάρδη τῆς Γερμανίας γιά λογα ριασμό τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (γι᾿ αὐτό καί φέρει τήν ἔνδειξη· Ἀθῆναι 1981) μέ τήν ἐπιστημονική ἐπιμέλεια τοῦ Prof. D. Dr. Alfred Rahlfs. Εἰδικά γιά τά χωρία τοῦ βιβλίου τῶν Ψαλμῶν χρησιμοποιοῦμε πολύ καί Τό Ψαλτήριον μετά συντόμου ἑρμηνείας τοῦ Π. Ν. Τρεμπέλα (Ἀθῆναι, 1955). Παράλληλα χρησιμοποιοῦμε, κυρίως γιά τά χωρία πού παραθέτουμε ἀπό τήν ὑμνολογία καί τίς ἄλλες Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, τό βιβλίο Μέγας καί Ἱερός Συνέκδημος Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ πού περιέχει κείμενα ἐγκεκριμένα ἀπό τή Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία καί ἐκδόθηκε ἀπό τόν Ἐκδ. Οἶκο «ΑΣΤΗΡ» (Ἀθῆναι 1961) μέ τήν ἐπιμέλεια ὁμάδας Θεολόγων. Σημειώνουμε τέλος ἐδῶ ὅτι, ὅπως θά διαπιστώσει στή συνέχεια ὁ ἀναγνώστης, γιά ὅλα αὐτά τά ἁγιογραφικά, ὑμνολογικά καί τά ἄλλα χωρία (πατερικά καί ἐκκλησια στικά ἤ μή) πού μνημονεύουμε στά ἑρμηνευτικά σχόλια καί τίς σημειώ σεις ἡ πηγή τους παρέχεται μέσα στό ἴδιο τό κείμενο (ἐντός παρενθέσεως συνήθως) καί ὄχι σέ ὑποσημειώσεις γιά καθαρά πρακτικούς λόγους καί σύμφωνους πρός τό σκοπό τῆς συγγραφῆς τοῦ παρόντος πονήματος.
Ἐπειδή ὅμως ἡ σκληρή πραγματικότητα διδάσκει πώς μιά τέτοια ἀναπλήρωση καί θεραπεία δέν εἶναι καί τόσο εὔκολη ὑπόθεση, γι᾿ αὐτό πρέπει νά θεωρήσουμε ὡς ἀσφαλέστερο τό νά ἀποβλέπουμε ἀπό πρίν στό συμπλησιασμό καί τή συμφωνία τῶν χαρακτήρων· αὐτό ὑπόσχεται ἁρμονικότερη τή συμβίωση καί παρέχει χῶρο καί γιά ἀμοιβαία συμπλήρωση καί ἀναπλήρωση τῶν ἐλλείψεων. Ἑπομένως θά μπορούσαμε νά ποῦμε πώς καί στό θέμα τῆς ἐκλογῆς συντρόφου ἔχει ἐφαρμογή τό ἀρχαῖο ἐκεῖνο παράγγελμα «τήν κατά σαυτόν ἔλα» (προστακτική τοῦ ρήμ. ἐλάω =ἐλαύνω) γιά τόν ἄντρα ἤ (κατά τροποποίηση) «τόν κατά σαυτήν ἔλα» γιά τή γυναίκα, ἄν βέβαια αὐτό τό ἐκλάβουμε ὑπό τήν εὐρύτερη ἔννοια τοῦ συμπλησιασμοῦ τῶν ὁμοίων. Διαφορετικά ἡ ἀθέτηση αὐτοῦ, μέ ὅποιο τρόπο κι ἄν γίνεται, ἡ ἐπιπολαιότητα, ἡ βιασύνη, ὁ πειραματισμός σέ ἕνα τέτοιο σοβαρότατο θέμα, ὑπάρχει τό ἐνδεχόμενο, ἄν ὄχι ἡ βεβαιότητα, νά ὁδηγήσει σέ καταστάσεις πού ἐλάχιστα συντελοῦν στή γαλήνη τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου (βλ. Β. Ἀντωνιάδη «Ἐγχειρίδιον κατά Χριστόν Ἠθικῆς», τόμος Β´, Εἰδικόν Μέρος, ἐν Κων/πόλει 1927, σ. 248).
Συμπερασματικά λοιπόν καί σέ γενικές γραμμές θά μποροῦσε κανείς νά ὑποστηρίξει πώς, γιά νά εὐδοκιμήσει ἕνας δεσμός καί ἀποβεῖ εὐτυχής μιά συζυγία, μέριμνα καί φροντίδα καθενός ἀπό τούς ὑποψηφίους γιά γάμο -ὅσο βέβαια αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό τίς δικές του δυνάμεις καί στό μέτρο πού μπορεῖ νά ἀντιμετωπίσει μέ γνώμονα τή λογική ψύχραιμα καί ἀνεπηρέαστα ἀπό ὁποιουσδήποτε συναισθηματισμούς τό θέμα τῆς ἐκλογῆς- πρέπει νά εἶναι ἡ ἀναζήτηση τέτοιου συντρόφου που κοντά του κατά τή διάρκεια τῆς ἔγγαμης συμβίωσης οἱ ἀρετές του, οἱ καλές του πλευρές καί τά ὁποιαδήποτε χαρίσματα, μέ τά ὁποῖα τόν προίκισε ὁ Δημιουργός, νά μή μείνουν ἀδρανή καί ἀνενεργά ἀλλά νά καλλιεργηθοῦν ἀκόμη περισσότερο καί νά ἀποδώσουν, κατά τήν εὐαγγελική ρήση, «καρπόν ἑκατοντα πλασίονα» (Λουκ. η´, 8).
Καί τό σπουδαιότερο· ἐπειδή κάθε ἄνθρωπος ἔχει καί ἐλαττώματα καί ἀδυναμίες, ὁ καθένας ἀπό τούς υποψηφίους θά πρέπει νά ἐπιδιώκει, στό μέτρο βέβαια τοῦ δυνατοῦ, νά εἶναι τέτοιος ὁ μέλλων σύντροφός του ὥστε κοντά του μέ τή συνεργασία καί τήν καλή διάθεση οἱ ὁποιεσδήποτε ἀδυναμίες του νά βροῦν τή θεραπεία τους καί, ἀν εἶναι δυνατό, προοδευτικά ἐντελῶς νά ἀπαλειφθοῦν. Ἔτσι, μέ τήν ἀλληλοσυμπλήρωση τῶν συντρόφων, θά σφυρηλατηθεῖ ὁ χαρακτήρας τους μέσα ἀπό τήν πολύπλευρη ἔγγαμη συμβίωση, θά λάμψουν περισσότερο οἱ προϋπάρχουσες ἀρετές τους καί θά μειωθοῦν στό ἐλάχιστο τά ἐλαττώματά τους· θά πραγματοποιηθεῖ μ᾿ ἄλλα λόγια ἡ ὁλοκλήρωση τῶν συζύγων ὡς χαρακτήρων καί θά ὁδηγηθοῦν στή σωτηριώδη τελείωση στήν ὁποία βέβαια, σάν σέ τελικό στόχο, ἀποβλέπει ὁ θρησκευτικός γάμος.
Πάντως, γιά νά ἐπανέλθουμε στό σημεῖο ἀπ᾿ ὅπου ξεκινήσαμε, ἡ ἀμοιβαία συναίνεση τῶν μελλονύμφων γιά τό δεσμό τους, πού ὀρθότατα ὄχι μόνο ὅλοι οἱ λογικοί καί πολιτισμένοι ἄνθρωποι ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία τή θεωροῦν ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου, ἀνατρέχει σέ χρόνους ἀρχαιότατους, ἀφοῦ καί στήν Π.Δ. ἀκόμη βλέπουμε τούς οἰκείους τῆς Ρεβέκκας νά τή στέλνουν μέ τόν ὑπηρέτη τοῦ Ἀβραάμ ὡς σύζυγο τοῦ Ἰσαάκ μόνο ὕστερα ἀπό τή συγκατάθεσή της· «Καλέσωμεν τήν παῖδα καί ἐρωτήσωμεν τό στόμα αὐτῆς. καί ἐκάλεσαν Ρεβέκκαν καί εἶπαν αὐτῇ Πορεύσῃ μετά τοῦ ἀνθρώπου τούτου; ἡ δέ εἶπεν Πορεύσομαι. καί ἐξέπεμψαν Ρεβέκκαν...» (Γεν. 24, 57-59).
Ἡ σημασία τῆς ἑβραϊκῆς λέξεως «ἀμήν»
5. Ἀμήν. Λέξη ἑβραϊκή. Ὑπῆρχε συνήθεια στήν ἑβραϊκή Συναγωγή οἱ παρόντες νά κλείνουν κάθε εὐχή μέ τό ἀμήν. Ἡ συνήθεια αὐτή μεταφυτεύτηκε στή χριστιανική Ἐκκλησία ἀπό τούς ἀποστολικούς ἀκόμη χρόνους. Στή γλώσσα τῶν διάφορων Ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας τό ἀμήν ἔχει σημασία ἐπιρρηματική καί σημαίνει· ἀληθῶς, ἀληθινά, ἀλήθεια, ἔτσι εἶναι ἤ· ἔτσι ἄς γίνει, μακάρι νά γίνει, γένοιτο. Εἶναι δηλαδή συναίνεση καί ἐπιβεβαίωση ὅσων προηγουμένως ἔχουν λεχθεῖ ἤ ἔκφραση εὐχῆς καί ζωηροῦ πόθου γιά τήν πραγματοποίηση αὐτῶν πού εἰπώθηκαν. Λέγεται καί ψάλλεται ἀπό τό Χορό τῶν ψαλτῶν πού ἀντιπροσωπεύει τό λαό τῶν πιστῶν πού παρακολουθοῦν τήν Ἀκολουθία, πολλές ὅμως φορές καί ἀπό τούς ἴδιους τούς πιστούς.
6. «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Ἡ σειρά τῶν δεήσεων πού ἀκολουθοῦν καί ἐκφωνοῦνται συνήθως ἀπό τό Διάκονο λέγεται Συναπτή. Βλ. σχόλ. ἀριθ. 10 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος.
Ἡ τεκνογονία στό γάμο εἶναι θέλημα καί δωρεά τοῦ Θεοῦ, συμπληρώνει τήν εὐτυχία τῶν νεονύμφων καί συντελεῖ στήν πνευματική τους τελείωση καί σωτηρία
7. «Ὑπέρ τοῦ παρασχεθῆναι αὐτοῖς τέκνα εἰς διαδοχήν γένους, καί πάντα τά πρός σωτηρίαν αἰτήματα». Ἡ ἀπόκτηση τέκνων μέσα ἀπό τό γάμο εἶναι διακαής πόθος τῶν νεονύμφων καί ἡ δημιουργία οἰκογένειας συντελεῖ στήν ὁλοκλήρωση τῆς εὐτυχίας τους. Μέ τήν τεκνογονία οἱ νεόνυμφοι δέ συνεχίζουν ἁπλά καί μόνο τό δικό τους γένος, ἀλλά γίνονται γενικότερα συνεχιστές τοῦ ἀνθρώπινου γένους, συνεχιστές δηλαδή ἑνός ἔργου πού ἐμπιστεύθηκε στούς ἀνθρώπους ὁ ἴδιος ὁ Θεός σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῶν Ἱερῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τή δημιουργία ἀπογόνων γίνονται ἀποδέκτες τοῦ θείου θελήματος (πρβλ. τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ πρός τούς πρωτοπλάστους «αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε...» Γεν. 1, 28) καί τῆς ἀξετίμητης δωρεᾶς νά συνεχίσουν αὐτοί τό ἔργο τοῦ Δημιουργοῦ, συντελώντας ἔτσι στήν αὐξηση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί στή δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Στό αἴτημα γιά ἀπόκτηση τέκνων ἀπό τούς νεονύμφους πού διατυπώνεται στό σημεῖο τοῦτο τῆς Συναπτῆς, ἀνεξάρτητα ἄν αὐτό δέν πραγματοποιεῖται πάντοτε, ἐπανέρχεται συχνά πυκνά ὁ Λειτουργός κατά τή διάρκεια τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου. Παραθέτουμε ἐδῶ συγκεντρωμένα τά χαρακτηριστικότερα χωρία τῆς Ἀκολουθίας πού ἀναφέρονται στό θέμα καί διακρίνονται γιά τήν ἐκφραστική τους ποικιλία· «Παρά σοῦ ἁρμόζεται ἀνδρί γυνή εἰς... διαδοχήν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων» (τελευταία εὐχή τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἀρραβώνα)· «οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν, κύκλῳ τῆς τραπέζης σου», «καί ἴδοις υἱούς τῶν υἱῶν σου» (στίχοι ἀπό τόν 127 Ψαλμό μέ τόν ὁποῖο ἀρχίζει ἡ Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος)· «ὑπέρ τοῦ παρασχεθῆναι αὐτοῖς... καρπόν κοιλίας πρός τό συμφέρον», «ὑπέρ τοῦ εὐφρανθῆναι αὐτούς ἐν ὁράσει υἱῶν καί θυγατέρων», «ὑπέρ τοῦ δωρηθῆναι αὐτοῖς εὐτεκνίας ἀπόλαυσιν» (αἰτήσεις τῆς Συναπτῆς)· «σόν θέλημά ἐστιν ἡ ἔννομος συζυγία καί ἡ ἐξ αὐτῆς παιδοποιία», «παράσχου τοῖς δούλοις σου τούτοις... σπέρμα μακρόβιον, τήν ἐπὶ τέκνοις χάριν», «ἀξίωσον αὐτούς ἰδεῖν τέκνα τέκνων» (Α´ μεγάλη Εὐχή εὐλογίας, ὅπου προβάλλονται καί εὐλογημένα ἀντρόγυνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί γίνεται μνεία τοῦ εὐλογημένου «τόκου» τους)· «δός αὐτοῖς καρπόν κοιλίας, καλλιτεκνίαν», «καί ἴδωσιν υἱούς τῶν υἱῶν αὐτῶν, ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆς τραπέζης αὐτῶν» (Β´ μεγάλη Εὐχή εὐλογίας)· «χάρισαι αὐτοῖς καρπόν κοιλίας, εὐτεκνίας ἀπόλαυσιν» (Γ´ Εὐχή εὐλογίας)· «πληθύνθητι ὡς ὁ Ἰακώβ», «πληθύνθητι ὡς ἡ Ραχήλ» (ἀπό τίς προσωπικές εὐχές κατά τήν «ἔπαρση» τῶν στεφάνων τοῦ Νυμφίου καί τῆς Νύμφης ἀντίστοιχα)· «ἡ παναγία... Τριάς... παράσχοι ὑμῖν... εὐτεκνίαν» (εὐχή μετά τήν «ἄρση» τῶν στεφάνων) κ.ἄ.
Μέ τίς συχνές αὐτές ἀναφορές δηλώνεται κατηγορηματικά ὅτι ἡ τεκνογονία στό γάμο εἶναι θέλημα Θεοῦ καί δωρεά ἰδιαίτερα τιμητική γιά τούς νεονύμφους· προβάλλεται ὡς ὑποχρέωση καί καθῆκον τῶν νεονύμφων καί τονίζεται ἐμφαντικά πώς ἡ ἀπόκτηση τέκνων εἶναι συμπλήρωμα τῆς εὐτυχίας τους. Δικαίως λοιπόν ἡ Ἐκκλησία μας δέχεται ὅτι σκοπός τοῦ γάμου εἶναι ἡ τεκνογονία καί δικαιολογεῖται ἀπόλυτα τό ἐπίμονο αἴτημα τοῦ Λειτουργοῦ πρός τόν ἀγαθό οἰκονόμο καί «δοτήρα πάντων τῶν ἀγαθῶν» νά χαρίσει στούς νεονύμφους τέκνα καί πλούσια τή χάρη του καί τήν εὐλογία. Αὐτή ὅμως ἡ ἀπόκτηση τέκνων δέν μπορεῖ στήν οὐσία νά εἶναι οὔτε αὐτοσκοπός οὔτε ὁ μόνος σκοπός τοῦ γάμου· ἄλλωστε γιά διάφορους λόγους δέν πραγματοποιεῖται πάντοτε καί ἡ στειρότητα εἶναι ἕνα ἀρκετά σύνηθες φαινόμενο. Ἀπομένει ἑπομένως νά δοῦμε πῶς καί γιατὶ ἡ τεκνογονία ἐντάσσεται στά πλαίσια τῆς ἀγωνιστικῆς πορείας τοῦ ἀντρόγυνου πρός τήν πνευματική τελείωση καί σωτηρία του πού εἶναι ὁ ἄλλος, πρῶτος καί κύριος θά λέγαμε, σκοπός τοῦ γάμου.
Ἄν λοιπόν λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α´ Τιμ. β´, 4) καί τό γεγονός ὅτι παρέχει στόν κάθε ἄνθρωπο ἄφθονες καί ποικίλες εὐκαιρίες γιά τή σωτηρία του· ἄν ὁ γάμος τελικά, ὅπως πιστεύει ἡ Ἐκκλησία μας, ἀποβλέπει στήν πνευματική τελείωση καί τή σωτηρία τοῦ ἀντρόγυνου μέ τήν καλλιέργεια πνεύματος ἀλληλοσεβασμοῦ, ἀλληλοβοήθειας καί ἀλληλοσυμπλήρωσης τῶν συζύγων, πνεύματος ἀμοιβαίας κατανόησης, ἀνοχῆς καί ἀγάπης ἀνυπόκριτης καί μέ τήν τιθάσευση τῶν παθῶν καί τήν ἀπάρνηση τοῦ ἐγώ, τότε ἀπερίφραστα καί ἐπιγραμματικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι καί τά τέκνα, χωρίς ἀμφιβολία, μέ τίς φροντίδες καί τούς λεπτούς χειρισμούς πού χρειάζονται κατά τήν ἀνατροφή τους καί τή διαπαιδαγώγηση, μέ τήν, ἀπαραίτητη πολλές φορές, αὐταπάρνηση καί αὐτοθυσία τῶν γονέων, συντελοῦν κι αὐτά καί συνεισφέρουν σ᾿ αὐτή τήν τελείωση καί τή σωτηρία τοῦ ἀντρόγυνου.
Μ᾿ αὐτό μόνο τόν τρόπο ἄν δοῦμε τό θέμα τῆς τεκνογονίας, θά καταλάβουμε τό βαθύτερο νόημα τοῦ αἰτήματος τῆς Συναπτῆς τῆς Ἀκολουθίας τοῦ γάμου «ὑπέρ τοῦ παρασχεθῆναι αὐτοῖς... καρπόν κοιλίας πρός τό συμφέρον» (ἡ ὑπογράμμιση δική μου)· γιατί ἀναντίρρητα ἐδῶ πρόκειται γιά τό συμφέρον τῆς ψυχῆς, γιά τή σωτηρία τῶν νεονύμφων· αὐτό ἄλλωστε εἶναι κατά κανόνα τό νόημα τοῦ ὅρου «συμφέρον» στή γλώσσα τήν ἐκκλησιαστική (πρβλ· «τό συμφέρον ποίησον», «πρός τό συμφέρον τῆς αἰτήσεως», «τά καλά καί συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν» ἀπό τίς Ἀκολουθίες τοῦ Παρακλ. Κανόνα καί τῆς Θ. Λειτουργίας).
Ἔτσι ἀκόμη μποροῦμε νά κατανοήσουμε τόν ἀποστολικό λόγο «σωθήσεται δέ (γυνή) διά τῆς τεκνογονίας» (Α´ Τιμ. β, 15), ἕνα λόγο, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μέ ὅσα εἰπώθηκαν παραπάνω καί τή συμμαρτυρία τῆς πείρας, ἰσχύει βεβαίως ἐξίσου τόσο γιά τή γυναίκα ὅσο καί γιά τόν ἄντρα, γιά τό ἀντρόγυνο δηλαδή, πού μαζί μοχθεῖ γιά τά τέκνα καί μέσω τῶν τέκνων ποικιλοτρόπως δοκιμάζεται «ὡς ἐν πυρί» ἡ γνησιότητα τῶν ἀρετῶν τῶν γονέων. Βλ. καί παρακάτω σχόλ. ἀρ. 20, καθώς καί τά σχόλια ἀριθ. 11, 12 καί 25 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος.
Ἡ «τελεία ἀγάπη»
8. «Ὑπέρ τοῦ καταπεμφθῆναι αὐτοῖς ἀγάπην τελείαν, εἰρηνικήν». Ἴσως στό ἄκουσμα τούτης τῆς δέησης οἱ νεαροί μελλόνυμφοι σχηματίσουν τή γνώμη πώς δέν εἶναι καί τόσο ἀπαραίτητο νά ζητήσουν κάτι τέτοιο ἀπό τό Θεό, ἀφοῦ ἤδη εἶναι ἴσως ἐρωτευμένοι καί ἀγαπιοῦνται φλογερά.
Καί ὅμως ἡ «τελεία ἀγάπη», ἡ τόσο συντελεστική στήν εἰρηνική τους συμβίωση, δέν εἶναι αὐτή πού ἐξαφανίζεται, δυστυχῶς, πολλές φορές μετά τίς πρῶτες εὐφρόσυνες ἡμέρες τοῦ ἔγγαμου βίου καί τήν ἐμφάνιση τῶν πρώτων δυσκολιῶν καί τή διαπίστωση ἀσυμφωνίας χαρακτήρων. Εἶναι, ἀντίθετα, ἕνα συναίσθημα σταθερό καί μόνιμο καί ἔχει τό βάθρο της σέ πολύ γερά ἐρείσματα. Εἶναι κατάκτηση πού, γιά νά πραγματοποιηθεῖ, ἀπαιτοῦνται ἐφόδια ψυχικά περισσότερο καί ἀγώνας ἀδιάλειπτος. Ἡ τέλεια ἀγάπη εἶναι δῶρο, εὐλογία Θεοῦ· εἶναι ἐκχυση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού ἔρχεται νά ἐνισχύσει τήν καλή καί εἰλικρινή διάθεση γιά συνεργασία καί νά ἐπιβραβεύσει τήν ἀγωνιστική προσπάθεια τῶν νεονύμφων. Ἡ τέλεια ἀγάπη δέ σβήνει στό παραμικρό φύσημα τοῦ ἀέρα οὔτε καί στίς πιό μεγάλες μπόρες, στίς σκληρές δοκιμασίες· συνεχίζεται «διά βίου» καί «μέχρι τοῦ τάφου».
Τέτοια ἀγάπη παρακαλοῦμε τόν Κύριο νά «καταπέμψει» στούς μελλονύμφους. Μέ τέτοια μόνο ἀγάπη θά μπορέσει νά ἐξασφαλιστεῖ ἡ εἰρηνική τους συμβίωση, νά εὐδοκιμήσει ὁ δεσμός τους καί νά ἀποκτήσει πνευματικό περιεχόμενο ὁ γάμος τους, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς ἐπειδή θεμελιώνεται πάνω στόν εἰλικρινή καί ὁμόψυχο σύνδεσμο τῆς ἀγάπης τῶν νεονύμφων γι᾿ αὐτό καί «μυστήριον τῆς ἀγάπης» ὀνομάζεται ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο (Migne Ε.Π. 51, 230).
Ἡ ἀμοιβαία βοήθεια τῶν νεονύμφων εἶναι καθῆκον τους καί συντελεῖ στήν εὐδοκίμηση τοῦ δεσμοῦ
9. «Ὑπέρ τοῦ καταπεμφθῆναι αὐτοῖς... βοήθειαν». Προφανῶς ἐδῶ πρόκειται γιά τήν ἀμοιβαία βοήθεια πού πρέπει νά παρέχουν οἱ μελλόνυμφοι ὁ ἕνας στόν ἄλλο. Αὐτή τή βοήθεια παρακαλοῦμε τόν Κύριο νά χαρίσει σ᾿ αὐτούς. Ὁ ἕνας νά εἶναι βοηθός τοῦ ἄλλου, συμπαραστάτης εἰλικρινής καί σταθερός. Βοηθός ἀνιδιοτελής ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου πρός ἀντιμετώπιση τῶν ποικίλων τοῦ βίου ἀναγκῶν. Συνεργάτης πολύτιμος ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου στό δύσκολο ἔργο τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων. Πρόθυμος καί διακριτικός ἀρωγός ὁ ἕνας στή στήριξη τοῦ ἄλλου σέ ἔργα πνευματικά. Μεγαλόψυχος ἀναπληρωτής ὁ ἕνας τῶν ἐλλείψεων τοῦ ἄλλου. Καλός ὁδηγός ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου σέ κάθε ἔργο ἀγαθό καί σέ καθετί καλό καί ψυχικά ὠφέλιμο. Ἀνεκτικός καί ἐπιεικής σύντροφος ὁ ἕνας στίς ἀδυναμίες καί τά ἐλαττώματα τοῦ ἄλλου.
Ἄν τό παράγγελμα τοῦ Παύλου «τό ἐπιεικές ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις» (Φιλιπ. δ, 5) ἰσχύει γιά κάθε ἄνθρωπο, πολύ περισσότερη ἰσχύ καί ἐφαρμογή πρέπει νά ἔχει στήν περίπτωση τῶν συζύγων. Ὁπλισμένοι μέ σύνεση, ὑπομονή, μακροθυμία καί ὑποχωρητικότητα, «ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφεσ. δ, 2), καί «χαριζόμενοι ἑαυτοῖς» (Κολασ. γ, 13), πρέπει νά εἶναι πρόθυμοι νά παραβλέπουν καί νά μή δίνουν ἰδιαίτερη σημασία ὁ ἕνας στίς ἀτέλειες καί τά μειονεκτήματα τοῦ ἄλλου, ἀλλά νά εἶναι ἐξίσου πρόθυμοι καί νά διορθώνουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο μέ πνεῦμα καλοσύνης, κατανόησης καί ἀγάπης. Ποτέ δέν πρέπει νά ξεχνοῦν τόν προτρεπτικό λόγο τοῦ Κυρίου· «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθώς καί ὁ Πατήρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί» (Λουκ. στ´, 36). Ὅταν τέτοια εἶναι ἡ παρεχόμενη ἀλληλοβοήθεια, δέν μπορεῖ παρά νά συντελέσει στήν εὐδοκίμηση τοῦ δεσμοῦ καί νά καταστήσει τό συζυγικό βίο ὄντως εὐτυχή καί μακάριο. Πρβλ. καί σχόλ. ἀριθ. 19.
Ἡ ἀμοιβαία ἐμπιστοσύνη τῶν νεονύμφων τούς ἐξασφαλίζει τή σύμπνοια καί τήν ὁμόνοια
10. Ἡ ὁμόνοια πηγάζει ἀπό τήν ἀμοιβαία ἐμπιστοσύνη τῶν νεονύμφων. Ὅταν κλονίζεται ἡ ἐμπιστοσύνη, ἡ διχόνοια ἀρχίζει τό διαλυτικό της ἔργο. Περισσότερα γιά τό θέμα τοῦτο βλ. παρακάτω σχόλ. ἀριθ. 47 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος.
Ἡ συζυγική πίστη ὅρος ἀπαραίτητος γιά τή μονιμότητα τοῦ δεσμοῦ τοῦ ἀντρόγυνου
11. Ἡ συζυγική πίστη εἶναι ὅρος ἀπόλυτα ἀναγκαῖος γιά νά μήν κλονισθεῖ καί νά μή διαλυθεῖ ὁ δεσμός τοῦ γάμου. Ὅποιος ἀτιμάζει τό γάμο του καί μολύνει τή συζυγική του παστάδα, ὅποιος «κάνει ἀπιστία», ἀθετεῖ δηλ. τή συζυγική πίστη, ὁδηγεῖ μέ μαθηματική ἀκρίβεια τό γάμο του στή διάλυση καί τήν καταστροφή. Βλ. καί σχόλ. ἀριθ. ἀριθ. 16 καί 48 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος.
Κληρονόμοι τῆς «ἐπαγγελίας» τοῦ Θεοῦ
12. «Καί κληρονόμους αὐτούς τῆς σῆς ἐπαγγελίας ἀναδείξας». Πρόκειται γιά τήν ἐπαγγελία, τήν ὑπόσχεση δηλ. πού ἔδωσε ὁ Θεός στόν Ἀβραάμ, τόν πατέρα τοῦ Ἰσαάκ, ὅτι θά δώσει σ᾿ αὐτόν καί στό «σπέρμα» του τή γῆ Χαναάν· «δώσω σοι καί τῷ σπέρματί σου... πᾶσαν τήν γῆν Χαναάν» (Γεν. 17, 8)· τήν ὑπόσχεση ὅτι θά καταστήσει τόν Ἀβραάμ γενάρχη μεγάλου ἔθνους, ὅτι θά εὐλογήσει αὐτόν καί τούς ἀπογόνους του καί ὅτι «ἐν αὐτῷ», κοντά σ᾿ αὐτόν δηλ., θά εὐλογηθοῦν «πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς», ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα. Λέει σχετικά ἡ Γραφή· «Καί ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα καί εὐλογήσω σε καί μεγαλυνῶ τό ὄνομά σου, καί ἔσῃ εὐλογητός... καί ἐνευλογηθήσονται ἐν σοί πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς» (Γεν. 12, 2-3). Αὐτῆς τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ὑπῆρξαν πρῶτοι κληρονόμοι ὁ Ἰσαάκ καί ἡ Ρεβέκκα, τό εὐλογημένο αὐτό ἀντρόγυνο. Μέτοχοι ὅμως τῆς εὐλογίας τοῦ Ἀβραάμ καί κληρονόμοι τῆς ὑπόσχεσης τοῦ Θεοῦ ὅτι θά μᾶς ἀποκαταστήσει, πνευματικά πλέον, στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τόν παράδεισο δηλαδή, εἴμαστε ὅλοι οἱ «υἱοί Ἀβραάμ», ὅλοι δηλ. οἱ ἀπόγονοί του, ἀφοῦ αὐτός βρίσκεται στήν κορυφή τοῦ γενεαλογικοῦ δέντρου, ἀπό τό ὁποῖο προῆλθε «κατά σάρκα» ὁ Ἰησοῦς.
Εἴμαστε, λοιπόν, πράγματι κι ἐμεῖς κληρονόμοι τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ. Μέ μιά ὅμως προϋπόθεση· ὅτι θά «περιπατήσουμε», θά βαδίσουμε στόν παρόντα βίο «ὡς τέκνα φωτός», ὡς τέκνα Θεοῦ, «μή ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾿ ὡς σοφοί» (Ἐφεσ. ε´, 8 καί 15). Τότε μόνο θά ἀναδειχθοῦν καί οἱ μελλόνυμφοι γνήσια πνευματικά τέκνα τοῦ Ἀβραάμ καί κληρονόμοι τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ· ὡς ἀληθινοί δηλαδή πιστοί στήν πράξη καί στή θεωρία. Τότε μόνο θά ἔχει πλήρη ἐφαρμογή καί σ᾿ αὐτούς ἡ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου· «πολλοί ἀπό ἀνατολῶν καί δυσμῶν ἥξουσι καί ἀνακλιθήσονται μετά Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. η´, 11).
Ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας
13. «Ὁ τήν ἐξ ἐθνῶν προμνηστευσάμενος Ἐκκλησίαν παρθένον ἁγνήν». Τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Καινή Διαθήκη ὁ ὅρος ἔθνη ἔχει θρησκευτική σημασία· μέ τόν ὅρο τοῦτο ἀντιδιαστέλλονται πρός τόν περιούσιο λαό τοῦ Θεοῦ, Ἰσραηλίτες ἤ Χριστιανούς, ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοί τῆς γῆς· καί ὅσοι ἀνήκουν στά ἔθνη λέγονται γενικά ἐθνικοί. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖται ὄχι μόνο ἀπό τόν ἐκλεκτό λαό τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀπό τούς πιστούς ὅλων τῶν ἐθνῶν. Γιατί ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´, 4), ἀγάπησε μέ ὑπερβολική καί ἀνερμήνευτη στόν ἀνθρώπινο νοῦ ἀγάπη ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, ὅλους αὐτούς πού ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία του.
Γι᾿ αὐτό καί ἀποκαλεῖται «καθολική» ἡ Ἐκκλησία στό Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας. Ἐπειδή δηλ. τό χαρμόσυνο μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου, σύμφωνα μέ τήν προτροπή τοῦ Κυρίου «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη» (Ματθ. κη´, 19), κηρύχτηκε σ᾿ ὅλη τήν οἰκουμένη καί ἐπειδή ἀποβλέπει στή δημιουργία μιᾶς παγκόσμιας ποίμνης μέ ἕναν ποιμένα, τό Χριστό. «Πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης, πανταχοῦ τῶν αἰώνων, πανταχοῦ τῶν χρόνων ἐκτέταται» λέγει γιά τήν Ἐκκλησία ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί ἀποφαίνεται ὅτι τήν ἀποτελοῦν «οἱ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης πιστοί ὄντες καί γενόμενοι καί ἐσόμενοι» (Migne Ε.Π. 55, 470 καί 62, 75 ἀντίστοιχα).
Αὐτήν ἀκριβῶς τήν Ἐκκλησία, πού κάθε ἄλλο παρά ἀμόλυντη καί ἀνεπίληπτη ἦταν, προαιωνίως τήν ἀγάπησε καί τή μνηστεύτηκε σάν ἁγνή κόρη ὁ Θεός καί, «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Γαλ. δ´ 4), ἔστειλε τόν Υἱό Του, ὁ ὁποῖος σαρκώθηκε, «ἔπαθεν ὡς ἄνθρωπος» καί θυσιάστηκε γι᾿ αὐτή, προκειμένου νά τήν καθαρίσει ἀπό κάθε ρύπο, νά τήν ἁγιάσει καί νά τή στήσει, ὡς Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας, στό πλευρό του ἔνδοξη. Περισσότερα ὅμως γιά τό θέμα τοῦτο καί γιά τή σχέση του μέ τό μυστήριο τοῦ γάμου θά δοῦμε παρακάτω σέ σχετικό σχόλιο πάνω στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος.
Ὁ Λειτουργός τοῦ Ὑψίστου ἐπικαλεῖται τό Θεό νά εὐλογήσει τόν ἀρραβώνα τῶν μελλονύμφων
14. Στίς δύο τοῦτες σύντομες σχετικά ἀλλά περιεκτικότατες εὐχές, στήν παρούσα δηλαδή καί στήν προηγούμενη, ὁ Ἱερέας εὔχεται καί παρακαλεῖ τό Θεό νά εὐλογήσει τούς μελλονύμφους πού δίνουν ἀμοιβαία ὑπόσχεση γάμου, νά εὐλογήσει τόν ἀρραβώνα τους, νά τούς ἑνώσει μέ δεσμό ἀδιάσπαστο καί νά τούς διαφυλάξει ὥστε νά ζοῦν μέ εἰρήνη καί ὁμόνοια, ὅπως ἀκριβῶς εὐλόγησε καί τό δεσμό τοῦ Ἰσαάκ καί τῆς Ρεβέκκας καί τούς ἀνέδειξε κληρονόμους τῆς ἐπαγγελίας του.
Ὁ Θεός τοῦ ὁποίου τήν εὐλογία ἐπικαλεῖται ὁ Ἱερέας εἶναι, κατά τήν πίστη μας, Θεός ἐλέους καί φιλανθρωπίας, εἶναι Θεός δυνατός, κραταιός καί ἰσχυρός. Αὐτός «συνήγαγε εἰς ἑνότητα τά διηρημένα». Αὐτός συνδέει μέ ἀδιάρρηκτο δεσμό καθετί πού εἶναι πρός σύνδεση, ὅπως αὐτή τή στιγμή οἱ μελλόνυμφοι. Αὐτός εἶναι «ἡ πανταιτία», ἡ «συνεκτική αἰτία» τῶν πάντων, ὁ μόνος πού μπορεῖ νά ἑνώσει πραγματικά καί οὐσιαστικά τό νέο ζευγάρι. Αὐτός εἶναι «ὁ τά σύμπαντα ἐν τῇ δρακί περιέχων» (Κάθισμα Ὄρθρου Μ. Δευτέρας), αὐτός δηλαδή πού κρατάει στή φούχτα Του τό σύμπαν. Εἶναι αὐτός πού ἐξασφαλίζει μέ τούς δικούς του νόμους τήν ἁρμονία τοῦ σύμπαντος. Εἶναι «ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος» (Προκείμενον Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς καί Ἑσπερινοῦ τῆς Ἀγάπης – Ψαλμ. 76, 85 καί 135).
Εἶναι αὐτός πού ἔκανε τόν ἱερό ψαλμωδό νά ἀναφωνήσει μέ θαυμασμό τό γνωστό· Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα σου Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας! (Ψαλμ. 103, στ. 24). Εἶναι ὅμως καί ὁ Θεός τῆς ἀγάπης καί τῶν οἰκτιρμῶν. Κινούμενος ἀπό αἰσθήματα συμπάθειας πρός τόν ἄνθρωπο μνηστεύθηκε τήν Ἐκκλησία, ἔγινε δηλαδή ὁ ἴδιος μνηστήρας καί νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς Ἐκκλησίας πού δέ θά τήν ἀποτελοῦσε πλέον ἀποκλειστικά ὁ περιούσιος λαός Του, Ἰουδαῖοι ἤ Χριστιανοί, ἀλλά πάντα τά ἔθνη, οἱ ἐθνικοί, οἱ εἰδωλολάτρες, ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. Μιᾶς Ἐκκλησίας πού ἦταν γεμάτη ἀπό σπίλους καί ρύπους καί ἑπομένως ἀνάξια νά γίνει νύμφη Του. Ὁ ἴδιος ὅμως ἀπό ἄκρα φιλανθρωπία καί ἀγάπη δέχτηκε νά τήν καθαρίσει μέ τή σταυρική Του θυσία, νά τήν ἐξαγνίσει καί νά τή στήσει δίπλα Του ὡς «παρθένον ἁγνήν», σάν ἁγνή κόρη, σάν πραγματική μνηστή καί ἄξια νύμφη. Τόσο τό μέγεθος τῆς ἀγάπης του. Ἄφατη καί ἀνερμήνευτη ἡ θεία του συγκατάβαση. Αὐτό τό Θεό ἐπικαλεῖται στό σημεῖο τοῦτο τῆς Ἀκολουθίας ὁ Ἱερέας νά εὐλογήσει «τά μνῆστρα ταῦτα», τόν προκείμενο δηλαδή ἀρραβώνα τῶν μελλονύμφων. Πρβλ. καί τά δύο προηγούμενα σχόλια ἀριθ. 12 καί 13.
Ἡ τελετή τῆς ἐπίδοσης καί ἀνταλλαγῆς τῶν δαχτυλιδιῶν καί ἡ συμβολική τους σημασία
15. Μέ τήν ἀνταλλαγή τῶν δαχτυλιδιῶν τῶν νεονύμφων ἀπό τόν κουμπάρο καί τήν εὐχή τοῦ Ἱερέα πού θά ἀκολουθήσει τελειώνει ἡ καθαυτό ἱεροτελεστία τοῦ ἀρραβώνα. Τῆς ἀνταλλαγῆς αὐτῆς προηγήθηκε ἡ ἐπίδοση τῶν δαχτυλιδιῶν ἀπό τόν Ἱερέα στούς νεονύμφους σύμφωνα μέ τή διαδικασία πού ὁρίζει τό Εὐχολόγιο. Ὁ Ἱερέας δηλαδή γιά τόν καθένα ἀπό τούς νεονύμφους, ἀφοῦ κάνει ἀρχή ἀπό τό μνηστήρα, ἐκφωνεῖ «ἐς ἐπήκοον πάντων», ἔτσι δηλαδή ὥστε νά ἀκούσουν ὅλοι ὅσοι παραβρίσκονται στήν τελετή, τρεῖς φορές τό «Ἀρραβωνίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ...» καί «Ἀρραβωνίζεται ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ...», ἐνῶ συγχρόνως μνημονεύει τά ὀνόματα τοῦ μνηστήρα καί τῆς μνηστῆς καί ἀντίστροφα, ἐπικαλούμενος ὡς μάρτυρα κατά κάποιο τρόπο τοῦ γεγονότος τῆς μνηστείας τήν Ἁγία Τριάδα, καί σφραγίζει στό τέλος μέ τό δαχτυλίδι τό κεφάλι τοῦ καθενός σχηματίζοντας τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ.
Ὕστερα, ἀφοῦ μέ ἑνωμένα τά δαχτυλίδια σχηματίσει καί πάλι τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ πάνω ἀπό τά κεφάλια τῶν νεονύμφων, περνάει τό δαχτυλίδι τοῦ καθενός στό δακτυλοθέσιο, στό τέταρτο δηλαδή δάχτυλο τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ.
Ἔτσι ἐπισημοποιεῖται ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων ἡ ἀμοιβαία ὑπόσχεση γάμου πού ἔδωσαν οἱ νεόνυμφοι καί ἐπισφραγίζεται μέ τήν ἀνταλλαγή τῶν δαχτυλιδιῶν ἀπό τόν παράνυμφο καί τήν τελική Εὐχή τοῦ Ἱερέα πού θά ἐπακολουθήσει.
Στό σημεῖο τοῦτο πέρα ἀπό ὅσα σημειώσαμε στό σχόλ. ἀριθ. 3 θά θέλαμε νά προσθέσουμε καί τά ἑξῆς· Ἡ χρήση τοῦ δαχτυλιδιοῦ εἶναι συνήθεια πανάρχαιη καί προχριστιανική βέβαια. Πολλοί τό θεωροῦν δεῖγμα τῆς ὑποδούλωσης τῆς γυναίκας στόν ἄντρα πού γινόταν ἐξουσιαστής της μέ τή μέθοδο τῆς ἀπαγωγῆς. Τό δαχτυλίδι, λένε, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνας ἀπό τούς κρίκους τῆς ἁλυσίδας μέ τήν ὁποία ὁ ἄντρας καταδυνάστευε τή γυναίκα. Ἄλλοι θεωροῦν τό δαχτυλίδι λείψανο τῆς συνήθειας πού ἐπικρατοῦσε τίς παλιότερες ἐποχές νά ἐξαγοράζει ὁ ἄντρας τή γυναίκα ἀπό τόν πατέρα της. Τά χρήματα, λένε, εἶχαν παλιότερα τή μορφή κρίκων καί τό δαχτυλίδι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ὑπόλειμμα ἑνός τέτοιου κρίκου. Εἰδικότερα ἡ χρήση τῶν γαμήλιων δαχτυλιδιῶν συνηθιζόταν ἀπό πολύ παλιά. Καί ἀποδίδονταν στά δαχτυλίδια τοῦ γάμου διάφοροι συμβολισμοί.
Κατά τόν Κλήμεντα τόν Ἀλεξανδρέα τό δαχτυλίδι πού δινόταν ἀπό τόν ἄντρα στή γυναίκα χρησίμευε σάν σφραγίδα μέ τήν ὁποία σφράγιζε ὅλα τά πράγματα τοῦ σπιτιοῦ καί τήν ἀναγνώριζε μέ τόν τρόπο αὐτό ἀντιπρόσωπό του καί συγκυβερνήτη τοῦ σπιτιοῦ. Ἄλλοι βλέπουν στά δαχτυλίδια τοῦ γάμου ἄλλο συμβολισμό· ὑποστηρίζουν δηλαδή ὅτι ἀπό τή στιγμή πού ὁ ἄντρας καί ἡ γυναίκα φοροῦν τό δαχτυλίδι τοῦ γάμου παύουν νά εἶναι κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ τους καί ὅτι ὁ ἕνας παραδίδει τόν ἑαυτό του στήν ἐξουσία τοῦ ἄλλου. Ὑπάρχει ἀκόμη ἡ πληροφορία ὅτι ἄλλοτε τό δαχτυλίδι πού προοριζόταν γιά τόν ἄντρα ἦταν ἀπό σίδερο καί συμβόλιζε τήν εὐρωστία καί τή σωματική του δύναμη, ἐνῶ γιά τή γυναίκα προβλεπόταν χρυσό δαχτυλίδι καί συμβόλιζε τήν ἁπαλότητα καί καθαρότητα τῆς γυναίκας. Τί δαχτυλίδια ὁρίζει τό Εὐχολόγιο γιά τόν ἄντρα καί τή γυναίκα καί ποιά συνήθεια ἔχει ἐπικρατήσει σήμερα βλ. παραπάνω σχόλ. ἀριθ. 3.
Ἡ ἐπικρατέστερη πάντως ἄποψη γιά τή σημασία πού ἔχει στό χριστιανικό γάμο ἡ ἐπίδοση δαχτυλιδιοῦ ἀπό τόν ἄντρα στή γυναίκα καί ἀντίστροφα εἶναι αὐτή τῆς προσφορᾶς· συμβολίζει δηλαδή τήν προσφορά τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλο σέ τρόπο ὥστε μέ τή συνεργασία τους καί τήν ἀλληλοβοήθεια νά οἰκοδομήσουν καί νά ἀπαρτίσουν τό τέλειο καί τό πλῆρες. Ἀλλά καί ἡ ἀνταλλαγή τῶν δαχτυλιδιῶν πού γίνεται ἀπό τόν παράνυμφο συμβολίζει τήν ἀμοιβαία ἀλληλοσυμπλήρωση τῶν νεονύμφων, τήν ἀναπλήρωση τῶν ποικίλων ἐλλείψεων τοῦ ἑνός ἀπό τίς ἱκανότητες καί τή γενναιοδωρία τοῦ ἄλλου. Μιά ἀναπλήρωση πού θά εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς τέλειας μεταξύ τους ἀγάπης καί θά γίνεται μέ μεγάλη λεπτότητα καί πολλή διακριτικότητα (Βλ. καί παραπάνω σχόλ. ἀριθ. 9).
Τέλος γιά τό καθαυτό δακτυλοθέσιο, γιά τή θέση δηλαδή πού παίρνει τό δαχτυλίδι στό τέταρτο δάχτυλο τοῦ χεριοῦ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς παράδοξη ἐξήγηση· Παίρνει αὐτή τή θέση τό δαχτυλίδι, διότι ἀπό τό μέρος αὐτό τοῦ δακτύλου ἀναχωρεῖ, λέει, φλέβα πού καταλήγει στήν καρδιά, τήν ἕδρα τῆς ἀγάπης!! Πρβλ. Κ. Καλλινίκου «Ὁ Χριστιανικός Ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ», Ἀθῆναι 1958, σελ. 546- 549.
Ἡ μνηστεία τοῦ Ἰσαάκ καί τῆς Ρεβέκκας, ὅπου ἀποκαλύφθηκε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, παράδειγμα εὐλογημένου ἀρραβώνα
16. Τή Ρεβέκκα, κόρη τοῦ Βαθουήλ, ἐξέλεξε ὡς σύζυγο τοῦ Ἰσαάκ ὁ Ἐλιέζερ, ὑπηρέτης τοῦ Ἀβραάμ, πού τόν ἔστειλε στή Μεσοποταμία γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς τό σκοπό, νά φέρει δηλαδή κατάλληλη νύφη γιά τόν Ἰσαάκ. Ἡ συνάντηση τοῦ Ἐλιέζερ μέ τή Ρεβέκκα ἔγινε στό πηγάδι τῆς πόλεως Ναχώρ, ὅπου ἡ Ρεβέκκα προθυμοποιήθηκε ὄχι μόνο νά δώσει νερό ἀπό τό σταμνί της στόν Ἐλιέζερ νά ξεδιψάσει, ἀλλά καί νά ποτίσει καί τίς καμῆλες του, κάτι πού δέν τό ζήτησε ὁ Ἐλιέζερ. Ὅταν συνεσταλμένα ὁ ὑπηρέτης τοῦ Ἀβραάμ ζήτησε νά μάθει ἄν στό σπίτι τοῦ πατέρα της ὑπῆρχε τόπος γιά νά μείνει, ἐκείνη προθυμότατα ἀπάντησε πώς ὑπῆρχε ὄχι μόνο τόπος γιά νά πλαγιάσει, ἀλλά καί ἄφθονες τροφές καί φαγητά· ἀκόμη καί γιά τίς καμῆλες εἶπε πώς ὑπῆρχε τόπος γιά ξεκούραση καί ἄφθονες ζωοτροφές γιά νά φᾶνε. Καί ἔτρεξε στό σπίτι της γεμάτη χαρά νά ἀναγγείλει τή συνάντησή της μέ τόν ἄγνωστο Ἐλιέζερ, ὁ ὁποῖος στή συνέχεια φιλοξενήθηκε πλουσιοπάροχα καί μέ ἁπλοχεριά στό σπίτι τοῦ πατέρα της.
Ἡ προθυμία καί ἡ μεγάλη καλοσύνη τῆς κόρης, ἡ καλοπροαίρετη καί ἡ πρόσχαρη διάθεσή της γιά ἐξυπηρέτηση καί ἡ δαψιλής φιλοξενία πού ἀκολούθησε στάθηκαν ἡ αἰτία νά ἐπιλεγεῖ ἡ Ρεβέκκα ὡς ἡ κατάλληλη νύφη γιά τόν Ἰσαάκ, γεγονός πού ἑρμηνεύεται βέβαια ὡς ἀποκάλυψη τοῦ θείου θελήματος γιά τόν εὐλογημένο αὐτό γάμο (Γεν. 24).
17. «Στήριξον τόν παρ᾿ αὐτοῖς λαληθέντα λόγον». Βλ. παραπάνω σχόλ ἀριθ. 4.
18. «Σύ γάρ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐδημιούργησας ἄρσεν καί θῆλυ». Πρβλ. Γεν. 1, 27· «Καί ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς».
19. «Παρά σοῦ ἁρμόζεται ἀνδρί γυνή εἰς βοήθειαν». Πρβλ. Γεν. 2, 18· «Καί εἶπεν Κύριος ὁ Θεός Οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθόν κατ᾿ αὐτόν». Βλ. καί σχόλ. ἀριθ. 9. Τήν ἀνωτέρω φράση τῆς Εὐχῆς συναντοῦμε σχεδόν αὐτούσια στήν Π.Δ. «Παρά δέ Θεοῦ ἁρμόζεται γυνή ἀνδρί» (Παροιμ. 19, 14).
20. «Καί (παρά σοῦ ἁρμόζεται ἀνδρί γυνή εἰς) διαδοχήν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων». Πρβλ. Γεν. 1, 28· «Καί εὐλόγησεν αὐτούς ὁ Θεός λέγων Αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτῆς». Πρβλ. καί σχόλ. ἀριθ. 7 (Ἀκολ. τοῦ ἀρραβώνα) καί 11 (Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος).
21. «Στήριξον τόν ἀρραβῶνα αὐτῶν ἐν πίστει καί ὁμονοίᾳ καί ἀληθείᾳ καί ἀγάπῃ». Βλ. παραπάνω σχόλ. ἀριθ. 8 καί 10.
Ὁ Ἰωσήφ ἔγινε κύριος τῆς Αἰγύπτου γιά τή σύνεση καί τή φρονιμάδα του καί φόρεσε τό δαχτυλίδι τοῦ Φαραώ
22. «Διά δακτυλιδίου ἐδόθη ἡ ἐξουσία τῷ Ἰωσήφ ἐν Αἰγύπτῳ». Πρόκειται γιά τή μεγάλη τιμή γιά τήν ὁποία θεωρήθηκε ἄξιος ὁ Ἰωσήφ ἀπό τόν ἴδιο τό Φαραώ μετά τήν ἐξήγηση τοῦ ὀνείρου του σχετικά μέ τήν ἑπταετή εὐθηνία (= ἀφθονία) τῆς χώρας καί τόν ἑπταετή λιμό. Λέει ἡ Γραφή· «Εἶπεν δέ Φαραώ τῷ Ἰωσήφ Ἐπειδή ἔδειξεν ὁ Θεός σοι πάντα ταῦτα, οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος φρονιμώτερος καί συνετώτερός σου· σύ ἔσῃ ἐπὶ τῷ οἴκῳ μου, καί ἐπὶ τῷ στόματί σου ὑπακούσεται πᾶς ὁ λαός μου· πλήν τόν θρόνον ὑπερέξω σου ἐγώ. εἶπεν δέ Φαραώ τῷ Ἰωσήφ Ἰδού καθίστημί σε σήμερον ἐπὶ πάσης γῆς Αἰγύπτου. καί περιελόμενος Φαραώ τόν δακτύλιον ἀπό τῆς χειρός αὐτοῦ περιέθηκεν αὐτόν ἐπὶ τήν χεῖρα Ἰωσήφ καί ἐνέδυσεν αὐτόν στολήν βυσσίνην καί περιέθηκεν κλοιόν χρυσοῦν περί τόν τράχηλον αὐτοῦ· καί ἀνεβίβασεν αὐτόν ἐπὶ τό ἅρμα τό δεύτερον τῶν αὐτοῦ, καί ἐκήρυξεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ κῆρυξ· καί κατέστησεν αὐτόν ἐφ᾿ ὅλης γῆς Αἰγύπτου» (Γεν. 41, 39- 43).
Ὁ Δανιήλ δοξάστηκε στή Βαβυλώνα γιά τή σοφία του καί τή σύνεσή του καί τιμήθηκε μέ χρυσό μανιάκη ἀπό τό βασιλιά τῆς χώρας
23. «Διά δακτυλιδίου ἐδοξάσθη Δανιήλ ἐν χώρᾳ Βαβυλῶνος». Ὁ Δανιήλ, ἕνας ἀπό τούς ἐκλεκτούς νέους τῆς Ἰουδαίας πού ὁδήγησε αἰχμαλώτους στή Βαβυλώνα ὁ Ναβουχοδονόσορ, τιμήθηκε καί δοξάστηκε ὑπερβολικά καί κατ᾿ ἐπανάληψη κατά τή διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας γιά τή σοφία του καί τή σύνεσή του. Ἔτσι βλέπουμε νά ἀναφέρονται τά ἑξῆς στήν Ἁγία Γραφή·
α) «Τότε ὁ βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ Δανιήλ μεγαλύνας καί δούς δωρεάς μεγάλας καί πολλάς κατέστησεν ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς Βαβυλωνίας καί ἀπέδειξεν αὐτόν ἄρχοντα καί ἡγούμενον πάντων τῶν σοφιστῶν Βαβυλωνίας» (Δανιήλ 2, 48). β) «Τότε Βαλτάσαρ ὁ βασιλεύς ἐνέδυσε τόν Δανιήλ πορφύραν καί μανιάκην χρυσοῦν περιέθηκεν αὐτῷ καί ἔδωκεν ἐξουσίαν αὐτῷ τοῦ τρίτου μέρους τῆς βασιλείας αὐτοῦ» (Δανιήλ 5, 29). Σημειώνουμε ἐδῶ ὅτι ὁ μανιάκης εἶναι χρυσό κόσμημα, περιδέραιο, ψέλιο, βραχιόλι, κρίκος, δακτύλιος. Ἑπομένως ἡ φράση τῆς εὐχῆς στό χωρίο τοῦτο τῆς Π.Δ. πρέπει νά ἀναφέρεται. γ) «Καί κατέστησε (Δαρεῖος ὁ βασιλεύς) σατράπας ἑκατόν εἴκοσι ἑπτά ἐπὶ πάσης τῆς βασιλείας αὐτοῦ καί ἐπ᾿ αὐτῶν ἄνδρας τρεῖς ἡγουμένους αὐτῶν, καί Δανιήλ εἷς ἦν τῶν τριῶν ἀνδρῶν ὑπέρ πάντας ἔχων ἐξουσίαν ἐν τῇ βασιλείᾳ. καί Δανιήλ ἦν ἐνδεδυμένος πορφύραν καί μέγας καί ἔνδοξος ἔναντι Δαρείου τοῦ βασιλέως, καθότι ἦν ἔνδοξος καί ἐπιστήμων καί συνετός, καί πνεῦμα ἅγιον ἐν αὐτῷ» (Δανιήλ 6, 2-4).
Ἕνα δαχτυλίδι ἀποκάλυψε τήν ἀλήθεια τῆς Θάμαρ καί τή δικαίωσε
24. «Διά δακτυλιδίου ἐφανερώθη ἡ ἀλήθεια τῆς Θάμαρ». Τήν περιπετειώδη ἱστορία τῆς Θάμαρ ἀναφέρει ἡ Γραφή (Γεν. 38). Ἡ Θάμαρ μνημονεύεται καί στή «Βίβλο γεννέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» ὡς ἑξῆς· «Ἰούδας δέ ἐγέννησε τόν Φαρές καί τόν Ζαρά ἐκ τῆς Θάμαρ» (Ματθ. α´, 3). Ὁ Ἰούδας, ἕνας ἀπό τά παιδιά τοῦ Ἰακώβ, γέννησε τά δύο αὐτά παιδιά ἀπό τή Θάμαρ πού δέν ἦταν γυναίκα του ἀλλά νύφη τῶν παιδιῶν του Ἤρ καί Αὐνάν. Τώρα πῶς συνέβη αὐτό καί πῶς «διά δακτυλιδίου ἐφανερώθη ἡ ἀλήθεια τῆς Θάμαρ» καί κάτω ἀπό ποιές συνθῆκες τό δαχτυλίδι τοῦ Ἰούδα βρέθηκε στά χέρια τῆς Θάμαρ ὡς «ἀρραβών», ὡς προκαταβολή δηλαδή καί ἐνέχυρο γιά τήν ἐκπλήρωση κάποιας ἄλλης ὑπόσχεσης τοῦ Ἰούδα, καί πῶς τελικά ἀναγκάστηκε ὁ πεθερός Ἰούδας νά ὁμολογήσει γιά τή νύφη του «δεδικαίωται Θάμαρ ἤ ἐγώ» εἶναι μιά ὁλόκληρη ἱστορία πού ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νά τή βρεῖ στήν Π.Δ. (Γεν. 38).
Τό δαχτυλίδι τοῦ ἀσώτου σύμβολο τῆς ἀπελευθέρωσής του ἀπό τήν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας
25. Λουκᾶ ιε´, 22-23. Τό μεγάλο καί χαρμόσυνο γεγονός τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου ἐπισφραγίζεται, ἐκτός τῶν ἄλλων, μέ τό δαχτυλίδι πού δίνει ἐντολή ὁ οὐράνιος πατέρας νά τοῦ δώσουν νά τό φοράει, ὅπως ἀκριβῶς φοροῦν οἱ κύριοι καί οἱ ἐλεύθεροι, ἐλεύθερος καθώς εἶναι πιά καί ὁ ἴδιος καί ὄχι σκλάβος τῶν ἁμαρτωλῶν του ἕξεων καί κύριος πλέον τοῦ ἑαυτοῦ του.
Ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας ἀπό τούς Ἑβραίους «ἀβρόχοις ποσίν» ἦταν ἔργο θαυμαστό τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ
26. «Αὕτη ἡ δεξιά σου, Κύριε, τόν Μωϋσῆν ἐστρατοπέδευσεν ἐν Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ». Ἡ στρατοπέδευση τῶν Ἑβραίων κοντά στήν Ἐρυθρά θάλασσα μέ τή σοφή καθοδήγηση τοῦ Μωϋσῆ εἶναι δεῖγμα τῆς εὔνοιας καί τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ πρός αὐτούς καί ἡ διάβασή της ἔργο θαυμαστό τῆς δυνάμεώς του.
«Οἱ υἱοί Ἰσραήλ ἐξεπορεύοντο ἐν χειρί ὑψηλῇ» ἀπό τήν Αἴγυπτο (Ἔξοδ. 14, 8) καί ὅταν εἶδαν τούς Αἰγυπτίους νά τούς καταδιώκουν ὥς τή θάλασσα «ἐξέτεινεν Μωϋσῆς τήν χεῖρα ἐπὶ τήν θάλασσαν», κατά θεία προσταγή, «καί ὑπήγαγεν Κύριος τήν θάλασσαν ἐν ἀνέμῳ νότῳ βιαίῳ ὅλην τήν νύκτα καί ἐποίησεν τήν θάλασσαν ξηράν, καί ἐσχίσθη τό ὕδωρ» (Ἔξοδ. 14, 21). Ἔτσι «ἀβρόχοις ποσίν» πέρασαν οἱ υἱοί Ἰσραήλ στήν ἀπέναντι ὄχθη. Τότε, πάλι κατά θεία προσταγή, «ἐξέτεινεν Μωϋσῆς τήν χεῖρα ἐπὶ τήν θάλασσαν, καί ἀπεκατέστη τό ὕδωρ πρός ἡμέραν ἐπὶ χώρας· οἱ δέ Αἰγύπτιοι ἔφυγον ὑπό τό ὕδωρ, καί ἐξετίναξεν Κύριος τούς Αἰγυπτίους μέσον τῆς θαλάσσης. καί ἐπαναστραφέν τό ὕδωρ ἐκάλυψεν τά ἅρματα καί τούς ἀναβάτας καί πᾶσαν τήν δύναμιν Φαραώ τούς εἰσπορευομένους ὀπίσω αὐτῶν εἰς τήν θάλασσαν, καί οὐ κατελείφθη ἐξ αὐτῶν οὐδέ εἷς» (Ἔξοδ. 14, 27- 28). Ἔντρομος τότε ὁ Ἰσραήλ «εἶδε τήν χεῖρα τήν μεγάλην», «ἐφοβήθη ὁ λαός τόν Κύριον καί ἐπίστευσαν τῷ Θεῷ» (Ἔξοδ. 14, 31). Γι᾿ αὐτό καί περιχαρεῖς «οἱ υἱοί Ἰσραήλ» ἔψαλαν τότε·
«Ἡ δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχύι· ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε, ἔθραυσεν ἐχθρούς. ἐξέτεινας τήν δεξιάν σου, κατέπιεν αὐτούς γῆ» (Ἔξοδ. 15, 6 καί 12).
Ἡ ἔξοδος τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἀπό τήν Αἴγυπτο καί ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας, ἔργο θαυμαστό τῆς ἀγάπης καί τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, ἐπαναλαμβάνεται συχνά - πυκνά στά διάφορα Βιβλία τῆς Π.Δ. [π.χ. Ψαλμ. 135, στίχ. 11-14 «(Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ... τῷ) ἐξαγαγόντι τόν Ἰσραήλ ἐκ μέσου αὐτῶν (τῶν Αἰγυπτίων δηλ.)... ἐν χειρί κραταιᾷ καί ἐν βραχίονι ὑψηλῷ... τῷ καταδιελόντι τήν Ἐρυθράν θάλασσαν εἰς διαιρέσεις... καί διαγαγόντι τόν Ἰσραήλ διά μέσου αὐτῆς» κ.ἄ.], ἀλλά καί στήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου, ἐκτός τῶν ἄλλων ἀναφορῶν, ἀποτελεῖ σταθερό σχεδόν θέμα τοῦ Εἱρμοῦ τῆς α´ ὠδῆς τοῦ Κανόνα τοῦ Ὄρθρου (π.χ. «Ἔσωσε λαόν θαυματουργῶν δεσπότης - ὑγρόν θαλάσσης κῦμα χερσώσας πάλαι» τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, «Βυθοῦ ἀνεκάλυψε πυθμένα καί διά ξηρᾶς οἰκείους ἕλκει ἐν αὐτῷ κατακαλύψας ἀντιπάλους» τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων κ.ἄ.π.). Αὐτός, λοιπόν, ὁ Θεός πού ἀπό ἀγάπη καί μέ θαυματουργικό τρόπο «καθωδήγησε» τότε «τόν Ἰσραηλίτην λαόν» «πεζεῦσαι δι᾿ αὐτῆς», νά περάσει δηλαδή πεζοπορώντας τήν Ἐρυθρά, καί στή συνέχεια «ἔκρυψε» «κύματι θαλάσσης... διώκτην τύραννον», καταπόντισε δηλαδή στήν κυματισμένη θάλασσα τούς Αἰγυπτίους (βλ. ἀντίστοιχα τούς Εἱρμούς τῆς α´ ὠδῆς τοῦ Κανόνα τοῦ Ὄρθρου τῆς Μ. Δευτέρας καί τοῦ Μ. Σαββάτου), εἶναι σέ θέση νά προστατεύσει καί νά εὐλογήσει καί τό δεσμό τῶν μελλονύμφων. Γι᾿ αὐτό καί τόν ἐπικαλεῖται ὁ Λειτουργός στό σημεῖο τοῦτο τῆς Εὐχῆς (πρβλ. καί σχόλ. ἀριθ. 28).
Τό ἄπειρο μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ
27. «Διά γάρ τοῦ λόγου σου τοῦ ἀληθινοῦ οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν καί ἡ γῆ ἐθεμελιώθη». Τά λόγια τοῦτα τῆς Εὐχῆς μᾶς θυμίζουν τά ἀντίστοιχα λόγια τοῦ ἱεροῦ ψαλμωδοῦ «τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν» (Ψαλμ. 32), καθώς καί τό σχετικό ὑπέροχο ὕμνο πρός τό ἄπειρο μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ «κατ᾿ ἀρχάς σύ, Κύριε, τήν γῆν ἐθεμελίωσας, καί ἔργα τῶν χειρῶν σου εἰσίν οἱ οὐρανοί· αὐτοί ἀπολοῦνται, σύ δέ διαμένεις, καί πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καί ὡσεί περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καί ἀλλαγήσονται· σύ δέ ὁ αὐτός εἶ, καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν» (Ψαλμ. 101, στίχ. 26-28). Ὁ ἀπαράμιλλος αὐτός ὕμνος, τόν ὁποῖο ἐπαναλαμβάνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, αἰῶνες ἀργότερα, στήν Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή (α´, 10-12) εἶναι ἀσύγκριτος σέ πλοκή καί βάθος νοημάτων καί συλλογισμῶν.
Ὁ Θεός σ᾿ αὐτόν παρουσιάζεται ὡς Δημιουργός καί Κυβερνήτης τοῦ σύμπαντος, τοῦ ὁρατοῦ καί τοῦ ἀόρατου κόσμου, Θεός αἰώνιος, ἀναλλοίωτος καί ἀμετάβλητος ὅμως σέ σχέση πρός τό σύμπαν, τό ὁποῖο, ὅπως καί ἡ ἐπιστήμη ὑποστηρίζει, μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου θά ἀλλάξει καί θά καταστραφεῖ. Γι᾿ αὐτό καί εὐλόγως θεωρεῖται τό περιεχόμενο καί τό μήνυμά του ὡς μιά πλήρης, τέλεια καί πειστική πρόταση, πού ἀναφέρεται στήν κοσμολογική ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀπειροτέλειου Θεοῦ καί πού μπορεῖ νά πείσει κάθε ἀντικειμενικό καί εἰλικρινή ἀναζητητή τῆς ἀλήθειας (βλ. Δημ. Κ. Κωτσάκη, Τό Μεγάλο Πρόβλημα Θεός καί Κόσμος, Ἀθῆναι 1982, σελ. 144-145). Πρβλ. καί παραπάνω σχόλ. ἀριθ. 14.
Ἡ θεία εὐλογία τῶν νεονύμφων ἐκφράζεται ὡς ἀπόλυτη βεβαιότητα
28. «Καί ἡ δεξιά τῶν δούλων σου εὐλογηθήσεται τῷ λόγῳ σου τῷ κραταιῷ καί τῷ βραχίονί σου τῷ ὑψηλῷ». Ἡ ἄκρα βεβαιότητα καί ἡ ἀπόλυτη πεποίθηση στή θεία εὐλογία τῶν μνηστευομένων πού διατυπώνονται στό σημεῖο τοῦτο τῆς Εὐχῆς παρουσιάζονται ὡς ἀποτέλεσμα καί ἐπακόλουθο τῶν ὅσων εἰπώθηκαν προηγουμένως. Ὁ ποιητής τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, ὁ Θεός τοῦ ἐλέους καί τῶν οἰκτιρμῶν θά εὐλογήσει τή δεξιά τους «εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν». Βλ. καί παραπάνω σχόλ. ἀριθ. 14, 26 καί 27.
Τί εἶναι ἡ Ἐκτενής
29. Ἐκτενής. Στή λειτουργική γλώσσα Ἐκτενής (συνήθως κατά παράλειψη τοῦ οὐσιαστικοῦ ἱκεσία ἤ δέηση) εἶναι ἡ μακρότατη, ἡ ἐκτεταμένη δέηση, αὐτή δηλαδή πού ἔχει μεγάλη διάρκεια, ἐπειδή περιέχει πολλές παρακλητικές εὐχές - αἰτήματα. Οἱ παρακλήσεις αὐτές διαδέχονται σωρηδόν ἡ μιά τήν ἄλλη καί ἀναφέρονται στίς ποικίλες ὑλικές καί πνευματικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου. Εἰδικά στή θεία Λειτουργία λέγεται καί μεγάλη ἱκετήριος. Πρβλ. τήν Ἐκτενή τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ ἀμέσως μετά τό ἀνάγνωσμα τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἀρχίζει μέ τό «Εἴπωμεν πάντες ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς...», ἀλλά περιλαμβάνει τέσσερις μόνο συνολικά δεήσεις.
Τί εἶναι ἡ Ἀπόλυση
30. Ἀπόλυση. Στή λειτουργική γλώσσα ἡ Ἀπόλυση εἶναι μιά μικρή Ἀκολουθία πού ἐπισυνάπτεται στό τέλος ὅλων γενικά τῶν τελετῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτελεῖ κατά κάποιο τρόπο τή λήξη τῶν τελετῶν καί ἀπολύει τούς πιστούς. Ὡς πρός τό περιεχόμενο ποικίλλει ἀνάλογα πρός τίς διάφορες τελετές καί τελειώνει συνήθως μέ τήν εὐχή· «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς». Βλ. τήν Ἀπόλυση στήν Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος, ἡ ὁποία ἀρχίζει μέ τό «Δόξα σοι, ὁ Θεός, ἡ ἐλπίς ἡμῶν, δόξα σοι» καί τελειώνει μέ τό «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων...».
1. «Εἰ μέν βούλονται ἐν ταὐτῷ στεφανωθῆναι». Προφανῶς πρόκειται γιά τήν ἴδια μέρα καί ὥρα πού γίνεται ἡ «Ἀκολουθία ἐπὶ μνήστροις», δηλαδή τοῦ ἀρραβώνα, μιά Ἀκολουθία πού παλιότερα γινόταν στό Ναό μετά τή θεία Λειτουργία. Τό νόημα ἑπομένως τῶν ὅσων διαλαμβάνει ἐδῶ τό εἰσαγωγικό σημείωμα τοῦ Εὐχολογίου εἶναι πώς ἡ Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος παλιότερα ἦταν δυνατό νά γίνει εἴτε «ἐν ταὐτῷ», δηλαδή ἀμέσως μετά τήν Ἀκολουθία τοῦ ἀρραβώνα, εἴτε «μεθ᾿ ἡμέρας», ὕστερα δηλαδή ἀπό τήν πάροδο ὁρισμένων ἡμερῶν. Σήμερα ὅμως ἐπικράτησε γενικά ἡ συνήθεια ἡ Ἀκολουθία τοῦ ἀρραβώνα νά μήν τελεῖται πλέον ξεχωριστά ἀλλά μαζί μέ τήν Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος σάν μιά ἑνιαία Ἀκολουθία. Πρβλ. καί σχόλ. ἀριθ. 1 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἀρραβώνα.
Ὁ νάρθηκας (πρόναος) καί ἡ χρήση του
2. «Εἰσέρχονται ἐν τῷ Ναῷ ἐκ τοῦ νάρθηκος». Στή χριστιανική ἀρχιτεκτονική νάρθηκας λέγεται τό πρό τοῦ κυρίως ναοῦ μέρος. Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία στό νάρθηκα στέκονταν οἱ εἰδωλολάτρες πού συμπαθοῦσαν τό χριστιανισμό, οἱ αἱρετικοί, οἱ κατηχούμενοι καί ὅσοι ἀπό τούς πιστούς διατελοῦσαν κάτω ἀπό βαριά ἐκκλησιαστικά ἐπιτίμια. Ἐπίσης οἱ ἄποροι καί οἱ ἐπαῖτες. Στό νάρθηκα ὁ βασιλιάς τοῦ Βυζαντίου ἀπέθετε τό στέμμα καί τό ξίφος, γιά νά μπεῖ κατόπιν στόν κυρίως ναό. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ὁ νάρθηκας χάνει μέρος ἀπό τή σπουδαιότητά του, γιά νά καταργηθεῖ σιγά σιγά τελείως. Στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας ἀποκτᾶ ἰδιάζουσα σημασία, γιατί χρησίμευσε σάν σχολεῖο καί στό νάρθηκα τῶν Ἐκκλησιῶν λειτουργοῦσε τό «κρυφό σχολειό».
Ἡ σημασία καί ἡ θέση τοῦ 127 Ψαλμοῦ στήν «Ἀκολουθία τοῦ Στεφανώματος»
3. Δέν εἶναι χωρίς ἰδιαίτερη σημασία τό γεγονός ὅτι ἡ κυρίως Ἀκολουθία τοῦ γάμου ἀρχίζει μέ τόν 127ο ψαλμό, ὁ ὁποῖος ψάλλεται ἀνά στίχο ἀπό τόν Ἱερέα χαρμόσυνα, ἐνῶ ὁ Χορός ἀπαντᾶ σέ κάθε στίχο, ἐξίσου χαρμόσυνα, μέ τό «Δόξα σοι, ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι». «Οἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες» εἶχαν ἀσφαλῶς τό λόγο τους πού πρόταξαν τόν ψαλμό αὐτό στήν Ἀκολουθία τοῦ γάμου.
Ὅπως μπορεῖ νά διαπιστώσει κανείς ἀπό τό περιεχόμενό του, ὁ ψαλμός ἀναφέρεται στήν οἰκογενειακή εὐτυχία πού ἀπολαμβάνουν ὅλοι ὅσοι ἔχουν φόβο Θεοῦ, ὅσοι δηλαδή προσπαθοῦν νά τηροῦν τίς ἐντολές του, τό θεῖο θέλημα. Στούς ἀνθρώπους αὐτούς, λέγει ὁ ψαλμωδός, ὅλα ἔρχονται βολικά μέ τή χάρη καί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τόσο ὁ ἄνδρας ὅσο καί ἡ γυναίκα, ὁ καθένας στό καθῆκον του, στά ἔργα καί στή θέση πού τούς ἔταξε ὁ Θεός, ὅταν ἔχουν φόβο Θεοῦ, χαίρονται τούς καρπούς τῶν κόπων τους, δίνουν χαρά καί στηρίζουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί δημιουργοῦν μιά εὐτυχισμένη οἰκογένεια, στήν ὁποία βασιλεύει ὁ σεβασμός, ἡ ἀγάπη καί ἡ εἰρήνη ἀνάμεσα στό ἀντρόγυνο καί τά παιδιά.
Ἡ τήρηση λοιπόν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκείνη πού θά χαρίσει στό νέο ζευγάρι τήν εὐτυχία· αὐτή εἶναι τό θεμέλιο· τίποτε ἄλλο δέν εἶναι ἱκανό νά φέρει τήν πραγματική εὐτυχία. Ὅλα τά ἄλλα, ἡ ὑγεία, ἡ ἐργατικότητα καί συνεργασία τῶν συζύγων, ἡ δημιουργία ἀπογόνων, ἡ συζυγική πίστη, ἡ οἰκογενειακή ἁρμονία, τό αἴσθημα τῆς ἀσφάλειας καί τῆς χαρᾶς εἶναι καρπός αὐτῆς τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ κατά τόν ἱερό ψαλμωδό.
«Μακάριος εἶ, καί καλῶς σοι ἔσται» λέει ὁ ψαλμωδός γιά «πάντα φοβούμενον τόν Κύριον». Καί τήν ἀναμφισβήτητη αὐτή ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος βαδίζει σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅλα τοῦ πᾶνε καλά, θά ἐπαναλάβει ἀργότερα μέ τά ἴδια περίπου λόγια ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν θά πεῖ· «Τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. η´, 28). Ὅλα· ἀκόμη καί τά δυσάρεστα· κι αὐτά πού ἐμεῖς τά θεωροῦμε ἀντίθετα πρός τό συμφέρον μας.
Ὁ Ψαλμός κλείνει μέ τήν εὐχή νά χαρίζει ὁ Θεός πλούσια τήν εὐλογία του καί τά ἀγαθά τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς στούς νεονύμφους, σ᾿ ὅλη τους τή ζωή, καί τέτοια μακροζωΐα, ὥστε νά δοῦν «υἱούς υἱῶν», ἐγγόνια δηλαδή. Τήν εὐτυχία καί τή μακαριότητα αὐτή πού νιώθουν στήν οἰκογενειακή ζωή «πάντες οἱ φοβούμενοι τόν Κύριον», ὅσοι δηλαδή σ᾿ ὅλες τους τίς ἐνέργειες προσπαθοῦν νά πορεύονται σύμφωνα μέ τό θέλημα καί τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀείμνηστος Π.Ν. Τρεμπέλας (τό Ψαλτήριο μετά συντόμου ἑρμηνείας, Ἀθῆναι 1955, σελ. 546) τή θεωρεῖ πρόγευση τῆς πλήρους καί τέλειας μακαριότητας πού θά ἀπολαύσουν αὐτοί στό μέλλοντα βίο. Ἐδῶ, στόν παρόντα βίο, θά ἀπολαύσουν μέ τή χάρη καί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ τά ἀγαθά τῆς ἐπίγειας Ἱερουσαλήμ καί στό μέλλοντα βίο τά ἀγαθά τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ, τήν αἰώνια παραδεισιακή μακαριότητα. Ἀλήθεια πόση εἰρήνη θά βασίλευε στό λαό τοῦ Ἰσραήλ, ἄν ὅλοι διαπνέονταν ἀπό ἕνα τέτοιο πνεῦμα! Καί πόση εἰρήνη καί γαλήνη θά βασίλευε καί σήμερα στίς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν, στό νέο Ἰσραήλ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ! Αὐτή ἀκριβῶς ἡ εἰρήνη εὔχεται ὁ ψαλμωδός νά ἐπικρατήσει στή γῆ.
Καί εἰδικότερα τώρα γιά τήν περίπτωση τῶν νεονύμφων· Πόση εἰρήνη καί γαλήνη θά ἐπικρατοῦσε στίς μεταξύ τους σχέσεις, ἐάν καί αὐτοί προσπαθοῦσαν νά ἐφαρμόζουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ! Ὁ ἴδιος ὁ ψαλμωδός εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος γιά τήν πληρότητα τῆς γαλήνης καί τό μέγεθος τῆς εὐτυχίας πού μπορεῖ νά νιώσουν οἱ ἄνθρωποι, ὅταν μέ συνέπεια τηροῦν τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί γίνονται ἄξιοι μιᾶς τέτοιας δωρεᾶς. Λέει χαρακτηριστικά σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο τῶν ψαλμῶν του· «Εἰρήνη πολλή τοῖς ἀγαπῶσιν τόν νόμον σου, Κύριε» (Ψαλμ. 118, 165)!
Ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος
4. «Μακάριοι πάντες οἱ φοβούμενοι τόν Κύριον... Μακάριος εἶ, καί καλῶς ἔσται... Ἰδού οὕτως εὐλογηθήσεται ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τόν Κύριον». Οἱ στίχοι προέρχονται ἀπό τόν 127 Ψαλμό, μέ τόν ὁποῖο, ὅπως εἴπαμε καί στό προηγούμενο σχόλιο, ἀρχίζει ἡ κυρίως Ἀκολουθία τοῦ γάμου. Θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ ὅτι ὅλος τοῦτος ὁ Ψαλμός ἀναφέρεται στήν εὐεργετική ἐπίδραση πού ἀσκεῖ στόν ἄνθρωπο ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ ἀποτελεσματικότητα αὐτή τονίζεται σέ πάμπολλα σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅπως· «Ἀρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Παροιμ. 1, 7, Ψαλμ. 110, 10), «Φόβος Κυρίου προστίθησιν ἡμέρας» (Παροιμ. 10, 27), «Τόν Θεόν φοβοῦ καί τάς ἐντολάς αὐτοῦ φύλασσε, ὅτι τοῦτο πᾶς ἄνθρωπος» (Ἐκκλησ. 12, 13), «Οὐδέν κρεῖσσον φόβου Κυρίου καί οὐδέν γλυκύτερον τοῦ προσέχειν ἐντολαῖς Κυρίου» (Σοφία Σιράχ 23, 27), «Φόβος Κυρίου ὡς παράδεισος εὐλογίας» (Σοφία Σιράχ 40, 27), «Ὁ φοβούμενος τόν Κύριον μέγας διά παντός» (Ἰουδίθ, 16, 16).
Ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν συμβουλεύει τούς χριστιανούς νά ὑποτάσσονται ὁ ἕνας στόν ἄλλο μέ φόβο Θεοῦ, «ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. ε´, 21)· σέ ἄλλο σημεῖο τούς τονίζει τήν ὑποχρέωση πού ἔχουν νά τελειοποιοῦνται συνεχῶς στήν ἁγιοσύνη πάλι μέ φόβο Θεοῦ, «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β´ Κορ. ζ´, 1). Ἡ Ἐκκλησία μας σέ κάθε Ἀκολουθία της παρακαλεῖ τό Θεό γιά ὅλους ἐκείνους πού εἰσέρχονται στόν ἱερό ναό «μετά πίστεως, εὐλαβείας καί φόβου Θεοῦ». Καί ὁ Λειτουργός καλεῖ κάθε φορά τούς πιστούς νά προσέλθουν στή θεία Κοινωνία πάλι μέ φόβο Θεοῦ, «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε» (θ. Λειτουργία).
Ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος, κατά τή διδασκαλία τῶν Πατέρων, δέ μᾶς ἀποτρέπει ἁπλῶς ἀπό κάθε εἴδους ἀδικία καί ἁμαρτία, ἀλλά μᾶς διευκολύνει νά προσεγγίσουμε τό Θεό καί νά φτάσουμε στήν τελείωση, νά κατακτήσουμε δηλ. τήν τέλεια ἀγάπη, πρός τόν πλησίον μας καί τό Θεό, πού καθιστᾶ περιττό πιά τό φόβο· γιατί πράγματι «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον» (Α´ Ἰω. δ´, 18). Ἑπομένως ὁ φόβος ὡς τρόπος σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό δέν εἶναι ἐξευτελισμός τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας, ὅπως κακῶς καί ἀντορθόδοξα ἑρμηνεύεται ἀπό πολλούς. Ὁ Θεός δέ μᾶς συμπεριφέρεται σάν δυνάστης πού ἔχει πάνω μας δικαιώματα, ἀλλά ὡς Πατέρας πού μᾶς παρέχει τό ὕψιστο δικαίωμα τῆς υἱοθεσίας, τό δικαίωμα δηλ. νά γίνουμε παιδιά του.
Γι᾿ αὐτό ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος, πού ταυτίζεται μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν του, ἑρμηνεύεται ὡς ἔκφραση εὐχαριστίας, πού ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος πρός τό Θεό, ὡς ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἀντίθετα ἡ ἔλλειψη φόβου ἑρμηνεύεται ὡς ἀγνωμοσύνη καί ἀχαριστία, γεγονός πού ὄχι μόνο οἱ ἄνθρωποι καταδικάζουν στίς μεταξύ τους σχέσεις, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἀρκετές φορές στήν Ἁγία Γραφή παρουσιάζεται νά ἐκφράζεται μέ βαθύ παράπονο γιά τήν ἀχαριστία τοῦ ἀνθρώπου καί τή μή ἀνταπόδοση εὐγνωμοσύνης στίς μεγάλες καί πολλαπλές εὐεργεσίες. Θυμίζουμε μόνο ἐδῶ τά λόγια τοῦ Κυρίου πρός τό λεπρό ἐκεῖνο Σαμαρείτη πού θεώρησε χρέος του, μόνος αὐτός ἀπό τούς δέκα, νά γυρίσει καί νά εὐχαριστήσει τόν Ἰησοῦ μετά τή θεραπεία τους ἀπό τή λέπρα· «οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δέ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦνται δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μή ὁ ἀλλογενής οὗτος;» (Λουκ. ιζ´, 17-18).
Τό ἴδιο φαινόμενο μπορεῖ νά παρατηρήσει κανείς καί στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι π.χ. στό ιβ´ Ἀντίφωνο τῆς Ἀκολουθίας τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου ὁ ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος παρουσιάζει τόν ἴδιο τόν πάσχοντα Κύριο νά ἀπευθύνεται μέ βαθύ παράπονο πρός τούς Ἰουδαίους καί νά ἐκφράζεται ὡς ἑξῆς γιά τή μεγάλη ἀχαριστία τους· Λαός μου, τί ἐποίησά σοι, ἤ τί σοι παρηνώχλησα; τούς τυφλούς σου ἐφώτισα, τούς λεπρούς σου ἐκαθάρισα, ἄνδρα ὄντα ἐπὶ κλίνης ἠνωρθωσάμην. Λαός μου, τί ἐποίησά σοι, καί τί μοι ἀνταπέδωκας; ἀντί τοῦ μάννα χολήν· ἀντί τοῦ ὕδατος ὄξος· ἀντί τοῦ ἀγαπᾶν με σταυρῷ με προσηλώσατε...
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος λέει τά ἑξῆς χαρακτηριστικά γιά τό θεϊκό φόβο· «Νά μή φοβούμαστε τό Θεό σάν τύραννο, ἀλλά νά τόν φοβούμαστε γιά τήν ἀγάπη Του· ἔτσι θά ἔχουμε φόβο ὄχι μόνο ἐπειδή ἁμαρτάνουμε, ἀλλά ἐπειδή ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ, χωρίς νά τόν ἀγαποῦμε, καί ἐπειδή ὁ Θεός μᾶς εὐεργετεῖ, χωρίς νά τό ἀξίζουμε». Ὕστερα ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτά μποροῦμε νά κατανοήσουμε γιατί μακαρίζονται ἀπό τή Γραφή «πάντες οἱ φοβούμενοι τόν Κύριον» καί γιατί ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος θεωρεῖται θεία εὐλογία. Μποροῦμε ἀκόμη νά καταλάβουμε γιατί ὁ ἱερός ψαλμωδός τόν θεωρεῖ θεμέλιο τῆς οἰκογενειακῆς εὐτυχίας καί ἀπαραίτητο στοιχεῖο γιά τή σωστική προκοπή τῶν νεονύμφων.
«Ἄμπελος εὐθηνοῦσα»
5. «Ἡ γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα ἐν τοῖς κλίτεσι τῆς οἰκίας σου». Ἐδῶ ἡ γυναίκα παρομοιάζεται μέ ἀμπέλι θαλερό, ἀνθηρό, γεμάτο μέ ἄφθονους καί γλυκούς καρπούς. Εἶναι ἡ γυναίκα ἡ δραστήρια, ἡ ἐνεργητική, ἡ παραγωγική, ἀλλά καί ἡ γυναίκα ἡ συνετή, ἡ εὐγενική, ἡ καλόβολη, ἡ καλοσυνάτη, αὐτή πού καταφέρνει νά βασιλεύει στό σπίτι ἡ χαρά, ἡ γαλήνη· αὐτή πού κάνει τό σπίτι νά εἶναι πόλος ἕλξης καί ὄχι ἀπωθητικό. Σέ ἕνα τέτοιο σπίτι βρίσκει κανείς δροσιά καί ζεστασιά· ἕνα τέτοιο σπίτι μοιάζει στήν πραγματικότητα μέ ἐπίγειο παράδεισο.
Ὡραιότατο ἐγκώμιο τῆς συνετῆς καί σοφῆς συζύγου, τῆς ἐργατικῆς καί καλῆς νοικοκυρᾶς, τῆς «χρυσοχέρας» ὅπως συνηθίζεται νά λέγεται χαρακτηριστικά, πλέκει ὁ σοφός συγγραφέας τοῦ βιβλίου τῶν Παροιμιῶν τῆς Π.Δ. (βλ. κεφ. 31 κυρίως). Ἐκεῖ μακαρίζεται ὁ ἄντρας πού νυμφεύτηκε γυναίκα «ἀγαθή», «σοφή» καί «ἀνδρεία» (= συνετή)· «ὅς εὗρεν γυναῖκα ἀγαθήν, εὗρεν χάριτας, ἔλαβεν δέ παρά Θεοῦ ἱλαρότητα» (Παροιμ. 18, 22). Μιά τέτοια γυναίκα βέβαια εἶναι θησαυρός σπάνιος. Διότι «γυναῖκα ἀνδρείαν τίς εὑρήσει; τιμιωτέρα δέ ἐστιν λίθων πολυτελῶν ἡ τοιαύτη» (Παροιμ. 31, 10). Ὁπωσδήποτε ὅμως εἶναι μεγάλη τιμή γιά τόν ἄντρα μιά τέτοια γυναίκα· «γυνή ἀνδρεία στέφανος τῷ ἀνδρί αὐτῆς» (Παροιμ. 12, 4), «θαρσεῖ ἐπ᾿ αὐτῇ ἡ καρδία τοῦ ἀνδρός αὐτῆς» (Παροιμ. 31 11), «περίβλεπτος δέ γίνεται... ὁ ἀνήρ αὐτῆς» (Παροιμ. 31, 23).
Ὅταν, λοιπόν, τέτοια εἶναι ἡ σύζυγος, «ἄμπελος εὐθηνοῦσα» δηλαδή, σωστή «μέλισσα», σώφρων καί ἀγαθή, σοφή καί συνετή, δέν μπορεῖ παρά νά πάει μπροστά τό σπιτικό. Γι᾿ αὐτό δικαιολογημένα καί ὁ θυμόσοφος λαός μας λέει πώς «ἡ γυναίκα τό φκιάνει τό σπίτι καί ἡ γυναίκα τό χαλάει». Τονίζεται ἔτσι ὁ σπουδαιότατος ρόλος της στήν ὅλη εὐτυχία τῆς οἰκογένειας. «Σοφαί γυναῖκες ᾠκοδόμησαν οἴκους, ἡ δέ ἄφρων κατέσκαψεν ταῖς χερσίν αὐτῆς» ἠχεῖ ἀπό τό μακρινό παρελθόν ὁ σοφός λόγος τοῦ Σολομῶντα (Παροιμ. 14, 1).
«Νεόφυτα ἐλαιῶν»
6. «Οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆς τραπέζης σου». Πρόκειται γιά τά παιδιά τῆς οἰκογένειας πού παρομοιάζονται ἐδῶ μέ νιόφυτα λιόδεντρα. Ἡ ἐλιά, ὅπως εἶναι ἴσως γνωστό σ᾿ ὅλους μας, θεωρεῖται σύμβολο τῆς μακροβιότητας καί τῆς πολύχρονης καρποφορίας. Ὁ καρπός τῆς ἐλιᾶς καί τό παράγωγο τοῦ καρποῦ της, τό λάδι, μαζί μέ «τόν σῖτον καί τόν οἶνον», εἶναι ἀπό τά παμπάλαια χρόνια ἀπό τίς βασικότερες καί τίς πιό ἀπαραίτητες τροφές τοῦ ἀνθρώπου πού συχνά εὐλογεῖ ἡ Ἐκκλησία (πρβλ. τή φράση· «εὐλόγησον τόν σῖτον, τόν οἶνον καί τό ἔλαιον»). «Νεόφυτα ἐλαιῶν», λοιπόν, τά τέκνα τῆς οἰκογένειας· νεαρά τώρα στήν ἡλικία, ἀλλά ἀργότερα θά ἀποδώσουν κι αὐτά καρπούς, ὅπως τά ἐλαιόδεντρα. Θά ἀναπτυχθοῦν τώρα στό οἰκογενειακό περιβάλλον, σάν μέσα σέ φυτώριο, μέ πολλή φροντίδα ἀπό τούς γονεῖς καί ἀργότερα θά συνεχίσουν κι αὐτά τό παραγωγικό ἔργο. Θά ἀσκήσουν τήν ἀρετή, θά βαδίσουν τό δρόμο τοῦ Θεοῦ καί θά ἔρθει ἡ ὥρα πού θά δημιουργήσουν κι αὐτά τή δική τους οἰκογένεια. Ἔτσι τουλάχιστον ὁραματίζεται ὁ ἱερός ψαλμωδός τήν εὐλογημένη οἰκογένεια πού τά μέλη της εἶναι δεμένα μεταξύ τους· κοντά στούς γονεῖς δηλ. τά τέκνα, καύχημα καί καμάρι τους· «οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆς τραπέζης σου».
Στή σημερινή ταραγμένη ἐποχή ὅμως, ἐποχή κρίσης πανάρχαιων θεσμῶν καί καθιερωμένων ἀξιῶν, ὅπως εἶναι ἡ οἰκογένεια, αὐτό τό πρωτοκύτταρο τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας, ὁ ἀνωτέρω ἐκφραστικότατος στίχος τοῦ Ψαλμοῦ ἠχεῖ ἴσως κάπως παράξενα. Γιατί πόσα, ἀλήθεια, ἀπό τά σημερινά «νεόφυτα ἐλαιῶν», πόσα δηλ. ἀπό τά σημερινά παιδιά, κάθονται «κύκλῳ τῆς τραπέζης», γύρω ἀπό τό οἰκογενειακό τραπέζι, γιά νά χαροῦν ὅλα μαζί τά μέλη τῆς οἰκογένειας τή ζεστή ἀτμόσφαιρα καί τό φαγητό; Ἀλίμονο! Ὄχι πολλά. Καί οἱ λόγοι πολλοί. Ἀπό τή μιά ἡ πολύωρη καί σέ διαφορετικά ὡράρια πολλές φορές ἐργασία τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας, καθώς καί οἱ σχολικές καί ἐξωσχολικές ἀπασχολήσεις ἤ καί ἡ ἐργασία τῶν παιδιῶν, καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ τάση γιά πρόωρη ἀπελευθέρωση καί ἀποδέσμευση τῶν παιδιῶν, ἀγοριῶν καί κοριτσιῶν, ἀπό τό οἰκογενειακό περιβάλλον ἔχουν καταστήσει, δυστυχῶς, τήν οἰκογενειακή ἑστία «ἑστιατόριο» καί «ξενοδοχεῖο», ἀπ᾿ ὅπου ἀπουσιάζει ἡ ζεστασιά τῆς ἐπικοινωνίας. Ἀκόμη καί οἱ Κυριακές, οἱ ἀργίες καί οἱ γιορτές, κατά τίς ὁποῖες θά μποροῦσαν νά συγκεντρωθοῦν ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογένειας στό κοινό τραπέζι, ἀφιερώνονται κι αὐτές στό μεγαλύτερο μέρος τους στίς ἐξόδους καί τίς ἐκδρομές.
Εἶναι ἀλήθεια πώς οἱ νέοι μας σήμερα, ἰδίως στίς μεγαλουπόλεις, ὅπου ἡ ζωή κινεῖται μέ γοργούς ρυθμούς καί συνοδεύεται ἀπό πολύ ἄγχος, βομβαρδίζονται κυριολεκτικά ἀπό πληθώρα καί ποικιλία ἰδεῶν. Οἱ νέοι τῆς σημερινῆς ἀντιφατικῆς μας κοινωνίας, κοινωνίας τῆς ἀφθονίας καί τῆς ὑπέρμετρης κατανάλωσης ἀπό τή μιά, καί τῆς ἀνεργίας καί τῆς ἀγωνίας γιά τή μελλοντική τους ἀποκατάσταση ἀπό τήν ἄλλη, ἀντιμετωπίζουν ἀναρίθμητους καί μεγάλους καί διαρκεῖς κινδύνους γιά τή σωματική καί ψυχοπνευματική τους ὑγεία, καθώς ἐπίσης καί ἐντονότατους πειρασμούς. Ἡ θέση τους μέσα στή σημερινή κοινωνία εἶναι πράγματι τραγική. Ζώντας μέσα σ᾿ ἕναν κόσμο συνεχῶν προκλήσεων καί παγίδων καλοῦνται νά μήν ὑποκύψουν καί νά μήν παρασυρθοῦν ἀλλά παλεύοντας μέ ἡρωϊσμό νά μείνουν ἄτρωτοι καί νά ἀναδειχθοῦν νικητές.
Δέν ἔχουν ἑπομένως νά παλέψουν μόνο μέ τόν ἴδιο τους τόν ἑαυτό πού ἀπό τή φύση του ρέπει περισσότερο πρός τό κακό παρά πρός τό καλό. Ροπή πού τήν παραδέχεται ἡ ἴδια ἡ Γραφή. «Ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπὶ τά πονηρά ἐκ νεότητος» (Γεν. 8, 21) ἠχεῖ ἀπό τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπινου γένους ὁ θεϊκός λόγος. «Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὅ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω» θά πεῖ αἰῶνες ἀργότερα ὁ Παῦλος σχετικά μέ τήν πάλη τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν ἔμφυτη ροπή του πρός τό κακό (βλ. τή σχετική διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου στήν ἐπιστολή του Πρός Ρωμαίους, κεφ. ζ´, στίχ. 14-25 κυρίως, ἀλλά καί σ᾿ ἄλλα σημεῖα τῶν ἐπιστολῶν του). Διμέτωπος, λοιπόν, καί σκληρός εἶναι ὁ ἀγώνας τῶν σημερινῶν νέων. Δέν εἶναι δηλαδή μόνο ἡ φυσική τους ροπή πρός τό κακό πού πρέπει νά ἐξουδετερωθεῖ· εἶναι καί ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα μέ τίς πάμπολλες ἀρνητικές της ἐπιδράσεις πού τούς δυσκολεύει ἀφάνταστα σ᾿ αὐτό.
Γιά νά μπορέσουν νά ἀντέξουν καί νά βαδίσουν τό δρόμο τῆς ἀρετῆς, θά πρέπει νά κάνουν καθημερινά τιτάνιο ἀγώνα καί νά καταβάλλουν ὑπεράνθρωπες προσπάθειες. Γι᾿ αὐτό καί χρειάζονται ἔμπρακτη τή βοήθεια καί τή συμπαράσταση ὅλων τῶν παραγόντων τῆς κοινωνίας· καί τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πολιτείας. Γιά νά μπορέσει ἔτσι ἡ κάθε οἰκογένεια νά χαρεῖ τά παιδιά της «κύκλῳ τῆς τραπέζης»· νά τά φροντίσει καί νά τά καμαρώσει «ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν» καί γιά νά καρποφορήσουν μέ τή σειρά τους καί στήν ὥρα τους καί τά ἴδια γιά τό δικό τους τό καλό καί «ἐπ᾿ ἀγαθῷ» τοῦ εὐρύτερου κοινωνικοῦ συνόλου.
Σιών. Ἡ κυριολεκτική καί μεταφορική της σημασία
7. «Εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιών». Ὄνομα ἑνός ἀπό τούς λόφους πάνω στόν ὁποῖο εἶχε οἰκοδομηθεῖ τό μεγαλύτερο μέρος τῶν Ἱεροσολύμων. Ὀχυρωμένη ἀκρόπολη τῶν Ἰεβουσαίων ἀρχικά ἡ Σιών, ὅταν κυριεύτηκε ἀπό τό Δαβίδ ὀνομάστηκε «πόλις Δαβίδ». Πάνω στό «ὄρος Σιών» εἶχαν οἰκοδομηθεῖ τά ἀνάκτορα τοῦ Σολομῶντα καί ἀργότερα τοῦ Ἡρώδη, ἐνῶ ὁ περίφημος ναός τοῦ Σολομῶντα ἦταν κτισμένος στήν κορυφή ἄλλου λόφου τῆς ἱερῆς πόλης. Τό ὄνομα Σιών ἀναφέρεται πάρα πολύ συχνά στίς ἅγιες Γραφές καί γενικά θεωροῦνταν ἀπό τούς Ἰουδαίους κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ. «Σιών» καί «θυγάτηρ Σιών» σέ πολλά σημεῖα τῆς Γραφῆς λέγεται καί ὅλη ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Θυμίζουμε μόνο ἐδῶ τά ἑξῆς χαρακτηριστικά χωρία· «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ Ἱερουσαλήμ· ἰδού ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι... ἐπιβεβηκώς ἐπὶ ὑποζύγιον καί πῶλον νέον» (Ζαχ. θ´, 9) καί «μή φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδού ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου» (Ἰωαν. ιβ´, 15). Μεταφορικῶς μέ τόν ὅρο «Σιών» ἤ ἀλλιῶς «νέα Σιών» ἐννοοῦμε τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (Ἑβρ. ιβ´, 22 - Ἀποκ. ιδ´, 1). Πρβλ. καί ἑπόμενο σχόλιο.
Ἱερουσαλήμ. Ἡ κυριολεκτική καί μεταφορική της σημασία
8. «Καί ἴδοις τά ἀγαθά Ἱερουσαλήμ πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου». Ἡ Ἱερουσαλήμ εἶναι ἡ ἱερή καί πλούσια πόλη τῶν Ἑβραίων, πρωτεύουσα τῆς Ἰουδαίας καί ἀργότερα τῆς Παλαιστίνης· λέγεται καί Ἱεροσόλυμα. Εἶναι ἡ πόλη στήν ὁποία ἔπαθε καί ἀναστήθηκε ὁ Κύριος καί θεωρεῖται ἡ κοιτίδα τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἱερουσαλήμ μετά τήν κατάληψή της ἀπό τό Δαβίδ ὀνομάζεται, ὅπως καί ἡ Σιών, καί «πόλις Δαβίδ». Στή γλώσσα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, σέ ἀντίθεση πρός τήν «ἐπίγειον Ἱερουσαλήμ», ἔχουμε καί τόν ὅρο «ἄνω Ἱερουσαλήμ», ἐπουράνιος βασιλεία. Στό πρῶτο π.χ. στιχηρό ἰδιόμελο τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῆς Μ. Δευτέρας ὁ ἱερός ὑμνογράφος παρουσιάζει τόν Κύριο νά «βοᾷ» πρός τούς μαθητές του καί νά τούς διαβεβαιώνει· «Οὐκέτι εἰς τήν ἐπίγειον Ἱερουσαλήμ διά τό παθεῖν, ἀλλά ἀναβαίνω πρός τόν Πατέρα μου καί Πατέρα ὑμῶν... καί συνανυψῶ ὑμᾶς εἰς τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».
Μεταφορικῶς τώρα ὁ ὅρος «καινή» ἤ ἀλλιῶς «νέα Ἱερουσαλήμ» εἶναι μιά προσωνυμία πού δόθηκε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ γενικά. Ἡ χριστιανική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς «στρατευομένη» στή γῆ καί ὡς «θριαμβεύουσα» στόν οὐρανό, ἔχει, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῶν Πατέρων, μεταφορικά ὅλα τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς πραγματικῆς Ἱερουσαλήμ. Εἶναι δηλαδή ἁγία, ὀχυρή καί ἀσάλευτη, ἔνδοξη καί λαμπρή, μέ παγκόσμια ἀκτινοβολία, μέ θεμελιωτή της καί «κεφαλή», ἀρχηγό, τόν ἴδιο τό Χριστό καί στηρίζεται στήν ἄπειρη ἀγάπη καί τήν ἀδιάψευστη ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ. Ἐνδεικτικά μόνο γιά τή μεταφορική σημασία τοῦ ὅρου θυμίζουμε ἐδῶ τό χαρμόσυνο πασχαλινό ὕμνο ἀπό τή θ´ ὠδή τοῦ ἀναστάσιμου Κανόνα «Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ, ἡ γάρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σέ ἀνέτειλε. Χόρευε νῦν καί ἀγάλλου, Σιών» (πρβλ. καί Ἡσ. 60, 1) καί παραπέμπουμε τόν ἀναγνώστη στά χωρία· Γαλ. δ´, 26 καί Ἀποκ. γ´, 12 καί κα´. Πρβλ. καί προηγούμενο σχόλιο ἀριθ. 7.
Ἀπό ὅσα εἰπώθηκαν στό παρόν σχόλιο καί στό προηγούμενο μπορεῖ νά καταλήξει κανείς στό συμπέρασμα ὅτι οἱ ὅροι «Σιών» καί «Ἱερουσαλήμ» παρά τήν κάποια διαφορά στήν κυριολεκτική τους σημασία σχεδόν ταυτίζονται, πολύ δέ περισσότερο τοῦτο σημβαίνει στή μεταφορική τους σημασία, αὐτή δηλαδή τῆς ταύτισης τῶν δύο ὅρων μέ τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἐρευνώντας περισσότερο τό θέμα θά μπορούσαμε συμπληρωματικά νά προσθέσουμε καί τά ἑξῆς· Ἡ λέξη «Σιών» σημαίνει τό ὕψωμα πού δεσπόζει σέ μιά περιοχή, ἐνῶ «Ἱερουσαλήμ» τόν τόπο τῆς εἰρήνης, τήν ὁποία παρέχει στούς κατοίκους του λόγω τῆς φυσικῆς ὀχύρωσης τῆς θέσης. «Ἄνω Ἱερουσαλήμ» ἐπίσης ἀρχικά λεγόταν τό τμῆμα τῆς ἱερῆς πόλης πού ἦταν κτισμένο στό λόφο Σιών. Σύμφωνα ἐξάλλου μέ τήν πατερική διδασκαλία οἱ προφητικές ἐκφράσεις «θύγατερ Σιών» καί «θύγατερ Ἱερουσαλήμ» (Ζαχ. θ´, 9) ἰσχύουν κατά περίπτωση ἐξίσου τόσο γιά τή Θεοτόκο ὅσο καί γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Σταδιακά λοιπόν καί μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἀπό τήν κυριολεκτική σημασία τῶν ὅρων περάσαμε στή μεταφορική καί χριστιανική. Ἔτσι οἱ ὅροι «Σιών», «Νέα Σιών», «Ἁγία Σιών», «Ἔνδοξος Σιών» καί «Ἱερουσαλήμ», «Ἄνω Ἱερουσαλήμ», «Καινή Ἱερουσαλήμ», «Νέα Ἱερουσαλήμ» διευρύνθηκαν ὡς πρός τή σημασία τους, ἀπέκτησαν καθαρά χριστιανικό νόημα καί κατέληξαν νά ταυτίζονται πιά μέ τή μία Ἁγία καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τόσο τή «στρατευομένη» ὅσο καί τή «θριαμβεύουσα» (Πρβλ. καί Μάρκου Α. Σιώτου» Ἡ Γεθσημανῆ ἰδιοκτησία τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου», Ἀθῆναι 1989, σελ. 44 κ.ἑ.).
Ἰσραήλ. Ἡ κυριολεκτική καί μεταφορική σημασία τοῦ ὅρου
9. «Εἰρήνη ἐπὶ τόν Ἰσραήλ». Ἡ ἀρχική σημασία τοῦ ὀνόματος Ἰσραήλ εἶναι ἰσχυρός. Εἶναι τό ὄνομα πού ἀποδόθηκε στόν Ἰακώβ ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό, μέ τόν ὁποῖο πάλεψε ὁλόκληρη νύχτα καί ἀποδείχθηκε ἰσχυρός καί δυνατός καί κέρδισε μέ τήν ἐπιμονή του τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀφήγηση τοῦ σχετικοῦ περιστατικοῦ γίνεται στήν Π.Δ. (Γεν. 32, 23-33), ὅπου σημειώνεται τό ἑξῆς γιά τό ὄνομα Ἰσραήλ· «... Οὐ κληθήσεται ἔτι τό ὄνομά σου Ἰακώβ, ἀλλά Ἰσραήλ ἔσται τό ὄνομά σου, ὅτι ἐνίσχυσας μετά Θεοῦ καί μετά ἀνθρώπων δυνατός» (Γεν. 32, 29). Ἰσραήλ στή συνέχεια ὀνομάστηκαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰακώβ καί ὁλόκληρος ὁ ἑβραϊκός λαός πού λάτρευε τό μόνο ἀληθινό Θεό· εἶναι ὁ «Ἰσραήλ κατά σάρκα», ὅπως ἀποκαλεῖ ὁ Παῦλος (Α´ Κορινθ. ι´, 18) τό γένος τῶν Ἑβραίων, τοῦ ὁποίου πατριάρχης καί γενάρχης ὑπῆρξε ὁ Ἰακώβ. Μεταφορικά μέ τόν ὅρο Ἰσραήλ ἤ ἀλλιῶς νέος Ἰσραήλ στή χριστιανική διδασκαλία ἐννοοῦνται ὅλοι οἱ ἀληθινοί πιστοί, τό πνευματικό δηλ. σπέρμα τοῦ Ἰσραήλ, «τά τέκνα τῆς ἐπαγγελίας» τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. θ´, 6-8), τά πνευματικά δηλ. τέκνα τοῦ Ἀβραάμ, τό σύνολο τῶν πιστῶν καί ἀληθινῶν χριστιανῶν, «ὁ λαός τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ».
Τί εἶναι ἡ Συναπτή
10. Συναπτή· Σειρά ἀπό σύντομες, ἀλλά περιεκτικότατες, δεήσεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ καθεμιά ἀπό τίς ὁποῖες καταλήγει στήν προτροπή «τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» (= ἄς παρακαλέσουμε τόν Κύριο). Ἔχουμε δύο εἰδῶν συναπτές· τή μεγάλη, πού περιέχει πολλές τέτοιες δεήσεις (= παρακλήσεις, αἰτήματα) καί καταλήγει στήν ἐκφώνηση· «ὅτι πρέπει Σοι πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις κ.λπ.» καί τή μικρή πού εἶναι συντομότατη σέ αἰτήματα. Οἱ συναπτές ἐκφωνοῦνται συνήθως ἀπό τό Διάκονο.
Ὁ γάμος θεσμός τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἐποχή τῶν πρωτοπλάστων
11. Ἡ δημιουργία τῶν πρωτοπλάστων, τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, εἶναι κοινό χαρακτηριστικό στοιχεῖο καί στίς τρεῖς μεγάλες τῆς εὐλογίας εὐχές πού ἀκολουθοῦν τή Συναπτή. Καί φυσικά αὐτό γίνεται γιατὶ ἡ δημιουργία τῶν πρωτοπλάστων ἔχει ἄμεση σχέση μέ τό μυστήριο τοῦ γάμου. Στήν παρούσα εὐχή τονίζεται πώς ὁ γάμος θεσμοθετήθηκε ἀπό τή στιγμή τῆς ἀρχικῆς παρουσίας τοῦ ἀνθρώπου πάνω στή γῆ καί ἐμφανίζεται ὡς ἀπόρροια τῆς μεγάλης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ἐπειδή δηλαδή ὁ Θεός ἔκρινε πώς δέν εἶναι καλό νά εἶναι μόνος του ὁ ἄνθρωπος, δημιουργεῖ ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ τήν Εὔα· μιά δημιουργία πού τονίζει πώς στό γάμο ὁ δεσμός τῶν δύο προσώπων, τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας, (πρέπει νά) εἶναι στενός, ἀδιάσπαστος καί ἀκατάλυτος· κανένας ἀπολύτως δέν ἔχει τό δικαίωμα νά τούς χωρίζει. Μέ τό γάμο γίνονται πλέον ἕνα σῶμα καί ἡ ἀποδέσμευσή τους ἀπό πρόσωπα, ἀκόμη καί πολύ ἀγαπητά, εἶναι ὅρος ἀπαράβατος γιά τήν ἐπιτυχία τοῦ γάμου· θά προσκολληθοῦν ὁ ἕνας στόν ἄλλο μέ ἀμοιβαία κατανόηση καί ἀγάπη καί θά θυσιάσουν κάθε ἐγωϊσμό καί κάθε ἀδυναμία τους πού μπορεῖ νά ἀποβεῖ βλαπτική στήν ὁμαλή τους συμβίωση. Τέλος μέ τήν ἐντολή «αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε» πρός τούς πρωτοπλάστους ὑπογραμμίζεται πώς ἡ τεκνογονία στό γάμο εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ καί πώς ὁ ἄνθρωπος μέ τό ὁρμέμφυτο τῆς πατρότητας καί μητρότητας γίνεται συνεχιστής τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ, γίνεται ἀποδέκτης μιᾶς ἀνεκτίμητης δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ (βλ. Γεν. 1, 27-28.2, 18, 21-22, 24. Ματθ. ιθ´, 5-6. Μαρκ. ι´, 7-9). Πρβλ. καί σχόλ. ἀριθ. 7 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἀρραβώνα καί σχόλ. ἀριθ. 22 καί 23 αὐτῆς ἐδῶ τῆς Ἀκολουθίας.
Εὐλογημένα ἀντρόγυνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς παραδείγματα πρός μίμηση
12. Τόσο στήν παρούσα ὅσο καί στήν ἑπόμενη εὐχή παρελαύνουν μεγάλες ἀγωνιστικές μορφές τῆς Ἁγίας Γραφῆς· μορφές ἀνδρῶν καί γυναικῶν. Παρελαύνουν ἀντρόγυνα πού ἔζησαν ἁρμονικά παρά τίς δοκιμασίες τους καί διέλαμψαν μέ τήν πίστη τους καί εὐλογήθηκαν ἀπό τό Θεό. Ἡ ἀγάπη πού εἶχαν μεταξύ τους καί ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἀμείφθηκαν μέ τό παραπάνω· ἀξιώθηκαν ὅλες αὐτές οἱ ἅγιες μορφές νά ἀναδείξουν γόνους (ἀπογόνους) ἐξίσου εὐλογημένους.
Ἔτσι σ᾿ αὐτήν ἐδῶ τήν Εὐχή προβάλλονται· ὁ Ἀβραάμ μέ τή Σάρρα, γόνος τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ὁ Ἰσαάκ· ὁ Ἰσαάκ καί ἡ Ρεβέκκα, ἕνας ἀπό τούς γόνους τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ὁ Ἰακώβ· ὁ Ἰακώβ καί ἡ Ραχήλ, ἕνας ἀπό τούς γόνους τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ὁ «πάγκαλος», ὁ πολύ ἐνάρετος Ἰωσήφ· ὁ Ἰωσήφ καί ἡ Ἀσυνέθ, τέκνα τῶν ὁποίων ὑπῆρξαν ὁ Ἐφραίμ καί ὁ Μανασσῆς· προβάλλεται ἀκόμη τό ἀντρόγυνο Ζαχαρίας καί Ἐλισάβετ, τέκνο τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος· τέλος μνημονεύεται ὁ Ἰεσσαί, ἐγγονός τοῦ Βοόζ καί τῆς Ρούθ καί πατέρας τοῦ Δαβίδ, ἀπό τό γενεαλογικό δέντρο τοῦ ὁποίου προέρχεται καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «κατά σάρκα», διότι τόσο ἡ Μαρία ὅσο καί ὁ Ἰωσήφ, ὁ μνηστήρας τῆς Παρθένου καί θετός πατέρας τοῦ Ἰησοῦ, ἦταν μακρινοί ἀπόγονοι τοῦ Δαβίδ. Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀρχίζει τό Εὐαγγέλιό του ὡς ἑξῆς· «Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαβίδ υἱοῦ Ἀβραάμ». Ὁ Χριστός δηλαδή ἦταν ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος Δαβίδ ἦταν ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ.
Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας ἀναφέρει πώς ὁ Μεσσίας θά προέλθει ἀπό τή ρίζα, τό γένος δηλαδή, τοῦ Ἰεσσαί· «καί ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καί ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται» (Ἡσ. 11, 1). Τό γενεαλογικό δέντρο τοῦ Ἰεσσαί στήν ἁγιογραφία τῆς Ἐκκλησίας εἰκονίζεται ὡς πολύκλωνο δέντρο πού φύεται (φυτρώνει) ἀπό τό σῶμα τοῦ Ἰεσσαί, «ἀνακειμένου» (= ἐλαφρά ξαπλωμένου), καί φέρει στό καθένα ἀπό τά κλαδιά του καί ἕναν ἀπό τούς προπάτορες τοῦ Ἰησοῦ καί στήν κορυφή, σάν ἄνθος, αὐτόν τόν ἴδιο τό Χριστό, στήν ἀγκαλιά τῆς Παναγίας. Τήν ὡραία αὐτή συμβολική σύλληψη ἀπηχεῖ καί ὁ χαρακτηριστικός χριστουγεννιάτικος ὕμνος ἀπό τόν Κανόνα τῆς ἑορτῆς (ὠδή Δ´)· Ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καί ἄνθος ἐξ αὐτῆς, Χριστέ, ἐκ τῆς Παρθένου ἀνεβλάστησας».
Ἡ ἀναφορά στίς ἅγιες αὐτές μορφές πού μνημονεύονται στήν εὐχή δέν εἶναι ἄσχετη μέ τό τελούμενο μυστήριο· προφανῶς ἀποτελοῦν γιά τούς νεονύμφους παραδείγματα ἄξια πρός μίμηση· καί ἀσφαλῶς ἀποβλέπουν στό νά συνειδητοποιήσουν οἱ νεόνυμφοι τό μέγεθος τῆς δικῆς τους εὐθύνης σχετικά μέ τή δημιουργία καλῶν τέκνων ἀλλά καί πόσο τελεσφόρα, πόσο ἀποτελεσματική εἶναι ἡ εὐλογία καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ· κι ἀκόμη πόσο μεγάλη καί τιμητική γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ δωρεά αὐτή τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ μέσω τοῦ γάμου μποροῦν νά γεννηθοῦν καί νά ἀναδειχθοῦν τέτοια μεγάλα ἀναστήματα ἀρετῆς, πίστεως καί ἁγιότητας. Καί τό ἄκρο ἄωτο, τό ἀποκορύφωμα τῆς δωρεᾶς αὐτῆς· Καρπός τοῦ γάμου τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννας ὑπῆρξε ἡ Παναγία, ἀπό τήν ὁποία σαρκώθηκε καί γεννήθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός! Βλ. καί σχόλ. ἀριθ. 25.
13. «Ὁ... παραγενόμενος ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καί τόν ἐκεῖσε γάμον εὐλογήσας». Ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου στό γάμο πού ἔγινε στήν Κανά τῆς Γαλιλαίας καί τό θαῦμα τῆς μετατροπῆς τοῦ νεροῦ σέ κρασί πού τέλεσε ἐκεῖ, στοιχεῖα πού ἀναφέρονται σέ ἀρκετά σημεῖα τῆς Ἀκολουθίας τοῦ γάμου, θεωροῦνται ἔκφραση τῆς θείας οἰκονομίας καί τῆς βουλήσεως τοῦ Θεοῦ νά ἐξυψώσει καί νά ἁγιάσει τό θεσμό τοῦ γάμου. (Βλέπε καί σχόλια ἀριθ. 41 καί 46).
14. «Ἐνταῦθα παραγενόμενος τῇ ἀοράτῳ σου ἐπιστασίᾳ». Ὁ Θεός ὡς «πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν» παρίσταται «ἀοράτως» στήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου· γι᾿ αὐτό καί τόν παρακαλοῦμε νά εὐλογήσει τό γάμο, ὅπως εὐλόγησε τό γάμο στήν Κανά τῆς Γαλιλαίας μέ τή φυσική του παρουσία καί τήν τέλεση τοῦ σχετικοῦ θαύματος.
Τά ἐπίγεια καί οὐράνια ἀγαθά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ πού παρέχονται στό ἀντρόγυνο ὄχι χωρίς ἀγώνα
15. Μέ τό «παράσχου τοῖς δούλοις σου τούτοις» (= χάρισε σ᾿ αὐτούς ἐδῶ τούς δούλους σου, τούς νεονύμφους δηλαδή) παρακαλοῦμε τό Θεό, πού εἶναι «ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός» καί ἐπειδή «πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον», ἀπό αὐτόν δηλ. προέρχεται, νά χαρίσει στούς νεονύμφους πλούσια τά ἐπίγεια καί οὐράνια ἀγαθά. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὅλα αὐτά τά ἀγαθά πού μνημονεύονται στήν εὐχή, πού καταφάσκονται καί διατυπώνονται κατά τόν ρεαλιστικότερο τρόπο ὡς αἰτήματα πέρα γιά πέρα ἀνθρώπινα, δέν παρέχονται πάντα στούς νεονύμφους. Εἶναι, χωρίς ἀμφιβολία, καρπός τῆς προσπάθειάς τους, τῆς ἀγωνιστικῆς τους διάθεσης καί τῆς τήρησης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εὐλογεῖ τόν κόπο τους. Καί τήν εὐλογία καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπισύρει τό ἀντρόγυνο ἀβίαστα καί αὐτόματα, χωρίς δηλ. νά τό ἐπιδιώκει, μέ τή γνήσια βίωση τοῦ θείου θελήματος, ὄχι τήν ἐπιφανειακή καί τήν ὑποκριτική.
Τό γεγονός ὅτι πολλές φορές δέν παρέχονται τά ἀγαθά στό γάμο, αὐτό δέ σημαίνει ὅτι ὀφείλεται σέ ἀτονία καί ἀσθένεια τοῦ μυστηρίου οὔτε σέ ἀδυναμία τῆς θείας χάρης νά χορηγήσει τά ἀγαθά (ἄπαγε τῆς βλασφημίας!), ἀλλά στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου «ἀνεξερεύνητοι αἱ βουλαί» γιά τό πραγματικό συμφέρον καί τήν ψυχική σωτηρία τῶν νεονύμφων. Γιατί βέβαια καί οἱ δοκιμασίες καί ὁ πόνος εἶναι ἀναπόσπαστα στοιχεῖα τῆς ζωῆς. Τό ἀντρόγυνο στίς περιπτώσεις αὐτές πρέπει νά ὑπομένει καρτερικά, χωρίς γογγυσμούς· ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ κάνει καί στίς περιπτώσεις αὐτές τό θαῦμα της· γιατὶ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ βρίσκει τήν τελείωσή της στή δική μας ἀσθένεια, στή δική μας ἀδυναμία νά ξεπεράσουμε τά ὁποιαδήποτε προβλήματα· «ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» τονίζει ὁ Παῦλος (Β´ Κορινθ. ιβ´, 9). Ἐξάλλου ὁ «ἀμαράντινος τῆς δόξης στέφανος», γιά τόν ὁποῖο γίνεται λόγος στήν Εὐχή, δέν παρέχεται στό ἀντρόγυνο χωρίς ἀγώνα, χωρίς ἄοκνη προσπάθεια.
16. «Τήν κοίτην αὐτῶν ἀνεπιβούλευτον διατήρησον». Ἡ «ἀνεπιβούλευτος κοίτη» ἤ «ἀμίαντος κοίτη», ἡ συζυγική δηλαδή πίστη, εἶναι μιά ἀπό τίς βασικές προϋποθέσεις γιά τήν ἐπιβίωση τοῦ ἀντρόγυνου, εἶναι τό θεμέλιο, πάνω στό ὁποῖο θά στηριχτεῖ ἡ συζυγική ἀγάπη καί ἡ ἰσόβια ἑνότητα. Βλ. καί σχόλ. ἀριθ. 11 (Ἀκολ. ἀρραβ.) καί 48 καί 57 (Ἀκολ. στεφαν.).
17. «Καί δός αὐτοῖς ἀπό τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ ἄνωθεν, καί ἀπό τῆς πιότητος τῆς γῆς». Ἡ φράση, ἐλαφρά τροποποιημένη γιά τήν περίσταση τῶν νεονύμφων, προέρχεται ἀπό τήν Π.Δ. καί συγκεκριμένα ἀπό τήν εὐλογία τοῦ Ἰσαάκ πρός τόν Ἰακώβ. Ἐκεῖ ὁ Ἰσαάκ εὐλογώντας τόν Ἰακώβ εὔχεται μεταξύ τῶν ἄλλων· «Καί δῴη σοι ὁ Θεός ἀπό τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ καί ἀπό τῆς πιότητος τῆς γῆς καί πλῆθος σίτου καί οἴνου» (Γεν. 27, 28).
Πρόκειται δηλαδή γιά τά οὐράνια καί ἐπίγεια ἀγαθά πού στό σημεῖο τοῦτο τῆς Εὐχῆς ἐπικαλεῖται ὁ Λειτουργος γιά τούς νεονύμφους. Ἀξίζει νά παρατηρήσει κανείς τό γεγονός ὅτι προηγεῖται ἡ «δρόσος τοῦ οὐρανοῦ» καί ἀκολουθεῖ ἡ «πιότης τῆς γῆς»· προηγοῦνται δηλ. τά οὐράνια ἀγαθά καί ἀκολουθοῦν τά ἐπίγεια· προηγοῦνται τά πνευματικά - ψυχικά ἀγαθά καί ἀκολουθοῦν τά ὑλικά. Καί, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ἐπιβάλλεται καί ἔτσι εἶναι δίκαιο νά γίνεται. Τό πρῶτο καί τό κυριότερο εἶναι νά ζητάει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό τά οὐράνια ἀγαθά· τή χάρη καί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ· τό ἔλεος καί τήν εὐσπλαχνία του· τήν ψυχική του σωτηρία. Καί ὕστερα, σάν δευτερότερο, νά ζητάει τά γήϊνα καί τά κοσμικά, τά ἐφήμερα καί τά βιοτικά· ὑγεία, δόξα, πλοῦτο καί τά παρόμοια.
Καί τήν τάξη αὐτή, τήν ἀξιολόγηση θά λέγαμε σήμερα, μᾶς τή δίδαξε ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος. Ἐκεῖνος εἶπε νά ζητᾶμε πρῶτα αὐτά πού εἶναι πράγματι πρῶτα· καί ὕστερα νά ζητᾶμε αὐτά πού εἶναι δεύτερα σέ ἀξία. Ἄς θυμηθοῦμε τήν «Κυριακή» προσευχή. Ἐκεῖ μᾶς παράγγειλε νά προτάσσουμε τό «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου...» καί μετά νά διατυπώνουμε τό αἴτημα «τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον (Ματθ. στ´, 10-11). Ἄς θυμηθοῦμε ἀκόμη καί τόν ἄλλο κατηγορηματικό λόγο τοῦ Ἰησοῦ· « Ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. στ´, 33). Γι᾿ αὐτό, λοιπόν, ὀρθότατα στό σημεῖο τοῦτο τῆς Εὐχῆς προτάσσεται ὡς αἴτημα γιά τούς νεονύμφους ἡ «δρόσος τοῦ οὐρανοῦ», ἡ χάρη καί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, καί ἕπεται ἡ «πιότης τῆς γῆς», ἡ ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Βλ. καί παραπάνω σχολ. ἀριθ. 15, καθώς καί Εὐγ. Βούλγαρη «Ἀδολεσχία Φιλόθεος», ἀπόδοση Θ. Σπεράντσα, Ἀθῆναι 1962, σελ. 106-108.
Χρειάζεται ἴσως ἐδῶ μιά ἐπιπρόσθετη, καθαρά φιλολογική, σημείωση. Τό οὐσιαστικό «πιότης» δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τό ὁμόηχο «ποιότης». Παράγεται ἀπό τό ἐπίθετο πίος ἤ πίων καί σημαίνει στήν κυριολεξία πάχος, παχύτητα· ἑπομένως «πιότης γῆς» κυριολεκτικά σημαίνει τό γόνιμο καί εὔφορο ἔδαφος καί μεταφορικά ἀφθονία ἀγαθῶν πού παράγει ἡ γῆ, πλοῦτος, εὐτυχία, εὐημερία, εὐπορία καί ἀφθονία ὑλικῶν γενικά ἀγαθῶν.
Ἡ καλή χρήση τῶν ἀγαθῶν
18. «Ἵνα μεταδιδῶσι καί τοῖς χρείαν ἔχουσι». Προφανῶς ἐδῶ γίνεται λόγος γιά τήν καλή χρήση τῶν ἀγαθῶν. Τά ἀγαθά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ· γι᾿ αὐτό καί ἡ χρήση τους πρέπει νά εἶναι τέτοια, ὥστε νά ἀποβλέπει στή δόξα τοῦ Θεοῦ· «δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε» εἶναι ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ (Ματθ. ι´, 8). Ἄλλωστε, κατά τη χριστιανική διδασκαλία, ὅποιος μέ ἀγαθή προαίρεση εὐεργετεῖ καί ἀνακουφίζει τούς ἐνδεεῖς, προσελκύει ἄσφαλτα τή γενναιοδωρία τοῦ Θεοῦ τόσο σέ ἐπίγεια ὑλικά ἀγαθά ὅσο καί σέ πνευματικά καί οὐράνια. «Ἱλαρόν γάρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός» τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Β´ Κορ. θ´, 7). Ἔτσι ἐξάλλου μπορεῖ νά κατανοηθεῖ καί ὁ κατηγορηματικός λόγος τοῦ Κυρίου «μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἤ λαμβάνειν» (Πραξ. κ´, 35). Χαρά, λοιπόν, στούς νεονύμφους πού ὄχι ἁπλῶς θά ἔχουν γιά νά δίνουν, ἀλλά θά προσφέρουν μ᾿ ὅλη τους τήν καρδιά στό συνάνθρωπό τους τά πλούσια δῶρα τοῦ Θεοῦ. Διότι, ὅπως ἐμφαντικά ἀποφαίνεται ὁ σοφός Παροιμιαστής, «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν, κατά δέ τό δόμα αὐτοῦ ἀνταποδώσει αὐτῷ» (Παροιμ. 19, 17). Βλ. καί παρακάτω σχόλ. ἀριθ. 29.
19. «Δωρούμενος ἅμα καί τοῖς συμπαροῦσι πάντα τά πρός σωτηρίαν αἰτήματα» Ἐδῶ, ὅπως καί σέ ἄλλα σημεῖα τῆς Ἀκολουθίας τοῦ γάμου, γίνεται λόγος γιά ὅσους παρακολουθοῦν τό μυστήριο τοῦ γάμου καί συμπροσεύχονται γιά τούς νεονύμφους.
20. «Ὁ τοῦ μυστικοῦ καί ἀχράντου γάμου ἱερουργός». Ὅπως θά δοῦμε καί στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ὁ γάμος τῶν νεονύμφων εἶναι εἰκόνα τῆς ἑνώσεως τοῦ Χριστοῦ μέ τήν Ἐκκλησία. Ὅπως δηλαδή ὁ Χριστός ἀπό τή μεγάλη του ἀγάπη πρός τό ἀνθρώπινο γένος κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί ἦρθε στή γῆ καί ἔγινε ἕνα μέ τήν Ἐκκλησία καί θυσιάστηκε μάλιστα γι᾿ αὐτή, ἔτσι καί ὁ ἄντρας στό γάμο γίνεται ἕνα μέ τή γυναίκα του. Περισσότερα ὅμως γιά τήν παρομοίωση αὐτή θά δοῦμε στά σχόλια πάνω στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα.
Ἡ σημασία τῶν ὀνομάτων γυνή, Εὔα καί Ἀδάμ
21. «Αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρός αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη». Κατά τό Γερμανό φιλόλογο Γ. Κούρτιο (Kurtius) ἡ λέξη «γυνή» (= γυναίκα) παράγεται ἀπό τό ρῆμα γί(γ)νομαι. Τό ὄνομα Εὔα προέρχεται ἀπό τό ἑβραϊκό Χαββά πού σημαίνει «μητέρα κάθε ζωῆς» ἤ ἁπλά «ζωή», ἐνῶ τό ὄνομα Ἀδάμ σημαίνει «χοϊκός», ἐπειδή ὁ Δημιουργός τόν ἔπλασε ἀπό χῶμα (Βλ. Γεν. 2, 23· 3, 20 καί 2, 7).
«Ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα, καί προσκολληθήσεται πρός τήν γυναῖκα αὐτοῦ»
22. Στό σημεῖο τοῦτο τῆς Εὐχῆς θά νόμιζε κανείς πώς ἡ Ἐκκλησία προτρέπει τούς νεονύμφους νά ἐγκαταλείψουν τούς γονεῖς τους καί νά τούς ἀποξενώσουν. Τότε ὅμως τό ἀνωτέρω χωρίο τῆς Π.Δ. (βλ. Γεν. 2, 24) πού, ὅπως εἴδαμε, μνημονεύεται καί στήν προηγούμενη Εὐχή (πρβλ. καί σχόλ. ἀριθ. 11) καί ἐπαναλαμβάνεται αὐτολεξεί ἀπό τόν Κύριο (βλ. Ματθ. ιθ´, 5 καί Μαρκ. ι´, 7) καί τόν ἀπόστολο Παῦλο (βλ. Ἐφεσ. ε´, 31) ὡς στοιχεῖο ἀπαραίτητο γιά τήν ἑνότητα τοῦ ἀντρόγυνου ἔρχεται σέ καταφανή ἀντίθεση μέ τό ἄλλο πού φυσικά ἔχει ἀναμφισβήτητη ἰσχύ καί παντοτινή ἀξία· «τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται, καί ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἔξοδ. 20, 12 καί Δευτερ. 5, 16). Τί συμβαίνει λοιπόν στήν προκείμενη περίπτωση;
Προφανῶς ἐδῶ ἐπιδιώκεται νά καταστεῖ φανερό πώς ὁ δεσμός τοῦ γάμου εἶναι σπουδαιότερος καί στενότερος καί ἀπό αὐτόν ἀκόμη τό δεσμό τῶν τέκνων πρός τούς γονεῖς καί τῶν γονέων πρός τά τέκνα. Αὐτό πρέπει νά τό συνειδητοποιήσουν καλά τόσο οἱ νεόνυμφοι ὅσο καί οἱ γονεῖς τους. Καί τά δύο μέρη χρειάζεται νά προσέξουν πολύ. Οἱ νεόνυμφοι καί μετά τό γάμο τους δίκαιο καί σωστό εἶναι, ἐπιβάλλεται θά λέγαμε καλύτερα, νά ἀπονέμουν τόν ὀφειλόμενο σεβασμό στούς γονεῖς τους, νά τούς ἀγαποῦν καί νά ἐνδιαφέρονται γι᾿ αὐτούς· τυχόν ἀντίθετη συμπεριφορά θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ἀσέβεια, ἀχαριστία καί ἀπανθρωπιά. Οἱ γονεῖς ἀπό τήν ἄλλη πλευρά δέ θά πρέπει νά πάψουν νά ἐνδιαφέρονται γιά τήν εὐτυχία τῶν παιδιῶν τους καί μετά τό γάμο καί νά παρέχουν τίς συμβουλές τους καί τήν πολύτιμη πείρα τους σέ θέματα πού ἀπασχολοῦν καί σέ προβλήματα πού ἀντιμετωπίζουν τά παιδιά τους· εἶναι τοῦτο χρέος τους.
Καί στίς δύο ὅμως περιπτώσεις ὑπάρχουν ὁρισμένα ὅρια πού, ὅταν τά ξεπεράσει κανείς, κάνουν πιά μεγάλο κακό στό νέο ἀντρόγυνο. Πρόκειται, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, γιά παθολογικές καταστάσεις πού προκαλοῦν πραγματική ἀναστάτωση στή ζωή τῶν νεονύμφων καί μπορεῖ νά ὁδηγήσουν καί στή διάλυση ἀκόμη τοῦ γάμου. Ὅταν π.χ. ὁ ἄντρας ἐξακολουθεῖ καί μετά τό γάμο του νά ἐξαρτᾶται ἀπό τούς γονεῖς του ἤ τά ἀδέρφια του καί δέν ἔχει τήν ἱκανότητα νά ἀποδεσμευθεῖ ἀπό αὐτούς ἤ, τό χειρότερο, ὄχι ἁπλά παρέχει τήν ἐντύπωση ἀλλά στήν πραγματικότητα ἀγαπᾶ περισσότερο ἐκείνους παρά τή σύζυγό του, «προσκολλᾶται» περισσότερο σ᾿ ἐκείνους παρά σ᾿ αὐτή, τότε εἶναι βέβαιο πώς ὁ γάμος του δέν εἶναι δυνατόν νά εὐδοκιμήσει· μέ μαθηματική ἀκρίβεια θά καταλήξει σέ ναυάγιο. Στήν περίπτωση αὐτή σανίδα σωτηρίας εἶναι ὁ λόγος τῆς Γραφῆς· «Ἕνεκεν τούτου», γιά χάρη δηλ. τῆς γυναίκας του, «καταλείψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα, καί προσκολληθήσεται πρός τήν γυναίκα αὐτοῦ» (Μαρκ. ι´, 7)· μόνο ἡ ἐφαρμογή τῆς σοφῆς αὐτῆς ἐντολῆς καί ἀλάθευτης συνταγῆς θά σώσει τό γάμο του.
Τό ἴδιο φυσικά ἰσχύει καί γιά τή γυναίκα σχετικά μέ τίς ἐξαρτήσεις της ἀπό τούς δικούς της γονεῖς καί τά ἀδέρφια της· ἡ ἀποδέσμευσή της ἀπό αὐτούς καί ἡ προσκόλλησή της στόν ἄντρα της εἶναι ὅρος ἀπαραίτητος γιά τήν ἁρμονική της συμβίωση. Οἱ στίχοι τοῦ ἱεροῦ ψαλμωδοῦ «ἄκουσον, θύγατερ, καί ἴδε καί κλίνον τό οὖς σου καί ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καί τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου· καί ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεύς τοῦ κάλλους σου» (Ψαλμ. 44, στίχ. 11-12), πού ἔχουν βέβαια εὐρύτερη σημασία καί ἀναφέρονται στήν ἐρωτική σχέση τοῦ οὐράνιου Νυμφίου καί τῆς κάθε ψυχῆς ξεχωριστά, τοῦ Χριστοῦ δηλ. καί τῆς Ἐκκλησίας του, στήν προκείμενη περίπτωση μοιάζουν νά ἠχοῦν κυριολεκτικά καί σέ προστακτικό τόνο γιά τή γυναίκα πού καλεῖται νά ἀφοσιωθεῖ ὁλοκληρωτικά στό σύζυγό της καί νά ξεχάσει ἀκόμη καί πρόσωπα πολύ ἀγαπητά, ἄν παραστεῖ ἀνάγκη, καί γενικά νά ἀποδεσμευτεῖ ἀπό καθετί πού θά μποροῦσε νά βλάψει τό γάμο της.
Ὅσο ὅμως κακό μπορεῖ νά κάνει στό νέο ἀντρόγυνο ἡ ἐξάρτηση τοῦ καθενός ἀπό τούς συζύγους ἀπό τούς δικούς του γονεῖς καί τό οἰκογενειακό του περιβάλλον ἄλλο τόσο κακό μποροῦν νά κάνουν καί τό ὑπερβολικό ἐνδιαφέρον τῶν γονέων, οἱ ὑπερβολικές περιποιήσεις καί τά «κανακέματα», οἱ ποικίλες ἐπεμβάσεις -δείγματα «ἀγάπης» κατά τή γνώμη τους- ἤ, τό χειρότερο, ἡ παθολογική καί ἐγωιστική ἀγάπη τους καί ἡ ἀνταγωνιστική τους προσπάθεια νά κλέψουν καί νά μονοπωλήσουν τήν ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ τους ἀπό τόν ἄντρα ἤ τή γυναίκα του. Ἐδῶ πιά εἶναι ὁλοφάνερο πώς ὑπεισέρχεται καθαρά ὁ παράγοντας τῆς ζήλιας· καί ἡ ἀπαίτηση καί ἐπιμονή αὐτή τῶν γονέων νά ἀγαπᾶ ὁ γαμπρός ἤ ἡ νύφη αὐτούς περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ὀφείλει νά ἀγαπᾶ ὁ ἕνας τόν ἄλλο εἶναι παράλογη καί καταστροφική γιά τήν εὐτυχία τῶν παιδιῶν τους· εἶναι ἐνέργεια ἐγκληματική, θά μπορούσαμε νά ποῦμε.
Ὁ ἀνωτέρω σοφός λόγος τῆς Γραφῆς πού λέγεται γιά τούς νεονύμφους -τρεῖς συνολικά φορές στήν Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος- ἰσχύει ἀσφαλῶς καί γιά τούς γονεῖς τους· θά πρέπει νά σταματήσουν τίς ἀρρωστημένες ἐκδηλώσεις «ἀγάπης» καί νά ἀφήσουν ἥσυχο τό νέο ζευγάρι νά χαρεῖ τήν ἀγάπη του, γιά νά μή βρεθοῦν στή δύσκολη θέση νά θρηνήσουν τά συντρίμμια πού ἄσφαλτα θά δημιουργήσουν ἡ παθολογική τους ἀγάπη καί τό ὑπερβολικό καί ἐνοχλητικό - βλαπτικό ἐνδιαφέρον τους.
«Οὕς ὁ Θεός συνέζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω». Τό ἀδιάλυτο τοῦ γάμου
23. Ὥς τό σημεῖο τοῦτο τῆς Εὐχῆς γίνονται ἀρκετές ἀναφορές στήν Ἁγία Γραφή. Βλ. σχετικά χωρία· Γεν. 1, 28 - 2, 18 - 2, 21-24 - Ματθ. ιθ´, 5-6 - Μαρκ. ι´, 7-9. Πέρα ἀπό ὅσα εἰπώθηκαν πιό πάνω στό σχόλ. ἀριθ. 11 θά θέλαμε νά ἐπισημάνουμε ἐδῶ καί τά ἑξῆς· Ὁ γάμος πού, σύμφωνα μέ τή Γραφή καί τήν ἑρμηνεία της ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, θεσμοθετήθηκε ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό ἤδη ἀπό τή δημιουργία τῶν πρωτοπλάστων εἶναι δεσμός ἀδιάρρηκτος καί ἀδιάλυτος. Ἔτσι τουλάχιστον παρουσιάζεται στά παραπάνω χωρία τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, μέ τρόπο μάλιστα κατηγορηματικό. Ἑπομένως κανένας δέν ἔχει τό δικαίωμα νά χωρίσει τό ὁποιοδήποτε ἀντρόγυνο πού ἑνώθηκε μέ τό μυστήριο τοῦ γάμου. Ἀλλά καί γιά κανένα λόγο δέν πρέπει νά χωρίζει τό ἀντρόγυνο ἀπό μόνο του, «παρεκτός λόγου πορνείας» (Ματθ. ε´, 32).
Αὐτό βέβαια σημαίνει πώς, ἀπό τήν πρώτη κιόλας στιγμή, δέν πρέπει νά καταλήγει κανείς μέ εὐκολία καί ἐπιπολαιότητα στήν ἀπόφαση συνάψεως γάμου. Χρειάζεται σύνεση καί προσοχή προτοῦ πάρει τήν ἀπόφαση· εἶναι ἀπαραίτητο ὅλα νά τά μετρήσει καί νά μήν ἐνεργήσει παράλογα καί κάτω ἀπό τό βάρος προσωρινῶν καί ἐπιφανειακῶν συναισθηματισμῶν ἤ ὁποιωνδήποτε συμφερόντων. Διαφορετικά, μετά τήν πρώτη εὐφορία, ὑπάρχει ἡ πιθανότητα νά βρεθεῖ ἀντιμέτωπος μέ τή σκληρή πραγματικότητα καί ὁ γάμος του νά κλονιστεῖ συθέμελα.
Δέν εἶναι ὅμως μόνο οἱ δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει πολλές φορές τό ἀντρόγυνο ἀπό μόνο του στήν ἁρμονική του συμβίωση, δυσκολίες πού ὀφείλονται σέ προσωπικές ἀδυναμίες τῶν συζύγων καί στήν ἰδιοσυστασία τοῦ χαρακτήρα τους. Εἶναι, δυστυχῶς, καί οἱ ἐξωτερικοί παράγοντες· πρόσωπα τοῦ οἰκογενειακοῦ ἤ φιλικοῦ περιβάλλοντος τοῦ καθενός ἀπό τούς συζύγους· πρόσωπα ἴσως τοῦ περιβάλλοντος τῆς ἐργασίας τῶν συζύγων ἤ καί τοῦ γειτονικοῦ ἀκόμη περιβάλλοντος. Ὅλα αὐτά τά πρόσωπα πολλές φορές, θελημένα ἤ ἀθέλητα, ἀπό καλή ἤ κακή πρόθεση, μέ τίς ἐπεμβάσεις τους προσφέρουν κακή ὑπηρεσία στούς νεονύμφους πού ὑποτίθεται ὅτι τούς ἀγαποῦν καί πώς ἐνδιαφέρονται γι᾿ αὐτούς.
Γιά ὅλα αὐτά τά πρόσωπα πού μπορεῖ νά εἶναι ἀκόμη καί οἱ γονεῖς ἤ τά ἀδέρφια τῶν νεονύμφων, οἱ συγγενεῖς καί οἱ φίλοι τους, οἱ συνάδελφοι στήν ἐργασία τους, οἱ γείτονες ἤ καί οἱ ἁπλῶς γνωστοί τους, γιά ὅλους αὐτούς πού δείχνουν καλοδιάθετο ἤ ὑποκριτικό ἐνδιαφέρον γιά τό ἀντρόγυνο, μέ ἀπώτερο στόχο τή διάλυση τοῦ δεσμοῦ του, ὁ λόγος τῆς Γραφῆς εἶναι κατηγορηματικός καί ἠχεῖ, κατά κάποιο τρόπο, προειδοποιητικά καί ἀπαγορευτικά· «Ὅ ὁ Θεός συνέζευξεν ἄνθρωπος μή χωριζέτω» (Ματθ. ιθ´, 6 καί Μάρκ ι´, 9). Εἶναι πολύ βαριά ἡ εὐθύνη τῶν προσώπων αὐτῶν πού, ἀντί νά ἀμβλύνουν τίς ἀντιθέσεις τοῦ ἀντρόγυνου καί νά συντελέσουν, μέ τρόπο διακριτικό, στήν ὁμαλοποίηση τῶν σχέσεών του, «ρίχνουν λάδι στή φωτιά» ἤ, τό χειρότερο, τό προτρέπουν καί τό ἐξωθοῦν στό διαζύγιο.
Στίς περιπτώσεις αὐτές τό ἀντρόγυνο θά πρέπει νά «διακρίνει» πρόσωπα καί προθέσεις καί νά λαμβάνει ὑπόψη του μόνο τίς ἐποικοδομητικές συμβουλές, ὅ,τι πραγματικά συντελεῖ στήν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεών του καί γενικά ὅ,τι στηρίζει τό γάμο του. Ἄν ὅμως διαβλέπει ὅτι ὁ ρόλος τῶν προσώπων αὐτῶν εἶναι ἀρνητικός καί διαλυτικός, τότε πιά θά πρέπει νά τά ἀπομακρύνει ὅσο ἀκόμη εἶναι νωρίς, νά κωφεύει ἴσως στά λεγόμενά τους καί νά μήν ἐπιτρέπει ἀναμίξεις στίς προσωπικές του ὑποθέσεις.
Ἐκεῖνο ὅμως πού ἔχει σημασία εἶναι νά καταλάβει τό ἀντρόγυνο ὅτι πρέπει νά στηρίζεται στίς δικές του δυνάμεις, νά προσπαθεῖ μέ εἰλικρίνεια νά συζητάει τά ὁποιαδήποτε προβλήματα δυσκολεύουν τήν ἁρμονική του συμβίωση καί, μακριά ἀπό ἐγωϊσμούς, μέ πνεῦμα κατανόησης, ἀνεκτικότητας καί ἀγάπης νά βρίσκει μόνο του τίς σωστές λύσεις στά θέματα πού κάθε φορά ἀνακύπτουν καί θέτουν σέ δοκιμασία τίς συζυγικές σχέσεις.
24. «Καί δός τῇ παιδίσκῃ ταύτῃ ἐν πᾶσιν ὑποταγῆναι τῷ ἀνδρί, καί τόν δοῦλόν σου τοῦτον εἶναι εἰς κεφαλήν τῆς γυναικός». Γιά τήν ὑποταγή τῆς γυναίκας στόν ἄντρα καί γιά τό ρόλο τοῦ ἄντρα ὡς κεφαλῆς τῆς γυναίκας βλ. παρακάτω στά σχόλια πάνω στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα.
Ὁ Λειτουργός ἐπικαλεῖται τό Θεό νά εὐλογήσει τούς νεονύμφους, ὅπως ἀκριβῶς εὐλόγησε φημισμένα γιά τήν πίστη τους καί ὑποδειγματικά γιά τήν ἀρετή τους ἀντρόγυνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
25. Ἀνάμεσα στά εὐλογημένα ἀντρόγυνα τῆς προηγούμενης εὐχῆς πού ἐπαναλαμβάνονται στήν παρούσα μνημονεύονται ἐπιπλέον ἐδῶ· ὁ Μωϋσῆς καί ἡ Σεπφόρα, ἕνας ἀπό τούς γόνους τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ὁ Ἐλιέζερ, καί οἱ γονεῖς τῆς Παναγίας, ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα. Γιά ὅλα αὐτά τά ἀντρόγυνα καί τί σημασία ἔχει ἡ μνεία τους γιά τούς νεονύμφους βλ. παραπάνω σχόλ. ἀριθ. 12.
Ὁ Λειτουργός παρακαλεῖ τό Θεό νά ἐκδηλώσει πλήρη τήν προστασία του καί τήν εὔνοιά του πρός τούς νεονύμφους καί νά τούς κάμει νά νιώσουν τή χαρά πνευματικῶν ἀγώνων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα βιβλικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν μορφῶν.
26. «Διαφύλαξον αὐτούς, Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν...». «Μνημόνευσον αὐτῶν, Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν...». Ἡ Ἁγία Γραφή πέρα ἀπό τά εὐλογημένα ἀντρόγυνα βρίθει καί ἀπό μορφές, στίς ὁποῖες ἐκδηλώθηκε κατά τρόπο θαυματουργικό ἀμέριστη ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ. Ὡς τέτοιες μορφές ἀναφέρονται ἐνδεικτικά ὁ Νῶε, ὁ Ἰωνᾶς, οἱ ἅγιοι τρεῖς Παῖδες· ἀκόμη ὁ Ἐνώχ, ὁ Σήμ καί ὁ Ἠλίας (ὁ Προφήτης)· ἐπίσης ἀναφέρονται οἱ ἅγιοι Σαράντα Μάρτυρες πού μαρτύρησαν τό 320 στή Σεβάστεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὅπως λοιπόν διαφύλαξε τίς ἅγιες αὐτές μορφές καί δέν τίς ἐγκατέλειψε στίς δύσκολες στιγμές ὁ Θεός, ἔτσι ἄς προστατεύει καί τούς νεονύμφους. Ἡ ἴδια μέριμνα καί προστασία τοῦ Θεοῦ ἄς ἐκδηλώνεται καί στούς γονεῖς τῶν νεονύμφων, τούς κουμπάρους καί ὅλο τό ἐκκλησίασμα.
Θά ἤθελα στό σημεῖο τοῦτο νά διευκρινίσω πώς γιά τά εὐλογημένα ἀντρόγυνα καί τίς ἅγιες μορφές πού ἀναφέρονται στίς δύο πρῶτες μεγάλες τῆς εὐλογίας εὐχές τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος δέν ἦταν δυνατό νά γίνει λόγος ἐκτενής. Ὅλα τοῦτα τά πρόσωπα, τόσο τῆς Παλιᾶς ὅσο καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, στά ὁποῖα ποικιλοτρόπως ἐκδηλώθηκε ἡ εὐλογία, ἡ εὔνοια καί ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ, εἶναι λίγο πολύ γνωστά στούς ἀναγνῶστες ἀπό τά παιδικά τους ἀκόμη χρόνια. Ἡ λεπτομερής ἐξάλλου ἐξιστόρηση τοῦ βίου καί τῆς πολιτείας τοῦ καθενός ἀπ᾿ αὐτά τά πρόσωπα θά μᾶς ξεμάκρυνε ἀπό τόν πραγματικό σκοπό τῆς συγγραφῆς τοῦ παρόντος πονήματος πού ἀποβλέπει κυρίως στό νά καταστήσει κατανοητή στό μέσο ἀναγνώστη τήν ὅλη ἱερολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου. Συνοπτικό πάντως ἐγκώμιο τῶν βιβλικῶν μορφῶν Ἐνώχ, Νῶε, Σήμ, Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ, Ἰωσήφ, Μωϋσῆ καί Ἠλία μπορεῖ νά ἰδεῖ ὁ ἀναγνώστης στήν ἴδια τήν Π.Δ. (Σοφία Σιράχ κεφ. 44-49). Ἐπιγραμματικά μόνο ἐδῶ σημειώνω τά ἑξῆς γιά ὁρισμένα ἀπό τά πρόσωπα τῆς β´ Εὐχῆς·
α) Γιά τό Νῶε ἡ Γραφή λέει τό ἑξῆς χαρακτηριστικό· «Νῶε δέ εὗρεν χάριν ἐναντίον (= ἐνώπιον) Κυρίου τοῦ Θεοῦ» (Γεν. 6, 8)· γι᾿ αὐτό καί, ὅταν «οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ ἠνεῴχθησαν, καί ἐγένετο ὁ ὑετός ἐπὶ τῆς γῆς τεσσαράκοντα ἡμέρας καί τεσσαράκοντα νύκτας» (Γεν. 7, 11-12), τόν γλίτωσε ὁ Θεός ἀπό τό μεγάλο κατακλυσμό καί στή συνέχεια μετά τήν ἔξοδό του ἀπό τή σωτήρια κιβωτό «ηὐλόγησεν ὁ Θεός τόν Νῶε καί τούς υἱούς αὐτοῦ» (Γεν. 9, 1).
β) Γιά τήν ἐκδήλωση τῆς ὑπερφυσικῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ἰωνᾶ σημειώνουμε μόνο μιά ἐπιγραμματικότατη φράση ἀπό τόν Εἱρμό τῆς στ´ Ὠδῆς τοῦ Κανόνα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων· «Σπλάγχνων Ἰωνᾶν ἔμβρυον ἀπήμεσεν ἐνάλιος θήρ, οἷον ἐδέξατο». Περισσότερα γιά τόν Ἰωνᾶ, τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία μέ τό θαλάσσιο κῆτος ἀποτελεῖ σταθερό σχεδόν θέμα τοῦ Εἱρμοῦ τῆς στ´ Ὠδῆς τῶν Κανόνων, βλ. στό φερώνυμο βιβλίο τῆς Π.Δ. κεφ. 1-4.
γ) Τήν ἱστορία τῶν «τριῶν παίδων» καί τήν ἐκδήλωση τῆς θεϊκῆς προστασίας μᾶς δίνει ἐξίσου συνοπτικότατα ὁ ὑμνογράφος μέ τόν Εἱρμό τῆς ζ´ Ὠδῆς τοῦ ἴδιου Κανόνα· «Οἱ παῖδες, εὐσεβείᾳ συντραφέντες, δυσσεβοῦς προστάγματος καταφρονήσαντες, πυρός ἀπειλήν οὐκ ἐπτοήθησαν· ἀλλ᾿ ἐν μέσῳ τῆς φλογός ἑστῶτες ἔψαλλον· Ὁ τῶν πατέρων Θεός εὐλογητός εἶ». Ὁλόκληρο τό περιστατικό καί τόν ὕμνο τῶν «τριῶν παίδων» πού ἀποτελοῦν ἀντίστοιχα σταθερά σχεδόν θέματα τῶν Εἱρμῶν τῶν ζ´ καί η´ Ὠδῶν τῶν Κανόνων βλ. στήν Π.Δ., Δανιήλ, κεφ. 3. δ) Γιά τόν Ἐνώχ ἡ Γραφή σημειώνει· «Καί εὐηρέστησεν Ἐνώχ τῷ Θεῷ καί οὐχ ηὑρίσκετο, ὅτι μετέθηκεν αὐτόν ὁ Θεός» (Γεν. 5, 24. Πρβλ. καί· Ἑβρ. ια´, 5).
ε) Ὁ Σήμ πού, γιά τό μεγάλο σεβασμό πού ἔδειξε στόν πατέρα του (τό Νῶε), ἔλαβε τήν εὐλογία του, ἔζησε, κατά τή Γραφή, ἑξακόσια χρόνια «καί ἐγέννησεν υἱούς καί θυγατέρας» (Γεν. 11, 11). στ) Ἡ ἱστορία τοῦ προφήτη Ἠλία, τοῦ «ἔνσαρκου» αὐτοῦ ἀγγέλου, γνωστή λίγο πολύ ἀπό τά ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου (Βασιλ. Γ´, ιζ´ 1-24, Βασιλ. Γ´, ιη´ 1, 17 - ιθ´ 10 καί 15-16, Βασιλ. Γ´, ιθ´ 19-21 καί Βασιλ. Δ´, β´ 1-4 καί 6-14) εἶναι γεμάτη ἀπό τή θαυμαστή προστασία τοῦ Θεοῦ.
ζ) Τέλος ἡ ἀναφορά στή χαρά πού δοκίμασε ἡ ἁγία Ἑλένη, ὅταν βρῆκε τόν τίμιο Σταυρό μᾶς ἀπογειώνει ἀπό τά ὑλικά καί ἐπίγεια καί μᾶς ἀνάγει, μᾶς ἐξυψώνει σέ ἀνώτερες σφαῖρες, σέ πνευματικότερα ἐπίπεδα. Γιατί μπορεῖ βέβαια ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τουλάχιστο φαίνεται ἀπό τό περιεχόμενο τῶν εὐχῶν τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος, νά καταφάσκει κατά τρόπο ρεαλιστικό τά ὑλικά ἀγαθά καί τίς ποικίλες χαρές τοῦ ἔγγαμου βίου· μπορεῖ, ὅπως χαρακτηριστικά εἰπώθηκε, σέ καμιά ἄλλη ἱεροτελεστία ὅσο σ᾿ αὐτή τοῦ γάμου τό πνεῦμα νά πλησιάζει τόσο πολύ πρός τή σάρκα καί νά καθιστᾶ τίς φυσικότερες ὁρμές τοῦ ἀνθρώπου μέσα ἁγιασμοῦ· αὐτό ὅμως μέ κανένα τρόπο δέ σημαίνει πώς μένει σ᾿ αὐτά· ἀντίθετα μάλιστα, κατά τή διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ὅλα αὐτά τά ἐντάσσει στήν πορεία τῆς σωτηρίας τῶν συζύγων. Ἔτσι ὁ γάμος ἀποκτᾶ ἕνα βαθύ πνευματικό περιεχόμενο· ἀπεγκλωβίζεται ἀπό τήν ὑποταγή του σέ μιά βιολογική, ἀποκλειστικά, ἤ ψυχολογική ἀναγκαιότητα καί ἀποβλέπει μέ τήν κοινή πνευματική προσπάθεια τῶν συζύγων στήν προσωπική ἐνεργοποίηση τῶν δώρων τῆς θείας χάρης πού δέχονται κατά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου.
Γι᾿ αὐτό καί κάθε πνευματική νίκη στήν πορεία πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωση» εἶναι πρόξενος χαρᾶς μονιμότερης ἀπ᾿ αὐτή πού προκαλοῦν οἱ ὑλικές ἀπολαύσεις· χαρᾶς σάν αὐτή πού ἔνιωσε «ἡ μακαρία Ἑλένη, ὅτε εὗρε τόν τίμιον Σταυρόν»· χαρᾶς σάν αὐτή πού ἔνιωθαν, ἀκόμη καί κατά τή διάρκεια τοῦ μαρτυρίου τους, οἱ ἀναρίθμητοι μάρτυρες τῆς πίστεως. Μιά τέτοια χαρά μποροῦν νά αἰσθάνονται καί οἱ νεόνυμφοι, τό κάθε ἀντρόγυνο, καθώς θά πορεύεται χέρι–χέρι καί ἀγωνιστικά πρός τήν τελείωση καί θά ἔχει συμπαραστάτη καί βοηθό τόν ἴδιο τό Θεό. Καί μιά τέτοια χαρά εἶναι πράγματι κτῆμα μόνιμο καί ἀναφαίρετο. Εἶναι ἡ χαρά γιά τήν ὁποία εἶπε χαρακτηριστικά ὁ Κύριος· «Καί χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία, καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν» (Ἰω. ιστ´, 22).
«Εὐχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οἴκων»
27. «Μνημόνευσον, Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, καί τῶν ἀναθρεψάντων αὐτούς γονέων...». Στό σημεῖο τοῦτο τῆς Εὐχῆς ὁ Λειτουργός παρακαλεῖ τό Θεό νά μή λησμονήσει, ἀλλά νά σκεπάζει πάντοτε μέ τό προστατευτικό του χέρι καί τούς γονεῖς τῶν νεονύμφων καί ἐπάγει ὡς δικαιολογία τό· «ὅτι εὐχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οἴκων». Ἡ φράση, λόγω τοῦ κύρους της, ἔχει καταντήσει σχεδόν παροιμιώδης.
Τά παιδιά ζητοῦν συνήθως τήν εὐχή τῶν γονιῶν τους· πρβλ. τίς φράσεις· «δέ θά μοῦ δώσεις τήν εὐχή σου;» ἤ «δῶσ᾿ μου τήν εὐχή σου». Καί οἱ γονεῖς συνήθως δίνουν μ᾿ ὅλη τους τήν καρδιά τήν εὐλογία τους, τήν εὐχή τους· πρβλ. τίς φράσεις· «σοῦ δίνω τήν εὐχή μου» ἤ «τήν εὐχή μου νά ᾿χεις». Ἡ εὐχή τῶν γονέων εἶναι γεμάτη νόημα, γεμάτη ἀγάπη, γεμάτη προσδοκία καί ἐλπίδες γιά τήν προκοπή τῶν παιδιῶν τους πού τή στιγμή αὐτή ἑνώνονται μέ τό δεσμό τοῦ γάμου. Εὐχή πού δέν εἶναι κενός λόγος καί «τυπική» ἔκφραση, ὅπως ἵσως ἡ εὐχή πολλῶν ἀπό τούς καλεσμένους πού παρακολουθοῦν τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου.
Οἱ εὐχές τῶν γονέων, εἶναι, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ἡ κατακλείδα ὅλων τῶν μέχρι τή στιγμή αὐτή φροντίδων, τοῦ ἐνδιαφέροντος καί τῶν θυσιῶν τους γιά τά παιδιά τους. Γι᾿ αὐτό καί ἀνάμικτα εἶναι τά συναισθήματα πού νιώθουν οἱ γονεῖς κατά τόν ἀποχωρισμό τῶν τέκνων τους, ἰδιαίτερα τῶν κοριτσιῶν, ὅταν παντρεύονται. Χαρά ἀπό τή μιά πού ἀξιώθηκαν νά τά παντρέψουν· λύπη καί πίκρα ἀπό τήν ἄλλη πού μέ τό γάμο τους τά «χάνουν»· ἀγωνία γιά τήν προκοπή τους καί τήν εὐτυχία τους. Ἀπό τήν ἑλληνική ἀρχαιότητα ἤδη ὁ τραγικός Εὐριπίδης, ὁ μεγάλος αὐτός ἀνατόμος τοῦ ἀνθρώπινου πόνου, τό εἶχε παρατηρήσει αὐτό·
ἀποστολαί γάρ μακάριαι μέν, ἀλλ᾿ ὅμως
δάκνουσι τούς τεκόντας, ὅταν ἄλλοις δόμοις
παῖδας παραδιδῷ πολλά μοχθήσας πατήρ (Ἰφιγ. ἐν Αὐλ. 688-690).
Δηλαδή· Χαρά εἶναι ὁ γάμος, οἱ γονεῖς ὅμως πικραίνονται· ὁ πατέρας, πού πολύ κουράστηκε, πικραίνεται, ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα νά παραδώσει τά παιδιά του σέ ἄλλα, ξένα σπίτια.
Ἐξίσου ἐκφραστικά εἶναι καί τά δημοτικά μας τραγούδια πού ἀναφέρονται στό ἴδιο θέμα·
Ἄσπρη κατάσπρη πέρδικα πού ᾿χα στή γειτονιά μου!
Ἦρθαν ξένοι παντάξενοι, ἦρθαν καί μᾶς τήν πῆραν·
ξεῖσκιωσαν τά σπίτια μας καί ᾿σκιώσανε τά ξένα
τραγουδοῦν σέ τόνο σοβαρό χορεύοντας «στά τρία» οἱ οἰκεῖοι καί συγγενεῖς τῆς νύφης τή στιγμή πού αὐτή φοράει τό φόρεμα τό νυφικό. Καί ἐπιτείνεται ὁ πόνος καί ἡ πίκρα τῶν γονέων, καθώς ἀκούγεται τό τραγούδι πού λέγεται γιά λογαριασμό τῆς νύφης τήν ὥρα πού ξεκινοῦν γιά τό «στεφάνωμα».
Ἀφήνω γειά στό σπίτι μου καί γειά στούς συγγενεῖς μου·
ἀφήνω γειά στή μάνα μου καί στά γλυκά μ᾿ ἀδέρφια·
ἀφήνω στή μανούλα μου τρία γυαλιά φαρμάκι·
τό ᾿να νά παίρνει τό πρωΐ, τ᾿ ἄλλο τό μεσημέρι·
τό τρίτο τό φαρμακερό νά παίρνει βράδυ βράδυ*.
----------------------------
* Οἱ στίχοι προέρχονται ἀπό δημοσιευμένη προσωπική συλλογή μου δημοτικῶν τραγουδιῶν (βλ. σχόλ. ἀριθ. 59).
----------------------------
Γιά ὅλους αὐτούς τούς λόγους οἱ εὐχές τῶν γονέων δικαιολογημένα θεωροῦνται ὅτι στηρίζουν τά θεμέλια τοῦ σπιτικοῦ τῶν νεονύμφων· «εὐχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οἴκων».
Καί θά πρέπει κανονικά οὔτε τά τέκνα πού ἔρχονται «εἰς γάμου κοινωνίαν» νά ἀδιαφοροῦν γιά τή συγκατάθεση καί τήν εὐχή τῶν γονιῶν τους· γιατί τοῦτο μαρτυρεῖ ἀσέβεια καί ἀχαριστία πρός τούς γονεῖς πού τά ἀνάθρεψαν καί πάντοτε θέλουν τό καλό τους. Οὔτε ὅμως καί οἱ γονεῖς θά πρέπει νά διστάζουν καί νά ἀρνοῦνται νά δίνουν τήν εὐχή τους ἀπό πεῖσμα καί ἐγωισμό, ἐπειδή δέν ἐγκρίνουν ἴσως τήν ἐκλογή τοῦ συντρόφου τῶν παιδιῶν τους· γιατί καί τοῦτο δέν εἶναι σωστό. Τό δίκαιο καί τό σωστό εἶναι οἱ γονεῖς νά ποῦν τή γνώμη τους καί μέ τήν πείρα πού τούς διακρίνει νά ζητήσουν νά προφυλάξουν τά τέκνα τους ἀπό τυχόν βιαστικές ἐνέργειες, γιά νά τά γλιτώσουν ἀπό κινδύνους καί προβλήματα πού θά ἀντιμετωπίσουν πιθανότατα στό συζυγικό τους βίο· ἀπό ἐκεῖ καί πέρα θά πρέπει νά ἀφεθεῖ νά ἐνεργήσει ἡ ἐλεύθερη βούληση καί ἡ προσωπική εὐθύνη τῶν μελλονύμφων. Γενικά ὅμως θά πρέπει νά καταβάλλεται προσπάθεια καί ἀπό τίς δύο μεριές νά μήν παρατηροῦνται τέτοιες ἀκρότητες· γιατί ὁπωσδήποτε, σέ τελική ἀνάλυση, αὐτές δέν προοιωνίζονται καί δέ συντελοῦν στήν εὐτυχία τοῦ νέου ἀντρόγυνου.
Καί γιά νά ὑπογραμμίσουμε τή διαχρονική ἀξία καί ἰσχύ πού ἔχει ἡ ἀνωτέρω παροιμιώδης ἔκφραση τῆς Εὐχῆς, καθώς καί τή μεγάλη σημασία πού ἔχουν οἱ ἐγκάρδιες εὐχές τῶν γονέων γιά τήν προκοπή τῶν νεονύμφων καί τή στήριξη τοῦ σπιτικοῦ τους θά ἐπικαλεστοῦμε ἐδῶ ἕνα ἀνάλογο χωρίο ἀπό τή σοφία τῆς Γραφῆς· «εὐλογία πατρός στηρίζει οἴκους τέκνων, κατάρα δέ μητρός ἐκριζοῖ θεμέλια» (Σοφία Σειράχ 3, 9).
28. «Ὕψωσον αὐτούς ὡς τάς κέδρους τοῦ Λιβάνου». Ἡ (καί ὁ) κέδρος εἶναι δέντρο μεγάλο καί μακροβιότατο· ζεῖ μέχρι 2.500 χρόνια περίπου· τό ξύλο του εἶναι εὔοσμο (μυρωδάτο) καί στερεό. Συμβολίζει τήν ὀμορφιά καί τή χάρη, τή μακροβιότητα, τήν εὐρωστία. Ἑπομένως ἡ ἀνωτέρω φράση τῆς εὐχῆς ἔχει γιά τούς νεονύμφους καθαρά συμβολικό χαρακτήρα.
29. «Ἵνα, πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες, περισσεύσωσιν εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν καί σοί εὐάρεστον». Ἡ φράση, ἐλαφρά τροποποιημένη γιά τήν περίπτωση τῶν νεονύμφων, εἶναι ἀπό τίς συμβουλές πού δίνει ὁ Παῦλος στούς Κορινθίους γιά τήν ὀρθή χρήση τῶν ἀγαθῶν καί τό πνεῦμα τῆς γενναιόδωρης προσφορᾶς πρός τόν πλησίον πού πρέπει νά τούς διέπει. «Δυνατός δέ ὁ Θεός πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντί πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν» γράφει συγκεκριμένα ὁ ἀπόστολος στήν ἐπιστολή του (Β´ Κορ. θ´, 8). Καί προφανῶς αὐτό ἀκριβῶς τό μήνυμα προσπαθεῖ νά περάσει ἡ Ἐκκλησία στούς νεονύμφους στό σημεῖο τοῦτο τῆς Εὐχῆς. Ὁ Θεός δηλαδή, πού εἶναι ἡ πηγή «παντός ἀγαθοῦ», «ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν», εἶναι σέ θέση καί ἔχει τή δύναμη ὄχι μόνο νά παρέχει πάντοτε ἄφθονα τά ποικίλα ἀγαθά Του στούς νεονύμφους ἀλλά καί νά ἐνισχύει τήν καλή τους διάθεση γιά ἀγαθοεργίες εὐάρεστες στό Θεό. Βλ. καί παραπάνω σχόλ. ἀριθ. 18.
30. «Ὁ Θεός ὁ ἅγιος, ὁ πλάσας ἐκ χοός τόν ἄνθρωπον, καί ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτοῦ ἀνοικοδομήσας γυναῖκα, καί συζεύξας αὐτῷ βοηθόν κατ᾿ αὐτόν, διά τό οὕτως ἀρέσαι τῇ σῇ μεγαλειότητι, μή μόνον εἶναι τόν ἄνθρωπον ἐπὶ τῆς γῆς». Βλ. παραπάνω σχόλ. ἀριθ. 11, 21 καί 23.
31. «Ἐξαπόστειλον τήν χεῖρά σου ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου». Βλ. παραπάνω, σχόλ. ἀριθ. 14.
32. «Καί ἅρμοσον τόν δοῦλόν σου (τόνδε), καί τήν δούλην σου (τήνδε), ὅτι παρά σοῦ ἁρμόζεται ἀνδρί γυνή». Στό σημεῖο τοῦτο τῆς Εὐχῆς ὁ Λειτουργός «ἁρμόζει τάς δεξιάς τῶν νυμφευομένων», σύμφωνα μέ τά ὁριζόμενα στό Μικρό Εὐχολόγιο σέ σχετική ὑποσημείωση. Γι᾿ αὐτό ἡ τρίτη τούτη εὐχή τῆς εὐλογίας λέγεται συνήθως εὐχή συζεύξεως. Ἡ συναρμογή αὐτή, ἡ ἕνωση δηλ. τῶν δεξιῶν χεριῶν τῶν νεονύμφων πού γίνεται μέσω τοῦ Ἱερέα ἀνάγεται σέ παλαιότατους χρόνους. Ἤδη στήν Π.Δ. βλέπουμε τό Ραγουήλ νά πιάνει τήν κόρη του ἀπό τό χέρι καί νά τήν παραδίνει στόν Τωβία, τό μέλλοντα σύζυγό της· «καί ἐκάλεσεν Σάρραν τήν θυγατέρα αὐτοῦ καί λαβών τῆς χειρός αὐτῆς παρέδωκεν αὐτήν τῷ Τωβίᾳ γυναῖκα» (Τωβίτ 7, 13). Μέ τή φράση ἐξάλλου τῆς Εὐχῆς «ὅτι παρά σοῦ ἁρμόζεται ἀνδρί γυνή» τονίζεται γιά μιά ἀκόμη φορά (βλ. καί παραπάνω σχόλ. ἀριθ. 19 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἀρραβώνα) πώς ἡ ἕνωση τῶν νεονύμφων εἶναι θέλημα Θεοῦ καί πώς σέ κάθε ἕνωση «νυμφαγωγός» εἶναι ὁ ἴδιος ὁ αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος Θεός· ἑπομένως ὁ Ἱερέας μέ τήν πράξη τῆς «ἁρμογῆς», τῆς σύναψης δηλ. «τῶν δεξιῶν», εἶναι σάν νά «ἐγχειρίζει» κατά κάποιο τρόπο ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ τή νύφη στό γαμπρό.
Αὐτή ἡ ἴδια ἡ συναρμογή τῶν δεξιῶν τῶν νεονύμφων ἑρμηνεύεται ἀπό πολλούς πώς συμβολίζει τόν ἀδιάσπαστο καί «διά βίου» σύνδεσμό τους, τό ἀδιάλυτο γενικά τοῦ γάμου, τοῦ εὐλογημένου αὐτοῦ δεσμοῦ πού καί «ζυγός» χαρακτηριστικά ἀποκαλεῖται· ἔτσι ἀκριβῶς, ζυγός δηλ., τιτλοφορεῖται ὁ γάμος καί ἀπό τό Μ. Βασίλειο· «ὁ διά τῆς εὐλογίας ζυγός»· ζυγός δηλ. πού τόν εὐλογεῖ ἡ Ἐκκλησία, γιά νά εὐδοκιμήσει καί νά ἀποδώσει (βλ. Μ. Βασιλείου, Ὁμιλία ζ´, εἰς Ἑξαήμερον, παρ. 7). Καί ἡ ἀντίληψη αὐτή, ὅτι ὁ γάμος δηλαδή εἶναι ζυγός, ἔχει περάσει καί στό θρησκευόμενο λαό μας, ὁ ὁποῖος θυμόσοφα λέει γιά τόν καθένα πού ἔρχεται σέ κοινωνία γάμου· πάει κι αὐτός, μπῆκε στό ζυγό· μιά φράση μέ βαρυσήμαντο νόημα· γιατί δείχνει ἀπό τή μιά τή σοβαρότητα τοῦ δεσμοῦ τοῦ γάμου, τίς δυσκολίες πού ἔχουν νά ἀντιμετωπίσουν οἱ νεόνυμφοι καί τήν ἀνάγκη γιά δημιουργική προσπάθεια καί ἀπό τήν ἄλλη πώς δέν ὑπάρχουν πιά, δέν ἐπιτρέπεται νά ὑπάρχουν, περιθώρια γιά «ἐλεύθερη» δράση ἀπό τούς συζύγους, ἀλλά κάθε ἐνέργειά τους εἶναι ἀνάγκη νά γίνεται «ἀπό κοινοῦ» καί νά ἔχει τή συγκατάθεση καί τῶν δυό, ἄν θέλουν τό καθετί πού ἐπιχειροῦν νά ἔχει καί καλό ἀποτέλεσμα.
Τά στέφανα τοῦ γάμου καί ἄλλα ἐπιμέρους στοιχεῖα τῆς ἱεροτελεστίας
33. «Εἶτα τίθησι τά Στέφανα ἐπὶ τάς κεφαλάς τῶν Νυμφίων». Τά στέφανα τοῦ γάμου (τά «γαμήλια στέφη» τῶν ἀρχαίων) εἶναι ἕνα ἔθιμο προχριστιανικό. Ἐπειδή ἦταν πολύ διαδομένο, ἡ Ἐκκλησία ἀναγκάστηκε νά τό δεχτεῖ στό μυστήριο τοῦ γάμου, στό στεφάνωμα δηλαδή. Ἔδωσε ὅμως, ὅπως καί σέ τόσα ἄλλα προχριστιανικά ἔθιμα, νέα συμβολική ἑρμηνεία. Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι τά στεφάνια, μέ τά ὁποῖα στεφανώνονται οἱ νεόνυμφοι, εἶναι στεφάνια νίκης. Ἐπειδή δηλαδή ἀγωνίστηκαν νά μείνουν ἁγνοί καί δέν ὑπέκυψαν στόν πειρασμό τῆς ἡδονῆς, γι᾿ αὐτό καί στεφανώνονται ὡς ἀήττητοι καί νικητές (βλ. καί σχόλ. ἀριθμ. 61). Τά στέφανα τοῦ γάμου ἀνταλλάσσει πάνω στά κεφάλια τοῦ γαμπροῦ καί τῆς νύφης κατά τή διάρκεια τῆς στέψης πρῶτον ὁ Ἱερέας καί ὕστερα ὁ παράνυμφος, ὁ κουμπάρος. Τά στέφανα μετά τό γάμο φυλάγονται ἀπό τό συζυγικό ζεῦγος στό εἰκονοστάσι ἤ σέ εἰδική στεφανοθήκη, ἐνῶ παλιότερα φυλάγονταν στό σκευοφυλάκιο τοῦ ναοῦ, τοῦ ὁποίου καί ἦταν συνήθως κτήματα (βλ. καί σχόλια ἀριθ. 59 καί 62, ὅπου γίνεται λόγος γιά τή «λύση» τῶν στεφάνων καί τή «συστολή» τῶν συμβόλων τοῦ γάμου).
Πέρα ἀπό τήν ἀνωτέρω συμβολική σημασία πού δίνει στά στέφανα τοῦ γάμου ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι συμβόλιζαν κατά κάποιο τρόπο τήν ἐξουσία καί τήν ἡγεμονία πού περιβάλλονται οἱ νεόνυμφοι καί μέλλουν νά ἀσκήσουν πάνω στά τέκνα τους καί τό λοιπό προσωπικό τοῦ σπιτικοῦ τους. Τή συμβολική τους αὐτή μάλιστα σημασία ἐνισχύει καί ἡ πληροφορία ὅτι στήν παλιά ὀρθόδοξη Ρωσία τά στεφάνια τοῦ γάμου πολλές φορές ἦταν κατασκευασμένα ἀπό ἄργυρο ἤ ἄλλο μέταλλο, σχεδόν ὅμοια μέ τά βασιλικά στέμματα, καί εἶχαν ἐπάνω τους τό ἀποτύπωμα τοῦ Χριστοῦ τό ἕνα (τοῦ γαμπροῦ) καί τῆς Παναγίας τό ἄλλο (τῆς νύφης). Ἡ χρήση τῶν στεφάνων τοῦ γάμου φαίνεται ὅτι καθιερώθηκε στήν Ἐκκλησία ἀπό τόν 4ο αἰώνα, καί μάλιστα γιά πρώτη φορά σέ γάμο μεταξύ χριστιανῶν πού ἦταν Ἕλληνες, γι᾿ αὐτό καί ἐπικράτησε μέχρι σήμερα τό μυστήριο τοῦ γάμου νά ἀποκαλεῖται καί «στέψις» ἤ «στεφάνωμα».
Ἐκτός ἀπό τά στέφανα τοῦ γάμου ἄλλα ἐπιμέρους στοιχεῖα καί ἔθιμα τῆς ἱεροπραξίας τοῦ γάμου εἶναι· α) τά δαχτυλίδια γιά τά ὁποῖα ἔγινε λόγος παραπάνω (βλ. σχόλ. ἀριθ. 3 καί 15 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἀρραβώνα)· β) ὁ νυφικός πέπλος πού χρησιμοποιοῦνταν καί ἀπό τούς ἀρχαίους κατά τήν τέλεση τοῦ γάμου καί ἀφαιροῦνταν μετά τό γαμήλιο δεῖπνο, γίνονταν δηλαδή τά λεγόμενα «ἀνακαλυπτήρια». Παρόμοια συνήθεια φαίνεται πώς ὑπῆρχε καί στούς Ἑβραίους (πρβλ. Γεν. 29, 24–25). Ἰδιαίτερη σημασία ἀπέκτησε ὁ πέπλος (velum) στή Δυτική Ἐκκλησία, ὅπου, κατά τόν Ἀμβρόσιο, συμβόλιζε τή συζυγική αἰδώ. Ἐπικράτησε μάλιστα στή Δύση τό ρῆμα nubeo (=καλύπτω μέ πέπλο) νά σημαίνει αὐτό τό ἴδιο τό μυστήριο τοῦ γάμου, ὅπως στήν Ἀνατολική Ἐκκλησία τό ρῆμα στεφανώνω. Τέλος θά μποροῦσε κανείς νά ἀναφέρει μεταξύ τῶν ἐκκλησιαστικῶν γαμικῶν ἐθίμων τό ὅλο τυπικό τῆς εὐλογίας, τή σύναψη τῶν χειρῶν τῶν νεονύμφων (γιά τήν ὁποία μιλοῦν κυρίως τά ἀρχαιότερα ἀπό τά σωζόμενα Εὐχολόγια), τήν παρουσία τοῦ παρανύμφου (κουμπάρου) κ.ἄ.
Τά δοξασμένα καί τιμημένα στέφανα
34. «Δόξῃ καί τιμῇ στεφάνωσον αὐτούς». Τό τμῆμα τοῦτο τῆς δέησης εἶναι παραλλαγή ἀντίστοιχης φράσης τοῦ στίχου 6 ἀπό τόν 8ο Ψαλμό. «Ἠλάττωσας αὐτόν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καί τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν». Ἐκεῖ γίνεται λόγος γιά τή δόξα καί τήν τιμή, μέ τήν ὁποία περιέβαλε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο. Μολονότι ὁ ἄνθρωπος μπροστά στό μεγαλειῶδες σύμπαν εἶναι ἀφάνταστα μικρός καί ἀφανής, ἐντούτοις ὁ Θεός τόν στεφάνωσε μέ ἀνυπέρβλητη δόξα καί τιμή καί τόν κατέστησε κυρίαρχο τῆς φύσης καί ὅλων τῶν δημιουργημάτων του. Ἡ ἐξαιρετική καί ἀποκλειστική αὐτή τιμή τοῦ Δημιουργοῦ πρός τόν ἄνθρωπο κάνει τόν ἱερό ψαλμωδό νά ἀπορεῖ καί νά διερωτᾶται πῶς συμβαίνει νά θυμᾶται καί νά φροντίζει τόσο πολύ τόν ἄνθρωπο· «Τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ; ἤ υἱός ἀνθρώπου, ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; (στίχ. 5).
Ὁλόκληρος ὁ 8ος Ψαλμός εἶναι ἕνας ὕμνος καί ἐγκώμιο τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτό φανερώνεται στή δημιουργία τοῦ σύμπαντος. Πρός τό μεγαλεῖο αὐτό ἀντιπαραβάλλεται ἡ μικρότητα και ἡ μηδαμινότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαίρεται ἔτσι ἡ ἀγαθότητα καί ἡ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κατέστησε τόν ἄνθρωπο κυρίαρχο τῶν δημιουργημάτων του. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ ψαλμωδός πλέκει ταυτόχρονα καί τό ἐγκώμιο τοῦ μεγαλείου τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἴδιο βλέπουμε νά κάνει καί ἕνας «ἐθνικός» ποιητής, ὁ τραγικός Σοφοκλῆς, ὁ ὁποῖος στήν «Ἀντιγόνη» (στίχ. 333 κ.ἑ.) πλέκει παρόμοιο ἐγκώμιο τοῦ ἀνθρώπου γιά τή θαυμαστή του πορεία πάνω στήν κυριαρχία τῆς φύσης· «Πολλά τά δεινά, κοὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει...».
Καί οἱ νεόνυμφοι πού τώρα στεφανώνονται μέ τά στέφανα τοῦ γάμου; Τί νόημα μπορεῖ νά ἔχει γι᾿ αὐτούς ἡ τριπλή δέηση τοῦ Ἱερέα «Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, δόξῃ καί τιμῇ στεφάνωσον αὐτούς»; Πῶς θά εἶναι ἔνδοξος καί τιμημένος ὁ ἔγγαμος βίος τους; Πῶς ἀλλιῶς, παρά ἄν δέν ξεχνοῦν ποτέ τήν τιμή καί τή δόξα, μέ τήν ὁποία τούς περιέβαλε ὁ Θεός; Πῶς ἀλλιῶς, παρά ἄν προσπαθοῦν πάντοτε καί μέ κάθε τρόπο νά μήν ἀμαυρώσουν μέ τήν ὅλη τους πολιτεία αὐτή τή δόξα καί τήν τιμή, μέ τήν ὁποία τούς στεφάνωσε ὁ Θεός; Πῶς ἀλλιῶς, παρά ἄν κύριο μέλημά τους εἶναι νά φανοῦν ἀντάξιοι αὐτοῦ τοῦ ὕψους, στό ὁποῖο τούς ἀναβίβασε ὁ Θεός, καί νά μήν ἀλλοιώσουν τό «κατ᾿ εἰκόνα», μέ τό ὁποῖο τούς προίκισε; Πῶς ἀλλιῶς, παρά μόνο ἄν ἔχουν σταθερά τή συναίσθηση αὐτῆς τῆς τιμῆς καί τῆς ἄκρας συγκατάβασης, ἀλλά καί τοῦ χρέους πού ἀπορρέει ἀπ᾿ αὐτή νά πορεύονται σύμφωνα μέ τό θέλημά του; Καί πῶς ἀλλιῶς, παρά ἄν ποτέ δέ λησμονοῦν ὅτι δέν ἔχουν μόνο τήν τιμή νά εἶναι συμμέτοχοι στήν κυριαρχία τῆς φύσης, ἀλλά ὅτι ἔχουν καί τήν ὑποχρέωση νά εἶναι συνδημιουργοί καλῶν ἔργων;
Καί γιά ὅλα αὐτά ὁ ἔγγαμος βίος προσφέρεται στούς νεονύμφους ὡς ἡ ἰδανικότερη «παλαίστρα» καί ὡς τό καταλληλότερο «στάδιον» γιά τή διεξαγωγή τοῦ ἀγώνα. Θά ἀναδειχθοῦν ἄραγε νικητές, ὥστε νά ἀποκτήσει νόημα γι᾿ αὐτούς ἡ πανηγυρική καί χαρμόσυνη ἐπίκληση τοῦ Λειτουργοῦ «Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, δόξῃ καί τιμῇ στεφάνωσον αὐτούς»; Θέλουμε νά πιστεύουμε πώς ὁ συνεχής καί συνεπής ἀγώνας τους μέ τή συνδρομή τῆς θείας χάρης θά ἔχει τό ποθούμενο ἀποτέλεσμα.
Οἱ στίχοι τοῦ Προκειμένου «ἔθηκας ἐπὶ τήν κεφαλήν αὐτῶν στεφάνους...»
35. «Προκείμενον» στή λειτουργική γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι σύντομοι στίχοι ἤ φράσεις ἀπό τά βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κυρίως τούς Ψαλμούς. Προτάσσεται συνήθως τῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων τῆς Παλιᾶς (στήν Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ) καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἰδιαίτερα τοῦ ἀποστολικοῦ (στή θεία Λειτουργία καί σ᾿ ἄλλες ἱερές Ἀκολουθίες). Στήν Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ λέγεται ἀμέσως μετά τήν «Εἴσοδο» καί τό «Φῶς ἱλαρόν». Γιά καθεμιά μάλιστα ἀπό τίς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας ὑπάρχει ἰδιαίτερο Προκείμενο, «τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας», ὅπως λέγεται στό Τυπικό. Στήν Ἀκολουθία ἐπίσης τοῦ Ὄρθρου ἔχουμε τά Προκείμενα πού ψάλλονται ἀπό τό χορό τῶν ψαλτῶν ἀμέσως μετά τά Ἀντίφωνα τῶν Ἀναβαθμῶν τῶν ὀκτώ Ἤχων, καθώς καί τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας (δεσποτικῶν, θεομητορικῶν, τῶν ἁγίων κ.λπ.).
Ἐδῶ οἱ στίχοι τοῦ Προκειμένου πού προτάσσονται τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος εἶναι μέρος τῶν στίχων 4 καί 5 τοῦ Κ´ (20) Ψαλμοῦ· οἱ στίχοι εἶναι ἐλαφρά τροποποιημένοι, εἰδικά γιά τήν περίπτωση τῶν νεονύμφων. Γιά τό συμβολισμό τῶν στεφάνων τοῦ γάμου, ὡς στεφάνων νίκης, βλ. σχόλ. ἀριθ. 33 καί 61.
Ἡ παντοτινή εὐχαριστία «ὑπέρ πάντων» καί ἡ πρός ἀλλήλους ὑποταγή «ἐν φόβῳ Χριστοῦ»
36. Στήν ἀρχή τοῦ πέμπτου (ε´) κεφαλαίου τῆς πρός Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς του ὁ Παῦλος γράφει πώς στίς μεταξύ τους σχέσεις οἱ χριστιανοί πρέπει νά ἔχουν ὡς ὑπόδειγμα τόν Κύριο· νά εἶναι δηλαδή στή ζωή τους «μιμηταί τοῦ Θεοῦ» καί νά περιπατοῦν «ἐν ἀγάπῃ». Καί τοῦτο διότι καί ὁ Χριστός ἀγάπησε τούς ἀνθρώπους καί παρέδωσε τόν ἑαυτό του γιά χάρη τους καί γιά τή σωτηρία τους. Τούς γράφει στή συνέχεια τί πρέπει νά προσέχουν καί τί νά ἀποφεύγουν στίς μεταξύ τους σχέσεις. Καί πρίν περάσει στά ἀμοιβαῖα καθήκοντα τῶν συζύγων τονίζει τά δύο στοιχεῖα πού βλέπουμε στήν ἀρχή τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος καί πού πρέπει νά διέπουν τή ζωή τῶν χριστιανῶν· Τό ἕνα εἶναι ἡ παντοτινή εὐχαριστία «ὑπέρ πάντων», γιά ὅλα δηλαδή πού μᾶς δίνει ἤ μᾶς στέλνει ὁ Θεός, καί τό ἄλλο ἡ πρός ἀλλήλους ὑποταγή «ἐν φόβῳ Χριστοῦ». Καί μολονότι αὐτά λέγονται καί ἰσχύουν γιά ὅλους γενικά τούς χριστιανούς, εὔκολα μπορεῖ νά συμπεράνει κανείς τήν ἰδιαίτερη σημασία πού ἔχουν γιά τούς νεονύμφους. Ἡ ἀγάπη καί ἡ ὑποταγή τοῦ ἑνός στόν ἄλλο εἶναι τά ἀπαραίτητα στοιχεῖα καί τό θεμέλιο πάνω στό ὁποῖο θά στηριχθεῖ ἡ ὁμαλή συμβίωση καί ἡ εὐτυχία τῶν νεονύμφων.
Πρῶτο καί ὕψιστο καθῆκον τῆς συζύγου ἡ «ἐν παντί» ὑποταγή
37. Οἱ στίχοι αὐτοί ἀναφέρονται στά καθήκοντα τῶν γυναικῶν. Στή συνέχεια ὁ Παῦλος θά κάνει λόγο γιά τά καθήκοντα τῶν ἀνδρῶν. Οἱ στίχοι πού ἀναφέρονται στά καθήκοντα τῶν γυναικῶν (στίχ. 22–24) ἀποτέλεσαν τό ἀντικείμενο ὁλόκληρης ὁμιλίας τοῦ Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ ὁποία εἶναι γνωστή ὡς Ὁμιλία κ´ (20) καί ἀποτελεῖται ἀπό 30 κεφάλαια. Πρόκειται γιά μιά ὁμιλία πού, μολονότι προέρχεται ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, εἶναι πολύ διαφωτιστική καί πολλά ἔχει νά πεῖ καί στά σημερινά ἀντρόγυνα. Ἀπό τήν ὁμιλία αὐτή, στή συνέχεια τοῦ σχολιασμοῦ τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος, θά παραθέσουμε μεταφρασμένα μερικά χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα. Βάση τῆς μετάφρασης αὐτῆς ἀποτέλεσε ἡ ἀντίστοιχη μετάφραση ὁλόκληρης τῆς ἀνωτέρω ὁμιλίας πού εἶναι καταχωρισμένη στό τέλος ἑνός χρήσιμου βιβλίου πού κυκλοφόρησε ἡ Πρόνοια Συνεργαζόμενων Χριστιανικῶν Σωματείων «ὁ Ἀπόστολος Παῦλος» μέ τόν τίτλο «Ὅταν ὁ γάμος κλονίζεται...» (Ἀθῆναι, χωρίς χρονολ.).
Τά ὅσα γράφει ὁ Παῦλος γιά τήν ὑποταγή - ὑπακοή τῆς γυναίκας στόν ἄντρα ἠχοῦν ἴσως κάπως παράξενα στήν ἐποχή μας, μιά ἐποχή πού ἡ γυναίκα διεκδικεῖ ἴσα δικαιώματα μέ τόν ἄντρα καί τό φεμινιστικό κίνημα κερδίζει ὅλο καί περισσότερο ἔδαφος. Ἄν ὅμως ἐμβαθύνει κανείς στά λόγια τοῦ ἀποστόλου, θά διαπιστώσει ὅτι δέν ὑπάρχει ὑποβιβασμός τῆς γυναίκας. Ἁπλά ἐκφράζεται ἡ θεία βούληση γιά τήν ἐξασφάλιση τῆς ὁμαλῆς συμβίωσης τοῦ ἀνδρόγυνου. Ὁ Θεός, λοιπόν, μέ τήν πανσοφία του ἔταξε τόν ἄντρα στή θέση τῆς κεφαλῆς καί τή γυναίκα στή θέση τοῦ σώματος. Ὁ ἄντρας προνοεῖ καί φροντίζει γιά τή γυναίκα. Φυσικά πρόκειται γιά τόν ἄντρα ἐκεῖνο πού κάνει τό πᾶν γιά τή γυναίκα του, πού ἡ μεγάλη του ἀγάπη γι᾿ αὐτή τόν κάνει νά μήν ὑπολογίζει κόπους καί κινδύνους· πρόκειται γιά τόν ἄντρα πού τιμᾶ τή γυναίκα του καί μέ πραγματική αὐταπάρνηση προβαίνει καί σέ πράξεις θυσίας ἀκόμη γι᾿ αὐτή. Ἡ γυναίκα γι᾿ ὅλα αὐτά ὑποτάσσεται, ὑπακούει στόν ἄντρα της.
Ἑπομένως ἡ ὑποταγή - ὑπακοή τῆς γυναίκας στόν ἄντρα, γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ Παῦλος, ἡ ἀφοσίωση καί ὁ σεβασμός της πρός αὐτόν δέν εἶναι δουλοπρέπεια, δέν εἶναι δουλική ἀπάντηση σέ ὁποιαδήποτε μορφή καταπίεσης και τυραννικῆς ἐξουσίας τοῦ ἄντρα, ἀλλά ἐμπιστοσύνη, ἀποδοχή καί ἀνταπόκριση στήν ἀγάπη του. Ἡ ὑπακοή πού ὀφείλει ἡ γυναίκα στόν ἄντρα μεταφράζεται ὡς ἰσχυρή ἀγάπη πρός αὐτόν καί ἐνέχει τήν ἔννοια παραχώρησης τοῦ προβαδίσματος, ἐνῶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἄντρα πρός τή γυναίκα μεταφράζεται ὡς αὐτοπροσφορά καί θυσία, ξένη πρός ὁποιαδήποτε αὐταρχικότητα.
Ἡ Ἐκκλησία μας δηλαδή ἀναγνωρίζει, θά λέγαμε, μιά ἱεραρχία στίς σχέσεις τῶν συζύγων μέσα στό γάμο. Στήν ἱεραρχία αὐτή προηγεῖται ὁ ἄντρας καί ἀκολουθεῖ ἡ γυναίκα. Ἡ θέση αὐτή βασίζεται στό γεγονός ὅτι πρῶτος δημιουργήθηκε ὁ ἄντρας καί δεύτερη ἡ γυναίκα ὡς βοηθός του, ὅπως εἴδαμε παραπάνω (βλ. σχόλ. ἀριθ. 11 καί σχόλ. ἀριθ. 19 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἀρραβώνα). «Ἀδάμ γάρ πρῶτος ἐπλάσθη, εἶτα Εὔα» λέγει ὁ Παῦλος (Α´ Τιμ., β´ 13)· γι᾿ αὐτό καί δέν «ἐπιτρέπει» ὁ ἀπόστολος στή γυναίκα «αὐθεντεῖν ἀνδρός» (Α´ Τιμ., β´ 12), νά ἐξουσιάζει δηλ. τόν ἄντρα της. Αὐτό ὅμως δέ σημαίνει ὅτι τό προβάδισμα πού ἀναγνωρίζει ἡ Ἐκκλησία στόν ἄντρα εἶναι ἐξουσιαστικό καί κυριαρχικό πρωτεῖο. Ἀντίθετα μάλιστα· εἶναι πρωτεῖο εὐθύνης, ἀληθινῆς ἀγάπης καί θυσίας.
Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἱεραρχία στό ἀντρόγυνο εἶναι καθαρά λειτουργική, ἕνας τρόπος δηλ. λειτουργίας τοῦ ζεύγους, καί ἔχει χαρακτήρα δυναμικό, διαλεκτικό καί ζωτικό. Ὁ ἄντρας ὀφείλει πρῶτος αὐτός νά ἀγαπᾶ ὄχι ἐπιφανειακά ἀλλά ἔμπρακτα καί εἰλικρινά τή γυναίκα του, ἐνῶ ἡ γυναίκα καλεῖται ἀπό τή δική της πλευρά νά ἀνταποδίδει γνήσια, αὐθόρμητα καί μέ ἁπλότητα τήν ἀγάπη στόν ἄντρα της δίνοντας σ᾿ αὐτόν τιμητικά τό προβάδισμα μέσα στό γάμο. Ἀπό τό κύκλωμα αὐτό τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης δέν ἐξασφαλίζεται ἁπλά ἡ ὁμαλή συμβίωση ἀλλά, καί αὐτό εἶναι τό σπουδαιότερο, πηγάζει ἡ χαρά καί ἡ καρποφορία καί πραγματοποιεῖται ἡ ἀλληλοσυμπλήρωση, ἡ πνευματική οἰκοδομή καί ἡ τελείωση τοῦ ἀντρόγυνου (πρβλ. καί ἐπισκόπου Ἀχελώου Εὐθυμίου «Ἀθῶος», ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας).
Ὁ παραλληλισμός τῆς σχέσης μεταξύ τοῦ ἄντρα καί τῆς γυναίκας στό γάμο μέ τή σχέση Χριστοῦ (Νυμφίου) καί Ἐκκλησίας (Νύμφης) ἐξυψώνει τό θεσμό τοῦ γάμου καί ἀπό γεγονός βιολογικῆς ἀποκλειστικά ἤ ψυχολογικῆς ἀναγκαιότητας τόν ἀναδεικνύει καί τοῦ προσδίδει πνευματικό περιεχόμενο. Ὅταν λοιπόν ἡ γυναίκα ὑποτάσσεται καί ὑπακούει στόν ἄντρα της, πρέπει νά τό θεωρεῖ αὐτό σάν πειθαρχία και ὑπακοή στόν ἴδιο τόν Κύριο. Καί ὁ ἄντρας ἀπό τήν ἄλλη μεριά δέν πρέπει νά περιφρονεῖ τή γυναίκα του μέ τήν ἰδέα ὅτι τήν ἐξουσιάζει. Ἀντίθετα σάν ἀντίρροπο τῆς ὑπακοῆς πού τοῦ δείχνει ἡ γυναίκα του αὐτός πρέπει νά τῆς προσφέρει τήν ἀγάπη του και τή φροντίδα του, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ Χριστός πού εἶναι κεφαλή καί ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησίας και θυσιάστηκε γιά νά σώσει τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας πού τό ἀποτελοῦμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι.
Στά ὅσα εἰπώθηκαν παραπάνω θά μποροῦσαν νά προβληθοῦν, δικαιολογημένα ἴσως, ἀντιρρήσεις. Πῶς εἶναι δυνατό ὅλα αὐτά νά ἐφαρμοστοῦν στίς περιπτώσεις πού ἡ γυναίκα εἶναι ἀποδειγμένα ἀξιότερη ἀπό τόν ἄντρα, περισσότερο ἀναπτυγμένη καί καλλιεργημένη, περισσότερο δυναμική, ἀποφασιστική καί δημιουργική; Θά πρέπει καί ἐκεῖ ὁ ἄντρας νά ἔχει τό προβάδισμα; Καί στίς περιπτώσεις ἰσοδυναμίας, ἰσοδύναμης μόρφωσης, ἰσοδύναμων γενικά προσόντων τῶν συζύγων ποιός θά ἔχει τό προβάδισμα; Πῶς μπορεῖ νά ἔχει ἐφαρμογή στίς περιπτώσεις αὐτές ὁ λόγος τοῦ Παύλου; Μήπως ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις; Ὁπότε πῶς μπορεῖ νά εἶναι ἰσχυρό τό ἀποστολικό παράγγελμα;
Πιστεύουμε πώς στίς περιπτώσεις αὐτές τό ἀντρόγυνο πού ἔχει πραγματική ἀγάπη καί μέλημά του εἶναι ἡ ἐξασφάλιση τῆς ὁμόνοιας καί τῆς ὁμαλῆς συμβίωσης, τό ἀντρόγυνο πού βλέπει τό γάμο ὄχι ἁπλά σάν ἕνα συμβατικό θεσμό, ἀλλά ὡς κοινωνία προσώπων πού πραγματώνεται μέ τήν κοινή προσπάθεια καί τήν ἀγωνιστική πορεία τῶν συζύγων ἀπό τό «κατ᾿ εἰκόνα» στό «καθ᾿ ὁμοίωση», τό ἀντρόγυνο πού στοχεύει μ᾿ ἄλλα λόγια νά περάσει μέσα ἀπό τήν ἀγάπη πρός τούς ἄλλους (σύντροφο, τέκνα) καί νά φτάσει στήν τελειότητα καί τή θέωση, δέν ἀντιμετωπίζει τέτοια διλήμματα. Στίς περιπτώσεις αὐτές τά ὁποιαδήποτε προβλήματα ἀντιμετωπίζονται μέ σύνεση, κατανόηση καί διακριτικότητα.
Στίς περιπτώσεις αὐτές μποροῦν κάλλιστα νά ἀντιστραφοῦν οἱ ρόλοι, ἀρκεῖ ἡ ἀντιστροφή αὐτή νά μή γίνει ἀφορμή ἔπαρσης καί ἀλαζονείας αὐτοῦ πού παίζει τό ρυθμιστικό ρόλο στά ζητήματα τῆς οἰκογένειας· ἀρκεῖ νά μήν ἐκτραπεῖ σέ συμπεριφορά πού ταπεινώνει καί ἐκμηδενίζει τόν ἀδύνατο σύντροφο· γιατὶ ἡ τέλεια ἀγάπη, κατά τόν ἴδιο ἀπόστολο, «οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ», δέ φέρεται δηλ. ἀλαζονικά, δέ φουσκώνει ἀπό οἴηση, δέν προβαίνει σέ ἄσχημες ἐνέργειες (Α´ Κορ., ιγ´ 4–5). Ἡ γυναίκα στίς περιπτώσεις αὐτές ὀφείλει νά ἀπονέμει στόν ἄντρα της τόν προσήκοντα σεβασμό καί νά μήν τόν ἐξουθενώνει. Καί τοῦτο γιά νά ἀποτραποῦν ἀτοπήματα καί ἀνωμαλίες καί νά ἀποφευχθοῦν καταστάσεις πού ἐλάχιστα ἐξυπηρετοῦν τή γαλήνη τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου καί τήν πρέπουσα ἀνατροφή τῶν τέκνων.
Θεμελιῶδες καί ὕψιστο καθῆκον τοῦ συζύγου ἡ εἰλικρινής καί «μέχρι θυσίας» ἀγάπη
38. Ὅπως βλέπουμε, ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι στίχοι (στίχ. 25–33) τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος ἀναφέρονται στά καθήκοντα τοῦ ἄντρα πρός τή γυναίκα. Μόνο μέ τήν ἀκροτελεύτια φράση τοῦ ἀναγνώσματος ὁ Παῦλος ἐπανέρχεται στό καθῆκον, στό χρέος πού ἔχει ἡ γυναίκα «νά φοβᾶται», νά σέβεται δηλαδή καί νά τιμάει τόν ἄντρα της. Πρόκειται γιά τή φράση «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄντρα», στό ἄκουσμα τῆς ὁποίας πολλοί ἀπό τούς νεονύμφους συναγωνίζονται οἱ ἀφελεῖς, κατά τή λαϊκή συνήθεια, ποιός θά πατήσει πρῶτος τό πόδι τοῦ ἄλλου, γιά νά μήν τοῦ πάρει ὁ ἄλλος, κατά τή λαϊκή πίστη, τόν «ἀέρα» κατά τή συμβίωση στό γάμο!!! Μιά συνήθεια καί μιά πίστη πού δυστυχῶς δείχνουν μέ πόση ἐλαφρότητα ἀντιμετωπίζουν πολλοί τό μυστήριο τοῦ γάμου, ἀλλά καί πόσο ἀγνοοῦν τή σχετική «ἱερολογία», τά ἱερά καί σοφά δηλαδή λόγια τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας, μέ τή μεσολάβηση τοῦ Ἱερέα, μεταδίδεται στούς νεονύμφους ἡ θεία Χάρις καί εὐλογία.
Τό στοιχεῖο πού κυριαρχεῖ στά καθήκοντα τοῦ ἄντρα ἀπέναντι στή γυναίκα του εἶναι, ὅπως μπορεῖ νά διαπιστώσει ὁ ἀναγνώστης ἀπό τήν προσεκτική ἀνάγνωση καί μελέτη τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος, ἡ ἀγάπη πού τῆς ὀφείλει· ἀγάπη εἰλικρινής καί ἀπεριόριστη, ἀγάπη ἀκόμη καί χωρίς ἀνταλλάγματα, ἀγάπη σάν αὐτή πού δείχνει πρός τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, ἀγάπη τέλος πού νά φτάνει, ἄν παραστεῖ ἀνάγκη, καί σ᾿ αὐτή ἀκόμη τή θυσία. Ὅταν τέτοιο εἶναι τό ποιόν καί τόσο τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ ἄντρα πρός τή γυναίκα, τότε καταλαβαίνει κανείς γιατί ὁ Παῦλος τονίζει πώς καί ἡ γυναίκα ἔχει χρέος νά ὑποτάσσεται στόν ἄντρα της «ἐν παντί» καί νά τόν τιμάει ἀπεριόριστα καί μέ κάθε τρόπο. Τότε καταλαβαίνει πόσο παρεξηγημένη ἀπό τούς πολλούς, ἴσως καί ἀπό τό φεμινιστικό κίνημα, εἶναι ἡ θέση στήν ὁποία τάσσει τή γυναίκα μέσα στό γάμο ὁ Παῦλος. Τότε καταλαβαίνει καί πόση ἐπιπολαιότητα κρύβει ἡ λαϊκή συνήθεια καί πίστη, γιά τήν ὁποία ἔγινε λόγος παραπάνω.
Ἄς ἐμβαθύνουμε ὅμως περισσότερο στά καθήκοντα τοῦ ἄντρα πρός τή γυναίκα ὅπως αὐτά διαγράφονται στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα καί συμπυκνώνονται, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, σέ μιά καί μόνη λέξη· ἀγάπη.
α) Ἡ ἀγάπη τοῦ ἄντρα γιά τή γυναίκα πρέπει νά ἔχει ὡς πρότυπο τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιά τήν Ἐκκλησία. Βαρύ πράγματι τό παράγγελμα τοῦ Παύλου καί δυσκατόρθωτο. Πῶς νά ἀγαπήσεις τή γυναίκα σου, ὅπως ὁ Χριστός ἀγάπησε τήν Ἐκκλησία, ὅλους ἐμᾶς δηλαδή τούς ἀνθρώπους πού τήν ἀποτελοῦμε; Ἐκεῖνος ἦταν Θεάνθρωπος, εἶναι ὁ μόνος ἅγιος, ἐνῶ ἐμεῖς εἴμαστε ἄνθρωποι μέ τόσες ἀδυναμίες. Πῶς νά τόν μιμηθοῦμε στό μεγάλο αὐτό ἀγώνισμα; Γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συγκρίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Παύλου πρός τή γυναίκα, νά ὑποτάσσεται καί νά ὑπακούει στόν ἄντρα της, μέ τήν ἐντολή πρός τόν ἄντρα, νά ἀγαπᾶ τή γυναίκα του μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ὁ Χριστός ἀγάπησε τόν ἄνθρωπο, βρίσκει πώς ἡ δεύτερη εἶναι δυσκολότερη ἀπό τήν πρώτη στήν ἐφαρμογή. Στή μιά τονίζεται τό μέγεθος τῆς ὑπακοῆς, στήν ἄλλη τό μέγεθος τῆς ἀγάπης. Ἀναμφισβήτητα δύσκολο τό πρῶτο, δυσκολότερο ὅμως τό δεύτερο. Αὐτό ὅμως δέ σημαίνει πώς δέν πρέπει νά προσπαθήσουμε.
Ἀντίθετα, ἔχοντας πάντοτε ὑπόψη μας τό τί ὑπέφερε ὁ Κύριος γιά τή δική μας ἀποκατάσταση καί σωτηρία, γιά τό δικό μας ἐξαγνισμό καί ἁγιασμό, πρέπει διαρκῶς καί ἀδιαλείπτως νά προσπαθοῦμε νά ἀνταποκριθοῦμε σ᾿ αὐτό μας τό καθῆκον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκπλήρωση θά συντελέσει στήν ἐξασφάλιση τῆς ὁμαλῆς συμβίωσης. Ἀρωγός στήν προσπάθειά μας αὐτή θά ἔρθει ὁπωσδήποτε ἡ δύναμη καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ· γιατί αὐτή εἶναι ἐκείνη πού καταφέρνει ὅσα ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά καταφέρουμε. Τό εἶπε καί ὁ Κύριος· «Τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λουκ. ιη´ 27), ἐνῶ ὁ Παῦλος ὑπογραμμίζει πώς μᾶς ἀρκεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καί πώς ἡ δύναμή του βρίσκει τήν τελείωσή της στή δική μας ἀδυναμία· «ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β´ Κορ. ιβ´ 9).
Γιά τό πνεῦμα τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας πού πρέπει νά κυριαρχεῖ στή συμπεριφορά τοῦ ἄντρα ἀπέναντι τῆς γυναίκας ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέει τά ἑξῆς χαρακτηριστικά·
«Θέλεις νά σέ ὑπακούει ἡ γυναίκα σου, ὅπως ἡ Ἐκκλησία τό Χριστό; Προσπάθησε νά φροντίζεις καί νά ἐνδιαφέρεσαι κι ἐσύ γι᾿ αὐτή, ὅπως ὁ Χριστός ἔκαμε γιά τήν Ἐκκλησία. Κι ἄν χρειαστεῖ νά δώσεις τή ζωή σου γιά χάρη της, κι ἄν χρειαστεῖ νά κουραστεῖς ὑπερβολικά πολλές φορές καί γενικά νά ὑπομείνεις καί νά πάθεις πολλά, νά μήν τό ἀποφύγεις. Γιατί δέν πρέπει νά λησμονεῖς πώς κι ἄν κάνεις ὅλα αὐτά, ὅμως στήν οὐσία τίποτε δέν ἔκαμες σέ σχέση μέ ὅσα ἔπραξε ὁ Χριστός γιά τήν Ἐκκλησία. Διότι ἐσύ ὅλα αὐτά τά κάνεις, ἀφοῦ πρῶτα γνωριστεῖς μέ τή γυναίκα σου καί ἀφοῦ τήν ἀγαπήσεις καί ἑνωθεῖς μαζί της μέ τό δεσμό τοῦ γάμου, ἐνῶ ὁ Χριστός τά πρόσφερε ὅλα γιά χάρη ἐκείνης πού τόν ἀποστρεφόταν καί τόν μισοῦσε. Ὅπως λοιπόν Αὐτός ἔδειξε πολλή ἀγάπη καί στοργή γι᾿ αὐτή πού τόν ἀποστρεφόταν και τόν μισοῦσε καί τόν περιφρονοῦσε καί τοῦ φερόταν ὑποκριτικά καί δέ χρησιμοποίησε οὔτε τίς ἀπειλές, οὔτε τίς βρισιές, οὔτε τόν ἐκφοβισμό, οὔτε κάτι ἄλλο παρόμοιο, ἔτσι κι ἐσύ νά συμπεριφέρεσαι πρός τή γυναίκα σου. Ἔστω κι ἄν αὐτή σέ ἀγνοεῖ καί σοῦ φέρνεται ἄσχημα ἤ σέ περιφρονεῖ. Τότε θά μπορέσεις νά τή σκλαβώσεις καί νά τήν ἐπαναφέρεις κοντά σου, ὅταν τῆς δείξεις μεγάλο ἐνδιαφέρον, πολλή ἀγάπη καί στοργή. Διότι δέν ὑπάρχει πιό ἀποτελεσματικό μέσο ἀπό αὐτούς τούς ἱερούς δεσμούς καί μάλιστα στή σχέση τοῦ ἄντρα καί τῆς γυναίκας. Γιατί τόν ὑπηρέτη σου μέ τό φόβο θά μπορέσεις νά τόν ὑποτάξεις, στήν πραγματικότητα ὅμως οὔτε κι αὐτόν, διότι γρήγορα μόλις βρεῖ εὐκαιρία θά ἐξαφανιστεῖ. Μέ ἐκείνη ὅμως πού ἔγινε σύντροφος τῆς ζωῆς σου, μητέρα τῶν παιδιῶν σου, μ᾿ ἐκείνη πού ἔνιωσες μαζί της κάθε εὐφροσύνη, μ᾿ ἐκείνη νά συνδέεσαι μαζί της ὄχι μέ τό φόβο, οὔτε μέ τίς ἀπειλές, ἀλλά μέ τήν ἀγάπη καί τήν ἀγαθή διάθεση» (Ὁμιλία κ´, κεφ. 4).
β) Ὁ ἄντρας ὀφείλει νά ἀγαπᾶ τή γυναίκα του, ὅπως ἀκριβῶς ἀγαπᾶ τό ἴδιο του τό σῶμα, ὅπως ἀγαπᾶ τόν ἑαυτό του δηλαδή. Μέ πόση, ἀλήθεια, ἁπλότητα τονίζει ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν τό χρέος πού ἔχει ὁ ἄντρας νά ἀγαπᾶ τή γυναίκα του! Ἔτσι, λέει, ὀφείλει νά ἀγαπᾶ τή γυναίκα του, ὅπως ἀγαπᾶ τό ἴδιο του τό σῶμα. Καί ὅποιος ἀγαπᾶ τή γυναίκα του, τόν ἑαυτό του ἀγαπάει. Ποιός, ἀλήθεια, μισεῖ τή σάρκα του καί ἀδιαφορεῖ γιά τό σῶμα του, γιά τόν ἑαυτό του; Κανένας βέβαια. Ἀντίθετα ὅλοι μας τόν προσέχουμε τόν ἑαυτό μας καί τό περιποιούμαστε τό σῶμα μας. Καί ὅμως αὐτό τό παράγγελμα τοῦ Παύλου πού φαίνεται τόσο ἁπλό καί τόσο λογικό, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια, δέν εἶναι καί τόσο εὔκολο στήν ἐφαρμογή, ὅπως δείχνει τουλάχιστο ἡ πραγματικότητα. Καί τοῦτο διότι στήν πορεία πρός ὑλοποίηση τῆς ἀγάπης αὐτῆς ἀναφύονται χίλια δυό ἐμπόδια. Ἡ ἀγάπη, ὅπως τήν ἐννοεῖ ὁ ἀπόστολος καί ὅπως τήν περιγράφει καί τήν ὑμνεῖ ὁ ἴδιος σ᾿ ἄλλη του ἐπιστολή (Α´ Κορ. ιγ´ 1–13) δέν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση.
Πῶς νά ἀγαπήσεις τή γυναίκα σου, ὅπως ἀγαπᾶς τόν ἴδιο σου τόν ἑαυτό; Τή γυναίκα σου πού ἔζησε καί μεγάλωσε σέ διαφορετικό ὁπωσδήποτε περιβάλλον, πού ἔχει διαφορετικές ἀπό ἐσένα συνήθειες, ἀντιλήψεις καί πεποιθήσεις ὄχι ὅμοιες μέ τίς δικές σου, δικό της πιστεύω καί βιοθεωρία, δική της τελοσπάντων ἰδιοσυγκρασία καί προσωπικότητα; Τή γυναίκα σου πού ἔχει ἴσως ἰδιορρυθμίες, ἰδιοτροπίες, ἀδυναμίες καί ἐλαττώματα ἀνυπόφορα; Πῶς ἀκόμη νά τήν ἀγαπήσεις, ὅταν μέ τόν καιρό διαπιστώνεις πώς ὑπάρχουν βασικές διαφορές ἀνάμεσα στό δικό σου καί τό δικό της χαρακτήρα; Πῶς, πολύ περισσότερο, νά τῆς δείξεις τόση ἀγάπη, ὅταν βλέπεις ὅτι σέ πικραίνει καί σέ στενοχωρεῖ, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, μέ χίλιους δυό τρόπους; Εἶναι δυνατόν; Καί ὅμως ὁ Παῦλος ἐπιμένει· «οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄντρες ἀγαπᾶν τάς ἑαυτῶν γυναῖκας, ὡς τά ἑαυτῶν σώματα». Γιατί; Γιατί ἁπλούστατα αὐτό πού ἐμεῖς θεωροῦμε παράλογο ὁ ἀπόστολος τό θεωρεῖ λογικό καί ἀπαραίτητο γιά τήν ὁμαλή καί παντοτινή, ἰσόβια συμβίωση.
Καί τό θεωρεῖ λογικό, διότι μέ τό γάμο ὁ ἄντρας καί ἡ γυναίκα ἀποδεσμεύονται ἀπό κάθε ἄλλο δεσμό, ἀπό κάθε ἄλλη ἐπιρροή (φίλων, συγγενῶν, ἀδελφῶν καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν γονέων, τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας) καί γίνονται πιά ἕνα σῶμα, μιά σάρκα. Εἶναι πλέον μέλη ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ σώματος. Θά ἦταν λοιπόν παράλογο τό ἕνα μέλος νά ἐργάζεται καί νά ἐνεργεῖ σέ βάρος τοῦ ἄλλου, θά ἦταν παράλογο νά μή συνεργάζονται ἁρμονικά· γιατί, ἄν γίνει κάτι τέτοιο, ἑπόμενο εἶναι ὅλο τό σῶμα νά καταστραφεῖ. Κατά τόν ἴδιο τρόπο καταστρέφεται καί ὁ γάμος, ὅταν ὁ ἄντρας καί ἡ γυναίκα δέ συνεργάζονται, ὅταν ὁ καθένας τραβάει τό δρόμο του, ὅταν λείπει ἡ ἀγάπη, ὁ ἰσχυρός καί συνεκτικός καί σωτήριος αὐτός δεσμός τοῦ ἀντρόγυνου. Κλονίζεται ὁ γάμος καί πολλές φορές διαλύεται, ὅταν ὁ ἄντρας ἤ ἡ γυναίκα ἤ καί οἱ δυό μαζί δέν κατορθώνουν νά ἀποδεσμευθοῦν ἀπό πρόσωπα καί πράγματα καί γίνονται ἕρμαια ξένων ἐπιρροῶν.
Κλυδωνίζεται καί διασαλεύεται ὁ γάμος, ὅταν δέ βασιλεύει ἀνάμεσα στό ἀντρόγυνο ἡ πραγματική ἀγάπη, ἡ ὁποία, κατά τόν Παῦλο (Α´ Κορ. ιγ´ 4–7) «μακροθυμεῖ», «πάντα στέγει», «πάντα ὑπομένει» καί «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς»· ὅποιος δηλ. πραγματικά ἀγαπᾶ εἶναι μεγαλόψυχος, ἀνεκτικός καί μέ πλατιά καρδιά· εἶναι μακρόθυμος· σκεπάζει καί παραβλέπει τίς ἐλλείψεις καί τίς ἀδυναμίες τοῦ συντρόφου του· τό χαρακτηριστικό του γνώρισμα εἶναι ἡ ὑπομονή πού δείχνει σέ κάθε περίπτωση· δέν ἐξετάζει τί τόν συμφέρει καί δέν ἐπιδιώκει, δέν ἐπιζητεῖ τό ἀτομικό του συμφέρον.
Ἀναφέραμε παραπάνω ἐνδεικτικά ὁρισμένες ἀπό τίς ἀντικειμενικές δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει ἐνδεχομένως ὁ ἄντρας στήν ὑλοποίηση τῆς ἀγάπης πρός τή γυναίκα του, ὅπως τήν παραγγέλλει ὁ ἀπόστολος.
Μήπως ὅμως ὑποκριτικά ἤ τελοσπάντων χωρίς νά τό καταλαβαίνει ὑπερβάλλει; Μήπως ὁ ἐγωισμός του τόν ἐμποδίζει νά δεῖ τίς δικές του ἀδυναμίες, τίς δικές του ἰδιοτροπίες, τά δικά του ἐλαττώματα; Μήπως καί ὁ ἴδιος ἄραγε πολλές φορές, θελημένα ἤ ἀθέλητα, δέν τήν πικραίνει καί δέν τή στενοχωρεῖ τή γυναίκα του μέ τά λόγια του καί μέ τίς ποικίλες ἐνέργειές του; Μήπως καί ὁ ἴδιος πολλές φορές δέν τήν ἀγνοεῖ καί δέν τήν περιφρονεῖ; Πῶς λοιπόν μπορεῖ, πῶς τολμάει νά ἔχει τήν ἀπαίτηση ἀπό τή γυναίκα του νά εἶναι ἐκείνη συνεπής καί νά τηρεῖ μονομερῶς τό καθῆκον της ἀπέναντί του, ἐνῶ ὁ ἴδιος δέν προσπαθεῖ νά εἶναι ἀνεκτικός καί νά τῆς προσφέρει τήν ἀγάπη πού τῆς ὀφείλει;
Ἡ ἀμοιβαία ἑπομένως ἀνοχή, ἡ ἀμοιβαία μακροθυμία, ἡ ἀμοιβαία ὑποταγή, ἡ ἀμοιβαία προσπάθεια, ἡ ἀμοιβαία καλή διάθεση, ἡ ἀμοιβαία κατανόηση, ἡ ἀμοιβαία προσφορά παράλληλα πρός τήν ἀπάρνηση τοῦ ἐγώ, ἡ ἀμοιβαία στήριξη καί οἰκοδομή, ἡ ἀπό κοινοῦ συζήτηση καί ἀντιμετώπιση τῶν ὁποιωνδήποτε προβλημάτων πού κάθε φορά ἀνακύπτουν, ὅλα αὐτά θά κάνουν μόνιμο καί σταθερό τό δεσμό τοῦ γάμου· ὅλα αὐτά θά συντελέσουν ὥστε ὁ γάμος νά μή δοκιμάσει κλυδωνισμούς καί πολύ περισσότερο νά μήν καταντήσει ναυάγιο, ἀλλά ἀντίθετα θά συντελέσουν ὥστε ὁ γάμος νά εἶναι λιμάνι ὑπήνεμο, ἕνας μικρός παράδεισος.
Παραγγέλματα καί ἀλήθειες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅπως «αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ» (Ἐφεσ. ε´ 22), «οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τάς γυναῖκας καί μή πικραίνεσθε πρός αὐτάς» (Κολασ. γ´ 18–19), «γυναικί... οὐκ ἐπιτρέπω αὐθεντεῖν ἀνδρός» (Α´ Τιμ. β´ 12), δέν ἐπιτρέπεται δηλ. νά ἐξουσιάζει ἡ γυναίκα τόν ἄντρα της, «τῇ γυναικί ὁ ἀνήρ τήν ὀφειλομένην εὔνοιαν ἀποδιδότω, ὁμοίως δέ καί ἡ γυνή τῷ ἀνδρί. ἡ γυνή τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ᾿ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως δέ καί ὁ ἀνήρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ᾿ ἡ γυνή» (Α´ Κορ. ζ´ 3–4) πού λέγονται εἰδικά γιά τήν περίπτωση τῶν συζύγων, πρέπει νά τά ἔχει πάντοτε ὑπόψη του τό ἀντρόγυνο, ἄν θέλει νά εἶναι ἁρμονική καί ἰδανική ἡ συμβίωσή του.
Καί δέν εἶναι μόνο αὐτά. Ἡ Γραφή βρίθει κυριολεκτικά ἀπό ἀναμφισβήτητες ἀλήθειες καί παραγγέλματα, ὅπως· «Κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμόν ἀγάπης» (Ἑβρ. ι´ 24), νά συναγωνιζόμαστε δηλ. ποιός θά δείξει περισσότερη ἀγάπη πρός τόν ἄλλο, «εὐχάριστοι γίνεσθε» στίς μεταξύ σας σχέσεις (Κολ. γ´ 15), «παρακαλεῖτε ἀλλήλους καί οἰκοδομεῖτε εἷς τόν ἕνα», ὁ ἕνας δηλ. τόν ἄλλο (Α´ Θεσσαλ. ε´ 11), «προσλαμβάνεσθε ἀλλήλους» (Ρωμ. ιε´ 7), «ἕκαστος ἡμῶν τῷ πλησίον ἀρεσκέτω εἰς τό ἀγαθόν πρός οἰκοδομήν» (Ρωμ. ιε´ 2), «ἀντέχεσθε τῶν ἀσθενῶν, μακροθυμεῖτε πρός πάντας» (Α´ Θεσσαλ. ε´ 14), «μή τά ἑαυτῶν ἕκαστος σκοπεῖτε, ἀλλά καί τά ἑτέρων ἕκαστος» (Φιλιπ. β´ 4), «μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἤ λαμβάνειν» (Πράξ. κ´ 35) κ.ἄ.π.
Ὅλες αὐτές τίς ἀλήθειες, πού ἀναφέρονται στίς ἀνθρώπινες γενικά σχέσεις, τίς διαπροσωπικές, ὅπως συνήθως λέγονται, καί ὁ ρεαλισμός τους δέν μπορεῖ ἀπό κανέναν βεβαίως νά ἀμφισβητηθεῖ, γιατί πράγματι ἐξυπηρετοῦν καί διευκολύνουν κατά τρόπο, ἀποτελεσματικό αὐτές τίς σχέσεις καί τίς κάνουν χωρίς ἀμφιβολία σωστές καί πιό «ἀνθρώπινες», θά πρέπει οἱ σύζυγοι νά τίς ἔχουν πάντοτε ὡς ὁδοδεῖκτες καί γιά τίς μεταξύ τους σχέσεις, ἄν θέλουν ἡ συζυγία τους νά εἶναι ὁμαλή καί εἰρηνική, ζηλευτή καί ὑποδειγματική.
Καί τό σπουδαιότερο· ποτέ δέν πρέπει νά ξεχνᾶ ὁ καθένας ἀπό τούς συζύγους ἀλλά πάντοτε νά προσπαθεῖ νά ἐφαρμόζει τό χρυσό κανόνα τῆς Γραφῆς πού σίγουρα μπορεῖ νά ἀποβεῖ σωτήριος καί νά συντελέσει στήν προκοπή τοῦ ἀντρόγυνου· «Πάντα οὖν ὅσα ἄν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς» (Ματθ. ζ´ 12). Ὅπως δηλαδή θέλετε νά σᾶς συμπεριφέρονται οἱ ἄλλοι, ἔτσι νά συμπεριφέρεσθε κι ἐσεῖς σ᾿ αὐτούς (πρβλ. καί Λουκ. στ´ 31). Πολύ βέβαια περισσότερο ὅταν γιά κάθε ἔγγαμο ὁ σύζυγος ἤ ἡ σύζυγος εἶναι, κατά κοινή ὁμολογία, ὁ κατεξοχήν ἄνθρωπός του!
Γιά τήν ὑποχρέωση πού ἔχουν οἱ ἄντρες νά ἀγαποῦν τίς γυναῖκες τους ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέει τά ἑξῆς· «Δέν πρόκειται γιά ἕνα πρᾶγμα πού κάνουν χάρη στίς γυναῖκες τους, ἀλλά γιά κάτι πού εἶναι ὀφειλή. Διότι, ὅταν εἶπε νά τίς ἀγαποῦν σάν τά σώματά τους, πρόσθεσε· κανείς ποτέ δέ μίσησε τή σάρκα του, ἀλλά τήν τρέφει καλά καί τήν περιθάλπει. Δηλαδή τήν περιποιεῖται μέ πολλή ἐπιμέλεια. Καί πῶς μπορεῖ νά ἀντιληφθεῖ ὁ ἄντρας ὅτι καί ἡ γυναίκα του εἶναι δική του σάρκα; Ἄκουσε τήν ἀπάντηση· Ἡ Ἁγία Γραφή στήν Παλαιά Διαθήκη λέγει πώς, ὅταν ὁ Θεός ἔπλασε τή γυναίκα καί τήν εἶδε ὁ Ἀδάμ, ἀναφώνησε· «Αὐτο πού βλέπω εἶναι ὀστοῦν ἀπό τά ὀστά μου καί σάρκα ἀπό τή σάρκα μου» (Γεν. β´ 23). Καί δέ λέει μόνο αὐτά, ἀλλά σέ ἄλλο μέρος τονίζει· «καί θά εἶναι οἱ δύο ἑνωμένοι σέ ἕνα σῶμα» (Ἐφεσ. ε´ 31). Καί ἔτσι πρέπει νά τήν ἀγαπᾶ, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ Χριστός τρέφει καί περιθάλπει τήν Ἐκκλησία» (Ὁμιλία κ´, κεφ. 8).
Ὁ ἴδιος σοφός ἱεράρχης τονίζει καί τά ἑξῆς· «Γιά χάρη τῆς γυναίκας καλεῖται ὁ ἄντρας νά ἀφήσει ἐκείνους πού τόν γέννησαν καί ἀπό τούς ὁποίους ἦρθε στή ζωή καί νά προσκολληθεῖ μαζί της. Καί ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα καί τό παιδί εἶναι μιά σάρκα, ἀφοῦ ἀπό τή συνάφεια τῶν δύο πρώτων γεννήθηκε τό παιδί καί ἔτσι καί οἱ τρεῖς ἀποτελοῦν μιά σάρκα. Ἔτσι κι ἐμεῖς μέ τό Χριστό γινόμαστε μία σάρκα μέ τή συμμετοχή μας στό μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας... Δέ βλέπεις ὅτι καί στή σαρκική μας ὕπαρξη ἔχουμε πολλά ἐλαττώματα; Διότι ὁ ἕνας εἶναι κουτσός, ὁ ἄλλος ἔχει στραβά τά πόδια του, ὁ τρίτος ἔχει τά χέρια ξερά καί ὁ ἄλλος κάποιο ἄλλο μέλος τοῦ σώματός του ἀσθενικό. Καί ὅμως δέν κουράζεται οὔτε τό ἀποκόπτει, ἀλλά καί τό προσέχει περισσότερο ἀπό τά ὑγιή καί αὐτό εἶναι φυσικό, διότι καί αὐτά τά ἀσθενικά μέλη εἶναι δικά του. Ὅση, λοιπόν, ἀγάπη τρέφει ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του, τήν ἴδια νομίζω ὅτι πρέπει νά ἔχει καί πρός τή γυναίκα του» (Ὁμιλία κ´, κεφ. 10).
γ) Ὁ γάμος εἶναι εἰκόνα τῆς μυστικῆς ἕνωσης Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας· γι᾿ αὐτό καί θεωρεῖται τό μυστήριο τοῦτο μέγα, μεγάλης δηλαδή σπουδαιότητας καί σημασίας.
Στό στίχο 32 τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος γίνεται παραλληλισμός τοῦ γάμου μέ τό δεσμό πού ἔχει ὁ Χριστός μέ τήν Ἐκκλησία. Κατά τή χριστιανική διδασκαλία ὁ Χριστός μέ τή σάρκωση καί τήν ἐνανθρώπησή Του ἀπό ἄκρα φιλανθρωπία «συγκατέβη ἐξ οὐρανοῦ», ἀφοῦ ἄφησε τόν Πατέρα, καί ἦρθε στή γῆ καί «τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» καί ἔγινε ἔτσι ἕνα μέ τήν Ἐκκλησία, μ᾿ ἐμᾶς δηλαδή τούς ἀνθρώπους πού τήν ἀποτελοῦμε. Καί τό ἔκαμε αὐτό γιά νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τήν κατάρα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί ἀφοῦ μᾶς καθαρίσει και μᾶς ἀνακαινίσει μέ τή δύναμη πού μᾶς χαρίζει τό λουτρό τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, τελικά νά μᾶς ἀποκαταστήσει «εἰς τήν ἀρχαίαν μακαριότητα», στήν πρώτη μας δηλαδή κατάσταση, στήν ὁποία βρισκόμαστε «πρό τῆς παρακοῆς». Ἔτσι μέ τόν τρόπο αὐτό μᾶς «ἀνήγαγε ἐκ τοῦ τάφου εἰς τήν ζωήν», πραγματοποίησε δηλαδή καί ἔφερε σέ πέρας τό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.
Γιά νά γίνει ὅμως αὐτό, ἔγινε ὁ ἴδιος ἕνα μέ τούς ἀνθρώπο