ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ
Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως

Ἀπόδοση εἰς τὴν νέα ἑλληνική: Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. Ὅτι ἀκατάληπτον τὸ θεῖον καὶ ὅτι οὐ δεῖ ζητεῖν καὶ
περιεργάζεσθαι τὰ μὴ παραδεδομένα ἡμῖν ὑπὸ τῶν ἁγίων προφητῶν
καὶ ἀποστόλων καὶ εὐαγγελιστῶν.
«Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε. Ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν ἐν τοῖς κόλποις
τοῦ πατρός, αὐτὸς ἐξηγήσατο». Ἄρρητον οὖν τὸ θεῖον καὶ
ἀκατάληπτον. «Οὐδεὶς γὰρ ἐπιγινώσκει τὸν πατέρα εἰ μὴ ὁ υἱός, οὐδὲ
τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ». Καὶ τὸ πνεῦμα δὲ τὸ ἅγιον οὕτως οἶδε τὰ τοῦ
θεοῦ, ὡς τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου οἶδε τὰ ἐν αὐτῷ. Μετὰ δὲ τὴν
πρώτην καὶ μακαρίαν φύσιν οὐδεὶς ἔγνω ποτὲ τὸν Θεόν, εἰ μὴ ᾧ αὐτὸς
ἀπεκάλυψεν, οὐκ ἀνθρώπων μόνον ἀλλ᾿ οὐδὲ τῶν ὑπερκοσμίων
δυνάμεων καὶ αὐτῶν, φημί, τῶν Χερουβὶμ καὶ Σεραφίμ.
Οὐκ ἀφῆκε μέντοι ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐν παντελεῖ ἀγνωσίᾳ· πᾶσι γὰρ ἡ γνῶσις
τοῦ εἶναι Θεὸν ὑπ᾿ αὐτοῦ φυσικῶς ἐγκατέσπαρται. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ
κτίσις καὶ ἡ ταύτης συνοχή τε καὶ κυβέρνησις, τὸ μεγαλεῖον τῆς θείας
ἀνακηρύττει φύσεως. Καὶ διὰ νόμου μέν καὶ προφητῶν πρότερον,
ἔπειτα δὲ καὶ διὰ τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ, Κυρίου δὲ καὶ Θεοῦ καὶ
Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἡμῖν τὴν ἑαυτοῦ
ἐφανέρωσε γνῶσιν.
Πάντα τοίνυν τὰ παραδεδομένα ἡμῖν διά τε νόμου καὶ προφητῶν καὶ
ἀποστόλων καὶ εὐαγγελιστῶν δεχόμεθα καὶ γινώσκομεν καὶ σέβομεν
οὐδὲν περαιτέρῳ τούτων ἐπιζητοῦντες· ἀγαθὸς γὰρ ὢν ὁ Θεὸς
παντὸς ἀγαθοῦ παρεκτικός ἐστιν οὐ φθόνῳ οὐδὲ πάθει τινὶ
ὑποκείμενος· «μακρὰν γὰρ τῆς θείας φύσεως φθόνος τῆς γε ἀπαθοῦς
καὶ μόνης ἀγαθῆς». Ὡς οὖν πάντα εἰδὼς καὶ τὸ συμφέρον ἑκάστῳ
προμηθούμενος, ὅπερ συνέφερεν ἡμῖν γνῶναι ἀπεκάλυψεν, ὅπερ δὲ
οὐκ ἐδυνάμεθα φέρειν, ἀπεσιώπησε. Ταῦτα ἡμεῖς στέρξωμεν καὶ
ἐν αὐτοῖς μείνωμεν μὴ μεταίροντες ὅρια αἰώνια, μηδὲ ὑπερβαίνοντες
τὴν θείαν παράδοσιν.
Ότι το θείο είναι ακατάληπτο και ότι δεν πρέπει να ερευνά κανείς και να
περιεργάζεται αυτά που δεν μας έχουν παραδοθεί από τους αγίους προφήτες
και αποστόλους και ευαγγελιστές.
«Τον Θεό ποτέ κανείς δεν τον είδε. Ο μονογενής του Υιός, που βρίσκεται
μέσα στην αγκαλιά του Πατέρα του, αυτός μας τον γνώρισε». Το θείο λοιπόν
είναι άρρητο και ακατάληπτο. «Διότι κανένας δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά
μόνον ο Υιός· ούτε τον Υιό γνωρίζει κανείς παρά μόνον ο Πατέρας». Και το
άγιο Πνεύμα επίσης γνωρίζει τα του Θεού,
όπως το πνεύμα του ανθρώπου γνωρίζει τα του ανθρώπου. Και μετά τήν πρώτη
εκείνη και μακάρια φύση του Αγίου Πνεύματος κανείς ποτέ δεν γνώρισε το Θεό,
παρά μόνον εκείνος στον οποίο ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε· κανένας από τους
ανθρώπους δεν τον γνώρισε ούτε από τις υπερκόσμιες δυνάμεις, ακόμη, νομίζω,
και αυτά τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ.
Αλλά ο Θεός δεν μας άφησε σε τέλεια άγνοια. Διότι η γνώση της υπάρξεως
του Θεού έχει εκ φύσεως δοθεί σε όλους μας. Ακόμη και η ίδια η κτίση
και η συνοχή και η διακυβέρνησή της διακηρύσσει το μεγαλείο της φύσεως
του Θεού. Μας φανέρωσε, όσο είναι δυνατόν, τη γνώση του εαυτού Του
πρώτα με το νόμο και τους προφήτες και έπειτα με τον μονογενή Υιό του,
τον Κύριο και Θεό μας, Σωτήρα Ιησού Χριστό.
Όλα, λοιπόν, που μας έχει παραδώσει ο νόμος, οι προφήτες, οι απόστολοι
και οι ευαγγελιστές τα αποδεχόμαστε, τα γνωρίζουμε και τα σεβόμαστε
και δεν ζητάμε τίποτε περισσότερο απ’ αυτά. Διότι ο Θεός είναι αγαθός και
μας παρέχει όλα τα αγαθά. Δεν πέφτει ούτε σε ζήλεια ούτε σε κάποιο άλλο
πάθος· διότι ο φθόνος είναι μακριά από τη θεία φύση, η οποία είναι απαθής
και μόνη αγαθή. Επειδή λοιπόν γνωρίζει τα πάντα και προνοεί για το
συμφέρον του καθένα, αποκάλυψε σε μας αυτό που μας συνέφερε να
γνωρίζουμε, ενώ αποσιώπησε αυτό που δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Ας
αρκεσθούμε και μείνουμε σ’ αυτά, χωρίς να μετακινούμε τα αιώνια σύνορα
και χωρίς να παραβαίνουμε τη θεία παράδοση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2. Περὶ ῥητῶν καὶ ἀρρήτων καὶ γνωστῶν καὶ ἀγνώστων.
Χρὴ οὖν τὸν περὶ Θεοῦ λέγειν ἢ ἀκούειν βουλόμενον σαφῶς εἰδέναι,
ὡς οὐδὲ πάντα ἄρρητα οὐδὲ πάντα ῥητά, τά τε τῆς θεολογίας τά τε
τῆς οἰκονομίας· οὔτε μὴν πάντα ἄγνωστα, οὔτε πάντα γνωστά·
ἕτερον δέ ἐστι τὸ γνωστὸν καὶ ἕτερον τὸ ῥητόν, ὥσπερ ἄλλο τὸ λαλεῖν
καὶ ἄλλο τὸ γινώσκειν. Πολλὰ τοίνυν τῶν περὶ Θεοῦ ἀμυδρῶς
νοουμένων οὐ καιρίως ἐκφρασθῆναι δύναται, ἀλλὰ τὰ καθ᾿ ἡμᾶς
ἀναγκαζόμεθα ἐπὶ τῶν ὑπὲρ ἡμᾶς λέγειν· ὥσπερ ἐπὶ Θεοῦ λέγομεν
ὕπνον καὶ ὀργὴν καὶ ἀμέλειαν χεῖράς τε καὶ πόδας καὶ τὰ τοιαῦτα.
Ὅτι μὲν οὖν ἐστι Θεὸς ἄναρχος, ἀτελεύτητος, αἰώνιός τε καὶ ἀΐδιος,
ἄκτιστος, ἄτρεπτος, ἀναλλοίωτος, ἁπλοῦς, ἀσύνθετος, ἀσώματος,
ἀόρατος, ἀναφής, ἀπερίγραπτος, ἄπειρος, ἀπερίληπτος, ἀκατάληπτος,
ἀπερινόητος, ἀγαθός, δίκαιος, παντοδύναμος, πάντων κτισμάτων
δημιουργός,παντοκράτωρ, παντεπόπτης, πάντων προνοητής,
ἐξουσιαστής, κριτής, καὶ γινώσκομεν καὶ ὁμολογοῦμεν.
Καὶ ὅτι εἷς ἐστι Θεὸς, ἤγουν μία οὐσία, καὶ ὅτι ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι
γνωρίζεταί τε καὶ ἔστιν, Πατρί φημι καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι,
καὶ ὅτι ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον κατὰ πάντα ἕν εἰσι,
πλὴν τῆς ἀγεννησίας καὶ τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως·
καὶ ὅτι ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς διὰ σπλάγχνα
ἐλέους αὐτοῦ, διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρὸς καὶ
συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀσπόρως συλληφθεὶς ἀφθόρως ἐκ τῆς
Ἁγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας γεγέννηται διὰ Πνεύματος
Ἁγίου καὶ ἄνθρωπος τέλειος ἐξ αὐτῆς γέγονε·
καὶ ὅτι ὁ αὐτὸς Θεὸς τέλειός ἐστιν ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπος τέλειος, ἐκ δύο
φύσεων,θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος, καὶ ἐν δύο φύσεσι νοεραῖς
θελητικαῖς τε καὶ ἐνεργητικαῖς καὶ αὐτεξουσίοις καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν,
τελείως ἐχούσαις κατὰ τὸν ἑκάστῃ πρέποντα ὅρον τε καὶ λόγον, θεότητί
τε καὶ ἀνθρωπότητί φημι, μιᾷ δὲ συνθέτῳ ὑποστάσει· ὅτι τε ἐπείνησε
καὶ ἐδίψησε καὶ ἐκοπίασε καὶ ἐσταυρώθη καὶ θανάτου καὶ ταφῆς πεῖραν
ἐδέξατο καὶ ἀνέστη τριήμερος καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀνεφοίτησεν, ὅθεν καὶ
πρὸς ἡμᾶς παραγέγονε καὶ παραγενήσεται πάλιν εἰς ὕστερον, καὶ ἡ θεία
Γραφὴ μάρτυς καὶ πᾶς ὁ τῶν ἁγίων χορός.
Τί δέ ἐστι Θεοῦ οὐσία ἢ πῶς ἐστιν ἐν πᾶσιν ἢ πῶς ἐκ Θεοῦ Θεὸς
γεγέννηται ἢ ἐκπεπόρευται ἢ πῶς ἑαυτὸν κενώσας ὁ μονογενὴς
Υἱὸς καὶ Θεὸς ἄνθρωπος γέγονεν ἐκ παρθενικῶν αἱμάτων ἑτέρῳ
παρὰ τὴν φύσιν θεσμῷ πλαστουργηθεὶς ἢ πῶς ἀβρόχοις ποσὶ τοῖς
ὕδασιν ἐπεπόρευτο, καὶ ἀγνοοῦμεν καὶ λέγειν οὐ δυνάμεθα.
Οὐ δυνατὸν οὖν τι παρὰ τὰ θειωδῶς ὑπὸ τῶν θείων λογίων τῆς τε
Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης ἡμῖν ἐκπεφασμένα, ἤτοι εἰρημένα καὶ
πεφανερωμένα, εἰπεῖν τι περὶ Θεοῦ ἢ ὅλως ἐννοῆσαι.
Γι’ αυτά που είναι δυνατόν να λεχθούν και γι’ αυτά που είναι άρρητα, και
για όσα μπορεί να είναι γνωστά και όσα άγνωστα.
Αυτός που θέλει να ομιλεί ή ν’ ακούει για το Θεό πρέπει να γνωρίζει καλά
ότι όσα αναφέρονται στο Θεό καθ’ εαυτόν και όσα στο έργο της οικονομίας Του,
ούτε όλα αποσιωπώνται ούτε όλα λέγονται· ούτε όλα είναι άγνωστα ούτε όλα
γνωστά. Και άλλο είναι αυτό που μπορεί να γίνει γνωστό και άλλο αυτό που
μπορεί να λεχθεί, όπως άλλο είναι το να ομιλεί κανείς και άλλο το να γνωρίζει
κάτι. Πολλά λοιπόν που αντιλαμβανόμαστε ατελώς με το νου για το Θεό
δεν μπορούμε να τα διατυπώσουμε κατάλληλα, αλλά αναγκαζόμαστε με δικές
εκφράσεις να ομιλούμε γι’ αυτά που είναι πάνω από μας (θεία)· έτσι
αποδίδουμε στο Θεό ύπνο, οργή, αμέλεια, χέρια, πόδια και τα όμοια.
Γνωρίζουμε και ομολογούμε ότι ο Θεός είναι χωρίς αρχή και τέλος, αιώνιος,
παντοτινός, αδημιούργητος, αμετάβλητος, αναλλοίωτος, απλός, ασύνθετος,
ασώματος, αόρατος, αψηλάφητος, απερίγραπτος, άπειρος, απεριόριστος,
ακατάληπτος,
αχώρητος στο νου, αγαθός, δίκαιος, παντοδύναμος, δημιουργός
όλων των κτισμάτων,παντοκράτορας, παντεπόπτης, προνοητής όλων,
εξουσιαστής και κριτής.
Γνωρίζουμε επίσης και ομολογούμε ότι ο Θεός είναι ένας, δηλαδή μία ουσία·
αποκαλύπτεται και υπάρχει σε τρεις υποστάσεις, εννοώ του Πατέρα, του Υιού
και του Αγίου Πνεύματος. Και ακόμη ότι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα
είναι σε όλα ένα, εκτός από την αγεννησία, τη γέννηση και την εκπόρευση.
Γνωρίζουμε ακόμη και ομολογούμε ότι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού
και Θεός
ο ίδιος, από τη μεγάλη του ευσπλαγχνία και για τη δική μας σωτηρία,
με την καλή θέληση του Πατέρα του και τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος,
συνελήφθη ασπόρως και γεννήθηκε από την αγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία
με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος· έγινε απ’αυτήν τέλειος άνθρωπος.
Γνωρίζουμε επίσης ότι ο ίδιος είναι συγχρόνως και τέλειος Θεός και τέλειος
άνθρωπος· έχει δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη· υπάρχει σε δύο φύσεις
που έχουν νου, θέληση, ενέργεια και αυτεξούσιο· και για να το πω μ’ ένα λόγο,
είναι με δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, που είναι τέλειες όσον αφορά τα
γνωρίσματα που αρμόζουν στην καθεμία και αποτελούν μία σύνθετη υπόσταση.
Διότι η Αγία Γραφή και όλη η χορεία των Αγίων μαρτυρεί ότι και πείνασε και
δίψασε και κουράστηκε και σταυρώθηκε και δοκίμασε το θάνατο και την ταφή,
αλλά αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και αναλήφθηκε στους ουρανούς, απ’ όπου
ήλθε πάλι σε μας και θα μας έλθει αργότερα.
Αγνοούμε όμως και δεν μπορούμε να πούμε ποιά είναι η ουσία του Θεού
ή πώς είναι πανταχού παρών ή πώς γεννήθηκε Θεός από Θεό και έχει
εκπορευθεί ή πώς ταπείνωσε τον εαυτό του ο μονογενής Υιός και Θεός και
έγινε άνθρωπος από παρθένο, αφού κυοφορήθηκε με άλλο τρόπο πέρα
από τον φυσικό, ή πώς περπατούσε πάνω στα νερά χωρίς να βραχούν τα πόδια
του. Δεν μπορούμε, λοιπόν, ούτε να πούμε ούτε να εννοήσουμε
κάτι άλλο απ’ αυτά που μας έχουν αποκαλυφθεί με Πνεύμα Θεού από τα
ιερά λόγια της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, τα οποία και έχουν λεχθεί και
έχουν αποκαλυφθεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3. Ἀπόδειξις, ὅτι ἔστι Θεός.
Ὅτι μὲν οὖν ἔστι Θεός, τοῖς μὲν τὰς Ἁγίας Γραφὰς δεχομένοις, τήν
τε Παλαιὰν καὶ Καινὴν Διαθήκην φημί, οὐκ ἀμφιβάλλεται, οὔτε δὲ
τοῖς τῶν Ἑλλήνων πλείστοις· ὡς γὰρ ἔφημεν, ἡ γνῶσις τοῦ εἶναι
Θεὸν φυσικῶς ἡμῖν ἐγκατέσπαρται. Ἐπειδὴ δὲ τοσοῦτον ἴσχυσεν ἡ
τοῦ πονηροῦ κακία κατά τῆς τῶν ἀνθρώπων φύσεως, ὥστε καί τινας
εἰς τὸ ἀλογώτατον καὶ πάντων κακῶν κάκιστον καταγαγεῖν τῆς
ἀπωλείας βάραθρον, τὸ λέγειν μὴ εἶναι Θεόν, ὧν τὴν ἀφροσύνην
ἐμφαίνων ὁ ἱεροφάντης ἔφη Δαυίδ· «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ·
οὐκ ἔστιν Θεός», οἱ μὲν οὖν τοῦ Κυρίου μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοι τῷ
Παναγίῳ σοφισθέντες Πνεύματι καὶ τῇ αὐτοῦ δυνάμει καὶ χάριτι
τὰς θεοσημίας ἐργαζόμενοι τῇ τῶν θαυμάτων σαγήνῃ πρὸς τὸ φῶς
τῆς θεογνωσίας ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς ἀγνωσίας αὐτοὺς ζωγροῦντες
ἀνῆγον.
Ὁμοίως καὶ οἱ τούτων τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀξίας διάδοχοι, ποιμένες
τε καὶ διδάσκαλοι, τὴν φωτιστικὴν τοῦ Πνεύματος χάριν δεξάμενοι τῇ
τε τῶν θαυμάτων δυνάμει τῷ τε λόγῳ τῆς χάριτος τοὺς ἐσκοτισμένους
ἐφώτιζον καὶ τοὺς πεπλανημένους ἐπέστρεφον. Ἡμεῖς δὲ οἱ μηδὲ
τὸ τῶν θαυμάτων μηδὲ τὸ τῆς διδασκαλίας δεξάμενοι χάρισμα
(ἀναξίους γὰρ ἑαυτοὺς τῇ πρὸς τὰς ἡδονὰς προσπαθείᾳ πεποιήκαμεν)
φέρε ὀλίγα τῶν παραδεδομένων ἡμῖν ὑπὸ τῶν ὑποφητῶν τῆς χάριτος
περὶ τούτου διαλεξώμεθα τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Πνεῦμα
τὸ Ἅγιον ἐπικαλεσάμενοι.
Πάντα τὰ ὄντα ἢ κτιστά ἐστιν ἢ ἄκτιστα. Εἰ μὲν οὖν κτιστά, πάντως
καὶ τρεπτά· ὧν γὰρ τὸ εἶναι ἀπὸ τροπῆς ἤρξατο, ταῦτα τῇ τροπῇ
ὑποκείσεται πάντως ἢ φθειρόμενα ἢ κατὰ προαίρεσιν ἀλλοιούμενα.
Εἰ δὲ ἄκτιστα, κατὰ τὸν τῆς ἀκολουθίας λόγον, πάντως καὶ ἄτρεπτα·
ὧν γὰρ τὸ εἶναι ἐναντίον, τούτων καὶ ὁ τοῦ πῶς εἶναι λόγος ἐναντίος,
ἤγουν αἱ ἰδιότητες. Τίς οὖν οὐ συνθήσεται πάντα τὰ ὄντα, ὅσα ὑπὸ τὴν
ἡμετέραν αἴσθησιν, ἀλλὰ μὴν καὶ ἀγγέλους τρέπεσθαι καὶ ἀλλοιοῦσθαι
καὶ πολυτρόπως κινεῖσθαι καὶ μεταβάλλεσθαι;
Τὰ μὲν νοητά, ἀγγέλους φημὶ καὶ ψυχὰς καὶ δαίμονας, κατὰ προαίρεσιν
τήν τε ἐν τῷ καλῷ προκοπὴν καὶ τὴν ἐκ τοῦ καλοῦ ἀποφοίτησιν,
ἐπιτεινομένην τε καὶ ὑφιεμένην, τὰ δὲ λοιπὰ κατά τε γένεσιν καὶ φθορὰν
αὔξησίν τε καὶ μείωσιν καὶ τὴν κατὰ ποιότητα μεταβολὴν καὶ τὴν
τοπικὴν κίνησιν. Τρεπτὰ τοίνυν ὄντα πάντως καὶ κτιστά. Κτιστὰ δὲ
ὄντα πάντως ὑπό τινος ἐδημιουργήθησαν. Δεῖ δὲ τὸν δημιουργὸν
ἄκτιστον εἶναι· εἰ γὰρ κἀκεῖνος ἐκτίσθη, πάντως ὑπό τινος ἐκτίσθη, ἕως
ἂν ἔλθωμεν εἴς τι ἄκτιστον. Ἄκτιστος οὖν ὢν ὁ δημιουργὸς πάντως καὶ
ἄτρεπτός ἐστι. Τοῦτο δὲ τί ἂν ἄλλο εἴη ἢ Θεός;
Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ τῆς κτίσεως συνοχὴ καὶ συντήρησις καὶ κυβέρνησις
διδάσκει ἡμᾶς, ὅτι ἔστι Θεὸς ὁ τόδε τὸ πᾶν συστησάμενος καὶ συνέχων
καὶ συντηρῶν καὶ ἀεὶ προνοούμενος· πῶς γὰρ ἂν αἱ ἐναντίαι φύσεις,
πυρὸς λέγω καὶ ὕδατος, ἀέρος καὶ γῆς, εἰς ἑνὸς κόσμου συμπλήρωσιν
ἀλλήλοις συνεληλύθασι καὶ ἀδιάλυτοι μένουσιν, εἰ μή τις παντοδύναμος
δύναμις ταῦτα καὶ συνεβίβασε καὶ ἀεὶ τηρεῖ ἀδιάλυτα;
Τί τὸ τάξαν τὰ οὐράνια καὶ ἐπίγεια, ὅσα τε δι᾿ ἀέρος καὶ ὅσα καθ᾿
ὕδατος, μᾶλλον δὲ τὰ πρὸ τούτων, οὐρανὸν καὶ γῆν καὶ ἀέρα καὶ
φύσιν πυρός τε καὶ ὕδατος; Τίς ταῦτα ἔμιξε καὶ ἐμέρισε; Τί τὸ ταῦτα
κινῆσαν καὶ ἄγον τὴν ἄληκτον φορὰν καὶ ἀκώλυτον; Ἆρ᾿ οὐχ ὁ τεχνίτης
τούτων καὶ λόγον ἐνθεὶς πᾶσι, καθ᾿ ὃν τὸ πᾶν φέρεταί τε καὶ διεξάγεται;
Τίς δὲ ὁ τεχνίτης τούτων; Ἆρ᾿ οὐχ ὁ πεποιηκὼς ταῦτα καὶ εἰς τὸ εἶναι
παραγαγών; Οὐ γὰρ τῷ αὐτομάτῳ δώσομεν τοιαύτην δύναμιν. Ἔστω
γὰρ τὸ γενέσθαι τοῦ αὐτομάτου· τίνος τὸ τάξαι; Καὶ τοῦτο, εἰ δοκεῖ,
δῶμεν· τίνος τὸ τηρῆσαι καὶ φυλάξαι καθ᾿ οὓς πρῶτον ὑπέστη λόγους;
Ἑτέρου δηλαδὴ παρὰ τὸ αὐτόματον. Τοῦτο δὲ τί ἄλλο ἐστὶν εἰ μὴ Θεός;
Απόδειξη ότι υπάρχει Θεός.
Κανείς βέβαια δεν αμφισβητεί ότι υπάρχει Θεός, ούτε αυτοί που δέχονται
την Αγία Γραφή -εννοώ και την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη-, αλλά ούτε
και οι περισσότεροι από τους Έλληνες (συγγραφείς). Διότι, όπως είπαμε,
η γνώση του Θεού έχει από τη φύση της σπαρεί μέσα μας. Επειδή όμως η
κακία του πονηρού επικράτησε πάρα πολύ στη ζωή των ανθρώπων, με
αποτέλεσμα να οδηγήσει ορισμένους στο πλέον παράλογο και χειρότερο
απ’ όλα τα κακά βάραθρο της απώλειας: να λένε δηλαδή ότι δεν υπάρχει
Θεός· την αφροσύνη τους την περιγράφει ο προφήτης Δαβίδ λέγοντας:
«Είπε ο άφρων με τη σκέψη του· δεν υπάρχει Θεός». Οι μαθητές μάλιστα
και απόστολοι του Κυρίου, αφού έγιναν σοφοί από το Πανάγιο Πνεύμα και
με τη δύναμη και τη χάρη του έκαναν θεία σημεία, αιχμαλώτισαν τους
ανθρώπους με τα δίχτυα των θαυμάτων και τους ανέσυραν από το σκοτάδι
της άγνοιας στο φως της θείας γνώσεως.
Το ίδιο και οι διάδοχοι τους στη χάρη και την αξία, οι πατέρες και δάσκαλοι,
αφού δέχθηκαν τη φωτιστική χάρη του Αγίου Πνεύματος, φώτιζαν αυτούς που
βρίσκονταν στην άγνοια και επανέφεραν στην αλήθεια τους πλανεμένους με τη
δύναμη των θαυμάτων και με τα λόγια της χάριτος. Εμείς όμως, οι οποίοι δεν
αποκτήσαμε ούτε το χάρισμα των θαυμάτων ούτε αυτό της διδασκαλίας -διότι
γίναμε ανάξιοι εξαιτίας της προσκολλήσεώς μας στις ηδονές-
ας αναπτύξουμε λίγα από εκείνα που μας έχουν παραδώσει οι ερμηνευτές της
θείας χάριτος για το θέμα αυτό, αφού ζητήσουμε τη βοήθεια του Πατέρα,
του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Όλα τα όντα είναι ή κτιστά ή άκτιστα. Εάν βέβαια είναι κτιστά, σίγουρα είναι
και μεταβλητά. Διότι, εκείνα τα οποία άρχισαν την ύπαρξή τους με τη μεταβολή,
αυτά σίγουρα θα υπόκεινται στη μεταβολή ή με φυσική φθορά ή με θεληματική
αλλοίωση. Εάν όμως είναι άκτιστα, σύμφωνα με λογική ακολουθία, θα είναι
οπωσδήποτε και αμετάβλητα. Διότι αυτά που έχουν το είναι αντίθετο, αντίθετο
έχουν και τον τρόπο υπάρξεως, δηλαδή τις ιδιότητες. Ποιός, λοιπόν, δεν θα
συμφωνήσει ότι όλα τα όντα, όσα υποπίπτουν στις αισθήσεις μας, ακόμη και οι
άγγελοι, μεταβάλλονται και αλλοιώνονται και με ποικίλους τρόπους κινούνται;
Διότι τα νοητά όντα –εννοώ τους αγγέλους, τις ψυχές και τους δαίμονες-
κινούνται προαιρετικά είτε στην πρόοδο του καλού είτε στην απομάκρυνση
απ’ αυτό, η οποία άλλοτε αυξάνει κι άλλοτε ελαττώνεται. Τα υπόλοιπα όμως όντα
μεταβάλλονται με τη γέννηση, τη φθορά, την αύξηση και τη μείωση, με τη
μεταβολή στην ποιότητα και την κίνηση στο χώρο. Όντας λοιπόν μεταβλητά,
είναι σίγουρα και κτιστά. Και εφόσον είναι κτιστά, είναι βέβαιο ότι από κάποιον
δημιουργήθηκαν. Πρέπει όμως ο δημιουργός να είναι άκτιστος· εάν κι εκείνος
δημιουργήθηκε, από κάποιον δημιουργήθηκε, έως ότου φθάσουμε σε κάποιο ον
άκτιστο. Όντας λοιπόν άκτιστος ο δημιουργός, οπωσδήποτε είναι και
αμετάβλητος. Αυτό το άκτιστο ον τί άλλο θα είναι παρά ο Θεός;
Η συνοχή, η συντήρηση και η διακυβέρνηση της κτίσεως μας διδάσκει
ότι υπάρχει Θεός, ο οποίος δημιούργησε σο σύμπαν, το συγκρατεί, το
συντηρεί και πάντοτε προνοεί γι’ αυτό. Διότι, πώς είναι δυνατόν αντίθετα
στοιχεία της φύσεως, όπως η φωτιά και το νερό, ο αέρας και η γη, εάν δεν
τα συνέχει μια πανίσχυρη δύναμη που τα κρατά αδιάσπαστα πάντοτε, να
ενώνονται μεταξύ τους για ν’ αποτελέσουν μια αρμονία και να μείνουν αδιάλυτα;
Ποιά δύναμη είναι αυτή που έφερε την τάξη στα ουράνια και τα επίγεια, σε
όσα πετούν στον αέρα και όσα είναι μέσα στο νερό, και κυρίως σε όσα υπήρχαν
πριν απ’ αυτά, δηλαδή τον ουρανό, τη γη, τον αέρα και στη φύση της φωτιάς και
του νερού; Ποιός τα ανέμιξε και τα διαίρεσε; Ποιά δύναμη τα έθεσε σε κίνηση
και κατευθύνει την αδιάκοπη και ανεμπόδιστη κίνησή τους; Άραγε δεν είναι ο
δημιουργός τους που τους έδωσε τον προορισμό τους, σύμφωνα με τον οποίο το
καθένα κινείται και κατευθύνεται; Ποιός είναι ο δημιουργός τους; Δεν είναι αυτός
που τα κατασκεύασε και τα έφερε στην ύπαρξη; Διότι δεν θα θεωρήσουμε ότι η
τύχη έχει τέτοια δύναμη. Κι έστω ότι δημιουργήθηκαν από τύχη. Τίνος έργο
είναι η τάξη τους; Τίνος έργο είναι η διατήρηση και η διαφύλαξή τους,
σύμφωνα με τον αρχικό προορισμό τους;
Εννοείται κάποιου άλλου και όχι της τύχης. Κι τί είναι αυτό το άλλο παρά ο Θεός;
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4. Περὶ τοῦ τί ἐστι Θεός; ὅτι ἀκατάληπτον
Ὅτι μὲν οὖν ἔστι Θεός, δῆλον. Τί δέ ἐστι κατ᾿ οὐσίαν καὶ φύσιν,
ἀκατάληπτον τοῦτο παντελῶς καὶ ἄγνωστον. Ὅτι μὲν γὰρ
ἀσώματον, δῆλον. Πῶς γὰρ σῶμα τὸ ἄπειρον καὶ ἀόριστον καὶ
ἀσχημάτιστον καὶ ἀναφὲς καὶ ἀόρατον καὶ ἁπλοῦν καὶ ἀσύνθετον;
Πῶς γὰρ ἄτρεπτον, εἰ περιγραπτὸν καὶ παθητόν; Καὶ πῶς ἀπαθὲς
τὸ ἐκ στοιχείων συγκείμενον καὶ εἰς αὐτὰ πάλιν ἀναλυόμενον;
Σύνθεσις γὰρ ἀρχὴ μάχης, μάχη δὲ διαστάσεως, διάστασις δὲ λύσεως·
λύσις δὲ ἀλλότριον Θεοῦ παντελῶς.
Πῶς δὲ καὶ σταθήσεται τὸ «διὰ πάντων ἥκειν καὶ πληροῦν τὰ πάντα
Θεόν», ὥς φησιν ἡ Γραφή· «Οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ,
λέγει Κύριος»; Ἀδύνατον γὰρ σῶμα διὰ σωμάτων διήκειν μὴ τέμνον καὶ
τεμνόμενον καὶ πλεκόμενον καὶ ἀντιπαρατιθέμενον, ὥσπερ ὅσα τῶν
ὑγρῶν μίγνυται καὶ συγκιρνᾶται.
Εἰ δὲ καί τινές φασιν ἄυλον σῶμα, ὡς τὸ παρὰ τοῖς τῶν Ἑλλήνων σοφοῖς
πέμπτον σῶμα λεγόμενον, ὅπερ ἀδύνατον, κινούμενον ἔσται πάντως,
ὥσπερ ὁ οὐρανός· τοῦτον γὰρ πέμπτον σῶμά φασι. Τίς οὖν ὁ τοῦτον
κινῶν; Πᾶν γὰρ κινούμενον ὑφ᾿ ἑτέρου κινεῖται. Κἀκεῖνον τίς; Καὶ τοῦτο
ἐπ᾿ ἄπειρον, ἕως ἂν καταντήσωμεν εἴς τι ἀκίνητον· τὸ γὰρ πρῶτον
κινοῦν ἀκίνητον, ὅπερ ἐστὶ τὸ θεῖον. Πῶς δὲ οὐκ ἐν τόπῳ περιγραπτὸν
τὸ κινούμενον; Μόνον οὖν τὸ θεῖον ἀκίνητον, δι᾿ ἀκινησίας τὰ πάντα
κινοῦν. Ἀσώματον τοίνυν ὑποληπτέον τὸ θεῖον.
Ἀλλ᾿ οὐδὲ τοῦτο τῆς οὐσίας παραστατικόν ἐστιν ὥσπερ οὐδὲ τὸ
ἀγέννητον καὶ τὸ ἄναρχον καὶ τὸ ἀναλλοίωτον καὶ τὸ ἄφθαρτον
καὶ ὅσα περὶ Θεοῦ ἢ περὶ Θεὸν εἶναι λέγεται· ταῦτα γὰρ οὐ τὸ τί ἐστι
σημαίνει, ἀλλὰ τί οὐκ ἔστι. Χρὴ δὲ τὸν βουλόμενον τήν τινος οὐσίαν
εἰπεῖν, τί ἐστι, φράσαι, οὐ τό τί οὐκ ἔστι· ὅμως ἐπὶ Θεοῦ, τί ἐστιν, εἰπεῖν
ἀδύνατον κατ᾿ οὐσίαν. Οἰκειότερον δὲ μᾶλλον ἐκ τῆς πάντων ἀφαιρέσεως
ποιεῖσθαι τὸν λόγον· οὐδὲν γὰρ τῶν ὄντων ἐστὶν οὐχ ὡς μὴ ὤν, ἀλλ᾿ ὡς
ὑπὲρ πάντα τὰ ὄντα καὶ ὑπὲρ αὐτό τὸ εἶναι ὤν. Εἰ γὰρ τῶν ὄντων αἱ
γνώσεις, τὸ ὑπὲρ γνῶσιν πάντως καὶ ὑπὲρ οὐσίαν ἔσται, καὶ τὸ ἀνάπαλιν
τὸ ὑπὲρ οὐσίαν καὶ ὑπὲρ γνῶσιν ἔσται.
Ἄπειρον οὖν τὸ θεῖον καὶ ἀκατάληπτον, καὶ τοῦτο μόνον αὐτοῦ
καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία. Ὅσα δὲ λέγομεν ἐπὶ Θεοῦ
καταφατικῶς, οὐ τὴν φύσιν ἀλλὰ τὰ περὶ τὴν φύσιν δηλοῖ. Κἂν ἀγαθόν,
κἂν δίκαιον, κἂν σοφόν, κἂν ὅ τι ἂν εἴπῃς, οὐ φύσιν λέγεις Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ
περὶ τὴν φύσιν. Εἰσὶ δὲ καί τινα καταφατικῶς ἐπὶ Θεοῦ λεγόμενα δύναμιν
ὑπεροχικῆς ἀποφάσεως ἔχοντα, οἷον σκότος λέγοντες ἐπὶ Θεοῦ οὐ σκότος
νοοῦμεν, ἀλλ᾿ ὅτι οὐκ ἔστι φῶς ἀλλ᾿ ὑπὲρ τὸ φῶς· καί φῶς ὅτι οὐκ ἔστι
σκότος.
Για το τί είναι ο Θεός; Ότι δηλαδή είναι ακατάληπτος.
Είναι, λοιπόν, φανερό ότι υπάρχει Θεός. Αλλά είναι τελείως ακατάληπτο
και άγνωστο τί είναι στην ουσία και τη φύση του. Επίσης, είναι φανερό
ότι είναι ασώματος. Διότι, πώς είναι δυνατόν ο άπειρος (Θεός), ο αόριστος, ο
ασχημάτιστος, ο αψηλάφητος, ο αόρατος, ο απλός και ασύνθετος να είναι σώμα;
Κι αν μπορεί να περιγραφεί και να πάθει, πώς μπορεί να είναι και αμετάβλητος;
Και αυτό που αποτελείται από στοιχεία και διαλύεται σ’ αυτά, πώς θα είναι και
απαθές. Διότι η σύνθεση είναι αιτία διαμάχης, η διαμάχη χωρισμού και ο
χωρισμός αιτία της διασπάσεως. Και η διάσπαση είναι τελείως ξένη προς το Θεό.
Πώς όμως θα έχει ισχύ ο λόγος της Γραφής «ότι ο Θεός είναι μέσα σ’ όλα και
όλα τα γεμίζει». «Λέει ο Κύριος: δεν είμαι εγώ που γεμίζω όλο τον ουρανό και
τη γη;». Διότι είναι αδύνατο το σώμα να περνά μέσα από σώματα χωρίς να τα
τέμνει ούτε το ίδιο να τέμνεται ή να συντίθεται και να αντιπαρατίθεται, όπως
ακριβώς συμβαίνει με τα υγρά που αναμειγνύονται και αποτελούν ένα κράμα.
Και εάν πάλι ορισμένοι ισχυρίζονται ότι υπάρχει άϋλο σώμα, όπως αυτό που οι
Έλληνες σοφοί το ονόμαζουν πέμπτο σώμα -πράγμα που είναι αδύνατο-, σίγουρα
όμως αυτό θα κινείται όπως ο ουρανός. Διότι αυτός είναι το πέμπτο σώμα. Και
ποιός είναι αυτός που το κινεί; Διότι καθετί που κινείται, από άλλον κινείται. Και
εκείνον ποιός τον κινεί; Κι έτσι θα πάμε ώς το άπειρο, έως ότου φθάσουμε σε
κάτι ακίνητο. Αυτό είναι το πρώτο ακίνητο που κινεί, και είναι το θείον. Και πώς
πάλι αυτό που κινείται δεν περιορίζεται σε τόπο; Επομένως, μόνο το θείον είναι
ακίνητο και κινεί με την ακινησία του τα πάντα. Γι’ αυτό πρέπει να θεωρήσουμε
το θείο ασώματο.
Αλλά ούτε αυτό (η ακινησία) μπορεί να παραστήσει την ουσία του, όπως ούτε
η έννοια αγέννητος, άναρχος, αναλλοίωτος, άφθαρτος και όσα λέγονται για το
Θεό ή σχετικά με το Θεό. Διότι αυτά δεν φανερώνουν τί είναι ο Θεός, αλλά τί
δεν είναι. Πρέπει βέβαια αυτός που θέλει να ορίσει την ουσία κάποιου όντος
να πει τί είναι, και όχι τί δεν είναι. Όμως, για το Θεό είναι αδύνατο να πούμε τί
είναι στην ουσία του. Είναι περισσότερο εύκολο να μιλήσουμε με την αφαίρεση
όλων των ιδιωμάτων του· επειδή δεν ταυτίζεται με κανένα από τα όντα· όχι ότι
τάχα δεν υπάρχει, αλλά διότι ξεπερνά όλα τα όντα και αυτήν ακόμη την έννοια της
υπάρξεως.
Διότι, αν στα όντα ανήκουν οι γνώσεις, αυτό που ξεπερνά τη γνώση
είναι καί πάνω από την ουσία· και το αντίστροφο, αυτό που είναι πάνω από την
ουσία, είναι και πάνω από τη γνώση.
Επομένως, το θείο είναι απεριόριστο και ακατάληπτο· το μόνο που
καταλαβαίνουμε γι’ αυτό είναι το απεριόριστο και ακατάληπτό του. Και όσα
λέμε καταφατικά για το Θεό, δεν φανερώνουν τη φύση του, αλλά τα σχετικά μ’
αυτήν. Η έννοια αγαθός, δίκαιος, σοφός κι ό,τι άλλο πούμε, δεν αναφέρονται στη
φύση του Θεού αλλά στα σχετικά μ’ αυτήν. Υπάρχουν και ορισμένες καταφατικές
έννοιες που λέγονται για το Θεό με καθαρή αρνητική έννοια· π.χ. λέγοντας σκοτάδι
για το Θεό, δεν εννοούμε σκοτάδι, αλλά ότι δεν υπάρχει φώς που ξεπερνά το δικό
Του φως· και λέγοντας φως, εννοούμε ότι δεν είναι σκοτάδι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5. Ἀπόδειξις, ὅτι εἷς ἐστι θεὸς καὶ οὐ πολλοί.
Ὅτι μέν ἐστι Θεός, ἱκανῶς ἀποδέδεικται, καὶ ὅτι ἀκατάληπτός ἐστιν
ἡ αὐτοῦ οὐσία. Ὅτι δὲ εἷς ἐστι καὶ οὐ πολλοί, τοῖς μὲν τῇ θείᾳ
πειθομένοις Γραφῇ οὐκ ἀμφιβάλλεται. Φησὶ γὰρ ὁ Κύριος ἐν τῇ τῆς
νομοθεσίας ἀρχῇ· «Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου ὁ ἐξαγαγών σε ἐκ γῆς
Αἰγύπτου. Οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ», καὶ πάλιν· «Ἄκουε,
Ἰσραήλ· Κύριος ὁ Θεός σου Κύριος εἷς ἐστι». Καὶ διὰ Ἡσαΐου τοῦ
προφήτου· «Ἐγὼ γάρ, φησί, Θεὸς πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα καὶ
πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι Θεός. Ἔμπροσθέν μου οὐκ ἐγένετο ἄλλος Θεὸς
καὶ μετ᾿ ἐμὲ οὐκ ἔσται καὶ πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι». Καὶ ὁ Κύριος δὲ ἐν
τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις οὕτω φησὶ πρὸς τὸν Πατέρα· «Αὕτη ἐστὶν ἡ
αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν».
Τοῖς δὲ τῇ θείᾳ Γραφῇ μὴ πειθομένοις οὕτω διαλεξόμεθα. Τὸ θεῖον
τέλειόν ἐστι καὶ ἀνελλιπὲς κατά τε ἀγαθότητα κατά τε σοφίαν κατά
τε δύναμιν, ἄναρχον, ἀτελεύτητον, ἀΐδιον, ἀπερίγραπτον καὶ ἁπλῶς
εἰπεῖν κατὰ πάντα τέλειον. Εἰ οὖν πολλοὺς ἐροῦμεν θεούς, ἀνάγκη
διαφορὰν ἐν τοῖς πολλοῖς θεωρεῖσθαι. Εἰ γὰρ οὐδεμία διαφορὰ ἐν
αὐτοῖς, εἷς μᾶλλόν ἐστι καὶ οὐ πολλοί. Εἰ δὲ διαφορὰ ἐν αὐτοῖς, ποῦ
ἡ τελειότης; Εἴτε γὰρ κατὰ ἀγαθότητα, εἴτε κατὰ δύναμιν, εἴτε κατὰ
σοφίαν, εἴτε κατὰ χρόνον, εἴτε κατὰ τόπον ὑστερήσει τοῦ τελείου,
οὐκ ἂν εἴη Θεός.
Ἡ δὲ διὰ πάντων ταυτότης ἕνα μᾶλλον δείκνυσι καὶ οὐ πολλούς.
Πῶς δὲ καὶ πολλοῖς οὖσι τὸ ἀπερίγραπτον φυλαχθήσεται; Ἔνθα γὰρ
ἂν εἴη ὁ εἷς, οὐκ ἂν εἴη ὁ ἕτερος. Πῶς δὲ ὑπὸ πολλῶν κυβερνηθήσεται
ὁ κόσμος καὶ οὐ διαλυθήσεται καὶ διαφθαρήσεται μάχης ἐν τοῖς
κυβερνῶσι θεωρουμένης; Ἡ γὰρ διαφορὰ ἐναντίωσιν εἰσάγει. Εἰ δὲ
εἴποι τις, ὅτι ἕκαστος μέρους ἄρχει, τί τὸ τάξαν καὶ τὴν διανομὴν
αὐτοῖς ποιησάμενον; Ἐκεῖνο γὰρ ἂν εἴη μᾶλλον Θεός. Εἷς τοίνυν ἐστὶ
Θεός, τέλειος, ἀπερίγραπτος, τοῦ παντὸς ποιητὴς συνοχεύς τε καὶ
κυβερνήτης, ὑπερτελὴς καὶ προτέλειος. Πρὸς δὲ καὶ φυσικὴ ἀνάγκη
μονάδα εἶναι δυάδος ἀρχήν.
Απόδειξη, ότι ένας είναι ο Θεός και όχι πολλοί.
Αποδείξαμε ικανοποιητικά ότι υπάρχει ο Θεός και ότι η ουσία του είναι
ακατάληπτη. Επίσης, όσοι πιστεύουν στην Αγία Γραφή, δεν αμφισβητούν
ότι ο Θεός είναι ένας και όχι πολλοί. Διότι το λέει ο Κύριος στην αρχή του
Νόμου (στο Μωϋσή): «Εγώ είμαι ο Κύριος και Θεός σου που σ’ έβγαλα από
τη γη της Αιγύπτου. Δεν θα λατρεύεις άλλους θεούς εκτός από μένα». Και
πάλι λέει: «Άκουσε, λαέ του Ισραήλ· ο Κύριος και Θεός σου είναι ένας».
Το λέει και με τον προφήτη Ησαΐα: «Εγώ είμαι ο πρώτος Θεός, εγώ και ο
μετέπειτα και κανένας άλλος εκτός από μένα. Δεν υπήρξε άλλος Θεός πριν
από μένα, ούτε θα υπάρξει μετά και εκτός από μένα». Και στα ιερά
Ευαγγέλια ο Κύριος λέει τα εξής προς τον Πατέρα: «Αυτή είναι η αιώνια
ζωή, να γνωρίσουν εσένα, το μοναδικό αληθινό Θεό».
Με όσους, όμως, δεν πιστεύουν στην Αγία Γραφή, θα συζητήσουμε ως εξής.
Το θείο είναι τέλειο και δεν του λείπει τίποτε ούτε στην αγαθωσύνη ούτε στη
σοφία και τη δύναμη· είναι χωρίς αρχή και τέλος, αιώνιο, απεριόριστο και
γενικά τέλειο σε όλα. Εάν, λοιπόν, παραδεχθούμε πολλούς θεούς, υποχρεωτικά
δεχόμαστε διαφορά ανάμεσα στους πολλούς. Κι αν δεν υπάρχει καμιά διαφορά
μεταξύ τους, τότε ο Θεός είναι ένας και όχι πολλοί. Αν πάλι υπάρχει διαφορά,
πού είναι η τελειότητα; Διότι, αν υστερεί από την τελειότητα σε κάτι, είτε στην
αγαθωσύνη ή τη δύναμη ή τη σοφία ή το χρόνο ή τον τόπο, τότε δεν μπορεί
να είναι Θεός.
Η ταύτιση όμως σε όλα αποδεικνύει ότι ο Θεός είναι μάλλον ένας και όχι
πολλοί. Κι αν μάλιστα είναι πολλοί, πώς θα διατηρηθεί το απεριόριστο; Διότι
όπου θα είναι ο ένας, δεν θα βρίσκεται ο άλλος. Και πώς οι πολλοί θεοί θα
διευθύνουν τον κόσμο και δεν θα τον διαλύσουν και καταστρέψουν, εφόσον
θα έχουν πόλεμο μεταξύ τους οι κυβερνήτες; Διότι η διαφορά οδηγεί στην
έχθρα. Κι αν κάποιος υποστηρίξει ότι ο καθένας κυβερνά ένα μέρος του
κόσμου, ποιός είναι αυτός που έβαλε αυτή την τάξη και έκανε τη διανομή;
Εκείνος θα είναι ασφαλώς ο Θεός. Επομένως, ένας είναι ο Θεός, τέλειος,
απεριόριστος, δημιουργός, προνοητής και κυβερνήτης του σύμπαντος, πριν
και πάνω απ’όλα τέλειος. Επιπλέον, αποτελεί και φυσικό νόμο, η μονάδα να
είναι η βάση της δυάδος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6. Περὶ Λόγου Θεοῦ.
Οὗτος τοίνυν ὁ εἷς καὶ μόνος Θεὸς οὐκ ἄλογός ἐστι. Λόγον δὲ ἔχων
οὐκ ἀνυπόστατον ἕξει, οὐκ ἀρξάμενον τοῦ εἶναι οὐδὲ παυσόμενον·
οὐ γὰρ ἦν, ὅτε ἦν ποτε ὁ Θεὸς Λόγος. Ἀεὶ δὲ ἔχει τὸν ἑαυτοῦ Λόγον
ἐξ αὐτοῦ γεννώμενον, οὐ κατὰ τὸν ἡμέτερον λόγον ἀνυπόστατον καὶ
εἰς ἀέρα χεόμενον, ἀλλ᾿ ἐνυπόστατον, ζῶντα, τέλειον, οὐκ ἔξω αὐτοῦ
χωροῦντα, ἀλλ᾿ ἐν αὐτῷ ἀεὶ ὄντα· ποῦ γὰρ ἔσται ἔξω αὐτοῦ γινόμενος;
Ἐπειδὴ γὰρ ἡ ἡμετέρα φύσις ἐπίκηρός ἐστι καὶ εὐδιάλυτος, διὰ τοῦτο
καὶ ὁ λόγος ἡμῶν ἐστιν ἀνυπόστατος. Ὁ δὲ Θεὸς ἀεὶ ὢν καὶ τέλειος ὢν
τέλειον καὶ ἐνυπόστατον ἕξει τὸν ἑαυτοῦ Λόγον καὶ ἀεὶ ὄντα καὶ
ζῶντα καὶ πάντα ἔχοντα, ὅσα ὁ γεννήτωρ ἔχει. Ὥσπερ γὰρ ὁ ἡμέτερος
λόγος ἐκ τοῦ νοῦ προερχόμενος οὔτε δι᾿ ὅλου ὁ αὐτός ἐστι τῷ νῷ οὔτε
παντάπασιν ἕτερος —ἐκ τοῦ νοῦ μὲν γὰρ ὢν ἄλλος ἐστὶ παρ᾿ αὐτόν,
αὐτὸν δὲ τὸν νοῦν εἰς τὸ ἐμφανὲς ἄγων οὐκέτι παντάπασιν ἕτερός ἐστι
παρὰ τὸν νοῦν, ἀλλὰ κατὰ τὴν φύσιν ἓν ὢν ἕτερόν ἐστι τῷ ὑποκειμένῳ—
οὕτω καὶ ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, τῷ μὲν ὑφεστάναι καθ᾿ ἑαυτὸν διῄρηται
πρὸς ἐκεῖνον, παρ᾿ οὗ τὴν ὑπόστασιν ἔχει, τῷ δὲ ταῦτα δεικνύειν ἐν
ἑαυτῷ, ἃ περὶ τὸν Θεὸν καθορᾶται, ὁ αὐτός ἐστι κατὰ τὴν φύσιν ἐκείνῳ·
ὥσπερ γὰρ τὸ ἐν ἅπασι τέλειον ἐπὶ τοῦ Πατρὸς θεωρεῖται, οὕτως καὶ
ἐπὶ τοῦ ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένου Λόγου θεωρηθήσεται.
Για το Λόγο του Θεού.
Αυτός λοιπόν ο ένας και μοναδικός Θεός δεν είναι άλογος. Εφόσον έχει Λόγο,
δεν θα είναι χωρίς υπόσταση, ούτε θα έχει αρχή και τέλος η ύπαρξή του. Διότι,
δεν υπήρχε χρόνος, που να μην υπήρχε ο Θεός Λόγος. (Ο Θεός) έχει πάντοτε
το Λόγο του, γεννημένο απ’ Αυτόν· δεν είναι ανυπόστατος και σκορπισμένος
στον αέρα όπως ο δικός μας λόγος, αλλά είναι ενυπόστατος, ζωντανός, τέλειος.
Δεν προχωρεί έξω απ’ Αυτόν, αλλά είναι πάντοτε ενωμένος μαζί του. Διότι, πού
θα είναι, αν βγει έξω απ’ Αυτόν;
Επειδή, δηλαδή, η δική μας φύση είναι θνητή και φθαρτή, γι’ αυτό και ο λόγος
μας είναι ανυπόστατος. Ο Θεός όμως, επειδή είναι αιώνιος και τέλειος, θα έχει
και το Λόγο του τέλειο και ενυπόστατο, αιώνιο, ζωντανό και κάτοχο όλων
όσων κατέχει και ο γεννήτοράς του. Διότι, όπως ακριβώς ο δικός μας λόγος
προέρχεται από το νου αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα μ’ αυτόν και ούτε είναι
σε όλα διαφορετικός —διότι, αν και προέρχεται από το νου είναι κάτι άλλο
απ’ αυτόν· και παρόλο που φανερώνει το νου, δεν είναι σε όλα διαφορετικός
από το νου· αλλά, όντας κατά τη φύση όμοιος, είναι διαφορετικός στην υπόσταση—
έτσι και ο Λόγος του Θεού, με τη δική του υπόσταση είναι διαφορετικός μ’
Εκείνον (γεννήτορα), από τον οποίο έλαβε την υπόσταση· επειδή όμως δείχνει
τα ίδια που βλέπουμε στο Θεό (Πατέρα), είναι ο ίδιος στη φύση μ’ εκείνον.
Διότι, όπως βλέπουμε τον Πατέρα να είναι τέλειος σε όλα, το ίδιο βλέπουμε
και στο Λόγο που γεννήθηκε απ’ Αυτόν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7. Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συλλογιστική ἀπόδειξις.
Δεῖ δὲ τὸν Λόγον καὶ Πνεῦμα ἔχειν· καὶ γὰρ καὶ ὁ ἡμέτερος λόγος οὐκ
ἄμοιρός ἐστι τοῦ πνεύματος. Ἀλλ᾿ ἐφ᾿ ἡμῶν μὲν τὸ πνεῦμα ἀλλότριον
τῆς ἡμετέρας ἐστὶν οὐσίας· τοῦ ἀέρος γάρ ἐστιν ὁλκὴ καὶ φορὰ
εἰσελκομένου καὶ προχεομένου πρὸς τὴν τοῦ σώματος σύστασιν, ὅπερ
ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐκφωνήσεως φωνὴ τοῦ λόγου γίνεται τὴν τοῦ λόγου
δύναμιν ἐν ἑαυτῇ φανεροῦσα. Ἐπὶ δὲ τῆς θείας φύσεως τῆς ἁπλῆς καὶ
ἀσυνθέτου τὸ μὲν εἶναι Πνεῦμα Θεοῦ εὐσεβῶς ὁμολογητέον διὰ τὸ μὴ
εἶναι τὸν τοῦ Θεοῦ Λόγον ἐλλιπέστερον τοῦ ἡμετέρου λόγου, οὐκ ἔστι
δὲ εὐσεβὲς ἀλλότριόν τι ἔξωθεν ἐπεισερχόμενον τῷ Θεῷ τὸ Πνεῦμα
λογίζεσθαι ὡς καὶ ἐφ᾿ ἡμῶν τῶν συνθέτων.
Ἀλλ᾿ ὥσπερ Θεοῦ Λόγον ἀκούσαντες οὐκ ἀνυπόστατον οὐδὲ ἐκ
μαθήσεως προσγινόμενον οὐδὲ διὰ φωνῆς προφερόμενον οὐδὲ εἰς
ἀέρα χεόμενον καὶ λυόμενον ᾠήθημεν, ἀλλ᾿ οὐσιωδῶς ὑφεστῶτα
προαιρετικόν τε καὶ ἐνεργὸν καὶ παντοδύναμον, οὕτω καὶ Πνεῦμα
μεμαθηκότες Θεοῦ τὸ συμπαρομαρτοῦν τῷ Λόγῳ καὶ φανεροῦν αὐτοῦ
τὴν ἐνέργειαν οὐ πνοὴν ἀνυπόστατον ἐννοοῦμεν —οὕτω γὰρ ἂν
καθαιρεῖται πρὸς ταπεινότητα τὸ μεγαλεῖον τῆς θείας φύσεως, εἰ καθ᾿
ὁμοιότητα τοῦ ἡμετέρου πνεύματος καὶ τὸ ἐν αὐτῷ Πνεῦμα ὑπονοοῖτο—
ἀλλὰ δύναμιν οὐσιώδη, αὐτὴν ἐφ᾿ ἑαυτῆς ἐν ἰδιαζούσῃ ὑποστάσει
θεωρουμένην, ἐκ τοῦ Πατρὸς προερχομένην καὶ ἐν τῷ Λόγῳ
ἀναπαυομένην καὶ αὐτοῦ οὖσαν ἐκφαντικήν, οὔτε χωρισθῆναι τοῦ
Θεοῦ, ἐν ᾧ ἐστι, καὶ τοῦ Λόγου, ᾧ συμπαρομαρτεῖ, δυναμένην οὔτε
πρὸς τὸ ἀνύπαρκτον ἀναχεομένην, ἀλλὰ καθ᾿ ὁμοιότητα τοῦ Λόγου
καθ᾿ ὑπόστασιν οὖσαν, ζῶσαν, προαιρετικήν, αὐτοκίνητον, ἐνεργόν,
πάντοτε τὸ ἀγαθὸν θέλουσαν καὶ πρὸς πᾶσαν πρόθεσιν σύνδρομον
ἔχουσαν τῇ βουλήσει τὴν δύναμιν, μήτε ἀρχὴν ἔχουσαν μήτε τέλος.
Οὔτε γὰρ ἐνέλειψέ ποτε τῷ Πατρὶ Λόγος οὔτε τῷ Λόγῳ Πνεῦμα.
Οὕτως διὰ μὲν τῆς κατὰ φύσιν ἑνότητος ἡ πολύθεος τῶν Ἑλλήνων
ἐξαφανίζεται πλάνη, διὰ δὲ τῆς τοῦ Λόγου παραδοχῆς καὶ τοῦ
Πνεύματος τῶν Ἰουδαίων καθαιρεῖται τὸ δόγμα, ἑκατέρας τε
αἱρέσεως παραμένει τὸ χρήσιμον, ἐκ μὲν τῆς Ἰουδαϊκῆς ὑπολήψεως
ἡ τῆς φύσεως ἑνότης, ἐκ δὲ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ κατὰ τὰς ὑποστάσεις
διάκρισις μόνη.
Εἰ δὲ ἀντιλέγοι ὁ Ἰουδαῖος πρὸς τὴν τοῦ Λόγου παραδοχὴν καὶ τοῦ
Πνεύματος, ὑπὸ τῆς θείας Γραφῆς ἐλεγχέσθω τε καὶ ἐπιστομιζέσθω.
Περὶ μὲν γὰρ τοῦ Λόγου φησὶν ὁ Δαυίδ· «Εἰς τὸν αἰῶνα, Κύριε, ὁ λόγος
σου διαμένει ἐν τῷ οὐρανῷ», καὶ πάλιν· «Ἀπέστειλε τὸν λόγον αὐτοῦ
καὶ ἰάσατο αὐτούς». Λόγος δὲ προφορικὸς οὐκ ἀποστέλλεται οὐδὲ εἰς
τὸν αἰῶνα διαμένει. Περὶ δὲ τοῦ Πνεύματος ὁ αὐτὸς Δαυίδ·
«Ἐξαποστελεῖς τὸ Πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται», καὶ πάλιν·
«Τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν, καὶ τῷ πνεύματι τοῦ
στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν», καὶ ὁ Ἰώβ· «Πνεῦμα θεῖον
τὸ ποιῆσάν με, πνοὴ δὲ παντοκράτορος ἡ συνέχουσά με.» Πνεῦμα δὲ
ἀποστελλόμενον καὶ ποιοῦν καὶ στερεοῦν καὶ συνέχον οὐκ ἄσθμα ἐστὶ
λυόμενον, ὥσπερ οὐδὲ σωματικὸν μέλος τὸ τοῦ Θεοῦ στόμα· ἀμφότερα
γὰρ θεοπρεπῶς νοητέον.
Λογική απόδειξη για το Άγιο Πνεύμα.
Πρέπει, επίσης, ο Λόγος να έχει και Πνεύμα. Ακόμη και ο δικός μας λόγος
δεν στερείται πνεύμα. Σε μας, όμως, το πνεύμα είναι ξένο στη φύση μας·
διότι πρόκειται για εισπνοή και κίνηση του αέρα, ο οποίος εισέρχεται
και διασκορπίζεται στο σώμα, για να του δώσει ζωή. Αυτό, στη διάρκεια της
ομιλίας, γίνεται φωνή του λόγου, που φανερώνει μέσα της τη δύναμη του λόγου.
Στη θεία όμως φύση, που είναι απλή και ασύνθετη, πρέπει να ομολογήσουμε
με σεβασμό ότι υπάρχει το Πνεύμα του Θεού. Διότι ο Λόγος του Θεού
δεν είναι πιο ελλιπής από το δικό μας λόγο· και δεν είναι ευσεβές να θεωρούμε
ότι το Πνεύμα εισέρχεται στο Θεό απέξω σαν κάτι το ξένο, όπως συμβαίνει
σε μας που είμαστε σύνθετοι.
Αλλά, όπως ακριβώς όταν ακούσαμε για το Λόγο του Θεού, δεν τον
θεωρήσαμε χωρίς υπόσταση ούτε ότι είναι αποτέλεσμα της μαθήσεως ή
προφέρεται με φωνή και διασκορπίζεται στον αέρα και χάνεται, αλλά
θεωρήσαμε ότι υφίσταται με ουσία, ελεύθερη βούληση, ενέργεια και
παντοδυναμία· έτσι, όταν μάθαμε και για το Πνεύμα του Θεού, το οποίο
συμμαρτυρεί για το Λόγο και φανερώνει την ενέργειά του, δεν το θεωρήσαμε
σαν κάποια πνοή χωρίς υπόσταση —διότι έτσι εξευτελίζουμε τη
μεγαλοπρέπεια της θείας φύσεως, εφόσον θεωρούμε το Πνεύμα του Θεού
σχεδόν όμοιο με το δικό μας πνεύμα.
Αντίθετα, το θεωρήσαμε δύναμη με ουσία, που έχει δική της ιδιαίτερη
υπόσταση· προέρχεται από τον Πατέρα και αναπαύεται στο Λόγο,
τον οποίο και αποκαλύπτει. Δεν είναι δυνατόν να χωριστεί από το Θεό στον
οποίο κατοικεί, ούτε από το Λόγο τον οποίο συνοδεύει· ούτε βαδίζει προς
την ανυπαρξία, αλλά είναι υποστατική δύναμη όμοια με το Λόγο,
ζωντανή, με θέληση, αυτοκινούμενη και ενεργητική·
επιθυμεί πάντοτε το αγαθό και η δύναμή της συνοδεύει τη θέληση για κάθε
καλό σκοπό· δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Διότι ποτέ ο Λόγος
δεν απουσίασε από τον Πατέρα ούτε το Πνεύμα από το Λόγο.
Έτσι, από τη μια, με την ενότητα της φύσεως, εξαφανίζεται η πλάνη της
πολυθεΐας των Ελλήνων, κι από την άλλη, με την ομολογία της υπάρξεως
του Λόγου και του Πνεύματος, ανατρέπεται η πίστη των Ιουδαίων. Και
από τις δύο αιρετικές αποκλίσεις παραμένει η ωφέλεια: από την ιουδαϊκή
αντίληψη έχουμε την ενότητα της ουσίας, ενώ από την ελληνική τη
διάκριση των υποστάσεων.
Εάν όμως οι Ιουδαίοι έχουν αντίρρηση στην παραδοχή της υπάρξεως του
Λόγου και του Πνεύματος, η Αγία Γραφή θα τους ελέγξει και αποστομώσει.
Διότι για το Λόγο λέει ο Δαβίδ: «Ο Λόγος σου, Κύριε, θα μένει αιώνια στον
ουρανό». Και αλλού πάλι λέει: «Έστειλε το Λόγο του και τους θεράπευσε».
Αν πρόκειται για λόγο προφορικό, αυτός ούτε αποστέλλεται ούτε μένει
αιώνια. Ο ίδιος ο Δαβίδ ομιλεί και για το Πνεύμα:
«Θα στείλεις το Πνεύμα σου και θα δημιουργηθούν»· και αλλού πάλι λέει:
«Οι ουρανοί σχηματίσθηκαν με το Λόγο του Κυρίου· όλη η δύναμή τους είναι
στο Πνεύμα του στόματός του». Ο Ιώβ, επίσης, λέει: «Με δημιούργησε το
θείο Πνεύμα και με συγκρατεί η πνοή του παντοκράτορα». Και το Πνεύμα που
αποστέλλεται, δημιουργεί, σταθεροποιεί και συγκρατεί δεν είναι ένας αέρας
που χάνεται, όπως και το στόμα δεν είναι μέλος του σώματος του Θεού· διότι
και τα δύο πρέπει να τα εννοήσουμε με θεοπρεπή τρόπο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8. Περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος
Πιστεύομεν τοιγαροῦν εἰς ἕνα Θεόν, μίαν ἀρχὴν ἄναρχον, ἄκτιστον,
ἀγέννητον ἀνόλεθρόν τε καὶ ἀθάνατον, αἰώνιον, ἄπειρον,
ἀπερίγραπτον, ἀπεριόριστον, ἀπειροδύναμον, ἁπλῆν, ἀσύνθετον,
ἀσώματον, ἄρρευστον, ἀπαθῆ, ἄτρεπτον, ἀναλλοίωτον, ἀόρατον,
πηγὴν ἀγαθότητος καὶ δικαιοσύνης, φῶς νοερόν, ἀπρόσιτον, δύναμιν
οὐδενὶ μέτρῳ γνωριζομένην, μόνῳ δὲ τῷ οἰκείῳ βουλήματι
μετρουμένην —πάντα γάρ, ὅσα θέλει, δύναται— πάντων κτισμάτων
ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων ποιητικήν, πάντων συνεκτικὴν καὶ
συντηρητικήν, πάντων προνοητικήν, πάντων κρατοῦσαν καὶ
ἄρχουσαν καὶ βασιλεύουσαν ἀτελευτήτῳ καὶ ἀθανάτῳ βασιλείᾳ,
μηδὲν ἐναντίον ἔχουσαν, πάντα πληροῦσαν, ὑπ᾿ οὐδενὸς
περιεχομένην, αὐτὴν δὲ μᾶλλον περιέχουσαν τὰ σύμπαντα καὶ
συνέχουσαν καὶ προέχουσαν· ἀχράντως ταῖς ὅλαις οὐσίαις
ἐπιβατεύουσαν καὶ πάντων ἐπέκεινα καὶ πάσης οὐσίας ἐξῃρημένην
ὡς ὑπερούσιον καὶ ὑπὲρ τὰ ὄντα οὖσαν, ὑπέρθεον, ὑπεράγαθον,
ὑπερπλήρη, τὰς ὅλας ἀρχὰς καὶ τάξεις ἀφορίζουσαν καὶ πάσης ἀρχῆς
καὶ τάξεως ὑπεριδρυμένην ὑπὲρ οὐσίαν καὶ ζωὴν καὶ λόγον καὶ ἔννοιαν,
αὐτοφῶς, αὐτοαγαθότητα, αὐτοζωήν, αὐτοουσίαν ὡς μὴ παρ᾿
ἑτέρου τὸ εἶναι ἔχουσαν ἤ τι τῶν ὅσα ἐστίν, αὐτὴν δὲ πηγὴν οὖσαν τοῦ
εἶναι τοῖς οὖσι, τοῖς ζῶσι τῆς ζωῆς, τοῖς λόγου μετέχουσι τοῦ λόγου,
τοῖς πᾶσι πάντων ἀγαθῶν αἰτίαν· πάντα εἰδυῖαν πρὶν γενέσεως αὐτῶν·
μίαν οὐσίαν, μίαν θεότητα, μίαν δύναμιν, μίαν θέλησιν, μίαν ἐνέργειαν,
μίαν ἀρχήν, μίαν ἐξουσίαν, μίαν κυριότητα, μίαν βασιλείαν, ἐν τρισὶ
τελείαις ὑποστάσεσι γνωριζομένην τε καὶ προσκυνουμένην μιᾷ
προσκυνήσει πιστευομένην τε καὶ λατρευομένην ὑπὸ πάσης λογικῆς
κτίσεως ἀσυγχύτως ἡνωμέναις καὶ ἀδιαστάτως διαιρουμέναις· ὃ καὶ
παράδοξον· εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, εἰς ἃ καὶ
βεβαπτίσμεθα· οὕτω γὰρ ὁ Κύριος τοῖς ἀποστόλοις βαπτίζειν
ἐνετείλατο· «Βαπτίζοντες αὐτούς», φάσκων, «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς
καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Εἰς ἕνα Πατέρα, τὴν πάντων ἀρχὴν καὶ αἰτίαν, οὐκ ἔκ τινος
γεννηθέντα, ἀναίτιον δὲ καὶ ἀγέννητον μόνον ὑπάρχοντα,
πάντων μὲν ποιητήν, ἑνὸς δὲ μόνου Πατέρα φύσει τοῦ
μονογενοῦς Υἱοῦ αὐτοῦ, Κυρίου δὲ καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ προβολέα τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Καὶ εἰς ἕνα
Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν,
τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων, φῶς
ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα,
ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι᾿ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.
«Πρὸ πάντων τῶν αἰώνων» λέγοντες δείκνυμεν, ὅτι ἄχρονος καὶ
ἄναρχος αὐτοῦ ἡ γέννησις· οὐ γὰρ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι
παρήχθη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξης, ὁ χαρακτὴρ
τῆς τοῦ Πατρὸς ὑποστάσεως, ἡ ζῶσα σοφία καὶ δύναμις, ὁ λόγος
ὁ ἐνυπόστατος, ἡ οὐσιώδης καὶ τελεία καὶ ζῶσα εἰκὼν τοῦ ἀοράτου
Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἀεὶ ἦν σὺν τῷ Πατρὶ καὶ ἐν αὐτῷ ἀιδίως καὶ ἀνάρχως
ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένος· οὐ γὰρ ἦν ποτε ὁ Πατήρ, ὅτε οὐκ ἦν ὁ Υἱός,
ἀλλ᾿ ἅμα Πατήρ, ἅμα Υἱὸς ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένος· Πατὴρ γὰρ ἐκτὸς
Υἱοῦ οὐκ ἂν κληθείη. Εἰ δὲ ἦν μὴ ἔχων Υἱόν, οὐκ ἦν Πατήρ, καὶ εἰ μετὰ
ταῦτα ἔσχεν Υἱόν, μετὰ ταῦτα ἐγένετο Πατὴρ μὴ ὢν πρὸ τούτου
Πατὴρ καὶ ἐτράπη ἐκ τοῦ μὴ εἶναι Πατὴρ εἰς τὸ γενέσθαι Πατήρ,
ὅπερ πάσης βλασφημίας ἐστὶ χαλεπώτερον. Ἀδύνατον γὰρ τὸν Θεὸν
εἰπεῖν ἔρημον τῆς φυσικῆς γονιμότητος· ἡ δὲ γονιμότης τὸ ἐξ αὐτοῦ
ἤγουν ἐκ τῆς ἰδίας οὐσίας ὅμοιον κατὰ φύσιν γεννᾶν.
Ἐπὶ μὲν οὖν τῆς τοῦ Υἱοῦ γεννήσεως ἀσεβὲς λέγειν χρόνον μεσιτεῦσαι
ἢ μετὰ τὸν Πατέρα τὴν τοῦ Υἱοῦ γενέσθαι ὕπαρξιν. Ἐξ αὐτοῦ γὰρ,
ἤγουν τῆς τοῦ Πατρὸς φύσεώς φαμεν τὴν τοῦ Υἱοῦ γέννησιν.
Καὶ εἰ μὴ ἐξ ἀρχῆς δῶμεν τὸν Υἱὸν συνυπάρχειν τῷ Πατρὶ ἐξ αὐτοῦ
γεγεννημένον, τροπὴν τῆς τοῦ Πατρὸς ὑποστάσεως παρεισάγομεν·
ὅτι μὴ ὢν Πατὴρ ὕστερον ἐγένετο Πατήρ· ἡ γὰρ κτίσις, εἰ καὶ μετὰ
ταῦτα γέγονεν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ οὐσίας, ἐκ δὲ τοῦ μὴ ὄντος
εἰς τὸ εἶναι βουλήσει καὶ δυνάμει αὐτοῦ παρήχθη, καὶ οὐχ ἅπτεται
τροπὴ τῆς τοῦ Θεοῦ φύσεως. Γέννησις μὲν γάρ ἐστι τὸ ἐκ τῆς οὐσίας
τοῦ γεννῶντος προάγεσθαι τὸ γεννώμενον ὅμοιον κατ᾿ οὐσίαν,
κτίσις δὲ καὶ ποίησις τὸ ἔξωθεν καὶ οὐκ ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ κτίζοντος
καὶ ποιοῦντος γίνεσθαι τὸ κτιζόμενον καὶ ποιούμενον ἀνόμοιον παντελῶς.
Ἐπὶ μὲν οὖν τοῦ μόνου ἀπαθοῦς καὶ ἀναλλοιώτου καὶ ἀτρέπτου
καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχοντος Θεοῦ καὶ τὸ γεννᾶν καὶ τὸ κτίζειν ἀπαθές·
φύσει γὰρ ὢν ἀπαθὴς καὶ ἄρρευστος ὡς ἁπλοῦς καὶ ἀσύνθετος,
οὐ πέφυκεν ὑπομένειν πάθος ἢ ῥεῦσιν οὔτε ἐν τῷ γεννᾶν οὔτε ἐν τῷ
κτίζειν οὐδέ τινος συνεργίας δεῖται, ἀλλ᾿ ἡ μὲν γέννησις ἄναρχος καὶ
ἀΐδιος φύσεως ἔργον οὖσα καὶ ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ προάγουσα, ἵνα
τροπὴν ὁ γεννῶν μὴ ὑπομείνῃ καὶ ἵνα μὴ Θεὸς πρῶτος καὶ Θεὸς
ὕστερος εἴη καὶ προσθήκην δέξηται. Ἡ δὲ κτίσις ἐπὶ Θεοῦ θελήσεως
ἔργον οὖσα οὐ συναΐδιός ἐστι τῷ Θεῷ, ἐπειδὴ οὐ πέφυκε τὸ ἐκ τοῦ
μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγόμενον συναΐδιον εἶναι τῷ ἀνάρχῳ καὶ
ἀεὶ ὄντι.
Ὥσπερ τοίνυν οὐχ ὁμοίως ποιεῖ ἄνθρωπος καὶ Θεός —ὁ μὲν γὰρ
ἄνθρωπος οὐδὲν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παράγει, ἀλλ᾿ ὅπερ ποιεῖ
ἐκ προϋποκειμένης ὕλης ποιεῖ, οὐ θελήσας μόνον ἀλλὰ καὶ
προεπινοήσας, καὶ ἐν τῷ νῷ ἀνατυπώσας τὸ γενησόμενον, εἶτα καὶ
χερσὶν ἐργασάμενος καὶ κόπον ὑπομείνας καὶ κάματον, πολλάκις δὲ
καὶ ἀστοχήσας μὴ ἀποβάντος, καθὰ βούλεται τοῦ ἐπιτηδεύματος· ὁ δὲ
Θεὸς θελήσας μόνον ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα παρήγαγεν—
οὕτως οὐδὲ ὁμοίως γεννᾷ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος.
Ὁ μὲν γὰρ Θεὸς ἄχρονος ὢν καὶ ἄναρχος καὶ ἀπαθὴς καὶ ἄρρευστος
καὶ ἀσώματος καὶ μόνος καὶ ἀτελεύτητος ἀχρόνως καὶ ἀνάρχως καὶ
ἀπαθῶς καὶ ἀρρεύστως γεννᾷ καὶ ἐκτὸς συνδυασμοῦ· καὶ οὔτε ἀρχὴν
ἔχει ἡ ἀκατάληπτος αὐτοῦ γέννησις, οὔτε τέλος. Καὶ ἀνάρχως μὲν
διὰ τὸ ἄτρεπτον, ἀρρεύστως δὲ διὰ τὸ ἀπαθὲς καὶ ἀσώματον· ἐκτὸς δὲ
συνδυασμοῦ διά τε τὸ ἀσώματον πάλιν καὶ ἕνα μόνον εἶναι Θεὸν
ἀπροσδεῆ ἑτέρου· ἀτελευτήτως δὲ καὶ ἀκαταπαύστως διά τε τὸ
ἄναρχον καὶ ἄχρονον καὶ ἀτελεύτητον καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχειν·
τὸ γὰρ ἄναρχον ἀτελεύτητον, τὸ δὲ χάριτι ἀτελεύτητον οὐ πάντως
ἄναρχον ὥσπερ οἱ ἄγγελοι.
Γεννᾷ τοίνυν ὁ ἀεὶ ὢν Θεὸς τὸν ἑαυτοῦ Λόγον τέλειον ὄντα ἀνάρχως
καὶ ἀτελευτήτως, ἵνα μὴ ἐν χρόνῳ τίκτῃ Θεὸς ὁ χρόνου ἀνωτέραν
ἔχων τήν τε φύσιν καὶ τὴν ὕπαρξιν. Ὁ δὲ ἄνθρωπος δῆλον ὡς
ἐναντίως γεννᾷ ὑπὸ γένεσιν τελῶν καὶ φθορὰν καὶ ῥεῦσιν καὶ
πληθυσμὸν καὶ σῶμα περικείμενος καὶ τὸ ἄρρεν καὶ τὸ θῆλυ ἐν τῇ φύσει
κεκτημένος· ἐνδεὲς γὰρ τὸ ἄρρεν τῆς τοῦ θήλεος βοηθείας. Ἀλλ᾿ ἵλεως
εἴη ὁ πάντων ἐπέκεινα καὶ πᾶσαν νόησιν καὶ κατάληψιν ὑπερκείμενος.

Διδάσκει οὖν ἡ Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία ἅμα
Πατέρα καὶ ἅμα τὸν μονογενῆ αὐτοῦ Υἱὸν ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένον
ἀχρόνως καὶ ἀρρεύστως καὶ ἀπαθῶς καὶ ἀκαταλήπτως, ὡς μόνος
ὁ τῶν ὅλων οἶδε Θεός. Ὥσπερ ἅμα τὸ πῦρ καὶ ἅμα τὸ ἐξ αὐτοῦ φῶς,
καὶ οὐ πρῶτον τὸ πῦρ καὶ μετὰ ταῦτα τὸ φῶς ἀλλ᾿ ἅμα· καὶ ὥσπερ
τὸ φῶς ἐκ τοῦ πυρὸς ἀεὶ γεννώμενον ἀεὶ ἐν αὐτῷ ἐστι μηδαμῶς
αὐτοῦ χωριζόμενον, οὕτω καὶ ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννᾶται
μηδαμῶς αὐτοῦ χωριζόμενος, ἀλλ᾿ ἀεὶ ἐν αὐτῷ ἐστιν. Ἀλλὰ τὸ μὲν
φῶς ἐκ τοῦ πυρὸς γεννώμενον ἀχωρίστως, καὶ ἐν αὐτῷ ἀεὶ μένον
οὐκ ἔχει ἰδίαν ὑπόστασιν παρὰ τὸ πῦρ —ποιότης γάρ ἐστι φυσικὴ
τοῦ πυρός—, ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ μονογενὴς ἐκ Πατρὸς γεννηθεὶς
ἀχωρίστως καὶ ἀδιαστάτως καὶ ἐν αὐτῷ μένων ἀεὶ ἔχει ἰδίαν
ὑπόστασιν παρὰ τὴν τοῦ Πατρός.
Λόγος μὲν οὖν καὶ ἀπαύγασμα λέγεται διὰ τὸ ἄνευ συνδυασμοῦ καὶ
ἀπαθῶς καὶ ἀχρόνως καὶ ἀρρεύστως καὶ ἀχωρίστως γεγεννῆσθαι
ἐκ τοῦ Πατρός, Υἱὸς δὲ καὶ χαρακτὴρ τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως
διὰ τὸ τέλειον καὶ ἐνυπόστατον καὶ κατὰ πάντα ὅμοιον τῷ Πατρὶ
εἶναι πλὴν τῆς ἀγεννησίας, μονογενὴς δέ, ὅτι μόνος ἐκ μόνου τοῦ
Πατρὸς μόνως ἐγεννήθη. Οὐδὲ γὰρ ὁμοιοῦται ἑτέρα γέννησις τῇ
τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ γεννήσει, οὐδὲ γάρ ἐστιν ἄλλος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Εἰ γὰρ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἀλλ᾿
οὐ γεννητῶς ἀλλ᾿ ἐκπορευτῶς. Ἄλλος τρόπος ὑπάρξεως οὗτος
ἄληπτός τε καὶ ἄγνωστος, ὥσπερ καὶ ἡ τοῦ Υἱοῦ γέννησις.
Διὸ καὶ πάντα, ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ, αὐτοῦ εἰσι πλὴν τῆς ἀγεννησίας,
ἥτις οὐ σημαίνει οὐσίας διαφορὰν οὐδὲ ἀξίωμα, ἀλλὰ τρόπον
ὑπάρξεως· ὥσπερ καὶ ὁ Ἀδὰμ ἀγέννητος ὤν –πλάσμα γάρ ἐστι Θεοῦ–
καὶ ὁ Σὴθ γεννητός –υἱὸς γάρ ἐστιν τοῦ Ἀδάμ– καὶ ἡ Εὔα ἐκ τῆς τοῦ
Ἀδὰμ πλευρᾶς ἐκπορευθεῖσα –οὐ γὰρ ἐγεννήθη αὕτη– οὐ φύσει
διαφέρουσιν ἀλλήλων –ἄνθρωποι γάρ εἰσιν–, ἀλλὰ τῷ τῆς ὑπάρξεως
τρόπῳ.
Χρὴ γὰρ εἰδέναι, ὅτι τὸ ἀγένητον διὰ τοῦ ἑνὸς Νῦ γραφόμενον τὸ
ἄκτιστον, ἤτοι τὸ μὴ γενόμενον σημαίνει· τὸ δὲ ἀγέννητον διὰ τῶν
δύο Νῦ γραφόμενον δηλοῖ τὸ μὴ γεννηθέν. Κατὰ μὲν οὖν τὸ πρῶτον
σημαινόμενον διαφέρει οὐσία οὐσίας· ἄλλη γὰρ οὐσία ἡ ἄκτιστος, ἤτοι
ἀγένητος διὰ τοῦ ἑνὸς Νῦ, καὶ ἄλλη ἡ γενητὴ, ἤτοι κτιστή. Κατὰ δὲ
τὸ δεύτερον σημαινόμενον οὐ διαφέρει οὐσία οὐσίας· παντὸς γὰρ
εἴδους ζῴων ἡ πρώτη ὑπόστασις ἀγέννητός ἐστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἀγένητος·
ἐκτίσθησαν μὲν γὰρ ὑπὸ τοῦ δημιουργοῦ τῷ Λόγῳ αὐτοῦ
παραχθέντα εἰς γένεσιν, οὐ μὴν ἐγεννήθησαν μὴ προϋπάρχοντος
ἑτέρου ὁμοειδοῦς, ἐξ οὗ γεννηθῶσι.
Κατὰ μὲν οὖν τὸ πρῶτον σημαινόμενον κοινωνοῦσιν αἱ τρεῖς τῆς
ἁγίας θεότητος ὑπέρθεοι ὑποστάσεις· ὁμοούσιοι γὰρ καὶ ἄκτιστοι
ὑπάρχουσι. Κατὰ δὲ τὸ δεύτερον σημαινόμενον οὐδαμῶς· μόνος γὰρ
ὁ Πατὴρ ἀγέννητος· οὐ γὰρ ἐξ ἑτέρας ἐστὶν αὐτῷ ὑποστάσεως τὸ
εἶναι. Καὶ μόνος ὁ Υἱὸς γεννητός· ἐκ τῆς τοῦ Πατρὸς γὰρ οὐσίας
ἀνάρχως καὶ ἀχρόνως γεγέννηται. Καὶ μόνον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον
ἐκπορευτὸν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, οὐ γεννώμενον ἀλλ᾿
ἐκπορευόμενον. Οὕτω μὲν τῆς θείας διδασκούσης Γραφῆς, τοῦ δὲ
τρόπου τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως ἀκαταλήπτου ὑπάρχοντος.
Καὶ τοῦτο δὲ ἰστέον, ὡς οὐκ ἐξ ἡμῶν μετηνέχθη ἐπὶ τὴν μακαρίαν
θεότητα τὸ τῆς πατρότητος καὶ υἱότητος καὶ ἐκπορεύσεως ὄνομα·
τοὐναντίον δὲ ἐκεῖθεν ἡμῖν μεταδέδοται, ὥς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος·
«Διὰ τοῦτο κάμπτω τὰ γόνατά μου πρὸς τὸν Πατέρα, ἐξ οὗ πᾶσα
πατριὰ ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς».
Εἰ δὲ λέγομεν τὸν Πατέρα ἀρχὴν εἶναι τοῦ Υἱοῦ καὶ μείζονα, οὐ
προτερεύειν αὐτὸν τοῦ Υἱοῦ χρόνῳ ἢ φύσει ὑποφαίνομεν, «δι᾿ αὐτοῦ
γὰρ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν», οὐδὲ καθ᾿ ἕτερόν τι, εἰ μὴ κατὰ τὸ αἴτιον,
τουτέστιν ὅτι ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐγεννήθη καὶ οὐχ ὁ Πατὴρ ἐκ τοῦ
Υἱοῦ καὶ ὅτι ὁ Πατὴρ αἴτιός ἐστι τοῦ Υἱοῦ φυσικῶς, ὥσπερ οὐκ ἐκ τοῦ
φωτὸς τὸ πῦρ φαμεν προέρχεσθαι, ἀλλὰ τὸ φῶς μᾶλλον ἐκ τοῦ πυρός.
Ὅτε οὖν ἀκούσωμεν ἀρχὴν καὶ μείζονα τοῦ Υἱοῦ τὸν Πατέρα, τῷ
αἰτίῳ νοήσωμεν. Καὶ ὥσπερ οὐ λέγομεν ἑτέρας οὐσίας τὸ πῦρ καὶ
ἑτέρας τὸ φῶς, οὕτως οὐχ οἷόν τε φάναι ἑτέρας οὐσίας τὸν Πατέρα
καὶ τὸν Υἱὸν ἑτέρας, ἀλλὰ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς. Καὶ καθάπερ φαμὲν
διὰ τοῦ ἐξ αὐτοῦ προερχομένου φωτὸς φαίνειν τὸ πῦρ καὶ οὐ τιθέμεθα
ὄργανον ὑπουργικὸν εἶναι τοῦ πυρὸς τὸ ἐξ αὐτοῦ φῶς, δύναμιν δὲ
μᾶλλον φυσικήν, οὕτω λέγομεν τὸν Πατέρα πάντα, ὅσα ποιεῖ,
διὰ τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ ποιεῖν οὐχ ὡς δι᾿ ὀργάνου
λειτουργικοῦ, ἀλλὰ φυσικῆς καὶ ἐνυποστάτου δυνάμεως.
Καὶ ὥσπερ λέγομεν τὸ πῦρ φωτίζειν καὶ πάλιν φαμὲν τὸ φῶς τοῦ
πυρὸς φωτίζειν, οὕτω «πάντα, ὅσα ποιεῖ ὁ Πατήρ, ὁμοίως καὶ ὁ
Υἱὸς ποιεῖ». Ἀλλὰ τὸ μὲν φῶς οὐκ ἰδίαν ὑπόστασιν παρὰ τὸ πῦρ
κέκτηται, ὁ δὲ Υἱὸς τελεία ὑπόστασίς ἐστι τῆς πατρικῆς ἀχώριστος
ὑποστάσεως, ὡς ἀνωτέρω παρεστήσαμεν. Ἀδύνατον γὰρ εὑρεθῆναι
ἐν τῇ κτίσει εἰκόνα ἀπαραλλάκτως ἐν ἑαυτῇ τὸν τρόπον τῆς Ἁγίας
Τριάδος παραδεικνύουσαν. Τὸ γὰρ κτιστὸν καὶ σύνθετον καὶ ῥευστὸν
καὶ τρεπτὸν καὶ περιγραπτὸν καὶ σχῆμα ἔχον καὶ φθαρτόν, πῶς
σαφῶς δηλώσει τὴν πάντων τούτων ἀπηλλαγμένην ὑπερούσιον θείαν
οὐσίαν; Πᾶσα δὲ ἡ κτίσις δῆλον ὡς τοῖς πλείοσι τούτων ἐνέχεται καὶ
πᾶσα κατὰ τὴν ἑαυτῆς φύσιν τῇ φθορᾷ ὑπόκειται.
Ὁμοίως πιστεύομεν καὶ εἰς ἓν Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Κύριον καὶ
ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ ἐν Υἱῷ
ἀναπαυόμενον, τὸ τῷ Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ
συνδοξαζόμενον ὡς ὁμοούσιόν τε καὶ συναΐδιον, τὸ τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα,
τὸ εὐθές, τὸ ἡγεμονικόν, τὴν πηγὴν τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ, Θεὸν
σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ ὑπάρχον καὶ προσαγορευόμενον, ἄκτιστον,
πλῆρες, δημιουργόν, παντοκρατορικόν, παντουργόν, παντοδύναμον,
ἀπειροδύναμον, δεσπόζον πάσης τῆς κτίσεως οὐ δεσποζόμενον,
πληροῦν οὐ πληρούμενον, μετεχόμενον οὐ μετέχον, ἁγιάζον οὐχ
ἁγιαζόμενον, παράκλητον ὡς τὰς τῶν ὅλων παρακλήσεις δεχόμενον,
κατὰ πάντα ὅμοιον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ, ἐκ τοῦ Πατρὸς
ἐκπορευόμενον καὶ δι᾿ Υἱοῦ μεταδιδόμενον καὶ μεταλαμβανόμενον
ὑπὸ πάσης τῆς κτίσεως καὶ δι᾿ ἑαυτοῦ κτίζον καὶ οὐσιοῦν τὰ
σύμπαντα καὶ ἁγιάζον καὶ συνέχον, ἐνυπόστατον ἤτοι ἐν ἰδίᾳ
ὑποστάσει ὑπάρχον, ἀχώριστον καὶ ἀνεκφοίτητον Πατρὸς καὶ Υἱοῦ
καὶ πάντα ἔχον, ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός, πλὴν τῆς ἀγεννησίας
καὶ τῆς γεννήσεως.
Ὁ μὲν γὰρ Πατὴρ ἀναίτιος καὶ ἀγέννητος –οὐ γὰρ ἔκ τινος· ἐξ
ἑαυτοῦ γάρ τὸ εἶναι ἔχει, οὐδέ τι τῶν ὅσα περ ἐξ ἑτέρου ἔχει, αὐτὸς δὲ
μᾶλλόν ἐστιν ἀρχὴ καὶ αἰτία τοῦ εἶναι καὶ τοῦ πῶς εἶναι φυσικῶς τοῖς
πᾶσιν. Ὁ δὲ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννητῶς· τὸ δὲ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ
αὐτὸ μὲν ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλ᾿ οὐ γεννητῶς ἀλλ᾿ ἐκπορευτῶς. Καὶ ὅτι
μὲν ἔστι διαφορὰ γεννήσεως καὶ ἐκπορεύσεως, μεμαθήκαμεν· τίς δὲ
ὁ τρόπος τῆς διαφορᾶς, οὐδαμῶς. Ἅμα δὲ καὶ ἡ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς
γέννησις, καὶ ἡ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκπόρευσις.
Πάντα οὖν, ὅσα ἔχει ὁ Υἱός, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Πατρὸς ἔχει καὶ
αὐτὸ τὸ εἶναι. Καὶ εἰ μὴ ὁ Πατήρ ἐστιν, οὐδὲ ὁ Υἱός ἐστιν οὐδὲ τὸ
Πνεῦμα. Καὶ εἰ μὴ ὁ Πατὴρ ἔχει τι, οὐδὲ ὁ Υἱὸς ἔχει, οὐδὲ τὸ Πνεῦμα.
Καὶ διὰ τὸν Πατέρα, τουτέστιν διὰ τὸ εἶναι τὸν Πατέρα, ἔστιν ὁ Υἱὸς
καὶ τὸ Πνεῦμα. Καὶ διὰ τὸν Πατέρα ἔχει ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα πάντα,
ἃ ἔχει, τουτέστι διὰ τὸ τὸν Πατέρα ἔχειν αὐτά, πλὴν τῆς ἀγεννησίας
καὶ τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως. Ἐν ταύταις γὰρ μόναις ταῖς
ὑποστατικαῖς ἰδιότησι διαφέρουσιν ἀλλήλων αἱ ἅγιαι τρεῖς ὑποστάσεις
οὐκ οὐσίᾳ, τῷ δὲ χαρακτηριστικῷ τῆς οἰκείας ὑποστάσεως ἀδιαιρέτως
διαιρούμεναι.
Φαμὲν δὲ ἕκαστον τῶν τριῶν τελείαν ἔχειν ὑπόστασιν, ἵνα μὴ ἐκ τριῶν
ἀτελῶν μίαν σύνθετον φύσιν τελείαν γνωρίσωμεν, ἀλλ᾿ ἐν τρισὶ
τελείαις ὑποστάσεσι μίαν ἁπλῆν οὐσίαν, ὑπερτελῆ καὶ προτέλειον·
πᾶν γὰρ ἐξ ἀτελῶν συγκείμενον σύνθετον πάντως ἐστίν, ἐκ δὲ τελείων
ὑποστάσεων, ἀδύνατον σύνθεσιν γενέσθαι. Ὅθεν οὐδὲ λέγομεν τὸ εἶδος
ἐξ ὑποστάσεων, ἀλλ᾿ ἐν ὑποστάσεσιν. Ἀτελῶν δὲ εἴπομεν τῶν μὴ
σῳζόντων τὸ εἶδος τοῦ ἐξ αὐτῶν ἀποτελουμένου πράγματος. Λίθος
μὲν γὰρ καὶ ξύλον καὶ σίδηρος, ἕκαστον καθ᾿ ἑαυτὸ τέλειόν ἐστι κατὰ
τὴν ἰδίαν φύσιν, πρὸς δὲ τὸ ἐξ αὐτῶν ἀποτελούμενον οἴκημα ἀτελὲς
ἕκαστον αὐτῶν ὑπάρχει· οὐδὲ γάρ ἐστιν ἕκαστον αὐτῶν καθ᾿ ἑαυτὸ
οἶκος.
Τελείας μὲν οὖν τὰς ὑποστάσεις φαμέν, ἵνα μὴ σύνθεσιν ἐπὶ τῆς θείας
νοήσωμεν φύσεως· «σύνθεσις γὰρ ἀρχὴ διαστάσεως». Καὶ πάλιν ἐν
ἀλλήλαις τὰς τρεῖς ὑποστάσεις λέγομεν, ἵνα μὴ πλῆθος καὶ δῆμον θεῶν
εἰσαγάγωμεν. Διὰ μὲν τῶν τριῶν ὑποστάσεων τὸ ἀσύνθετον καὶ
ἀσύγχυτον, διὰ δὲ τοῦ ὁμοουσίου καὶ ἐν ἀλλήλαις εἶναι τὰς ὑποστάσεις
καὶ τῆς ταυτότητος τοῦ θελήματός τε καὶ τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς
δυνάμεως καὶ τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς κινήσεως, ἵν᾿ οὕτως εἴπω,
τὸ ἀδιαίρετον καὶ τὸ εἶναι ἕνα Θεὸν γνωρίζομεν. Εἷς γὰρ ὄντως Θεὸς
ὁ Θεὸς καὶ ὁ Λόγος καὶ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ.
Χρὴ δὲ εἰδέναι, ὅτι ἕτερόν ἐστι τὸ πράγματι θεωρεῖσθαι καὶ ἄλλο τὸ
λόγῳ καὶ ἐπινοίᾳ. Ἐπὶ μὲν οὖν πάντων τῶν κτισμάτων ἡ μὲν τῶν
ὑποστάσεων διαίρεσις πράγματι θεωρεῖται· πράγματι γὰρ ὁ Πέτρος
τοῦ Παύλου κεχωρισμένος θεωρεῖται. Ἡ δὲ κοινότης καὶ ἡ συνάφεια
καὶ τὸ ἓν λόγῳ καὶ ἐπινοίᾳ θεωρεῖται. Νοοῦμεν γὰρ τῷ νῷ, ὅτι
ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος τῆς αὐτῆς εἰσι φύσεως καὶ κοινὴν μίαν ἔχουσι
φύσιν· ἕκαστος γὰρ αὐτῶν ζῷόν ἐστι λογικὸν θνητόν, καὶ ἕκαστος
σάρξ ἐστιν ἐμψυχωμένη ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ. Αὕτη οὖν ἡ κοινὴ
φύσις τῷ λόγῳ ἐστὶ θεωρητή.
Οὐδὲ γὰρ αἱ ὑποστάσεις ἐν ἀλλήλαις εἰσίν· ἰδίᾳ δὲ ἑκάστη καὶ
ἀναμέρος, ἤγουν καθ᾿ ἑαυτὴν κεχώρισται, πλεῖστα τὰ
διαιροῦντα αὐτὴν ἐκ τῆς ἑτέρας ἔχουσα· καὶ γὰρ καὶ τόπῳ
διεστήκασι καὶ χρόνῳ διαφέρουσι καὶ γνώμῃ μερίζονται καὶ ἰσχύι
καὶ μορφῇ, ἤγουν σχήματι καὶ ἕξει καὶ κράσει καὶ ἀξίᾳ καὶ
ἐπιτηδεύματι καὶ πᾶσι τοῖς χαρακτηριστικοῖς ἰδιώμασι· πλέον δὲ
πάντων τῷ μὴ ἐν ἀλλήλαις ἀλλὰ κεχωρισμένως εἶναι. Ὅθεν καὶ
δύο καὶ τρεῖς ἄνθρωποι λέγονται καὶ πολλοί.
Τοῦτο δὲ καὶ ἐπὶ πάσης ἔστιν ἰδεῖν τῆς κτίσεως. Ἐπὶ δὲ τῆς Ἁγίας
καὶ ὑπερουσίου καὶ πάντων ἐπέκεινα καὶ ἀλήπτου Τριάδος τὸ
ἀνάπαλιν. Ἐκεῖ γὰρ τὸ μὲν κοινὸν καὶ ἓν πράγματι θεωρεῖται διά τε
τὸ συναΐδιον καὶ τὸ ταυτὸν τῆς οὐσίας καὶ τῆς ἐνεργείας καὶ τοῦ
θελήματος καὶ τὴν τῆς γνώμης σύμπνοιαν τήν τε τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς
δυνάμεως καὶ τῆς ἀγαθότητος ταυτότητα –οὐκ εἶπον ὁμοιότητα,
ἀλλὰ ταυτότητα– καὶ τὸ ἓν ἔξαλμα τῆς κινήσεως· μία γὰρ οὐσία,
μία ἀγαθότης, μία δύναμις, μία θέλησις, μία ἐνέργεια, μία ἐξουσία,
μία καὶ ἡ αὐτὴ οὐ τρεῖς ὅμοιαι ἀλλήλαις, ἀλλὰ μία καὶ ἡ αὐτὴ κίνησις
τῶν τριῶν ὑποστάσεων.
Ἓν γὰρ ἕκαστον αὐτῶν ἔχει πρὸς τὸ ἕτερον οὐχ ἧττον ἢ πρὸς ἑαυτόν,
τουτέστιν ὅτι κατὰ πάντα ἕν εἰσιν ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον
Πνεῦμα πλὴν τῆς ἀγεννησίας καὶ τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως·
ἐπινοίᾳ δὲ τὸ διῃρημένον. Ἕνα γὰρ Θεὸν γινώσκομεν, ἐν μόναις δὲ
ταῖς ἰδιότησι τῆς τε πατρότητος καὶ τῆς υἱότητος καὶ τῆς
ἐκπορεύσεως κατά τε τὸ αἴτιον καὶ αἰτιατὸν καὶ τὸ τέλειον τῆς
ὑποστάσεως, ἤτοι τὸν τῆς ὑπάρξεως τρόπον τὴν διαφορὰν ἐννοοῦμεν.
Οὔτε γὰρ τοπικὴν διάστασιν ὡς ἐφ᾿ ἡμῶν δυνάμεθα ἐπὶ τῆς
ἀπεριγράπτου λέγειν θεότητος–ἐν ἀλλήλαις γὰρ αἱ ὑποστάσεις εἰσίν,
οὐχ ὥστε συγχεῖσθαι, ἀλλ᾿ ὥστε ἔχεσθαι κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον·
«Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρί, καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί», φήσαντος οὔτε θελήματος
διαφορὰν ἢ γνώμης ἢ ἐνεργείας ἢ δυνάμεως ἤ τινος ἑτέρου, ἅτινα τὴν
πραγματικὴν καὶ δι᾿ ὅλου ἐν ἡμῖν γεννῶσι διαίρεσιν.
Διὸ οὐδὲ τρεῖς Θεοὺς λέγομεν τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον
Πνεῦμα, ἕνα δὲ μᾶλλον Θεόν, τὴν Ἁγίαν Τριάδα, εἰς ἓν αἴτιον Υἱοῦ καὶ
Πνεύματος ἀναφερομένων, οὐ συντιθεμένων οὐδὲ συναλειφομένων
κατὰ τὴν Σαβελλίου συναίρεσιν –ἑνοῦνται γάρ, ὡς ἔφημεν, οὐχ ὥστε
συγχεῖσθαι, ἀλλ᾿ ὥστε ἔχεσθαι ἀλλήλων· καὶ τὴν ἐν ἀλλήλαις
περιχώρησιν ἔχουσι δίχα πάσης συναλοιφῆς καὶ συμφύρσεως– οὐδὲ
ἐξισταμένων ἢ κατ᾿ οὐσίαν τεμνομένων κατὰ τὴν Ἀρείου διαίρεσιν.
Ἀμέριστος γὰρ ἐν μεμερισμένοις, εἰ δεῖ συντόμως εἰπεῖν, ἡ θεότης καὶ
οἷον ἐν ἡλίοις τρισὶν ἐχομένοις ἀλλήλων καὶ ἀδιαστάτοις οὖσι μία τοῦ
φωτὸς σύγκρασίς τε καὶ συνάφεια.
Ὅταν μὲν οὖν πρὸς τὴν θεότητα βλέψωμεν καὶ τὴν πρώτην αἰτίαν
καὶ τὴν μοναρχίαν καὶ τὸ ἓν καὶ ταὐτὸν τῆς θεότητος, ἵν᾿ οὕτως εἴπω,
κίνημά τε καὶ βούλημα καὶ τὴν τῆς οὐσίας καὶ δυνάμεως καὶ ἐνεργείας
καὶ κυριότητος ταυτότητα, ἓν ἡμῖν τὸ φανταζόμενον. Ὅταν δὲ πρὸς
τὰ ἐν οἷς ἡ θεότης, ἤ, τό γε ἀκριβέστερον εἰπεῖν, ἃ ἡ θεότης καὶ τὰ ἐκ
τῆς πρώτης αἰτίας ἀχρόνως ἐκεῖθεν ὄντα καὶ ὁμοδόξως καὶ
ἀδιαστάτως, τουτέστι τὰς ὑποστάσεις τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος,
τρία τὰ προσκυνούμενα.
Εἷς Πατὴρ ὁ Πατὴρ καὶ ἄναρχος, τουτέστιν ἀναίτιος· οὐ γὰρ ἔκ τινος.
Εἷς Υἱὸς ὁ Υἱὸς καὶ οὐκ ἄναρχος, τουτέστιν οὐκ ἀναίτιος· ἐκ τοῦ
Πατρὸς γάρ. Εἰ δὲ τὴν ἀπὸ χρόνου λάβοις ἀρχήν, καὶ ἄναρχος·
ποιητὴς γὰρ χρόνων οὐχ ὑπὸ χρόνον. Ἓν Πνεῦμα τό Ἅγιον Πνεῦμα,
προϊὸν μὲν ἐκ τοῦ Πατρός, οὐχ υἱϊκῶς δὲ ἀλλ᾿ ἐκπορευτῶς· οὔτε τοῦ
Πατρὸς ἐκστάντος τῆς ἀγεννησίας, διότι γεγέννηκεν, οὔτε τοῦ Υἱοῦ
τῆς γεννήσεως, ὅτι ἐκ τοῦ ἀγεννήτου· πῶς γάρ; Οὔτε τοῦ Πνεύματος
ἢ εἰς Πατέρα μεταπίπτοντος ἢ εἰς Υἱόν, ὅτι ἐκπεπόρευται καὶ ὅτι
Θεός· ἡ γὰρ ἰδιότης ἀκίνητος. Ἢ πῶς ἂν ἰδιότης μένοι, κινουμένη καὶ
μεταπίπτουσα; εἰ γὰρ Υἱὸς ὁ Πατήρ, οὐ Πατὴρ κυρίως· εἷς γὰρ
κυρίως Πατήρ. Καὶ εἰ Πατὴρ ὁ Υἱός, οὐ κυρίως Υἱός· εἷς γὰρ κυρίως
Υἱὸς καὶ ἓν Πνεῦμα Ἅγιον.
Χρὴ γινώσκειν, ὅτι τὸν Πατέρα οὐ λέγομεν ἔκ τινος· λέγομεν δὲ αὐτὸν
τοῦ Υἱοῦ Πατέρα. Τὸν δὲ Υἱὸν οὐ λέγομεν αἴτιον οὐδὲ Πατέρα·
λέγομεν δὲ αὐτὸν καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ Υἱὸν τοῦ Πατρός. Τὸ δὲ
Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς λέγομεν καὶ Πνεῦμα Πατρὸς
ὀνομάζομεν. Ἐκ τοῦ Υἱοῦ δὲ τὸ Πνεῦμα οὐ λέγομεν. Πνεῦμα δὲ Υἱοῦ
ὀνομάζομεν· «εἴ τις γὰρ Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει», φησὶν ὁ θεῖος
ἀπόστολος, «οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ». Καὶ δι᾿ Υἱοῦ πεφανερῶσθαι
καὶ μεταδίδοσθαι ἡμῖν ὁμολογοῦμεν· «Ἐνεφύσησε» γὰρ, φησί, καὶ εἶπε
τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον»· ὥσπερ ἐκ τοῦ ἡλίου
μὲν ἥ τε ἀκτὶς καὶ ἡ ἔλλαμψις –αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ πηγὴ τῆς τε ἀκτῖνος
καὶ τῆς ἐλλάμψεως–, διὰ δὲ τῆς ἀκτῖνος ἡ ἔλλαμψις ἡμῖν μεταδίδοται
καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ φωτίζουσα ἡμᾶς καὶ μετεχομένη ὑφ᾿ ἡμῶν. Τὸν δὲ
Υἱὸν οὔτε τοῦ Πνεύματος λέγομεν οὔτε μὴν ἐκ τοῦ Πνεύματος.
Για την Αγία Τριάδα
Γι’ αυτό πιστεύουμε σ’ ένα Θεό, τον πρωταρχικό αίτιο, τον αδημιούργητο,
αγέννητο, άφθαρτο και αθάνατο, αιώνιο, άπειρο,
απερίγραπτο, απεριόριστο, παντοδύναμο, απλό, ασύνθετο,
ασώματο, αμετάβλητο, απαθή, άτρεπτο, αναλλοίωτο, αόρατο· σ’ Αυτόν που
είναι πηγή αγαθότητος και δικαιοσύνης, νοερό φως και απρόσιτο, δύναμη που
ξεπερνά κάθε μέτρο και μετριέται μόνο με το δικό της θέλημα
—διότι κατορθώνει όλα όσα θέλει—· σ’ Αυτόν που δημιουργεί όλα
τα κτίσματα, ορατά και αόρατα, που όλα τα συνέχει, τα συντηρεί
και τα προνοεί· εξουσιάζει, κυβερνά και βασιλεύει πάνω σ’ όλα,
με βασιλεία ατέλεστη και αθάνατη, στην οποία τίποτε
δεν αντιστέκεται· όλα τα γεμίζει και από τίποτε δεν περιέχεται,
και μάλλον η ίδια περικλείει τα σύμπαντα, τα συγκρατεί και είναι
ανώτερη απ’ αυτά. (Πιστεύουμε σε μία δύναμη) που με άσπιλο τρόπο
ζωογονεί όλα τα όντα και είναι πάνω απ’ αυτά· ξεχωρίζει από κάθε ον,
επειδή είναι υπερούσια ουσία, ανώτερη από τα κτίσματα, υπέρθεη, υπεράγαθη,
υπερπλήρης· που ορίζει όλες τις αρχές και εξουσίες και βρίσκεται πάνω από
κάθε αρχή και εξουσία, πάνω από κάθε ουσία, ζωή, λόγο και νόημα·
είναι η ίδια το φως, η ίδια η αγαθοσύνη, η ίδια η ζωή, η ίδια η ουσία, διότι δεν
δεν έχει την ύπαρξη από άλλον ή από κάποιο υπάρχον ον, αλλά η ίδια είναι η
αιτία της υπάρξεως, η ζωή των ζώντων, ο λόγος όσων έχουν λογική, η αιτία
κάθε καλού για όλα. Τα γνωρίζει όλα προτού δημιουργηθούν.
Είναι μία ουσία, μία θεότητα, μία δύναμη, μία θέληση, μία ενέργεια,
μία αρχή, μία εξουσία, μία κυριότητα, μία βασιλεία, την οποία γνωρίζουμε
σε τρεις τέλειες υποστάσεις και την προσκυνάμε με μία συγχρόνως
προσκύνηση· κάθε λογική ύπαρξη της δημιουργίας πιστεύει και λατρεύει (τις
τρεις υποστάσεις) που είναι ενωμένες ασύγχυτα και διακρίνονται αχώριστα.
Αυτό είναι το παράδοξο (για τη λογική). (Πιστεύουμε) στον Πατέρα, τον Υιό
και το Άγιο Πνεύμα, που στο όνομά τους έχουμε βαπτισθεί. Διότι ο Κύριος
στους αποστόλους αυτή την εντολή έδωσε, όταν βαπτίζουν. Είπε, «να βαπτίζουν
αυτούς στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
(Πιστεύουμε) σ’ ένα Πατέρα, τη δημιουργική αρχή και αιτία όλων, ο οποίος
δεν γεννήθηκε από κάποιον, αλλά είναι ο μόνος χωρίς αρχική αιτία και
αγέννητος· που είναι δημιουργός όλων, αλλά κατά φύσιν Πατέρας μόνον του
μονογενή Υιού του, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού,
ο οποίος και εκπορεύει το Πανάγιο Πνεύμα. Πιστεύουμε και σ’ ένα Υιό,
μονογενή υιό του Θεού (Πατέρα), τον Κύριό μας Ιησού Χριστό,
που
γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν απ’ όλους τους αιώνες, φως (ο Υιός) από το
φως (του Πατέρα), αληθινός Θεός από αληθινό Θεό, που γεννήθηκε και δεν
δημιουργήθηκε, ομοούσιος με τον Πατέρα, και ο οποίος δημιούργησε τα πάντα.
Λέγοντας «προ πάντων των αιώνων» δείχνουμε ότι η γέννησή του είναι
άχρονη και άναρχη. Διότι ο Υιός του Θεού δεν προήλθε από την ανυπαρξία
στην ύπαρξη, καθώς είναι η ακτινοβολία της θείας δόξης, ο τύπος της
υποστάσεως του Πατέρα, η ζωντανή σοφία και δύναμη, ο ενυπόστατος
λόγος, η τέλεια και ζωντανή εικόνα της ουσίας του αόρατου Θεού· ήταν
πάντοτε με τον Πατέρα στους κόλπους του και γεννήθηκε απ’ Αυτόν
προαιωνίως και χωρίς αρχή. Δεν υπήρχε χρόνος που ο Πατέρας ήταν χωρίς τον
Υιό, αλλά ο Πατέρας και ο Υιός, που γεννήθηκε απ’ Αυτόν, υπήρχαν συγχρόνως·
διότι χωρίς Υιό, δεν καλείται Πατέρας. Εάν δεν είχε Υιό, δεν θα ήταν Πατέρας·
κι αν απόκτησε κατόπιν Υιό, έγινε Πατέρας μετά τη γέννηση, χωρίς να είναι
πριν απ’ αυτήν· και μεταβλήθηκε από το να μην είναι Πατέρας στην κατάσταση
να γίνει Πατέρας, το οποίο είναι χειρότερο από κάθε βλασφημία. Διότι είναι
αδύνατο να πούμε για τον Πατέρα ότι δεν έχει τη φυσική γονιμότητα· και η
γονιμότητα έχει την ιδιότητα να γεννά όμοιο απόγονο από την ίδια φύση.
Για τη γέννηση του Υιού είναι ασέβεια να λέμε ότι μεσολάβησε χρονικό
διάστημα και ότι ο Υιός γεννήθηκε χρονικά μετά τον Πατέρα.
Διότι ισχυριζόμαστε ότι η γέννηση του Υιού είναι από την ουσία του Πατέρα. Και αν
δεν δεχθούμε ότι ο Υιός από την αρχή συνυπήρχε με τον Πατέρα, από τον οποίο
και γεννήθηκε, θεσμοθετούμε μεταβολή στην υπόσταση του Πατέρα· ότι,
δηλαδή, δεν ήταν στην αρχή Πατέρας αλλά έγινε κατόπιν. Μπορεί βέβαια η κτίση
να έγινε μετέπειτα, αλλά δεν προήλθε από την ουσία του Πατέρα, εφόσον
δημιουργήθηκε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη με τη θέληση και τη δύναμή Του·
έτσι αυτό δεν σημαίνει μεταβολή στη φύση του Θεού. Διότι, γέννηση σημαίνει
προέλευση του γεννημένου από την ουσία του γεννήτορα και ομοιότητα
στην ουσία· αντίθετα, πλάση και δημιουργία σημαίνει ότι το δημιούργημα είναι
απέξω και όχι από την ουσία του δημιουργού και παντελώς ανόμοιο.
Για το Θεό όμως, ο οποίος είναι ο μόνος απαθής, αναλλοίωτος, αμετάβλητος
και παραμένει αιώνια στην ίδια κατάσταση, και η γέννηση και η δημιουργία
είναι απαθείς ιδιότητες. Αφού, σαν απλός και ασύνθετος, είναι από τη φύση
του απαθής και αμετάβλητος· δεν είναι στη φύση του να υφίσταται πάθος ή
μεταβολή, ούτε όταν γεννά ούτε όταν δημιουργεί, και δεν χρειάζεται βοήθεια
από κανέναν. Η γέννησή του είναι χωρίς αρχή και αιώνια, επειδή είναι έργο της
φύσεως και προέρχεται από την ουσία του· έτσι ο γεννήτορας δεν υφίσταται
μεταβολή· δεν υπάρχει προηγούμενος και επόμενος Θεός, ώστε να δεχθεί
προσθήκη. Η κτίση, όντας έργο της θελήσεως του Θεού, δεν έχει την ίδια
ουσία με το Θεό, επειδή αυτό που προέρχεται από το μηδέν δεν γίνεται να
είναι σύγχρονο με το άναρχο και αιώνιο.
Όπως λοιπόν ο άνθρωπος και ο Θεός δεν δημιουργούν με ίδιο τρόπο —διότι
ο άνθρωπος τίποτε δεν δημιουργεί από το μηδέν, αλλά ό,τι φτιάχνει, το κάνει
από προϋπάρχουσα ύλη· και το κάνει όχι μόνο επειδή το θέλησε, αλλά και αφού
σκέφτηκε και σχεδίασε πρώτα στο νου του το μελλούμενο να γίνει· έπειτα
το δουλεύει με τα χέρια και υπομένει κόπο και κούραση· και πολλές φορές
απέτυχε, διότι δεν έγινε το έργο του όπως το θέλει· αντίθετα ο Θεός, μόνο με
τη θέλησή του τα δημιούργησε όλα από το μηδέν στην ύπαρξη— έτσι, λοιπόν,
δεν δημιουργεί με τον ίδιο τρόπο ο Θεός και ο άνθρωπος.
Διότι ο Θεός, όντας έξω από το χρόνο και χωρίς αρχή, απαθής, αμετάβλητος,
ασώματος, μόνος και αιώνιος, γεννά εκτός χρόνου και χωρίς αρχή, απαθώς
και χωρίς μεταβολή και δίχως συνεργασία. Μάλιστα, η ακατάληπτη γέννησή
του δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Γεννά χωρίς αρχή, διότι είναι αμετάβλητος·
γεννά χωρίς μεταβολή, διότι είναι απαθής και χωρίς σώμα· γεννά, επίσης, χωρίς
συνεργασία, διότι είναι και πάλι ασώματος, ένας και μοναδικός Θεός, χωρίς
να έχει την ανάγκη άλλου· και γεννά χωρίς τέλος και διακοπή, επειδή είναι
άναρχος, άχρονος, αιώνιος και αμετάβλητος πάντοτε. Διότι το από τη φύση του
χωρίς αρχή είναι και χωρίς τέλος, ενώ εκείνο που χαριστικά είναι χωρίς τέλος
δεν είναι και οπωσδήποτε χωρίς αρχή, όπως συμβαίνει με τους αγγέλους.
Ο αιώνιος, λοιπόν, Θεός γεννά χωρίς αρχή και τέλος το Λόγο του, που είναι
τέλειος· έτσι ώστε να μη γεννά μέσα στο χρόνο ο Θεός, που έχει τη φύση και
την ύπαρξή του πάνω από το χρόνο. Ενώ ο άνθρωπος είναι φανερό ότι γεννά
με αντίθετο τρόπο, διότι και ο ίδιος γεννιέται και φθείρεται, είναι ρευστός
και πολλαπλασιάζεται, έχει σώμα και διακρίνεται η φύση του σε αρσενικό
και θηλυκό γένος. Διότι το αρσενικό γένος χρειάζεται τη βοήθεια του
θηλυκού. Αλλά ας μας σπλαγχνισθεί ο Θεός ο οποίος είναι πέρα απ’ όλα και
ξεπερνά κάθε έννοια και αντίληψη.
Η Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία διδάσκει ότι υπάρχει συγχρόνως
ο Πατέρας και ο μονογενής του Υιός, ο οποίος γεννήθηκε απ’ Αυτόν εκτός
χρόνου, με τρόπο αμετάβλητο, απαθή και ακατάληπτο, όπως το γνωρίζει
μόνον ο Θεός του σύμπαντος. Συμβαίνει το ίδιο με τη φωτιά, που υπάρχει
ταυτόχρονα με το φως της, και όχι πρώτα η φωτιά και μετά το φως, αλλά
ταυτόχρονα. Και όπως το φως προέρχεται από τη φωτιά και είναι πάντοτε μαζί
της, χωρίς καθόλου να ξεχωρίζει, έτσι και ο Υιός γεννιέται από τον Πατέρα
χωρίς καθόλου να χωρίζεται απ’ Αυτόν· αλλά πάντοτε είναι μαζί του. Το φως
όμως, αν και προέρχεται χωρίς να ξεχωρίζει από τη φωτιά και μένει πάντοτε
μαζί της, δεν έχει δική του ξεχωριστή ύπαρξη από τη φωτιά —διότι είναι
φυσική ποιότητα της φωτιάς. Αντίθετα, ο μονογενής Υιός του Θεού, που
γεννήθηκε αχώριστα και αδιάσπαστα από τον Πατέρα και μένει πάντοτε
ενωμένος μαζί Του, έχει ιδιαίτερη υπόσταση απ’ αυτήν του Πατέρα.
Ο Λόγος, λοιπόν, ονομάζεται και απαύγασμα (λάμψη) του Πατέρα, διότι
γεννήθηκε απ’ Αυτόν χωρίς συνεργασία, με τρόπο απαθή, πέρα από το χρόνο,
αμετάβλητο και αχώριστο. Ονομάζεται, επίσης, Υιός και χαρακτήρας της
υποστάσεως του Πατέρα, επειδή είναι τέλειος, έχει δική του υπόσταση και
είναι όμοιος σε όλα με τον Πατέρα, εκτός από την ιδιότητα της αγεννησίας.
Ονομάζεται μονογενής, διότι μόνος αυτός γεννήθηκε από τον Πατέρα μόνο.
Καμιά άλλη γέννηση δεν εξομοιώνεται
με τη γέννηση του Υιού του Θεού, ούτε υπάρχει άλλος Υιός του Θεού.
Ακόμη και το Άγιο Πνεύμα, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα, παρ’ όλα
αυτά δεν γεννιέται αλλά εκπορεύεται. Αυτό αποτελεί άλλο τρόπο υπάρξεως,
ακατάληπτο και άγνωστο, όπως και η γέννηση του Υιού.
Γι’ αυτό το λόγο, όσα έχει ο Πατέρας, είναι και δικά του, εκτός από την
αγεννησία, η οποία δεν σημαίνει διαφορά στην ουσία ή στο αξίωμα, αλλά στον
τρόπο υπάρξεως. Όπως και ο Αδάμ που δεν γεννήθηκε (από άνθρωπο) διότι
τον έπλασε ο Θεός, και ο Σήθ που γεννήθηκε αφού είναι παιδί του Αδάμ, και η
Εύα που προήλθε από την πλευρά του Αδάμ καθώς δεν γεννήθηκε, όλοι αυτοί
δεν διαφέρουν στη φύση μεταξύ τους –διότι όλοι είναι το ίδιο άνθρωποι–, αλλά
διαφέρουν στον τρόπο της υπάρξεως.
Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι η λέξη «αγένητο» που γράφεται με ένα «ν»
σημαίνει το άκτιστο, δηλαδή το αδημιούργητο· ενώ η λέξη «αγέννητο» με δύο
«ν» σημαίνει αυτό που δεν έχει γεννηθεί. Σύμφωνα με τη σημασία της πρώτης
λέξεως διαφέρει η μία ουσία από την άλλη· διότι άλλη ουσία είναι το άκτιστο,
δηλαδή το αγένητο μ’ ένα «ν», και άλλη το γεννητό, δηλαδή το κτιστό.
Σύμφωνα όμως με τη δεύτερη σημασία της λέξεως δεν διαφέρει η μία ουσία
από την άλλη· διότι η αρχική υπόσταση κάθε είδους ζώου είναι αγέννητη (μη
δημιουργημένη), όχι αγένητη (άκτιστη). Διότι δημιουργήθηκαν και ήλθαν στην
ύπαρξη από το δημιουργό Λόγο· και δεν δημιουργήθηκαν, επειδή δεν υπήρχε
κάποιο άλλο όμοιο ον, από το οποίο να πλασθούν.
Συνεπώς, με την πρώτη σημασία της λέξεως συμφωνούν οι τρεις υπέρθεες
υποστάσεις της αγίας θεότητος· διότι είναι ομοούσιες και άκτιστες.
Δεν συμφωνούν όμως καθόλου με τη σημασία της δεύτερης λέξεως. Διότι
μόνον
ο Πατέρας είναι αγέννητος· δεν προήλθε η ύπαρξή του από κάποια άλλη
υπόσταση. Και μόνον ο Υιός είναι γεννητός· διότι έχει γεννηθεί χωρίς αρχή
και τέλος από την ουσία του Πατέρα. Και μόνο το Άγιο Πνεύμα είναι
εκπορευτό από την ουσία του Πατέρα, όχι γεννημένο αλλά εκπορευόμενο.
Έτσι μας διδάσκει η Αγία Γραφή, ενώ ο τρόπος και της γεννήσεως και της
εκπορεύσεως παραμένει ακατάληπτος.
Πρέπει να γνωρίζουμε και το εξής· η ιδιότητα της πατρότητας, της υιότητας και
της εκπορεύσεως δεν μεταφέρθηκε στη μακαρία θεότητα από τη δική μας
κατάσταση. Το αντίθετο· από εκεί έχει δοθεί σε μας, όπως λέει ο θείος
Απόστολος: «Γι’ αυτό λυγίζω τα γόνατά μου μπροστά στον Πατέρα, από τον
οποίο προέρχεται κάθε πατρότητα και στον ουρανό και στη γη».
Αν μάλιστα λέμε ότι ο Πατέρας είναι η αρχική αιτία του Υιού και μεγαλύτερος,
δεν εννοούμε ότι Αυτός προηγείται από τον Υιό στο χρόνο και τη φύση, διότι
«μ’ αυτόν (τον Υιό) κατασκεύασε το σύμπαν». Ούτε εννοούμε ότι προηγείται
σε κάτι άλλο, παρά
μόνο στην αιτία· δηλαδή, ο Υιός γεννήθηκε από τον
Πατέρα και όχι ο Πατέρας από τον Υιό· ο Πατέρας είναι αίτιος του Υιού στην
ουσία, όπως η φωτιά δεν προέρχεται από το φως, αλλά μάλλον το φως από τη
φωτιά.
Όταν, λοιπόν, ακούσουμε ότι ο Πατέρας είναι η αρχική ουσία του Υιού και
μεγαλύτερός του, ας εννοήσουμε ότι είναι στην αιτία. Και όπως δεν λέμε ότι
είναι από άλλη ουσία η φωτιά και από άλλη το φως, έτσι δεν είναι δυνατόν να
πούμε ότι ο Πατέρας είναι από άλλη ουσία και από άλλη ο Υιός, αλλά είναι
από τη μία και ίδια ουσία. Και όπως λέμε
ότι η φωτιά φωτίζει με το φως που βγαίνει απ’ αυτήν, και δεν θεωρούμε το
φως που πηγάζει από τη φωτιά ως υπηρετικό όργανό της, αλλά μάλλον ως
φυσική της ιδιότητα, έτσι λέμε ότι ο Πατέρας όλα όσα κάνει, τα κάνει
με το μονογενή του Υιό, ο οποίος δεν λειτουργεί ως υπηρετικό
όργανο, αλλά ως φυσική και ενυπόστατη δύναμη (του Πατέρα).
Και όπως λέμε ότι η φωτιά φωτίζει και ότι το φως της φωτιάς επίσης φωτίζει,
κατά τον ίδιο τρόπο «όλα, όσα κάνει ο Πατέρας, τα ίδια κάνει και ο Υιός».
Αλλά, ενώ το φως δεν έχει ιδιαίτερη υπόσταση από τη φωτιά, ο Υιός
αποτελεί τέλεια υπόσταση και είναι αχώριστος από την υπόσταση του Πατέρα,
όπως το αποδείξαμε παραπάνω. Διότι είναι αδύνατο να βρεθεί στην κτίση
εικόνα που να φανερώνει απαράλλακτα με το περιεχόμενό της την κατάσταση
της Αγίας Τριάδος. Διότι, πώς το κτιστό και σύνθετο, το μεταβλητό και τρεπτό,
το περιορισμένο και σχηματισμένο και φθαρτό, είναι δυνατόν να φανερώσει
τη θεία ουσία που είναι απαλλαγμένη απ’ όλα αυτά; Είναι μάλιστα φανερό
ότι όλη η κτίση είναι δέσμια στα περισσότερα απ’ αυτά και ότι στη φύση της
εξουσιάζεται από τη φθορά.
Πιστεύουμε, επίσης, και στο ένα Άγιο Πνεύμα, το Κύριο και ζωοποιό,
το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα και αναπαύεται στον Υιό·
το προσκυνάμε και το δοξάζουμε μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό
επειδή είναι ομοούσιο και συναιώνιο. Είναι το Πνεύμα του Θεού, το ευθές,
που εξουσιάζει το νου, πηγή ζωής και αγιασμού, που συνυπάρχει και
το επικαλούμαστε μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό· που είναι άκτιστο, πλήρες,
δημιουργικό, κυριαρχικό, πανδημιουργικό, παντοδύναμο και απειροδύναμο·
που κυριαρχεί σ’ όλη την κτίση χωρίς να διευθύνεται από κανένα, γεμίζει
χωρίς να το γεμίζουν, μετέχουν σ’ αυτό και δεν μετέχει το ίδιο, αγιάζει και
δεν αγιάζεται, και παρηγορεί διότι δέχεται τις παρακλήσεις όλων·
είναι σ’ όλα όμοιο με τον Πατέρα και τον Υιό, εκπορεύεται από τον Πατέρα,
μεταδίδεται μέσω του Υιού και το δέχεται όλη η κτίση.
Μ’ αυτό δημιουργείται και λαμβάνουν ουσία τα σύμπαντα, τα αγιάζει
και τα συγκρατεί· είναι ενυπόστατο, έχει δηλαδή δική του υπόσταση,
αχώριστο και συνδεδεμένο με τον Πατέρα και τον Υιό· τα έχει όλα, όσα έχει
και ο Πατέρας και ο Υιός, εκτός από την ιδιότητα του αγέννητου
και του γεννητού.
Διότι ο Πατέρας είναι αναίτιος και αγέννητος, επειδή δεν προήλθε από
κανέναν·
έχει την ύπαρξη από τον εαυτό του και, ό,τι έχει, δεν το έχει από
άλλον· αυτός μάλιστα είναι η αρχή και η αιτία της φυσικής υπάρξεως όλων
των όντων. Ο Υιός πάλι προέρχεται με γέννηση από τον Πατέρα· και το Άγιο
Πνεύμα πάλι από τον Πατέρα, όχι όμως με γέννηση αλλά με εκπόρευση. Ήδη
μάθαμε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ γεννήσεως και εκπορεύσεως· ποιός όμως
είναι ακριβώς ο τρόπος της διαφοράς, δεν το ξέρουμε καθόλου. Το ίδιο δεν
γνωρίζουμε τί είδους είναι η γέννηση του Υιού από τον Πατέρα και τί
η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος.
Όλα, λοιπόν, όσα έχει ο Υιός, τα έχει και το Πνεύμα από τον Πατέρα· έχει και
την ίδια την ύπαρξη. Κι αν δεν υπάρχει ο Πατέρας, δεν υπάρχει ούτε ο Υιός
ούτε και το Πνεύμα. Κι αν ο Πατέρας δεν έχει κάτι, δεν το έχει ούτε ο Υιός,
ούτε και το Πνεύμα. Και εξαιτίας του Πατέρα, επειδή δηλαδή υπάρχει ο Πατέρας,
υπάρχουν ο Υιός και το Πνεύμα. Και εξαιτίας του Πατέρα ο Υιός και το Πνεύμα
έχουν όλα όσα έχουν· δηλαδή τα έχουν, επειδή τα έχει ο Πατέρας, εκτός από την
ιδιότητα της αγεννησίας, της γεννήσεως και της εκπορεύσεως. Διότι, οι άγιες
τρεις υποστάσεις διαφέρουν μεταξύ τους μόνον σ’ αυτές τις υποστατικές
ιδιότητες· δεν διαφέρουν στην ουσία, αλλά διαιρούνται αχώριστα από την
ιδιαιτερότητα της καθεμιάς υποστάσεως.
Ισχυριζόμαστε, επίσης, ότι καθένα από τα τρία πρόσωπα έχει τέλεια υπόσταση,
για να μη δεχθούμε ως τέλεια μια σύνθετη φύση που αποτελείται από τρεις
ατελείς υποστάσεις· αλλά να γνωρίσουμε στις τρεις τέλειες υποστάσεις μία απλή
ουσία με άπειρη και προαιώνια τελειότητα.
Διότι, καθετί που αποτελείται από ατελή μέρη είναι οπωσδήποτε σύνθετο, ενώ
είναι αδύνατο να γίνει σύνθεση από τέλειες υποστάσεις. Γι’ αυτό λέμε ότι η
ουσία δεν αποτελείται από υποστάσεις αλλά υπάρχει σε υποστάσεις. Και
ονομάσαμε ατελή αυτά που δεν διατηρούν τη μορφή του αντικειμένου που
αποτελείται απ’ αυτά. Η πέτρα, για παράδειγμα, το ξύλο, το σίδερο, το καθένα
είναι ξεχωριστά τέλειο στην ιδιαίτερη φύση του· όσον αφορά όμως το σπίτι
που χτίζεται απ’ αυτά, το καθένα είναι ατελές· διότι κανένα απ’ αυτά από μόνο
του δεν είναι σπίτι.
Λέμε, λοιπόν, ότι οι υποστάσεις είναι τέλειες, για να μη νομίσουμε ότι η θεία
φύση είναι σύνθετη· «διότι η σύνθεση αποτελεί αιτία διαχωρισμού». Και πάλι
λέμε ότι οι τρεις υποστάσεις αλληλοϋπάρχουν, για να μη εισάγουμε πλήθος
και όμιλο θεών. Με τις τρεις υποστάσεις εννοούμε το ασύνθετο και ασύγχυτο,
ενώ με το ομοούσιο και την αλληλοΰπαρξη των υποστάσεων και την
ταύτιση του θελήματος, της ενέργειας, της δυνάμεως,
της εξουσίας και της κινήσεως, για να το πως έτσι, γνωρίζουμε
ότι ο Θεός είναι αδιαίρετος και ένας. Ο Θεός πράγματι είναι ένας,
ο Θεός Πατέρας, ο Λόγος και το Πνεύμα του.
Και πρέπει κανείς να γνωρίζει ότι άλλο πράγμα είναι η πραγματική θεώρηση,
και άλλο θεώρηση με τη λογική και το νου. Στην περίπτωση των
δημιουργημάτων, η διάκριση των υποστάσεων νοείται πραγματικά· διότι
ο Πέτρος είναι στην πραγματικότητα ξεχωριστός από τον Παύλο. Αλλά, τα
κοινά γνωρίσματα και η συγγένεια νοούνται με τη λογική και την αντίληψη.
Διότι με το νου αντιλαμβανόμαστε ότι ο Πέτρος και ο Παύλος έχουν την ίδια,
μία και κοινή φύση. Ο καθένας τους είναι θνητή λογική ύπαρξη και έχει σάρκα
με ψυχή, που διαθέτει λογική και νου. Αυτή η κοινή φύση μπορεί να γίνει
αντιληπτή με τη λογική.
Και ούτε οι υποστάσεις αλληλοϋπάρχουν. Διότι, η καθεμιά υφίσταται
ιδιαιτέρως και χωριστά· υπάρχει, δηλαδή, μόνη της, και είναι πάρα πολλά
αυτά που την διακρίνουν από την άλλη. Διαφέρουν μάλιστα στην
απόσταση και στο χρόνο· ξεχωρίζουν επίσης, στη γνώμη, τη δύναμη και
τη μορφή, δηλαδή στο σχήμα, τις συνήθειες, την ιδιοσυγκρασία, την
αξία, το επάγγελμα και όλες τις ιδιότητες του χαρακτήρα. Περισσότερο
όμως απ’ όλα διαφέρουν στο ότι ζουν χωριστά και όχι μαζί. Γι’ αυτό και
λέμε, δύο, τρεις και πολλοί άνθρωποι.
Και αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε σ’ όλα τα κτίσματα. Αλλά, στην
Αγία, υπερούσια, υπερβατική και ακατάληπτη Τριάδα παρατηρούμε το
αντίθετο. Διότι εκεί η κοινωνία και η ενότητα νοούνται πραγματικά,
επειδή υπάρχει το συναΐδιο, η ταυτότητα της ουσίας, της ενέργειας και
θελήσεως, η συμφωνία της γνώμης, η ταύτιση της εξουσίας, της δυνάμεως
και της καλωσύνης και η ενιαία εκδήλωση της κινήσεως· ας προσέξουμε,
δεν είπα ομοιότητα αλλά (απόλυτη) ταύτιση. Διότι είναι μία ουσία, μία
αγαθότητα, μία δύναμη, μία θέληση, μία ενέργεια, μία εξουσία· είναι μία
και η ίδια κίνηση των τριών υποστάσεων, και όχι τρεις όμοιες μεταξύ τους.
Διότι η καθεμία (υπόσταση) απ’ αυτές σχετίζεται με την άλλη όχι λιγότερο απ’
ότι με τον εαυτό της· δηλαδή, ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι ένα
σε όλα, εκτός από την αγεννησία, τη γέννηση και την εκπόρευση· η διαίρεση
όμως θεωρείται με το νου. Διότι γνωρίζουμε ένα Θεό· και μόνο στις
ιδιότητες της πατρότητος, της υιότητος και της εκπορεύσεως εννοούμε
τη διαφορά σχετικά με την αιτία, το αποτέλεσμα και την τελειότητα της
υποστάσεως, δηλαδή όσον αφορά στον τρόπο της υπάρξεως.
Διότι δεν μπορούμε να λέμε ότι ισχύει για τον απερίγραπτο Θεό τοπική
απομάκρυνση όπως γίνεται σε μας –εφόσον οι υποστάσεις αλληλοϋπάρχουν,
όχι για να συγχέονται, αλλά για ανήκει η μία στην άλλη, σύμφωνα με τα λόγια
του Κυρίου, που είπε: «Εγώ υπάρχω με τον Πατέρα, και ο Πατέρας με μένα»·
ούτε μπορούμε να μιλάμε για διαφορά θελήσεως ή γνώμης ή ενέργειας ή
δυνάμεως ή κάποιου άλλου, τα οποία προξενούν γενικά σε μας την πραγματική
διαίρεση.
Γι’ αυτό και δεν κάνουμε λόγο για τρεις θεούς, για τον Πατέρα, τον Υιό και
το Άγιο Πνεύμα, αλλά κυρίως για ένα Θεό, την Αγία Τριάδα, επειδή ο Υιός
και το Πνεύμα αναφέρονται σε ένα αίτιο· δεν συνθέτουν ούτε συγχωνεύονται,
σύμφωνα με τη διδασκαλία του Σαβέλλιου για συνένωση –διότι, όπως είπαμε,
ενώνονται όχι για να συγχέονται, αλλά να αλληλοϋπάρχουν· και έχουν την
αλληλοπεριχώρηση χωρίς καμιά συγχώνευση ή ανάμειξη–· ούτε βγαίνουν
έξω από την ουσία τους ούτε χωρίζονται, σύμφωνα με τη διαίρεση της διδαχής
του Αρείου. Διότι, αν πρέπει να το πω με συντομία, η θεότητα –αν και
χωρισμένη σε μέρη–είναι αδιαίρετη, σαν μια σύνθεση και συνένωση του φωτός
σε τρεις ήλιους ενωμένους και αχώριστους μεταξύ τους.
Όταν, λοιπόν, για να το πω έτσι, στρέψουμε την προσοχή μας στη θεότητα,
στην πρώτη αιτία
και μοναδική αρχή, στην ενότητα και ταυτότητα της
θεότητος, στην κίνηση, τη βούληση και την ταυτότητα της ουσίας, της
δυνάμεως, της ενέργειας και εξουσίας, ένα γίνεται αντιληπτό από τη φαντασία
μας. Όταν πάλι στρέψουμε την προσοχή σ’ αυτά που υπάρχει η θεότητα, ή, για
να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια, σ’ αυτά που αποτελούν τη θεότητα και σ’
αυτά που προήλθαν από την πρώτη αιτία προαιωνίως, με κοινή συμφωνία και
χωρίς διαίρεση, εννοώ δηλαδή τις υποστάσεις του Υιού και του Πνεύματος,
τότε τρία είναι αυτά που προσκυνάμε.
Ένας είναι ο Πατέρας, ο Πατέρας που είναι άναρχος, δηλαδή χωρίς αιτία· διότι δεν
τον δημιούργησε κάποιος. Ένας είναι ο Υιός, ο Υιός που δεν είναι χωρίς
αρχή, δηλαδή έχει αιτία· διότι προέρχεται από τον Πατέρα. Αν όμως
υπολογίσεις την αρχή με την έναρξη του χρόνου, τότε είναι και άναρχος·
διότι αυτός δημιούργησε το χρόνο, και δεν υπόκειται στο χρόνο. Ένα είναι
το Πνεύμα, το Άγιο Πνεύμα, που προέρχεται από τον Πατέρα, όχι ως υιός αλλά
εκπορευόμενο. Ούτε ο Πατέρας χάνει την αγεννησία επειδή γέννησε, ούτε ο
Υιός χάνει τη γέννηση επειδή προέρχεται από τον αγέννητο. Πώς είναι
δυνατόν να γίνει αυτό; Ούτε το Πνεύμα μεταβάλλεται σε Πατέρα ή σε Υιό,
επειδή εκπορεύεται και είναι Θεός· διότι η ιδιότητα μένει σταθερή. Και πώς θα
μείνει σταθερή η ιδιότητα, όταν κινείται και μεταβάλλεται; Διότι, εάν ο
Πατέρας είναι Υιός, δεν είναι κυριολεκτικά Πατέρας. Κι αν ο Υιός είναι
Πατέρας, δεν είναι κυριολεκτικά Υιός· επειδή ένας είναι στην κυριολεξία
ο Υιός και ένα το Άγιο Πνεύμα.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι για τον Πατέρα λέμε ότι δεν γεννήθηκε από κάποιον·
λέμε όμως ότι αυτός είναι ο Πατέρας του Υιού. Για τον Υιό λέμε ότι δεν
είναι ούτε ο αίτιος ούτε Πατέρας· λέμε ότι προέρχεται από τον Πατέρα
και
είναι Υιός του Πατέρα. Και για το Άγιο Πνεύμα πάλι λέμε ότι προέρχεται από
τον Πατέρα και το καλούμε Πνεύμα του Πατέρα. Και δεν λέμε ότι το Πνεύμα
προέρχεται από τον Υιό· το ονομάζουμε Πνεύμα του Υιού· λέει ο θείος
απόστολος: «εάν κάποιος δεν έχει το Πνεύμα του Χριστού, αυτός δεν ανήκει
σ’ αυτόν». Ομολογούμε ότι με τον Υιό μας φανερώθηκε και μεταδόθηκε. Λέει
ότι «Φύσησε» και είπε στους μαθητές του: «Λάβετε το Άγιο Πνεύμα». Όπως
ακριβώς η ακτίνα και η λάμψη προέρχονται από τον ήλιο –διότι αυτός είναι η
πηγή της ακτίνας και της λάμψεως–, και με την ακτίνα μας μεταδίδεται η λάμψη
και αυτή είναι που μας φωτίζει και στην οποία μετέχουμε. Για τον Υιό, βέβαια,
ούτε λέμε ότι είναι Υιός του Πνεύματος ούτε γεννήθηκε από το Πνεύμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 9. Περὶ τῶν ἐπὶ Θεοῦ λεγομένων.
Τὸ θεῖον ἁπλοῦν ἐστι καὶ ἀσύνθετον. Τὸ δὲ ἐκ πολλῶν καὶ διαφόρων
συγκείμενον σύνθετόν ἐστιν. Εἰ οὖν τὸ ἄκτιστον καὶ ἄναρχον καὶ
ἀσώματον καὶ ἀθάνατον καὶ αἰώνιον καὶ ἀγαθὸν καὶ δημιουργικὸν
καὶ τὰ τοιαῦτα οὐσιώδεις διαφορὰς εἴπομεν ἐπὶ Θεοῦ ἐκ τοσούτων
συγκείμενον, οὐχ ἁπλοῦν ἔσται, ἀλλὰ σύνθετον, ὅπερ ἐσχάτης
ἀσεβείας ἐστίν. Χρὴ τοίνυν ἕκαστον τῶν ἐπὶ Θεοῦ λεγομένων οὐ τί
κατ᾿ οὐσίαν ἐστί σημαίνειν οἴεσθαι, ἀλλ᾿ ἤ, τί οὐκ ἔστι, δηλοῦν ἢ
σχέσιν τινὰ πρός τι τῶν ἀντιδιαστελλομένων ἤ τι τῶν παρεπομένων
τῇ φύσει ἢ ἐνέργειαν.
Δοκεῖ μὲν οὖν κυριώτερον πάντων τῶν ἐπὶ Θεοῦ λεγομένων
ὀνομάτων εἶναι ὁ ὤν, καθὼς αὐτὸς χρηματίζων τῷ Μωσεῖ ἐπὶ τοῦ
ὄρους φησίν· «Εἶπον τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· Ὁ ὢν ἀπέσταλκέ με». Ὅλον
γὰρ ἐν ἑαυτῷ συλλαβὼν ἔχει τὸ εἶναι οἷόν τι πέλαγος οὐσίας
ἄπειρον καὶ ἀόριστον. Ὡς δέ ὁ ἅγιος Διονύσιος φησίν, ὁ ἀγαθός. Οὐ
γάρ ἔστιν ἐπί Θεοῦ εἰπεῖν, πρῶτον τό εἶναι, καί τότε τό ἀγαθόν.
Δεύτερον δὲ τὸ Θεὸς ὄνομα, ὃ λέγεται ἢ ἐκ τοῦ θέειν καὶ περιέπειν τὰ
σύμπαντα ἢ ἐκ τοῦ αἴθειν ὅ ἐστι καίειν –«ὁ γὰρ Θεὸς πῦρ
καταναλίσκον» πᾶσαν κακίαν ἐστίν– ἢ ἀπὸ τοῦ θεᾶσθαι τὰ πάντα·
ἀλάθητος γάρ ἐστι καὶ πάντων ἐπόπτης. Ἐθεάσατο γὰρ «τὰ πάντα
πρὶν γενέσεως αὐτῶν» ἀχρόνως ἐννοήσας καὶ ἕκαστον κατὰ τὴν
θελητικὴν αὐτοῦ ἄχρονον ἔννοιαν, ἥτις ἐστὶ προορισμὸς καὶ εἰκὼν
καὶ παράδειγμα, ἐν τῷ προορισθέντι, καιρῷ γίνεται.
Τὸ μὲν οὖν πρότερον αὐτοῦ τοῦ εἶναι παραστατικόν ἐστι καὶ τοῦ
τί εἶναι, τὸ δὲ δεύτερον ἐνεργείας· τὸ δὲ ἄναρχον καὶ ἄφθαρτον καὶ
ἀγένητον, ἤτοι ἄκτιστον καὶ ἀσώματον καὶ ἀόρατον καὶ τὰ τοιαῦτα,
τί οὐκ ἔστι, δηλοῖ, τουτέστιν ὅτι οὐκ ἤρξατο τοῦ εἶναι, οὐδὲ φθείρεται,
οὐδὲ ἔκτισται, οὐδέ ἐστι σῶμα, οὐδὲ ὁρᾶται. Τὸ δὲ ἀγαθὸν καὶ δίκαιον
καὶ ὅσιον καὶ τὰ τοιαῦτα παρέπονται τῇ φύσει, οὐκ αὐτὴν δὲ τὴν
οὐσίαν δηλοῖ. Τὸ δὲ Κύριος βασιλεύς τε καὶ τὰ τοιαῦτα σχέσιν πρὸς
τὰ ἀντιδιαστελλόμενα δηλοῖ· τῶν γὰρ κυριευομένων λέγεται Κύριος
καὶ τῶν βασιλευομένων βασιλεύς, τῶν δημιουργουμένων δημιουργὸς
καὶ τῶν ποιμαινομένων ποιμήν.
Γι’ αυτά που λέγονται για το Θεό.
Το θείο είναι απλό και ασύνθετο. Ενώ αυτό που αποτελείται από πολλά και
διάφορα στοιχεία είναι σύνθετο. Εάν όμως θεωρήσουμε το άκτιστο, το
άναρχο, το ασώματο, το αθάνατο, το αιώνιο, το αγαθό, το δημιουργικό και
τα παρόμοια ως ουσιαστικές διαφορές για το Θεό, εφόσον αποτελείται από
τόσα πολλά στοιχεία, δεν θα είναι απλός αλλά σύνθετος, πράγμα που συνιστά
τη μεγαλύτερη ασέβεια. Γι’ αυτό πρέπει να θεωρούμε ότι καθετί που λέγεται
για το Θεό δεν δηλώνει τί είναι κατ’ ουσία ο Θεός, αλλά ή δείχνει τί δεν είναι,
ή δηλώνει κάποια σχέση με κάτι αντίθετο, ή φανερώνει κάτι παρεπόμενο της
φύσεως, ή δείχνει κάποια ενέργεια.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το κυριότερο απ’ όλα τα λεγόμενα ονόματα για το Θεό
είναι το όνομα «ο Ων», όπως το λέει ο ίδιος τη στιγμή που αποκρίνεται
στο Μωϋσή πάνω στο βουνό: «Είπα στα παιδιά του Ισραήλ· μ’ έστειλε ο Ων».
Διότι περιέκλεισε στον εαυτό του να έχει όλη την ύπαρξη, σαν κάποιο
άπειρο και απεριόριστο πέλαγος υπάρξεως. Και όπως λέει ο άγιος Διονύσιος,
το όνομα «αγαθός». Διότι δεν επιτρέπεται να πούμε για το Θεό ότι πρώτα
υπάρχει και έπειτα είναι αγαθός. Δεύτερο όνομα είναι το «Θεός», το οποίο
προέρχεται ή από τη λέξη «θέειν»(=τρέχει), διότι περιτρέχει τα σύμπαντα, ή
από τη λέξη «αίθειν», που σημαίει καίει –«διότι ο Θεός είναι φωτιά που όλα
τα καίει», και μαζί κάθε κακία–, ή προέρχεται από τη φράση «βλέπει τα πάντα»·
διότι είναι αλάθητος και όλα τα εποπτεύει. Διότι τα είδε «όλα προτού να
γίνουν», αφού τα είχε προαιώνια στο νου του· και το καθετί δημιουργήθηκε
στον καθορισμένο χρόνο, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο της θελήσεώς του,
το οποίο περιλαμβάνει τον προορισμό, την εικόνα και το παράδειγμα.
Το πρώτο, λοιπόν, όνομα εκφράζει την ίδια την ύπαρξη και τη φύση της,
ενώ το δεύτερο εκφράζει την ενέργεια. Τα ονόματα πάλι άναρχο, άφθαρτο και
αγένητο, δηλαδή αδημιούργητο, ασώματο, αόρατο και τα παρόμοια,
δηλώνουν τί δεν είναι· δηλαδή, ότι η ύπαρξή του δεν έχει αρχή, δεν φθείρεται,
δεν έχει δημιουργηθεί, δεν είναι σώμα και δεν είναι ορατή. Τα ονόματα πάλι
αγαθός, δίκαιος, όσιος και τα όμοια έχουν σχέση με τη φύση (ουσία), αλλά δεν
δηλώνουν την ίδια την ουσία. Τα ονόματα Κύριος, βασιλεύς και τα όμοια
δείχνουν τη σχέση μ’ αυτά που αντιδιαστέλλονται· διότι ονομάζεται Κύριος
αυτών που τους κυριεύει, βασιλεύς αυτών που κυβερνά, δημιουργός αυτών
δημιουργεί και ποιμένας αυτών που ποιμαίνει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 10. Περὶ θείας ἑνώσεως καὶ διακρίσεως
Πάντα μὲν οὖν ταῦτα κοινῶς ἐπὶ πάσης τῆς θεότητος ἐκληπτέον καὶ
ταυτῶς καὶ ἁπλῶς καὶ ἀμερῶς καὶ ἡνωμένως, διακεκριμένως δὲ τὸ
Πατὴρ καὶ τὸ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα καὶ τὸ ἀναίτιον καὶ τὸ αἰτιατὸν
καὶ τὸ ἀγέννητον καὶ τὸ γεννητὸν καὶ ἐκπορευτόν, ἅτινα οὐκ οὐσίας
εἰσὶ δηλωτικά, ἀλλὰ τῆς πρὸς ἄλληλα σχέσεως καὶ τοῦ τῆς
ὑπάρξεως τρόπου.
Ταῦτα οὖν εἰδότες καὶ ἐκ τούτων ἐπὶ τὴν θείαν οὐσίαν
χειραγωγούμενοι οὐκ αὐτὴν τὴν οὐσίαν καταλαμβάνομεν, ἀλλὰ τὰ
περὶ τὴν οὐσίαν· ὥσπερ οὐδέ, ἐὰν γνῶμεν ὅτι ἡ ψυχὴ ἀσώματός ἐστι
καὶ ἄποσος καὶ ἀσχημάτιστος, ἤδη καὶ τὴν οὐσίαν αὐτῆς
κατειλήφαμεν, οὐδὲ τοῦ σώματος, εἴπερ γνῶμεν, ὅτι λευκὸν ἢ μέλαν
ἐστίν, ἀλλὰ τὰ περὶ τὴν οὐσίαν. Ὁ δὲ ἀληθὴς λόγος διδάσκει ἁπλοῦν
εἶναι τὸ θεῖον καὶ μίαν ἁπλῆν ἔχειν ἐνέργειαν, ἀγαθήν, πᾶσι τὰ
πάντα ἐνεργοῦσαν κατὰ τὴν τοῦ ἡλίου ἀκτῖνα, ἥτις πάντα θάλπει
καὶ ἐν ἑκάστῳ κατὰ τὴν φυσικὴν ἐπιτηδειότητα καὶ δεκτικὴν δύναμιν
ἐνεργεῖ ἐκ τοῦ δημιουργήσαντος Θεοῦ τὴν τοιαύτην εἰληφὼς
ἐνέργειαν.
Διακέκριται δὲ καί, ὅσα τῆς θείας καὶ φιλανθρώπου τοῦ Θεοῦ Λόγου
σαρκώσεως· ἐν τούτοις γὰρ οὔτε ὁ Πατὴρ οὔτε τὸ Πνεῦμα κατ᾿
οὐδένα λόγον κεκοινώνηκεν, εἰ μὴ κατ᾿ εὐδοκίαν καὶ κατὰ τὴν
ἄρρητον θαυματουργίαν, ἣν καὶ καθ᾿ ἡμᾶς ἄνθρωπος ὁ Θεὸς Λόγος
γενόμενος εἰργάζετο ὡς ἀναλλοίωτος Θεὸς καὶ Θεοῦ Υἱός.
Για τη θεία ένωση και διάκριση.
Όλα, λοιπόν, αυτά τα ονόματα πρέπει να τα θεωρήσουμε κοινά και τα ίδια
για όλη τη θεότητα με απλότητα, χωρίς διαίρεση και ενωμένα· νοούμε
χωριστά μόνο τα ονόματα Πατέρας, Υιός και Πνεύμα καθώς και τα αναίτιος,
αιτιατός, αγέννητος, γεννητός, εκπορευτό, τα οποία δεν φανερώνουν την
ουσία, αλλά τη σχέση μεταξύ τους και τον τρόπο της υπάρξεώς τους.
Όταν, λοιπόν, τα γνωρίσουμε αυτά και μας οδηγήσουν προς τη θεία ουσία,
δεν κατανοούμε την ίδια την ουσία, αλλά τα σχετικά μ’ αυτήν. Όπως
ακριβώς, εάν γνωρίσουμε ότι η ψυχή είναι χωρίς σώμα, μέγεθος και σχήμα,
δεν σημαίνει ότι κατανοήσαμε αμέσως και την ουσία της· το ίδιο και με το
σώμα, εάν γνωρίσουμε ότι είναι λευκό ή μαύρο, δεν γνωρίσαμε την ουσία του,
αλλά τα σχετικά μ’ αυτήν. Η αληθινή διδασκαλία διδάσκει ότι το θείο είναι
απλό και έχει μια απλή ενέργεια, που είναι αγαθή· αυτή ενεργεί το καθετί
σε όλα, όπως η ακτίνα του ήλιου, η οποία τα θερμαίνει όλα και ενεργεί
στο καθένα ανάλογα με τη φυσική του διάθεση και τη δεκτική του ικανότητα·
διότι έχει λάβει αυτού του είδους την ενέργεια από το Θεό που το
δημιούργησε.
Εξαιρούνται βέβαια όσα γεγονότα αναφέρονται στη θεία και φιλάνθρωπη
ενσάρκωση του Λόγου του Θεού. Διότι δεν είχαν συμμετάσχει σ’ αυτά με
κανένα τρόπο ούτε ο Πατέρας ούτε το Πνεύμα, παρά μόνον με την καλή τους
θέληση και την ανέκφραστη θαυματουργία, την οποία πραγματοποίησε για
μας με την ενανθρώπησή του ο Λόγος του Θεού, σαν αναλλοίωτος Θεός και
Υιός του Θεού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 11. Περὶ τῶν σωματικῶς ἐπὶ Θεοῦ λεγομένων
Ἐπεὶ δὲ πλεῖστα περὶ Θεοῦ σωματικώτερον ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ
συμβολικῶς εἰρημένα εὑρίσκομεν, εἰδέναι χρή, ὡς ἀνθρώπους ὄντας
ἡμᾶς καὶ τὸ παχὺ τοῦτο σαρκίον περικειμένους τὰς θείας καὶ ὑψηλὰς
καὶ ἀΰλους τῆς θεότητος ἐνεργείας νοεῖν ἢ λέγειν ἀδύνατον, εἰ μὴ
εἰκόσι καὶ τύποις καὶ συμβόλοις τοῖς καθ᾿ ἡμᾶς χρησαίμεθα. Ὅσα
τοίνυν περὶ Θεοῦ σωματικώτερον εἴρηται, συμβολικῶς ἐστι
λελεγμένα, ἔχει δέ τινα ὑψηλοτέραν διάνοιαν· ἁπλοῦν γὰρ τὸ θεῖον
καὶ ἀσχημάτιστον.
Ὀφθαλμοὺς μὲν οὖν Θεοῦ καὶ βλέφαρα καὶ ὅρασιν τὴν τῶν
ἁπάντων ἐποπτικὴν αὐτοῦ δύναμιν καὶ τὸ ἀλάθητον τῆς αὐτοῦ
γνώσεως ἐννοήσωμεν ἀπὸ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ ταύτης τῆς αἰσθήσεως
ἐντελεστέραν γνῶσίν τε καὶ πληροφορίαν ἐγγίνεσθαι. Ὦτα δὲ καὶ
ἀκοὴν τὸ ἐξιλεωτικὸν αὐτοῦ καὶ τῆς ἡμετέρας δεκτικὸν δεήσεως·
καὶ γὰρ ἡμεῖς τοῖς τὰς ἱκεσίας ποιουμένοις διὰ ταύτης τῆς αἰσθήσεως
εὐμενεῖς γινόμεθα γνησιώτερον αὐτοῖς τὸ οὖς ἐπικλίνοντες. Στόμα δὲ
καὶ λαλιὰν τὸ ἐνδεικτικὸν τῆς βουλήσεως αὐτοῦ ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ
στόματος καὶ λαλιᾶς σημαίνεσθαι τὰ ἐγκάρδια νοήματα. Βρῶσιν δὲ
καὶ πόσιν τὴν ἡμετέραν πρὸς τὸ αὐτοῦ θέλημα συνδρομήν· καὶ γὰρ
ἡμεῖς διὰ τῆς γευστικῆς αἰσθήσεως τὴν τῆς φύσεως ἀναπληροῦμεν
ὄρεξιν ἀναγκαίαν. Ὄσφρησιν δέ, τὸ ἀποδεκτικὸν τῆς πρὸς αὐτὸν
ἡμῶν ἐννοίας τε καὶ εὐνοίας ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ ταύτης αἰσθήσεως
τὴν τῆς εὐωδίας ἀποδοχὴν ἐγγίνεσθαι.
Πρόσωπον δὲ τὴν δι᾿ ἔργων αὐτοῦ ἔνδειξίν τε καὶ ἐμφάνειαν ἐκ τοῦ
τὴν ἡμετέραν ἐμφάνειαν διὰ προσώπου γίνεσθαι. Χεῖρας δὲ τὸ
ἀνυστικὸν τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ· καὶ γὰρ ἡμεῖς τὰ χρειώδη καὶ
μάλιστα τιμιώτερα διὰ τῶν οἰκείων κατορθοῦμεν χειρῶν. Δεξιὰν δὲ
τὴν ἐπὶ τοῖς αἰσίοις αὐτοῦ βοήθειαν ἐκ τοῦ καὶ ἡμᾶς μᾶλλον ἐπὶ τῶν
εὐσχημοτέρων καὶ τιμιωτέρων καὶ πλείστης ἰσχύος δεομένων τῇ
δεξιᾷ κεχρῆσθαι. Ψηλάφησιν δὲ τὴν ἀκριβεστέραν αὐτοῦ καὶ τῶν
λίαν λεπτῶν τε καὶ κρυπτῶν διάγνωσίν τε καὶ εἴσπραξιν ἐκ τοῦ
παρ᾿ ἡμῖν μὴ δύνασθαι τοὺς ψηλαφωμένους ἐν ἑαυτοῖς τι κρύπτειν.
Πόδας δὲ καὶ βάδισιν τὴν πρὸς ἐπικουρίαν τῶν δεομένων ἢ ἐχθρῶν
ἄμυναν ἢ ἄλλην τινὰ πρᾶξιν ἔλευσίν τε καὶ παρουσίαν ἐκ τοῦ παρ᾿
ἡμῖν διὰ τῆς τῶν ποδῶν χρήσεως ἀποτελεῖσθαι τὴν ἄφιξιν.
Ὅρκον δὲ τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν δι᾿
ὅρκου τὰς πρὸς ἀλλήλους βεβαιοῦσθαι συνθήκας. Ὀργὴν δὲ καὶ
θυμὸν τὴν πρὸς τὴν κακίαν ἀπέχθειάν τε καὶ ἀποστροφήν· καὶ γὰρ
ἡμεῖς τὰ ἐναντία τῆς γνώμης μισοῦντες ὀργιζόμεθα. Λήθην δὲ καὶ
ὕπνον καὶ νυσταγμὸν τὴν ὑπέρθεσιν τῆς κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἀμύνης
καὶ τὴν τῆς συνήθους πρὸς τοὺς οἰκείους βοηθείας ἀναβολήν. Καὶ
ἁπλῶς εἰπεῖν πάντα τὰ σωματικῶς εἰρημένα ἐπὶ Θεοῦ κεκρυμμένην
ἔχει τινὰ ἔννοιαν ἐκ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς τὰ ὑπὲρ ἡμᾶς ἐκδιδάσκουσαν, εἰ μή
τι περὶ τῆς σωματικῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐπιδημίας εἴρηται· αὐτὸς γὰρ
πάντα τὸν ἄνθρωπον διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἀνεδέξατο, ψυχὴν
νοερὰν καὶ σῶμα καὶ τὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἰδιώματα τά τε
φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη.
Γι’ αυτά που λέγονται για το Θεό ανθρωποπαθώς.
Επειδή όμως βρίσκουμε στην Αγία Γραφή να έχουν ειπωθεί πάρα πολλά
για το Θεό με τρόπο ανθρωπομορφικό, πρέπει να γνωρίζουμε, εφόσον
είμαστε άνθρωποι και έχουμε αυτή την παχιά σάρκα, ότι είναι αδύνατο να
εννοήσουμε ή να μιλήσουμε για τις θείες, υψηλές και άϋλες ενέργειες της
θεότητος, εάν δεν χρησιμοποιήσουμε ανάλογες σε μας εικόνες, τύπους και
σύμβολα. Όσα, λοιπόν, λέμε με ανθρωπομορφικό τρόπο για το Θεό, τα λέμε
με συμβολική σημασία, και έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα· διότι το θείο είναι
απλό και δεν παίρνει σχήματα.
Λέγοντας μάτια, βλέφαρα και όραση του Θεού, ας εννοήσουμε συμβολικά
την εποπτεία του πάνω σ’ όλα και το αλάθητο της γνώσεώς του· διότι
μ’ αυτή την αίσθηση (της οράσεως) αποκτάμε πιο τέλεια γνώση και μάθηση.
Λέγοντας αυτιά και ακοή, ας εννοήσουμε συμβολικά τη διάθεσή του
να μας σπλαγχνιστεί και να δεχθεί τη δική μας δέηση· διότι κι εμείς μ’ αυτή
την αίσθηση
γινόμαστε ευδιάθετοι σ’ αυτούς που μας παρακαλούν και
τους ακούμε με περισσότερο ενδιαφέρον. Όταν λέμε στόμα και ομιλία, να
εννοήσουμε τη φανέρωση της θελήσεώς του, διότι και σε μας οι διαθέσεις
της καρδιάς φανερώνονται με το στόμα και την ομιλία. Όταν λέμε φαγητό και
πιοτό, ας εννοήσουμε τη δική μας συμμόρφωση στο θέλημά του· διότι κι
εμείς με την αίσθηση της γεύσεως ικανοποιούμε την αναγκαία επιθυμία της
φύσεώς μας. Όταν λέμε όσφρηση, ας εννοήσουμε την αποδοχή της σκέψεως
και της αγάπης μας γι’ αυτόν, διότι κι εμείς μ’ αυτή την αίσθηση δεχόμαστε
την ευωδία ευχάριστα.
Λέγοντας πάλι πρόσωπο ας εννοήσουμε την απόδειξη και την εμφάνισή του
με τα έργα του, διότι και η δική μας εμφάνιση γίνεται με το πρόσωπο.
Λέγοντας χέρια, ας νοήσουμε την αποτελεσματικότητα της ενέργειάς του·
κι εμείς τα πιο αναγκαία και σπουδαία τα πετυχαίνουμε με τα χέρια μας.
Λέγοντας δεξί χέρι, ας εννοήσουμε τη βοήθειά του για να έλθουν όλα καλά·
διότι κι εμείς χρησιμοποιούμε το δεξί χέρι για τα πιο αξιοπρεπή και δίκαια και
που χρειάζονται μεγάλη δύναμη. Λέγοντας ψηλάφηση ας εννοήσουμε την πιο
ακριβή και τέλεια γνώση και προσβολή των πιο λεπτών και κρυφών λογισμών·
διότι και αυτούς που εμείς ψηλαφούμε δεν μπορούν να κρύψουν κάτι πάνω
τους. Λέγοντας επίσης πόδια και βάδην εννοούμε τον ερχομό και την
παρουσία του, για να βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη ή ν’ αντιμετωπίσουν
τους εχθρούς ή για κάποια άλλη πράξη· διότι και σε μας η άφιξη γίνεται με τη
χρήση των ποδιών.
Λέγοντας όρκο ας εννοήσουμε το αμετακίνητο της βουλής του, διότι κι εμείς
με όρκο επιβεβαιώνουμε τις συμφωνίες μεταξύ μας. Οργή και θυμό λέγοντας
εννοούμε την απέχθεια και το μίσος στην κακία· διότι κι εμείς θυμώνουμε,
επειδή μισούμε τις αντίθετες γνώμες. Λέγοντας ακόμη λησμονιά, ύπνο και
νυσταγμό, ας εννοήσουμε την αμέλεια στην άμυνα ενάντια στους εχθρούς
και τη ματαίωση της συχνής βοήθειας προς τους φίλους. Και μ’ ένα λόγο,
όλα όσα έχουν ειπωθεί για το Θεό με ανθρωπομορφικές εκφράσεις, έχουν
κρυμμένη κάποια σημασία που διδάσκει τα υπερφυσικά με ανθρωπομορφικές
εκφράσεις, εκτός μόνον αν ειπωθεί κάτι για την σωματική έλευση του Θεού
Λόγου. Διότι Αυτός ανάλαβε όλη την ανθρώπινη φύση για τη σωτηρία μας,
δηλαδή τη νοερή ψυχή, το σώμα και τα χαρακτηριστικά της ανθρωπίνης
φύσεως, που είναι τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 12. Ἔτι περὶ τῶν αὐτῶν
Ταῦτα μὲν οὖν ἐκ τῶν ἱερῶν μεμυήμεθα λογίων, ὡς ὁ θεῖος ἔφη
Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, «ὅτι ὁ Θεὸς πάντων ἐστὶν αἰτία καὶ ἀρχή,
τῶν ὄντων οὐσία, τῶν ζώντων ζωή, τῶν λογικῶς ὄντων λόγος,
τῶν νοερῶς ὄντων νοῦς· καὶ τῶν μὲν ἀποπιπτόντων αὐτῆς
ἀνάκλησίς τε καὶ ἀνάστασις, τῶν δὲ παραφθειρόντων τὸ κατὰ φύσιν
ἀνακαινισμὸς καὶ ἀναμόρφωσις· τῶν κινουμένων κατά τινα ἀνίερον
σάλον ἵδρυσις ἱερὰ καὶ τῶν ἑστηκότων ἀσφάλεια καὶ τῶν ἐπ᾿ αὐτὴν
ἀναγομένων ὁδὸς καὶ ἀνατατικὴ χειραγωγία.
»Προσθήσω δέ, ὅτι καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ πεποιημένων Πατήρ,
κυριώτερον γὰρ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐστι Πατὴρ, ὁ ἐκ μὴ ὄντων εἰς τὸ εἶναι
παραγαγὼν ἢ οἱ γεννήσαντες οἱ ἐξ αὐτοῦ καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸ γεννᾶν
εἰληφότες· τῶν ἑπομένων καὶ ὑπ᾿ αὐτοῦ ποιμαινομένων ποιμήν, τῶν
φωτιζομένων ἔλλαμψις, τῶν τελουμένων τελεταρχία, τῶν
θεουμένων θεαρχία, τῶν διεστώτων εἰρήνη καὶ τῶν ἁπλουμένων
ἁπλότης καὶ τῶν ἑνιζομένων ἑνότης· ἀρχῆς ἁπάσης ὑπερούσιος καὶ
ὑπάρχιος ἀρχὴ καὶ τοῦ κρυφίου, ἤτοι τῆς αὐτοῦ γνώσεως κατὰ τὸ
θεμιτὸν καὶ ἐφικτὸν ἑκάστῳ ἀγαθὴ μετάδοσις».
Ἔτι περὶ θείων ὀνομάτων ἀκριβέστερον.
Τὸ θεῖον ἀκατάληπτον ὂν πάντως καὶ ἀνώνυμον ἔσται. Ἀγνοοῦντες
οὖν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ τῆς οὐσίας αὐτοῦ μὴ ἐκζητήσωμεν ὄνομα·
δηλωτικὰ γὰρ τῶν πραγμάτων ἐστὶ τὰ ὀνόματα. Ἀλλ᾿ ἀγαθὸς ὢν
ὁ Θεὸς καὶ ἐπὶ μεθέξει τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ παραγαγὼν ἡμᾶς
ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι καὶ γνωστικοὺς ποιήσας ἡμᾶς, ὥσπερ οὐ
τῆς οὐσίας αὐτοῦ μετέδωκεν ἡμῖν, οὕτως οὐδὲ τῆς γνώσεως τῆς
οὐσίας αὐτοῦ· ἀδύνατον γὰρ φύσιν τελείως γνῶναι τὴν
ὑπερκειμένην φύσιν. Εἰ δὲ καὶ τῶν ὄντων αἱ γνώσεις, τὸ ὑπερούσιον
πῶς γνωσθήσεται;
Δι᾿ ἄφατον οὖν ἀγαθότητα ηὐδόκησεν ἐκ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς ὀνομάζεσθαι,
ἵνα μὴ ἀμέτοχοι παντελῶς ὦμεν τῆς αὐτοῦ ἐπιγνώσεως, ἀλλ᾿
ἔχωμεν κἂν ἀμυδρὰν αὐτοῦ ἔννοιαν. Καθὸ μὲν οὖν ἀκατάληπτός
ἐστι, καὶ ἀκατονόμαστος· ὡς δὲ πάντων αἴτιος καὶ πάντων τῶν
ὄντων τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰτίας ἐν ἑαυτῷ προέχων, ἐκ πάντων
τῶν ὄντων κατονομάζεται, καὶ ἐκ τῶν ἐναντίων οἷον φωτὸς καὶ
σκότους, ὕδατος καὶ πυρός, ἵνα γνῶμεν, ὅτι οὐ ταῦτα κατ᾿ οὐσίαν
ἐστίν· ἀλλ᾿ ἔστι μὲν ὑπερούσιος, διὸ καὶ ἀκατονόμαστος, ὡς δὲ
πάντων τῶν ὄντων αἴτιος ἐκ πάντων τῶν αἰτιατῶν ὀνομάζεται.
Διὸ τῶν θείων ὀνομάτων τὰ μὲν ἀποφατικῶς λέγεται δηλοῦντα τὸ
ὑπερούσιον, οἷον ἀνούσιος, ἄχρονος, ἄναρχος, ἀόρατος, οὐχ ὅτι
τινὸς ἥττων ἐστὶν ἤ τινος ἐστέρηται –αὐτοῦ γάρ ἐστι τὰ πάντα καὶ
ἐξ αὐτοῦ καὶ δι᾿ αὐτοῦ γέγονε καὶ ἐν αὐτῷ συνέστηκεν–, ἀλλ᾿ ὅτι
πάντων ὑπεροχικῶς τῶν ὄντων ἐξῄρηται –οὐδὲν γὰρ τῶν ὄντων,
ἀλλ᾿ ὑπὲρ πάντα ἐστί. Τὰ δὲ καταφατικῶς λεγόμενα ὡς αἰτίου τῶν
πάντων κατηγορεῖται· ὡς γὰρ αἴτιος πάσης οὐσίας καὶ πάντων τῶν
ὄντων λέγεται καὶ ὢν καὶ οὐσία, καὶ ὡς αἴτιος λόγου παντὸς καὶ
σοφίας λογικοῦ τε καὶ σοφοῦ λέγεται λόγος καὶ λογικός, σοφία καὶ
σοφός· ὁμοίως καὶ νοῦς καὶ νοερός, ζωὴ καὶ ζῶν, δύναμις καὶ δυνατός·
καὶ ἐπὶ πάντων τῶν λοιπῶν ὁμοίως, μᾶλλον δὲ ἐκ τῶν τιμιωτέρων
καὶ πλησιαζόντων αὐτῷ οἰκειοτέρως ὀνομασθήσεται.
Τιμιώτερα δὲ τὰ ἄυλα τῶν ὑλικῶν καὶ τὰ καθαρὰ τῶν ῥυπαρῶν καὶ
τὰ ἅγια τῶν ἐναγῶν, καὶ μᾶλλον αὐτῷ πλησιάζοντα, ἐπεὶ καὶ πλέον
μετέχουσιν αὐτοῦ. Οἰκειότερον οὖν μᾶλλον ὀνομασθήσεται ἥλιος καὶ
φῶς ἤπερ σκότος, καὶ ἡμέρα ἤπερ νύξ, καὶ ζωὴ ἤπερ θάνατος, καὶ
πῦρ καὶ πνεῦμα καὶ ὕδωρ ὡς ζωτικὰ ἤπερ γῆ· καὶ πρὸ πάντων καὶ
πλέον ἀγαθότης ἤπερ κακία. Ταὐτὸν δὲ εἰπεῖν «ὄν» ἤπερ «μὴ ὄν»· τὸ
γὰρ ἀγαθὸν ὕπαρξις καὶ ὑπάρξεως αἴτιον, τὸ δὲ κακὸν ἀγαθοῦ ἤτοι
ὑπάρξεως στέρησις.
Καὶ αὗται μὲν αἱ ἀποφάσεις καί καταφάσεις· γλυκυτάτη δὲ καὶ ἡ ἐξ
ἀμφοῖν συνάφεια, οἷον «ἡ ὑπερούσιος οὐσία, ἡ ὑπέρθεος θεότης, ἡ
ὑπεράρχιος ἀρχὴ» καὶ τὰ τοιαῦτα. Εἰσὶ δὲ καί τινα καταφατικῶς ἐπὶ
Θεοῦ λεγόμενα δύναμιν ὑπεροχικῆς ἀποφάσεως ἔχοντα, οἷον
«σκότος»· οὐχ ὅτι ὁ Θεὸς σκότος ἐστίν, ἀλλ᾿ ὅτι οὐκ ἔστι φῶς ἀλλ᾿
ὑπὲρ τὸ φῶς.
Λέγεται μὲν οὖν ὁ Θεὸς νοῦς καὶ λόγος καὶ πνεῦμα σοφία τε καὶ
δύναμις ὡς τούτων αἴτιος καὶ ὡς ἄυλος καὶ ὡς παντουργὸς καὶ
παντοδύναμος. Καὶ ταῦτα κοινῶς ἐπὶ πάσης λέγεται τῆς θεότητος
τά τε ἀποφατικῶς καὶ καταφατικῶς λεγόμενα. Καὶ ἐφ᾿ ἑκάστης τῶν
τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑποστάσεων ὁμοίως καὶ ὡσαύτως καὶ
ἀπαραλείπτως· ὅταν γὰρ ἐννοήσω μίαν τῶν ὑποστάσεων, τέλειον
Θεὸν αὐτὴν οἶδα, τελείαν οὐσίαν. Ὅταν δὲ συνάψω καὶ
συναριθμήσω τὰ τρία, ἕνα Θεὸν οἶδα τέλειον· οὐ σύνθετόν ἐστιν ἡ
θεότης, ἀλλ᾿ ἐν τρισὶ τελείοις ἓν τέλειον ἀμερὲς καὶ ἀσύνθετον.
Ὅταν δὲ τὴν πρὸς ἄλληλα σχέσιν τῶν ὑποστάσεων ἐννοήσω, οἶδα,
ὅτι ἐστὶν ὁ Πατὴρ ὑπερούσιος ἥλιος, πηγὴ ἀγαθότητος, ἄβυσσος
οὐσίας, λόγου, σοφίας, δυνάμεως, φωτός, θεότητος, πηγὴ γεννητικὴ
καὶ προβλητικὴ τοῦ ἐν αὐτῇ κρυφίου ἀγαθοῦ. Αὐτὸς μὲν οὖν ἐστι
νοῦς, Λόγου ἄβυσσος, Λόγου γεννήτωρ καὶ διὰ Λόγου προβολεὺς
ἐκφαντορικοῦ Πνεύματος· καὶ ἵνα μὴ πολλὰ λέγω, οὐκ ἔστι τῷ
Πατρὶ λόγος, σοφία, δύναμις, θέλησις, εἰ μὴ ὁ Υἱός, ὅς ἐστιν ἡ μόνη
δύναμις τοῦ Πατρὸς ἡ προκαταρκτικὴ τῆς τῶν πάντων ποιήσεως.
Οὗτος ὡς τελεία ὑπόστασις γεννωμένη, ὡς οἶδεν αὐτός, Υἱός ἐστι τε
καὶ λέγεται. Τὸ δὲ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκφαντορικὴ τοῦ κρυφίου τῆς
θεότητος δύναμις τοῦ Πατρός, ἐκ Πατρὸς μὲν δι᾿ Υἱοῦ ἐκπορευομένη,
ὡς οἶδεν αὐτός, οὐ γεννητῶς· διὸ καὶ Πνεῦμα Ἅγιον τὸ τελεσιουργὸν
τῆς τῶν ἁπάντων ποιήσεως.
Ὅσα οὖν ἁρμόζει αἰτίῳ Πατρί, πηγῇ, γεννήτορι, τῷ Πατρὶ μόνῳ
προσαρμοστέον· ὅσα δὲ αἰτιατῷ, γεννητῷ Υἱῷ, Λόγῳ, δυνάμει
προκαταρκτικῇ, θελήσει, σοφίᾳ, τῷ Υἱῷ· ὅσα δὲ αἰτιατῷ, ἐκπορευτῷ,
ἐκφαντορικῷ, τελεσιουργικῇ δυνάμει, τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ Πατὴρ
πηγὴ καὶ αἰτία Υἱοῦ καὶ Πνεύματος, Πατὴρ δὲ μόνου Υἱοῦ καὶ
προβολεὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ὁ Υἱὸς Υἱός, Λόγος, σοφία καὶ
δύναμις, εἰκών, ἀπαύγασμα, χαρακτὴρ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ
Πατρός, οὐχ Υἱὸς δὲ τοῦ Πνεύματος. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα
τοῦ Πατρὸς ὡς ἐκ Πατρὸς ἐκπορευόμενον –οὐδεμία γὰρ ὁρμὴ ἄνευ
Πνεύματος– καὶ Υἱοῦ δὲ Πνεῦμα οὐχ ὡς ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ὡς δι᾿ αὐτοῦ
ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον· μόνος γὰρ αἴτιος ὁ Πατήρ.
Για τα ίδια θέματα.
Αυτά, βέβαια, τα έχουμε διδαχθεί από τους ιερούς συγγραφείς, όπως είπε ο
άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, «ότι ο Θεός είναι η αιτία και η αρχή όλων,
ο χορηγός της φύσεως στα όντα, της ζωής στα ζωντανά, της λογικής στα
λογικά όντα και του νου στα νοερά· είναι η επαναφορά και η επανόρθωση
αυτών που έχουν πέσει· η ανακαίνιση και αναμόρφωση όσων έχουν φθείρει
τη φύση τους· είναι η ιερή σταθερότητα αυτών που κινούνται με μία ανίερη
ταραχή· η ασφάλεια αυτών που στέκονται σταθεροί· και η οδός και
χειραγώγηση προς τα άνω αυτών που βαδίζουν προς Αυτόν.
»Θα προσθέσω επίσης ότι είναι Πατέρας αυτών που δημιούργησε· και το
σπουδαιότερο, ο Θεός μας είναι Πατέρας μας, διότι Αυτός και όχι οι γονείς
μας, μάς έφερε στη ζωή από την ανυπαρξία· καθώς οι γονείς μας έλαβαν απ’
Αυτόν τη ζωή και τη δυνατότητα να γεννούν. Είναι ποιμένας αυτών που Τον
ακολουθούν και τους ποιμαίνει· είναι ο φωτισμός των φωτιζομένων,
ο μύστης όσων μυούνται στα ιερά μυστήρια, η αιτία της θεώσεως των
θεουμένων, η συμφιλίωση όσων έχουν φιλονικήσει, η απλότητα των απλοϊκών
και η ενότητα όσων ενώνονται μεταξύ τους. Είναι η εξουσία πάνω από κάθε
εξουσία, η αρχή της υπάρξεως και η αγαθή μετάδοση των απορρήτων
μυστηρίων, δηλαδή της γνώσεώς Του στον καθένα, σύμφωνα με το μέτρο του
δυνατού και εφικτού».
Ακόμη πιο λεπτομερώς για τα ονόματα του Θεού.
Επειδή το θείο είναι ακατάληπτο, σίγουρα θα είναι και χωρίς όνομα. Και
επειδή δεν γνωρίζουμε την ουσία του, ας μη ζητήσουμε το όνομα της ουσίας
του· διότι τα ονόματα φανερώνουν τα πράγματα. Ο Θεός όμως, επειδή είναι
αγαθός και μας έφερε από το μηδέν στην ύπαρξη για να μετέχουμε
στην αγαθότητά του, και μας έκαμε όντα με γνώση, έτσι, όπως δεν μας
μετάδωσε κάτι από την ουσία του, ούτε μας έδωσε και τη γνώση της ουσίας
του. Διότι δεν είναι δυνατόν μια κτιστή φύση να γνωρίσει τελείως
την ανώτερη απ’ αυτήν φύση. Και αν, μάλιστα, οι γνώσεις για τα όντα είναι
ελλιπείς, πώς θα γνωρίσουμε αυτό που ξεπερνά την ουσία;
Ο Θεός, λοιπόν, από την πολλή του αγαθότητα, θέλησε να παίρνει δικά μας
ονόματα, ώστε να μην είμαστε εντελώς αμέτοχοι από τη γνώση του, αλλά να
έχουμε έστω και κάποια αμυδρή ιδέα γι’ Αυτόν. Έτσι, όπως είναι
ακατάληπτος, είναι και χωρίς όνομα. Όλα τα όντα όμως ομολογούν ότι Αυτός
είναι η αιτία όλων και κατέχει εκ των προτέρων το λόγο και την αιτία κάθε
όντος· το ομολογούν ακόμη και τα αντίθετα μεταξύ τους, όπως το φως και
το σκοτάδι, το νερό και η φωτιά, για να γνωρίζουμε ότι Αυτός δεν είναι στην
ουσία του αυτά. Αλλά να γνωρίζουμε ότι είναι υπερούσιος, γι’ αυτό και χωρίς
όνομα· και όλα τα δημιουργήματά του βεβαιώνουν ότι Αυτός είναι ο αίτιος
κάθε όντος.
Γι’ αυτό, από τα θεία ονόματα άλλα χρησιμοποιούνται με αποφατική σημασία
για να δηλώσουν το υπερούσιο, όπως ανούσιος, άχρονος, άναρχος, αόρατος·
όχι ότι είναι κατώτερος από κάποιον ή του λείπει κάτι –διότι σ’ Αυτόν
ανήκουν όλα και Αυτός τα δημιούργησε και τα συνέστησε για τον εαυτό Του·
ξεχωρίζει απ’ όλα τα όντα, διότι υπερέχει –δεν είναι σαν κάποιο ον, αλλά
πάνω απ’ όλα. Τα ονόματα πάλι, που χρησιμοποιούνται καταφατικά για το
Θεό, λέγονται επειδή είναι αίτιος όλων. Ονομάζεται ων και ουσία, διότι είναι
αίτιος κάθε ουσίας των όντων· ονομάζεται λόγος, λογικός, σοφία και σοφός,
διότι είναι αίτιος κάθε λόγου και σοφίας, δηλαδή του λογικού και του σοφού.
Παρόμοια λέγεται νους, νοερός, ζωή, ζων, δύναμη και δυνατός· και σ’ όλα
τα υπόλοιπα, επίσης, θα κληθεί με παρόμοια ονόματα, που θα ληφθούν
περισσότερο από τα πιο αξιόλογα και κοντινά σ’ Αυτόν ονόματα.
Πιο αξιόλογα και κατάλληλα ονόματα γι’ Αυτόν είναι τα άϋλα από τα υλικά,
τα καθαρά από τα ρυπαρά και τα άγια από τα μιασμένα, επειδή περισσότερο
μετέχουν σ’ Αυτόν. Διότι πιο κατάλληλα θα κληθεί ήλιος και φως παρά
σκοτάδι, ημέρα παρά νύχτα, ζωή παρά θάνατος, και φωτιά και πνεύμα και
νερό, διότι έχουν ζωή, παρά γη. Και πάνω απ’ όλα θα ονομασθεί αγαθότητα
και όχι κακό. Το ίδιο, θα τον καλέσει κανένας «ον» παρά «μη ον»· διότι το
αγαθό είναι ύπαρξη και αίτιο της υπάρξεως, ενώ το κακό είναι στέρηση του
αγαθού, δηλαδή της υπάρξεως.
Αυτά, λοιπόν, είναι τα αποφατικά και καταφατικά ονόματα· και είναι βέβαια
πολύ πετυχημένος ο συνδυασμός τους, για παράδειγμα «υπερούσια ουσία,
υπέρθεη θεότητα, υπεράρχια αρχή», και τα παρόμοια. Υπάρχουν και μερικά
καταφατικά ονόματα που λέγονται για το Θεό και έχουν έννοια υπερβολικής
αρνήσεως, όπως «σκοτάδι»· όχι ότι ο Θεός είναι σκοτάδι, αλλά δεν είναι φως,
επειδή είναι πάνω από το φως.
Ονομάζεται, λοιπόν, ο Θεός νους, λόγος, πνεύμα, σοφία και δύναμη, διότι
είναι ο αίτιος αυτών και άϋλος και δημιουργός των όλων και παντοδύναμος.
Και αυτά τα ονόματα, και τα αποφατικά και τα καταφατικά, αποδίδονται σε
όλο το κοινό (ουσία) της θεότητας. Το ίδιο όμως και απαράλλακτα
αποδίδονται και σε κάθε ξεχωριστή υπόσταση της Αγίας Τριάδος· όταν
αναλογισθώ μία από τις υποστάσεις, την αναγνωρίζω ως τέλειο Θεό και
τέλεια ουσία. Και όταν πάλι συγκεντρώσω και απαριθμήσω τα τρία
(πρόσωπα), αναγνωρίζω ένα τέλειο Θεό. Διότι η θεότητα δεν είναι σύνθετη,
αλλά είναι ένα αχώριστο και ασύνθετο σε τρία τέλεια.
Όταν πάλι αναλογισθώ τη σχέση των υποστάσεων μεταξύ τους, γνωρίζω ότι
ο Πατέρας είναι υπερούσιος ήλιος, πηγή αγαθότητος, άβυσσος ουσίας,
λόγου, σοφίας, δυνάμεως, φωτός, θεότητος, πηγή που γεννά και προβάλλει
το αγαθό που κρύβει μέσα της. Ο ίδιος, λοιπόν, είναι νους, άβυσσος του
Λόγου, γεννήτορας του Λόγου και προβολέας μέσω του Λόγου του
εκφαντορικού Πνεύματος. Και για να το πω με δυο λόγια, δεν υπάρχει για τον
Πατέρα λόγος, σοφία, δύναμη, θέληση, παρά μόνον ο Υιός του, ο οποίος
είναι η μοναδική δύναμη του Πατέρα, η πρώτη αιτία της δημιουργίας όλων.
Αυτός είναι και ονομάζεται Υιός, διότι σαν τέλεια υπόσταση γεννιέται όπως
αυτός γνωρίζει. Και το Άγιο Πνεύμα είναι η δύναμη του Πατέρα που
φανερώνει τα κρύφια της θεότητος· δεν γεννιέται αλλά εκπορεύεται μέσω του
Υιού από τον Πατέρα, όπως αυτός γνωρίζει· γι’ αυτό και το Άγιο Πνεύμα
τελειοποιεί τη δημιουργία του σύμπαντος.
Όσα, λοιπόν, αρμόζουν στον Πατέρα που είναι ο αίτιος, η πηγή και ο
γεννήτορας, πρέπει να τα αποδίδουμε μόνο στον Πατέρα· όσα αρμόζουν
στο αποτέλεσμα της αιτίας, στο γεννητό Υιό, Λόγο, δύναμη προκαταρκτική,
θέληση και σοφία, να τ’ αποδίδουμε στον Υιό· όσα επίσης ταιριάζουν στο
αποτέλεσμα της αιτίας, το εκπορευτό, εκφαντορικό και τελεσιουργό, να τ’
αποδίδουμε στο Άγιο Πνεύμα. Ο Πατέρας είναι η πηγή και αιτία του Υιού και
του Πνεύματος· είναι Πατέρας μόνον του Υιού και προβολέας του Αγίου
Πνεύματος. Ο Υιός είναι Υιός, Λόγος, σοφία και δύναμη,
εικόνα, κατοπτρισμός και τύπος του Πατέρα· προέρχεται από τον Πατέρα
και όχι από το Πνεύμα. Το Πνεύμα είναι το Άγιο Πνεύμα του Πατέρα, διότι
ο Πατέρας το εκπορεύει και διότι καμιά κίνηση δεν υπάρχει χωρίς το Πνεύμα·
το Πνεύμα είναι και του Υιού, όχι με την έννοια ότι εκπορεύεται απ’ αυτόν,
αλλά μέσω αυτού εκπορεύεται από τον Πατέρα· διότι μοναδικός αίτιος είναι
ο Πατέρας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 13. Περὶ τόπου θεοῦ καὶ ὅτι μόνον τὸ θεῖον ἀπερίγραπτον
Τόπος ἐστὶ σωματικὸς πέρας τοῦ περιέχοντος, καθ᾿ ὃ περιέχεται τὸ
περιεχόμενον· οἷον ὁ ἀὴρ περιέχει, τό δέ σῶμα περιέχεται. Οὐχ ὅλος
ὁ περιέχων ἀὴρ τόπος ἐστὶ τοῦ περιεχομένου σώματος, ἀλλὰ τὸ
τέλος τοῦ περιέχοντος ἀέρος, τὸ ἐφαπτόμενον τοῦ περιεχομένου
σώματος. Πάντως δέ, ὅτι τὸ περιέχον οὐκ ἔστιν ἐν τῷ περιεχομένῳ.
Ἔστι δὲ καὶ νοητὸς τόπος, ἔνθα νοεῖται καὶ ἔστιν ἡ νοητὴ καὶ
ἀσώματος φύσις· ἔνθαπερ πάρεστι καὶ ἐνεργεῖ καὶ οὐ σωματικῶς
περιέχεται ἀλλὰ νοητῶς· οὐ γὰρ ἔχει σχῆμα, ἵνα σωματικῶς
περισχεθῇ.
Ὁ μὲν οὖν Θεὸς ἄυλος ὢν καὶ ἀπερίγραπτος ἐν τόπῳ οὐκ ἔστιν·
αὐτὸς γὰρ ἑαυτοῦ τόπος ἐστὶ, τὰ πάντα πληρῶν καὶ ὑπὲρ τὰ πάντα
ὢν καὶ αὐτὸς συνέχων τὰ πάντα. Λέγεται δὲ ἐν τόπῳ εἶναι. Καὶ
λέγεται τόπος Θεοῦ, ἔνθα ἔκδηλος ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ γίνεται. Αὐτὸς
μὲν γὰρ διὰ πάντων ἀμιγῶς διήκει καὶ πᾶσι μεταδίδωσι τῆς ἑαυτοῦ
ἐνεργείας κατὰ τὴν ἑκάστου ἐπιτηδειότητα καὶ δεκτικὴν δύναμιν,
φημὶ δὴ τήν τε φυσικὴν καὶ προαιρετικὴν καθαρότητα· καθαρώτερα
γὰρ τὰ ἄυλα τῶν ὑλικῶν καὶ τὰ ἐνάρετα τῶν κακίᾳ συνεζευγμένων.
Λέγεται τοιγαροῦν Θεοῦ τόπος ὁ πλέον μετέχων τῆς ἐνεργείας καὶ
τῆς χάριτος αὐτοῦ.
Διὰ τοῦτο ὁ οὐρανὸς αὐτοῦ θρόνος –ἐν αὐτῷ γάρ εἰσιν οἱ ποιοῦντες
τὸ θέλημα αὐτοῦ ἄγγελοι καὶ ἀεὶ δοξάζοντες αὐτόν· αὕτη γὰρ αὐτῷ
ἀνάπαυσις– καὶ ἡ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ –ἐν αὐτῇ γὰρ διὰ
σαρκὸς τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη–. Ποὺς δὲ τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία
σὰρξ αὐτοῦ διαφόρως ὠνόμασται. Λέγεται καὶ ἡ Ἐκκλησία τόπος
Θεοῦ· τοῦτον γὰρ εἰς δοξολογίαν αὐτοῦ ὥσπερ τι τέμενος
ἀφωρίσαμεν, ἐν ᾧ καὶ τὰς πρὸς αὐτὸν ἐντεύξεις ποιούμεθα. Ὁμοίως
καὶ οἱ τόποι, ἐν οἷς ἔκδηλος ἡμῖν ἡ αὐτοῦ ἐνέργεια εἴτε διὰ σαρκὸς
εἴτε ἄνευ σώματος γέγονε, τόποι Θεοῦ λέγονται.
Ἰστέον δέ, ὅτι τὸ θεῖον ἀμερές ἐστιν, ὅλον ὁλικῶς πανταχοῦ ὂν καὶ
οὐ μέρος ἐν μέρει σωματικῶς διαιρούμενον, ἀλλ᾿ ὅλον ἐν πᾶσι καὶ
ὅλον ὑπὲρ τὸ πᾶν.
Περί τόπου ἀγγέλου καί τῆς ψυχῆς καί περί τοῦ ἀπεριγράπτου.
Ὁ δὲ ἄγγελος σωματικῶς μὲν ἐν τόπῳ οὐ περιέχεται ὥστε
τυποῦσθαι καὶ σχηματίζεσθαι, ὅμως λέγεται εἶναι ἐν τόπῳ διὰ τὸ
παρεῖναι νοητῶς καὶ ἐνεργεῖν κατὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν καὶ μὴ εἶναι
ἀλλαχοῦ, ἀλλ᾿ ἐκεῖσε νοητῶς περιγράφεσθαι, ἔνθα καὶ ἐνεργεῖ· οὐ
γὰρ δύναται κατὰ ταὐτὸν ἐν διαφόροις τόποις ἐνεργεῖν, μόνου γὰρ
Θεοῦ ἐστι τὸ πανταχοῦ κατὰ ταὐτὸν ἐνεργεῖν. Ὁ μὲν γὰρ ἄγγελος
τάχει φύσεως καὶ τῷ ἑτοίμως, ἤγουν ταχέως, μεταβαίνειν ἐνεργεῖ
ἐν διαφόροις τόποις, τὸ δὲ θεῖον πανταχῇ ὂν καὶ ὑπὲρ τὸ πᾶν κατὰ
ταὐτὸν διαφόρως ἐνεργεῖ μιᾷ καὶ ἁπλῇ ἐνεργείᾳ.
Ἡ δὲ ψυχὴ συνδέδεται τῷ σώματι ὅλη ὅλῳ καὶ οὐ μέρος μέρει καὶ οὐ
περιέχεται ὑπ᾿ αὐτοῦ, ἀλλὰ περιέχει αὐτό, ὥσπερ πῦρ σίδηρον, καὶ
ἐν αὐτῷ οὖσα τὰς οἰκείας ἐνεργείας ἐνεργεῖ. Περιγραπτόν μέν ἐστι
τὸ τόπῳ ἢ χρόνῳ ἢ καταλήψει περιλαμβανόμενον, ἀπερίγραπτον δὲ
τὸ μηδενὶ τούτων περιεχόμενον. Ἀπερίγραπτον μὲν οὖν μόνον ἐστὶ
τὸ θεῖον ἄναρχον ὂν καὶ ἀτελεύτητον καὶ πάντα περιέχον καὶ
μηδεμιᾷ καταλήψει περιεχόμενον· μόνον γάρ ἐστιν ἀκατάληπτον καὶ
ἀόριστον, ὑπ᾿ οὐδενὸς γινωσκόμενον, αὐτὸ δὲ μόνον ἑαυτοῦ
θεωρητικόν. Ὁ δὲ ἄγγελος καὶ χρόνῳ περιγράφεται –ἤρξατο γὰρ
τοῦ εἶναι– καὶ τόπῳ, εἰ καὶ νοητῶς, ὡς προείπομεν, καὶ καταλήψει·
καὶ ἀλλήλων γὰρ τὴν φύσιν ἴσασι πως καὶ ὑπὸ κτίστου ὁρίζονται
τέλεον· τὰ δὲ σώματα καὶ ἀρχῇ καὶ τέλει καὶ τόπῳ σωματικῷ καὶ
καταλήψει.
Συλλογιμαῖα περί τοῦ Θεοῦ καί Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος καὶ τοῦ Λόγου καὶ τοῦ Πνεύματος.
Ἄτρεπτον παντελῶς τὸ θεῖον καὶ ἀναλλοίωτον· πάντα γὰρ τῇ
προγνώσει τὰ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν προώρισεν, ἕκαστον κατὰ τὸν ἴδιον καὶ
πρέποντα καιρὸν καὶ τόπον. Καὶ κατὰ τοῦτο «ὁ Πατὴρ οὐδένα
κρίνει, τὴν δὲ κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ»· ἔκρινε γὰρ ὁ Πατὴρ
δηλονότι καὶ ὁ Υἱὸς ὡς Θεὸς, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· αὐτὸς δὲ ὁ
Υἱὸς ὡς ἄνθρωπος σωματικῶς καταβήσεται καὶ καθιεῖται ἐπὶ θρόνου
δόξης –σώματος γὰρ περιγραπτοῦ ἡ κατάβασις καὶ ἡ καθέδρα– καὶ
κρινεῖ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ.
Πάντα ἀπέχει Θεοῦ, οὐ τόπῳ ἀλλὰ φύσει. Ἐπὶ ἡμῶν φρόνησις καὶ
σοφία καὶ βουλὴ ὡς ἕξις συμβαίνει καὶ ἀποχωρεῖ, οὐ μὴν ἐπὶ Θεοῦ.
Ἐπ᾿ αὐτοῦ γὰρ οὐδὲν γίνεται καὶ ἀπογίνεται· ἀναλλοίωτος γάρ ἐστι
καὶ ἄτρεπτος, καὶ οὐ χρὴ συμβεβηκὸς ἐπ᾿ αὐτοῦ λέγειν. Τὸ ἀγαθὸν
ὁ Θεὸς σύνδρομον ἔχει τῇ οὐσίᾳ.
Ὁ ἐπιθυμῶν ἀεὶ τοῦ Θεοῦ, οὗτος ὁρᾷ αὐτόν. Ἐν πᾶσι γάρ ἐστιν ὁ
Θεός· τοῦ γὰρ ὄντος ἐξῆπται τὰ ὄντα, καὶ οὐκ ἔστιν εἶναί τι, εἰ μὴ ἐν
τῷ ὄντι τὸ εἶναι ἔχοι, ὅτι πᾶσι μὲν ἐγκέκραται ὁ Θεὸς ὡς συνέχων
τὴν φύσιν, τῇ δὲ ἁγίᾳ αὐτοῦ σαρκὶ ὁ Θεὸς Λόγος καθ᾿ ὑπόστασιν
ἡνώθη καὶ κατεμίχθη ἀσυγχύτως πρὸς τὸ ἡμέτερον. Οὐδεὶς ὁρᾷ τὸν
Πατέρα εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα.
Βούλησις καὶ σοφία καὶ δύναμις ὁ Υἱός ἐστι τοῦ Πατρός· οὐ χρὴ γὰρ
λέγειν ἐπὶ Θεοῦ ποιότητα, ἵνα μὴ σύνθετον αὐτὸν εἴπωμεν ἐξ οὐσίας
καὶ ποιότητος. Ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρός ἐστι καὶ πάντα, ὅσα ἔχει, ἐξ
αὐτοῦ ἔχει. Διὸ οὐ δύναται ποιεῖν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ οὐδέν· οὐ γὰρ ἔχει
ἰδιάζουσαν ἐνέργειαν παρὰ τὸν Πατέρα.
Ὅτι φύσει ἀόρατος ὁ Θεός, ὁρατὸς ταῖς ἐνεργείαις γίνεται, ἐκ τῆς
τοῦ κόσμου συστάσεως καὶ κυβερνήσεως γινωσκόμενος.
Εἰκὼν τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱός, καὶ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, δι᾿ οὗ ὁ Χριστὸς
ἐνοικῶν ἀνθρώπῳ δίδωσιν αὐτῷ τὸ κατ᾿ εἰκόνα.
Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μέσον ἀγεννήτου καὶ γεννητοῦ καὶ δι᾿
Υἱοῦ τῷ Πατρὶ συναπτόμενον· Πνεῦμα Θεοῦ λέγεται, Πνεῦμα
Χριστοῦ, νοῦς Χριστοῦ, Πνεῦμα Κυρίου, αὐτοκύριος, Πνεῦμα
υἱοθεσίας, ἀληθείας, ἐλευθερίας, σοφίας (καὶ γὰρ ποιητικὸν τούτων
ἁπάντων)· πάντα τῇ οὐσίᾳ πληροῦν, πάντα συνέχον, πληρωτικὸν
κόσμου κατὰ τὴν οὐσίαν, ἀχώρητον κόσμῳ κατὰ τὴν δύναμιν.
Θεός ἐστιν ἀΐδιος οὐσία καὶ ἀπαράλλακτος, δημιουργικὴ τῶν ὄντων,
εὐσεβεῖ συνειδήσει προσκυνουμένη.
Θεὸς καὶ Πατὴρ ὁ ὢν ἀεὶ ἀγέννητος, ὡς μὴ ἔκ τινος γεννηθείς,
γεννήσας δὲ Υἱὸν συναΐδιον. Θεὸς ἐστιν καὶ ὁ Υἱός, ὁ ὢν ἀεὶ σὺν τῷ
Πατρί, ἀχρόνως καὶ ἀιδίως καὶ ἀρρεύστως καὶ ἀπαθῶς καὶ
ἀδιαστάτως ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένος. Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιόν ἐστι,
δύναμις ἁγιαστική, ἐνυπόστατος, ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀδιαστάτως
ἐκπορευομένη καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυομένη, ὁμοούσιος Πατρὶ καὶ Υἱῷ.
Λόγος ἐστὶν ὁ οὐσιωδῶς τῷ Πατρὶ ἀεὶ συμπαρών. Λόγος πάλιν ἐστὶ
καὶ ἡ φυσικὴ τοῦ νοῦ κίνησις, καθ᾿ ἣν κινεῖται καὶ νοεῖ καὶ λογίζεται
οἱονεὶ φῶς αὐτοῦ ὢν καὶ ἀπαύγασμα. Λόγος πάλιν ἐστὶν ὁ
ἐνδιάθετος, ὁ ἐν καρδίᾳ λαλούμενος. Καὶ πάλιν λόγος ἐστὶν ἄγγελος
νοήματος. Ὁ μὲν οὖν Θεὸς Λόγος οὐσιώδης τέ ἐστι καὶ ἐνυπόστατος,
οἱ δὲ λοιποὶ τρεῖς λόγοι δυνάμεις εἰσὶ τῆς ψυχῆς οὐκ ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει
θεωρούμενοι· ὧν ὁ μὲν πρῶτος τοῦ νοῦ φυσικόν ἐστι γέννημα ἐξ
αὐτοῦ ἀεὶ φυσικῶς πηγαζόμενον, ὁ δεύτερος δὲ λέγεται ἐνδιάθετος,
ὁ δὲ τρίτος προφορικός.
Τὸ πνεῦμα νοεῖται πολλαχῶς· Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Λέγονται δὲ καὶ αἱ
δυνάμεις τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου πνεύματα· πνεῦμα καὶ ὁ ἄγγελος
ὁ ἀγαθός· πνεῦμα καὶ ὁ δαίμων· πνεῦμα καὶ ἡ ψυχή· ἔστι δέ, ὅτε καὶ ὁ
νοῦς πνεῦμα λέγεται· πνεῦμα καὶ ὁ ἄνεμος· πνεῦμα καὶ ὁ ἀήρ.
Για τον τόπο του Θεού και ότι το θείο είναι απεριόριστο
Ο τόπος του σώματος είναι τα όρια αυτού που το περιέχει ως περιεχόμενο·
για παράδειγμα, ο αέρας περιέχει, ενώ το σώμα περιέχεται. Όλος ο αέρας που
περιέχει δεν είναι ο τόπος του σώματος που περιέχεται, αλλά τα όρια του
περιέχοντος αέρα τα οποία αγγίζουν το περιεχόμενο σώμα. Γενικά ισχύει,
αυτό που περιέχει να μη βρίσκεται μέσα στο περιεχόμενο.
Υπάρχει βέβαια και νοητός τόπος, όπου βρίσκεται ο νους και η νοητή και
ασώματη φύση· είναι παρούσα εκεί και ενεργεί, χωρίς να περιέχεται σωματικά
αλλά νοητά· διότι δεν έχει σχήμα, για να περιληφθεί σωματικά.
Ο Θεός, λοιπόν, που είναι άϋλος και απερίγραπτος, δεν βρίσκεται σε τόπο·
διότι ο ίδιος είναι τόπος του εαυτού του, αφού γεμίζει τα πάντα και είναι
πάνω απ’ όλα και όλα τα συνέχει. Λέγεται βέβαια ότι βρίσκεται σε τόπο. Και
ονομάζεται τόπος Θεού εκείνος όπου αποκαλύπτεται η ενέργειά του. Διότι ο
ίδιος χωρίς ανάμειξη διέρχεται μέσω όλων και μεταδίδει σ’ όλα την ενέργειά
του, ανάλογα με την καταλληλότητα και την δεκτική ικανότητα του καθένα·
εννοώ την καθαρότητα της φύσεως και της προαιρέσεως· καθώς είναι πιο
καθαρά τα άϋλα από τα υλικά και τα ενάρετα από τα προσκολλημένα στην
κακία. Γι’ αυτό, λοιπόν, τόπος Θεού ονομάζεται εκείνος που μετέχει
περισσότερο στην ενέργεια και τη χάρη Του.
Γι’ αυτό το λόγο ο ουρανός είναι ο θρόνος του –διότι σ’ αυτόν βρίσκονται
οι άγγελοι που κάνουν το θέλημά του και τον δοξάζουν ασταμάτητα· η
δοξολογία αυτή είναι η ξεκούρασή του–. Και η γη είναι το υποπόδιο των
ποδιών του –διότι σ’ αυτήν έζησε με την ανθρώπινη σάρκα ανάμεσα στους
ανθρώπους–· καθώς η αγία σάρκα του λέγεται με άλλη ονομασία πόδι του
Θεού. Αλλά και η Εκκλησία λέγεται τόπος του Θεού. Γιατί την προσφέραμε
σαν ιερό τόπο για να τον δοξολογούμε· εκεί προσευχόμαστε στο Θεό. Επίσης,
λέγονται τόποι του Θεού και οι τόποι εκείνοι όπου φανερώθηκε η ενέργειά
του, είτε ένσαρκη είτε άσαρκη.
Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι το θείο είναι αδιαίρετο· όλο βρίσκεται
καθ’ ολοκληρία παντού. Δεν διαιρείται σε μέρη, όπως τα σώματα, αλλά όλο
βρίσκεται σε όλα και πάνω απ’ όλα.
Για τον τόπο του αγγέλου και της ψυχής, και για το απερίγραπτο.
Ο άγγελος πάλι δεν περιορίζεται σ’ ένα τόπο όπως τα σώματα, ώστε να
παίρνει μορφή και σχήμα. Λέγεται όμως ότι βρίσκεται στο χώρο, επειδή είναι
παρών νοητά και ενεργεί σ’ εκείνο το χώρο και δεν βρίσκεται και αλλού·
περιορίζεται νοητά εκεί όπου και ενεργεί. Δεν μπορεί ταυτόχρονα να ενεργεί
σε διαφορετικούς τόπους, διότι μόνον ο Θεός είναι πανταχού παρών και
ενεργεί ταυτόχρονα. Ο άγγελος, δηλαδή, εξαιτίας της φύσεως και της
ετοιμότητός του, πολύ γρήγορα μεταβαίνει και ενεργεί σε διαφορετικούς
τόπους· ενώ ο Θεός είναι πανταχού παρών και πάνω απ’ όλα, και με μια και
απλή ενέργειά του ενεργεί συγχρόνως με διαφορετικούς τρόπους.
Η ψυχή πάλι έχει συνδεθεί ολόκληρη με όλο το σώμα, και όχι ένα μέρος της
μ’ ένα μέρος του·
δεν περιέχεται σ’ αυτό αλλά το περιέχει, όπως η φωτιά το
σίδερο· όντας μέσα στο σώμα ενεργεί σύμφωνα με τη φύση της. Αυτό βέβαια
που περιλαμβάνεται στον τόπο, το χρόνο ή την αντίληψη είναι περιορισμένο,
ενώ εκείνο που κανένα απ’ αυτά δεν το περιέχει είναι απεριόριστο.
Απεριόριστο,
λοιπόν, είναι μόνο το θείο, επειδή είναι χωρίς αρχή και τέλος
και τα περιέχει όλα, χωρίς νά περιέχεται από κανένα. Διότι μόνο αυτό είναι
ακατάληπτο και απροσδιόριστο· κανένα δεν το γνωρίζει, και μόνον αυτό
γνωρίζει τον εαυτό του. Ο άγγελος όμως και περιορίζεται από το χρόνο
–καθώς έχει αρχή υπάρξεως– και από τον τόπο, αν και περιορίζεται νοητά,
όπως είπαμε παραπάνω, και με την αντίληψη περιορίζεται. Ο ένας μάλιστα
γνωρίζει κάπως τη φύση του άλλου, ενώ ο δημιουργός τους τα προσδιορίζει
πλήρως. Τα σώματα πάλι περιορίζονται από την αρχή και το τέλος τους, από
το χώρο που
καταλαμβάνουν, και από την αντίληψη.
Συλλογή χωρίων για το Θεό, δηλαδή για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο
Πνεύμα και σχετικά με το Λόγο και το Πνεύμα.
Το θείο είναι τελείως αμετάβλητο και αναλλοίωτο· διότι όλα αυτά που δεν
εξαρτώνται από μας τα αποφάσισε προηγουμένως με τη πρόγνωσή του, το
καθένα στον ιδιαίτερο και κατάλληλο καιρό και τόπο. Και σύμφωνα μ’ αυτό,
«ο Πατέρας δεν κρίνει κανέναν, αλλά έδωσε όλη τη κρίση στην εξουσία του
Υιού»· διότι είναι φανερό ότι η κρίση ανήκε στον Πατέρα και τον Υιό ως Θεό
και στο Άγιο Πνεύμα. Ο ίδιος μάλιστα ο Υιός θα κατέβει στη γη, ως άνθρωπος
με σώμα, και θα καθίσει σε ένδοξο θρόνο – η κατάβαση και ο θρόνος αφορούν
περιορισμένο σώμα– και από κει θα κρίνει όλη την οικουμένη με δικαιοσύνη.
Όλα απέχουν από το Θεό, όχι τοπικά, αλλά από τη φύση τους. Σε μας η
σύνεση, η σοφία και η σκέψη υπάρχουν και μας εγκαταλείπουν ως συνήθεια·
δεν συμβαίνει όμως έτσι με το Θεό. Γι’ Αυτόν, τίποτε δεν γίνεται και τίποτε
δεν χάνεται· διότι είναι αναλλοίωτος και αμετάβλητος, και δεν πρέπει να του
αποδίδουμε κάποιο συμβάν. Ο Θεός έχει συνυφασμένο στην ουσία του το αγαθό.
Όποιος επιθυμεί διαρκώς το Θεό, αυτός τον βλέπει. Διότι ο Θεός υπάρχει σε
όλα· καθόσον τα κτίσματα εξαρτώνται από το Θεό που υπάρχει, και δεν είναι
δυνατόν να υπάρχει κάτι, εάν δεν εξαρτά την ύπαρξή του από το Θεό. Ο
Θεός αναμειγνύεται με όλα, διότι συγκρατεί τη φύση τους·
και μάλιστα ο Θεός Λόγος ενώθηκε με την αγία σάρκα του υποστατικά
και αναμίχθηκε χωρίς συγχώνευση με τη δική μας φύση. Κανείς δεν βλέπει
τον Πατέρα παρά μόνον ο Υιός και το Πνεύμα.
Ο Υιός είναι η βούληση, η σοφία και η δύναμη του Πατέρα. Και δεν πρέπει
ν’ αποδίδουμε στο Θεό ποιότητα, για να μην τον θεωρήσουμε σύνθετο, από
ουσία και ποιότητα. Ο Υιός προέρχεται από τον Πατέρα, και όλα, όσα έχει, τα
έχει απ’ αυτόν. Γι’ αυτό και δεν κάνει τίποτε από μόνος του· δεν έχει
ιδιαίτερη ενέργεια απ’ αυτήν του Πατέρα.
Ο Θεός είναι από τη φύση του αόρατος και γίνεται ορατός με τις ενέργειές
του· αυτό το γνωρίζουμε από την κατασκευή και διακυβέρνηση του κόσμου.
Ο Υιός είναι εικόνα του Πατέρα, το Πνεύμα του Υιού· όταν ο Χριστός με το
Πνεύμα κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, του δίνει το κατ’ εικόνα.
Το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός, ενδιάμεσο του αγέννητου και του γεννητού·
συνάπτεται με τον Πατέρα μέσω του Υιού. Λέγεται Πνεύμα Θεού, Πνεύμα
Χριστού, νους Χριστού, Πνεύμα Κυρίου, Αυτοκύριος, Πνεύμα υιοθεσίας,
αλήθειας, ελευθερίας, σοφίας (διότι τα δημιουργεί όλα αυτά). Είναι Πνεύμα
που τα γεμίζει όλα με την ουσία του, όλα τα συνέχει, που μπορεί να γεμίσει
τον κόσμο με την ουσία του, αλλά στη δύναμή του δεν χωρά στον κόσμο.
Ο Θεός είναι ουσία αιώνια και αμετάβλητη, δημιουργός των όντων· Τον
προσκυνάμε με αισθήματα ευσεβείας.
Θεός είναι και ο Πατέρας, ο οποίος είναι αιώνια αγέννητος· διότι δεν προήλθε
από κάποιον, αλλά γέννησε τον Υιό συναιώνιο. Θεός είναι και ο Υιός, που
είναι πάντα με τον Πατέρα και γεννήθηκε απ’ Αυτόν εκτός χρόνου, χωρίς
μεταβολή ή πάθος ή χωρισμό απ’ Αυτόν. Θεός είναι και το Άγιο Πνεύμα,
αγιαστική δύναμη, ενυπόστατη, που εκπορεύεται από τον Πατέρα χωρίς ν’
απομακρύνεται απ’ Αυτόν· αναπαύεται στον Υιό και έχει την ίδια ουσία με
τον Πατέρα και τον Υιό.
Ο Λόγος είναι αυτός που βρίσκεται πάντοτε κατ’ ουσίαν με τον Πατέρα.
Λόγος, επίσης, είναι η φυσική κίνηση του νου, σύμφωνα με την οποία
κινείται, σκέφτεται και συλλογίζεται, σαν να είναι το φως και η λάμψη του.
Λόγος είναι ακόμη ο ενδιάθετος, που λαλείται μέσα στην καρδιά. Τέλος,
λόγος είναι αυτός που μεταδίδει τη σκέψη. Συμπερασματικά, ο Θεός Λόγος
έχει ουσία και υπόσταση, ενώ οι υπόλοιποι τρεις λόγοι αποτελούν δυνάμεις
της ψυχής, χωρίς να έχουν ιδιαίτερη υπόσταση. Απ’ αυτούς, ο πρώτος είναι
γέννημα του νου και προέρχεται από τη φύση του, ο δεύτερος λέγεται
ενδιάθετος και ο τρίτος προφορικός.
Η λέξη πνεύμα έχει πολλές σημασίες. Σημαίνει το Άγιο Πνεύμα. Πνεύματα
λέγονται και οι δυνάμεις του Αγίου Πνεύματος· πνεύμα ακόμη είναι και ο
αγαθός άγγελος· πνεύμα είναι και ο διάβολος· πνεύμα και η ψυχή· κάποτε
πνεύμα λέγεται και ο νους· πνεύμα είναι και ο άνεμος και ο αέρας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 14. Τὰ ἰδιώματα τῆς θείας φύσεως
Τὸ ἄκτιστον, τὸ ἄναρχον, τὸ ἀθάνατον καὶ ἀπέραντον καὶ αἰώνιον,
τὸ ἄυλον, τὸ ἀγαθόν, τὸ δημιουργικόν, τὸ δίκαιον, τὸ φωτιστικόν,
τὸ ἄτρεπτον, τὸ ἀπαθές, τὸ ἀπερίγραπτον, τὸ ἀχώρητον,
τὸ ἀπεριόριστον, τὸ ἀόριστον, τὸ ἀσώματον, τὸ ἀόρατον,
τὸ ἀπερινόητον, τὸ ἀνενδεές, τὸ αὐτοκρατὲς καὶ αὐτεξούσιον,
τὸ παντοκρατορικόν, τὸ ζωοδοτικόν, τὸ παντοδύναμον,
τὸ ἀπειροδύναμον, τὸ ἁγιαστικὸν καὶ μεταδοτικόν, τὸ περιέχειν καὶ
συνέχειν τὰ σύμπαντα καὶ πάντων προνοεῖσθαι· πάντα ταῦτα καὶ
τοιαῦτα φύσει ἔχει οὐκ ἄλλοθεν εἰληφυῖα, ἀλλ᾿ αὐτὴ μεταδιδοῦσα
παντὸς ἀγαθοῦ τοῖς οἰκείοις ποιήμασι κατὰ τὴν ἑκάστου δεκτικὴν
δύναμιν.
Ἡ ἐν ἀλλήλαις τῶν ὑποστάσεων μονή τε καὶ ἵδρυσις· ἀδιάστατοι γὰρ
αὗται καὶ ἀνεκφοίτητοι ἀλλήλων εἰσὶν, ἀσύγχυτον ἔχουσαι τὴν ἐν
ἀλλήλαις περιχώρησιν, οὐχ ὥστε συναλείφεσθαι ἢ συγχεῖσθαι, ἀλλ᾿
ὥστε ἔχεσθαι ἀλλήλων. Υἱὸς γὰρ ἐν Πατρὶ καὶ Πνεύματι, καὶ
Πνεῦμα ἐν Πατρὶ καὶ Υἱῷ, καὶ Πατὴρ ἐν Υἱῷ καὶ Πνεύματι, μηδεμιᾶς
γινομένης συναλοιφῆς ἢ συμφύρσεως ἢ συγχύσεως. Καὶ τὸ ἓν καὶ
ταὐτὸν τῆς κινήσεως· ἓν γὰρ ἔξαλμα καὶ μία κίνησις τῶν τριῶν
ὑποστάσεων, ὅπερ ἐπὶ τῆς κτιστῆς φύσεως θεωρηθῆναι ἀδύνατον.
Καὶ ὅτι ἡ θεία ἔλλαμψις καὶ ἐνέργεια μία οὖσα καὶ ἁπλῆ καὶ ἀμερὴς
καὶ ἀγαθοειδῶς ἐν τοῖς μεριστοῖς ποικιλλομένη καὶ τούτοις πᾶσι τὰ
τῆς οἰκείας φύσεως συστατικὰ νέμουσα μένει ἁπλῆ, πληθυνομένη μὲν
ἐν τοῖς μεριστοῖς ἀμερίστως καὶ τὰ μεριστὰ πρὸς τὴν ἑαυτῆς
ἁπλότητα συνάγουσα καὶ ἐπιστρέφουσα –πάντα γὰρ αὐτῆς ἐφίεται
καὶ ἐν αὐτῇ ἔχει τὴν ὕπαρξιν–· καὶ αὐτὴ τοῖς πᾶσι τὸ εἶναι καθὼς ἔχει
φύσεως μεταδίδωσι· καὶ αὐτή ἐστι τῶν ὄντων τὸ εἶναι καὶ τῶν
ζώντων ἡ ζωὴ καὶ τῶν λογικῶς ὄντων ὁ λόγος καὶ τῶν νοερῶς
ὄντων ἡ νόησις, αὐτὴ ὑπὲρ νοῦν οὖσα καὶ ὑπὲρ λόγον καὶ ὑπὲρ ζωὴν
καὶ ὑπὲρ οὐσίαν.
Ἔτι δὲ καὶ τὸ διὰ πάντων διήκειν ἀμιγῶς, δι᾿ αὑτῆς δὲ οὐδέν. Ἔτι καὶ
τὸ ἁπλῇ γνώσει γινώσκειν τὰ πάντα καὶ πάντα τῷ θείῳ καὶ
παντεποπτικῷ καὶ ἀΰλῳ αὐτῆς ὄμματι ἁπλῶς καθορᾶν, τά τε
ἐνεστῶτα τά τε παρεληλυθότα καὶ τὰ μέλλοντα πρὶν γενέσεως
αὐτῶν· τὸ ἀναμάρτητον καὶ ἀφιέναι ἁμαρτίας καὶ σῴζειν· καὶ ὅτι
πάντα μέν, ὅσα θέλει, δύναται, οὐχ ὅσα δὲ δύναται, θέλει· δύναται
γὰρ ἀπολέσαι τὸν κόσμον, οὐ θέλει δέ.
Τα ιδιώματα της θείας φύσεως.
Ιδιώματα της θείας φύσεως είναι το άκτιστο, το άναρχο, το άφθαρτο, το
αθάνατο, άπειρο και αιώνιο, το αγαθό, το δημιουργικό, το δίκαιο, το
φωτιστικό, το αμετάβλητο, το απαθές, το απερίγραπτο, το αχώρητο,
το απεριόριστο, το αόριστο, το ασώματο, το αόρατο, το ακατανόητο,
η ιδιότητα να μην έχει καμία ανάγκη, το αυτοκυριαρχικό και αυτεξούσιο,
το εξουσιαστικό του σύμπαντος, το ζωοποιό, το παντοδύναμο,
το απειροδύναμο, το αγιαστικό και μεταδοτικό, η ιδιότητα να περιέχει και
συγκρατεί τα σύμπαντα και να προνοεί για όλα. Όλα αυτά και τα παρόμοια
η θεότητα τα έχει από τη φύση της, χωρίς να τα έχει λάβει από αλλού.
Απεναντίας, η ίδια η θεότητα μεταδίδει κάθε αγαθό στα δημιουργήματά της,
ανάλογα με τη δεκτική ικανότητα του καθένα.
Ιδίωμα της θεότητος είναι η αμοιβαία παραμονή και διαμονή των θείων
υποστάσεων· διότι είναι αχώριστες μεταξύ τους χωρίς να λείπει η μία από την
άλλη· έχουν την αλληλοπεριχώρησή τους
ασύγχυτη, ώστε ούτε να
συγχωνεύονται ούτε να συγχέονται, αλλά να είναι σε αρμονία μεταξύ τους. Ο
Υιός δηλαδή είναι με τον Πατέρα και το Πνεύμα, το Πνεύμα με τον Πατέρα
και τον Υιό και ο Πατέρας με τον Υιό και το Πνεύμα, χωρίς να συμβαίνει
καμιά συγχώνευση ή ανάμειξη ή σύγχυση. Ιδίωμα της θεότητος επίσης είναι η
ενότητα και ταυτότητα της κινήσεως· γίνεται, δηλαδή, μία εξόρμηση και μία
κίνηση των τριών υποστάσεων, κάτι που δεν μπορεί να παρατηρηθεί στην
κτιστή φύση.
Και ακόμη, η θεία ακτινοβολία και ενέργεια είναι μία, απλή και αδιαίρετη·
προσφέρει πολλά αγαθά στα κτιστά που διαιρούνται· και, ενώ μοιράζει σ’ όλα
τα συστατικά της φύσεώς τους, η ίδια παραμένει απλή·
μοιράζει τον εαυτό της σε πολλά χωρίς να διαιρείται η ίδια· συγκεντρώνει και
επαναφέρει τα διαιρεμένα στη δική της απλότητα –διότι όλα τα όντα την
ποθούν και οφείλουν την ύπαρξή τους σ’ αυτήν–· και αυτή μεταδίδει σε όλα
την ύπαρξη ανάλογα με τη φύση τους· έτσι η θεότητα αποτελεί την ύπαρξη
για τα όντα, τη ζωή για τα ζωντανά, τη λογική για τα λογικά και το νου για
τα νοερά· η ίδια βέβαια είναι πέρα και πάνω από το νου, το λόγο, τη ζωή και
τη φύση.
Ιδίωμά της ακόμη είναι ότι περνά μέσα απ’ όλα τα όντα, ενώ απ’ αυτήν δεν
περνά κανένα ον. Επίσης, ότι γνωρίζει τα πάντα με απλή γνώση· όλα τα
βλέπει με απλό τρόπο, με το θείο, παντεποπτικό και άϋλο βλέμμα της· βλέπει
τα παρόντα, τα παρελθόντα και τα μέλλοντα προτού να συμβούν. Ιδίωμά της,
επίσης, είναι η αναμαρτησία, η συγχώρεση των αμαρτιών και η σωτηρία. Και
ακόμη, ότι μπορεί να πετύχει όλα όσα θέλει, αλλά δεν θέλει να κάνει όσα
μπορεί· μπορεί, για παράδειγμα, να καταστρέψει τον κόσμο, αλλά δεν το θέλει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 15. Περὶ αἰῶνος
Αὐτὸς τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν, ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων, πρὸς
ὅν φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καί ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ».
Καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Δι᾿ οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησε».
Χρὴ τοίνυν γινώσκειν, ὅτι τὸ τοῦ αἰῶνος ὄνομα πολύσημόν ἐστι·
πλεῖστα γὰρ σημαίνει. Αἰὼν γὰρ λέγεται καὶ ἡ ἑκάστου τῶν
ἀνθρώπων ζωή. Λέγεται πάλιν αἰὼν καὶ ὁ τῶν χιλίων ἐτῶν χρόνος.
Πάλιν λέγεται αἰὼν ὅλος ὁ παρὼν βίος, καὶ αἰὼν ὁ μέλλων, ὁ μετὰ
τὴν ἀνάστασιν, ὁ ἀτελεύτητος. Λέγεται πάλιν αἰὼν, οὐ χρόνος, οὐδὲ
χρόνου τι μέρος ἡλίου φορᾷ καὶ δρόμῳ μετρούμενον, ἤγουν δι᾿
ἡμερῶν καὶ νυκτῶν συνιστάμενον, ἀλλὰ τὸ συμπαρεκτεινόμενον τοῖς
ἀιδίοις οἷόν τι χρονικὸν κίνημα καὶ διάστημα. Ὅπερ γὰρ τοῖς ὑπὸ
χρόνον ὁ χρόνος, τοῦτο τοῖς ἀιδίοις ἐστὶν αἰών.
Λέγονται μὲν οὖν ἑπτὰ αἰῶνες τοῦ κόσμου τούτου, ἤγουν ἀπὸ τῆς
οὐρανοῦ καὶ γῆς κτίσεως μέχρι τῆς κοινῆς τῶν ἀνθρώπων
συντελείας τε καὶ ἀναστάσεως. Ἔστι μὲν γὰρ συντέλεια μερικὴ ὁ
ἑκάστου θάνατος· ἔστι δὲ καὶ κοινὴ καὶ παντελὴς συντέλεια, ὅτε
μέλλει ἡ κοινὴ γίνεσθαι τῶν ἀνθρώπων ἀνάστασις. Ὄγδοος δὲ αἰὼν
ὁ μέλλων.
Πρὸ δὲ τῆς τοῦ κόσμου συστάσεως, ὅτε οὐδὲ ἥλιος ἦν διαιρῶν ἡμέραν
ἀπὸ νυκτός, οὐκ ἦν αἰὼν μετρητός, ἀλλὰ τὸ συμπαρεκτεινόμενον
τοῖς ἀιδίοις, οἷόν τι χρονικὸν κίνημα καὶ διάστημα· καὶ κατὰ μὲν
τοῦτο εἷς αἰών ἐστι, καθὸ καὶ λέγεται ὁ Θεὸς αἰώνιος, ἀλλὰ καὶ
προαιώνιος. Καὶ αὐτὸν γὰρ τὸν αἰῶνα αὐτὸς ἐποίησε· μόνος γὰρ
ἄναρχος ὢν ὁ Θεὸς πάντων αὐτός ἐστι ποιητής, τῶν τε αἰώνων καὶ
πάντων τῶν ὄντων. Θεὸν δὲ εἰπὼν δῆλον, ὅτι τὸν Πατέρα λέγω καὶ
τὸν μονογενῆ αὐτοῦ Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τὸ
Πνεῦμα αὐτοῦ τὸ Πανάγιον, τὸν ἕνα Θεὸν ἡμῶν.
Λέγονται δὲ αἰῶνες αἰώνων, καθότι καὶ οἱ τοῦ παρόντος κόσμου
ἑπτὰ αἰῶνες πολλοὺς αἰῶνας, ἤγουν ζωὰς ἀνθρώπων περιέχουσι,
καὶ ὁ αἰὼν ὁ εἷς πάντων τῶν αἰώνων ἐστὶ περιεκτικός. Καὶ αἰὼν
αἰῶνος λέγεται ὁ νῦν καὶ ὁ μέλλων. Αἰώνιος δὲ ζωὴ καὶ αἰώνιος
κόλασις τὸ ἀτελεύτητον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος δηλοῖ. Οὐδὲ γὰρ
μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἡμέραις καὶ νυξὶν ὁ χρόνος ἀριθμηθήσεται· ἔσται
δὲ μᾶλλον μία ἡμέρα ἀνέσπερος, τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης τοῖς
δικαίοις φαιδρῶς ἐπιλάμποντος, τοῖς δὲ ἁμαρτωλοῖς νὺξ βαθεῖα
ἀπέραντος. Πῶς τοίνυν ὁ τῶν χιλίων ἐτῶν τῆς ὠριγενιαστικῆς
ἀποκαταστάσεως ἀριθμηθήσεται χρόνος; Πάντων οὖν τῶν αἰώνων
εἷς ποιητής ἐστιν, ὁ Θεὸς, ὁ καὶ τὰ σύμπαντα δημιουργήσας,
ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων.
Για τον αιώνα.
Αυτός, που υπάρχει πριν από το χρόνο, δημιούργησε τους αιώνες· προς
αυτόν λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Πριν από τους αιώνες και έως το τέλος τους
εσύ υπάρχεις». Και ο θείος απόστολος λέει: «Με Αυτόν δημιούργησε τους
αιώνες».
Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουμε ότι το όνομα του αιώνα είναι πολύσημο·
δηλαδή, έχει πολλές σημασίες. Αιώνας ονομάζεται η ζωή κάθε ανθρώπου·
επίσης, αιώνας λέγεται και ο χρόνος χιλίων ετών. Ακόμη αιώνα καλούμε
όλο τον παρόντα βίο, αλλά και την αιώνια μέλλουσα ζωή, που είναι μετά
την ανάσταση. Τέλος, αιώνας λέγεται όχι ο χρόνος, ούτε κάποιο διάστημα του
χρόνου που μετριέται με την κίνηση και την τροχιά του ήλιου, που
συνίσταται από ημερόνυχτα, αλλά η κίνηση και το διάστημα του χρόνου
που παρατείνεται μαζί με τα αιώνια. Ό,τι δηλαδή είναι ο χρόνος γι’ αυτά που
εξαρτώνται από το χρόνο, αυτό είναι ο αιώνας για τα αιώνια.
Αναφέρονται βέβαια επτά αιώνες αυτού του κόσμου, από τότε δηλαδή που
δημιουργήθηκε ο ουρανός και η γη μέχρι το κοινό τέλος και την κοινή
ανάσταση των ανθρώπων. Διότι υπάρχει και ατομικό τέλος, ο θάνατος του
κάθε ανθρώπου· υπάρχει επίσης και κοινό και γενικό τέλος, όταν θα γίνει
η κοινή ανάσταση όλων των ανθρώπων. Γι’ αυτό, όγδοος αιώνας είναι ο
μελλοντικός.
Πριν ακόμη από τη δημιουργία του κόσμου, όταν δεν υπήρχε ούτε ο ήλιος
που χωρίζει την ημέρα από τη νύχτα, δεν υπήρχε αιώνας που να μπορεί να
μετρηθεί, αλλά υπήρχε αυτό που παρατείνεται μαζί με τα αιώνια, σαν κάποια
κίνηση και διάστημα του χρόνου· και σύμφωνα μ’ αυτό
υπάρχει ένας αιώνας· γι’ αυτό και ο Θεός λέγεται αιώνιος αλλά και
προαιώνιος. Διότι ο ίδιος δημιούργησε και τον αιώνα. Επειδή ο Θεός είναι
ο μόνος άναρχος, είναι ο ίδιος δημιουργός όλων, και των αιώνων και όλων
των όντων. Όταν λέω «Θεό», είναι φανερό ότι εννοώ τον Πατέρα και το
μονογενή του Υιό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, και το Πανάγιο Πνεύμα του,
τον ένα Θεό μας.
Λέγονται επίσης «αιώνες αιώνων», επειδή οι επτά αιώνες του παρόντος
κόσμου περιλαμβάνουν πολλούς αιώνες, δηλαδή ζωές των ανθρώπων και
επειδή ο ένας αιώνας είναι περιεκτικός όλων των αιώνων. Και ονομάζεται
«αιώνας αιώνα» ο τωρινός και ο μελλοντικός αιώνας. Η φράση πάλι «αιώνια
ζωή» και «αιώνια κόλαση» δείχνει το ατελείωτο του μελλοντικού αιώνα.
Διότι, μετά την ανάσταση, ο χρόνος δεν θα αριθμείται με ημέρες και νύχτες·
θα είναι μάλλον μια ανέσπερη ημέρα, όπου ο ήλιος της δικαιοσύνης θα
καταλάμπει ευχάριστα τους δίκαιους, ενώ βαθειά και απέραντη νύχτα θα
ισχύει για τους αμαρτωλούς. Πώς, λοιπόν, θα μετρηθεί το χρονικό διάστημα
των χιλίων ετών για την αποκατάσταση που είπε ο Ωριγένης; Επομένως, ένας
δημιουργός υπάρχει για τους αιώνες, ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε και τα
σύμπαντα και υπάρχει προαιώνια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 16. Περὶ δημιουργίας
Ἐπεὶ οὖν ὁ ἀγαθὸς καὶ ὑπεράγαθος Θεὸς οὐκ ἠρκέσθη τῇ ἑαυτοῦ
θεωρίᾳ, ἀλλ᾿ ὑπερβολῇ ἀγαθότητος εὐδόκησε γενέσθαι τινὰ τὰ
εὐεργετηθησόμενα καὶ μεθέξοντα τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος, ἐκ τοῦ μὴ
ὄντος εἰς τὸ εἶναι παράγει καὶ δημιουργεῖ τὰ σύμπαντα, ἀόρατά τε
καὶ ὁρατά, καὶ τὸν ἐξ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου συγκείμενον ἄνθρωπον.
Κτίζει δὲ ἐννοῶν, καὶ τὸ ἐννόημα ἔργον ὑφίσταται Λόγῳ
συμπληρούμενον καὶ Πνεύματι τελειούμενον.
Για τη Δημιουργία
Επειδή, λοιπόν, ο αγαθός και υπεράγαθος Θεός δεν επαναπαύθηκε στη
θεωρία του εαυτού του, αλλά από υπερβολική αγαθότητα θέλησε να
δημιουργηθούν ορισμένα δημιουργήματα που θα ευεργετηθούν και θα
μετάσχουν στην αγαθότητα του· γι’ αυτό, παράγει και δημιουργεί
εκ του μηδενός τα σύμπαντα, ορατά και αόρατα· δημιουργεί, επίσης,
και τον άνθρωπο που αποτελείται και από ορατή και από αόρατη φύση.
Μόλις συλλαμβάνει την ιδέα, αυτόματα δημιουργεί· και η σκέψη του γίνεται
πράξη, που την ολοκληρώνει ο Λόγος και την τελειοποιεί το Πνεύμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 17. Περὶ ἀγγέλων
Αὐτὸς τῶν ἀγγέλων ἐστὶ ποιητὴς καὶ Δημιουργὸς, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος
εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν αὐτούς, κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα κτίσας αὐτοὺς
φύσιν ἀσώματον, οἷόν τι πνεῦμα ἤ πῦρ ἄυλον, ὥς φησιν ὁ θεῖος
Δαυίδ· «Ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς
λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα», τὸ κοῦφον καὶ διάπυρον καὶ
θερμὸν καὶ τομώτατον καὶ ὀξὺ περὶ τὴν θείαν ἔφεσίν τε καὶ
λειτουργίαν διαγράφων καὶ τὸ ἀνωφερὲς αὐτῶν καὶ πάσης ὑλικῆς
ἐννοίας ἀπηλλαγμένον.
Ἄγγελος τοίνυν ἐστὶν οὐσία νοερά, ἀεικίνητος, αὐτεξούσιος,
ἀσώματος, Θεῷ λειτουργοῦσα, κατὰ χάριν ἐν τῇ φύσει τὸ ἀθάνατον
εἰληφυῖα, ἧς οὐσίας τὸ εἶδος καὶ τὸν ὅρον μόνος ὁ Κτίστης ἐπίσταται.
Ἀσώματος δὲ λέγεται καὶ ἄυλος, ὅσον πρὸς ἡμᾶς· πᾶν γὰρ
συγκρινόμενον πρὸς Θεὸν τὸν μόνον ἀσύγκριτον παχύ τε καὶ ὑλικὸν
εὑρίσκεται· μόνον γὰρ ὄντως ἄυλον τὸ θεῖόν ἐστι καὶ ἀσώματον.
Ἔστι τοίνυν φύσις λογικὴ νοερά τε καὶ αὐτεξούσιος, τρεπτὴ κατὰ
γνώμην, ἤτοι ἐθελότρεπτος· πᾶν γὰρ κτιστὸν καὶ τρεπτόν, μόνον δὲ
τὸ ἄκτιστον ἄτρεπτον. Καί πᾶν λογικὸν αὐτεξούσιον. Ὡς μὲν οὖν
λογικὴ καὶ νοερὰ αὐτεξούσιός ἐστιν· ὡς δὲ κτιστὴ τρεπτή, ἔχουσα
ἐξουσίαν καὶ μένειν καὶ προκόπτειν ἐν τῷ ἀγαθῷ καὶ ἐπὶ τὸ χεῖρον
τρέπεσθαι.
Ἀνεπίδεκτος μετανοίας, ὅτι καὶ ἀσώματος· ὁ γὰρ ἄνθρωπος διὰ τὴν
τοῦ σώματος ἀσθένειαν τῆς μετανοίας ἔτυχεν. Ἀθάνατος οὐ φύσει,
ἀλλὰ χάριτι· πᾶν γὰρ τὸ ἀρξάμενον καὶ τελευτᾷ κατὰ φύσιν. Μόνος
δὲ ὁ Θεὸς ἀεὶ ὤν, μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ τὸ ἀεί· οὐχ ὑπὸ χρόνον γάρ,
ἀλλ᾿ ὑπὲρ χρόνον ὁ τῶν χρόνων ποιητής.
Φῶτα δεύτερα νοερὰ ἐκ τοῦ πρώτου καὶ ἀνάρχου φωτὸς τὸν
φωτισμὸν ἔχοντα, οὐ γλώσσης καὶ ἀκοῆς δεόμενα, ἀλλ᾿ ἄνευ λόγου
προφορικοῦ μεταδιδόντα ἀλλήλοις τὰ ἴδια νοήματα καὶ βουλήματα.
Διὰ τοῦ Λόγου τοίνυν ἐκτίσθησαν πάντες οἱ ἄγγελοι καὶ ὑπὸ τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ ἁγιασμοῦ ἐτελειώθησαν, κατ᾿ ἀναλογίαν
τῆς ἀξίας καὶ τῆς τάξεως τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος μετέχοντες.
Περιγραπτοί εἰσιν· ὅτε γάρ εἰσιν ἐν τῷ οὐρανῷ, οὔκ εἰσιν ἐν τῇ γῇ,
καὶ εἰς τὴν γῆν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποστελλόμενοι οὐκ ἐναπομένουσιν ἐν
τῷ οὐρανῷ. Οὐ περιορίζονται δὲ ὑπὸ τειχῶν καὶ θυρῶν καὶ
κλείθρων καὶ σφραγίδων· ἀόριστοι γάρ εἰσιν. Ἀορίστους δὲ λέγω,
οὐ γάρ, καθό εἰσιν, ἐπιφαίνονται τοῖς ἀξίοις, οἷς ὁ Θεὸς φαίνεσθαι
αὐτοὺς θελήσει, ἀλλ᾿ ἐν μετασχηματισμῷ, καθὼς δύνανται οἱ
ὁρῶντες ὁρᾶν. Ἀόριστον γάρ ἐστι φύσει καὶ κυρίως μόνον τὸ
ἄκτιστον· πᾶν γὰρ κτίσμα ὑπὸ τοῦ κτίσαντος αὐτὸ Θεοῦ ὁρίζεται.
Ἔξωθεν τῆς οὐσίας τὸν ἁγιασμὸν ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχοντες,
διὰ τῆς θείας χάριτος προφητεύοντες, μὴ γάμου χρῄζοντες,
ἐπειδήπερ μή εἰσι θνητοί.
Νόες δὲ ὄντες ἐν νοητοῖς καὶ τόποις εἰσίν, οὐ σωματικῶς
περιγραφόμενοι· οὐ γὰρ σωματικῶς κατὰ φύσιν σχηματίζονται, οὐδὲ
τριχῆ εἰσι διαστατοί, ἀλλὰ τῷ νοητῶς παρεῖναι καὶ ἐνεργεῖν, ἔνθα
ἂν προσταχθῶσι, καὶ μὴ δύνασθαι κατὰ ταὐτὸν ὧδε κἀκεῖσε εἶναι καὶ
ἐνεργεῖν.
Εἴτε ἴσοι κατ᾿ οὐσίαν εἴτε διαφέροντες ἀλλήλων, οὐκ ἴσμεν. Μόνος δὲ
ὁ ποιήσας αὐτοὺς Θεὸς ἐπίσταται, ὁ καὶ τὰ πάντα εἰδώς.
Διαφέροντες δὲ ἀλλήλων τῷ φωτισμῷ καὶ τῇ στάσει, εἴτε πρὸς τὸν
φωτισμὸν τὴν στάσιν ἔχοντες ἢ πρὸς τὴν στάσιν τοῦ φωτισμοῦ
μετέχοντες καὶ ἀλλήλους φωτίζοντες διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς τάξεως ἢ
φύσεως. Δῆλον δέ, ὡς οἱ ὑπερέχοντες τοῖς ὑποβεβηκόσι μεταδιδόασι
τοῦ τε φωτισμοῦ καὶ τῆς γνώσεως.
Ἰσχυροὶ καὶ ἕτοιμοι πρὸς τὴν τοῦ θείου θελήματος ἐκπλήρωσιν καὶ
πανταχοῦ εὐθέως εὑρισκόμενοι, ἔνθα ἂν ἡ θεία κελεύσῃ ἐπίνευσις,
τάχει φύσεως, καὶ φυλάττοντες τά μέρη τῆς γῆς, καὶ ἐθνῶν καὶ
τόπων προϊστάμενοι, καθὼς ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ ἐτάχθησαν, καὶ
τὰ καθ᾿ ἡμᾶς οἰκονομοῦντες καὶ βοηθοῦντες ἡμῖν. Πάντως δὲ ὅτι
κατὰ τὸ θεῖον θέλημά τε καὶ πρόσταγμα ὑπὲρ ἡμᾶς ὄντες ἀεί τε περὶ
Θεὸν ὑπάρχοντες.
Δυσκίνητοι πρὸς τὸ κακὸν ἀλλ᾿ οὐκ ἀκίνητοι, νῦν δὲ καὶ ἀκίνητοι,
οὐ φύσει, ἀλλὰ χάριτι καὶ τῇ τοῦ μόνου ἀγαθοῦ προσεδρείᾳ.
Ὁρῶντες Θεὸν κατὰ τὸ ἐφικτὸν αὐτοῖς καὶ ταύτην τροφὴν ἔχοντες.
Ὑπὲρ ἡμᾶς ὄντες ὡς ἀσώματοι, καὶ παντὸς σωματικοῦ πάθους
ἀπηλλαγμένοι, οὐ μὴν ἀπαθεῖς· μόνον γὰρ τὸ θεῖον ἀπαθές ἐστι.
Μετασχηματίζονται δέ, πρὸς ὅπερ ἂν ὁ Δεσπότης κελεύσῃ Θεός, καὶ
οὕτω τοῖς ἀνθρώποις ἐπιφαίνονται καὶ τὰ θεῖα αὐτοῖς
ἀποκαλύπτουσι μυστήρια.
Ἐν οὐρανῷ διατρίβουσι καὶ ἓν ἔργον ἔχουσιν ὑμνεῖν τὸν Θεὸν καὶ
λειτουργεῖν τῷ θείῳ αὐτοῦ θελήματι. Καθὼς δὲ ὁ ἁγιώτατος καὶ
ἱερώτατος καὶ θεολογικώτατός φησι Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης·
«Πᾶσα ἡ θεολογία, ἤγουν ἡ θεία Γραφὴ, τὰς οὐρανίους οὐσίας ἐννέα
κέκληκε»· ταύτας ὁ θεῖος ἱεροτελεστὴς εἰς τρεῖς ἀφορίζει τριαδικὰς
διακοσμήσεις. «Καὶ πρώτην μὲν εἶναί», φησι, «τὴν περὶ Θεὸν οὖσαν ἀεὶ
καὶ προσεχῶς καὶ ἀμέσως ἡνῶσθαι παραδεδομένην, τὴν τῶν
ἑξαπτερύγων Σεραφὶμ καὶ τῶν πολυομμάτων Χερουβὶμ καὶ τῶν
ἁγιωτάτων Θρόνων, δευτέραν δὲ τὴν τῶν Κυριοτήτων καὶ τῶν
Δυνάμεων καὶ τῶν Ἐξουσιῶν, τρίτην δὲ καὶ τελευταίαν τὴν τῶν
Ἀρχῶν καὶ Ἀρχαγγέλων καὶ Ἀγγέλων».
Τινὲς μὲν οὖν φασιν, ὅτι πρὸ πάσης κτίσεως ἐγένοντο, ὡς ὁ Θεολόγος
λέγει Γρηγόριος· «Πρῶτον μέν ἐννοεῖ τὰς ἀγγελικὰς δυνάμεις καὶ
οὐρανίους, καὶ τὸ ἐννόημα ἔργον ἦν». Ἕτεροι δέ, ὅτι μετὰ τὸ γενέσθαι
τὸν πρῶτον οὐρανόν. Ὅτι δὲ πρὸ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως,
πάντες ὁμολογοῦσιν. Ἐγὼ δὲ τῷ Θεολόγῳ Γρηγορίῳ συντίθεμαι·
ἔπρεπε γὰρ πρῶτον τὴν νοερὰν οὐσίαν κτισθῆναι καὶ οὕτω τὴν
αἰσθητὴν καὶ τότε ἐξ ἀμφοτέρων τὸν ἄνθρωπον.
Ὅσοι δέ φασι τοὺς ἀγγέλους δημιουργοὺς τῆς οἱασδήποτε οὐσίας,
οὗτοι στόμα εἰσὶ τοῦ πατρὸς αὐτῶν, τοῦ Διαβόλου· κτίσμα γὰρ
ὄντες οὔκ εἰσι δημιουργοί. Πάντων δὲ ποιητὴς καὶ προνοητὴς καὶ
συνοχεὺς ὁ Θεός ἐστιν, ὁ μόνος ἄκτιστος, ὁ ἐν Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ
Ἅγίῳ Πνεύματι ὑμνούμενός τε καὶ δοξαζόμενος.
Για τους αγγέλους.
Ο ίδιος είναι κτίστης και δημιουργός των αγγέλων, τους οποίους έφερε στην
ύπαρξη από το μηδέν, και τους έκαμε σύμφωνα με τη δική του εικόνα να
είναι ασώματη φύση, σαν κάποιος άνεμο ή άϋλη φωτιά, όπως το λέει ο θείος
Δαβίδ: «Αυτός που κάνει τους αγγέλους ασώματα πνεύματα και τους
λειτουργούς του σαν φλόγα φωτιάς»· έτσι περιγράφει την ευκινησία, τη
φλογερότητα, τη θερμότητα, τη διεισδυτικότητα και την ταχύτητά τους στον
πόθο και τη διακονία του Θεού, καθώς και την προσήλωσή τους προς τα άνω
και την απομάκρυνση από κάθε υλική φροντίδα.
Ο άγγελος, λοιπόν, είναι νοερή ουσία, αεικίνητη, αυτεξούσια, ασώματη, που
διακονεί το Θεό και έλαβε κατά χάριν στη φύση της την αθανασία· τη μορφή
και την κατάσταση αυτής της υπάρξεως μόνον ο δημιουργός της γνωρίζει.
Σε σχέση με μας είναι ασώματη και άϋλη· αλλά, κάθε τι που συγκρίνεται
με τον μόνο ασύγκριτο Θεό είναι παχύ και υλικό· διότι, μόνο το θείο
είναι όντως άϋλο και ασώματο.
Ο άγγελος, λοιπόν, είναι φύση λογική, νοερή και αυτεξούσια, μεταβλητή στην
προαίρεση, δηλαδή στη θέληση· διότι κάθε κτιστό είναι και μεταβλητό, ενώ
μόνο το άκτιστο είναι αμετάβλητο. Κάθε λογικό επίσης είναι και αυτεξούσιο.
(Ο άγγελος), λοιπόν, σαν λογική και νοερή φύση είναι αυτεξούσιος· σαν
κτιστή φύση είναι μεταβλητή, έχοντας τη δυνατότητα και να διατηρείται και
να προοδεύει στο αγαθό αλλά και να πηγαίνει προς το χειρότερο.
(Ο άγγελος) δεν έχει τη δυνατότητα να μετανοήσει, διότι είναι και ασώματος.
Αντίθετα ο άνθρωπος, εξαιτίας της αδυναμίας του σώματός του, μπορεί να
μετανοήσει. Είναι αθάνατος κατά χάριν και όχι από τη φύση του· διότι ό,τι
έχει αρχή έχει και τέλος, σύμφωνα με τους νόμους της φύσεως. Και μόνον ο
Θεός είναι αιώνιος και μάλιστα πέρα από τους αιώνες· διότι ο δημιουργός
του χρόνου δεν εξαρτάται από το χρόνο, αλλά τον υπερβαίνει.
(Οι άγγελοι) είναι δεύτερα νοερά φώτα, τα οποία δέχονται το φωτισμό από το
πρώτο και άναρχο φως· δεν έχουν γλώσσα και ακοή, αλλά μεταδίδουν
μεταξύ τους τις σκέψεις και τις αποφάσεις τους χωρίς προφορικό λόγο.
Ο Λόγος δημιούργησε όλους τους αγγέλους και το Άγιο Πνεύμα με τον
αγιασμό του τους τελειοποίησε· μετέχουν στο φωτισμό και τη χάρη αναλογικά
με την αξία και το τάγμα τους.
Ο χώρος τους περιορίζει· διότι όταν είναι στον ουρανό, δεν βρίσκονται στη
γη· κι όταν ο Θεός τους αποστέλλει στη γη, δεν παραμένουν στον ουρανό.
Βέβαια, τα τείχη, οι πόρτες, οι κλειδαριές και τα λουκέτα δεν τους
περιορίζουν· διότι είναι ακαθόριστοι. Και λέγοντας «ακαθόριστοι», εννοώ,
ότι φανερώνονται στους αξίους, στους οποίους θέλει ο Θεός να εμφανισθούν,
όχι όπως πραγματικά είναι, αλλά με άλλη μορφή, ανάλογα με τη δυνατότητα
που έχουν να τους δουν. Διότι, στην κυριολεξία, μόνο το άκτιστο είναι
ακαθόριστο· ενώ κάθε δημιούργημα έχει τα όριά του, όπως τα όρισε ο Θεός.
Έχουν τον αγιασμό από το Άγιο Πνεύμα, έξω από την ουσία τους·
προφητεύουν με τη θεία χάρη και δεν έχουν ανάγκη από γάμο,
επειδή δεν είναι θνητοί.
Επειδή είναι πνευματικά όντα, ζουν σε τόπους πνευματικούς, χωρίς να
περιορίζονται όπως τα σώματα· διότι δεν παίρνουν το σχήμα του σώματος
σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, ούτε έχουν τρεις διαστάσεις, αλλά
παρουσιάζονται και ενεργούν πνευματικά, όπου διαταχθούν· δεν μπορούν
βέβαια στο ίδιο χρονικό διάστημα να βρίσκονται και να ενεργούν εδώ κι εκεί.
Δεν γνωρίζουμε εάν οι άγγελοι είναι μεταξύ τους ίσοι στην ουσία ή
διαφέρουν. Το γνωρίζει μόνον ο παντογνώστης Θεός, ο οποίος τους έπλασε.
Διαφέρουν, βέβαια, μεταξύ τους στο φωτισμό και τη θέση· δηλαδή, ή
βρίσκονται σε θέση δεκτική φωτισμού ή μετέχουν στο φωτισμό ανάλογα με
τη θέση τους και φωτίζονται μεταξύ τους εξαιτίας της υπεροχής του τάγματος
ή της φύσεως. Είναι φανερό ότι οι άγγελοι που υπερέχουν μεταδίδουν το
φωτισμό και τη γνώση στους κατώτερους.
Είναι ικανοί και πρόθυμοι στην εκτέλεση του θελήματος του Θεού και, λόγω
της ταχύτητος της φύσεώς τους, βρίσκονται αμέσως παντού, όπου τους
δώσει εντολή ο Θεός. Φυλάγουν τα μέρη της γης, διοικούν έθνη και τόπους,
όπου ο Δημιουργός τους έταξε, και φροντίζουν για τα ανθρώπινα και μας
βοηθούν. Πάντως, είναι ανώτεροι από μας, σύμφωνα με το θέλημα και την
εντολή του Θεού, και βρίσκονται πάντοτε στην υπηρεσία του Θεού.
Είναι δυσκίνητοι προς το κακό, όχι όμως ακίνητοι· τώρα όμως έχουν γίνει και
ακίνητοι (στο κακό), όχι εξαιτίας της φύσεώς τους, αλλά κατά χάριν και με
την προσήλωσή τους στο μόνο αγαθό.
Βλέπουν το Θεό όσο τους επιτρέπεται και έχουν τη θέα του σαν τροφή.
Ως ασώματοι είναι ανώτεροι από μας· έχουν απαλλαγεί από κάθε πάθος του
σώματος, αλλά δεν είναι απαθείς· διότι μόνον ο Θεός είναι απαθής.
Αλλάζουν τη μορφή τους, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου και Θεού, και
έτσι φανερώνονται στους ανθρώπους και τους αποκαλύπτουν τα θεία μυστήρια.
Ζουν στον ουρανό και έχουν ένα έργο, να υμνούν το Θεό και να διακονούν
το θείο του θέλημα. Έτσι το λέει και ο αγιώτατος, ιερώτατος και
θεολογικώτατος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης: «Όλη η θεολογία, δηλαδή
η Αγία Γραφή, έχει ξεχωρίσει τις ουράνιες δυνάμεις σε εννέα τάγματα»·
ο θείος διδάσκαλος τις κατατάσσει αυτές σε τρία τριαδικά συστήματα.
«Πρώτη τριάδα», λέει, «είναι αυτή που είναι πάντοτε γύρω από το Θεό και
είναι έτοιμη να ενωθεί μαζί του αμέσως, δηλαδή η τάξη των εξαπτέρυγων
Σεραφίμ, των πολυόμματων Χερουβίμ και των αγιώτατων Θρόνων·
δεύτερη τριάδα είναι των Κυριοτήτων, των Δυνάμεων και των Εξουσιών·
και τρίτη και τελευταία τριάδα είναι των Αρχών, των Αρχαγγέλων και
των Αγγέλων».
Μερικοί λένε ότι δημιουργήθηκαν πριν απ’ όλη τη δημιουργία, όπως ο άγιος
Γρηγόριος ο Θεολόγος, που λέει: «(Ο Θεός) πρώτα συλλαμβάνει στο νου τις
ουράνιες δυνάμεις των αγγέλων, και η σκέψη του έγινε πράξη». Άλλοι λένε
ότι δημιουργήθηκαν μετά τη δημιουργία του πρώτου ουρανού. Όλοι βέβαια
συμφωνούν ότι έγιναν πριν την πλάση του ανθρώπου. Εγώ συμφωνώ με το
Θεολόγο Γρηγόριο. Διότι έπρεπε πρώτα να δημιουργηθούν οι νοερές ουσίες,
έπειτα τα αισθητά, και στο τέλος και από τα δύο ο άνθρωπος.
Όσοι τέλος ισχυρίζονται ότι οι άγγελοι είναι οι δημιουργοί των διαφόρων
υπάρξεων, αυτοί αποτελούν το στόμα του πατέρα τους, του Διαβόλου· διότι
οι άγγελοι είναι κτίσματα και όχι δημιουργοί. Δημιουργός, προνοητής και
συντηρητής όλων είναι μόνον ο άκτιστος Θεός, ο οποίος υμνείται και
δοξάζεται στο πρόσωπο του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 18. Περὶ Διαβόλου καὶ δαιμόνων.
Ἐκ τούτων τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων πρωτοστάτης τῆς περιγείου
τάξεως καὶ τῆς γῆς τὴν φυλακὴν ἐγχειρισθεὶς παρὰ Θεοῦ οὐ φύσει
πονηρὸς γεγονώς, ἀλλ᾿ ἀγαθὸς ὢν καὶ ἐπ᾿ ἀγαθῷ γενόμενος καὶ μηδ᾿
ὅλως ἐν ἑαυτῷ παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ κακίας ἐσχηκὼς ἴχνος, μὴ
ἐνέγκας τόν τε φωτισμὸν τήν τε τιμήν, ἣν αὐτῷ ὁ Δημιουργὸς
ἐδωρήσατο, αὐτεξουσίῳ προαιρέσει ἐτράπη ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν εἰς τὸ
παρὰ φύσιν καὶ ἐπήρθη κατὰ τοῦ πεποιηκότος αὐτὸν Θεοῦ, ἀντᾶραι
αὐτῷ βουληθεὶς, καὶ πρῶτος ἀποστὰς τοῦ ἀγαθοῦ ἐν τῷ κακῷ
ἐγένετο· οὐδὲν γὰρ ἕτερόν ἐστι τὸ κακὸν εἰ μὴ τοῦ ἀγαθοῦ στέρησις,
ὥσπερ καὶ τὸ σκότος φωτός ἐστι στέρησις. Τὸ γὰρ ἀγαθὸν φῶς ἐστι
νοητόν· ὁμοίως καὶ τὸ κακὸν σκότος ἐστὶ νοητόν. Φῶς οὖν κτισθεὶς
ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ἀγαθὸς γεγονώς –καὶ γὰρ· «Εἶδεν ὁ Θεὸς
πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν»– αὐτεξουσίῳ θελήματι
σκότος ἐγένετο. Συναπεσπάσθη δὲ καὶ ἠκολούθησεν αὐτῷ καὶ
συνέπεσε πλῆθος ἄπειρον τῶν ὑπ᾿ αὐτῷ τεταγμένων ἀγγέλων.
Τῆς αὐτῆς τοιγαροῦν φύσεως τοῖς ἀγγέλοις ὑπάρχοντες, κακοὶ
γεγόνασι, τὴν προαίρεσιν ἑκουσίως ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ πρὸς τὸ κακὸν
ἐκκλίναντες.
Οὐκ ἔχουσι τοίνυν ἐξουσίαν κατά τινος οὐδὲ ἰσχὺν, εἰ μὴ ἐκ Θεοῦ
οἰκονομικῶς συγχωρούμενοι, ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰώβ, καθάπερ ἐπὶ τῶν
χοίρων ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ γέγραπται. Παραχωρήσεως δὲ Θεοῦ
γινομένης καὶ ἰσχύουσι καὶ μεταβάλλονται καὶ μετασχηματίζονται,
εἰς οἷον θέλουσι σχῆμα κατὰ φαντασίαν.
Καὶ τὰ μὲν μέλλοντα οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ οὐδὲ οἱ δαίμονες
οἴδασιν, ὅμως προλέγουσιν· οἱ μὲν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ αὐτοῖς
ἀποκαλύπτοντος καὶ προλέγειν κελεύοντος· ὅθεν, ὅσα λέγουσι,
γίνονται. Προλέγουσι δὲ καὶ οἱ δαίμονες, ποτὲ μὲν τὰ μακρὰν
γινόμενα βλέποντες, ποτὲ δὲ στοχαζόμενοι· ὅθεν καὶ τὰ πολλὰ
ψεύδονται· οἷς οὐ δεῖ πιστεύειν, κἂν ἀληθεύωσι πολλάκις, οἵῳ τρόπῳ
εἰρήκαμεν. Οἴδασι δὲ καὶ τὰς Γραφάς.
Πᾶσα οὖν κακία ἐξ αὐτῶν ἐπενοήθη καὶ τὰ ἀκάθαρτα πάθη. Καὶ
προσβάλλειν μὲν τῷ ἀνθρώπῳ συνεχωρήθησαν, βιάζεσθαι δέ τινα
οὐκ ἰσχύουσιν· ἐν ἡμῖν γάρ ἐστι δέξασθαι τὴν προσβολὴν ἢ μὴ
δέξασθαι. Διὸ τῷ Διαβόλῳ καὶ τοῖς δαίμοσιν αὐτοῦ ἡτοίμασται τὸ
πῦρ τὸ ἄσβεστον, ἡ κόλασις ἡ αἰώνιος, καὶ τοῖς ἑπομένοις αὐτῷ.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι, ὅπερ ἐστὶ τοῖς ἀνθρώποις ὁ θάνατος, τοῦτο
τοῖς ἀγγέλοις ἡ ἔκπτωσις. Μετὰ γὰρ τὴν ἔκπτωσιν οὐκ ἔστιν αὐτοῖς
μετάνοια, ὥσπερ οὐδὲ τοῖς ἀνθρώποις μετὰ τὸν θάνατον.

Για το Διάβολο και τους δαίμονες.
Απ’ αυτές τις αγγελικές δυνάμεις αρχηγός της τάξεως γύρω και πάνω στη
γη, που ο Θεός του ανάθεσε τη φύλαξή της, (ήταν ο Διάβολος)· δεν ήταν
πονηρός από τη φύση του, αλλά αγαθός και με προορισμό το αγαθό, χωρίς
να έχει μέσα του κανένα ίχνος κακίας για το Δημιουργό. Επειδή όμως δεν
δέχθηκε το φωτισμό και την τιμή που του δώρησε ο Δημιουργός, με τη
δική του ελεύθερη επιλογή ξέφυγε από τη φυσική κατάσταση στην παρά
φύση.
Υπερηφανεύθηκε απέναντι στο δημιουργό του Θεό και θέλησε να
επαναστατήσει εναντίον του· αφού πρώτα απομακρύνθηκε από το αγαθό,
κατάληξε στο κακό. Διότι το κακό δεν είναι τίποτε άλλο παρά στέρηση του
αγαθού· όπως και το σκοτάδι είναι έλλειψη του φωτός. Το αγαθό είναι
πνευματικό φως· παρόμοια και το κακό είναι πνευματικό σκοτάδι. Παρόλο,
λοιπόν, που ο Δημιουργός τον έπλασε αγαθό –σύμφωνα με το: «Είδε ο Θεός
τα δημιουργήματα που έπλασε και ήταν όλα πολύ καλά»– εκείνος όμως, με
την ελεύθερη θέλησή του, έγινε σκοτεινός. Και άπειρο πλήθος αγγέλων, που
είχε στις διαταγές του, επαναστάτησε μαζί του και τον ακολούθησε στην
πτώση του. Και παρότι έχουν την ίδια φύση με τους αγγέλους, έχουν γίνει κακοί,
επειδή έστρεψαν με τη θέλησή τους την προτίμηση από το αγαθό προς το κακό.
Δεν έχουν βέβαια ούτε εξουσία ούτε δύναμη εναντίον κάποιου, παρά μόνον
όταν τους επιτρέψει ο Θεός σύμφωνα με το σχέδιο της οικονομίας του, όπως
στην περίπτωση του Ιώβ και όπως έχει γραφεί στο Ευαγγέλιο για τους
χοίρους. Όταν όμως το επιτρέψει ο Θεός, και δύναμη έχουν και αλλάζουν και
μεταμορφώνονται φανταστικά σε όποια μορφή θέλουν.
Το μέλλον δεν το γνωρίζουν ούτε οι άγγελοι του Θεού ούτε οι δαίμονες·
κάνουν όμως προβλέψεις. Οι άγγελοι προβλέπουν, επειδή τους τα
αποκαλύπτει ο Θεός και προστάζει να τα προλέγουν. Γι’ αυτό, όσα λένε,
εκπληρώνονται. Και οι δαίμονες όμως προλέγουν, άλλοτε επειδή βλέπουν
αυτά που γίνονται στο μακρινό μέλλον και άλλοτε επειδή τα φαντάζονται· γι’
αυτό και λένε πολλά ψέμματα. Κανείς δεν πρέπει να τους πιστεύει, ακόμη κι
αν λένε την αλήθεια ορισμένες φορές, με τον τρόπο που έχουμε πει. Διότι
γνωρίζουν καλά και τις Γραφές.
Κάθε κακία και τα ακάθαρτα πάθη είναι δική τους εφεύρεση. Τους
επιτρέπεται βέβαια να πειράζουν τον άνθρωπο, χωρίς όμως να έχουν το
δικαίωμα να τον εκβιάζουν· από μας εξαρτάται να συγκατατεθούμε στην
προσβολή ή όχι. Γι’ αυτό και έχει ετοιμασθεί η ακοίμητη φωτιά και η αιώνια
κόλαση για το Διάβολο και τους δαίμονές του, που τον ακολουθούν.
Πρέπει να γνωρίζουμε επίσης ότι αυτό που είναι ο θάνατος για τους
ανθρώπους, είναι η πτώση για τους αγγέλους. Διότι μετά την πτώση δεν
υπάρχει γι’ αυτούς μετάνοια, όπως και για τους ανθρώπους μετά το θάνατό
τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 19. Περὶ κτίσεως ὁρατῆς
Αὐτὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ ἐν Τριάδι καὶ ἐν μονάδι δοξολογούμενος,
«ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς» ἐκ τοῦ μὴ
ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν τὰ σύμπαντα· τὰ μὲν οὐκ ἐκ
προϋποκειμένης ὕλης, οἷον οὐρανόν, γῆν, ἀέρα, πῦρ, ὕδωρ, τὰ δὲ ἐκ
τούτων τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ γεγονότων, οἷον ζῷα, φυτά, σπέρματα·
ταῦτα γὰρ ἐκ γῆς καὶ ὕδατος, ἀέρος τε καὶ πυρὸς τῷ τοῦ
Δημιουργοῦ προστάγματι γεγόνασιν.
Για τα ορατά δημιουργήματα
Ο ίδιος ο Θεός μας, που τον δοξολογούμε ως Τριάδα και Μονάδα, «έφτιαξε
τον ουρανό, τη γη και όλα όσα βρίσκονται σ’ αυτά»· έφτιαξε το σύμπαν από
το μηδέν. Άλλα τα έφτιαξε από ύλη που δεν προϋπήρχε, όπως τον ουρανό,
τη γη, τον αέρα, τη φωτιά, το νερό. Άλλα πάλι τα δημιούργησε από ύλη που
ήδη είχε δημιουργήσει, για παράδειγμα τα ζώα, τα φυτά και τα σπέρματα.
Διότι αυτά έχουν δημιουργηθεί με πρόσταγμα του Δημιουργού από χώμα και
νερό, από αέρα και φωτιά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 20. Περὶ οὐρανοῦ
Οὐρανός ἐστι περιοχὴ ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων κτισμάτων· ἐντὸς
γὰρ αὐτοῦ αἵ τε νοεραὶ τῶν ἀγγέλων δυνάμεις καὶ πάντα τὰ
αἰσθητὰ περικλείονται καὶ περιορίζονται. Μόνον δὲ τὸ θεῖον
ἀπερίγραπτόν ἐστι, πάντα πληροῦν καὶ πάντα περιέχον καὶ πάντα
περιορίζον, ὡς ὑπὲρ πάντα ὂν καὶ πάντα δημιουργῆσαν.
Ἐπεὶ τοίνυν οὐρανόν φησιν ἡ Γραφὴ καὶ «οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ» καὶ
«οὐρανοὺς οὐρανῶν» καὶ «ἕως τρίτου οὐρανοῦ» ὁ μακάριος Παῦλος
ἡρπάχθαι φησί, λέγομεν, ὅτι ἐν τῇ τοῦ παντὸς κοσμογενείᾳ οὐρανοῦ
ποίησιν παρελάβομεν, ὃν οἱ τῶν ἔξω σοφοὶ ἄναστρον σφαῖράν φασι,
τὰ Μωσέως σφετερισάμενοι δόγματα. Ἔτι δὲ καὶ τὸ στερέωμα
ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς οὐρανόν, ὃν ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος γενέσθαι
προσέταξεν, τάξας αὐτὸν διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος τοῦ
ἐπάνω τοῦ στερεώματος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος τοῦ ὑποκάτω
τοῦ στερεώματος. Τούτου τὴν φύσιν ὁ θεῖος Βασίλειος λεπτήν φησιν,
ὡσεὶ καπνόν, ἐκ τῆς θείας μεμυημένος Γραφῆς. Ἕτεροι δὲ ὑδατώδη,
ὡς ἐν μέσῳ τῶν ὑδάτων γενόμενον· ἄλλοι ἐκ τῶν τεσσάρων
στοιχείων, ἄλλοι πέμπτον σῶμα καὶ ἕτερον παρὰ τὰ τέσσαρα.
Τινὲς μὲν οὖν ἐδόξασαν ἐν κύκλῳ τὸ πᾶν περιέχειν τὸν οὐρανόν,
σφαιροειδῆ τε ὑπάρχειν καὶ πανταχόθεν τὸ ἀνώτατον μέρος αὐτὸν
εἶναι, τὸ δὲ μεσώτατον τοῦ περιεχομένου ὑπ᾿ αὐτοῦ τόπου εἶναι
κατώτερον μέρος, καὶ τὰ μὲν κοῦφα καὶ ἐλαφρὰ τῶν σωμάτων τὴν
ἄνω τάξιν λαχεῖν παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ, τὰ δὲ βαρέα καὶ κατωφερῆ
τὴν κατωτέραν χώραν, ἥτις ἐστὶν ἡ μέση. Ἔστι μὲν οὖν κουφότερον
καὶ ἀνωφερέστερον στοιχεῖον τὸ πῦρ, ὅπερ δὴ μετὰ τὸν οὐρανὸν
εὐθέως τετάχθαι φασί· τοῦτον δὲ λέγουσιν τὸν αἰθέρα, μεθ᾿ ὃν
κατώτερον τὸν ἀέρα. Τὴν δὲ γῆν καὶ τὸ ὕδωρ ὡς βαρύτερα καὶ
κατωφερέστερα, ἐν τῷ μεσωτάτῳ κρέμασθαι· ὡς εἶναι ἐξ ἐναντίας
κάτω μὲν τὴν γῆν καὶ τὸ ὕδωρ –τὸ δὲ ὕδωρ κουφότερον τῆς γῆς,
ὅθεν καὶ εὐκινητότερον αὐτῆς ὑπάρχει–, ἄνωθεν δὲ πανταχόθεν ὡς
περιβόλαιον κύκλῳ τὸν ἀέρα καὶ περὶ τὸν ἀέρα πανταχόθεν τὸν
αἰθέρα, ἔξωθεν δὲ πάντων κύκλῳ τὸν οὐρανόν.
Κυκλικῶς δέ φασι κινεῖσθαι τὸν οὐρανὸν καὶ συσφίγγειν τὰ ἐντὸς καὶ
οὕτω μένειν πάγια καὶ ἀδιάπτωτα.
Ἑπτὰ δὲ ζώνας φασὶ τοῦ οὐρανοῦ, μίαν τῆς ἑτέρας ὑψηλοτέραν.
Λέγουσι δὲ αὐτὸν λεπτοτάτης φύσεως, ὡσεὶ καπνόν, καὶ καθ᾿
ἑκάστην ζώνην εἶναι ἕνα τῶν πλανητῶν· ἑπτὰ γὰρ πλανήτας εἶναι
ἔφησαν, Ἥλιον, Σελήνην, Δία, Ἑρμῆν, Ἄρεα, Ἀφροδίτην καὶ
Κρόνον. Ἀφροδίτην δέ φασι τὸν ποτὲ μὲν Ἑωσφόρον, ποτὲ δὲ
Ἕσπερον γινόμενον. Πλανήτας δὲ τούτους ἐκάλεσαν, ὅτιπερ
ἐναντίως τοῦ οὐρανοῦ ποιοῦνται τὴν κίνησιν· τοῦ γὰρ οὐρανοῦ καὶ
τῶν λοιπῶν ἀστέρων ἐξ ἀνατολῆς ἐπὶ δυσμὰς κινουμένων, οὗτοι
μόνοι ἀπὸ δυσμῶν ἐπὶ ἀνατολὰς τὴν κίνησιν ἔχουσι. Καὶ τοῦτο
γνωσόμεθα ἐκ τῆς σελήνης μικρὸν καθ᾿ ἑσπέραν ἀναποδιζούσης.
Ὅσοι τοίνυν ἔφησαν σφαιροειδῆ τὸν οὐρανόν, ἴσως λέγουσιν
ἀφίστασθαι αὐτὸν καὶ ἀπέχειν τῆς γῆς, ἄνωθέν τε καὶ ἐκ πλαγίων
καὶ κάτωθεν. Κάτωθεν δὲ καὶ ἐκ πλαγίων φημί, ὅσον πρὸς τὴν
ἡμετέραν αἴσθησιν, ἐπεὶ κατὰ τὸν τῆς ἀκολουθίας λόγον πανταχόθεν
τὸν ἄνω τόπον ὁ οὐρανὸς ἐπέχει καὶ ἡ γῆ τὸν κάτω. Καί φασι τὸν
οὐρανὸν σφαιροειδῶς κυκλοῦν τὴν γῆν καὶ συμπεριφέρειν τῇ ὀξυτάτῃ
κινήσει αὐτοῦ ἥλιόν τε καὶ σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας, καὶ ὑπὲρ μὲν
γῆν ὄντος τοῦ ἡλίου ἡμέραν γίνεσθαι ἐνταῦθα, ὑπὸ δὲ τὴν γῆν
νύκτα. Ὑπὸ δὲ γῆν κατιόντος ἡλίου ἐνταῦθα μὲν νύκτα, ἐκεῖσε δὲ
ἡμέραν.
Ἕτεροι δὲ ἡμισφαίριον τὸν οὐρανὸν ἐφαντάσθησαν ἐκ τοῦ τὸν
θεηγόρον Δαυὶδ λέγειν· «Ὁ ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ δέρριν», ὅπερ
δηλοῖ τὴν σκηνήν. Καὶ τὸν μακάριον Ἡσαΐαν· «Ὁ στήσας τὸν
οὐρανὸν ὡσεὶ καμάραν». Καὶ ὅτι δύνων ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ
τὰ ἄστρα κυκλοῖ τὴν γῆν ἀπὸ δύσεως ἐπὶ βορρᾶν καὶ οὕτω πάλιν
ἐπὶ τὴν ἀνατολὴν ἀφικνεῖται. Ὅμως, εἴτε οὕτως, εἴτε ἐκείνως,
ἅπαντα τῷ θείῳ προστάγματι γέγονέ τε καὶ ἥδρασται καὶ τὸ θεῖον
θέλημά τε καὶ βούλημα θεμέλιον ἀσάλευτον κέκτηται. «Αὐτὸς γὰρ
εἶπε, καὶ ἐγενήθησαν· αὐτὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν. Ἔστησεν
αὐτὰ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· πρόσταγμα ἔθετο,
καὶ οὐ παρελεύσεται».
Ἔστι μὲν οὖν οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ ὁ πρῶτος οὐρανός, ἐπάνω
ὑπάρχων τοῦ στερεώματος. Ἰδοὺ δύο οὐρανοί· «καὶ τὸ στερέωμα
γὰρ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς οὐρανόν». Σύνηθες δὲ τῇ θείᾳ Γραφῇ καὶ τὸν
ἀέρα οὐρανὸν καλεῖν διὰ τὸ ὁρᾶσθαι ἄνω. «Εὐλογεῖτε» γάρ, φησί,
«πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ», τοῦ ἀέρος λέγω. Ὁ ἀὴρ γὰρ τῶν
πετεινῶν ἐστι πορεία, καὶ οὐχ ὁ οὐρανός. Ἰδοὺ τρεῖς οὐρανοί, οὓς ὁ
θεῖος ἔφη ἀπόστολος. Εἰ δὲ καὶ τὰς ἑπτὰ ζώνας ἑπτὰ οὐρανοὺς
ἐκλαβεῖν θελήσειας, οὐδὲν τῷ λόγῳ τῆς ἀληθείας λυμαίνεται.
Σύνηθες δὲ καὶ τῇ Ἑβραΐδι φωνῇ τὸν οὐρανὸν πληθυντικῶς καλεῖν
οὐρανούς. Οὐρανὸν οὖν οὐρανοῦ βουλομένη εἰπεῖν, οὐρανοὺς
οὐρανῶν ἔφησεν, ὅπερ δηλοῖ οὐρανὸν οὐρανοῦ τὸν ἐπάνω τοῦ
στερεώματος, καὶ τὰ ὕδατα δὲ τὰ ἐπάνω τῶν οὐρανῶν ἢ τοῦ ἀέρος
καὶ τοῦ στερεώματος ἢ τῶν ἑπτὰ ζωνῶν τοῦ στερεώματος ἢ τοῦ
στερεώματος τῇ συνηθείᾳ τῆς Ἑβραΐδος πληθυντικῶς οὐρανῶν
ὀνομαζομένου.
Πάντα μὲν οὖν τὰ κατὰ γένεσιν ὑπόκειται φθορᾷ κατὰ τὴν τῆς
φύσεως ἀκολουθίαν, καὶ οἱ οὐρανοί, χάριτι δὲ Θεοῦ συνέχονταί τε
καὶ συντηροῦνται. Μόνον δὲ τὸ θεῖον ἄναρχόν τε φύσει καὶ
ἀτελεύτητον. Διὸ καὶ εἴρηται· «Αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις»·
ὅμως οὐκ εἰς τὸ παντελὲς ἀφανισθήσονται οἱ οὐρανοί·
«παλαιωθήσονται μὲν γὰρ καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον εἱλιγήσονται καὶ
ἀλλαγήσονται» καὶ «ἔσται οὐρανὸς καινὸς καὶ γῆ καινή».
Πολλῷ δὲ τῷ μέτρῳ ὁ οὐρανὸς μείζων ὑπάρχει τῆς γῆς. Τὴν μέντοι
οὐσίαν τοῦ οὐρανοῦ οὐ δεῖ ζητεῖν, ἄγνωστον ἡμῖν οὖσαν.
Μηδεὶς δὲ ἐψυχωμένους τοὺς οὐρανοὺς ἢ τοὺς φωστῆρας
ὑπολαμβανέτω· ἄψυχοι γάρ εἰσι καὶ ἀναίσθητοι. Ὥστε εἰ καί φησιν
ἡ θεία Γραφή· «Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ»,
τοὺς ἐν οὐρανῷ ἀγγέλους καὶ τοὺς ἐν τῇ γῇ ἀνθρώπους πρὸς
εὐφροσύνην καλεῖ· Οἶδε δὲ ἡ Γραφὴ καὶ προσωποποιεῖν, καὶ ὡς ἐπὶ
ἐμψύχων περὶ τῶν ἀψύχων διαλέγεσθαι, ὡς τὸ· «ἡ θάλασσα εἶδε καὶ
ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω», καὶ «τί σοί ἐστι, θάλασσα,
ὅτι ἔφυγες καί σοί, Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τά ὀπίσω»; Καὶ ὄρη καὶ
βουνοὶ ἐρωτῶνται λόγους σκιρτήσεως, ὥσπερ καὶ ἡμῖν σύνηθες
λέγειν «συνήχθη ἡ πόλις», οὐ τὰς οἰκοδομὰς σημαίνειν βουλομένοις,
ἀλλὰ τοὺς τῆς πόλεως οἰκήτορας· καὶ «οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν
Θεοῦ», οὐ φωνὴν ὠσίν αἰσθητοῖς ἀκουομένην ἀφιέντες, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ
οἰκείου μεγέθους τὴν τοῦ Δημιουργοῦ δύναμιν ἡμῖν παριστάνοντες,
ὧν τὸ κάλλος κατανοοῦντες, τὸν ποιητὴν ὡς ἀριστοτέχνην
δοξάζομεν.
Για τον ουρανό
Ο ουρανός είναι ο τόπος των ορατών και αοράτων δημιουργημάτων· διότι
μέσα σ’ αυτόν περιλαμβάνονται και περικλείονται οι νοερές αγγελικές
δυνάμεις και όλα τα αισθητά. Μόνο το θείο είναι απεριόριστο· το θείο
γεμίζει, περιλαμβάνει και τα περικλείει όλα, επειδή είναι πέρα απ’ όλα
και τα δημιούργησε όλα.
Επειδή, λοιπόν, η Αγία Γραφή ομιλεί για ουρανό και «ουρανό του ουρανού»
και «ουρανούς των ουρανών» και ο μακάριος Παύλος λέει ότι ανέβηκε «έως
τον τρίτο ουρανό», λέμε ότι στη δημιουργία του σύμπαντος έχουμε την
παράδοση για τη δημιουργία του ουρανού· οι σοφοί του κόσμου ονομάζουν
τον ουρανό άναστρη σφαίρα, αφού οικειοποιήθηκαν τη διδασκαλία του
Μωϋσή. Ακόμη ο Θεός και το στερέωμα το ονόμασε ουρανό· έδωσε μάλιστα
την εντολή να σχηματισθεί στο μέσον του νερού και να χωρίζει το νερό που
υπάρχει πάνω από το στερέωμα από το νερό που είναι κάτω από το
στέρεωμα. Ο Μέγας Βασίλειος, που έχει εντρυφήσει στην Αγία Γραφή, λέει
ότι η φύση του είναι λεπτή σαν καπνός. Άλλοι πάλι λένε ότι είναι υδάτινη,
επειδή βρίσκεται στο μέσον του νερού. Άλλοι τέλος λένε ότι αποτελείται η
φύση του από τέσσερα στοιχεία και άλλοι ότι είναι πέμπτο σώμα, διαφορετικό
από τα τέσσερα.
Οριμένοι βέβαια νόμισαν ότι ο ουρανός περικλείει τα πάντα κυκλικά, ότι
είναι σφαιρικός και ότι από παντού αυτός είναι το πιο ψηλό σημείο, ενώ το
κατώτερο μέρος του είναι το πιο κεντρικό σημείο του τόπου που περικλείει·
θεώρησαν επίσης ότι τα πιο αβαρή και ελαφρά σώματα έχουν λάβει από το
Δημιουργό τις ψηλές θέσεις, ενώ τα βαριά και με ροπή προς τα κάτω σώματα
κατέχουν τις χαμηλότερες θέσεις, που είναι στο κέντρο. Η φωτιά ασφαλώς
είναι το πιο ελαφρύ και ανυψωτικό στοιχείο, τό οποίο, λένε, έχει πάρει θέση
αμέσως μετά τον ουρανό· και το ονομάζουν αυτό αιθέρα, μετά τον οποίο
κατώτερος είναι ο αέρας. Η γη όμως και το νερό, σαν βαρύτερα και με ροπή
προς τα κάτω, λένε ότι βρίσκονται στο μέσον· έτσι συμβαίνει να είναι
αντιμέτωπα στο κάτω μέρος η γη και το νερό –και το νερό είναι πιο ελαφρύ
από τη γη, γι’ αυτό είναι και πιο ευκίνητο απ’ αυτήν– και από πάνω κυκλικά
από παντού ο αέρας σαν μανδύας και γύρω από τον αέρα από παντού ο
αιθέρας, ενώ έξω απ’ όλα κυκλικά βρίσκεται ο ουρανός.
Λένε, επίσης, ότι ο ουρανός κινείται κυκλικά και συσφίγγει τα σώματα που
είναι μέσα· γι’ αυτό μένουν σταθερά και αδιάπτωτα.
Λένε ακόμη ότι υπάρχουν επτά ζώνες του ουρανού, η μία πιο ψηλά από την
άλλη. Και λένε, επίσης, ότι ο ουρανός έχει πολύ λεπτή σύσταση, σαν καπνός,
και στη κάθε ζώνη του είναι κι ένας πλανήτης· διότι είπαν ότι υπάρχουν επτά
πλανήτες: ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Δίας, ο Ερμής, ο Άρης, η Αφροδίτη και ο
Κρόνος. Και ονομάζουν Αφροδίτη αυτόν που γίνεται άλλοτε Εωσφόρος και
άλλοτε Έσπερος. Τους ονόμασαν πλανήτες, διότι έχουν την αντίθετη
κίνηση μ’ αυτήν του ουρανού· διότι, ενώ ο ουρανός και τα υπόλοιπα άστρα
κινούνται από την ανατολή προς τη δύση, μόνον αυτοί έχουν την κίνηση
από τη δύση στην ανατολή. Και αυτό θα το αντιληφθούμε από τη σελήνη,
η οποία οπισθοδρομεί λίγο κάθε βράδυ.
Όσοι, λοιπόν, είπαν ότι ο ουρανός είναι σφαιρικός, υποστηρίζουν πιθανόν ότι
είναι μακριά και απέχει από τη γη, και από πάνω και από τα πλάγια και από
κάτω. Λέγοντας από κάτω και από τα πλάγια εννοώ τόσο, όσο απέχει από τις
αισθήσεις μας, επειδή, σύμφωνα με τη λογική, ο ουρανός κατέχει
από παντού
τον πάνω τόπο, ενώ η γη τον κάτω. Ακόμη λένε ότι ο ουρανός κυκλώνει
σφαιρικά τη γη και περιστρέφει μαζί του με την ταχύτατη κίνησή του
τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα· επίσης, όταν ο ήλιος είναι πάνω από τη
γη, εδώ γίνεται ημέρα, ενώ, όταν είναι κάτω από τη γη, γίνεται νύχτα. Όταν
πάλι ο ήλιος βρίσκεται κάτω από τη γη, εδώ γίνεται νύχτα, ενώ εκεί ημέρα.
Άλλοι πάλι φαντάσθηκαν ότι ο ουρανός είναι ημισφαίριο, σύμφωνα με τα
λόγια του προφήτη Δαβίδ: «Ο (Θεός) απλώνει τον ουρανό σαν
δέρμα», και
που δηλώνουν τη σκηνή. Σύμφωνα, επίσης, με τον Ησαΐα: «Ο Θεός έφτιαξε
τον ουρανό σαν καμάρα». Και όταν δύει ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα
διαγράφουν κύκλο γύρω από τη γη, από τη δύση έως το βορά, κι έτσι
επανέρχεται στην ανατολή. Αλλά, είτε έτσι, είτε διαφορετικά, όλα έχουν γίνει
και στερεωθεί με την προσταγή του Θεού, και έχουν ως αμετακίνητο θεμέλιο
το θείο θέλημα και τη θεία απόφαση. «Διότι, Αυτός είπε και έγιναν· Αυτός
έδωσε εντολή και δημιουργήθηκαν. Τα δημιούργησε για να μένουν αιώνια·
έδωσε εντολή που δεν θα μείνει ενενέργητη».
Υπάρχει, λοιπόν, ο ουρανός του ουρανού, ο πρώτος ουρανός, που είναι
πάνω από το στερέωμα. Να, δύο ουρανοί: «διότι και το στερέωμα ο Θεός
το ονόμασε ουρανό». Αποτελεί συνήθεια για την Αγία Γραφή και τον αέρα
να τον ονομάζει ουρανό, διότι τον βλέπουμε πάνω. Καθώς λέει: «Δοξολογείτε
(το Θεό) όλα τα πτηνά του ουρανού», και εννοεί τον αέρα. Διότι ο αέρας
είναι ο τόπος των πτηνών και όχι ο ουρανός. Να, που έχουμε τρεις ουρανούς,
όπως λέει ο θείος απόστολος. Κι αν θελήσεις πάλι να θεωρήσεις και τις επτά
ζώνες σαν τους επτά ουρανούς, καθόλου δεν θα ξεφύγεις από την αλήθεια.
Είναι μάλιστα συνήθεια της εβραϊκής γλώσσας να ονομάζει τον ουρανό στον
πληθυντικό ως ουρανούς. Αντί να πει ουρανό του ουρανού, είπε ουρανούς
των ουρανών, πράγμα που σημαίνει ουρανό του ουρανού, ο οποίος είναι
πάνω από το στερέωμα· δηλώνει όμως και τα νερά που είναι πάνω από τους
ουρανούς, ή πάνω από τον αέρα και από το στερέωμα, ή πάνω
από τις επτά
ζώνες του στερεώματος, ή πάνω από το στερέωμα, το οποίο σύμφωνα με τη
συνήθεια της εβραϊκής γλώσσας λέγεται στον πληθυντικό αριθμό «ουρανοί».
Όλα, λοιπόν, όσα δημιουργούνται, φθείρονται σύμφωνα με την τάξη της
φύσεως· και οι ουρανοί, επομένως, συγκρατούνται και διατηρούνται με τη
χάρη του Θεού. Μόνον ο Θεός είναι από τη φύση του χωρίς αρχή και τέλος.
Γι’ αυτό και λέει η Αγία Γραφή: «Αυτοί θα χαθούν, εσύ όμως θα παραμένεις».
Δεν θα εξαφανισθούν όμως τελείως οι ουρανοί· «διότι οι ουρανοί θα
παλιώσουν, θα τυλιχθούν σαν ρούχο και θ’ αλλάξουν», και τότε
«θα σχηματισθεί καινούργιος ουρανός και καινούργια γη»
Στην έκταση ο ουρανός είναι πολύ μεγαλύτερος από τη γη. Δεν πρέπει
όμως
ν’ αναζητάμε την ουσία του ουρανού, διότι μας είναι άγνωστη.
Και κανείς να μην θεωρεί ότι οι ουρανοί και τ’ αστέρια έχουν ψυχή·
διότι είναι άψυχα και χωρίς αισθήσεις. Επομένως, αν και λέει η Αγία Γραφή,
«ας ευφρανθούν οι ουρανοί και ας χαρεί η γη», εννοεί ότι προσκαλεί
να χαρούν οι άγγελοι στον ουρανό και οι άνθρωποι στη γη.
Διότι η Αγία Γραφή γνωρίζει να προσωποποιεί και να ομιλεί για τα άψυχα
σαν να πρόκειται για έμψυχα, όπως όταν λέει: «η θάλασσα είδε και
απομακρύνθηκε, ο Ιορδάνης γύρισε προς τα πίσω», και επίσης «γιατί,
θάλασσα, απομακρύνθηκες και συ, Ιορδάνη, γύρισες προς τα πίσω»;. Και τα
βουνά και οι λόφοι παρακινούνται να σκιρτήσουν, όπως κι εμείς συνηθίζουμε
να λέμε «συγκεντρώθηκε η πόλη», χωρίς να θέλουμε να δείξουμε τα
οικοδομήματα αλλά τους κατοίκους της πόλεως. Καί λέγοντας «οι ουρανοί
διηγούνται τη δόξα του Θεού», δεν εννοούμε ότι αφήνουν φωνή που την
ακουν τ’ αυτιά, αλλά ότι παρουσιάζουν σε μας με το μέγεθός τους τη δύναμη
του Δημιουργού· έτσι, κατανοούμε το κάλλος τους και δοξάζουμε το
Δημιουργό σαν άριστο τεχνίτη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 21.
Περὶ φωτός, πυρός, φωστήρων ἡλίου τε καὶ σελήνης καὶ ἄστρων
Τὸ πῦρ ἓν τῶν τεσσάρων στοιχείων ἐστί, κοῦφόν τε καὶ
ἀνωφερέστερον τῶν λοιπῶν, καυστικόν τε καὶ φωτιστικόν,
τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ κτισθέν· φησὶ γὰρ ἡ θεία
Γραφή· «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω φῶς, καὶ ἐγένετο φῶς». Οὐχ
ἕτερον γάρ ἐστι τὸ πῦρ, εἰ μὴ τὸ φῶς, ὥς τινές φασιν. Ἕτεροι δὲ τὸ
«κοσμικὸν πῦρ» ὑπὲρ τὸν ἀέρα φασίν, ὃ καλοῦσιν αἰθέρα.
Ἐν ἀρχῇ μὲν οὖν ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ἤτοι τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ,
καλλωπισμὸν καὶ κόσμον πάσης τῆς ὁρατῆς κτίσεως· ἄφελε γὰρ τὸ
φῶς, καὶ πάντα ἐν τῷ σκότει ἀδιάγνωστα μένουσι τὴν οἰκείαν μὴ
δυνάμενα εὐπρέπειαν ἐπιδείξασθαι. «Ἐκάλεσε δὲ ὁ Θεὸς τὸ μὲν φῶς
ἡμέραν, τὸ δὲ σκότος ἐκάλεσε νύκτα». Σκότος δέ ἐστιν οὐκ οὐσία τις,
ἀλλὰ συμβεβηκός· φωτὸς γάρ ἐστι στέρησις. Ὁ γὰρ ἀὴρ οὐκ ἐν τῇ
οὐσίᾳ αὐτοῦ ἔχει τὸ φῶς. Αὐτὸ οὖν τὸ ἐστερῆσθαι τὸν ἀέρα φωτὸς
σκότος ἐκάλεσεν ὁ Θεός. Καὶ οὐχὶ ἡ οὐσία τοῦ ἀέρος ἐστὶ σκότος,
ἀλλ᾿ ἡ τοῦ φωτὸς στέρησις, ὅπερ συμβεβηκὸς μᾶλλον δηλοῖ ἤπερ
οὐσίαν. Οὐκ ἐκλήθη δὲ πρώτη ἡ νύξ, ἀλλ᾿ ἡ ἡμέρα· ὥστε πρώτη ἐστὶν
ἡ ἡμέρα καὶ ἐσχάτη ἡ νύξ. Ἀκολουθεῖ οὖν ἡ νὺξ τῇ ἡμέρᾳ, καὶ ἀπ᾿
ἀρχῆς τῆς ἡμέρας ἕως τῆς ἄλλης ἡμέρας ἓν νυχθήμερόν ἐστιν· ἔφη
γὰρ ἡ Γραφή· «Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωί, ἡμέρα μία».
Ἐν μὲν οὖν ταῖς τρισὶν ἡμέραις ἀναχεομένου καὶ συστελλομένου τοῦ
φωτὸς τῷ θείῳ προστάγματι ἥ τε ἡμέρα καὶ ἡ νὺξ ἐγένετο. Τῇ δὲ
τετάρτῃ ἡμέρᾳ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν φωστῆρα τὸν μέγαν, ἤτοι τὸν
ἥλιον εἰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας τῆς ἡμέρας· δι᾿ αὐτοῦ γὰρ ἡ ἡμέρα
συνίσταται· ἡμέρα γάρ ἐστιν ἐν τῷ τὸν ἥλιον ὑπὲρ γῆν εἶναι, καὶ
διάστημα ἡμέρας ἐστὶν ὁ ἀπὸ ἀνατολῆς μέχρι δύσεως ὑπὲρ γῆν τοῦ
ἡλίου δρόμος· καὶ τὸν φωστῆρα τὸν ἐλάσσω, ἤτοι τὴν σελήνην καὶ
τοὺς ἀστέρας εἰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας τῆς νυκτὸς τοῦ φωτίζειν αὐτήν.
Νὺξ δέ ἐστιν ἐν τῷ τὸν ἥλιον ὑπὸ γῆν εἶναι, καὶ διάστημα νυκτός
ἐστιν ὁ ἀπὸ δύσεως μέχρις ἀνατολῆς ὑπὸ γῆν τοῦ ἡλίου δρόμος.
Ἡ σελήνη τοίνυν καὶ οἱ ἀστέρες ἐτάχθησαν τὴν νύκτα φωτίζειν, οὐχ
ὡς τῇ ἡμέρᾳ πάντοτε ὑπὸ γῆν ὄντες (εἰσὶ γὰρ καὶ ἐν ἡμέρᾳ ἀστέρες
ἐν τῷ οὐρανῷ ὑπὲρ γῆν), ἀλλ᾿ ὁ ἥλιος τούτους ἅμα καὶ τὴν σελήνην
τῇ σφοδροτέρᾳ αἴγλῃ ἀποκρύπτων οὐκ ἐᾷ φαίνεσθαι.
Τοῖς φωστῆρσι τούτοις τὸ πρωτόκτιστον φῶς ὁ Δημιουργὸς
ἐναπέθετο οὐχ ὡς ἀπορῶν ἄλλου φωτός, ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἀργὸν ἐκεῖνο
μείνῃ τὸ φῶς· φωστὴρ γάρ ἐστιν οὐκ αὐτὸ τὸ φῶς, ἀλλὰ φωτὸς
δοχεῖον.
Ἐκ τούτων τῶν φωστήρων ἑπτὰ πλανήτας φασί. Καὶ λέγουσιν
αὐτοὺς ἐναντίαν τοῦ οὐρανοῦ κινεῖσθαι κίνησιν, διὸ καὶ πλανήτας
αὐτοὺς ἐκάλεσαν· τὸν μὲν γὰρ οὐρανόν φασιν ἐξ ἀνατολῶν ἐπὶ
δυσμὰς κινεῖσθαι, τοὺς δὲ πλανήτας ἐκ δυσμῶν ἐπὶ ἀνατολάς·
συμπεριφέρειν δὲ τὸν οὐρανὸν τῇ ἑαυτοῦ κινήσει ὡς ὀξυτέρᾳ τοὺς
ἑπτὰ πλανήτας. Τῶν δὲ ἑπτὰ πλανητῶν τὰ ὀνόματά ἐστι ταῦτα·
Ἥλιος, Σελήνη, Ζεύς, Ἑρμῆς, Ἄρης, Ἀφροδίτη, Κρόνος. Εἶναι δὲ καθ᾿
ἑκάστην ζώνην τοῦ οὐρανοῦ ἕνα τῶν ἑπτὰ πλανητῶν· ἐν μὲν τῇ
πρώτῃ, ἤτοι ἀνωτέρᾳ, τὸν Κρόνον, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ τὸν Δία, ἐν δὲ
τῇ τρίτῃ τὸν Ἄρεα, ἐν δὲ τῇ τετάρτῃ τὸν Ἥλιον, ἐν δὲ τῇ πέμπτῃ
τὴν Ἀφροδίτην, ἐν δὲ τῇ ἕκτῃ τὸν Ἑρμῆν, ἐν δὲ τῇ ἑβδόμῃ καὶ
κατωτέρᾳ τὴν Σελήνην.
Τρέχουσι δὲ δρόμον ἄληκτον, ὃν ὁ Δημιουργὸς ἔταξεν αὐτοῖς, καὶ
καθὼς ἐθεμελίωσεν αὐτά, ὥς φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Σελήνην καὶ
ἀστέρας, ἃ σὺ ἐθεμελίωσας». Διὰ γὰρ τοῦ εἰπεῖν «ἐθεμελίωσας»
ἐσήμανε τὸ πάγιον καὶ ἀμετάβλητον τῆς ὑπὸ Θεοῦ δοθείσης αὐτοῖς
τάξεώς τε καὶ εἱρμοῦ. Ἔταξε γὰρ αὐτοὺς εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας
καὶ εἰς ἐνιαυτούς.
Διὰ μὲν γὰρ τοῦ ἡλίου αἱ τέσσαρες τροπαὶ συνίστανται. Καὶ πρώτη
μὲν ἡ ἐαρινή· ἐν αὐτῇ γὰρ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ σύμπαντα καὶ δηλοῖ
τὸ καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἐν αὐτῇ τῶν ἀνθῶν τὴν βλάστησιν γίνεσθαι,
ἥτις καί ἰσημερινὴ τροπή ἐστιν· δώδεκα γὰρ ὡρῶν τήν τε ἡμέραν καὶ
τὴν νύκτα καθίστησιν. Αὕτη ἐκ τῆς μέσης ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου
συνίσταται, εὐκραὴς οὖσα, αἵματος αὐξητική, θερμὴ καὶ ὑγρὰ
ὑπάρχουσα καὶ δι᾿ ἑαυτῆς μεσιτεύουσα τῷ χειμῶνί τε καὶ τῷ θέρει,
τοῦ μὲν χειμῶνος θερμοτέρα καὶ ξηροτέρα, τοῦ δὲ θέρους ψυχροτέρα
καὶ ὑγροτέρα. Διατείνει δὲ αὕτη ἡ ὥρα ἀπὸ Μαρτίου κα´ μέχρις
Ἰουνίου κδ´.
Εἶτα ὑψουμένης τῆς τοῦ ἡλίου ἀνατολῆς ἐπὶ τὰ βορειότερα μέρη ἡ
θερινὴ τροπὴ διαδέχεται, μεσιτεύουσα τῷ τε ἔαρι καὶ τῷ μετοπώρῳ,
ἐκ μὲν τοῦ ἔαρος τὸ θερμὸν ἔχουσα, ἐκ δὲ τοῦ μετοπώρου τὸ ξηρόν·
θερμὴ γάρ ἐστι καὶ ξηρὰ καὶ τὴν ξανθὴν αὔξει χολήν. Αὕτη δὲ
μεγίστην μὲν τὴν ἡμέραν ἔχει ὡρῶν πεντεκαίδεκα, τὴν δὲ νύκτα
πάνυ σμικροτάτην, ὡρῶν ἐννέα διάστημα ἔχουσαν. Καὶ αὕτη δὲ
διατείνει ἀπὸ Ἰουνίου κδ´ μέχρι μηνὸς Σεπτεμβρίου κε´.
Εἶτα πάλιν εἰς τὴν μέσην ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐπανιόντος ἡ
μετοπωρινὴ τροπὴ τὴν θερινὴν τροπὴν ἀμείβει, μέση πως ἔχουσα
ψύξεώς τε καὶ θέρμης, ξηρότητός τε καὶ ὑγρότητος, καὶ μεσιτεύουσα
τῇ τε θερινῇ καὶ τῇ χειμερινῇ τροπῇ, ἐκ μὲν τῆς θερινῆς τὸ ξηρόν, ἐκ δὲ
τῆς χειμερινῆς τὸ ψυχρὸν ἔχουσα· ψυχρὰ γάρ ἐστι καὶ ξηρὰ χολῆς τε
μελαίνης αὐξητικὴ πέφυκεν. Αὕτη πάλιν ἰσημερινὴ τροπὴ ὑπάρχει
δώδεκα ὡρῶν τήν τε ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα ἔχουσα. Διατείνει δὲ
αὕτη ἀπὸ Σεπτεμβρίου κε´ μέχρι Δεκεμβρίου κε´.
Τοῦ δὲ ἡλίου ἐπὶ τὴν μικροτέραν καὶ χθαμαλωτέραν, ἤτοι
μεσημβρινὴν ἀνατολὴν κατιόντος, ἡ χειμερινὴ ἐπιλαμβάνεται τροπή,
ψυχρά τε καὶ ὑγρὰ τυγχάνουσα καὶ μεσιτεύουσα τῇ τε μετοπωρινῇ
καὶ τῇ ἐαρινῇ, ἐκ μὲν τῆς μετοπωρινῆς τὸ ψυχρὸν ἔχουσα, ἐκ δὲ τῆς
ἐαρινῆς τὸ ὑγρὸν κεκτημένη. Αὕτη δὲ σμικροτάτην μὲν τὴν ἡμέραν
ἔχει, ἐννέα ὡρῶν ὑπάρχουσαν, τὴν δὲ νύκτα μεγίστην, ὡρῶν
ὑπάρχουσαν πεντεκαίδεκα, φλέγματος δὲ αὕτη ὑπάρχει αὐξητική.
Διατείνει δὲ ἀπὸ κε´ Δεκεμβρίου μέχρις κά Μαρτίου. Σοφῶς γὰρ ὁ
Δημιουργὸς προενοήσατο, ὡς ἂν μὴ ἐξ ἄκρας ψυχρότητος ἢ
θερμότητος ἢ ὑγρότητος ἢ ξηρότητος ἐπὶ τὴν ἄκραν ἐναντίαν
ἐρχόμενοι ποιότητα χαλεποῖς περιπέσωμεν ἀρρωστήμασι· σφαλερὰς
γὰρ τὰς αἰφνιδίους μεταβολὰς οἶδεν ὁ λόγος.
Οὕτω μὲν οὖν ὁ ἥλιος τὰς τροπὰς καὶ δι᾿ αὐτῶν τὸν ἐνιαυτὸν
ἀπεργάζεται, καὶ τὰς ἡμέρας δὲ καὶ τάς νύκτας· τὰς μὲν ἀνατέλλων
καὶ ὑπὲρ γῆν γινόμενος, τὰς δὲ ὑπὸ γῆν δύνων καὶ τοῖς ἄλλοις
φωστῆρσι, σελήνῃ τε καὶ ἄστρασι, τὴν φαῦσιν παραχωρῶν
συνίστησι.
Φασὶ δὲ καὶ δώδεκα ζῴδια ἐξ ἀστέρων εἶναι ἐν τῷ οὐρανῷ, ἐναντίαν
κίνησιν ἔχοντα τῷ τε ἡλίῳ καὶ τῇ σελήνῃ καὶ τοῖς ἄλλοις πέντε
πλανήταις, καὶ διὰ τῶν δώδεκα ζῳδίων παρέρχεσθαι τοὺς ἑπτά.
Ὁ μὲν οὖν ἥλιος καθ᾿ ἕκαστον ζῴδιον ἀποτελεῖ μῆνα ἕνα καὶ διὰ
τῶν δώδεκα μηνῶν τὰ δώδεκα ζῴδια διέρχεται. Τῶν δὲ δώδεκα
ζῳδίων τὰ ὀνόματά ἐστι ταῦτα καὶ οἱ τούτων μῆνες. Κριὸς, μηνὶ
Μαρτίῳ κα´ δέχεται τὸν ἥλιον, Ταῦρος Ἀπριλίῳ κγ´, Δίδυμοι Μαΐῳ
κδ´, Καρκῖνος Ἰουνίῳ κδ´, Λέων Ἰουλίῳ κε´, Παρθένος Αὐγούστῳ κε´,
Ζυγὸς Σεπτεμβρίῳ κε´, Σκορπίος Ὀκτωβρίῳ κε´, Τοξότης Νοεμβρίῳ
κε´, Αἰγόκερως Δεκεμβρίῳ κε´, Ὑδροχόος Ἰανουαρίῳ κε´, Ἰχθύες
Φεβρουαρίῳ κδ´.
Ἡ δὲ σελήνη καθ᾿ ἕκαστον μῆνα τὰ δώδεκα ζῴδια διέρχεται
κατωτέρα οὖσα καὶ ταχύτερον ταῦτα διοδεύουσα· ὡς γάρ, ἐὰν
ποιήσῃς πόλον ἔνδον ἄλλου πόλου, ὁ ἔνδον πόλος μικρότερος
εὑρεθήσεται, οὕτως καὶ ὁ δρόμος τῆς σελήνης κατωτέρας οὔσης
ὀλιγώτερός ἐστι καὶ ἀνύεται τάχιον.
Οἱ μὲν οὖν Ἕλληνες διὰ τῆς τῶν ἄστρων τούτων ἡλίου τε καὶ
σελήνης ἀνατολῆς καὶ δύσεως καὶ συγκρούσεώς φασι πάντα
διοικεῖσθαι τὰ καθ᾿ ἡμᾶς· περὶ ταῦτα γὰρ ἡ ἀστρολογία καταγίνεται.
Ἡμεῖς δέ φαμεν, ὅτι σημεῖα μὲν ἐξ αὐτῶν γίνονται, ὄμβρου καὶ
ἀνομβρίας, ψύξεώς τε καὶ θέρμης, ὑγρότητος καὶ ξηρότητος καὶ
ἀνέμων καὶ τῶν τοιούτων, τῶν δὲ ἡμετέρων πράξεων οὐδαμῶς.
Ἡμεῖς γὰρ αὐτεξούσιοι ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ γενόμενοι κύριοι τῶν
ἡμετέρων ὑπάρχομεν πράξεων. Εἰ γὰρ ἐκ τῆς τῶν ἀστέρων φορᾶς
πάντα πράττομεν, κατ᾿ ἀνάγκην πράττομεν, ἃ πράττομεν· τὸ δὲ
κατ᾿ ἀνάγκην γινόμενον οὔτε ἀρετὴ οὔτε κακία ἐστίν.
Εἰ δὲ μήτε ἀρετὴν μήτε κακίαν κεκτήμεθα, οὔτε ἐπαίνων καὶ
στεφάνων, οὔτε ψόγων ἢ κολάσεων ὑπάρχομεν ἄξιοι· εὑρεθήσεται δὲ
καὶ ὁ Θεὸς ἄδικος τοῖς μὲν ἀγαθά, τοῖς δὲ θλίψεις διδούς. Ἀλλ᾿ οὐδὲ
κυβέρνησιν, οὐδὲ τῶν ἑαυτοῦ κτισμάτων ὁ Θεὸς ποιήσεται πρόνοιαν,
εἰ κατ᾿ ἀνάγκην ἄγονται τὰ πάντα καὶ φέρονται. Καὶ τὸ λογικὸν δὲ
περιττὸν ἐν ἡμῖν ἔσται· μηδεμιᾶς γὰρ ὄντες πράξεως κύριοι περιττῶς
βουλευόμεθα. Τὸ δὲ λογικὸν πάντως τῆς βουλῆς ἡμῖν ἕνεκεν δέδοται·
ὅθεν πᾶν λογικὸν καὶ αὐτεξούσιον.
Ἡμεῖς δέ φαμεν, ὅτι οὐκ αὐτὰ αἴτιά τινός εἰσι τῶν γινομένων, οὔτε
γενέσεως τῶν γινομένων, οὔτε τῶν φθειρομένων φθορᾶς· σημεῖα δὲ
μᾶλλον ὄμβρων τε καὶ τῆς τοῦ ἀέρος μεταβολῆς. Ἴσως δ᾿ ἄν τις
εἴποι, ὅτι καὶ πολέμων οὐκ αἴτια, ἀλλὰ σημεῖα συνίστανται· καὶ ἡ
ποιότης δὲ τοῦ ἀέρος, ποιουμένου ὑπὸ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ τῶν
ἀστέρων, ἄλλως καὶ ἄλλως διαφόρους κράσεις καὶ ἕξεις καὶ διαθέσεις
συνίστησιν. Αἱ δὲ ἕξεις τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν· κρατοῦνται γὰρ τῷ λόγῳ καὶ
ἄγονται τρεπόμεναι.
Συνίστανται δὲ πολλάκις καὶ κομῆται, σημεῖά τινα θάνατον
δηλοῦντα βασιλέων, ἅτινα οὔκ εἰσι τῶν ἐξ ἀρχῆς γεγενημένων
ἄστρων, ἀλλὰ τῷ θείῳ προστάγματι κατ᾿ αὐτὸν τὸν καιρὸν
συνίστανται καὶ πάλιν διαλύονται. Ἐπεὶ καὶ ὁ κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου
δι᾿ ἡμᾶς κατὰ σάρκα φιλάνθρωπον καὶ σωτήριον γέννησιν ὀφθεὶς
τοῖς μάγοις ἀστὴρ οὐ τῶν ἐν ἀρχῇ γενομένων ἄστρων ἦν. Καὶ δῆλον
ἐκ τοῦ ποτὲ μὲν ἐξ ἀνατολῆς ἐπὶ δύσιν ποιεῖσθαι τὸν δρόμον, ποτὲ δὲ
ἐκ βορρᾶ ἐπὶ νότον, καὶ ποτὲ μὲν κρύπτεσθαι, ποτὲ δὲ φαίνεσθαι·
τοῦτο γὰρ οὐκ ἔστιν ἄστρων τάξεως ἢ φύσεως.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἐκ τοῦ ἡλίου φωτίζεται ἡ σελήνη οὐχ ὡς
ἀπορήσαντος τοῦ Θεοῦ δοῦναι αὐτῇ ἴδιον φῶς, ἀλλ᾿ ἵνα ῥυθμὸς καὶ
τάξις ἐντεθῇ τῇ κτίσει, ἄρχοντος καὶ ἀρχομένου, καὶ παιδευθῶμεν καὶ
ἡμεῖς κοινωνεῖν ἀλλήλοις καὶ μεταδιδόναι καὶ ὑποτάσσεσθαι, πρῶτον
μὲν τῷ ποιητῇ καὶ Δημιουργῷ, Θεῷ καὶ Δεσπότῃ, ἔπειτα καὶ τοῖς
ὑπ᾿ αὐτοῦ καθισταμένοις ἄρχουσι, καὶ μὴ ἀνακρίνειν, τίνος ἕνεκεν
οὗτος ἄρχει, ἐγὼ δὲ οὔ, δέχεσθαι δὲ πάντα τά ἐκ Θεοῦ εὐχαρίστως
καὶ εὐγνωμόνως.
Ἐκλείπει δὲ ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη τῶν τὴν κτίσιν προσκυνούντων
παρὰ τὸν κτίσαντα τὴν ἄνοιαν διελέγχοντα καὶ παιδεύοντα, ὡς
τρεπτά εἰσι καὶ ἀλλοιωτά. Πᾶν δὲ τρεπτὸν οὐ Θεός· κατὰ τὴν ἰδίαν
γὰρ φύσιν φθαρτὸν ἅπαν τρεπτόν.
Ἐκλείπει δὲ ὁ μὲν ἥλιος τοῦ σώματος τῆς σελήνης ὥσπερ τινός
μεσότοιχον γινομένου καὶ ἀποσκιάζοντος καὶ μὴ ἐῶντος διαδοθῆναι
ἡμῖν τὸ φῶς. Ὅσον οὖν εὑρεθῇ τὸ σῶμα τῆς σελήνης ἀποκρύπτον
τὸν ἥλιον, τοσοῦτον καὶ ἡ ἔκλειψις γίνεται. Εἰ δὲ μικρότερόν ἐστι τὸ
τῆς σελήνης σῶμα, μὴ θαυμάσῃς· καὶ ὁ ἥλιος γὰρ ὑπό τινων λέγεται
πολυπλασίων τῆς γῆς, ὑπὸ δὲ τῶν Πατέρων ἴσος τῆς γῆς· καὶ
πολλάκις μικρὸν νέφος καλύπτει αὐτὸν ἢ καὶ μικρὸς βουνὸς ἢ τοῖχος.
Ἡ δὲ τῆς σελήνης ἔκλειψις ἐκ τοῦ ἀποσκιάσματος τῆς γῆς γίνεται, ὅτε
γένηται πεντεκαιδεκαταία ἡ σελήνη καὶ εὑρεθῇ ἐξ ἐναντίας κατὰ τὸ
ἄκρον κέντρον, ὁ μὲν ἥλιος ὑπὸ γῆν, ἡ δὲ σελήνη ὑπὲρ γῆν·
ἀποσκίασμα γὰρ ποιεῖ ἡ γῆ καὶ οὐ φθάνει τὸ ἡλιακὸν φῶς φωτίσαι
τὴν σελήνην, κἀκεῖθεν ἐκλείπει.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι τελεία ἐκτίσθη ἡ σελήνη ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ,
ἤτοι πεντεκαιδεκαταία· ἔπρεπε γὰρ ἀπηρτισμένην γενέσθαι. Τῇ δὲ
τετάρτῃ ἡμέρᾳ, ὡς ἔφημεν, ἔκτισται ὁ ἥλιος. Προέλαβεν οὖν τὸν
ἥλιον ἕνδεκα ἡμέρας· ἀπὸ γὰρ τετάρτης ἡμέρας ἕως πεντεκαιδεκάτης
ἕνδεκά εἰσι. Διὸ καὶ κατὰ χρόνον οἱ δώδεκα μῆνες τῆς σελήνης ἕνδεκα
ἡμέρας λείπουσιν ἐκ τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἡλίου· οἱ μὲν γὰρ τοῦ
ἡλίου τριακοσίας ἑξήκοντα πέντε ἡμέρας ἔχουσιν. Διὸ τοῦ τετάρτου
συντιθεμένου κατὰ τέσσαρα ἔτη μία ἀποτελεῖται ἡμέρα, ἥτις λέγεται
βίσεξτον. Καὶ ὁ ἐνιαυτὸς ἐκεῖνος τξστ´ ἡμέρας ἔχει.
Οἱ δὲ τῆς σελήνης ἐνιαυτοὶ τνδ´ εἰσιν ἡμερῶν· ἡ γὰρ σελήνη, ἀφ᾿ οὗ
γεννηθῇ, ἤγουν ἀνακαινισθῇ, αὔξει, ἕως ἂν γένηται ἡμερῶν ιδ´
ἡμίσεος τετάρτου, καὶ ἄρχεται λήγειν, ἕως ἡμερῶν κθ´ ἡμίσεος,
καὶ τελείως γίνεται ἀφώτιστος. Καὶ πάλιν συναπτομένη τῷ ἡλίῳ
ἀναγεννᾶται καὶ ἀνακαινίζεται, ὑπόμνημα φέρουσα τῆς ἡμῶν
ἀναστάσεως. Καθ᾿ ἕκαστον οὖν ἐνιαυτὸν τὰς ἕνδεκα ἡμέρας
ἀποδίδωσι τῷ ἡλίῳ. Κατὰ οὖν τρεῖς χρόνους ὁ ἐμβόλιμος μὴν
γίνεται τοῖς Ἑβραίοις, καὶ ὁ ἐνιαυτὸς ἐκεῖνος δεκατριῶν μηνῶν
εὑρίσκεται ἐκ τῆς προσθήκης τῶν ἕνδεκα ἡμερῶν.
Δῆλον δὲ ὡς σύνθετός ἐστιν ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα,
καὶ φθορᾷ κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν ὑπόκεινται. Τὴν δὲ τούτων φύσιν
οὐκ ἴσμεν. Τινὲς μὲν οὖν φασι τὸ πῦρ ἐκτός τινος ὕλης ἀφανὲς εἶναι,
ὅθεν καὶ σβεννύμενον ἀφανίζεται. Ἕτεροι δὲ τοῦτο σβεννύμενον εἰς
ἀέρα φασὶ μεταβάλλεσθαι.
Ὁ ζῳδιακὸς κύκλος λοξῶς κινεῖται, διῃρημένος εἰς τμήματα δώδεκα,
ἅτινα καλεῖται ζῴδια. Τὸ δὲ ζῴδιον ἔχει δεκανοὺς τρεῖς, μοίρας λ΄·
ἡ δὲ μοῖρα ἔχει λεπτὰ ξ´. Ἔχει οὖν ὁ οὐρανὸς μοίρας τξ´, τὸ ὑπὲρ γῆν
ἡμισφαίριον μοίρας ρπ´ καὶ τὸ ὑπὸ γῆν ρπ´.

Οἶκοι πλανητῶν
Κριὸς καὶ Σκορπίος Ἄρεως, Ταῦρος καὶ Ζυγὸς Ἀφροδίτης, Δίδυμοι
καὶ Παρθένος Ἑρμοῦ, Καρκῖνος Σελήνης, Λέων Ἡλίου, Τοξότης καὶ
Ἰχθύες Διός, Αἰγόκερως καὶ Ὑδροχόος Κρόνου.
Ὑψώματα
Κριὸς Ἡλίου, Ταῦρος Σελήνης, Καρκῖνος Διός, Παρθένος Ἄρεως,
Ζυγὸς Κρόνου, Αἰγόκερως Ἑρμοῦ, Ἰχθύες Ἀφροδίτης.
Τὰ σχήματα τῆς σελήνης.
Σύνοδος, ὅτε γένηται ἐν τῇ μοίρᾳ, ἐν ᾗ ἐστιν ὁ ἥλιος· γέννα, ὅταν
ἀποστῇ τοῦ ἡλίου μοίρας ιε΄· ἀνατολή, ὅτε φανῇ μηνοειδή δίς, ὅταν
ἀπέχῃ μοίρας ξ΄· διχοτόμοι δύο, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ς΄· ἀμφίκυρτοι
δύο, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ρκ΄· πλησισέληνοι, αἳ καὶ πλησιφαεῖς, δύο,
ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ρν΄· πανσέληνος, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ρπ´. Δίς δὲ
εἴπομεν, μίαν αὐξούσης καὶ μίαν ληγούσης. Διὰ δύο ἥμισυ ἡμερῶν
παρέρχεται ἡ σελήνη ἕκαστον ζῴδιον.
Για το φως, τη φωτιά, τους φωστήρες, δηλαδή τον ήλιο, τη σελήνη και τα
άστρα.
Η φωτιά είναι ένα από τα τέσσερα στοιχεία, ελαφρύ και ανυψωτικό σε σχέση
με τα υπόλοιπα· καυστική και συγχρόνως φωτιστική· τη δημιούργησε
ο Δημιουργός την πρώτη ημέρα. Διότι λέει η Αγία Γραφή: «Και είπε ο Θεός·
να δημιουργηθεί φως, και δημιουργήθηκε». Καθόσον, η φωτιά δεν είναι
κάτι
το διαφορετικό από το φως, όπως λένε μερικοί. Άλλοι πάλι λένε ότι το
«κοσμικό πυρ» είναι πάνω από τον αέρα και το ονομάζουν αιθέρα.
Στην αρχή, λοιπόν, την πρώτη ημέρα δημιούργησε ο Θεός το φως, σαν
στολίδι και κόσμημα όλου του ορατού κόσμου. Διότι, αν αφαιρέσεις το φως,
όλα μένουν μέσα στο σκοτάδι άγνωστα, επειδή δεν μπορούν να φανερώσουν
την ομορφιά τους. «Και ονόμασε ο Θεός το φως ημέρα, ενώ το σκοτάδι
νύχτα». Και το σκοτάδι δεν είναι κάποια ύπαρξη, αλλά κάποιο συμβάν·
είναι απουσία του φωτός. Διότι ο αέρας δεν έχει μέσα στην ουσία του το φως.
Ονόμασε, λοιπόν, ο Θεός σκοτάδι τη στέρηση του αέρα από το φως.
Και η ουσία του αέρα δεν είναι σκοτάδι, αλλά η στέρησή του από το φως,
πράγμα το οποίο δηλώνει ένα γεγονός που συμβαίνει παρά μια ουσία.
Και δεν ονόμασε πρώτα τη νύχτα, αλλά την ημέρα· έτσι, πρώτα είναι η ημέρα
και τελευταία η νύχτα. Η νύχτα, λοιπόν, ακολουθεί την ημέρα, και από την
αρχή μιας ημέρας έως την άλλη ημέρα σχηματίζεται ένα ημερόνυχτο. Και το
είπε η Αγία Γραφή: «Έγινε βράδυ, έγινε πρωΐ, σχηματίσθηκε ένα ημερόνυχτο».
Στις τρεις, λοιπόν, ημέρες καθώς το φως διαχεόταν και συστελλόταν με
θεία εντολή, έγινε η ημέρα και η νύχτα. Και την τέταρτη ημέρα ο Θεός
δημιούργησε το μεγάλο αστέρι, δηλαδή τον ήλιο, για να ορίζει την αρχή και
τη διεύθυνση της ημέρας· διότι αυτός συνιστά την ημέρα, καθώς ημέρα
έχουμε όταν ο ήλιος είναι πάνω στη γη· και διάρκεια ημέρας είναι η διαδρομή
του ήλιου πάνω στη γη από την ανατολή μέχρι τη δύση του.
Δημιούργησε ακόμη το μικρότερο αστέρι, δηλαδή τη σελήνη, και τα αστέρια
για να ορίζουν την αρχή και τη διεύθυνση της νύχτας φωτίζοντάς την.
Νύχτα έχουμε όταν ο ήλιος είναι κάτω από τη γη και διάρκεια της νύχτας
είναι η διαδρομή του ήλιου κάτω από τη γη από τή δύση έως την ανατολή
του. Η σελήνη, λοιπόν, και τα αστέρια ορίσθηκαν για να φωτίζουν τη νύχτα·
αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά την ημέρα είναι κάτω από τη γη, διότι υπάρχουν
και την ημέρα αστέρια πάνω από τη γη· αλλά ο ήλιος με το λαμπρότερο φως
του σκεπάζει και τ’ αστέρια και τη σελήνη, και δεν τα αφήνει να φαίνονται.
Σ’ αυτά τ’ αστέρια ο Δημιουργό έδωσε το πρωτοδημιούργητο φως του,
όχι διότι δεν είχε άλλο φως, αλλά για να μην παραμείνει εκείνο το φως
άχρηστο. Διότι το αστέρι δεν είναι το ίδιο το φως, αλλά δοχείο του φωτός.
Λένε ότι απ’ αυτά τ’ αστέρια προέρχονται οι επτά πλανήτες, οι οποίοι
κινούνται αντίθετα από την κίνηση του ουρανού· γι’ αυτό και τους ονόμασαν
πλανήτες. Λένε, δηλαδή, ότι ο ουρανός κινείται από την ανατολή στη δύση,
ενώ οι πλανήτες από τη δύση στην ανατολή· λένε ακόμη ότι ο ουρανός
με την ταχύτητα της κινήσεώς του συμπαρασύρει τους επτά πλανήτες.
Τα ονόματα των επτά πλανητών είναι τα εξής:
Ήλιος, Σελήνη, Ζευς, Ερμής, Άρης, Αφροδίτη και Κρόνος. Και σε κάθε
ζώνη του ουρανού υπάρχει και ένας από τους επτά πλανήτες. Στήν πρώτη
και ψηλότερη ζώνη ο Κρόνος, στη δεύτερη ο Δίας, στην τρίτη ο Άρης,
στην τέταρτη ο Ήλιος, στην πέμπτη η Αφροδίτη, στην έκτη ο Ερμής
και στην έβδομη και χαμηλότερη η Σελήνη.
Διανύουν ατέλειωτη διαδρομή, που ο Δημιουργός τούς όρισε, καθώς έθεσε
τα θεμέλιά τους, όπως το λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Τη Σελήνη και τα άστρα,
των οποίων Εσύ έθεσες τα θεμέλια». Λέγοντας «θεμελίωσες», εννοεί τη
σταθερή και αμετάβλητη τάξη και σειρά, που τους έδωσε ο Θεός.
Διότι τα έχει τάξει να ορίζουν τις εποχές, τις ημέρες και τα έτη.
Από τον ήλιο δηλαδή σχηματίζονται οι τέσσερις εποχές. Πρώτη η άνοιξη.
Στη διάρκειά της ο Θεός έφτιαξε το Σύμπαν· αυτό το αποδεικνύει το γεγονός
ότι μέχρι και σήμερα ανθίζουν τα φυτά αυτή την εποχή, η οποία και λέγεται
περίοδος της ισημερίας· διότι κάνει να διαρκεί και η ημέρα και η νύχτα
δώδεκα ώρες. Αυτή σχηματίζεται εξαιτίας της ανατολής του ήλιου από το
μέσον του ορίζοντα, είναι εύκρατη, αυξάνει το αίμα, είναι θερμή και υγρή
και είναι ανάμεσα στο χειμώνα και το καλοκαίρι· είναι πιο θερμή εποχή
από το χειμώνα, αλλά και πιο ψυχρή και υγρή από το καλοκαίρι. Και διαρκεί
αυτή η εποχή από την εικοστή πρώτη Μαρτίου μέχρι τις είκοσι τέσσερις
Ιουνίου.
Έπειτα, καθώς ανυψώνεται η ανατολή του ήλιου προς τα βορειότερα μέρη,
ακολουθεί η θερινή περίοδος, που είναι ανάμεσα στην άνοιξη και το
φθινόπωρο· από την άνοιξη έχει τη θερμότητα και από το φθινόπωρο την
ξηρασία· είναι δηλαδή θερμή, ξερή και αυξάνει την ξανθή χολή. Και έχει
πολύ μεγάλη ημέρα, διάρκειας δεκαπέντε ωρών, ενώ τη νύχτα πάρα πολύ
μικρή, διάρκειας εννέα ωρών. Και διαρκεί αυτή η εποχή από τις είκοσι
τέσσερις Ιουνίου έως τίς είκοσι πέντε Σεπτεμβρίου.
Έπειτα, με την επάνοδο του ήλιου στο μέσο της ανατολής, η φθινοπωρινή
περίοδος διαδέχεται τη θερινή, και είναι ανάμεσα στο ψύχος και τη
θερμότητα, την ξηρασία και την υγρασία· βρίσκεται ανάμεσα στο καλοκαίρι
και το χειμώνα, και διατηρεί από το καλοκαίρι την ξηρασία και από το
χειμώνα την υγρασία· είναι δηλαδή ψυχρή και ξερή εποχή και αυξάνει τη
μαύρη χολή. Αυτή, επίσης, είναι περίοδος της ισημερίας· έχει και η ημέρα
και η νύχτα δώδεκα ώρες. Διαρκεί από τις είκοσι πέντε Σεπτεμβρίου μέχρι
τις είκοσι πέντε Δεκεμβρίου.
Όταν τέλος ο ήλιος κατέβει στο πιο μικρό και χαμηλό σημείο, δηλαδή τη
μεσημβρινή ανατολή, φθάνει η χειμερινή περίοδος, που είναι ψυχρή και υγρή
και βρίσκεται ανάμεσα στο φθινόπωρο και την άνοιξη· από το φθινόπωρο
κρατάει την ψύχρα, ενώ από την άνοιξη την υγρασία.
Η περίοδος αυτή έχει την πιο μικρή ημέρα, από εννέα ώρες,
και την πιο μεγάλη νύχτα, από δεκαπέντε ώρες·
έχει την ιδιότητα ν’ αυξάνει τα φλέγματα. Διαρκεί από τις είκοσι πέντε
Δεκεμβρίου μέχρι την εικοστή πρώτη Μαρτίου. Καθόσον ο Δημιουργός
με πολλή σοφία προνόησε, να μη μεταβαίνουμε από το υπερβολικό ψύχος
ή τη θερμότητα ή την υγρασία ή την ξηρασία στην ακριβώς αντίθετη
κατάσταση και έτσι να πέφτουμε στις πιο βαριές ασθένειες. Διότι η λογική
μας διδάσκει ότι οι ξαφνικές αλλαγές είναι επικίνδυνες.
Έτσι, λοιπόν, ο ήλιος σχηματίζει τις εποχές και με αυτές ολοκληρώνει
το έτος, αλλά και τις ημέρες και τις νύχτες· τις ημέρες τις σχηματίζει με την
ανατολή του και την πορεία πάνω από τη γη, ενώ τις νύχτες με τη δύση του
κάτω από τη γη και με την παραχώρηση του φωτισμού του στους άλλους
φωστήρες, τη σελήνη δηλαδή και τ’ αστέρια.
Λένε, επίσης, ότι υπάρχουν στον ουρανό και δώδεκα ζώδια από αστέρια, που
έχουν αντίθετη κίνηση από τον ήλιο, τη σελήνη και τους άλλους πέντε
πλανήτες· και ότι ανάμεσα από τα δώδεκα ζώδια περνούν οι επτά πλανήτες.
Ο ήλιος, λοιπόν, συμπληρώνει ένα μήνα κατά τη διάρκεια κάθε ζωδίου κι έτσι
στους δώδεκα μήνες περνά μέσα από τα δώδεκα ζώδια. Τα ονόματα των
δώδεκα ζωδίων και οι αντίστοιχοι μήνες τους είναι οι εξής: ο Κριός, την 21η
του μήνα Μαρτίου δέχεται τον ήλιο, ο Ταύρος την 23η Απριλίου, οι Δίδυμοι
την 24η Μαΐου, ο Καρκίνος την 24η Ιουνίου, ο Λέων την 25η Ιουλίου, ο
Παρθένος την 25η Αυγούστου, ο Ζυγός την 25η Σεπτεμβρίου, ο Σκορπιός την
25η Οκτωβρίου, ο Τοξότης την 25η Νοεμβρίου, ο Αιγόκερως την 25η
Δεκεμβρίου, ο Υδροχόος την 25η Ιανουαρίου, οι Ιχθύες την 24η Φεβρουαρίου.
Η σελήνη όμως περνά από τα δώδεκα ζώδια κάθε μήνα, επειδή βρίσκεται
πιο χαμηλά και τα διατρέχει πιο γρήγορα. Είναι, δηλαδή, όπως όταν
κατασκευάσεις μια σφαίρα μέσα σε άλλη· τότε η εσωτερική σφαίρα θα είναι
μικρότερη. Έτσι και η διαδρομή της σελήνης, που βρίσκεται πιο χαμηλά,
είναι λιγότερη και διανύεται γρηγορότερα.
Οι ειδωλολάτρες βέβαια ισχυρίζονται ότι η ζωή μας καθορίζεται από την
ανατολή, τη δύση και τη σύγκρουση αυτών των άστρων, δηλαδή του ήλιου
και της σελήνης· και με αυτά βέβαια ασχολείται η αστρολογία. Εμείς όμως
υποστηρίζουμε ότι μπορεί κάποια συμβάντα να προέρχονται απ’ αυτά, όπως
η βροχή και η ανομβρία, η ψύχρα και η ζέστη, η υγρασία και η ξηρασία, οι
άνεμοι και τα παρόμοια· σε καμία περίπτωση όμως δεν εξαρτώνται οι πράξεις
μας. Διότι ο Δημιουργός μας έπλασε αυτεξούσιους, να είμαστε υπεύθυνοι
για τις πράξεις μας. Εάν, ό,τι κάνουμε το οφείλουμε στην κίνηση των
αστέρων, τότε το κάνουμε καταναγκαστικά· και ό,τι γίνεται καταναγκαστικά,
δεν είναι ούτε αρετή ούτε κακία.
Αν όμως δεν έχουμε αποκτήσει ούτε αρετή ούτε κακία, τότε δεν αξίζουμε
ούτε επαίνους και βραβεία, ούτε κατηγορίες και τιμωρίες· θ’ αποδειχθεί
μάλιστα ότι και ο Θεός είναι άδικος, διότι σ’ άλλους μοιράζει αγαθά και σ’
άλλους θλίψεις. Κι αν όλα τα κατευθύνει η ανάγκη, τότε ο Θεός δεν θα
χρειαστεί να κυβερνά και να προνοεί για τα δημιουργήματά του. Και η λογική
ακόμη θα μας είναι περιττή· διότι αν δεν είμαστε υπεύθυνοι για καμιά μας
πράξη, τότε περιττεύει η λογική. Καθόσον, το λογικό μας έχει δοθεί για να
σκεφτόμαστε· γι’ αυτό, κάθε λογικό ον είναι και αυτεξούσιο (υπεύθυνο).
Εμείς όμως ισχυριζόμαστε ότι τα άστρα δεν είναι η αιτία κανενός απ’ αυτά
που συμβαίνουν, ούτε αιτία δημιουργίας των δημιουργημάτων ούτε αιτία
καταστροφής αυτών που φθείρονται· αλλά μάλλον είναι προμηνύματα
βροχών και αλλαγής των αέρων. Κατά τον ίδιο τρόπο θα έλεγε κάποιος
ότι δεν αποτελούν αίτια των πολέμων αλλά συνιστούν προμηνύματα. Και η
ποιότητα του αέρα, η οποία δημιουργείται από τον ήλιο, τη σελήνη και τα
άστρα, συνθέτει κάθε φορά διαφορετικές κράσεις, συνήθειες και διαθέσεις.
Οι συνήθειες μάλιστα εξαρτώνται από μας· διότι τις εξουσιάζει η λογική και
στις μεταβολές τους κατευθύνονται απ’ αυτήν.
Σχηματίζονται μάλιστα πολύ συχνά και κομήτες, κάποια σημάδια δηλαδή που
φανερώνουν το θάνατο των βασιλέων· αυτοί δεν ανήκουν στα άστρα που
δημιουργήθηκαν εξαρχής, αλλά σχηματίστηκαν σε ειδική περίπτωση με θείο
πρόσταγμα και πάλι διαλύονται. Επειδή και ο αστέρας που φάνηκε στους
μάγους στη φιλάνθρωπη και σωτήρια κατά σάρκα γέννηση του Κυρίου, δεν
ήταν από τα άστρα που δημιουργήθηκαν από την αρχή της δημιουργίας. Και
φαίνεται αυτό από το γεγονός ότι η πορεία του ήταν άλλοτε από ανατολή στη
δύση, άλλοτε από βορρά προς νότο, άλλοτε χανόταν και άλλοτε φαινόταν. Τα
χαρακτηριστικά δηλαδή αυτά δεν ανήκαν στην τάξη ή τη φύση των άστρων.
Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η σελήνη φωτίζεται από τον ήλιο, όχι διότι
δεν είχε ο Θεός να της δώσει ιδιαίτερο φως, αλλά για να υπάρχει ρυθμός και
τάξη μέσα στη δημιουργία, με τη διαβάθμιση άρχοντα και υπηκόου· για να
μάθουμε κι εμείς να είμαστε κοινωνικοί μεταξύ μας, να προσφέρουμε στους
άλλους και να υποτασσόμαστε πρώτα στο Δημιουργό και Πλάστη μας, το
Θεό και Δεσπότη, και έπειτα στους άρχοντες που Αυτός έχει ορίσει· μήτε να
εξετάζουμε, γιατί έχει αυτός την εξουσία και όχι εγώ· αλλά όλα όσα μας δίνει
ο Θεός να τα δεχόμαστε με ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη.
Ο ήλιος και η σελήνη παθαίνουν έκλειψη· κι έτσι αποδεικνύουν ως ανόητη
πράξη την προσκύνηση των δημιουργημάτων και όχι του Δημιουργού· διότι
τα κτίσματα τούς διδάσκουν ότι μεταβάλλονται και αλλοιώνονται. Και κάθε τι
το μεταβλητό δεν είναι Θεός· διότι σύμφωνα με τη φύση τους όλα τα
μεταβλητά είναι φθαρτά.
Ο ήλιος παθαίνει έκλειψη, όταν το σώμα της σελήνης παρεμβάλλεται σαν
κάποιος μεσότοιχος και ρίχνει τη σκιά της, χωρίς να επιτρέπει να μεταδοθεί
το φως της σε μας. Και όσο διάστημα το σώμα της σελήνης κρύβει τον ήλιο,
τόσο διαρκεί και η έκλειψη. Και μην απορείς, αν το σώμα της σελήνης είναι
πιο μικρό. Διότι και ο ήλιος θεωρείται από ορισμένους πολύ μεγαλύτερος από
τη γη, ενώ από τους Αγίους Πατέρες ίσος προς τη γη· και παρ’ όλ’ αυτά
συχνά ένα μικρό σύννεφο ή ένας μικρός λόφος ή τοίχος τον σκεπάζει.
Η έκλειψη όμως της σελήνης προκαλείται από τη σκιά της γης, όταν η σελήνη
γίνει δεκαπέντε ημερών και βρεθεί στο απέναντι αντίθετο άκρο· (σε μια ευθεία)
δηλαδή, ο ήλιος κάτω από τη γη, ενώ η σελήνη πάνω από τη γη. Τότε η γη
ρίχνει τη σκιά της και δεν φθάνει το φως του ήλιου να φωτίσει τη σελήνη·
έτσι γίνεται η έκλειψή της.
Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι ο Δημιουργός έφτιαξε τη σελήνη τέλεια,
δηλαδή δεκαπέντε ημερών· διότι έπρεπε να δημιουργηθεί τέλεια. Και την
τέταρτη ημέρα, όπως είπαμε, δημιουργήθηκε ο ήλιος. Προηγήθηκε, δηλαδή,
από τον ήλιο ένδεκα ημέρες· καθώς από την τέταρτη έως τη δεκάτη πέμπτη
υπάρχουν ένδεκα ημέρες.
Και γι’ αυτό, στο έτος οι δώδεκα μήνες της
σελήνης υπολείπονται ένδεκα ημέρες από τους δώδεκα μήνες του ήλιου·
καθώς οι μήνες του ήλιου έχουν τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες. Γι’ αυτό με
με τον υπολογισμό ενός τετάρτου της ημέρας κάθε τέσσερα χρόνια
συμπληρώνεται μία ημέρα, η οποία ονομάζεται δίσεκτος. Κι έτσι το έτος
εκείνο έχει τριακόσιες εξήντα έξι ημέρες.
Τα έτη όμως της σελήνης έχουν τριακόσιες πενήντα τέσσερις ημέρες· διότι η
σελήνη, αφότου γεννηθεί, δηλαδή εμφανισθεί ως νέα, μεγαλώνει έως ότου
γίνει δεκατέσσερις και μισή ημέρες· τότε αρχίζει να μικραίνει έως την
εικοστή ενάτη και μισή ημέρα, οπότε γίνεται τελείως σκοτεινή. Και πάλι όμως
έρχεται σε επαφή με τον ήλιο, ξαναγεννιέται και γίνεται νέα προτυπώνοντας
τη δική μας ανάσταση. Κάθε έτος, λοιπόν, επιστρέφει στον ήλιο τις ένδεκα
ημέρες. Και έτσι, κάθε τρία χρόνια, δημιουργείται ο εμβόλιμος μήνας για τους
Εβραίους· και το έτος εκείνο έχει δεκατρείς μήνες, λόγω της προσθήκης
των ένδεκα ημερών.
Και είναι φανερό ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα είναι σύνθετα, και
σύμφωνα με τη φύση τους πέφτουν στη φθορά. Δεν γνωρίζουμε βέβαια τη
φύση τους. Ορισμένοι λένε ότι η φωτιά είναι αφανής, επειδή είναι έξω από
την ύλη· γι’ αυτό και χάνεται, όταν σβήνει. Άλλοι πάλι λένε ότι, όταν σβήνει,
μεταβάλλεται σε αέρα.
Ο ζωδιακός κύκλος κινείται πλάγια, διαιρεμένος σε δώδεκα τμήματα, τα
οποία ονομάζουμε ζώδια. Το κάθε ζώδιο έχει τρεις δεκανούς (διαίρεση του
ζωδιακού κύκλου: τόξο δέκα μοιρών που αντιστοιχεί σε 10 ημέρες), δηλαδή
τριάντα μοίρες· η κάθε μοίρα έχει εξήντα λεπτά. Έτσι ο ουρανός έχει
τριακόσιες εξήντα μοίρες, δηλαδή εκατόν ογδόντα μοίρες το πάνω από τη γη
ημισφαίριο και εκατόν ογδόντα το κάτω.
Οίκοι (αστρολογικά σημεία του ζωδιακού κύκλου, στα οποία όταν εισέλθει
ο πλανήτης, δέχεται επίδραση) των πλανητών
Ο Κριός και ο Σκορπιός είναι οίκος του Άρη, ο Ταύρος και ο Ζυγός της
Αφροδίτης, οι Δίδυμοι και η Παρθένος του Ερμή, ο Καρκίνος της Σελήνης,
ο Λέων του Ήλιου, ο Τοξότης και οι Ιχθείς του Δία, ο Αιγόκερως και ο
Υδροχόος του Κρόνου.
Υψώματα (η υψηλή στάση του αστέρα στον ορίζοντα).
Ο Κριός είναι ύψωμα του Ήλιου, ο Ταύρος της Σελήνης, ο Καρκίνος του Δία,
η Παρθένος του Άρη, ο Ζυγός του Κρόνου, ο Αιγόκερως του Ερμή, οι Ιχθείς
της Αφροδίτης.
Τα σχήματα της Σελήνης.
Σύνοδος είναι όταν η σελήνη φθάσει στη μοίρα που βρίσκεται ο ήλιος· γέννα
είναι όταν έχει απομακρυνθεί από τον ήλιο δεκαπέντε μοίρες· ανατολή, όταν
δύο φορές φανεί ημισέληνος και απέχει εξήντα μοίρες· διχοτόμοι δύο, όταν
απέχει ενενήντα μοίρας· αμφίκυρτοι δύο, όταν απέχει εκατόν είκοσι μοίρες·
πλήρεις φωτισμού δύο, οι οποίες λέγονται και πλησιφαείς, όταν απέχει εκατόν
πενήντα μοίρες· πανσέληνος, όταν απέχει εκατόν ογδόντα μοίρες. Είπαμε
δύο φορές, δηλαδή μία όταν γεμίζει και μία όταν αδειάζει. Η σελήνη περνά
κάθε ζώδιο στο διάστημα διόμισυ ημερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 22. Περὶ ἀέρος καὶ ἀνέμων
Ἀήρ ἐστι στοιχεῖον λεπτότατον, ὑγρόν τε καὶ θερμόν, τοῦ μὲν πυρὸς
βαρύτερον, τῆς δὲ γῆς καὶ τῶν ὑδάτων κουφότερον, ἀναπνοῆς καὶ
ἐκφωνήσεως αἴτιον, ἀχρωμάτιστον, ἤτοι ἐκ φύσεως χρῶμα μὴ
κεκτημένον, διειδές, διαφανές (φωτὸς γάρ ἐστι δεκτικόν) καὶ ταῖς
τρισὶν αἰσθήσεσιν ἡμῶν διακονοῦν (δι᾿ αὐτοῦ γὰρ ὁρῶμεν, ἀκούομεν,
ὀσφραινόμεθα), δεκτικὸν θάλψεώς τε καὶ ψύξεως ξηρότητός τε καὶ
ὑγρότητος, οὗ πᾶσαι αἱ κατὰ τόπον κινήσεις εἰσίν· ἄνω, κάτω, ἔσω,
ἔξω, δεξιά, ἀριστερὰ καὶ ἡ κυκλοφορικὴ κίνησις. Οἴκοθεν μὴ
κεκτημένος τὸ φῶς, ἀλλ᾿ ὑπὸ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἄστρων καὶ
πυρὸς φωτιζόμενος. Καὶ τοῦτό ἐστιν, ὃ εἶπεν ἡ Γραφή, ὅτι «σκότος ἦν
ἐπάνω τῆς ἀβύσσου», θέλουσα δεῖξαι, ὡς οὐκ οἴκοθεν ὁ ἀὴρ τὸ φῶς
κέκτηται, ἀλλ᾿ ἄλλη τίς ἐστιν οὐσία ἡ τοῦ φωτός.
Ἄνεμος δέ ἐστι κίνησις ἀέρος ἤ ἄνεμός ἐστι ῥεῦμα ἀέρος τῆς τῶν
τόπων ἐξαλλαγῆς, ὅθεν ῥεῖ, τάς ἐπωνυμίας ἀμείβων. Καὶ ὁ τόπος δὲ
τοῦ ἀέρος ἐστί· τόπος γάρ ἐστιν ἑκάστου σώματος ἡ τούτου περιοχή.
Τί δὲ περιέχει τὰ σώματα, εἰ μὴ ἀήρ; Εἰσὶ δὲ τόποι διάφοροι, ὅθεν ἡ
τοῦ ἀέρος γίνεται κίνησις, ἐξ ὧν καὶ οἱ ἄνεμοι τὰς ἐπωνυμίας ἔχουσι·
δώδεκα δὲ οἱ πάντες εἰσί. Φασὶ δὲ τὸν ἀέρα σβέσιν πυρὸς ἢ ἀτμὸν
ὕδατος θερμανθέντος. Ἔστι γοῦν ὁ ἀὴρ κατὰ μὲν τὴν οἰκείαν φύσιν
θερμός, ψύχεται δὲ τῇ γειτνιάσει τῇ πρὸς τὸ ὕδωρ καὶ τὴν γῆν, ὡς τὰ
μὲν κάτω μέρη αὐτοῦ ψυχρὰ εἶναι, τὰ δὲ ἄνω θερμά.
Ἄνεμοι πνέουσιν ἀπὸ ἀνατολῆς θερινῆς καικίας, ὁ καί μέσης, ἀπὸ
ἀνατολῆς ἰσημερινῆς ἀπηλιώτης, ἀπὸ ἀνατολῆς χειμερινῆς εὖρος,
ἀπὸ δύσεως χειμερινῆς λίψ, ἀπὸ δύσεως ἰσημερινῆς ζέφυρος, ἀπὸ
δύσεως θερινῆς ἀργέστης, ἤτοι Ὀλυμπίας, ὁ καὶ Ἰάπυξ. Εἶτα νότος
καὶ ἀπαρκτίας ἀντιπνέοντες ἀλλήλοις. Ἔστι δὲ μέσος ἀπαρκτίου καὶ
καικίου βορέας. Εὔρου δὲ καὶ νότου μέσος Φοῖνιξ, ὁ καλούμενος
εὐρόνοτος. Μέσος δὲ νότου καὶ λιβὸς λιβόνοτος, ὁ καὶ λευκόνοτος.
Μέσος δὲ ἀπαρκτίου καὶ ἀργέστου θρασκίας, ἤτοι κέρκιος ὑπὸ τῶν
περιοίκων ὀνομαζόμενος.
(Ἔθνη δέ οἰκεῖ τά πέρατα κατ’ ἀπηλιώτην Βακτριανοί, κατ’ εὖρον
Ἰνδικοί, κατά Φοίνικα Ἐρυθρά θάλασσα καί Αἰθιοπία, κατά λιβόνοτον
οἱ ὑπὲρ Σύρτιν Γαράμαντες, κατά λίβα Αἰθίοπες καί οἱ δυσμικοί
Ὑπέρμαυροι, κατά ζέφυρον Στῆλαι καί ἀρχαί Λιβύης καί Εὐρώπης,
κατά ἀργέστην Ἰβηρία, ἡ νῦν Ἱσπανία, κατά δέ θρασκίαν Κελτοί καί
τὰ ὅμορα· κατά ἀπαρκτίαν οἱ ὑπὲρ τὴν Θράκην Σκύθαι, κατά
βοῤῥᾶν Πόντος, Μαιῶτις καί Σαρμάται, κατά καικίαν, Κασπία
θάλασσα καί Σάκαι).
Για τον αέρα και τους ανέμους.
Ο αέρας είναι στοιχείο πολύ λεπτό, υγρό και θερμό, πιο βαρύ από τη φωτιά,
πιο ελαφρό από το χώμα και το νερό, αίτιο της αναπνοής και της ομιλίας·
είναι αχρωμάτιστο, δηλαδή δεν έχει από τη φύση του χρώμα, διαυγές,
διάφανο (δηλαδή το διαπερνά το φως) και εξυπηρετεί τις τρεις αισθήσεις μας
(διότι μέσω αυτού βλέπουμε, ακούμε, οσφραινόμαστε)· είναι στοιχείο που
δέχεται τη θερμότητα και την ψυχρότητα, την ξηρότητα και την υγρασία·
στον αέρα ανήκουν όλες οι κινήσεις στο χώρο· δηλαδή πάνω, κάτω, μέσα,
έξω, δεξιά, αριστερά και κυκλικά. Δεν έχει δικό του φως,
αλλά φωτίζεται από τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα και τη φωτιά. Και αυτό
το βεβαιώνει ο λόγος της Γραφής, ότι «σκότος υπήρχε πάνω από την
άβυσσο»· πράγμα που σημαίνει ότι ο αέρας δεν έχει δικό του φως, αλλά
η ουσία του φωτός είναι κάποια άλλη.
Ο άνεμος ακόμη είναι κίνηση του αέρα ή ρεύμα του αέρα που αλλάζει τις
ονομασίες του από τους διαφορετικούς τόπους από τους οποίους φυσά. Αλλά
και ο τόπος ανήκει στον αέρα· διότι ως τόπος θεωρείται η περιοχή κάθε
σώματος. Και τί άλλο περιέχει τα σώματα, παρά ο αέρας; Υπάρχουν μάλιστα
διάφοροι τόποι, απ’ όπου προέρχεται η κίνηση του αέρα και από τους
οποίους οι άνεμοι παίρνουν τις ονομασίες τους· και όλοι οι άνεμοι είναι
δώδεκα. Λένε ακόμη ότι ο αέρας είναι σβήσιμο φωτιάς ή ατμός νερού που
έχει θερμανθεί. Ο αέρας, λοιπόν είναι θερμός στη φύση του, αλλά ψύχεται
από την επαφή του με το νερό και το έδαφος, με αποτέλεσμα τα κάτω
στρώματά του να είναι ψυχρά, ενώ τα πάνω θερμά.
Άνεμοι φυσούν οι εξής: από τη θερινή ανατολή ο καικίας
(=βορειοανατολικός), που ονομάζεται και μέσης, από την ισημερινή ανατολή
ο απηλιώτης (=ανατολικός), από τη χειμερινή ανατολή ο εύρος (=ανατολικός-
νοτιοανατολικός), από τη χειμερινή δύση ο λίβας (=νοτιοδυτικός), από την
ισημερινή δύση ο ζέφυρος (=δυτικός),
από τη θερινή δύση ο αργέστης (=βορειοδυτικός), δηλαδή ο Ολυμπίας, που
λέγεται και Ιάπυξ. Έπειτα πνέουν αντίθετα μεταξύ τους ο νότος και
ο απαρκτίας (=βόρειος). Ενδιάμεσος πάλι μεταξύ του απαρκτία και του
καικία πνέει ο βορέας (=βόρειος-βορειοανατολικός). Ενδιάμεσος μεταξύ
του εύρου και του νότου πνέει ο Φοίνιξ (=νότιος-νοτιοανατολικός), ο οποίος
λέγεται ευρόνοτος. Ενδιάμεσος πάλι μεταξύ νότου και λίβα είναι ο λιβόνοτος,
που λέγεται και λευκόνοτος (=νότιος-νοτιοδυτικός). Ενδιάμεσος τέλος
μεταξύ απαρκτίου και αργέστου είναι ο θρασκίας (=βόρειος-βορειοδυτικός),
που λέγεται κέρκιος από τους γύρω κατοίκους.
(Τα άκρα του κόσμου τα κατοικούν τα εξής έθνη· προς τον απηλιώτη οι
Βακτριανοί, προς τον εύρο οι Ινδοί· προς τον Φοίνικα βρίσκεται η Ερυθρά
θάλασσα και η Αιθιοπία· προς τον λιβόνοτο οι Γαράμαντες που κατοικούν
πάνω από τη Σύρτη· προς το λίβα οι Αιθίοπες και οι Υπέρμαυροι της δύσεως·
προς τον ζέφυρο βρίσκονται οι Στήλες του Ηρακλέους και οι αρχές της
Λιβύης και της Ευρώπης· προς τον αργέστη η Ιβηρία, η σημερινή Ισπανία·
προς τον θρασκία οι Κέλτες και τα γειτονικά έθνη· προς τον απαρκτία οι
Σκύθες που κατοικούν πάνω από τη Θράκη· προς το βορρά είναι ο Πόντος,
η Μαιώτιδα και οι Σαρμάτες· προς τον καικία είναι η Κασπία θάλασσα και
οι Σάκες).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 23. Περὶ ὑδάτων
Καὶ τὸ ὕδωρ δὲ ἓν τῶν στοιχείων τῶν τεσσάρων ἐστί, ποίημα Θεοῦ,
κάλλιστον. Ὕδωρ ἐστὶ στοιχεῖον ὑγρόν τε καὶ ψυχρόν, βαρύ τε καὶ
κατωφερές, εὐδιάχυτον. Τούτου δὲ μνημονεύει ἡ θεία Γραφὴ λέγουσα·
«Καὶ σκότος ἦν ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ Πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο
ἐπάνω τοῦ ὕδατος»· ἄβυσσος γὰρ οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μὴ ὕδωρ
πολύ, οὗ τὸ τέλος ἀκατάληπτον ἀνθρώποις. Ἐν ἀρχῇ μὲν οὖν τὸ
ὕδωρ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἐπεπόλαζε. Καὶ πρῶτον μὲν ἐποίησεν
ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα διαχωρίζον ἀναμέσον τοῦ ὕδατος τοῦ ἐπάνω
τοῦ στερεώματος καὶ τοῦ ὕδατος τοῦ ὑποκάτω τοῦ στερεώματος·
ἐν τῷ μέσῳ γὰρ τῆς ἀβύσσου τῶν ὑδάτων ἐστερεώθη τῷ δεσποτικῷ
προστάγματι. Ὅθεν καὶ στερέωμα εἶπεν ὁ Θεὸς γενέσθαι, καὶ
ἐγένετο. Τίνος δὲ χάριν ἐπάνω τοῦ στερεώματος ὕδωρ ὁ Θεὸς
ἀπέθετο; Διὰ τὴν τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ αἰθέρος θερμοτάτην ἔκκαυσιν·
εὐθέως γὰρ μετὰ τὸ στερέωμα ὁ αἰθὴρ ἐφήπλωται. Καὶ ὁ ἥλιος δὲ
σὺν τῇ σελήνῃ καὶ τοῖς ἄστροις ἐν τῷ στερεώματί εἰσι· καὶ εἰ μὴ
ἐπέκειτο ὕδωρ, ἐφλέχθη ἂν ὑπὸ τῆς θέρμης τὸ στερέωμα.
Εἴτα προσέταξεν ὁ Θεὸς συναχθῆναι τὰ ὕδατα εἰς συναγωγὴν μίαν.
Τὸ δὲ «μίαν συναγωγὴν» λέγειν οὐ δηλοῖ τὸ ἐν ἑνὶ τόπῳ συναχθῆναι
αὐτά –ἰδοὺ γὰρ μετὰ ταῦτά φησι· «Καὶ τὰ συστήματα τῶν ὑδάτων
ἐκάλεσε θαλάσσας»–, ἀλλὰ τὸ ὁμοῦ καθ᾿ ἑαυτὰ κεχωρισμένα τῆς γῆς
γενέσθαι τὰ ὕδατα ὁ λόγος ἐδήλωσε. «Συνήχθησαν τοίνυν τὰ ὕδατα
εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν, καὶ ὤφθη ἡ ξηρά». Ἐντεῦθεν αἱ δύο
θάλασσαι αἱ τὴν Αἴγυπτον περιέχουσαι –μέση γὰρ αὕτη τῶν δύο
κεῖται θαλασσῶν– συνήχθησαν, διάφορα πελάγη καὶ ὄρη καὶ νήσους
καὶ ἀγκῶνας καὶ λιμένας ἔχουσαι καὶ κόλπους διαφόρους περιέχουσαι
αἰγιαλούς τε καὶ ἀκτάς –αἰγιαλὸς μὲν γὰρ ὁ ψαμμώδης λέγεται, ἀκτὴ
δὲ ἡ πετρώδης καὶ ἀγχιβαθής, ἤτοι ἡ εὐθέως ἐν τῇ ἀρχῇ βάθος
ἔχουσα. Ὁμοίως καὶ ἡ κατὰ τὴν ἀνατολήν, ἥτις λέγεται Ἰνδική, καὶ ἡ
βορεινή, ἥτις λέγεται Κασπία· καὶ αἱ λίμναι δὲ ἐντεῦθεν συνήχθησαν.
Ἔστιν οὖν ὁ μὲν Ὠκεανὸς οἷόν τις ποταμὸς κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν,
περὶ οὗ εἴρηκεν, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ἡ Γραφή, ὅτι «ποταμὸς ἐκπορεύεται ἐκ
τοῦ παραδείσου», πότιμον καὶ γλυκὺ ὕδωρ ἔχων. Οὗτος χορηγεῖ τὸ
ὕδωρ ταῖς θαλάσσαις, ὅπερ ἐν ταῖς θαλάσσαις χρονίζον καὶ ἑστὼς
ἀκίνητον πικρὸν γίνεται, τοῦ ἡλίου ἀεὶ τὸ λεπτότερον ἀνιμωμένου
καὶ τῶν σιφώνων, ὅθεν καὶ τὰ νέφη συνίστανται καὶ οἱ ὄμβροι
γίνονται διὰ τῆς διηθήσεως γλυκαινομένου τοῦ ὕδατος.
Οὗτος καὶ εἰς τέσσαρας ἀρχὰς, ἤτοι εἰς τέσσαρας ποταμοὺς
διαιρεῖται. «Ὄνομα τῷ ἑνὶ Φεισών», τουτέστι Γάγγης ὁ Ἰνδικός.
«Καὶ ὄνομα τῷ ἄλλῳ Γηών»· οὗτός ἐστιν ὁ Νεῖλος ὁ ἀπὸ Αἰθιοπίας
εἰς Αἴγυπτον κατερχόμενος. Καὶ ὄνομα τῷ τρίτῳ Τίγρις. Καὶ ὄνομα
τῷ τετάρτῳ Εὐφράτης. Εἰσὶ δὲ καὶ ἕτεροι πλεῖστοι καὶ μέγιστοι
ποταμοί, ὧν οἱ μὲν εἰς τὴν θάλασσαν κενοῦνται, οἱ δὲ καὶ ἐν τῇ γῇ
ἀναλίσκονται. Ὅμως καὶ πᾶσα ἡ γῆ διάτρητός ἐστι καὶ ὑπόνομος
ὥσπερ τινὰς φλέβας ἔχουσα, δι᾿ ὧν ἐκ τῆς θαλάσσης δεχομένη τὰ
ὕδατα τὰς πηγὰς ἀνίησι.
Πρὸς οὖν τὴν ποιότητα τῆς γῆς καὶ τὸ τῶν πηγῶν ὕδωρ γίνεται.
Διηθεῖται μὲν γὰρ καί διϋλίζεται διὰ τῆς γῆς τὸ θαλάττιον ὕδωρ καὶ
οὕτω γλυκαίνεται. Εἰ δὲ ὁ τόπος, ὅθεν ἡ πηγὴ ἀναδίδοται, τύχοι
πικρὸς ἢ ἁλμυρός, πρὸς τὴν γῆν καὶ τὸ ὕδωρ ἀνάγεται. Στενούμενον
δὲ πολλάκις τὸ ὕδωρ καὶ βίᾳ ῥηγνύμενον θερμαίνεται, κἀντεῦθεν τὰ
αὐτοφυῆ θερμὰ ἀνάγονται ὕδατα. Τῷ οὖν θείῳ προστάγματι
κοιλώματα ἐν τῇ γῇ γεγόνασι, καὶ οὕτως εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν
συνήχθη τὰ ὕδατα· ἐντεῦθεν καὶ τὰ ὄρη γεγόνασι.
Πρώτῳ τοίνυν τῷ ὕδατι προσέταξεν ὁ Θεὸς ἐξαγαγεῖν ψυχὴν
ζῶσαν, ἐπειδὴ ἤμελλε δι᾿ ὕδατος καὶ τοῦ ἐν ἀρχῇ ἐπιφερομένου τοῖς
ὕδασιν Ἁγίου Πνεύματος ἀνακαινίζειν τὸν ἄνθρωπον. Τοῦτο γὰρ ὁ
θεῖος ἔφη Βασίλειος. Ἐξήγαγε δὲ ζῷα μικρά τε καὶ μεγάλα, κήτη,
δράκοντας, ἰχθύας ἐν τοῖς ὕδασιν ἕρποντας καὶ πετεινὰ πτερωτά.
Διὰ τῶν πετεινῶν οὖν συνάπτεται τό τε ὕδωρ καὶ ἡ γῆ καὶ ὁ ἀήρ·
ἐξ ὑδάτων μὲν γὰρ ταῦτα γέγονεν, ἐν τῇ γῇ δὲ διατρίβει καὶ ἐν ἀέρι
ἵπταται. Κάλλιστον δὲ στοιχεῖον τὸ ὕδωρ καὶ πολύχρηστον καὶ
ῥύπου καθάρσιον, οὐ μόνον μὲν σωματικοῦ, καὶ ψυχικοῦ δέ,
εἰ προσλάβοι τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος.
Για τα νερά.
Και το νερό, επίσης, είναι ένα από τα τέσσερα στοιχεία
το πιο ωραίο
δημιούργημα του Θεού. Το νερό είναι στοιχείο υγρό και ψυχρό, βαρύ και με
ροπή προς τα κάτω, που εύκολα χύνεται. Αυτό υπενθυμίζει η Αγία Γραφή
όταν λέει: «Υπήρχε σκοτάδι πάνω από την άβυσσο και το Πνεύμα του Θεού
βρισκόταν πάνω από τα νερά». Η άβυσσος δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα
πολλά νερά, που το τέλος τους είναι ασύλληπτο για τον άνθρωπο. Στην αρχή,
βέβαια, το νερό κυριαρχούσε σ’ όλη την επιφάνεια της γης. Και ο Θεός
δημιούργησε πρώτα το στερέωμα, που χωρίζει το νερό που είναι πάνω από το
στερέωμα από το νερό που είναι κάτω από το στερέωμα· διότι, με την εντολή
του Δεσπότου Θεού, δημιουργήθηκε το στερέωμα στο μέσον της αβύσσου
των νερών. Και γι’ αυτό, είπε ο Θεός να γίνει το στερέωμα, και έγινε. Για
ποιό λόγο, όμως, ο Θεός τοποθέτησε νερό πάνω από το στερέωμα; Λόγω της
υπερβολικής θερμότητος του ήλιου και του αιθέρα· καθώς, αμέσως μετά το
στερέωμα, απλώνεται από κάτω ο αιθέρας. Αλλά και ο ήλιος και η σελήνη
και τα άστρα βρίσκονται στο στερέωμα. Κι αν δεν είχε τοποθετηθεί νερό
πάνω απ’ αυτό, το στερέωμα θα είχε ανάψει από θερμότητα.
Κατόπιν, ο Θεός έδωσε εντολή να συγκεντρωθούν τα νερά σε μία συναγωγή.
Η φράση «μία συναγωγή» δεν σημαίνει ότι αυτά συγκεντρώθηκαν σ’ ένα τόπο,
–διότι λέει, στη συνέχεια, «τα συστήματα των νερών τα ονόμασε θάλασσες»–·
η φράση δηλώνει ότι τα νερά συγκεντρώθηκαν όλα μαζί, ξεχωριστά από την
ξηρά. «Τα νερά, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν στις δεξαμενές τους και
φάνηκε
η ξηρά». Έτσι σχηματίστηκαν οι δύο θάλασσες που περιβρέχουν την Αίγυπτο
–καθόσον αυτή βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θάλασσες.
(Οι θάλασσες) περιέχουν διάφορα πελάγη, βουνά, νησιά, κόλπους και
λιμένες, που περιλαμβάνουν αιγιαλούς και ακτές –αιγιαλός λέγεται
η παραλία που έχει άμμο, ενώ ακτή λέγεται αυτή που έχει
πέτρες και είναι
απότομη, δηλαδή αυτή που έχει βάθος από την αρχή της. Παρόμοια,
σχηματίσθηκε θάλασσα στα ανατολικά και λέγεται Ινδική, καθώς και
βόρεια και λέγεται Κασπία· αλλά και οι λίμνες σχηματίσθηκαν από τότε.
Ο Ωκεανός, λοιπόν, είναι σαν ποταμός που περικυκλώνει όλη τη γη· γι’
αυτόν, όπως νομίζω, είπε η Αγία Γραφή, ότι «ένα ποτάμι πηγάζει από τον
Παράδεισο» το οποίο έχει πόσιμο και γλυκό νερό. Αυτός χύνει στις θάλασσες
το νερό του, το οποίο, όταν μείνει στάσιμο στις θάλασσες για πολύ χρόνο,
γίνεται πικρό, επειδή ο ήλιος και οι σίφωνες αντλούν πάντοτε το πιο ελαφρό
μέρος του· έτσι σχηματίζονται τα σύννεφα και πέφτουν οι βροχές, ενώ
ταυτόχρονα το νερό γίνεται γλυκό και καθαρίζεται.
Αυτός (ο Ωκεανός) διαιρείται σε τέσσερα μέρη, δηλαδή σε τέσσερις ποταμούς.
Το όνομα του πρώτου είναι Φεισών, δηλαδή ο Γάγγης στην Ινδία. Το όνομα
του δευτέρου είναι Γηών· αυτός είναι ο Νείλος, που πηγάζει από την Αιθιοπία
και χύνεται στην Αίγυπτο. Το όνομα του τρίτου είναι Τίγρης και του
τετάρτου Ευφράτης. Υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα μεγάλα ποτάμια, από
τα οποία άλλα χύνονται στη θάλασσα και άλλα σκορπίζουν στην ξηρά.
Γι’ αυτό όλη η ξηρά είναι διάτρητη και έχει υπόγεια νερά σαν φλέβες,
μέσα από τις οποίες παίρνει τα θαλάσσια νερά και αναβλύζει τις πηγές.
Και το νερό των πηγών είναι ανάλογο με την ποιότητα της γης. Διότι, το
θαλασσινό νερό καθαρίζει και διϋλίζεται μέσα στη γη, και έτσι γίνεται γλυκό.
Αν όμως το έδαφος του τόπου, απ’ όπου πηγάζει το νερό, είναι πικρό ή
αλμυρό, τότε και το νερό είναι ανάλογο με το χώμα. Συχνά, επίσης, επειδή το
νερό συμπιέζεται και εκτινάσσεται με πίεση, γίνεται ζεστό, και έτσι πηγάζουν
τα φυσικά θερμά νερά. Με εντολή, λοιπόν, του Θεού υπάρχουν κοιλώματα
στη γη, και μ’ αυτόν τον τρόπο τα νερά συγκεντρώθηκαν στις δεξαμενές τους·
από εκεί δημιουργήθηκαν και τα βουνά.
Πρώτα στο νερό, λοιπόν, έδωσε εντολή ο Θεός να βγάλει ζωντανούς
οργανισμούς, επειδή επρόκειτο ν’ ανακαινίσει τον άνθρωπο με το νερό και
με το Άγιο Πνεύμα, το οποίο στην αρχή της δημιουργίας κινούνταν πάνω από
τα νερά. Αυτό βέβαια το είπε ο Μέγας Βασίλειος. Και έβγαλε το νερό μικρά
και μεγάλα ζώα, θαλάσσια κήτη, δράκοντες, ιχθείς που έρπουν μέσα στα
νερά και πτηνά που πετούν. Με τα πτηνά συνδέονται το νερό, η ξηρά και ο
αέρας· διότι αυτά προήλθαν από τα νερά, ζουν στην ξηρά και πετούν στον
αέρα. Το νερό μάλιστα είναι το πιο ωραίο στοιχείο της φύσεως και πολύ
χρήσιμο· καθαρίζει, όχι μόνον τη σωματική βρωμιά, αλλά και την ψυχική,
εφόσον δεχθεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 23. Περὶ πελαγῶν
Διαδέχεται τὸ Αἰγαῖον πέλαγος Ἑλλήσποντος, λήγων εἰς Ἄβυδον
καὶ Σηστόν· εἶτα ἡ Προποντὶς, λήγουσα εἰς Χαλκηδόνα καὶ
Βυζάντιον, ἔνθα τὰ στενά, ἀφ᾿ ὧν ὁ Πόντος ἄρχεται· εἶτα ἡ Μαιῶτις
λίμνη. Πάλιν δὲ ἀπ᾿ ἀρχῆς Εὐρώπης καὶ Λιβύης Ἰβηρικόν, τὸ ἀπὸ
Στηλῶν εἰς Πυρήνην τὸ ὄρος· Λιγυστικὸν δὲ, τὸ ἕως τῶν τῆς
Τυρρηνίας περάτων· Σαρδώνιον δὲ, τὸ ὑπὲρ τὴν Σαρδὼ, νεῦον
πρὸς τὴν Λιβύην κάτω· Τυρρηνικὸν δὲ, τὸ μέχρι Σικελίας λῆγον,
ἀρχόμενον ἀπὸ τῶν τῆς Λιγυστικῆς ἄκρων· εἶτα Λιβυκόν· εἶτα
Κρητικὸν καὶ Σικελικὸν καὶ Ἰόνιον καὶ Ἄδριον, τὸ δὲ ἀνακεχυμένον
ἐκ τοῦ Σικελικοῦ πελάγους, ὃν καλοῦσιν Κορινθιακὸν κόλπον, ἤτοι
Ἀλκυονίδα θάλασσαν. Τῷ δὲ Σουνίῳ καὶ Σκυλλαίῳ περιεχόμενον
πέλαγος, Σαρωνικόν· εἶτα Μυρτῷον καὶ Ἰκάριον, ἐν ᾧ αἱ Κυκλάδες·
εἶτα Καρπάθιον καὶ Παμφύλιον καὶ Αἰγύπτιον. Ὑπὲρ δὲ τὸ Ἰκάριον
ἑξῆς ἀναχεῖται τὸ Αἰγαῖον. Ἔστι δὲ ὁ τῆς Εὐρώπης παράπλους ἀπὸ
Τανάιδος ποταμοῦ ἐκβολῶν ἕως Ἡρακλέους στηλῶν στάδια Ϛθψθ΄·
τῆς δὲ Λιβύης ἀπὸ Τίγγεως ἕως στόματος Κανωβικοῦ στάδια βθσνβ΄·
τῆς δὲ Ἀσίας ἀπὸ Κανώβου ἕως Τανάιδος ποταμοῦ μετὰ τῶν
κόλπων ὁ παράπλους στάδια δρια´. Ὁμοῦ παράλιος σὺν κόλποις τῆς
καθ᾿ ἡμᾶς οἰκουμένης στάδια ιγθοβ´.
Για τα πελάγη
Ο Ελλήσποντος, που τελειώνει στην Άβυδο και τη Σηστό, διαδέχεται το
Αιγαίο πέλαγος. Έπειτα είναι η Προποντίδα, η οποία καταλήγει στη
Χαλκηδόνα και το Βυζάντιο, όπου είναι τα στενά από τα οποία αρχίζει ο
Πόντος. Ακολουθεί η λίμνη Μαιώτις. Επίσης, στην άκρη της Ευρώπης και της
Λιβύης είναι το Ιβηρικό πέλαγος, από τις Στήλες του Ηρακλή έως τα
Πυρηναία Όρη. Μετά είναι το Λιγυστικό πέλαγος, που φθάνει στα πέρατα της
Τυρηνίας. Μετά είναι το Σαρδόνιο πέλαγος, πάνω από την Σαρδηνία, και
εκτείνεται κάτω προς τη Λιβύη· το Τυρρηνικό πέλαγος επίσης, που
καταλήγει στη Σαρδηνία και αρχίζει από τα όρια της Λιγυστικής· έπειτα το
Λυβικό πέλαγος· κατόπιν το Κρητικό, της Σικελίας, το Ιόνιο, της Αδριατικής,
που απλώνεται στο πέλαγος της Σικελίας και που το ονομάζουν Κορινθιακό
κόλπο ή Αλκυονίδα θάλασσα. Μετά είναι το Σαρωνικό πέλαγος, μεταξύ του
Σουνίου και του Σκυλλαίου· ακολουθεί το Μυρτώο και Ικάριο πέλαγος, όπου
βρίσκονται οι Κυκλάδες. Έπειτα είναι το Καρπάθιο, Παμφύλιο και Αιγυπτιακό
πέλαγος. Ο παράπλους της Ευρώπης από τις εκβολές του ποταμού Τάναη
(=Δον) έως τις Ηράκλειες στήλες είναι εξακόσια εννέα χιλιάδες επτακόσια
εννέα στάδια· ο παράπλους της Λιβύης από τη Τίγγη (=Ταγγέρη) έως την
είσοδο του Κανώβου (=Αβουκίρ) είναι διακόσια εννέα χιλιάδες διακόσια
πενήντα δύο στάδια. Ο περίπλους της Ασίας από τον Κάνωβο έως τον ποταμό
Τανάη με τις ακτές των κόλπων είναι τέσσερις χιλιάδες εκατόν ένδεκα στάδια.
Παρόμοια, ο περίπλους όλης της οικουμένης μαζί με το μήκος των ακτών
είναι ένα εκατομμύριο τριακόσιες εννέα χιλιάδες και εβδομήντα δύο στάδια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 24. Περὶ γῆς καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς.
Ἡ γῆ ἓν τῶν τεσσάρων στοιχείων ἐστὶ ξηρόν τε καὶ ψυχρὸν καὶ
βαρὺ καὶ ἀκίνητον, ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι τῇ
πρώτῃ ἡμέρᾳ παρηγμένον. «Ἐν ἀρχῇ» γάρ, φησίν, «ἐποίησεν ὁ Θεὸς
τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν», ἧς τὴν ἕδραν καὶ τὴν βάσιν οὐδεὶς τῶν
ἀνθρώπων εἰπεῖν δεδύνηται. Οἱ μὲν γὰρ ἐπὶ ὑδάτων φασὶν ἡδράσθαι
καὶ πεπῆχθαι αὐτήν, ὥς φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Τῷ στερεώσαντι τὴν
γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων», οἱ δὲ ἐπὶ τοῦ ἀέρος. Ἄλλος δέ φησιν·
«Ὁ ἑδράσας τὴν γῆν ἐπ᾿ οὐδενός». Καὶ πάλιν ὁ θεηγόρος Δαυὶδ ὡς ἐκ
προσώπου τοῦ Δημιουργοῦ· «Ἐγώ», φησίν, «ἐστερέωσα τοὺς στύλους
αὐτῆς», τὴν συνεκτικὴν αὐτῆς δύναμιν στύλους ὀνομάσας. Τὸ δὲ «ἐπὶ
θαλασσῶν ἐθεμελίωσεν αὐτὴν» δηλοῖ τὸ πανταχόθεν περικεχύσθαι
τῇ γῇ τὴν τοῦ ὕδατος φύσιν. Κἂν οὖν ἐφ᾿ ἑαυτῆς, κἂν ἐπὶ ἀέρος, κἂν
ἐπὶ ὑδάτων, κἂν ἐπ᾿ οὐδενὸς δῶμεν ἡδράσθαι αὐτήν, χρὴ μὴ
ἀφίστασθαι τῆς εὐσεβοῦς ἐννοίας, ἀλλὰ πάντα ὁμοῦ συγκρατεῖσθαι,
ὁμολογεῖν καὶ συνέχεσθαι τῇ δυνάμει τοῦ κτίσαντος.
Ἐν ἀρχῇ μὲν οὖν, καθώς φησιν ἡ θεία Γραφή, ὑπὸ ὑδάτων
ἐκαλύπτετο καὶ ἀκατασκεύαστος, ἤτοι ἀκόσμητος ἦν. Τοῦ δὲ Θεοῦ
προστάξαντος τὰ τῶν ὑδάτων δοχεῖα γεγόνασι, καὶ τότε τὰ ὄρη
ὑπῆρξαν, τῷ τε θείῳ προστάγματι τὸν οἰκεῖον ἀνείληφε κόσμον
παντοδαπέσι χλόαις καὶ φυτοῖς ὡραϊσθεῖσα, οἷς τὸ θεῖον ἐνέθηκε
πρόσταγμα δύναμιν αὐξητικήν τε καὶ θρεπτικὴν καὶ σπερματικὴν,
ἤτοι ὁμοίου γεννητικήν.
Ἐξήγαγε δὲ τοῦ Δημιουργοῦ κελεύσαντος καὶ παντοῖα γένη ζῴων
ἑρπετῶν τε καὶ θηρίων καὶ κτηνῶν. Πάντα μὲν πρὸς τὴν τοῦ
ἀνθρώπου εὔκαιρον χρῆσιν, ἀλλὰ τούτων τὰ μὲν πρὸς βρῶσιν, οἷον
ἐλάφους, πρόβατα, δορκάδας καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ δὲ πρὸς διακονίαν,
οἷον καμήλους, βοῦς, ἵππους, ὄνους καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ δὲ πρὸς
τέρψιν οἷον πιθήκους, καὶ τῶν ὀρνέων κίσσας τε καὶ ψιττακοὺς καὶ
τὰ τοιαῦτα· καὶ τῶν φυτῶν δὲ καὶ βοτανῶν τὰ μὲν κάρπιμα καὶ
ἐδώδιμα, τὰ δὲ εὐώδη καὶ ἀνθηρὰ πρὸς τέρψιν ἡμῖν δεδωρημένα, οἷον
τὸ ῥόδον καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ δὲ πρὸς νοσημάτων ἴασιν. Οὐκ ἔστι γὰρ
οὐδὲν ζῷον, οὐδὲ φυτόν, ἐν ᾧ οὐκ ἐνέργειάν τινα τῇ τῶν ἀνθρώπων
χρείᾳ χρησιμεύουσαν ὁ Δημιουργὸς ἐναπέθετο. Ὁ γὰρ τὰ πάντα
πρὶν γενέσεως αὐτῶν ἐπιστάμενος εἰδώς, ὡς μέλλει ἐν αὐτεξουσίῳ
παραβάσει ὁ ἄνθρωπος γενέσθαι καὶ τῇ φθορᾷ παραδίδοσθαι, πάντα
πρὸς εὔκαιρον χρῆσιν αὐτοῦ, τά τε ἐν τῷ στερεώματι τά τε ἐν τῇ γῇ
καὶ τὰ ἐν ὕδασιν ἔκτισε.
Πρὸ μὲν οὖν τῆς παραβάσεως, πάντα ὑποχείρια τῷ ἀνθρώπῳ ἦν·
ἄρχοντα γὰρ αὐτὸν κατέστησεν ὁ Θεὸς πάντων τῶν ἐν τῇ γῇ καὶ
τῶν ἐν τοῖς ὕδασι. Καὶ ὁ ὄφις δὲ συνήθης τῷ ἀνθρώπῳ ἦν, μᾶλλον
τῶν ἄλλων αὐτῷ προσερχόμενος καὶ τερπνοῖς προσομιλῶν τοῖς
κινήμασιν. Ὅθεν δι᾿ αὐτοῦ τὴν κακίστην ὁ ἀρχέκακος Διάβολος
ὑποθήκην τοῖς προπάτορσιν εἰσηγήσατο. Καὶ ἡ γῆ δὲ αὐτομάτη τοὺς
καρποὺς ἔφερε πρὸς χρείαν τῶν ὑποχειρίων αὐτῷ ζῴων, καὶ οὔτε
ὄμβρος ἦν τῇ γῇ οὔτε χειμών. Μετὰ δὲ τὴν παράβασιν, ἡνίκα
«παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς»,
ἄρχειν ἐν ἑαυτῷ τὴν ἄλογον ἐπιθυμίαν τοῦ λογικοῦ νοῦ
παρασκευάσας, παρήκοος τῆς τοῦ Δεσπότου ἐντολῆς γενόμενος,
ἐπανέστη τῷ ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ χειροτονηθέντι ἄρχοντι
ἡ ὑποχείριος κτίσις, καί ἐτάγη ἐν ἱδρῶτι ἐργάζεσθαι τὴν γῆν, ἐξ ἧς
ἐλήφθη.
Ἀλλ᾿ οὐδὲ νῦν ἄχρηστος ἡ τῶν θηρίων χρῆσις ἐκφοβοῦσα καὶ πρὸς
ἐπίγνωσιν καὶ ἐπίκλησιν τοῦ πεποιηκότος φέρουσα Θεοῦ. Καὶ ἡ
ἄκανθα δὲ μετὰ τὴν παράβασιν ἐξεφύη τῆς γῆς κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου
ἀπόφασιν, μεθ᾿ ἣν συνεζεύχθη καὶ τῇ ἀπολαύσει τοῦ ῥόδου ἡ ἄκανθα
εἰς ὑπόμνησιν τῆς παραβάσεως ἡμᾶς ἄγουσα, δι᾿ ἣν ἀκάνθας καὶ
τριβόλους ἡ γῆ ἀνατέλλειν ἡμῖν κατεδικάσθη.
Ὅτι μὲν ταῦτα οὕτως ἔχει, πιστευτέον ἐκ τοῦ καὶ μέχρι τοῦ νῦν τὴν
τούτων διαμονὴν ἐνεργεῖν τὸν τοῦ Κυρίου λόγον· ἔφη γάρ·
«Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν».
Σφαιροειδῆ δέ τινές φασι τὴν γῆν, ἕτεροι δὲ κωνοειδῆ. Ἥττων δὲ καὶ
πάνυ σμικροτέρα ἐστὶ τοῦ οὐρανοῦ, ὥσπερ τις στιγμὴ ἐν μέσῳ
τούτου κρεμαμένη. Καὶ αὐτὴ δὲ παρελεύσεται καὶ ἀλλαγήσεται.
Μακάριος δέ ἐστιν ὁ τὴν τῶν πραέων γῆν κληρονομῶν· ἡ γὰρ
μέλλουσα τοὺς ἁγίους ὑποδέχεσθαι γῆ ἀθάνατός ἐστι. Τίς οὖν ἀξίως
τὴν ἄπειρόν τε καὶ ἀκατάληπτον τοῦ Δημιουργοῦ σοφίαν
θαυμάσειεν; Ἢ τίς τῆς πρεπούσης εὐχαριστίας ἐφίκοιτο τοῦ δοτῆρος
τῶν τοσούτων ἀγαθῶν;
Για τη γη και για όσα προέρχονται απ’ αυτήν.
Η γη είναι ένα από τέσσερα στοιχεία της φύσεως· είναι ξηρό, ψυχρό, βαρύ
και ακίνητο. Ο Θεός τη δημιούργησε από το μηδέν την πρώτη ημέρα της
δημιουργίας. Διότι, (η Γραφή) λέει «ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον
ουρανό και τη γη»· και κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει τη θέση και
τη βάση της γης. Άλλοι λένε ότι έχει στηριχθεί και σταθεροποιηθεί πάνω στα
νερά, όπως λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Αυτός που τη στερέωσε πάνω στα
νερά»· άλλοι πάλι λένε ότι στηρίζεται στον αέρα. Και άλλος λέει: «Αυτός που
στήριξε τη γη πάνω στο τίποτε». Και πάλι ο προφήτης Δαβίδ λέει για
λογαριασμό του Δημιουργού: «Εγώ στήριξα τους στύλους της γης»· και με τη
λέξη «στύλοι» εννοεί τα θεμέλιά της που την συγκρατούν. Η φράση πάλι
«θεμελίωσε τη γη στις θάλασσες» εννοεί ότι η γη περιβάλλεται από παντού
με νερά. Έτσι, είτε δεχθούμε ότι η γη στηρίζεται στον εαυτό της, είτε στον
αέρα, είτε στα νερά, είτε πάνω σε τίποτε, πρέπει να μην απομακρυνθούμε
από τον ευσεβή λογισμό, αλλά να ομολογούμε ότι η δύναμη του Δημιουργού
είναι που τα συγκρατεί όλα και τα συντηρεί.
Στην αρχή, λοιπόν, όπως μας λέει η Αγία Γραφή, η γη καλυπτόταν από νερά
και ήταν αδιαμόρφωτη, δηλαδή αστόλιστη. Όταν όμως έδωσε εντολή ο Θεός,
σχηματίσθηκαν οι δεξαμενές των νερών και τότε φάνηκαν τα βουνά.
Με τη θεία εντολή, η γη πήρε τον κατάλληλο στολισμό της, αφού ομόρφυνε
με κάθε είδους χόρτα και φυτά. Μέσα σ’ αυτά ο Θεός, με εντολή του,
έβαλε την αυξητική, θρεπτική και αναπαραγωγική δύναμη, που γεννά τα
ίδια είδη.
Επίσης, με πρόσταγμα του Δημιουργού, η γη έδωσε κάθε είδους ζώα, ερπετά,
θηρία και κτήνη. Όλα, βέβαια, έγιναν για να τα έχει ο άνθρωπος στην
αναγκαία χρήση· άλλα απ’ αυτά να τα έχει για φαγητό, όπως ελάφια, πρόβατα,
ζαρκάδια και παρόμοια· άλλα να τα έχει για να τον υπηρετούν, όπως καμήλες,
βόδια, άλογα, γαϊδούρια και τα όμοια· και άλλα να τα έχει για διασκέδαση,
όπως τους πίθηκους και από τα πτηνά τις καρακάξες, τους παπαγάλους και
τα παρόμοια. Από τα φυτά και τα βότανα, άλλα είναι καρποφόρα και
φαγώσιμα, άλλα ευωδιαστά και ανθοστόλιστα, τα οποία μας έχουν δοθεί ως
δώρα όπως τα τριαντάφυλλα και τα όμοια, και άλλα για θεραπεία από
ασθένειες. Διότι δεν υπάρχει κανένα ζώο ούτε φυτό, μέσα στο οποίο ο
Δημιουργός δεν έβαλε κάποια χρήσιμη ενέργεια για τις ανάγκες των
ανθρώπων. Διότι ο Θεός, επειδή τα γνώριζε όλα πριν τα δημιουργήσει και
γνώριζε επίσης ότι ο άνθρωπος πρόκειται θεληματικά να γίνει παραβάτης και
να παραδοθεί στη φθορά, τα δημιούργησε όλα –αυτά που υπάρχουν στο
στερέωμα, στη γη και το νερό– για να χρησιμοποιεί ο άνθρωπος κατάλληλα.
Πριν, λοιπόν, από την παράβαση, όλα ήταν στην εξουσία του ανθρώπου,
καθώς ο Θεός τον είχε καταστήσει άρχοντα όλων των κτισμάτων και της γης
και των υδάτων. Και το φίδι μάλιστα ήταν εξοικειωμένο με τον άνθρωπο και
τον πλησίαζε περισσότερο από τα άλλα ζώα και με ευχάριστες κινήσεις του
σώματός του τον διασκέδαζε. Γι’ αυτό ο αρχέκακος Διάβολος μέσω αυτού
εισηγήθηκε στους προπάτορες τη χειρότερη συμβουλή. Η γη πάλι αυτόματα
παρήγαγε καρπούς για τις ανάγκες των ζώων που ήταν στην εξουσία του, και
ούτε βροχή υπήρχε στη γη ούτε κακοκαιρία. Μετά την παράβαση όμως,
όταν «μπλέχτηκε με τα ανόητα ζώα και έγινε όμοιος μ’ αυτά», έκανε ώστε
η παράλογη επιθυμία να εξουσιάζει το λογικό νου του, διότι παράκουσε
την εντολή του Δεσπότου. Τότε, η κτίση που ήταν κάτω από την εξουσία
του ανθρώπου, καθώς είχε ορισθεί άρχοντάς της από το Δημιουργό,
επαναστάτησε εναντίον του· έτσι πήρε την εντολή να εργάζεται με ιδρώτα
τη γη, από την οποία προήλθε.
Αλλά και η τωρινή χρησιμότητα των θηρίων δεν είναι χωρίς ωφέλεια, διότι
μας προκαλούν φόβο και μας οδηγούν στην επίκληση της βοήθειας του Θεού.
Και τα αγκάθια ακόμη που, σύμφωνα με απόφαση του Κυρίου, φύτρωσαν από
τη γη μετά την παράβαση, μετά απ’ αυτήν συνδέθηκαν με την απόλαυση
των τριαντάφυλλων, για να μας υπενθυμίζουν την παράβαση, εξαιτίας της
οποίας η γη τιμωρήθηκε να βγάζει για μας αγκάθια και τριβόλια.
Και ότι αυτά έτσι είναι, πρέπει να το πιστεύουμε από το γεγονός ότι μέχρι και
σήμερα ο λόγος του Κυρίου ενεργεί τη διατήρησή τους· διότι είπε:
«Ν’ αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε και να γεμίσετε τη γη».
Ορισμένοι λένε ότι η γη είναι σφαιρική, ενώ άλλοι κωνική. Είναι βέβαια πολύ
πιο μικρή από τον ουρανό, σαν μια κουκίδα που αιωρείται στο μέσον του.
Αλλάκαι αυτή θα παρέλθει και θα μεταβληθεί. Και είναι μακάριος αυτός που
κληρονομεί τη γη των πράων ανθρώπων· διότι η μέλλουσα γη που θα
υποδεχθεί τους αγίους είναι αθάνατη. Ποιός, λοιπόν, μπορεί να εκφράσει
θαυμασμό όπως αξίζει για την άπειρη και ακατάληπτη σοφία του Δημιουργού;
Ή, ποιός μπορεί να ευχαριστήσει επάξια τον δοτήρα τόσων μεγάλων αγαθών;
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 24. Εἰσὶ δὲ αἱ γνωσθεῖσαι ἐπαρχίαι τῆς γῆς ἤτοι σατραπίαι
αὗται· Εὐρώπης μὲν ἐπαρχίαι λ´, πίνακες ί· (α) Ἰουβερνία, νῆσος Βρετανική (β)
Ἀλουίωνος νῆσος Βρετανική (γ) Ἱσπανία Βαιτική (δ) Ἱσπανία Λουσιτανία (ε)
Ἱσπανία Ταρακωνησία (στ) Γαλλία Ἀκουιτανία (ζ) Γαλλία Λουγδονησία (η)
Γαλλία Κελτική (θ) Γαλλία Ναρβωνησία (ι) Γερμανία μεγάλη ιά Ῥαιτία καὶ
Οὐινδελικία ι΄ Νωρικόν ι΄ Παννονία ἡ ἄνω ι΄ Παννονία ἡ κάτω ιέ Ἰλλυρίς
ι΄ Δελματία ι΄ Ἰταλία ιή Κύρνος νῆσος ι΄ Σαρδὼ νῆσος ΄ Σικελία νῆσος
κά Σαρματία ἡ ἐν Εὐρώπῃ κ΄ Ταυρικὴ Χερσόνησος κ΄ Ἰάζυγες Μετανάσται
κ΄ Δακία κέ Μυσία ἡ ἄνω κ΄ Μυσία ἡ κάτω κ΄ Θρᾴκη κή Χερσόνησος κ΄
Μακεδονία ΄ Ἤπειρος λά Ἀχαΐα λ΄ Εὔβοια νῆσος λ΄ Πελοπόννησος λ΄
Κρήτη νῆσος. Λιβύης ἐπαρχίαι ι´, πίνακες ή· ά Μαυριτανία Τιγγιτανή ΄
Μαυριτανία Καισαρηνσία ΄ Νουμιδία ΄ Ἀφρικὴ ὅλη έ Κυρηναϊκὴ
πεντάπολις ΄ Μαρμαρική ΄ Λιβύη ή Αἴγυπτος ἡ κάτω ΄ Αἴγυπτος Θηβαΐς
ί ἡ ἐντὸς Ἀφρικῆς Λιβύη ιά ἡ ἄνω Αἰγύπτου Αἰθιοπία ι΄ ἡ ἐντὸς τούτων
πάντων νωτιωτάτη Αἰθιοπία. Ἀσίας ἠπείρου μεγάλης ἐπαρχίαι μή,
κανόνες ι΄· ά Βιθυνία Πόντου ΄ Ἀσία ἡ ἰδίως, πρὸς τῇ Ἐφέσῳ ΄ Φρυγία
μεγάλη ΄ Λυκία έ Γαλατία ΄ Παφλαγονία ΄ Παμφυλία ή Καππαδοκία ΄
Ἀρμενία μικρά ί Κιλικία ιά Σαρματία ἡ ἐντὸς Ἀσίας ι΄ Κολχίς ι΄ Ἰβηρία ι΄
Ἀλβανία ιέ Ἀρμενία μεγάλη ι΄ Κύπρος νῆσος ι΄ Συρία κοίλη ιή Συρία
Φοινίκη ι΄ Συρία Παλαιστίνη ΄ Ἀραβία Πετραία κά Μεσοποταμία κ΄
Ἀραβία ἔρημος κ΄ Βαβυλωνία κ΄ Ἀσσυρία κέ Σουσιανή κ΄ Μηδία κ΄ Περσίς
κή Παρθία κ΄ Καρμανία ἔρημος ΄ Καρμανία ἑτέρα λά Ἀραβία εὐδαίμων λ΄
Ὑρκανία λ΄ Μαργιανή λ΄ Βακτριανή λέ Σογδιανή λ΄ Σακῶν λ΄ Σκυθία ἡ
ἐντὸς Ἰμάου ὄρους λή Σκυθία ἡ ἐκτὸς Ἰμάου ὄρους λ΄ Σηρική ΄ Ἀρεία μά
Παροπανισάδαι μ΄ Δραγγιανή μ΄ Ἀραχωσία μ΄ Γεδρωσία μέ Ἰνδικὴ ἡ
ἐντὸς Γάγγου τοῦ ποταμοῦ μ΄ Ἰνδικὴ ἡ ἐκτὸς Γάγγου τοῦ ποταμοῦ μ΄
Σῖναι μή Ταπροβάνη νῆσος. Ὁμοῦ γίνονται Εὐρώπης μὲν πίνακες ί,
ἐπαρχίαι λ´, πόλεις ἐπίσημοι ριή Λιβύης δὲ πίνακες μὲν ή, χῶραι δὲ ι´,
πόλεις ἐπίσημοι ν΄ Ἀσίας δὲ μεγάλης πίνακες μὲν ι´, ἐπαρχίαι δὲ μή, πόλεις
ἐπίσημοι ρ΄ αἱ πᾶσαι τῆς οἰκουμένης χῶραι Ϟ´, πόλεις τ´. Ἔθνη δὲ οἰκεῖ τὰ
πέρατα· κατ᾿ ἀπηλιώτην Βακτριανοί, κατ᾿ εὗρον Ἰνδοί, κατὰ Φοίνικα
Ἐρυθρὰ θάλασσα καὶ Αἰθιοπία, κατὰ λευκόνοτον οἱ ὑπὲρ Σύρτιν
Γεράμαντες, κατὰ λίβα Αἰθίοπες καὶ δυσμικοὶ Ὑπέρμαυροι, κατὰ ζέφυρον
Στῆλαι καὶ ἀρχαὶ Λιβύης καὶ Εὐρώπης, κατὰ ἀργέστην Ἰβηρία ἡ νῦν
Ἱσπανία, κατὰ δὲ θρασκίαν Κελτοὶ καὶ τὰ ὅμορα, κατὰ ἀπαρκτίαν οἱ ὑπὲρ
Θρᾴκην Σκύθαι, κατὰ βορρᾶν Πόντος Μαιῶτις καὶ Σαρμάται, κατὰ
καικίαν Κασπία θάλασσα καὶ Σάκες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 25. Περὶ παραδείσου
Ἐπειδὴ δὲ ἔμελλεν ὁ Θεὸς ἐξ ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου κτίσεως
πλαστουργεῖν τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα τε καὶ ὁμοίωσιν,
ὥσπερ τινὰ βασιλέα καὶ ἄρχοντα πάσης τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν αὐτῇ
προκαθίστησιν αὐτῷ οἷόν τι βασίλειον, ἐν ᾧ διαιτώμενος μακαρίαν
καὶ πανολβίαν ἕξει ζωήν. Οὗτός ἐστιν ὁ θεῖος παράδεισος, Θεοῦ
χερσὶν ἐν Ἐδὲμ πεφυτευμένος, εὐφροσύνης καὶ θυμηδίας ἁπάσης
ταμιεῖον. Ἐδὲμ γὰρ τρυφὴ ἑρμηνεύεται. Ἐν τῇ ἀνατολῇ μὲν πάσης
τῆς γῆς ὑψηλότερος κείμενος, εὐκραὴς δὲ καὶ ἀέρι λεπτῷ καὶ
καθαρωτάτῳ περιλαμπόμενος, φυτοῖς ἀειθαλέσι κομῶν, εὐωδίας
πλήρης, φωτὸς ἔμπλεως, ὥρας ἁπάσης αἰσθητῆς καὶ κάλλους
ὑπερβαίνων ἐπίνοιαν, θεῖον ὄντως χωρίον καὶ ἄξιον τοῦ κατ᾿ εἰκόνα
Θεοῦ ἐνδιαίτημα, ἐν ᾧ οὐδὲν τῶν ἀλόγων ηὐλίζετο, μόνος δὲ ὁ
ἄνθρωπος, τῶν θείων χειρῶν τὸ πλαστούργημα.
Ἐν μέσῳ τούτου ξύλον ζωῆς ὁ Θεὸς ἐφύτευσεν καὶ ξύλον τῆς
γνώσεως. Τὸ μὲν ξύλον τῆς γνώσεως ἀπόπειράν τινα καὶ δοκιμὴν
καὶ γυμνάσιον τῆς τοῦ ἀνθρώπου ὑπακοῆς καὶ παρακοῆς. Διὸ καὶ
ξύλον τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν κέκληται, ἢ ὅτι δύναμιν
ἐδίδου γνωστικὴν τοῖς μεταλαμβάνουσι τῆς οἰκείας φύσεως, ὅπερ
καλὸν μὲν τοῖς τελείοις, κακὸν δὲ τοῖς ἀτελεστέροις, ἔτι καὶ τὴν
ἔφεσιν λιχνοτέροις, ὥσπερ στερεὰ τροφὴ τοῖς ἀπαλοῖς ἔτι καί
δεομένοις γάλακτος· οὐκ ἐβούλετο γὰρ ὁ κτίσας ἡμᾶς Θεὸς μεριμνᾶν
καὶ περὶ πολλὰ τυρβάζεσθαι, οὐδὲ φροντιστὰς καὶ προνοητὰς τῆς
ἰδίας ζωῆς γενέσθαι.
Ὅπερ δὴ καὶ πέπονθεν ὁ Ἀδάμ· γευσάμενος γὰρ ἔγνω, ὅτι γυμνὸς ἦν,
καὶ περίζωμα ἑαυτῷ περιεποιεῖτο· φύλλα γὰρ συκῆς λαβὼν
περιεζώσατο. Πρὸ δὲ τῆς γεύσεως γυμνοὶ ἦσαν ἀμφότεροι, ὅ τε
Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, καὶ οὐκ ᾐσχύνοντο. Τοιούτους δὲ ἀπαθεῖς ἐβούλετο
εἶναι ἡμᾶς ὁ Θεός (ἀπαθείας γὰρ ἄκρας τοῦτό ἐστιν). Ἔτι δὲ καὶ
ἀμερίμνους, ἓν ἔργον ἔχοντας, τὸ τῶν ἀγγέλων, ὑμνεῖν ἀλήκτως καὶ
ἀδιαλείπτως τὸν κτίσαντα, καὶ τῆς αὐτοῦ κατατρυφᾶν θεωρίας καὶ
αὐτῷ ἐπιρρίπτειν τὴν ἑαυτῶν μέριμναν. Ὅπερ καὶ διὰ τοῦ
προφήτου Δαυὶδ πρὸς ἡμᾶς ἀπεφθέγξατο· «Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον
τὴν μέριμνάν σου», λέγων, «καὶ αὐτός σε διαθρέψει». Καὶ ἐν τοῖς ἱεροῖς
Εὐαγγελίοις τοὺς οἰκείους μαθητὰς διδάσκων φησί· «Μὴ μεριμνήσητε
τῇ ψυχῇ ὑμῶν, τί φάγητε, καὶ τῷ σώματι ὑμῶν, τί ἐνδύσησθε». Καὶ
πάλιν· «Αἰτεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ,
καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Καὶ πρὸς τὴν Μάρθαν·
«Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά, ἑνὸς δέ ἐστι
χρεία· Μαρία γὰρ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ
ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς»· τὸ καθῆσθαι δηλονότι παρὰ τοὺς πόδας
αὐτοῦ καὶ ἀκούειν τῶν λόγων αὐτοῦ.
Τὸ δὲ τῆς ζωῆς ξύλον ἢ ξύλον ἔχον ἐνέργειαν ζωῆς παρεκτικὴν ἢ τοῖς
τῆς ζωῆς ἀξίοις καὶ τῷ θανάτῳ οὐχ ὑποκειμένοις μόνοις ἐδώδιμον.
Τινὲς μὲν οὖν αἰσθητὸν τὸν παράδεισον ἐφαντάσθησαν, ἕτεροι δὲ
νοητόν. Πλὴν ἔμοιγε δοκεῖ, ὅτι ὥσπερ ὁ ἄνθρωπος αἰσθητὸς ἅμα καὶ
νοητὸς δεδημιούργητο, οὕτω καὶ τὸ τούτου ἱερώτατον τέμενος
αἰσθητὸν ἅμα καὶ νοητὸν καὶ διπλῆν ἔχον τὴν ἔμφασιν· τῷ γὰρ
σώματι ἐν τῷ θειοτάτῳ χώρῳ καὶ ὑπερκαλλεῖ, καθὼς ἱστορήσαμεν,
αὐλιζόμενος, τῇ ψυχῇ ἐν ὑπερτέρῳ καὶ ἀσυγκρίτῳ καὶ
περικαλλεστέρῳ τόπῳ διέτριβε Θεὸν ἔχων οἶκον τὸν ἔνοικον καὶ
αὐτὸν ἔχων εὐκλεὲς περιβόλαιον καὶ τὴν αὐτοῦ περιβεβλημένος
χάριν καὶ τοῦ μόνου γλυκυτάτου καρποῦ τῆς αὐτοῦ θεωρίας
κατατρυφῶν, οἷά τις ἄγγελος ἄλλος καὶ ταύτῃ τρεφόμενος. Ὅπερ
δὴ καὶ ξύλον ζωῆς ἀξίως ὠνόμασται· ζωῆς γὰρ θανάτῳ μὴ
διακοπτομένης ἡ γλυκύτης τῆς θείας μεθέξεως τοῖς μεταλαμβάνουσι
μεταδίδωσιν. Ὃ δὴ καὶ πᾶν ξύλον ὁ Θεὸς ἐκάλεσεν· «Ἀπὸ παντὸς
ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει», φησί, «φάγεσθε·» αὐτὸς γάρ
ἐστι τὸ πᾶν, ἐν ᾧ καὶ δι᾿ οὗ τὸ πᾶν συνέστηκε.
Τὸ δὲ τῆς τοῦ καλοῦ τε καὶ κακοῦ γνώσεως ξύλον ἡ τῆς πολυσχεδοῦς
θεωρίας διάγνωσις. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ τῆς οἰκείας ἐπίγνωσις φύσεως,
ἥτις καλὴ μὲν τοῖς τελείοις καὶ ἐν τῇ θείᾳ θεωρίᾳ βεβιωκόσιν,
ἐξ ἑαυτῆς τὴν τοῦ Δημιουργοῦ μεγαλουργίαν δημοσιεύουσα, τοῖς μὴ
δεδιόσι μετάπτωσιν διὰ τὸ ἐκ τοῦ χρόνου εἰς ἕξιν τινὰ τῆς τοιαύτης
ἐληλακέναι θεωρίας, οὐ καλὴ δὲ τοῖς νέοις ἔτι καὶ τὴν ἔφεσιν
λιχνοτέροις, οὓς διὰ τὸ ἀβέβαιον τῆς ἐν τῷ κρείττονι διαμονῆς καὶ
μήπω παγίως ἐνεδρασθῆναι τῇ τοῦ μόνου καλοῦ προσεδρείᾳ ἡ τοῦ
οἰκείου κηδεμονία σώματος πρὸς ἑαυτὴν ἀνθέλκειν καὶ περισπᾶν
πέφυκεν.
Οὕτω διπλοῦν οἶμαι τὸν θεῖον παράδεισον. Καὶ ἀληθῶς οἱ θεοφόροι
Πατέρες παρέδωκαν οἵ τε οὕτως, οἵ τε ἐκείνως διδάξαντες. Δυνατὸν
δὲ νοῆσαι πᾶν ξύλον τὴν ἐκ πάντων τῶν κτισμάτων τῆς θείας
δυνάμεως γινομένην ἐπίγνωσιν, ὥς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Τὰ
γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα
καθορᾶται». Πασῶν δὲ τῶν ἐννοιῶν καὶ θεωριῶν τούτων ἡ καθ᾿ ἡμᾶς
ὑψηλοτέρα πέφυκεν, ἡ τῆς ἡμετέρας φημὶ συστάσεως, ὥς φησιν ὁ
θεῖος Δαυίδ· «Ἐθαυμαστώθη ἡ γνῶσίς σου ἐξ ἐμοῦ», τουτέστιν ἐκ τῆς
ἐμῆς κατασκευῆς. Ἐπισφαλὴς δὲ αὕτη τῷ Ἀδὰμ ὑπῆρχε νεοπαγεῖ
ὄντι, δι᾿ ἃς εἴπομεν αἰτίας.
Ἤ ξύλον μὲν ζωῆς τὴν ἐκ πάντων τῶν αἰσθητῶν ἐγγινομένην
θειοτέραν ἔννοιαν καὶ τὴν δι᾿ αὐτῶν ἐπὶ τὸν ἁπάντων γενεσιουργόν
τε καὶ δημιουργὸν καὶ αἴτιον ἀναγωγήν, ὅπερ καὶ πᾶν ξύλον
ὠνόμασε, τὸ πλῆρες καὶ ἀδιαίρετον, μόνην τε τοῦ καλοῦ φέρων τὴν
μέθεξιν, ξύλον δὲ γνώσεως καλοῦ καὶ πονηροῦ τὴν αἰσθητὴν καὶ
ἐνήδονον βρῶσιν, τὴν τῷ δοκεῖν μὲν γλυκαίνουσαν, τῷ ὄντι δὲ ἐν
μετουσίᾳ κακῶν τὸν μετέχοντα καθιστῶσαν· φησὶ γὰρ ὁ Θεός· «Ἀπὸ
παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ», διὰ πάντων,
οἶμαι, τῶν κτισμάτων ἐπ᾿ ἐμὲ τὸν ποιητὴν ἀναβιβάσθητι, λέγων, καὶ
ἕνα καρπὸν ἐκ πάντων κάρπωσαι, ἐμὲ τὴν ὄντως ζωήν. Πάντα σοι
ζωὴν καρποφορείτωσαν, καὶ τὴν ἐμὴν μέθεξιν ποιοῦ τῆς οἰκείας
ὑπάρξεως σύστασιν· οὕτω γὰρ ἔσῃ ἀθάνατος. «Ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου
τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ. ᾟ δ᾿ ἂν
ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»· φυσικῶς γὰρ ἡ
αἰσθητὴ βρῶσις τοῦ ὑπεκρεύσαντός ἐστιν ἀναπλήρωσις καὶ εἰς
ἀφεδρῶνα χωρεῖ καὶ φθοράν· καὶ ἀμήχανον ἄφθαρτον διαμένειν τὸν
αἰσθητῆς βρώσεως ἐν μετουσίᾳ γινόμενον.

Ἢ ξύλον μὲν ζωῆς ἡ μετοχὴ τοῦ θεοῦ, δι᾿ ἧς καὶ οἱ ἄγγελοι τρέφονται, δι᾿
ἧς τὴν ἀφθαρσίαν λαμβάνειν ἠμέλλομεν· ἔδει γὰρ ἡμᾶς πρῶτον
ἀδιακρίτως ὑποταγῆναι τῷ νόμῳ τοῦ θεοῦ, ἕως εἰς τελείαν ἕξιν τῆς
ἀρετῆς ἤλθομεν, καὶ οὕτως δῶρον παρὰ θεοῦ λαβεῖν τὴν διάκρισιν
καλοῦ τε καὶ κακοῦ, ὅπερ ἐστὶ ξύλον τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ κακόν.
Οὐκ ἀσφαλὴς γὰρ τῷ ἀρτιπαγεῖ ἡ διάκρισις τῶν λογισμῶν καὶ τὸ
ἀντιρρητικὸν διὰ τὸ ἐμπαθῆ ἔτι καὶ ἡδυπαθῆ ἔχειν τὸν λογισμόν. Ξύλον
μὲν οὖν ζωῆς φημι τὴν ἐκ θεοῦ δεδομένην ἐντολήνξύλον γὰρ ζωῆς ἐστιν
ἡ δικαιοσύνη πᾶσι τοῖς ἀντεχομένοις αὐτῆς. Καὶ ηὐλόγηται ξύλον, δι᾿ οὗ
δικαιοσύνη πεφύτευται, φησὶ Σολομώνξύλον δὲ γνώσεως τὴν διάκρισιν
καλοῦ τε καὶ κακοῦ. Ἔδει οὖν τὸν Ἀδὰμ διὰ τῆς ἀδιακρίτου ὑπακοῆς
ἑνωθῆναι θεῷ καὶ πλουτῆσαι τῇ ἑνώσει τὴν θέωσιν ἐν καιρῷ, ὅτε ὁ φύσει
θεὸς ηὐδόκει, καὶ πάντων τὴν ἀληθῆ γνῶσίν τε καὶ διάκρισιν καὶ τὴν
ἀπέραντον ζωήν. Ἔδει δὲ ἀπόπειραν γενέσθαι τῆς ἀδιακρίτου ὑπακοῆς.
Δίδωσι τοίνυν ἐντολὴν ὁ θεός, μὴ γεύσασθαι τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως,
μὴ πιστεῦσαι τῇ ἰδίᾳ διακρίσει μηδὲ φαγεῖν ἀπὸ ξύλου τινὸς ἔχοντος
φυσικὴν ἐνέργειαν ἐμποιητικὴν τῆς ἐπιγνώσεως ἑαυτοῦ ἤτοι τῆς ἰδίας
φύσεως. Προσβαλόντος οὖν τοῦ πονηροῦ διὰ τοῦ ὄφεως καὶ εἰπόντος·
«ἔσεσθε ὡς θεοὶ γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν», ἐὰν φάγητε, ἐπίστευσε
τῇ ἰδίᾳ διακρίσει, καὶ ἔδοξεν αὐτῷ καλὸν ἡ θέωσις καὶ ἡ γνῶσις. Καὶ οὐκ
ἐλογίσατο, ὅτι πάντα καλὰ ἐν καιρῷ αὐτῶν καὶ οὐ καλὸν τὸ καλόν, εἰ
μὴ καλῶς γένηται, καὶ ὡς οὐ χρὴ προαρπάζειν τὸ δοθησόμενον παρὰ
γνώμην τοῦ διδόντος τὸ εἶναι καὶ τὸ εὖ εἶναι. Καὶ εἶδεν, ὡς καλόν, καὶ
ἔφαγεν καὶ ἐγυμνώθη τῆς πρὸς θεὸν ἐκστάσεως, καὶ διηνοίχθησαν οἱ
ὀφθαλμοὶ οἱ σωματικοί, καὶ τὰ πάθη ἐκινήθησαν, καὶ ἔγνωσαν, ὅτι
γυμνοί εἰσι, καὶ ᾐσχύνθησαν. Καὶ περιεσπάσθησαν ἀπὸ θεοῦ καὶ ὡς νήπιοι
ἐλιχνεύθησαν πρὸς τὴν ἡδονὴν καὶ ἐξωρίσθησαν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς
καὶ θνητοὶ γεγόνασιν. ᾜδει δὲ ὁ ἐχθρὸς ἐκ τῆς πείρας, ὅτι τὸ
προσεδρεύειν θεῷ θεώσεως καὶ ζωῆς αἰωνίου γίνεται πρόξενον.

Για τον Παράδεισο.
Επειδή επρόκειτο ο Θεός να πλάσει τον άνθρωπο από ορατή και αόρατη
φύση, σύμφωνα με τη δική του εικόνα και ομοιότητα, σαν κάποιο βασιλιά
και άρχοντα όλης της γης και των αγαθών της, γι’ αυτό το λόγο προετοιμάζει
γι’ αυτόν κάτι σαν παλάτι, μέσα στο οποίο αν κατοικεί θα έχει μακάρια και
τρισευτυχισμένη ζωή. Αυτός ο τόπος είναι ο θείος παράδεισος, τον οποίο
ο Θεός έχει φυτέψει με τα χέρια του, ταμείο κάθε χαράς και ευχαριστήσεως.
Διότι η λέξη Εδέμ σημαίνει απόλαυση. Ήταν βέβαια στην ανατολή και
βρισκόταν πιο ψηλά απ’ όλη τη γη, αλλά είχε εύκρατο κλίμα και
ακτινοβολούσε από λεπτό και πολύ καθαρό αέρα· ήταν κατάφυτος από
αειθαλή φυτά, γεμάτος από ευωδία και φως, ο οποίος ξεπερνά στη φαντασία
κάθε εποχή του έτους και ομορφιά· είναι πράγματι θείος τόπος και άξια
κατοικία του ανθρώπου που πλάσθηκε κατ’ εικόνα Θεού, μέσα στον οποίο
δεν σύχναζε κανένα από τα άλογα ζώα, αλλά μόνον ο άνθρωπος, το
πλαστούργημα του Θεού.
Και στο μέσον του Παραδείσου ο Θεός φύτευσε το δένδρο της ζωής και το
δένδρο της γνώσεως. Το δένδρο της γνώσεως δόθηκε ως αφορμή, δοκιμασία
και άσκηση της υπακοής και παρακοής του ανθρώπου. Γι’ αυτό και πήρε
το όνομα «ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού»· διότι έδινε σε όσους
το δοκίμαζαν τη δύναμη να γνωρίσουν τη φύση τους· αυτό όμως ήταν καλό
για τους τέλειους, αλλά κακό για τους ατελείς και τους επιρρεπείς στις
επιθυμίες· ακριβώς όπως η ξηρά τροφή κάνει κακό στα βρέφη που τρέφονται
ακόμη με γάλα. Διότι ο Θεός που μας έπλασε δεν ήθελε να μεριμνάμε και
ν’ ασχολούμαστε με πολλά, ούτε ακόμη να φροντίζουμε και να
προνοούμε
για τη δική μας τη ζωή.
Εδώ όμως την έπαθε ο Αδάμ· διότι, μόλις γεύθηκε τον καρπό του δένδρου,
αισθάνθηκε τη γύμνια του και φρόντισε να βάλει ένδυμα· πήρε δηλαδή φύλλα
συκιάς και ντύθηκε. Ενώ, πριν από τη γεύση, και οι δύο, ο Αδάμ και η Εύα,
ήταν γυμνοί, αλλά δεν ντρέπονταν. Διότι, τόσο πολύ ο Θεός ήθελε να είμαστε
απαθείς (διότι η γυμνότητα είναι χαρακτηριστικό της τέλειας απάθειας).
Ήθελε ακόμη να είμαστε αμέριμνοι, έχοντας ένας έργο, το αγγελικό, να
δοξολογούμε δηλαδή ακατάπαυστα τον Πλάστη μας, να εντρυφούμε στη δική
του θεωρία και να εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν τη φροντίδα του εαυτού μας.
Αυτό μας το είπε και με τον προφήτη Δαβίδ, με τα εξής λόγια: « Άφησε τη
μέριμνά σου στον Κύριο και Αυτός θα σε αναθρέψει». Αλλά και στα ιερά
Ευαγγέλια δίδασκε τους μαθητές του με τα ακόλουθα λόγια: «Μη φροντίσετε
για την ψυχή σας τί θα φάει, και για το σώμα τί θα φορέσει». Και συνεχίζει:
«Ζητάτε τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαίωση που Αυτός προσφέρει,
και τα υπόλοιπα θα έλθουν στη ζωή σας». Και προς τη Μάρθα λέει:
«Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και ασχολείσαι με πολλά, αλλά ένα είναι αναγκαίο·
η Μαρία έκανε την καλή επιλογή, την οποία δε θα τη χάσει
ποτέ».
Ως επιλογή της εννοούσε βέβαια ότι καθόταν στα πόδια του και άκουγε
τα λόγια του.
Τό δένδρο όμως της ζωής ήταν δένδρο που είχε ζωοπάροχη ενέργεια και
ήταν φαγώσιμο μόνον απ’ αυτούς που ήταν άξιοι της ζωής και δεν
υπόκεινταν στο θάνατο. Ορισμένοι βέβαια θεωρούσαν αισθητό τον παράδεισο,
ενώ άλλοι νοητό. Εγώ όμως έχω τη γνώμη ότι, όπως ο άνθρωπος πλάστηκε και
αισθητός και νοητός, έτσι και το ιερώτατο τέμενός του δημιουργήθηκε
ταυτόχρονα αισθητό και νοητό και με διπλή όψη. Διότι, όπως εξιστορήσαμε,
κατοικούσε με το σώμα στο θεϊκό και πανέμορφο τόπο,
ενώ με την ψυχή ζούσε σε ακόμη ανώτερο και ασύγκριτο και
πανέμορφο τόπο, έχοντας ως ένοικο της κατοικίας του το Θεό και ως
ένδοξο ένδυμα τον ίδιο το Θεό· ήταν ντυμένος με τη Χάρη του και
απολάμβανε το μοναδικό γλυκύτατο καρπό, τη θεωρία του προσώπου του,
η οποία τον έτρεφε σαν άλλο άγγελο. Γι’ αυτό το λόγο, πανάξια πήρε το
όνομα «δένδρο της ζωής». Διότι η γλυκύτητα της κοινωνίας με το Θεό
μεταδίδει στους μετόχους της ζωή που δεν διακόπτεται από το θάνατο.
Ο Θεός αυτό το ονόμασε «κάθε δένδρο» και είπε: «Από κάθε δένδρο που
βρίσκεται στον Παράδεισο θα τρώτε»· διότι ο Ίδιος είναι το παν και με τη
δύναμή του σχημάτισε τα πάντα.
Το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού είναι η διάκριση της
κάθε είδους παρατηρήσεως. Και αυτή είναι η τέλεια γνώση της φύσεως,
η οποία είναι βέβαια καλή για τους τέλειους και γι’ αυτούς που ζουν τη
θεωρία του Θεού, διότι τους καθιστά γνωστή την παντοδυναμία του
Δημιουργού και δεν φοβούνται την πτώση, καθώς με την πάροδο του χρόνου
έχουν φθάσει σε κάποιο βαθμό αυτής της θεωρίας· δεν είναι όμως καλή για
τους νέους και επιρρεπείς στις επιθυμίες, διότι η φροντίδα για το σώμα τους
τραβά την προσοχή και τους αποσπά, καθώς είναι ασταθείς στην παραμονή
στο αγαθό και δεν σταθεροποιήθηκαν ακόμη στην αφοσίωση στο μοναδικό
καλό.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο θείος Παράδεισος έχει δύο έννοιες. Και οι θεοφόροι
Πατέρες μας παρέδωσαν την αλήθεια, είτε δίδαξαν τη μία είτε την άλλη έννοια.
Μπορούμε μάλιστα να ερμηνεύσουμε ότι η έκφραση «παν ξύλον» σημαίνει
την τέλεια γνώση που προέρχεται από τα δημιουργήματα της θείας δυνάμεως,
όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Ο αόρατος κόσμος γίνεται αντιληπτός από τα
κτιστά δημιουργήματα». Και απ’ όλες τις έννοιες και παρατηρήσεις πιο
σπουδαία είναι αυτή που αναφέρεται σε μας, στη δική μας σύσταση, όπως λέει
ο προφήτης Δαβίδ: «Από την γνώση του εαυτού μου θαυμάζω τη σοφία σου»·
δηλαδή, από την παρατήρηση της φύσεώς μου. Αυτή όμως η γνώση ήταν
επικίνδυνη για τον Αδάμ, που ήταν άπειρος, για τους λόγους που εκθέσαμε.
Ή πρέπει να θεωρήσουμε ως δένδρο της ζωής την πιο βαθιά έννοια για το
Θεό που προέρχεται από τα κτιστά, και την αναγωγή μέσω αυτών στον
Πλάστη, Δημιουργό και Αίτιο όλων των όντων· και αυτό το ονόμασε «παν
ξύλον», εννοώντας δηλαδή την πληρότητα και την ενότητα, που μας παρέχει
την μοναδική μετοχή του καλού· και «δένδρο της γνώσεως του καλού και του
κακού» ονόμασε την αισθητή και ηδονική βρώση, η οποία φαίνεται γλυκιά,
αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί αυτόν που την γεύεται στην μετοχή των
κακών· διότι λέει ο Θεός: «Από κάθε δένδρο του Παραδείσου μπορείς να
φας»· νομίζω είναι σαν να λέει ο Θεός, «με όλα τα κτιστά οδηγήσου σε μένα
τον Πλάστη και δοκίμασε τον μοναδικό καρπό, εμένα,την όντως ζωή. Όλα ας
σου προσφέρουν ως καρπό την ζωή, και την κοινωνία μαζί μου να την κάνεις
συστατικό της υπάρξεώς σου· διότι έτσι θα γίνεις αθάνατος». «Και δεν θα
φάτε από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού. Την ημέρα που
θα φάτε απ’ αυτό, θα πεθάνετε». Διότι η αισθητή τροφή είναι από τη φύση της
αναπλήρωση αυτών που αποβάλλονται και πηγαίνει στον αφεδρώνα και
χάνεται· και είναι αδύνατον να μένει άφθαρτος αυτός που καταναλώνει την
αισθητή τροφή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 26. Περὶ ἀνθρώπου
Οὕτω μὲν οὖν τὴν νοητὴν οὐσίαν ὑπεστήσατο ὁ Θεός, ἀγγέλους
φημὶ καὶ πάντα τὰ κατ᾿ οὐρανὸν τάγματα –ταῦτα γὰρ ἀριδήλως
νοερᾶς ἐστι καὶ ἀσωμάτου φύσεως· «ἀσωμάτου» δέ φημι
συγκρινομένης πρὸς τὴν τῆς ὕλης παχύτητα· μόνον γὰρ ὄντως τὸ
θεῖον ἄυλόν τε καὶ ἀσώματον–, ἔτι δὲ καὶ τὴν αἰσθητήν, οὐρανόν τε
καὶ γῆν καὶ τὰ τούτων ἐν μέσῳ κείμενα· καὶ τὴν μὲν οἰκείαν (οἰκεία
γὰρ Θεῷ ἡ λογικὴ φύσις καὶ νῷ μόνῳ ληπτή), τὴν δὲ πάντῃ που
πορρωτάτω κειμένην, ὡς ὑπὸ τὴν αἴσθησιν δηλαδὴ πίπτουσαν.
Ἔδει δὲ ἐξ ἀμφοτέρων μίξιν γενέσθαι, καί σοφίας μείζονος γνώρισμα
καὶ τῆς περὶ τὰς φύσεις πολυτελείας, ὥς φησιν ὁ θεηγόρος Γρηγόριος,
οἷόν τινα σύνδεσμον «τῆς ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου φύσεως». Τὸ δὲ
«ἔδει», φημὶ, τὴν τοῦ Δημιουργοῦ ὑπεμφαίνων βούλησιν· αὕτη γὰρ
θεσμὸς καὶ νόμος πρεπωδέστατος, καὶ οὐδεὶς ἐρεῖ τῷ πλαστουργῷ·
«Τί με ἐποίησας οὕτως»; Ἐξουσίαν γὰρ ἔχει ὁ κεραμεὺς ἐκ τοῦ ἰδίου
πηλοῦ διάφορα κατασκευάζειν σκεύη πρὸς ἔνδειξιν τῆς ἑαυτοῦ σοφίας.
Ἐπεὶ δὲ ταῦτα οὕτως εἶχεν, ἐξ ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου φύσεως
δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπον οἰκείαις χερσὶ κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα τε καὶ
ὁμοίωσιν· ἐκ γῆς μὲν τὸ σῶμα διαπλάσας, ψυχὴν δὲ λογικὴν καὶ
νοερὰν διὰ τοῦ οἰκείου ἐμφυσήματος δοὺς αὐτῷ, ὅπερ δὴ θείαν
εἰκόνα φαμέν· τὸ μὲν γὰρ «κατ᾿ εἰκόνα» τὸ νοερὸν δηλοῖ καὶ
αὐτεξούσιον, τὸ δὲ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τὴν τῆς ἀρετῆς κατὰ τὸ δυνατὸν
ὁμοίωσιν.
Ἅμα δὲ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ πέπλασται· οὐ τὸ μὲν πρῶτον, τὸ δὲ
ὕστερον κατὰ τὰ Ὠριγένους ληρήματα.
Ἐποίησεν οὖν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον ἄκακον, εὐθῆ, ἐνάρετον, ἄλυπον,
ἀμέριμνον, πάσῃ ἀρετῇ κατηγλαϊσμένον, πᾶσιν ἀγαθοῖς κομῶντα,
οἷόν τινα κόσμον δεύτερον, ἐν μεγάλῳ μικρόν, ἄγγελον ἄλλον,
προσκυνητὴν μικτόν, ἐπόπτην τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μύστην τῆς
νοουμένης, βασιλέα τῶν ἐπὶ γῆς, βασιλευόμενον ἄνωθεν, ἐπίγειον
καὶ οὐράνιον, πρόσκαιρον καὶ ἀθάνατον, ὁρατὸν καὶ νοούμενον,
μέσον μεγέθους καὶ ταπεινότητος, τὸν αὐτὸν πνεῦμα καὶ σάρκα·
σάρκα διὰ τὴν ἔπαρσιν, πνεῦμα διὰ τὴν χάριν· τὸ μὲν ἵνα πάσχῃ καὶ
πάσχων ὑπομιμνήσκηται καὶ παιδεύηται, τὸ δὲ ἵνα μένῃ καὶ δοξάζῃ
τὸν εὐεργέτην, τῷ μεγέθει φιλοτιμούμενον, ζῷον ἐνταῦθα
οἰκονομούμενον τουτέστιν ἐν τῷ παρόντι βίῳ, καὶ ἀλλαχοῦ
μεθιστάμενον ἐν τῷ αἰῶνι τῷ μέλλοντι, καί πέρας τοῦ μυστηρίου τῇ
πρὸς Θεὸν νεύσει θεούμενον· θεούμενον δὲ τῇ μετοχῇ τῆς θείας
ἐλλάμψεως καὶ οὐκ εἰς τὴν θείαν μεθιστάμενον οὐσίαν.
Ἐποίησε δὲ αὐτὸν φύσιν ἀναμάρτητον καὶ θέλησιν αὐτεξούσιον.
Ἀναμάρτητον δέ φημι οὐχ ὡς μὴ ἐπιδεχόμενον ἁμαρτίαν –μόνον
γὰρ τὸ θεῖον ἁμαρτίας ἐστὶν ἀνεπίδεκτον–, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ἐν τῇ φύσει
τὸ ἁμαρτάνειν ἔχοντα, ἐν τῇ προαιρέσει δὲ μᾶλλον, ἤτοι ἐξουσίαν
ἔχοντα μένειν καὶ προκόπτειν ἐν τῷ ἀγαθῷ τῇ θείᾳ συνεργούμενον
χάριτι, ὡσαύτως καὶ τρέπεσθαι ἐκ τοῦ καλοῦ καὶ ἐν τῷ κακῷ
γίνεσθαι, τοῦ Θεοῦ παραχωροῦντος διὰ τὸ αὐτεξούσιον· οὐκ ἀρετὴ
γὰρ τὸ βίᾳ γινόμενον.
Ψυχὴ τοίνυν ἐστὶν οὐσία ζῶσα, ἁπλῆ, ἀσώματος, σωματικοῖς
ὀφθαλμοῖς κατ᾿ οἰκείαν φύσιν ἀόρατος, λογική τε καὶ νοερά,
ἀσχημάτιστος, ὀργανικῷ κεχρημένη σώματι καὶ τούτῳ ζωῆς,
αὐξήσεώς τε καὶ αἰσθήσεως καὶ γεννήσεως παρεκτική, οὐχ ἕτερον
ἔχουσα παρ᾿ ἑαυτὴν τὸν νοῦν, ἀλλὰ μέρος αὐτῆς τὸ καθαρώτατον·
ὥσπερ γὰρ ὀφθαλμὸς ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς· αὐτεξούσιος,
θελητική τε καὶ ἐνεργητική, τρεπτὴ, ἤτοι ἐθελότρεπτος, ὅτι καὶ
κτιστή. Πάντα ταῦτα κατὰ φύσιν ἐκ τῆς τοῦ δημιουργήσαντος
αὐτὴν χάριτος εἰληφυῖα, ἐξ ἧς καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸ φύσει οὕτως εἶναι
εἴληφεν.
Ὁσαχῶς τό ἀσώματον
Ἀσώματα δὲ καὶ ἀόρατα καὶ ἀσχημάτιστα κατὰ δύο τρόπους
νοοῦμεν· τὰ μὲν κατ᾿ οὐσίαν, τὰ δὲ κατὰ χάριν· καὶ τὰ μὲν φύσει ὄντα,
τὰ δὲ πρὸς τὴν τῆς ὕλης παχύτητα. Ἐπὶ Θεοῦ μὲν οὖν φύσει, ἐπὶ δὲ
ἀγγέλων καὶ δαιμόνων καὶ ψυχῶν χάριτι, καὶ ὡς πρὸς τὴν τῆς ὕλης
παχύτητα λέγεται ἀσώματον.
Σῶμά ἐστι τὸ τριχῇ διαστατὸν ἤγουν τὸ ἔχον μῆκος καὶ πλάτος καὶ
βάθος, ἤτοι πάχος. Πᾶν δὲ σῶμα ἐκ τῶν τεσσάρων στοιχείων
συνίσταται, τὰ δὲ τῶν ζῴων σώματα ἐκ τῶν τεσσάρων χυμῶν.
Χρὴ εἰδέναι, ὅτι τέσσαρα στοιχεῖά ἐστι· γῆ, ξηρὰ καὶ ψυχρά· ὕδωρ,
ψυχρὸν καὶ ὑγρόν· ἀήρ, ὑγρὸς καὶ θερμός· πῦρ, θερμὸν καὶ ξηρόν.
Ὁμοίως καὶ χυμοὶ τέσσαρες, ἀναλογοῦντες τοῖς τέσσαρσι στοιχείοις·
μέλαινα χολὴ ἀναλογοῦσα τῇ γῇ (ξηρὰ γάρ ἐστι καὶ ψυχρά)· φλέγμα
ἀναλογοῦν τῷ ὕδατι (ψυχρὸν γάρ ἐστι καὶ ὑγρόν)· αἷμα ἀναλογοῦν
τῷ ἀέρι (ὑγρὸν γάρ ἐστι καὶ θερμόν)· ξανθὴ χολὴ ἀναλογοῦσα τῷ
πυρί (θερμὴ γάρ ἐστι καὶ ξηρά). Οἱ μὲν οὖν καρποὶ ἐκ τῶν στοιχείων
συνίστανται, οἱ δὲ χυμοὶ ἐκ τῶν καρπῶν, τὰ δὲ τῶν ζῴων σώματα
ἐκ τῶν χυμῶν καὶ εἰς τὰ αὐτὰ ἀναλύεται· πᾶν γὰρ συντιθέμενον εἰς
τὰ αὐτὰ ἀναλύεται, ἐξ ὧν συνετέθη.
Ὅτι ὁ ἄνθρωπος κοινωνεῖ καί ἀψύχοις καί ἀλόγοις καί λογικοῖς.
Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τοῖς ἀψύχοις κοινωνεῖ καὶ τῆς
τῶν ἀλόγων μετέχει ζωῆς καὶ τῆς τῶν λογικῶν μετείληφε νοήσεως.
Κοινωνεῖ γὰρ τοῖς μὲν ἀψύχοις κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ἀπὸ τῶν
τεσσάρων στοιχείων κρᾶσιν, τοῖς δὲ φυτοῖς κατά τε ταῦτα καὶ τὴν
θρεπτικὴν καὶ αὐξητικὴν καὶ σπερματικὴν, ἤγουν γεννητικὴν δύναμιν,
τοῖς δὲ ἀλόγοις καὶ ἐν τούτοις μέν, ἐξ ἐπιμέτρου δὲ κατὰ τὴν ὄρεξιν,
ἤγουν θυμὸν καὶ ἐπιθυμίαν καὶ κατὰ τὴν αἴσθησιν καὶ κατὰ τὴν καθ᾿
ὁρμὴν κίνησιν.
Αἰσθήσεις μὲν οὖν εἰσι πέντε· ὅρασις, ἀκοή, ὄσφρησις, γεῦσις, ἁφή. Τῆς
δὲ καθ᾿ ὁρμὴν κινήσεώς ἐστι τὸ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον μεταβατικὸν καὶ
τὸ κινητικὸν ὅλου τοῦ σώματος καὶ τὸ φωνητικὸν καὶ ἀναπνευστικόν·
ταῦτα γὰρ ἐν ἡμῖν ἐστι ποιεῖν καὶ μὴ ποιεῖν.
Συνάπτεται δὲ διὰ τοῦ λογικοῦ ταῖς ἀσωμάτοις καὶ νοεραῖς φύσεσι
λογιζόμενος καὶ νοῶν καὶ κρίνων ἕκαστα καὶ τὰς ἀρετὰς μεταδιώκων
καὶ τῶν ἀρετῶν τὸν κολοφῶνα, τὴν εὐσέβειαν, ἀσπαζόμενος· διὸ καὶ
μικρὸς κόσμος ὁ ἄνθρωπός ἐστιν.
Χρὴ δὲ εἰδέναι, ὡς ἴδια μὲν τοῦ σώματος μόνου τομὴ καὶ ῥεῦσις καὶ
μεταβολή. Μεταβολὴ μὲν ἡ κατὰ ποιότητα, ἤγουν θερμασίαν καὶ
ψύξιν καὶ τὰ τοιαῦτα. Ῥεῦσις δὲ ἡ κατὰ κένωσιν· κενοῦται γὰρ ξηρὰ
καὶ ὑγρὰ καὶ πνεύματα, ὧν χρῄζει τῆς ἀναπληρώσεως· ὥστε φυσικά
εἰσι πάθη ἥ τε πεῖνα καὶ ἡ δίψα· τομή δέ ἡ τῶν χυμῶν ἀπ’ ἀλλήλων
διαχώρισις καί ὁ εἰς εἶδος καί ὕλην μερισμός.
Ἴδια δὲ τῆς ψυχῆς ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ νόησις. Κοινὰ δὲ ψυχῆς καὶ
σώματος αἱ ἀρεταί, ἐχουσῶν καὶ τούτων ἐπὶ τὴν ψυχὴν τὴν
ἀναφοράν, οἷον ψυχῆς προσχρωμένης σώματι.
Χρὴ γινώσκειν, ὅτι τὸ λογικὸν φύσει κατάρχει τοῦ ἀλόγου·
διαιροῦνται γὰρ αἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς εἰς λογικὸν καὶ ἄλογον.
Τοῦ δὲ ἀλόγου μέρη εἰσὶ δύο· τὸ μὲν ἀνήκοόν ἐστι λόγου, ἤγουν οὐ
πείθεται λόγῳ, τὸ δὲ κατήκοόν ἐστι καὶ ἐπιπειθὲς λόγῳ. Ἀνήκοον μὲν
οὖν καὶ μὴ πειθόμενον λόγῳ ἐστὶ τὸ ζωτικόν, ὃ καὶ σφυγμικὸν
καλεῖται, καὶ τὸ σπερματικόν, ἤγουν γεννητικὸν καὶ τὸ φυτικόν, ὃ καὶ
θρεπτικὸν καλεῖται· τούτου δέ ἐστι καὶ τὸ αὐξητικόν, τὸ καὶ
διαπλάσσον τὰ σώματα. Ταῦτα γὰρ οὐ λόγῳ κυβερνῶνται, ἀλλὰ τῇ
φύσει. Τὸ δὲ κατήκοον καὶ ἐπιπειθὲς λόγῳ διαιρεῖται εἰς ἐπιθυμίαν καὶ
θυμόν. Καλεῖται δὲ κοινῶς τὸ ἄλογον μέρος τῆς ψυχῆς παθητικὸν καὶ
ὀρεκτικόν. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι τοῦ ἐπιπειθοῦς λόγῳ ἐστὶ καὶ ἡ καθ᾿
ὁρμὴν κίνησις.
Τοῦ δέ μή πειθομένου λόγῳ ἐστί τό θρεπτικόν καί γεννητικόν καί
σφυγμικόν· καλεῖται δέ φυτικόν μέν τό αὐξητικόν καί τό θρεπτικόν
καί τό γεννητικόν, ζωτικόν δέ τό σφυγμικόν.
Τοῦ μέν οὖν θρεπτικοῦ δυνάμεις εἰσί τέσσαρες· ἑλκτική ἡ ἕλκουσα τήν
τροφήν, καθεκτική ἡ κατέχουσα τήν τροφήν καί μή ἐῶσα αὐτήν
εὐθέως ἐκκριθῆναι, ἀλλοιωτική ἡ ἀλλοιοῦσα τήν τροφήν εἰς τούς
χυμούς, ἀποκριτική ἡ τό περίττωμα διά τοῦ ἀφεδρῶνος ἐκκρίνουσα
καί ἐκβάλλουσα.
Χρή δέ εἰδέναι, ὅτι τῶν κατά τό ζῶον δυνάμεων αἱ μέν εἰσι ψυχικαί,
αἱ δέ φυσικαί, αἱ δέ ζωτικαί. Καί ψυχικαί μέν αἱ κατά προαίρεσιν,
ἤγουν ἡ καθ’ ὁρμήν κίνησις καί ἡ αἴσθησις. Τῆς δέ καθ’ ὁρμήν κινήσεως
ἐστι τό τε κατά τόπον μεταβατικόν καί κινητικόν ὅλου τοῦ σώματος
καί φωνητικόν καί ἀναπνευστικόν· ἐν ἡμῖν γάρ ἐστι τό ποιῆσαι καί
τό μή ποιῆσαι ταῦτα. Φυσικαί δέ καί ζωτικαί αἱ ἀπροαίρετοι. Καί
φυσικαί μέν ἡ θρεπτική καί αὐξητική καί σπερματική, ζωτική δέ ἡ
σφυγμική· αὗται γάρ καί θελόντων ἡμῶν καί μή θελόντων ἐνεργοῦσι.
Δεῖ δέ γινώσκειν, ὅτι τῶν πραγμάτων τὰ μέν ἐστιν ἀγαθά, τὰ δὲ
φαῦλα. Προσδοκώμενον μὲν οὖν ἀγαθὸν ἐπιθυμίαν συνιστᾷ, παρὸν
δὲ ἡδονήν· ὁμοίως δὲ πάλιν προσδοκώμενον κακὸν φόβον, παρὸν δὲ
λύπην. Δεῖ δὲ εἰδέναι, ὅτι ἀγαθὸν ἐνταῦθα εἰπόντες ἢ τὸ ὄντως
ἀγαθὸν ἢ τὸ δοκοῦν ἀγαθὸν εἴπομεν· ὁμοίως καὶ κακόν.
Για τον άνθρωπο.
Έτσι, λοιπόν, δημιούργησε ο Θεός τις νοητές υπάρξεις, εννοώ τους αγγέλους
και όλα τα ουράνια τάγματα –διότι αυτά ολοφάνερα έχουν νοερή και
ασώματη φύση· λέγοντας «ασώματη φύση», την εννοώ σε σύγκριση με την
παχύτητα της ύλης· διότι μόνον το θείο είναι πραγματικά άϋλο και ασώματο.
Δημιούργησε ακόμη την αισθητή φύση, δηλαδή τον ουρανό, τη γη και τα
ενδιάμεσά τους· και δημιούργησε από τη μια την νοητή φύση πλησιέστερη
στο Θεό (διότι η λογική φύση είναι οικεία στο Θεό και γίνεται αντιληπτή μόνο
με το νου)
και από την άλλη την αισθητή φύση εντελώς μακριά του, επειδή
γίνεται αντιληπτή μόνο με τις αισθήσεις.
Αλλά έπρπε να δημιουργηθεί και σύνθεση από τις δύο φύσεις, ως γνώρισμα
μεγαλύτερης σοφίας και γενναιοδωρίας προς τις φύσεις, όπως λέει ο θείος
Γρηγόριος: σαν κάποιος σύνδεσμος «της ορατής και αόρατης φύσεως». Και
λέω «έπρεπε», θέλοντας να δηλώσω τη θέληση του Δημιουργού· διότι αυτή
αποτελεί τον πιο κατάλληλο θεσμό και νόμο, και κανείς δεν μπορεί να πει
στον Πλάστη: «Γιατί μ’ έφτιαξες έτσι;». Διότι ο αγγειοπλάστης έχει τη δύναμη
να φτιάχνει από την ίδια λάσπη διάφορα σκεύη, για να δείξει τη σοφία του.
Όταν λοιπόν αυτά ήταν έτσι, ο Θεός δημιουργεί με τα χέρια του τον άνθρωπο
και από ορατή και από αόρατη φύση, ν’ αποτελεί δική του εικόνα και
ομοίωση· το σώμα το έπλασε από τη γη, ενώ με το δικό του φύσημα έδωσε
τη λογική και νοερή ψυχή, πράγμα το οποίο το ονομάζουμε θεία εικόνα.
Διότι το νοερό και το αυτεξούσιο του ανθρώπου δείχνει το «κατ’ εικόνα»,
ενώ η, όσο είναι δυνατόν, ομοιότητα στην αρετή δείχνει το «καθ’ ομοίωσιν».
Και πλάσθηκαν συγχρόνως το σώμα και η ψυχή· όχι το ένα πρώτα και το άλλο
έπειτα, σύμφωνα με τις φλυαρίες του Ωριγένη.
Ο Θεός, λοιπόν, έπλασε τον άνθρωπο άκακο, απλό, ενάρετο, χαρούμενο,
αμέριμνο, στολισμένο με κάθε αρετή, προικισμένα με όλα τα αγαθά, σαν
κάποιον δεύτερο κόσμο, μικρό κόσμο μέσα σε μεγάλο, άλλο άγγελο,
σύνθετο προσκυνητή, επόπτη της ορατής δημιουργίας, γνώστη των
μυστηρίων της αόρατης, επίγειο βασιλιά που τον κυβερνά από ψηλά,
ταυτόχρονα επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοητό,
ενδιάμεσο μεταξύ μεγαλείου και μικρότητος, τον ίδιο και πνεύμα και σάρκα.
Είναι σάρκα εξαιτίας της υπερηφάνειας και πνεύμα εξαιτίας της χάρης· το ένα,
για να υποφέρει και υποφέροντας να θυμάται και να γίνεται συνετός, και το
άλλο, για να μένει σταθερός και να δοξάζει τον ευεργέτη του φιλοτιμούμενος
από το μεγαλείο του· τον έπλασε ζώσα ύπαρξη που κατ’ οικονομία ζει εδώ,
δηλαδή στην παρούσα ζωή, αλλά που προορίζεται για αλλού,
να μετοικήσει στη μέλλουσα ζωή· και το τέλος του μυστηρίου είναι ότι
θεώνεται με την κίνησή του προς το Θεό· θεώνεται μάλιστα με την μετοχή
στο θείο φωτισμό, αλλά χωρίς να μεταβάλλεται σε θεία ουσία.
Και τον έπλασε αναμάρτητο στη φύση του και αυτεξούσιο στη θέλησή του.
Λέγοντας «αναμάρτητο» δεν εννοώ ότι δεν είναι δεκτικός αμαρτίας –μόνον
ο Θεός είναι ανεπίδεκτος αμαρτίας–, αλλά εννοώ ότι δεν έχει την αμαρτία
στη φύση του, αλλά μάλλον στην προαίρεσή του· δηλαδή, έχει τη δύναμη να
διατηρείται και να προοδεύει στο αγαθό, με τη βοήθεια της θείας χάριτος· και
επίσης, μπορεί να παρεκτραπεί από το καλό και να οδηγηθεί στο κακό,
με παραχώρηση του Θεού, εξαιτίας του αυτεξουσίου του· διότι, ό,τι γίνεται
εξαναγκαστικά, δεν είναι αρετή.
Η ψυχή, επίσης, είναι ζώσα ύπαρξη, απλή, ασώματη· η φύση της είναι
αόρατη με τα μάτια του σώματος· είναι λογική και νοερή,
χωρίς σχήμα· κατοικεί σε οργανικό σώμα και του παρέχει ζωή,
ανάπτυξη, αντίληψη και γέννηση· δεν έχει τον νου σαν κάτι διαφορετικό από
τον εαυτό της, αλλά σαν το πιο καθαρό στοιχείο της· διότι, όπως είναι
το μάτι στο σώμα, έτσι είναι και ο νους για την ψυχή. Είναι αυτεξούσια και
έχει θέληση και ενέργεια· είναι μεταβλητή, δηλαδή μεταβάλλεται σύμφωνα με
τη θέλησή της, διότι είναι κτιστή. Όλα αυτά τα έχει λάβει με φυσική τάξη από
τη χάρη του Δημιουργού της, η οποία της έδωσε και την ύπαρξη και τη φύση.
Με πόσους τρόπους νοείται το ασώματο.
Αντιλαμβανόμαστε τα ασώματα, τα αόρατα και τα άμορφα με δύο τρόπους:
άλλα κατ’ ουσίαν και άλλα κατά χάριν· διότι τα πρώτα είναι από τη φύση
τους, ενώ τα δεύτερα σε αντίθεση με την παχύτητα της ύλης. Για το Θεό
βέβαια λέμε «ασώματος από τη φύση του», ενώ για τους αγγέλους, τους
δαίμονες και τις ψυχές λέμε «ασώματοι χαριστικά και σε αντίθεση με την
παχύτητα της ύλης».
Σώμα είναι αυτό που έχει τρεις διαστάσεις, δηλαδή μήκος, πλάτος και βάθος
ή πάχος. Καί κάθε σώμα συνίσταται από τέσσερα στοιχεία, ενώ τα σώματα
των ζώων αποτελούνται από τέσσερις χυμούς.
Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι τα τέσσερα στοιχεία είναι: η γη, που είναι
ξερή και ψυχρή· το νερό, που είναι ψυχρό και υγρό· ο αέρας, που είναι υγρός
και θερμός· η φωτιά, που είναι θερμή και ξερή.
Το ίδιο και οι χυμοί είναι τέσσερις και αναλογούν στα τέσσερα στοιχεία: η
μαύρη χολή, που αναλογεί στη γη (διότι είναι ξερή και ψυχρή)· το φλέγμα, που
αναλογεί στο νερό (διότι είναι ψυχρό και υγρό)· το αίμα, που αναλογεί στον
αέρα (διότι είναι υγρό και θερμό)· η ξανθή χολή, που αναλογεί στη φωτιά
(διότι είναι θερμή και ξερή). Οι καρποί, λοιπόν, αποτελούνται από τα
στοιχεία, οι χυμοί πάλι από τους καρπούς, ενώ τα σώματα των ζώων
αποτελούνται από τους χυμούς, και αναλύονται σ’ αυτά· διότι καθετί που
είναι σύνθετο, αναλύεται στα μέρη από τα οποία συντίθεται.
Ότι ο άνθρωπος μετέχει και στα άψυχα και τα άλογα και τα λογικά όντα.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος έχει κοινά γνωρίσματα με τα άψυχα·
ακόμη μετέχει στη ζωή των αλόγων ζώων και έχει πάρει τη νόηση από τα
λογικά όντα. Τα κοινά, δηλαδή, γνωρίσματα με τα άψυχα είναι στο σώμα
και στη σύνθεσή του από τέσσερα στοιχεία· με τα φυτά έχει κοινά στοιχεία τη
θρεπτική δυνατότητα, την αυξητική και την σπερματική, δηλαδή την
αναπαραγωγική· με τα άλογα ζώα έχει και τα παραπάνω, αλλά επιπλέον και
τον πόθο, δηλαδή το θυμό και την επιθυμία, και ακόμη την αίσθηση και την
ορμέμφυτη κίνηση.
Οι αισθήσεις βέβαια είναι πέντε· η όραση, η ακοή, η όσφρηση, η γεύση, η αφή.
Στην ορμέμφυτη όμως κίνηση ανήκει η ικανότητα να μεταβαίνει από τόπο σε
σε τόπο, η ικανότητα της κινήσεως όλου του σώματος και η ικανότητα της
φωνής και της αναπνοής· διότι από μας εξαρτάται να τα κάνουμε ή να μην τα
κάνουμε.
Ο άνθρωπος συνδέεται με το λογικό του με τις ασώματες και νοερές φύσεις,
διότι συλλογίζεται, σκέφτεται και κρίνει το καθετί· επιδιώκει τις αρετές και
ποθεί την κορωνίδα των αρετών, εννοώ την ευσέβεια· γι’ αυτό και ο
άνθρωπος είναι ένας μικρός κόσμος.
Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι αποκλειστικά χαρακτηριστικές ιδιότητες του
σώματος είναι η τομή, η ρεύση και η μεταβολή. Μεταβολή βέβαια είναι αυτή
που γίνεται σχετικά με την ποιότητα, δηλαδή η θέρμανση, η ψύξη και τα
παρόμοια. Ρεύση πάλι είναι αυτή που γίνεται με το άδειασμα· αδειάζουν
δηλαδή τα στερεά, τα υγρά και τα αέρια, και χρειάζεται η αναπλήρωσή τους·
επομένως, η πείνα και η δίψα είναι φυσιολογικές μεταβολές. Τομή πάλι είναι
ο διαχωρισμός των χυμών μεταξύ τους και η διαίρεσή τους σύμφωνα με τη
μορφή και την υλική τους σύσταση.
Χαρακτηριστικές πάλι ιδιότητες της ψυχής είναι η ευσέβεια και η νόηση. Ενώ
οι αρετές αποτελούν κοινές ιδιότητες της ψυχής και του σώματος·
αποδίδονται όμως στην ψυχή, διότι η ψυχή κυβερνά το σώμα.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το λογικό από τη φύση του κυβερνά το άλογο·
διότι οι δυνάμεις της ψυχής διαιρούνται σε λογικό και άλογο. Τα μέρη
μάλιστα του αλόγου είναι δύο· το ένα είναι κουφό στη φωνή του λογικού,
δεν υπακούει δηλαδή στη λογική, ενώ το άλλο είναι προσεκτικό και
υπάκουο στη λογική. Ανυπάκουο βέβαια και απείθαρχο στη λογική
είναι το ζωτικό μέρος της ψυχής, το οποίο ονομάζεται και σφυγμικό· επίσης
και το σπερματικό μέρος, δηλαδή το αναπαραγωγικό και το φυτικό, το οποίο
λέγεται και θρεπτικό· σ’ αυτό ανήκει και το αυξητικό μέρος, το οποίο και
διαπλάθει το σώμα. Αυτά δεν τα εξουσιάζει η λογική, αλλά η φύση. Το μέρος
πάλι της ψυχής που είναι προσεκτικό και υπάκουο στη λογική διαιρείται σε
επιθυμία και θυμό. Μάλιστα, το άλογο μέρος της ψυχής ονομάζεται παθητικό
και ορεκτικό
(αυθόρμητο). Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ορμέμφυτη κίνηση
ανήκει στο μέρος της ψυχής που υπακούει στη λογική.
Σ’ αυτό όμως που δεν υπακούει στη λογική ανήκει το θρεπτικό, το γεννητικό
και το σφυγμικό. Το αυξητικό, το θρεπτικό και το γεννητικό ονομάζονται
«φυτικό», ενώ το σφυγμικό καλείται «ζωτικό».
Το θρεπτικό έχει τέσσερις δυνάμεις: την ελκτική, που έλκει την τροφή·
την καθεκτική που κρατεί την τροφή και δεν της επιτρέπει να αποβληθεί
αμέσως· την αλλοιωτική, που μεταβάλλει την τροφή σε χυμούς· την
αποκριτική, η οποία αποβάλλει τα περιττώματα μέσω του αφεδρώνα και τα
απορρίπτει από τον οργανισμό.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι από τις δυνάμεις που υπάρχουν στα όντα άλλες
είναι ψυχικές, άλλες φυσικές και άλλες ζωτικές. Ψυχικές είναι αυτές που
ανήκουν στην προαίρεση, δηλαδή η επιθυμία και η αίσθηση. Στην επιθυμία
ανήκει
η ικανότητα μεταβάσεως από τόπο σε τόπο, η κίνηση όλου του
σώματος, η φωνητική και αναπνευστική ικανότητα· από μας εξαρτάται να τα
ενεργούμε αυτά ή να μην τα ενεργούμε. Φυσικές και ζωτικές δυνάμεις είναι
αυτές που ενεργούν χωρίς τη θέλησή μας. Φυσικές είναι η θρεπτική, η
αυξητική και η αναπαραγωγική· ζωτική είναι η σφυγμική. Αυτές ενεργούν
είτε το θέλουμε είτε όχι.
Επίσης, πρέπει να γνωρίζουμε ότι άλλα από τα πράγματα είναι αγαθά και άλλα
κακά. Το αγαθό που προσδοκάμε γεννά την επιθυμία, ενώ αυτό που έχει
πραγματοποιηθεί γεννά την ευχαρίστηση. Παρόμοια, το προσδοκώμενο κακό
δημιουργεί φόβο, ενώ τα πραγματοποιημένο λύπη. Και να γνωρίζουμε ότι
λέγοντας αγαθό εννοούμε και το αληθινό αγαθό και το θεωρούμενο· το ίδιο
εννούμε και με το κακό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 27. Περὶ ἡδονῶν.
Τῶν ἡδονῶν αἱ μέν εἰσι ψυχικαί, αἱ δὲ σωματικαί. Καὶ ψυχικαὶ μέν,
ὅσαι μόνης εἰσὶ τῆς ψυχῆς αὐτῆς καθ᾿ αὑτὴν ὡς αἱ περὶ τὰ μαθήματα
καὶ τὴν θεωρίαν. Σωματικαὶ δὲ αἱ μετὰ κοινωνίας τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ
σώματος γινόμεναι καὶ διὰ τοῦτο σωματικαὶ καλούμεναι ὡς αἱ περὶ
τροφὰς καὶ συνουσίας καὶ τὰ τοιαῦτα. Μόνου δὲ τοῦ σώματος οὐκ
ἂν εὕροι τις ἡδονάς.
Πάλιν τῶν ἡδονῶν αἱ μέν εἰσιν ἀληθεῖς, αἱ δὲ ψευδεῖς· καὶ αἱ μὲν τῆς
διανοίας μόνης κατ᾿ ἐπιστήμην καὶ θεωρίαν, αἱ δὲ μετὰ σώματος κατ᾿
αἴσθησιν. Καὶ τῶν μετὰ σώματος ἡδονῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαὶ ἅμα καὶ
ἀναγκαῖαι, ὧν χωρὶς ζῆν ἀδύνατον, ὡς αἱ τροφαὶ αἱ τῆς ἐνδείας
ἀναπληρωτικαὶ, καὶ τὰ ἐνδύματα ἀναγκαῖα, αἱ δὲ φυσικαὶ μέν, οὐκ
ἀναγκαῖαι δέ, ὡς αἱ κατὰ φύσιν καὶ κατὰ νόμον μίξεις (αὗται γὰρ εἰς
μὲν τὴν διαμονὴν τοῦ παντὸς γένους συντελοῦσι, δυνατὸν δὲ καὶ
χωρὶς αὐτῶν ἐν παρθενίᾳ ζῆν)· αἱ δὲ οὔτε ἀναγκαῖαι οὔτε φυσικαὶ,
ὡς μέθη καὶ λαγνεία καὶ πλησμοναὶ τὴν χρείαν ὑπερβαίνουσαι· οὔτε
γὰρ εἰς σύστασιν τῆς ζωῆς ἡμῶν συντελοῦσιν οὔτε εἰς διαδοχὴν τοῦ
γένους, τοὐναντίον δέ καὶ βλάπτουσιν. Τὸν τοίνυν κατὰ Θεὸν ζῶντα
δεῖ μετέρχεσθαι τὰς ἀναγκαίας ἅμα καὶ φυσικάς, ἐν δευτέρᾳ δὲ τάξει
τὰς φυσικὰς καὶ οὐκ ἀναγκαίας τίθεσθαι μετὰ τοῦ προσήκοντος
καιροῦ καὶ τρόπου καὶ μέτρου γινομένας, τὰς δὲ ἄλλας χρὴ πάντως
παραιτεῖσθαι.
Καλὰς δὲ ἡδονὰς χρὴ ἡγεῖσθαι τὰς μὴ συμπεπλεγμένας λύπῃ, μήτε
μεταμέλειαν ἐμποιούσας, μηδὲ ἑτέρας βλάβης γεννητικάς, μήτε τοῦ
μετρίου πέραν χωρούσας, μηδέ τῶν σπουδαίων ἔργων ἡμᾶς
ἀφελκούσας ἐπὶ πολὺ ἢ καταδουλούσας.
Για τις ηδονές.
Από τις ηδονές άλλες είναι ψυχικές και άλλες σωματικές. Ψυχικές βέβαια
είναι όσες ανήκουν αποκλειστικά στην ίδια την ψυχή, όπως οι σχετικές με τις
επιστήμες και τη γνώση. Σωματικές πάλι είναι αυτές που απολαμβάνει από
κοινού η ψυχή με το σώμα και γι’ αυτό ονομάζονται σωματικές, όπως είναι
οι σχετικές με την τροφή, τη συνουσία και τα παρόμοια. Αποκλειστικά μόνον
σωματικές ηδονές δεν συναντάς.
Άλλες πάλι ηδονές είναι πραγματικές και άλλες ψεύτικες· οι ηδονές
αποκλειστικά του νου προέρχονται από τις επιστήμες και τη γνώση, ενώ οι
σωματικές από τις αισθήσεις. Από τις σωματικές ηδονές άλλες είναι
φυσιολογικές και αναγκαίες, διότι δεν υπάρχει ζωή χωρίς αυτές· τέτοιες είναι
οι τροφές που χορταίνουν την πείνα και η απαραίτητη ένδυση. Άλλες είναι
φυσιολογικές, όχι όμως απαραίτητες, όπως οι φυσικές και νόμιμες σαρκικές
επαφές (διότι αυτές συντελούν στην αναπαραγωγή όλου του ανθρώπινου
γένους· μπορεί όμωςνα ζήσει κάποια και με παρθενία). Άλλες πάλι ηδονές δεν
είναι απαραίτητες ούτε φυσιολογικές, όπως η μέθη, η ακολασία και το
υπερβολικό φαγητό· διότι δεν συντελούν ούτε στη διατήρηση της ζωής μας
ούτε στην αναπαραγωγή του γένους· το αντίθετο, και βλάπτουν. Αυτός,
λοιπόν, που ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει ν’ απολαμβάνει τις
απαραίτητες και φυσιολογικές ηδονές, να βάζει σε δεύτερη μοίρα τις
φυσιολογικές αλλά όχι απαραίτητες ηδονές, –στον κατάλληλο χρόνο, με τον
ορθό τρόπο και μέτρο–, και ν’ αποφεύγει τελείως τις άλλες.
Πρέπει να θεωρούμε καλές ηδονές αυτές που δεν συνδέονται με την λύπη·
αυτές που δεν προξενούν μεταμέλεια, ούτε δημιουργούν άλλη βλάβη, ούτε
προχωρούν πέρα από το κανονικό, ούτε μας αποσπούν πολύ χρόνο από τις
σοβαρές ασχολίες ούτε μας κάνουν δούλους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 28. Περὶ λύπης
Τῆς δὲ λύπης εἴδη τέσσαρα· ἄχος, ἄχθος, φθόνος, ἔλεος. Ἄχος μὲν οὖν
ἐστι λύπη ἀφωνίαν ἐμποιοῦσα, ἄχθος δὲ λύπη βαρύνουσα, φθόνος δὲ
λύπη ἐπὶ ἀλλοτρίοις ἀγαθοῖς, ἔλεος δὲ λύπη ἐπὶ ἀλλοτρίοις κακοῖς.
Για την λύπη.
Τά είδη της λύπης είναι τέσσερα· η κατάθλιψη, η στενοχώρια, ο φθόνος και η
συμπάθεια. Κατάθλιψη είναι η λύπη που μας αφαιρεί τη φωνή· στενοχώρια
είναι η λύπη που βαραίνει την ψυχή· φθόνος είναι η λύπη για τα αγαθά των
άλλων· και συμπάθεια είναι η λύπη για τη ξένη δυστυχία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 29. Περὶ φόβου.
Διαιρεῖται δὲ καὶ ὁ φόβος εἰς ἕξ· εἰς ὄκνον, εἰς αἰδῶ, εἰς αἰσχύνην, εἰς
κατάπληξιν, εἰς ἔκπληξιν, εἰς ἀγωνίαν. Ὄκνος μὲν οὖν ἐστι φόβος
μελλούσης ἐνεργείας. Αἰδὼς δὲ φόβος ἐπὶ προσδοκίᾳ ψόγου·
κάλλιστον δὲ τοῦτο τὸ πάθος. Αἰσχύνη δὲ φόβος ἐπὶ αἰσχρῷ
πεπραγμένῳ· οὐδὲ τοῦτο δὲ ἀνέλπιστον εἰς σωτηρίαν. Κατάπληξις
δὲ φόβος ἐκ μεγάλης φαντασίας. Ἔκπληξις δὲ φόβος ἐξ ἀσυνήθους
φαντασίας. Ἀγωνία δὲ φόβος διαπτώσεως, ἤγουν ἀποτυχίας·
φοβούμενοι γὰρ ἀποτυχεῖν τῆς πράξεως ἀγωνιῶμεν.
Για το φόβο.
Και ο φόβος διαιρείται σε έξι είδη: στο δισταγμό, την ντροπή, την αισχύνη,
την κατάπληξη, την έκπληξη και την αγωνία. Δισταγμός λοιπόν είναι ο φόβος
για μια μελλοντική μας πράξη. Ντροπή είναι ο φόβος για προσδοκώμενη σε
βάρος μας κατηγορία· αυτό το συναίσθημα μάλιστα είναι πολύ καλό. Αισχύνη
είναι ο φόβος για αισχρές πράξεις· και αυτό το συναίσθημα καλλιεργεί τη
σωτηρία μας. Κατάπληξη είναι ο φόβος απο μεγάλη φαντασίωση. Έκπληξη
είναι ο φόβος από ασυνήθιστη φαντασία. Αγωνία είναι ο φόβος της πτώσεως,
δηλαδή της αποτυχίας· έχουμε αγωνία από φόβο μήπως αποτύχουμε στις
πράξεις μας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 30. Περὶ θυμοῦ
Θυμὸς δέ ἐστι ζέσις τοῦ περὶ καρδίαν αἵματος ἐξ ἀναθυμιάσεως τῆς
χολῆς ἢ ἀναθολώσεως γινομένη. Διὸ καὶ χολὴ λέγεται καὶ χόλος.
Ἔστι δέ, ὅτε ὁ θυμὸς καὶ ὄρεξίς ἐστιν ἀντιτιμωρήσεως· ἀδικούμενοι
γὰρ ἢ νομίζοντες ἀδικεῖσθαι θυμούμεθα, καὶ γίνεται τότε μικτὸν τὸ
πάθος ἐξ ἐπιθυμίας καὶ θυμοῦ.
Εἴδη δὲ τοῦ θυμοῦ τρία· ὀργή, ἥτις καλεῖται χολὴ καὶ χόλος, καὶ μῆνις
καὶ κότος. Θυμὸς μὲν γὰρ ἀρχὴν καὶ κίνησιν ἔχων, ὀργὴ καὶ χολὴ καὶ
χόλος λέγεται. Μῆνις δὲ χολὴ ἐπιμένουσα, ἤγουν μνησικακία· εἴρηται
δὲ παρὰ τὸ μένειν καὶ τῇ μνήμῃ παραδίδοσθαι. Κότος δὲ ὀργὴ
ἐπιτηροῦσα καιρὸν εἰς τιμωρίαν· εἴρηται δὲ καὶ οὗτος παρὰ τὸ
κεῖσθαι.
Ἔστι δὲ ὁ θυμὸς τὸ δορυφορικὸν τοῦ λογισμοῦ, ἔκδικος τῆς ἐπιθυμίας·
ὅταν γὰρ ἐπιθυμήσωμεν πράγματος καὶ κωλυθῶμεν ὑπό τινος,
θυμούμεθα κατ᾿ αὐτοῦ ὡς ἀδικηθέντες, τοῦ λογισμοῦ δηλονότι
κρίναντος ἄξιον ἀγανακτήσεως τὸ γινόμενον ἐπὶ τῶν φυλαττόντων
κατὰ φύσιν τὴν οἰκείαν τάξιν.
Για το θυμό.
Ο θυμός είναι ο βρασμός του αίματος γύρω από την καρδιά και προέρχεται
από ερεθισμό ή αναταραχή της χολής. Γι’ αυτό ονομάζεται και χολή και χόλος.
Κάποτε ο θυμός είναι επιθυμία αντεκδικήσεως· όταν μας αδικούν ή νομίζουμε
ότι μας αδικούν, τότε θυμώνουμε· στην περίπτωση αυτή έχουμε ανάμεικτο
πάθος, από επιθυμία και θυμό.
Τρία είναι τα είδη του θυμού: η οργή, που λέγεται και χολή και χόλος, η μήνη
και ο κότος. Διότι ο θυμός που έχει αρχή και κίνηση, λέγεται και χολή και
χόλος. Μήνη είναι θυμός που κρατάει, δηλαδή μνησικακία· λέγεται έτσι από
το γεγονός ότι παραμένει και διατηρείται στη μνήμη. Κότος είναι η οργή που
καιροφυλακτεί να εκδικηθεί· και έχει πάρει αυτή την ονομασία από το
«κείσθαι» (έχει καθίσει).
Είναι μάλιστα ο θυμός υπηρέτης του λογισμού, υπερασπιστής της επιθυμίας·
όταν, δηλαδή, επιθυμήσουμε κάποιο πράγμα και κάποιος μας εμποδίσει,
θυμώνουμε εναντίον του ότι μας αδίκησε· ο λογισμός, δηλαδή, βγάζει την
απόφαση ότι αυτό που έγινε είναι άξιο να προκαλέσει αγανάκτηση σ’ αυτούς
που από τη φύση τους προστατεύουν τη σχετική τάξη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 31. Περὶ τοῦ φανταστικοῦ
Φανταστικόν ἐστι δύναμις τῆς ἀλόγου ψυχῆς διὰ τῶν αἰσθητηρίων
ἐνεργοῦσα, ἥτις λέγεται αἴσθησις. Φανταστὸν δὲ καὶ αἰσθητὸν τὸ τῇ
φαντασίᾳ καὶ τῇ αἰσθήσει ὑποπῖπτον· ὡς ὅρασις μὲν αὐτὴ ἡ ὀπτικὴ
δύναμις, ὁρατὸν δὲ τὸ ὑποπῖπτον τῇ ὁράσει, λίθος τυχὸν ἤ τι τῶν
τοιούτων. Φαντασία δέ ἐστι πάθος τῆς ἀλόγου ψυχῆς ὑπὸ
φανταστοῦ τινος γινόμενον, φάντασμα δὲ πάθος διάκενον ἐν τοῖς
ἀλόγοις τῆς ψυχῆς ἀπ᾿ οὐδενὸς φανταστοῦ γινόμενον. Ὄργανον δὲ
τοῦ φανταστικοῦ ἡ ἐμπρόσθιος κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου.
Για τη φαντασία.
Το φανταστικό είναι ικανότητα του αλόγου μέρους της ψυχής, που ενεργεί με
τις αισθήσεις και λέγεται αίσθηση. Φανταστό και αισθητό είναι αυτό που
υποπίπτει στη φαντασία και την αίσθηση· όπως όραση είναι η ίδια η οπτική
δύναμη, και ορατό είναι αυτό που υποπίπτει στην όραση, για παράδειγμα
κάποια πέτρα ή κάτι παρόμοιο. Φαντασία πάλι είναι πάθος του αλόγου
μέρους της ψυχής που την προκαλεί κάποιο φανταστό· φάντασμα πάλι είναι
πάθος χωρίς περιεχόμενο, στο χώρο του αλόγου μέρους της ψυχής, που δεν
το προκαλεί κάποιο φανταστό. Όργανο του φανταστικού μέρους της ψυχής
είναι η κοιλότητα στο μπροστά μέρος του εγκεφάλου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 32. Περὶ αἰσθήσεως
Αἴσθησίς ἐστι δύναμις τῆς ψυχῆς ἀντιληπτικὴ τῶν ὑλῶν, ἤγουν
διαγνωστική· αἰσθητήρια δὲ τὰ ὄργανα, ἤγουν τὰ μέλη, δι᾿ ὧν
αἰσθανόμεθα· αἰσθητὰ δὲ τὰ τῇ αἰσθήσει ὑποπίπτοντα· αἰσθητικὸν δὲ
τὸ ζῷον τὸ ἔχον τὴν αἴσθησιν. Εἰσὶ δὲ αἰσθήσεις πέντε, ὁμοίως καὶ
αἰσθητήρια πέντε.
Πρώτη αἴσθησις ὅρασις. Αἰσθητήρια δὲ καὶ ὄργανα τῆς ὁράσεως τὰ
ἐξ ἐγκεφάλου νεῦρα καὶ οἱ ὀφθαλμοί. Αἰσθάνεται δὲ ἡ ὄψις κατὰ
πρῶτον μὲν λόγον τοῦ χρώματος, συνδιαγινώσκει δὲ τῷ χρώματι
καὶ τὸ κεχρωσμένον σῶμα καὶ τὸ μέγεθος αὐτοῦ καὶ τὸ σχῆμα καὶ
τὸν τόπον, ἔνθα ἐστί, καὶ τὸ διάστημα τὸ μεταξὺ καὶ τὸν ἀριθμόν,
κίνησίν τε καὶ στάσιν καὶ τὸ τραχὺ καὶ λεῖον καὶ ὁμαλὸν καὶ
ἀνώμαλον καὶ τὸ ὀξὺ καὶ τὸ ἀμβλὺ καὶ τὴν σύστασιν, εἴτε ὑδατώδης
ἐστίν, εἴτε γεώδης ἤγουν ὑγρὰ ἢ ξηρά.
Δευτέρα αἴσθησίς ἐστιν ἀκοὴ, τῶν φωνῶν καὶ τῶν ψόφων οὖσα
αἰσθητική. Διαγινώσκει δὲ αὐτῶν τὴν ὀξύτητα καὶ τὴν βαρύτητα,
λειότητά τε καὶ τραχύτητα καὶ μέγεθος. Ὄργανα δὲ αὐτῆς τὰ νεῦρα
τὰ ἐξ ἐγκεφάλου τὰ μαλακὰ καὶ τῶν ὤτων ἡ κατασκευή. Μόνος δὲ
ἄνθρωπος καὶ πίθηκος οὐ κινοῦσι τὰ ὦτα.
Τρίτη αἴσθησις ὄσφρησις, ἥτις γίνεται μὲν διὰ τῶν ῥινῶν
ἀναπεμπουσῶν τοὺς ἀτμοὺς ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον, περαίνεται δὲ εἰς τὰ
πέρατα τῶν προσθίων κοιλιῶν τοῦ ἐγκεφάλου. Ἔστι δὲ αἰσθητικὴ
καὶ ἀντιληπτικὴ τῶν ἀτμῶν. Τῶν δὲ ἀτμῶν ἡ γενικωτάτη διαφορά
ἐστιν εὐωδία καὶ δυσωδία καὶ τὸ μέσον τούτων, ὃ μήτε εὐῶδές ἐστι
μήτε δυσῶδες. Γίνεται δὲ εὐωδία τῶν ὑγρῶν τῶν ἐν τοῖς σώμασιν
ἀκριβῶς πεφθέντων, μέσως δὲ μέση διάθεσις· καταδεέστερον δὲ ἢ μηδὲ
ὅλως πεφθέντων ἡ δυσωδία γίνεται.
Τετάρτη αἴσθησις ἡ γεῦσις. Ἔστι δὲ τῶν χυμῶν ἀντιληπτικὴ, ἤγουν
αἰσθητική. Ὄργανα δὲ αὐτῆς ἡ γλῶσσα καὶ ταύτης πλέον τὸ ἄκρον
καὶ ἡ ὑπερῴα, ἣν καλοῦσί τινες οὐρανίσκον, ἐν οἷς ἐστι τὰ ἐξ
ἐγκεφάλου φερόμενα νεῦρα πεπλατυσμένα καὶ ἀπαγγέλλοντα τῷ
ἡγεμονικῷ τὴν γενομένην ἀντίληψιν, ἤγουν αἴσθησιν. Αἱ δὲ
καλούμεναι γευστικαὶ ποιότητες τῶν χυμῶν εἰσιν αὗται· γλυκύτης,
δριμύτης, ὀξύτης, στρυφνότης, αὐστηρότης, πικρότης, ἁλμυρότης,
λιπαρότης, γλισχρότης· τούτων γάρ ἐστιν ἡ γεῦσις διαγνωστική.
Τὸ δὲ ὕδωρ ἄποιόν ἐστι κατὰ ταύτας τὰς ποιότητας· οὐδεμίαν γὰρ
αὐτῶν ἔχει. Ἡ δὲ στρυφνότης ἐπίτασις καὶ πλεονασμός ἐστι τῆς
αὐστηρότητος.
Πέμπτη αἴσθησίς ἐστιν ἡ ἁφή, ἥτις κοινή ἐστι πάντων τῶν ζῴων·
ἥτις γίνεται ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου πεμπομένων νεύρων εἰς ὅλον τὸ σῶμα.
Διὸ καὶ ὅλον τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα αἰσθητήρια τὴν τῆς ἁφῆς
ἔχουσιν αἴσθησιν. Ὑπόκειται δὲ τῇ ἁφῇ τὸ ψυχρὸν καὶ θερμόν, τό τε
μαλακὸν καὶ σκληρὸν καὶ γλίσχρον καὶ κραῦρον, βαρύ τε καὶ κοῦφον·
διὰ μόνης γὰρ ἁφῆς ταῦτα γνωρίζεται. Κοινὰ δὲ ἁφῆς καὶ ὄψεως τό
τε τραχὺ καὶ λεῖον, τό τε ξηρὸν καὶ ὑγρόν, παχύ τε καὶ λεπτόν, ἄνω
τε καὶ κάτω καὶ ὁ τόπος καὶ τὸ μέγεθος, ὅταν ᾖ τοιοῦτον, ὡς κατὰ
μίαν προσβολὴν τῆς ἁφῆς περιλαμβάνεσθαι· καὶ τὸ πυκνόν τε καὶ
μανόν, ἤγουν ἀραιὸν καὶ τὸ στρογγύλον, ὅταν ᾖ μικρόν, καὶ ἄλλα
τινὰ σχήματα. Ὁμοίως δὲ καὶ τοῦ πλησιάζοντος σώματος
αἰσθάνεται, σὺν τῇ μνήμῃ δὲ καὶ τῇ διανοίᾳ· ὡσαύτως δὲ καὶ ἀριθμοῦ
μέχρι δύο ἢ τριῶν καὶ τούτων μικρῶν καὶ ῥᾳδίως περιλαμβανομένων.
Τούτων δὲ μᾶλλον τῆς ἁφῆς ἡ ὅρασις ἀντιλαμβάνεται.
Χρὴ γινώσκειν, ὡς ἕκαστον τῶν ἄλλων αἰσθητηρίων διπλοῦν ὁ
Δημιουργὸς κατεσκεύασεν, ἵνα τοῦ ἑνὸς βλαπτομένου τὸ ἕτερον
ἀναπληροῖ τὴν χρείαν· δύο γὰρ ὀφθαλμοὺς καὶ δύο ὦτα καὶ δύο
πόρους τῆς ῥινὸς καὶ δύο γλώσσας, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μὲν τῶν ζῴων
διῃρημένας, ὡς ἐν τοῖς ὄφεσιν, ἐν τοῖς δὲ ἡνωμένας, ὡς ἐν τῷ
ἀνθρώπῳ· τὴν δὲ ἁφὴν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι πλὴν ὀστέων καὶ νεύρων,
ὀνύχων τε καὶ κεράτων καὶ τριχῶν καὶ συνδέσμων καὶ ἄλλων τινῶν
τοιούτων.
Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν ὄψις κατ᾿ εὐθείας γραμμὰς ὁρᾷ, ἡ δὲ
ὄσφρησις καὶ ἡ ἀκοὴ οὐ κατ᾿ εὐθεῖαν μόνον, ἀλλὰ πανταχόθεν. Ἡ δὲ
ἁφὴ καὶ ἡ γεῦσις οὐδὲ κατ᾿ εὐθεῖαν οὐδὲ πανταχόθεν γνωρίζουσιν,
ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν αὐτοῖς πλησιάσωσι τοῖς ἰδίοις αἰσθητοῖς.
Για την αίσθηση.
Η αίσθηση είναι δύναμη της ψυχής ικανή ν’ αντιλαμβάνεται τα υλικά
πράγματα, δηλαδή διαγνωστική ικανότητα. Αισθητήρια πάλι είναι τα όργανα,
δηλαδή τα μέλη του σώματος, με τα οποία αισθανόμαστε. Αισθητά είναι αυτά
που υποπίπτουν στις αισθήσεις. Αισθητικό ον είναι αυτό που έχει αισθήσεις.
Οι αισθήσεις είναι πέντε και τα αισθητήρια πέντε.
Πρώτη αίσθηση είναι η όραση· αισθητήρια και όργανα της οράσεως είναι τα
νεύρα του εγκεφάλου και τα μάτια. Η όραση πρώτα αντιλαμβάνεται το
χρώμα, διακρίνει στη συνέχεια και το χρωματισμένο σώμα,
το μέγεθος και το σχήμα του, τον τόπο όπου βρίσκεται,
το ενδιάμεσο διάστημα, την ποσότητα,
την κίνηση και τη στάση, το τραχύ και το λείο, το ομαλό και
το ανώμαλο, το κοφτερό και το αμβλύ, τη σύνθεση, αν είναι υδάτινη ή
χωματένια, δηλαδή ξερή ή υγρή.
Δεύτερη αίσθηση είναι η ακοή, η οποία αντιλαμβάνεται τις φωνές και τους
θορύβους. Διακρίνει τον οξύ ή βαρύ τόνο τους, την απαλότητα,
την σκληρότητα και την ένταση. Όργανά της είναι τα μαλακά νεύρα του
εγκεφάλου και η ιδιοσυστασία της κατασκευής των αυτιών. Μόνον ο
άνθρωπος και ο πίθηκος δεν κινούν τα αυτιά τους.
Τρίτη αίσθηση είναι η όσφρηση, η οποία παράγεται μέσα από τα ρουθούνια,
τα οποία στέλνουν τις αναπνοές στον εγκέφαλο· η όσφρηση καταλήγει στα
άκρα των εμπροσθίων κοιλοτήτων του εγκεφάλου. Η όσφρηση αισθάνεται
και αντιλαμβάνεται τις οσμές. Η βασική διάκριση των οσμών είναι η ευωδία,
η δυσωδία και το ενδιάμεσό τους, το οποίο δεν μυρίζει ούτε ωραία ούτε
άσχημα. Ευωδία έχουμε, όταν τα υγρά που υπάρχουν στα σώματα
εξατμίζονται αμέσως· ενδιάμεση κατάσταση, όταν εξατμίζονται μέτρια· και
δυσωδία υπάρχει, όταν δεν εξατμίζονται καθόλου ή πολύ λίγο.
Τέταρτη αίσθηση είναι η γεύση. Αυτή έχει την ιδιότητα ν’ αντιλαμβάνεται
τους χυμούς, δηλαδή να τους αισθάνεται. Έχει ως όργανα τη γλώσσα και
περισσότερο το άκρο της και την υπερώα, που ορισμένοι την ονομάζουν
ουρανίσκο· σ’ αυτά βρίσκονται τα νεύρα που έρχονται από τον εγκέφαλο,
τα οποία καταλαμβάνουν πολύ χώρο και ειδοποιούν τον ηγεμόνα νου
για ό,τι αντιλήφθηκαν, δηλαδή αισθάνθηκαν. Οι ονομαζόμενες πάλι
γευστικές ποιότητες των χυμών είναι οι εξής: η γλυκύτητα, η καυστικότητα,
η οξύτητα, η αψάδα, η στυφότητα, η πικρότητα, η αλμυρότητα, η λιπαρότητα,
η κολλητικότητα. Η γεύση έχει τη δυνατότητα όλες αυτές να τις διακρίνει.
Το νερό όμως είναι δεν έχει σχέση με αυτές τις ποιότητες· διότι δεν έχει καμία
απ’ αυτές. Η αψάδα πάλι είναι αύξηση και πλεονασμός της στυφότητος.
Πέμπτη αίσθηση είναι η αφή, την οποία έχουν όλα τα ζώα. Αυτή σχηματίζεται
από τα νεύρα που ο εγκέφαλος στέλνει σε όλο το σώμα. Γι’ αυτό και όλο το
σώμα αλλά και τα υπόλοιπα αισθητήρια έχουν την αίσθηση της αφής.
Η αφή αντιλαμβάνεται το ψυχρό και το θερμό, το μαλακό και το σκληρό
το κολλώδες και το ξηρό, το βαρύ και το ελαφρό· αυτά γίνονται αντιληπτά
μόνον με την αφή. Κοινά αισθήματα της αφής και της οράσεως είναι το
τραχύ και το λείο, το ξηρό και το υγρό, το παχύ και το λεπτό, το πάνω και
το κάτω, η θέση και η ποσότητα, όταν υπάρχει τέτοια που η αφή να την
αντιλαμβάνεται με μία ενέργειά της· ακόμη κοινά είναι το πυκνό και το
μανό, δηλαδή το αραιό και το στρόγγυλο, όταν είναι μικρό, και κάποια άλλα
σχήματα. Παρόμοια η αφή αισθάνεται και το σώμα που πλησιάζει, με τη
συνεργασία βέβαια της μνήμης και του νου. Το ίδιο αντιλαμβάνεται και την
ποσότητα μέχρι δύο ή τρία σώματα και εφόσον αυτά είναι μικρά και εύκολα
γίνονται αντιληπτά. Αυτά όμως, περισσότερο από την αφή, τα αντιλαμβάνεται
η όραση.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Δημιουργός κατασκεύασε το καθένα από τα
άλλα αισθητήρια διπλό, ώστε, όταν το ένα καταστρέφεται, το άλλο ν’
αναπληρώνει το χαλασμένο· έτσι έφτιαξε δύο μάτια, δύο αυτιά, δύο
ρουθούνια της μύτης, δύο γλώσσες, οι οποίες σε κάποια ζώα, όπως στα φίδια,
υπάρχουν χωριστά, και σ’ άλλα όντα, όπως στον άνθρωπο, είναι ενωμένες σε
μία. Την αφή όμως την σκόρπισε σε όλο το σώμα, εκτός από τα οστά, τα
τα νύχια, τα κέρατα, τις τρίχες, τις αρθρώσεις και σε μερικά άλλα τέτοια.
Να γνωρίζουμε ακόμη ότι η όραση βλέπει σε ευθεία γραμμή, η όσφρηση όμως
και η ακοή αντιλαμβάνονται όχι μόνο σε ευθεία αλλά από παντού. Η αφή πάλι
και η γεύση δεν αντιλαμβάνονται ούτε σε ευθεία γραμμή ούτε από παντού,
αλλά τότε μόνον, όταν έλθουν κοντά στα ίδια τα αισθητά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 33. Περὶ τοῦ διανοητικοῦ
Τοῦ δὲ διανοητικοῦ εἰσιν αἵ τε κρίσεις καὶ αἱ συγκαταθέσεις καὶ αἱ
ὁρμαὶ αἱ πρὸς τὴν πρᾶξιν καὶ αἱ ἀφορμαὶ καὶ αἱ ἀποφυγαὶ τῆς
πράξεως· ἰδικῶς δὲ αἵ τε νοήσεις τῶν νοητῶν καὶ αἱ ἀρεταὶ καὶ αἱ
ἐπιστῆμαι καὶ τῶν τεχνῶν οἱ λόγοι καὶ τὸ βουλευτικὸν καὶ τὸ
προαιρετικόν. Τούτου δέ ἐστι τὸ καὶ διὰ τῶν ὀνείρων θεσπίζον ἡμῖν
τὸ μέλλον, ἥνπερ μόνην ἀληθῆ μαντείαν οἱ Πυθαγόρειοι λέγουσιν
εἶναι, τοῖς Ἑβραίοις ἀκολουθήσαντες. Ὄργανον δὲ καὶ τούτου ἡ
μέση κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου καὶ τὸ ψυχικὸν πνεῦμα τὸ ἐν αὐτῇ.
Για το διανοητικό.
Στο διανοητικό ανήκουν οι κρίσεις, οι συγκαταθέσεις, οι επιθυμίες που
οδηγούν στις πράξεις, οι αιτίες και οι αποφυγές των πράξεων.
Ειδικά ανήκουν σ’ αυτό η νόηση των νοητών, οι αρετές, οι επιστήμες,
οι θεωρίες των τεχνών, η ικανότητα της σκέψεως και της προαιρέσεως.
Αυτό είναι εκείνο που με όνειρα καθορίζει το μέλλον μας και το οποίο οι
Πυθαγόρειοι, αφού ακολούθησαν τους Εβραίους, λένε ότι αποτελεί την
μόνη πραγματική τέχνη της μαντείας. Όργανο και του διανοητικού είναι η
μεσαία κοιλότητα του εγκεφάλου και το ψυχικό πνεύμα που υπάρχει σ’ αυτήν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 34. Περὶ τοῦ μνημονευτικοῦ
Τὸ δὲ μνημονευτικόν ἐστι μνήμης καὶ ἀναμνήσεως αἴτιόν τε καὶ
ταμιεῖον· μνήμη γάρ ἐστι φαντασία ἐγκαταλελειμμένη ἀπό τινος
αἰσθήσεως τῆς κατ᾿ ἐνέργειαν φαινομένης ἢ σωτηρία αἰσθήσεώς τε
καὶ νοήσεως. Ἡ γὰρ ψυχὴ τῶν μὲν αἰσθητῶν διὰ τῶν αἰσθητηρίων
ἀντιλαμβάνεται, ἤγουν αἰσθάνεται, καὶ γίνεται δόξα, τῶν δὲ νοητῶν
διὰ τοῦ νοῦ, καὶ γίνεται νόησις· ὅταν οὖν τοὺς τύπους, ὧν τε
ἐδόξασεν, ὧν τε ἐνόησεν, διασῴζῃ, μνημονεύειν λέγεται.
Δεῖ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ τῶν νοητῶν ἀντίληψις οὐ γίνεται, εἰ μὴ ἐκ
μαθήσεως ἢ φυσικῆς ἐννοίας, οὐ γὰρ ἐξ αἰσθήσεως· τὰ μὲν γὰρ
αἰσθητὰ καθ᾿ ἑαυτὰ μνημονεύεται· τὰ δὲ νοητά, εἴ τι μὲν ἐμάθομεν,
μνημονεύομεν, τῆς δὲ οὐσίας αὐτῶν μνήμην οὐκ ἔχομεν.
Ἀνάμνησις δὲ λέγεται μνήμης ἀπολλυμένης ὑπὸ λήθης ἀνάκτησις.
Λήθη δέ ἐστι μνήμης ἀποβολή. Τὸ μὲν οὖν φανταστικὸν διὰ τῶν
αἰσθήσεων ἀντιλαμβανόμενον τῶν ὑλῶν παραδίδωσι τῷ
διανοητικῷ ἢ διαλογιστικῷ· ταὐτὸν γὰρ ἀμφότερα· ὃ παραλαβὸν
καὶ κρῖναν παραπέμπει τῷ μνημονευτικῷ. Ὄργανον δὲ τοῦ
μνημονευτικοῦ ἡ ὄπισθεν κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου, ἣν καὶ
παρεγκεφαλίδα καλοῦσι, καὶ τὸ ἐν αὐτῇ ψυχικὸν πνεῦμα.
Για το μνημονικό.
Το μνημονικό είναι η αιτία και το ταμείο της μνήμης και της αναμνήσεως.
Διότι μνήμη είναι φαντασία που έχει μείνει μέσα μας από κάποια αίσθηση, που
ενεργεί και παρουσιάζεται, ή είναι διατήρηση της αισθήσεως και της νοήσεως.
Η ψυχή αντιλαμβάνεται, δηλαδή αισθάνεται, τα αισθητά με τα αισθητήρια
όργανα, και δημιουργεί την παράσταση· ενώ με το νου αντιλαμβάνεται τα
νοητά και δημιουργεί τη νόηση. Όταν, λοιπόν, διατηρεί τις μορφές των
παραστάσεων ή των σκέψεων, τότε λέμε ότι θυμάται.
Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η αντίληψη των νοητών δεν αποκτάται παρά
μόνον με τη μάθηση ή με την έννοια που σχηματίζεται από τη φύση και όχι
από τις αισθήσεις. Διότι τα αισθητά διατηρούνται στη μνήμη από τη μορφή
τους· ενώ τα νοητά, εάν τα γνωρίσαμε, τα θυμόμαστε, αλλά δεν μπορούμε να
έχουμε στη μνήμη σχηματισμένη την ουσία τους.
Ανάμνηση, επίσης, λέγεται η ανάκτηση της μνήμης που χάθηκε από τη λήθη
(λησμονιά). Λήθη πάλι είναι η απώλεια της μνήμης. Το φανταστικό, λοιπόν,
που αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις τα υλικά όντα, μεταδίδει την αντίληψή
τους στη διάνοια ή στο νου· διότι και τα δύο αυτά είναι το ίδιο. Αυτά, αφού
παραλάβουν την εντύπωση και σχηματίσουν γνώμη, την παραπέμπουν στο
μνημονικό. Όργανο πάλι του μνημονικού είναι η εμπρόσθια κοιλότητα του
εγκεφάλου, την οποία ονομάζουν και παρεγκεφαλίδα, και το ψυχικό πνεύμα
που υπάρχει εκεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 35. Περὶ ἐνδιαθέτου λόγου καὶ προφορικοῦ
Πάλιν δὲ διαιρεῖται τὸ λογικὸν τῆς ψυχῆς εἴς τε τὸν ἐνδιάθετον λόγον
καὶ εἰς τὸν προφορικόν. Ἔστι δὲ ἐνδιάθετος μὲν λόγος κίνημα ψυχῆς
ἐν τῷ διαλογιστικῷ γινόμενον ἄνευ τινὸς ἐκφωνήσεως· ὅθεν πολλάκις
καί σιωπῶντες λόγον ὅλον παρ᾿ ἑαυτοῖς διεξερχόμεθα καὶ ἐν τοῖς
ὀνείροις διαλεγόμεθα. Κατὰ τοῦτο δὲ μάλιστα λογικοὶ πάντες ἐσμέν·
καὶ γὰρ οἱ ἐκ γεννετῆς κωφοὶ ἢ οἱ διά τι νόσημα ἢ πάθος τὴν φωνὴν
ἀποβαλόντες οὐδὲν ἧττον λογικοί εἰσιν. Ὁ δὲ προφορικὸς λόγος ἐν
τῇ φωνῇ καὶ ταῖς διαλέκτοις τὴν ἐνέργειαν ἔχει, ἤγουν ὁ διὰ γλώσσης
καὶ στόματος προφερόμενος λόγος· διὸ καὶ προφορικὸς λέγεται.
Ἔστι δὲ ἄγγελος νοήματος. Κατὰ τοῦτο δέ καὶ λαλητικοὶ λεγόμεθα.
Για τον ενδιάθετο και προφορικό λόγο.
Διαιρείται ακόμη το λογικό της ψυχής σε ενδιάθετο και προφορικό λόγο.
Ο ενδιάθετος λόγος είναι κίνηση της ψυχής που συμβαίνει μέσα στο νου,
χωρίς όμως να ειπωθεί τίποτε με το στόμα· γι’ αυτό, πολλές φορές, ενώ
σιωπάμε, κάνουμε ολόκληρη συνομιλία μέσα μας και συζητάμε στα όνειρά
μας. Και αυτό το γεγονός πιστοποιεί τη λογικότητά μας· μάλιστα, όσοι είναι
από τη γέννησή τους κουφοί ή, εξαιτίας κάποιας αρρώστιας ή δυστυχήματος,
έχασαν τη φωνή τους, είναι εξίσου λογικοί. Ο προφορικός λόγος πάλι δείχνει
την ενέργειά του με τη φωνή και τις γλωσσικές διαλέκτους· είναι, δηλαδή, ο
λόγος που εκφέρεται με τη γλώσσα και το στόμα· γι’ αυτό και ονομάζεται
προφορικός. Είναι μάλιστα αγγελιαφόρος της σκέψεως. Και για το λόγο αυτό
λεγόμαστε ομιλητικοί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 36. Περὶ πάθους καὶ ἐνεργείας
Τὸ πάθος ὁμωνύμως λέγεται· λέγεται γὰρ πάθος καὶ τὸ σωματικὸν
ὡς τὰ νοσήματα καὶ τὰ ἕλκη, λέγεται πάλιν πάθος καὶ τὸ ψυχικόν, ἥ
τε ἐπιθυμία καὶ ὁ θυμός. Ἔστι δὲ κοινῶς μὲν καὶ γενικῶς πάθος ζῴου,
ᾧ ἕπεται ἡδονὴ καὶ λύπη· ἕπεται γὰρ τῷ πάθει λύπη. Καὶ οὐκ αὐτὸ
τὸ πάθος ἐστὶ λύπη· τὰ γὰρ ἀναίσθητα πάσχοντα οὐκ ἀλγεῖ. Οὐκ
ἄρα τὸ πάθος ἐστὶν ἄλγημα, ἀλλ᾿ ἡ τοῦ πάθους αἴσθησις. Δεῖ δὲ
τοῦτο ἀξιόλογον εἶναι, ἤγουν μέγα, ἵνα τῇ αἰσθήσει ὑποπέσῃ.
Τῶν δὲ ψυχικῶν παθῶν ὅρος ἐστὶν οὗτος· πάθος ἐστὶ κίνησις τῆς
ὀρεκτικῆς δυνάμεως αἰσθητὴ ἐπὶ φαντασίᾳ ἀγαθοῦ ἢ κακοῦ. Καὶ
ἄλλως· πάθος ἐστὶ κίνησις ἄλογος τῆς ψυχῆς δι᾿ ὑπόληψιν καλοῦ ἢ
κακοῦ. Ἡ μὲν ὑπόληψις τοῦ καλοῦ τὴν ἐπιθυμίαν κινεῖ, ἡ δὲ τοῦ κακοῦ
ὑπόληψις τὸν θυμόν. Τὸ δὲ γενικόν, ἤγουν κοινὸν πάθος, οὕτως
ὁρίζεται· πάθος ἐστὶ κίνησις ἐν ἑτέρῳ ἐξ ἑτέρου. Ἐνέργεια δέ ἐστι
κίνησις δραστική· δραστικὸν δὲ λέγεται τὸ ἐξ αὑτοῦ κινούμενον.
Οὕτως καὶ ὁ θυμὸς ἐνέργεια μέν ἐστι τοῦ θυμοειδοῦς, πάθος δὲ τῶν
δύο μερῶν, τῆς ψυχῆς καὶ προσέτι παντὸς τοῦ σώματος, ὅταν ὑπὸ
τοῦ θυμοῦ βιαίως ἄγηται πρὸς τὰς πράξεις· ἐξ ἑτέρου γὰρ ἐν ἑτέρῳ
γέγονεν ἡ κίνησις, ὅπερ λέγεται πάθος.
Καὶ καθ᾿ ἕτερον δὲ τρόπον ἡ ἐνέργεια πάθος λέγεται· ἐνέργεια μὲν
γάρ ἐστι κατὰ φύσιν κίνησις, πάθος δὲ, παρὰ φύσιν. Κατὰ τοῦτον οὖν
τὸν λόγον ἡ ἐνέργεια πάθος λέγεται, ὅταν μὴ κατὰ φύσιν κινῆται,
εἴτε ἐξ ἑαυτοῦ, εἴτε ἐξ ἑτέρου. Τῆς οὖν καρδίας ἡ μὲν κατὰ τοὺς
σφυγμοὺς κίνησις φυσικὴ οὖσα ἐνέργειά ἐστιν, ἡ δὲ κατὰ τοὺς
παλμοὺς ἄμετρος οὖσα καὶ οὐ κατὰ φύσιν πάθος ἐστὶ καὶ οὐκ ἐνέργεια.
Οὐ πᾶσα δὲ κίνησις τοῦ παθητικοῦ πάθος καλεῖται, ἀλλ᾿ αἱ
σφοδρότεραι καὶ εἰς αἴσθησιν προβαίνουσαι· αἱ γὰρ μικραὶ καὶ
ἀνεπαίσθητοι οὐδέπω πάθη εἰσί· δεῖ γὰρ ἔχειν τὸ πάθος καὶ μέγεθος
ἀξιόλογον. Διὸ πρόσκειται τῷ ὅρῳ τοῦ πάθους κίνησις αἰσθητή·
αἱ γὰρ μικραὶ κινήσεις λανθάνουσαι τὴν αἴσθησιν οὐ ποιοῦσι πάθος.
Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ἡ ἡμετέρα ψυχὴ διττὰς ἔχει τὰς δυνάμεις, τὰς μὲν
γνωστικάς, τὰς δὲ ζωτικάς. Καὶ γνωστικαὶ μέν εἰσι νοῦς, διάνοια,
δόξα, φαντασία, αἴσθησις, ζωτικαὶ δὲ, ἤγουν ὀρεκτικαὶ, βούλησις καὶ
προαίρεσις. Ἵνα δὲ σαφέστερον γένηται τὸ λεγόμενον,
λεπτολογήσωμεν τὰ περὶ τούτων. Καὶ πρῶτον περὶ τῶν γνωστικῶν
εἴπωμεν.
Περὶ μὲν οὖν φαντασίας καὶ αἰσθήσεως ἱκανῶς ἤδη ἐν τοῖς
προλελεγμένοις εἴρηται. Διὰ τῆς αἰσθήσεως τοίνυν ἐν τῇ ψυχῇ
συνίσταται πάθος, ὃ καλεῖται φαντασία· ἐκ δὲ τῆς φαντασίας γίνεται
δόξα. Εἶτα ἡ διάνοια ἀνακρίνασα τὴν δόξαν, εἴτε ἀληθής ἐστιν, εἴτε
ψευδής, κρίνει τὸ ἀληθές· ὅθεν καὶ διάνοια λέγεται ἀπὸ τοῦ διανοεῖν
καὶ διακρίνειν. Τὸ οὖν κριθὲν καὶ ὁρισθὲν ἀληθὲς νοῦς λέγεται.
Ἄλλως δέ· Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν πρώτη τοῦ νοῦ κίνησις νόησις
λέγεται· ἡ δὲ περί τι νόησις ἔννοια λέγεται, ἥτις ἐπιμείνασα καὶ
τυπώσασα τὴν ψυχὴν πρὸς τὸ νοούμενον ἐνθύμησις προσαγορεύεται.
Ἡ δὲ ἐνθύμησις ἐν ταὐτῷ μείνασα καὶ ἑαυτὴν βασανίσασα καὶ
ἀνακρίνασα φρόνησις ὀνομάζεται. Ἡ δὲ φρόνησις πλατυνθεῖσα ποιεῖ
τὸν διαλογισμόν, ἐνδιάθετον λόγον ὀνομαζόμενον, ὃν ὁριζόμενοί
φασι, κίνημα ψυχῆς πληρέστατον, ἐν τῷ διαλογιστικῷ γινόμενον,
ἄνευ τινὸς ἐκφωνήσεως, ἐξ οὗ τὸν προφορικὸν λόγον φασὶ
προέρχεσθαι τὸν διὰ γλώσσης λαλούμενον.
Εἰπόντες τοίνυν περὶ τῶν γνωστικῶν δυνάμεων εἴπωμεν καὶ περὶ
τῶν ζωτικῶν, ἤγουν ὀρεκτικῶν.
Χρὴ γινώσκειν, ὅτι τῇ ψυχῇ ἐνέσπαρται φυσικῶς δύναμις ὀρεκτικὴ
τοῦ κατὰ φύσιν ὄντος καὶ πάντων τῶν οὐσιωδῶς τῇ φύσει
προσόντων συνεκτική, ἥτις λέγεται θέλησις· ἡ μὲν γὰρ οὐσία τοῦ τε
εἶναι καὶ ζῆν καὶ κινεῖσθαι κατὰ νοῦν τε καὶ αἴσθησιν ὀρέγεται, τῆς
οἰκείας ἐφιεμένη φυσικῆς καὶ πλήρους ὀντότητος. Διόπερ καὶ οὕτως
ὁρίζονται τοῦτο τὸ φυσικὸν θέλημα· θέλημά ἐστιν ὄρεξις λογική τε
καὶ ζωτικὴ ἐκ μόνων ἠρτημένη τῶν φυσικῶν. Ὥστε ἡ μὲν θέλησίς
ἐστιν αὐτὴ ἡ φυσικὴ καὶ λογικὴ ὄρεξις πάντων τῶν τῆς φύσεως
συστατικῶν, ἡ ἁπλῆ δύναμις· ἡ γὰρ τῶν ἀλόγων ὄρεξις μὴ οὖσα
λογικὴ οὐ λέγεται θέλησις.
Βούλησις δέ ἐστι ποιὰ φυσικὴ θέλησις, ἤγουν φυσικὴ καὶ λογικὴ ὄρεξίς
τινος πράγματος. Ἔγκειται μὲν γὰρ τῇ τοῦ ἀνθρώπου ψυχῇ δύναμις
τοῦ λογικῶς ὀρέγεσθαι. Ὅτε οὖν φυσικῶς κινηθῇ αὕτη ἡ λογικὴ
ὄρεξις πρός τι πρᾶγμα, λέγεται βούλησις· βούλησις γάρ ἐστιν ὄρεξις
καὶ ἔφεσίς τινος πράγματος λογική.
Λέγεται δὲ βούλησις καὶ ἐπὶ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν καὶ ἐπὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν,
τουτέστι καὶ ἐπὶ τῶν δυνατῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἀδυνάτων. Βουλόμεθα
γὰρ πολλάκις πορνεῦσαι ἢ σωφρονῆσαι ἢ ὑπνῶσαι ἤ τι τῶν
τοιούτων· καὶ ταῦτα τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν εἰσι καὶ δυνατά. Βουλόμεθα δὲ καὶ
βασιλεῦσαι· τοῦτο οὐκ ἔστι τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν. Βουλόμεθα δὲ τυχὸν καὶ
μηδέποτε ἀποθανεῖν· τοῦτο τῶν ἀδυνάτων ἐστίν.
Ἔστι δὲ ἡ βούλησις τοῦ τέλους, οὐ τῶν πρὸς τὸ τέλος. Τέλος μὲν οὖν
ἐστι τὸ βουλητὸν ὡς τὸ βασιλεῦσαι, ὡς τὸ ὑγιᾶναι· πρὸς τὸ τέλος δὲ
τὸ βουλευτόν, ἤγουν ὁ τρόπος, δι᾿ οὗ ὀφείλομεν ὑγιᾶναι ἢ
βασιλεῦσαι· εἶτα μετὰ τὴν βούλησιν ζήτησις καὶ σκέψις. Καὶ μετὰ
ταῦτα, εἰ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι, γίνεται βουλὴ, ἤγουν βούλευσις. Βουλὴ
δέ ἐστιν ὄρεξις ζητητικὴ περὶ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν πρακτῶν γινομένη·
βουλεύεται γάρ, εἰ ὤφειλε μετελθεῖν τὸ πρᾶγμα ἢ οὔ. Εἶτα κρίνει τὸ
κρεῖττον, καὶ λέγεται κρίσις. Εἶτα διατίθεται καὶ ἀγαπᾷ τὸ ἐκ τῆς
βουλῆς κριθέν, καὶ λέγεται γνώμη· ἐὰν γὰρ κρίνῃ καὶ μὴ διατεθῇ πρὸς
τὸ κριθὲν, ἤγουν ἀγαπήσῃ αὐτό, οὐ λέγεται γνώμη. Εἶτα μετὰ τὴν
διάθεσιν γίνεται προαίρεσις, ἤγουν ἐπιλογή· προαίρεσις γάρ ἐστι δύο
προκειμένων τὸ αἱρεῖσθαι καὶ ἐκλέγεσθαι τοῦτο πρὸ τοῦ ἑτέρου.
Εἶτα ὁρμᾷ πρὸς τὴν πρᾶξιν, καὶ λέγεται ὁρμή. Εἶτα κέχρηται, καὶ
λέγεται χρῆσις. Εἶτα παύεται τῆς ὀρέξεως μετὰ τὴν χρῆσιν.
Ἐπὶ μὲν οὖν τῶν ἀλόγων ὄρεξις γίνεταί τινος, καὶ εὐθέως ὁρμὴ πρὸς
τὴν πρᾶξιν· ἄλογος γάρ ἐστιν ἡ ὄρεξις τῶν ἀλόγων, καὶ ἄγονται
ὑπὸ τῆς φυσικῆς ὀρέξεως. Διὸ οὐδὲ θέλησις λέγεται ἡ τῶν ἀλόγων
ὄρεξις, οὐδὲ βούλησις· θελήσις γάρ ἐστι λογικὴ καὶ αὐτεξούσιος
φυσικὴ ὄρεξις. Ἐπὶ δὲ τῶν ἀνθρώπων λογικῶν ὄντων ἄγεται
μᾶλλον ἡ φυσικὴ ὄρεξις ἤπερ ἄγει· αὐτεξουσίως γὰρ καὶ μετὰ λόγου
κινεῖται, ἐπειδὴ συνεζευγμέναι εἰσὶν αἱ γνωστικαὶ καὶ ζωτικαὶ
δυνάμεις ἐν αὐτῷ. Αὐτεξουσίως οὖν ὀρέγεται καὶ αὐτεξουσίως
βούλεται καὶ αὐτεξουσίως ζητεῖ καὶ σκέπτεται καὶ αὐτεξουσίως
βουλεύεται καὶ αὐτεξουσίως κρίνει καὶ αὐτεξουσίως διατίθεται καὶ
αὐτεξουσίως προαιρεῖται καὶ αὐτεξουσίως ὁρμᾷ καὶ αὐτεξουσίως
πράττει ἐπὶ τῶν κατὰ φύσιν ὄντων.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἐπὶ Θεοῦ βούλησιν μὲν λέγομεν, προαίρεσιν δὲ
κυρίως οὐ λέγομεν· οὐ γὰρ βουλεύεται ὁ Θεός. Ἀγνοίας γάρ ἐστι τὸ
βουλεύεσθαι· περὶ γὰρ τοῦ γινωσκομένου οὐδεὶς βουλεύεται. Εἰ δὲ ἡ
βουλὴ ἀγνοίας, πάντως καὶ ἡ προαίρεσις. Ὁ δὲ Θεὸς πάντα εἰδὼς
ἁπλῶς οὐ βουλεύεται.
Οὔτε δὲ ἐπὶ τῆς τοῦ Κυρίου ψυχῆς φαμεν βουλὴν ἢ προαίρεσιν· οὐ
γὰρ εἶχεν ἄγνοιαν. Εἰ γὰρ καὶ τῆς ἀγνοούσης τὰ μέλλοντα φύσεως
ἦν, ἀλλ᾿ ὅμως καθ᾿ ὑπόστασιν ἑνωθεῖσα τῷ Θεῷ Λόγῳ πάντων τὴν
γνῶσιν εἶχεν οὐ χάριτι, ἀλλ᾿, ὡς εἴρηται, διὰ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν
ἕνωσιν· ὁ αὐτὸς γὰρ ἦν καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Διὸ οὐδὲ γνωμικὸν
εἶχε θέλημα. Θέλησιν μὲν γὰρ εἶχε τὴν φυσικὴν, τὴν ἁπλῆν, τὴν ἐν
πάσαις ταῖς ὑποστάσεσι τῶν ἀνθρώπων ὁμοίως θεωρουμένην, τὴν
δὲ γνώμην, ἤγουν τὸ θελητόν, οὐκ εἶχεν ἡ ἁγία αὐτοῦ ψυχὴ ἐναντίον
τοῦ θείου αὐτοῦ θελήματος οὐδὲ ἄλλο παρὰ τὸ θεῖον αὐτοῦ θέλημα.
Ἡ γὰρ γνώμη συνδιαιρεῖται ταῖς ὑποστάσεσι πλὴν τῆς ἁγίας καὶ
ἁπλῆς καὶ ἀσυνθέτου καὶ ἀδιαιρέτου θεότητος· ἐκεῖ γὰρ τῶν
ὑποστάσεων μὴ εἰς ἅπαν διαιρουμένων καὶ διισταμένων, οὐδὲ τὸ
θελητὸν διαιρεῖται. Κἀκεῖ μέν, ἐπειδὴ μία ἡ φύσις, μία καὶ ἡ φυσικὴ
θέλησις· ἐπειδὴ δὲ καὶ αἱ ὑποστάσεις ἀδιάστατοί εἰσιν, ἓν καὶ τὸ
θελητὸν καὶ μία ἡ κίνησις τῶν τριῶν ὑποστάσεων.
Ἐπὶ δὲ τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ μὲν ἡ φύσις μία, μία καὶ ἡ φυσικὴ
θέλησις· ἐπειδὴ δὲ αἱ ὑποστάσεις κεχωρισμέναι εἰσὶ καὶ διεστήκασιν
ἀλλήλων κατά τε τόπον καὶ χρόνον καὶ τὴν πρὸς τὰ πράγματα
διάθεσιν καὶ ἕτερα πλεῖστα, τούτου ἕνεκα διάφορα τὰ θελήματα καὶ
αἱ γνῶμαι. Ἐπὶ δὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ μὲν
διάφοροι αἱ φύσεις, διάφοροι καὶ αἱ θελήσεις αἱ φυσικαὶ τῆς αὐτοῦ
θεότητος καὶ τῆς αὐτοῦ ἀνθρωπότητος, ἤγουν αἱ θελητικαὶ δυνάμεις·
ἐπειδὴ δὲ μία ἡ ὑπόστασις καὶ εἷς ὁ θέλων, ἓν καὶ τὸ θελητόν, ἤγουν
τὸ γνωμικὸν θέλημα, τῆς ἀνθρωπίνης αὐτοῦ θελήσεως ἑπομένης
δηλαδὴ τῇ θείᾳ αὐτοῦ θελήσει καὶ ταῦτα θελούσης, ἃ ἡ θεία αὐτοῦ
ἤθελε θέλησις θέλειν αὐτήν.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἕτερον μέν ἐστιν ἡ θέλησις, ἕτερον δὲ βούλησις,
ἕτερον δὲ τὸ θελητὸν καὶ ἕτερον τὸ θελητικὸν καὶ ἕτερον ὁ θέλων.
Θέλησις μὲν γάρ ἐστιν αὐτὴ ἡ ἁπλῆ δύναμις τοῦ θέλειν, βούλησις δὲ
ἡ περί τι θέλησις, θελητὸν δὲ τὸ ὑποκείμενον τῇ θελήσει πρᾶγμα,
ἤγουν ὅπερ θέλομεν· οἷον κινεῖται ἡ ὄρεξις πρὸς βρῶσιν· ἡ μὲν ἁπλῶς
ὄρεξις ἡ λογικὴ θέλησίς ἐστιν, ἡ δὲ πρὸς βρῶσιν ὄρεξις βούλησίς ἐστιν,
αὐτὴ δὲ ἡ βρῶσις θελητόν ἐστι, θελητικὸν δὲ τὸ ἔχον τὴν θελητικὴν
δύναμιν, οἷον ὁ ἄνθρωπος. Θέλων δὲ αὐτὸς ὁ κεχρημένος τῇ θελήσει.
Δεῖ εἰδέναι, ὡς τὸ θέλημα, ποτὲ μὲν τὴν θέλησιν δηλοῖ, ἤτοι τὴν
θελητικὴν δύναμιν καὶ λέγεται θέλημα φυσικόν, ποτὲ δὲ τὸ θελητὸν
καὶ λέγεται θέλημα γνωμικόν.
Για το πάθος και την ενέργεια.
Το πάθος είναι λέξη με πολλές σημασίες· πάθος ονομάζουμε και αυτό που
συμβαίνει στο σώμα, όπως αρρώστιες και πληγές, και αυτό που γίνεται στην
ψυχή, όπως η επιθυμία και ο θυμός. Γενικά και το ίδιο για όλα, πάθος ενός
όντος είναι αυτό που έχει επακόλουθο την ηδονή και τη λύπη· διότι η λύπη
ακολουθεί το πάθος. Και δεν είναι η λύπη το ίδιο το πάθος· διότι αυτά που
δεν έχουν αισθήσεις, όταν πάσχουν, δεν πονούν. Επομένως, το πάθος
δεν είναι πόνος, αλλά (πόνος είναι) η αντίληψη του πάθους. Και πρέπει το
πάθος να είναι αξιόλογο, δηλαδή μεγάλο, για να το αντιληφθούν οι αισθήσεις.
Ο ορισμός των ψυχικών παθών είναι ο εξής: πάθος είναι η αισθητή κίνηση της
επιθυμητικής δυνάμεως της ψυχής για να φαντασθούμε κάτι καλό ή κακό. Και
αλλιώς: πάθος είναι άλογη κίνηση της ψυχής για να κατανοήσει το καλό ή το
κακό. Η κατανόηση βέβαια του καλού διεγείρει την επιθυμία, ενώ του κακού
το θυμό. Το γενικό, δηλαδή το κοινό πάθος, έχει τον ακόλουθο ορισμό: πάθος
είναι κίνηση που προκαλείται από τον έναν στον άλλον. Ενέργεια πάλι είναι
δραστική κίνηση· και δραστικό ονομάζεται αυτό που κινείται από μόνο του.
Έτσι βέβαια και ο θυμός αποτελεί ενέργεια του θυμοειδούς, αλλά είναι πάθος
και των δύο μερών, δηλαδή της ψυχής και προπαντός όλου του σώματος,
όταν ο θυμός το εξωθεί με βία σε πράξεις· το ένα δηλαδή προξένηση κίνηση
στο άλλο, γεγονός που ονομάζεται πάθος.
Και με διαφορετικό τρόπο η ενέργεια ονομάζεται πάθος· ενέργεια δηλαδή
είναι η φυσική κίνηση, ενώ πάθος η παρά φύση. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτά,
η ενέργεια λέγεται πάθος, όταν δεν κινείται φυσικά, είτε από τον εαυτό της
είτε από κάποιον άλλον. Για παράδειγμα, η κίνηση της καρδιάς με τους
σφυγμούς αποτελεί φυσική κίνηση, ενώ η κίνηση της με τους παλμούς,
επειδή είναι ακονόνιστη και αφύσικη, αποτελεί πάθος και όχι ενέργεια.
Κάθε κίνηση όμως του παθητικού μέρους της ψυχής δεν ονομάζεται πάθος,
αλλά οι πιο δυνατές που γίνονται αντιληπτές· οι μικρές και ανεπαίσθητες
κινήσεις δεν είναι ακόμη πάθη· πρέπει δηλαδή το πάθος να έχει και αξιόλογο
μέγεθος. Γι’ αυτό προσθέτουμε στον ορισμό του πάθους και τον
προσδιορισμό «αισθητή κίνηση»· καθώς οι μικρές κινήσεις, επειδή διαφεύγουν
την αντίληψή μας, δεν δημιουργούν πάθος.
Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι η ψυχή μας έχει δύο ειδών δυνάμεις, τις
γνωστικές και τις ζωτικές. Γνωστικές είναι ο νους, η διάνοια, η γνώμη,
η φαντασία και η αίσθηση. Ζωτικές, δηλαδή επιθυμητικές, είναι η βούληση
και η προαίρεση. Για να κάνουμε μάλιστο πιο συγκεκριμένο αυτό που λέμε,
ας αναφερθούμε με λεπτομέρειες σ’ αυτές. Και πρώτα να μιλήσουμε για τις
γνωστικές δυνάμεις.
Αρκετά ήδη είπαμε προηγουμένως για την φαντασία και την αίσθηση.
Με την αίσθηση, λοιπόν, δημιουργείται στην ψυχή πάθος,
το οποίο ονομάζουμε φαντασία· και από τη φαντασία δημιουργείται η ιδέα.
Στη συνέχεια, η διάνοια, αφού εξετάσει την ιδέα, αν είναι αληθής ή ψευδής,
καταλήγει στην αλήθεια· γι’ αυτό λέγεται και διάνοια, επειδή εξετάζει και
ξεχωρίζει (την αλήθεια). Εκείνο, λοιπόν, που αποδείχθηκε και βρέθηκε
αληθινό ονομάζεται νους (διανόημα).
Και με άλλη διατύπωση· πρέπει να γνωρίζουμε ότι η πρώτη κίνηση του νου
λέγεται νόηση· η νόηση πάλι για κάτι λέγεται λογισμός, ο οποίος, αν
παραμείνει και σχηματίσει στην ψυχή παράσταση σχετική με το νοούμενο,
καλείται σκέψη. Η σκέψη πάλι, αν μείνει προσηλωμένη στο ίδιο και ελέγξει
και εξετάσει τον εαυτό της, λέγεται φρόνηση. Η φρόνηση πλέον, αν
διευρυνθεί, σχηματίζει διαλογισμό, που τον ονομάζουμε ενδιάθετο λόγο και
τον ορίζουμε ως πλήρη κίνηση της ψυχής που συμβαίνει στο μέρος του
διανοητικού, χωρίς τίποτε να εκφωνείται· αυτός, λένε, δημιουργεί τον
προφορικό λόγο, ο οποίος ομιλείται με τη γλώσσα.
Αφού, λοιπόν, είπαμε για τις γνωστικές δυνάμεις, ας μιλήσουμε και για τις
ζωτικές, δηλαδή τις επιθυμητικές.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι κάποια δύναμη έχει σπαρεί μέσα στην ψυχή από τη
φύση· αυτή επιθυμεί αυτό που είναι φυσικό και συγκρατεί όλα όσα ανήκουν
κατ’ ουσίαν στη φύση μας· λέγεται θέληση. Η ύπαρξή μας, δηλαδή, επιθυμεί
να υπάρχει με το νου και την αίσθηση· να ζει και να κινείται ποθώντας τη
δική της φυσική και τέλεια ύπαρξη. Γι’ αυτό και ο ορισμός του φυσικού
θελήματος είναι ο εξής: θέλημα είναι λογική επιθυμία των ζωτικών, που
εξαρτάται μόνον απ’ όσα ανήκουν στη φύση μας. Επομένως, η θέληση είναι
η ίδια η φυσική και λογική επιθυμία όλων των συστατικών της φύσεώς μας,
η απλή δύναμη· αντίθετα, η επιθυμία των άλογων όντων, επειδή δεν είναι
λογική, δεν λέγεται θέληση.
Η βούληση είναι κάποια φυσική θέληση, δηλαδή φυσική και λογική επιθυμία
κάποιου πράγματος. Υπάρχει, δηλαδή, μέσα στην ψυχή του ανθρώπου δύναμη
της λογικής επιθυμίας. Όταν, λοιπόν, η λογική επιθυμία κινηθεί φυσικά προς
κάποιο πράγμα, λέγεται βούληση· βούληση, δηλαδή, είναι η λογική επιθυμία
και ο πόθος κάποιου πράγματος.
Η βούληση χρησιμοποιείται και για όσα εξαρτώνται από μας και για όσα δεν
εξαρτώνται, δηλαδή και γι’ αυτά που είναι δυνατόν να γίνουν και γι’ αυτά
δεν είναι. Επιθυμούμε, για παράδειγμα,
πολλές φορές να πορνεύσουμε ή να εγκρατευθούμε ή να κοιμηθούμε ή κάτι
παρόμοιο· αυτά εξαρτώνται από μας και μπορούν να γίνουν. Θέλουμε, ακόμη,
να γίνουμε βασιλιάδες· αυτό όμως δεν εξαρτάται από μας. Επιθυμούμε τέλος
να μην πεθάνουμε ποτέ· αυτό όμως είναι από τα αδύνατα.
Η βούληση αναφέρεται στον σκοπό, όχι σ’ αυτά που οδηγούν στον σκοπό.
Σκοπός βέβαια είναι το αντικείμενο της βουλήσεως, όπως να βασιλεύσουμε ή
να γίνουμε υγιείς. Στον σκοπό οδηγεί η σκέψη, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο
πρέπει να γίνουμε υγιείς ή να βασιλέψουμε. Έπειτα, μετά από τη βούληση,
ακολουθεί η έρευνα και η εξέταση. Και μετά απ’ αυτά, αν εξαρτάται από μας,
ακολουθεί βουλή, δηλαδή απόφαση. Και «βουλή» είναι επιθυμία για να
ερευνήσουμε αυτά που πρέπει να πράξουμε. Σκέφτεται, δηλαδή, κάποιος,
αν πρέπει ν’ ασχοληθεί με την υπόθεση ή όχι. Έπειτα σκέφτεται το καλύτερο,
και αυτό λέγεται διάκριση. Στη συνέχεια, αποδέχεται και αγαπά αυτό που
έκρινε με τη σκέψη του, και αυτό ονομάζεται συγκατάθεση. Αν βέβαια δεν
αποφασίσει ν’ αποδεχθεί την κρίση του, δηλαδή δεν την αγαπήσει, τότε
δεν ονομάζεται συγκατάθεση. Έπειτα, μετά την αποδοχή, έρχεται
η προαίρεση, δηλαδή η επιλογή· προαίρεση δηλαδή είναι η εκλογή του ενός
μεταξύ δύο πραγμάτων, να προτιμήσουμε αυτό αντί για το άλλο. Κατόπιν,
σπεύδει να το κάνει πράξη, και αυτό ονομάζεται ορμή. Έπειτα, εκπληρώνει
την επιθυμία, και αυτό λέγεται χρήση. Τέλος, μετά τη χρήση, η επιθυμία
σταματά.
Στην περίπτωση βέβαια των αλόγων ζώων, όταν έχουν επιθυμία κάποιου
πράγματος, αμέσως ορμούν να την πραγματοποιήσουν· διότι η επιθυμία
των αλόγων ζώων είναι άλογη και κατευθύνεται
από τη φυσική επιθυμία. Γι’ αυτό η επιθυμία των αλόγων ζώων δεν
ονομάζεται θέληση ούτε βούληση· διότι η θέληση είναι λογική και αυτεξούσια
φυσική επιθυμία. Στους ανθρώπους όμως, οι οποίοι έχουν λογική, η φυσική
τους επιθυμία μάλλον κατευθύνεται παρά κατευθύνει· διότι αυτή κινείται
ελεύθερα και λογικά, επειδή μέσα στον άνθρωπο οι γνωστικές και ζωτικές
δυνάμεις επικοινωνούν μεταξύ τους. (Ο άνθρωπος), λοιπόν, ελεύθερα
επιθυμεί, ελεύθερα θέλει, ελεύθερα ερευνά και εξετάζει, ελεύθερα σκέφτεται,
ελεύθερα διακρίνει, ελεύθερα παίρνει θέση απέναντι στα πράγματα,
ελεύθερα εκλέγει, ελεύθερα σπεύδει (για εκπλήρωση των επιθυμιών) και
ελεύθερα ενεργεί σ’ αυτά που είναι σύμφωνα με τη φύση του.
Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι στο Θεό αποδίδουμε βούληση και όχι
προαίρεση· διότι ο Θεός δεν σκέφτεται. Η σκέψη αποτελεί γνώρισμα της
άγνοιας· κανείς όμως δεν σκέφτεται για κάτι που το γνωρίζει. Εάν, λοιπόν,
η σκέψη είναι γνώρισμα της αγνοίας, οπωσδήποτε είναι και η προαίρεση.
Αλλά ο Θεός, ο οποίος τα γνωρίζει όλα απολύτως, δεν σκέφτεται.
Αλλά ούτε στην ψυχή του Κυρίου αποδίδουμε σκέψη ή προαίρεση· διότι δεν
είχε άγνοια. Αν και η (ανθρώπινη) φύση του αγνοούσε τα μέλλοντα να
συμβούν, όμως, επειδή ενώθηκε υποστατικά με το Θεό Λόγο, είχε τη γνώση
όλων όχι χαριστικά αλλά, όπως λέγεται, εξαιτίας της υποστατικής ενώσεώς
της· διότι ο ίδιος ήταν και Θεός και άνθρωπος. Γι’ αυτό και δεν είχε γνωμικό
θέλημα. Είχε βέβαια απλή φυσική θέληση, την ίδια που συναντάμε
σε κάθε ανθρώπινη υπόσταση· αλλά η αγία του ψυχή δεν είχε γνώμη,
δηλαδή επιθυμητό, το οποίο (να μπορεί να είναι) αντίθετο στο θείο του
θέλημα ή κάτι το διαφορετικό από το θείο του θέλημα.
Διότι η γνώμη χωρίζεται μαζί με τις υποστάσεις (πρόσωπα), εκτός από τα
πρόσωπα της αγίας, απλής, ασύνθετης και αδιαίρετης Θεότητος· επειδή
οι υποστάσεις της Θεότητος είναι αδιαίρετες και αχώριστες, ούτε και η
θέλησή τους χωρίζεται. Και στη θεότητα βέβαια, επειδή η φύση είναι μία, μία
είναι και η φυσική τους θέληση. Και επειδή οι υποστάσεις είναι αχώριστες,
είναι και μία η θέλησή και η κίνηση (ενέργεια) των τριών υποστάσεων.
Στην περίπτωση των ανθρώπων μάλιστα, επειδή μία είναι η φύση, μία είναι
και η θέληση· επειδή όμως τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι χωριστά και
διαφέρουν μεταξύ τους στον τόπο, το χρόνο, τη σχέση τους προς τα
πράγματα και άλλα πολλά, εξαιτίας αυτού έχουμε και διαφορετικά θελήματα
και γνώμες. Σχετικά όμως με το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού,
επειδή οι φύσεις διαφέρουν, διαφέρουν και οι φυσικές θελήσεις της θείας
και της ανθρωπίνης φύσεώς του, δηλαδή οι θελητικές δυνάμεις. Επειδή όμως
μία είναι η υπόσταση του προσώπου του και ένας αυτός που θέλει, ένα είναι
και αυτό που θέλει, δηλαδή το γνωμικό του θέλημα· διότι η ανθρώπινη
θέλησή του ακολουθεί τη θεία του θέληση και θέλει αυτά, τα οποία η θεία του
θέληση ήθελε να θέλει αυτή (η ανθρώπινη).
Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι άλλο είναι η θέληση και άλλο η βούληση,
άλλο το θελητό, άλλο το θελητικό και άλλο ο θέλων.
Θέληση, δηλαδή, είναι η ίδια η απλή δύναμη να θέλουμε, ενώ βούληση είναι
η θέληση για κάτι· θελητό πάλι είναι το αντικείμενο της θελήσεως, δηλαδή
αυτό που θέλουμε· για παράδειγμα, η επιθυμία κινείται για φαγητό· η απλή
επιθυμία είναι λογική θέληση, ενώ η επιθυμία για φαγητό είναι βούληση·
η ίδια η τροφή είναι το θελητό, ενώ θελητικό είναι αυτό που έχει τη δύναμη
της θελήσεως, για παράδειγμα ο άνθρωπος. Θέλων πάλι είναι αυτός που
χρησιμοποιεί τη θέληση.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το θέλημα άλλοτε σημαίνει τη θέληση, δηλαδή τη
θελητική δύναμη και ονομάζεται φυσικό θέλημα· άλλοτε πάλι σημαίνει το
επιθυμητό και ονομάζεται γνωμικό θέλημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 37. Περὶ ἐνεργείας.
Χρὴ γινώσκειν, ὡς πᾶσαι αἱ δυνάμεις αἱ προειρημέναι, αἵ τε
γνωστικαὶ αἵ τε ζωτικαὶ καὶ αἱ φυσικαὶ καὶ αἱ τεχνικαί, ἐνέργειαι
λέγονται· ἐνέργεια γάρ ἐστιν ἡ φυσικὴ ἑκάστης οὐσίας δύναμίς τε καὶ
κίνησις. Καὶ πάλιν· ἐνέργειά ἐστι φυσικὴ ἡ πάσης οὐσίας ἔμφυτος
κίνησις. Ὅθεν δῆλον, ὅτι, ὧν ἡ οὐσία ἡ αὐτή, τούτων καὶ ἡ ἐνέργεια
ἡ αὐτή, ὧν δὲ αἱ φύσεις διάφοροι, τούτων καὶ αἱ ἐνέργειαι διάφοροι·
ἀμήχανον γὰρ οὐσίαν ἄμοιρον εἶναι φυσικῆς ἐνεργείας.
Ἐνέργεια πάλιν ἐστὶ φυσικὴ, ἡ δηλωτικὴ ἑκάστης οὐσίας δύναμις.
Καὶ πάλιν· ἐνέργειά ἐστι φυσικὴ καὶ πρώτη ἡ ἀεικίνητος δύναμις τῆς
νοερᾶς ψυχῆς, τουτέστιν ὁ ἀεικίνητος αὐτῆς λόγος φυσικῶς ἐξ αὐτῆς
ἀεὶ πηγαζόμενος. Καί πάλιν· ἐνέργειά ἐστι φυσικὴ ἡ ἑκάστης οὐσίας
δύναμίς τε καὶ κίνησις, ἧς χωρὶς μόνον τὸ μὴ ὄν.
Λέγονται δὲ ἐνέργειαι καὶ αἱ πράξεις ὡς τὸ λαλεῖν, τὸ περιπατεῖν,
τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ τὰ πάθη δὲ τὰ φυσικὰ
πολλάκις ἐνέργειαι λέγονται, οἷον πεῖνα, δίψα καὶ τὰ τοιαῦτα.
Λέγεται πάλιν ἐνέργεια καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δυνάμεως.
Διττῶς δὲ λέγεται καὶ τὸ δυνάμει καὶ τὸ ἐνεργείᾳ. Λέγομεν γὰρ τὸν
παῖδα τὸν θηλάζοντα δυνάμει γραμματικόν· ἔχει γὰρ ἐπιτηδειότητα
διὰ μαθήσεως γενέσθαι γραμματικός. Λέγομεν πάλιν τὸν
γραμματικὸν καὶ δυνάμει γραμματικὸν καὶ ἐνεργείᾳ· ἐνεργείᾳ μέν,
ὅτι ἔχει τὴν γνῶσιν τῆς γραμματικῆς, δυνάμει δέ, ὅτι δύναται
ἐξηγεῖσθαι, οὐκ ἐνεργεῖ δὲ τὴν ἐξήγησιν. Λέγομεν πάλιν ἐνεργείᾳ
γραμματικόν, ὅτε ἐνεργεῖ, ἤγουν ἐξηγεῖται.
Χρὴ οὖν γινώσκειν, ὅτι ὁ δεύτερος τρόπος κοινός ἐστι τοῦ δυνάμει καὶ
τοῦ ἐνεργείᾳ· δεύτερος μὲν τοῦ δυνάμει, πρῶτος δὲ τοῦ ἐνεργείᾳ.
Ἐνέργεια φύσεώς ἐστι πρώτη καὶ μόνη καὶ ἀληθής, ἡ αὐθαίρετος,
ἤτοι λογικὴ καὶ αὐτεξούσιος ζωὴ καὶ τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς εἴδους συστατική·
ἧς οἱ ἀποστεροῦντες τὸν Κύριον, οὐκ οἶδα ὅπως αὐτὸν Θεὸν
ἐνανθρωπήσαντα λέγουσιν. Ἐνέργειά ἐστι φύσεως κίνησις δραστική·
δραστικὸν δὲ λέγεται τὸ ἐξ ἑαυτοῦ κινούμενον.
Για την ενέργεια.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όλες οι δυνάμεις που έχουμε αναφέρει, οι
γνωστικές, οι ζωτικές, οι φυσικές και οι τεχνικές, ονομάζονται ενέργειες.
Ενέργεια είναι η φυσική δύναμη και κίνηση κάθε ουσίας. Και επίσης·
φυσική ενέργεια είναι η έμφυτη κίνηση κάθε ουσίας. Γι’ αυτό είναι φανερό
ότι όποια όντα έχουν την ίδια ουσία, αυτά έχουν και την ίδια ενέργεια· όποια
όμως έχουν διαφορετικές φύσεις, αυτά έχουν και διαφορετικές ενέργειες·
διότι είναι αδύνατο η ουσία να είναι αμέτοχη στη φυσική ενέργεια.
Φυσική ενέργεια πάλι είναι η δύναμη που φανερώνει κάθε ουσία. Και επίσης·
φυσική και πρώτη ενέργεια είναι η αεικίνητη δύναμη της νοερής ψυχής,
δηλαδή η αεικίνητη δύναμη της διάνοιάς της, η οποία από τη φύση της
πηγάζει πάντοτε απ’ αυτήν. Και ακόμη· φυσική ενέργεια είναι η δύναμη και η
κίνηση κάθε ουσίας, χωρίς την οποία υπάρχει μόνο αυτό που δεν έχει ύπαρξη.
Ενέργειες ονομάζονται και οι πράξεις, όπως το να ομιλεί κανείς, να περπατά,
να τρώει, να πίνει και τα παρόμοια. Και ακόμη, τα φυσικά πάθη λέγονται
πολλές φορές ενέργειες, όπως η πείνα, η δίψα και τα παρόμοια. Ενέργεια
ονομάζεται τέλος και το αποτέλεσμα της δυνάμεως.
Με διπλή σημασία λέγονται και οι εκφράσεις «δυνάμει» και «ενεργεία». Το
παιδί που θηλάζει το ονομάζουμε δυνάμει γραμματοδιδάσκαλο· διότι έχει την
ικανότητα με τη μάθηση να γίνει γραμματοδιδάσκαλος. Το
γραμματοδιδάσκαλο πάλι τον λέμε και δυνάμει και ενεργεία
γραμματοδιδάσκαλο· ενεργεία, διότι γνωρίζει τη γραμματική τέχνη, και
δυνάμει, διότι μπορεί να την διδάξει, αλλά δεν διδάσκει. Τον καλούμε πάλι
ενεργεία γραμματοδιδάσκαλο, όταν εργάζεται, δηλαδή διδάσκει.
Πρέπει λοιπόν να γνωρίζουμε ότι η δεύτερη περίπτωση ανήκει από κοινού
και στο δυνάμει και στο ενεργεία· κατά δεύτερο λόγο ανήκει στο δυνάμει,
ενώ κατά πρώτο ανήκει στο ενεργεία.
Πρώτη, μοναδική και αληθινή ενέργεια της φύσεώς μας είναι η ανεξάρτητη,
δηλαδή η λογική και ελεύθερη ζωή, που είναι συστατική της ανθρωπίνης
φύσεώς μας· αυτοί που αρνούνται αυτή τη φύση (ανθρώπινη) για τον Κύριο,
δεν ξέρω πώς τον ονομάζουν ενανθρωπήσαντα Θεό. Η ενέργεια είναι
δραστική κίνηση της φύσεως· και ονομάζεται δραστικό αυτό που κινείται
από τον εαυτό του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 38. Περὶ ἑκουσίου καὶ ἀκουσίου
Ἐπειδὴ τὸ ἑκούσιον ἐν πράξει τινί ἐστι καὶ τὸ νομιζόμενον δὲ
ἀκούσιον ἐν πράξει τινί ἐστι, πολλοὶ δέ τινες καὶ τὸ ὄντως ἀκούσιον
οὐ μόνον ἐν τῷ πάσχειν ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ πράττειν τίθενται, δεῖ
εἰδέναι, ὅτι πρᾶξίς ἐστιν ἐνέργεια λογική, ταῖς δὲ πράξεσιν ἕπεται
ἔπαινος ἢ ψόγος· καὶ αἱ μὲν αὐτῶν μεθ᾿ ἡδονῆς, αἱ δὲ μετὰ λύπης
πράττονται· καὶ αἱ μὲν αὐτῶν εἰσιν αἱρεταὶ τῷ πράττοντι, αἱ δὲ
φευκταί· καὶ τῶν αἱρετῶν αἱ μὲν ἀεὶ αἱρεταί, αἱ δὲ κατά τινα χρόνον.
Ὁμοίως καὶ τῶν φευκτῶν. Καὶ πάλιν· αἱ μὲν τῶν πράξεων ἐλεοῦνται,
αἱ δὲ συγγνώμης ἀξιοῦνται, αἱ δὲ μισοῦνται καὶ κολάζονται. Τῷ μὲν
οὖν ἑκουσίῳ πάντως ἐπακολουθεῖ ἔπαινος ἢ ψόγος καὶ τὸ μεθ᾿ ἡδονῆς
πράττεσθαι καὶ τὸ αἱρετὰς εἶναι τὰς πράξεις τοῖς πράττουσιν ἢ ἀεὶ ἢ
τότε, ὅτε πράττονται. Τῷ δὲ ἀκουσίῳ τὸ συγγνώμης ἢ ἐλέους
ἀξιοῦσθαι, καὶ τὸ μετὰ λύπης πράττεσθαι καὶ τὸ μὴ εἶναι αἱρετὰς
μηδὲ δι᾿ ἑαυτοῦ τελεῖν τὸ πραττόμενον, εἰ καὶ βιάζοιτο.
Τοῦ δὲ ἀκουσίου τὸ μέν ἐστι κατὰ βίαν, τὸ δὲ δι᾿ ἄγνοιαν· κατὰ βίαν
μέν, ὅταν ἡ ποιητικὴ ἀρχὴ, ἤγουν αἰτία ἔξωθέν ἐστιν, ἤγουν ὅταν
ὑφ᾿ ἑτέρου βιαζώμεθα, μηδ᾿ ὅλως πειθόμενοι, μηδὲ συμβαλλώμεθα
κατ᾿ οἰκείαν ὁρμὴν, μηδὲ ὅλως συμπράττωμεν ἢ δι᾿ ἑαυτῶν τὸ
βιασθὲν ποιῶμεν· ὃ καὶ ὁριζόμενοί φαμεν· ἀκούσιόν ἐστιν οὗ ἡ ἀρχὴ
ἔξωθεν μηδὲν συμβαλλομένου κατ᾿ οἰκείαν ὁρμὴν τοῦ βιασθέντος.
Ἀρχὴν δέ φαμεν τὴν ποιητικὴν αἰτίαν. Τὸ δὲ δι᾿ ἄγνοιαν ἀκούσιόν
ἐστιν, ὅταν μὴ αὐτοὶ παρέχωμεν αἰτίαν τῆς ἀγνοίας, ἀλλ᾿ οὕτω
συμβῇ. Εἰ γὰρ μεθύων τις φόνον ποιήσει, ἀγνοῶν ἐφόνευσεν, οὐ μὴν
ἀκουσίως· τὴν γὰρ αἰτίαν τῆς ἀγνοίας, ἤγουν τὴν μέθην, αὐτὸς
ἔπραξεν. Εἰ δέ τις ἐν τῷ συνήθει τόπῳ τοξεύων τὸν πατέρα
παριόντα ἀπέκτεινε, δι᾿ ἄγνοιαν λέγεται ἀκουσίως τοῦτο πεποιηκέναι.
Τοῦ οὖν ἀκουσίου διττοῦ ὄντος, τοῦ μὲν κατὰ βίαν, τοῦ δὲ δι᾿
ἄγνοιαν, τὸ ἑκούσιον ἀμφοτέροις ἀντίκειται· ἔστι γὰρ ἑκούσιον τὸ
μήτε κατὰ βίαν μήτε δι᾿ ἄγνοιαν γινόμενον. Ἑκούσιον τοίνυν ἐστίν,
οὗ ἡ ἀρχὴ, τουτέστιν ἡ αἰτία, ἐν αὑτῷ εἰδότι τὰ καθ᾿ ἕκαστα, δι᾿ ὧν
καὶ ἐν οἷς ἡ πρᾶξις. «Καθ᾿ ἕκαστα» δέ ἐστιν, ἃ καλεῖται παρὰ τοῖς
ῥήτορσι περιστατικὰ μόρια· οἷον τίς, ἤγουν ὁ πράξας, τίνα, ἤγουν
τὸν παθόντα, τί, ἤγουν αὐτὸ τὸ πραχθέν, τυχὸν ἐφόνευσε· τίνι,
ἤγουν ὀργάνῳ, ποῦ, ἤγουν τόπῳ, πότε, ἤγουν ἐν ποίῳ χρόνῳ, πῶς,
ὁ τρόπος τῆς πράξεως, διὰ τί, ἤγουν διὰ ποίαν αἰτίαν.
Ἰστέον, ὥς εἰσί τινα μέσα ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων, ἅτινα ἀηδῆ καὶ
λυπηρὰ ὄντα διὰ μεῖζον κακὸν καταδεχόμεθα, ὡς διὰ ναυάγιον
ἀποβάλλομεν τὰ ἐν τῷ πλοίῳ.
Ἰστέον, ὡς τὰ παιδία καὶ τὰ ἄλογα ἑκουσίως μὲν ποιεῖ, οὐ μὴν δὲ καὶ
προαιρούμενα, καὶ ὅσα διὰ θυμὸν πράττομεν μὴ προβουλευσάμενοι,
ἑκουσίως ποιοῦμεν, οὐ μὴν καὶ κατὰ προαίρεσιν. Καὶ ὁ φίλος
αἰφνιδίως ἐπέστη ἑκουσίως μὲν ἡμῖν, οὐ μὴν καὶ προαιρούμενος. Καὶ
ὁ θησαυρῷ ἀνελπίστως περιτυχὼν ἑκουσίως περιέτυχεν, οὐ μὴν καὶ
προαιρούμενος. Πάντα ταῦτα ἑκούσια μὲν διὰ τὸ ἐπ᾿ αὐτοῖς ἥδεσθαι,
οὐ μὴν καὶ κατὰ προαίρεσιν, διότι οὐκ ἀπὸ βουλῆς· δεῖ δὲ πάντως
βουλὴν προηγεῖσθαι τῆς προαιρέσεως, καθὼς εἴρηται.
Για το εκούσιο και το ακούσιο.
Επειδή σε μια πράξη υπάρχει η εκούσια και σ’ άλλη η θεωρούμενη ακούσια
συμμετοχή και πολλοί πιστεύουν ότι υπάρχει η ακούσια συμμετοχή όχι μόνον
όταν υποφέρουμε αλλά και όταν ενεργούμε, πρέπει να γνωρίζουμε ότι
η πράξη είναι λογική ενέργεια και ότι μετά τις πράξεις ακολουθεί ή έπαινος
ή κατηγορία. Και άλλες πράξεις γίνονται με ευχαρίστηση και άλλες με λύπη.
Αυτός που τίς κάμει, άλλες τις προτιμά και άλλες τις αποφεύγει· και απ’ αυτές
που προτιμά, άλλες τις προτιμά για πάντα, ενώ άλλες πρόσκαιρα· το ίδιο και
αυτές που αποφεύγει. Επίσης, άλλες από τις πράξεις κινούν την συμπάθεια,
άλλες θεωρούνται άξιες συγχωρήσεως, άλλες είναι μισητές και άλλες άξιες
τιμωρίας. Στην εκούσια, λοιπόν, συμμετοχή ακολουθεί οπωσδήποτε έπαινος
ή κατηγορία και ότι αυτός που τις κάμει τις προτιμά ή για πάντα ή για κάποιο
χρονικό διάστημα που γίνονται. Στην ακούσια όμως συμμετοχή ακολουθεί
η συγχώρεση ή η συμπάθεια, ότι γίνονται με λύπη και ότι δεν τις επιλέγει ούτε
τις ενεργεί από τον εαυτό του αυτός που τις κάμει, ακόμη κι αν πιέζεται.
Η ακούσια συμμετοχή οφείλεται από τη μια στη βία κι από την άλλη στην
άγνοια· στη βία βέβαια οφείλεται, όταν η δημιουργική αρχή, δηλαδή η αιτία
της βρίσκεται έξω απο μας, όταν δηλαδή άλλος μας πιέζει, χωρίς καθόλου να
μας πείθει και χωρίς να συμμετέχουμε αυθόρμητα ή να συμπράττουμε ή να
κάνουμε από μόνοι μας αυτό για το οποίο μας πιέζουν. Ο ορισμός αυτού
είναι: ακούσια συμμετοχή είναι αυτή της οποίας η αρχή βρίσκεται έξω από
μας, χωρίς καθόλου να συμμετέχει με τον εαυτό του αυτός που δέχθηκε
πίεση. Αρχή πάλι ονομάζουμε τη δημιουργική αιτία. Η ακούσια όμως
συμμετοχή οφείλεται στην άγνοια, όταν οι ίδιοι δεν γινόμαστε αίτιοι της
άγνοιας, αλλά όταν έτσι συμβεί. Για παράδειγμα, αν κάποιος μεθυσμένος
κάνει φόνο, σκότωσε από άγνοια, αλλά όχι άθελα· διότι ο ίδιος προξένησε
την αιτία της άγνοιας, δηλαδή τη μέθη. Αν όμως κάποιος ρίχνοντας το τόξο
του σε συνηθισμένο τόπο, σκότωσε τον πατέρα του που περνούσε τυχαία,
τότε λέμε ότι χωρίς τη θέλησή του το έπραξε, από άγνοια.
Ενώ, λοιπόν, η ακούσια συμμετοχή είναι δύο ειδών, ένα είδος με πίεση και
άλλο από άγνοια, η εκούσια συμμετοχή είναι αντίθετη και στα δύο· διότι
εκούσια συμμετοχή είναι εκείνη που γίνεται χωρίς πίεση και χωρίς άγνοια.
Εκούσια, λοιπόν, συμμετοχή είναι αυτή που η αρχή της, δηλαδή η αιτία,
υπάρχει σ’ αυτόν τον ίδιο που γνωρίζει τις σχετικές λεπτομέρειες, με τις
οποίες συντελείται η πράξη. Σχετικές λεπτομέρειες είναι αυτές που οι ρήτορες
ονομάζουν παραμέτρους: όπως «ποιος», δηλαδή ο δράστης, «ποιο», δηλαδή
το θύμα, «ποιά», δηλαδή η πράξη, αν τυχόν διέπραξε φόνο· «με τι», δηλαδή με
ποιο όργανο, «που», δηλαδή σε ποιό τόπο, «πότε», δηλαδή σε ποιο χρόνο,
«πως», δηλαδή με ποιο τρόπο έγινε η πράξη, «γιατί», δηλαδή για ποια αιτία.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ορισμένες ενέργειές μας ενδιάμεσες
μεταξύ εκουσίων και ακουσίων, τις οποίες δεχόμαστε, αν και είναι
δυσάρεστες και λυπηρές, για ν’ αποφύγουμε μεγαλύτερο κακό, όπως στην
περίπτωση του ναυαγίου ρίχνουμε στη θάλασσα τα εμπορεύματα του πλοίου.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα παιδιά και τα άλογα ενεργούν με τη θέλησή τους,
αλλά χωρίς να προαποφασίσουν· και ότι, όσα κάνουμε εξαιτίας της οργής,
χωρίς προηγουμένως να σκεφθούμε, το κάνουμε με τη θέλησή μας, αλλά όχι
και με προηγούμενη απόφαση. Και ο φίλος μας
παρουσιάστηκε ξαφνικά με τη θέλησή μας, χωρίς όμως να προαποφασίσουμε.
Κι αυτός που βρήκε ανέλπιστα θησαυρό, τον βρήκε με τη θέλησή του, αλλά
χωρίς να προαποφασίσει. Όλα αυτά είναι εκούσια, διότι μας προκαλούν
ευχαρίστηση, αλλά δεν γίνονται με προηγούμενη απόφαση, διότι δεν τα
έχουμε σκεφθεί. Πρέπει, επίσης, όπως είπαμε, η σκέψη να προηγείται από την
απόφαση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 39. Περὶ τοῦ ἐφ᾿ ἡμῖν, τουτέστι τοῦ αὐτεξουσίου.
Ὁ περὶ τοῦ αὐτεξουσίου λόγος, τουτέστι τοῦ ἐφ᾿ ἡμῖν, πρώτην μὲν
ἔχει ζήτησιν, εἰ ἔστι ἐφ᾿ ἡμῖν· πολλοὶ γὰρ οἱ πρὸς τοῦτο
ἀντιβαίνοντες. Δευτέραν δέ, τίνα ἐστὶ τὰ ἐφ᾿ ἡμῖν καὶ τίνων
ἐξουσίαν ἔχομεν. Τρίτην τὴν αἰτίαν ἐξετάσαι, δι᾿ ἣν ὁ ποιήσας ἡμᾶς
Θεὸς αὐτεξουσίους ἐποίησεν. Ἀναλαβόντες οὖν περὶ τοῦ πρώτου,
πρῶτον εἴπωμεν ἀποδεικνύντες, ὅτι ἔστι τινὰ ἐφ᾿ ἡμῖν, ἐκ τῶν παρ᾿
ἐκείνοις ὁμολογουμένων, καὶ εἴπωμεν οὕτως.
Τῶν γινομένων πάντων ἢ Θεόν φασιν αἴτιον εἶναι ἢ ἀνάγκην ἢ
εἱμαρμένην ἢ φύσιν ἢ τύχην ἢ τὸ αὐτόματον. Ἀλλὰ τοῦ μὲν Θεοῦ
ἔργον οὐσία καὶ πρόνοια, τῆς δὲ ἀνάγκης τῶν ἀεὶ ὡσαύτως ἐχόντων
ἡ κίνησις· τῆς δὲ εἱμαρμένης τὸ ἐξ ἀνάγκης τὰ δι᾿ αὐτῆς ἐπιτελεῖσθαι
(καὶ γὰρ αὕτη τῆς ἀνάγκης ἐστί)· τῆς δὲ φύσεως γένεσις, αὔξησις,
φθορά, φυτὰ καὶ ζῷα· τῆς δὲ τύχης τὰ σπάνια καὶ ἀπροσδόκητα·
ὁρίζονται γὰρ τὴν τύχην σύμπτωσιν καὶ συνδρομὴν δύο αἰτίων
ἀπὸ προαιρέσεως τὴν ἀρχὴν ἐχόντων, ἄλλο τι, παρ᾿ ὃ πέφυκεν,
ἀποτελούντων, ὡς τάφρον ὀρύσσοντα θησαυρὸν εὑρεῖν· οὔτε γὰρ ὁ
θεὶς τὸν θησαυρὸν οὕτως ἔθηκεν, ὥστε ἄλλον τοῦτον εὑρεῖν, οὔτε ὁ
εὑρὼν οὕτως ὤρυξεν, ὡς εὑρεῖν θησαυρόν, ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἵν᾿ ὅταν θέλῃ,
ἀνέληται, ὁ δὲ ἵνα τάφρον ὀρύξῃ· συνέπεσε δὲ ἄλλο τι, παρ᾿ ὃ
προῃροῦντο ἀμφότεροι. Τοῦ δὲ αὐτομάτου τὰ τῶν ἀψύχων ἢ
ἀλόγων συμπτώματα ἄνευ φύσεως καὶ τέχνης. Οὕτως αὐτοί φασι.
Τίνι τοίνυν τούτων ὑπαγάγωμεν τὰ διὰ τῶν ἀνθρώπων, εἴπερ ὁ
ἄνθρωπος οὐκ ἔστιν αἴτιος καὶ ἀρχὴ πράξεως; Οὐδὲ γὰρ Θεῷ
θεμιτὸν ἐπιγράφειν αἰσχρὰς ἔσθ᾿ ὅτε πράξεις καὶ ἀδίκους οὐδὲ ἀνάγκῃ
(οὐ γὰρ τῶν ἀεὶ ὡσαύτως ἐχόντων ἐστίν), οὐδὲ εἱμαρμένῃ (οὐ γὰρ
τῶν ἐνδεχομένων, ἀλλὰ τῶν ἀναγκαίων τὰ τῆς εἱμαρμένης
λέγουσιν), οὔτε φύσει (φύσεως γὰρ ἔργα ζῷα καὶ φυτά), οὐδὲ τύχῃ
(οὐ γὰρ σπάνιοι καὶ ἀπροσδόκητοι τῶν ἀνθρώπων αἱ πράξεις), οὔτε
τῷ αὐτομάτῳ (ἀψύχων γὰρ λέγουσιν ἢ ἀλόγων συμπτώματα τοῦ
αὐτομάτου).
Λείπεται δὴ αὐτὸν τὸν πράττοντα καὶ ποιοῦντα ἄνθρωπον ἀρχὴν
εἶναι τῶν ἰδίων ἔργων καὶ αὐτεξούσιον. Ἔτι, εἰ μηδεμιᾶς ἐστιν ἀρχὴ
πράξεως ὁ ἄνθρωπος, περιττῶς ἔχει τὸ βουλεύεσθαι· εἰς τί γὰρ
χρήσεται τῇ βουλῇ μηδεμιᾶς ὢν κύριος πράξεως; Πᾶσα γὰρ βουλὴ
πράξεως ἕνεκα. Τὸ δὲ κάλλιστον καὶ τιμιώτατον τῶν ἐν ἀνθρώπῳ
περιττὸν ἀποφαίνειν τῶν ἀτοπωτάτων ἂν εἴη. Εἰ τοίνυν βουλεύεται,
πράξεως ἕνεκα βουλεύεται· πᾶσα γὰρ βουλὴ πράξεως ἕνεκα καὶ διὰ
πρᾶξιν.
Για την εξουσία της βουλήσεώς μας, δηλαδή για το αυτεξούσιο.
Ο λόγος για το αυτεξούσιο, δηλαδή για την εξουσία της βουλήσεώς μας, έχει
πρώτο στόχο, αν υπάρχει κάτι που εξαρτάται από μας· διότι πολλοί είναι που
διαφωνούν μ’ αυτό. Δεύτερο στόχο έχει, ποια είναι αυτά που εξαρτώνται από
μας και στα οποία έχουμε εξουσία. Και τρίτο στόχο, να βρούμε για ποια αιτία
ο Δημιουργός μας Θεός μας έκανε αυτεξούσιους. Αναλύοντας τον πρώτο
στόχο, ας αποδείξουμε πρώτα ότι υπάρχουν ορισμένα απ’ αυτά που δέχονται
εκείνοι (που διαφωνούν) που εξαρτώνται από μας, κι έτσι ν’ αρχίσουμε το λόγο.
Λένε ότι αιτία όλων αυτών που συμβαίνουν είναι ή ο Θεός ή η ανάγκη ή η
μοίρα ή η φύση ή η τύχη ή ο αυτοματισμός. Αλλά, έργο του Θεού είναι η
ύπαρξη και η πρόνοια, ενώ της ανάγκης έργο είναι η κίνηση όσων βρίσκονται
στην ίδια κατάσταση αιώνια· έργο πάλι της μοίρας είναι να γίνονται
υποχρεωτικά όσα η ίδια φέρει (διότι και η ίδια αποτελεί έργο της ανάγκης)·
έργο της φύσεως πάλι είναι η δημιουργία, η αύξηση, η φθορά, τα φυτά και τα
ζώα· της τύχης πάλι είναι τα σπάνια και απροσδόκητα· διότι δίνουν ορισμό
στην τύχη ως σύμπτωση και συνεργασία δύο αιτιών, που ξεκινούν από την
προαίρεση, αλλά έχουν διαφορετικό αποτέλεσμα από το φυσιολογικό· όπως
συμβαίνει μ’ αυτόν που σκάβει τάφρο και βρίσκει θησαυρό· διότι ούτε αυτός
που έκρυψε το θησαυρό, τον τοποθέτησε για να τον βρει άλλος, ούτε αυτός
που τον βρήκε έσκαψε για να βρει θησαυρό· το αντίθετο, ο ένας έσκαψε για
να τον βρει όποτε θέλει, και ο άλλος για να φτιάξει τάφρο. Συνέβη όμως κάτι
διαφορετικό απ’ αυτό που και οι δύο επιδίωκαν. Τέλος, έργο του
αυτοματισμού είναι τα τυχαία συμβάντα των αψύχων και αλόγων ζώων, που
συμβαίνουν χωρίς τη μεσολάβηση της φύσεως ή της τέχνης. Έτσι λένε αυτοί.
Σε ποιό, λοιπόν, από αυτά θα κατατάξουμε τις ανθρώπινες πράξεις, αν ο
άνθρωπος δεν είναι η αιτία και η αρχή κάποιας πράξεως; Διότι δεν είναι
δίκαιο ν’ αποδίνουμε συχνά αισχρές και άδικες πράξεις στο Θεό, ούτε στην
ανάγκη (διότι δεν είναι χαρακτηριστικό αυτών που βρίσκονται στην ίδια
κατάσταση), ούτε στη μοίρα (διότι λένε ότι αυτά που ανήκουν στη μοίρα
δεν ανήκουν στα ενδεχόμενα αλλά στα υποχρεωτικά να συμβούν), ούτε στη
φύση (διότι έργα της φύσεως είναι τα ζώα και τα φυτά), ούτε στην τύχη (διότι
οι ανθρώπινες πράξεις δεν είναι σπάνιες και απροσδόκητες), ούτε στον
αυτοματισμό (διότι τα συμβάντα του αυτοματισμού λένε ότι γίνονται στα
άψυχα και άλογα ζώα).
Μας απομένει, λοιπόν, να είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, που ενεργεί και
δημιουργεί· να είναι η αιτία των έργων του και ελεύθερος στη βούλησή του.
Επιπλέον, εάν ο άνθρωπος δεν είναι ο αίτιος καμιάς πράξεως, δεν του
χρειάζεται ν’ αποφασίζει· τί να την κάνει την απόφασή του, αν δεν είναι
αίτιος καμιάς πράξεως; Η απόφαση υπάρχει για να κάνει πράξεις. Θα ήταν
όμως από τα πιο παράλογα να παρουσιάζουμε ως άχρηστη την πιο ωραία και
πολύτιμη ικανότητα του ανθρώπου. Αν, λοιπόν, αποφασίζει, αποφασίζει για
πράξεις· διότι κάθε απόφαση γίνεται για την πράξη και με σκοπό την εκτέλεσή
της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 40. Περὶ τῶν γινομένων
Τῶν γινομένων τὰ μέν εἰσιν ἐφ᾿ ἡμῖν, τὰ δὲ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν. Ἐφ᾿ ἡμῖν μὲν
οὖν εἰσιν, ὧν ἡμεῖς ἐσμεν αὐτεξούσιοι ποιεῖν τε καὶ μὴ ποιεῖν,
τουτέστι πάντα τὰ δι᾿ ἡμῶν ἑκουσίως πραττόμενα (οὐ γὰρ ἑκουσίως
ἐλέγετο πράττεσθαι τῆς πράξεως οὐκ οὔσης ἐφ᾿ ἡμῖν) καὶ ἁπλῶς, οἷς
ἕπεται ψόγος ἢ ἔπαινος καὶ ἐφ᾿ οἷς ἐστι προτροπὴ καὶ νόμος. Κυρίως
δὲ ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι τὰ ψυχικὰ πάντα καὶ περὶ ὧν βουλευόμεθα· ἡ δὲ
βουλὴ τῶν ἐπίσης ἐνδεχομένων ἐστίν. Ἐπίσης δὲ ἐνδεχόμενόν ἐστιν,
ὃ αὐτό τε δυνάμεθα, καὶ τὸ ἀντικείμενον αὐτῷ· ποιεῖται δὲ τούτου
τὴν αἵρεσιν ὁ νοῦς ὁ ἡμέτερος, καὶ οὗτός ἐστιν ἀρχὴ πράξεως.
Ταῦτα τοίνυν ἐστὶ τὰ ἐφ᾿ ἡμῖν, τὰ ἐπίσης ἐνδεχόμενα, οἷον τὸ
κινεῖσθαι καὶ μὴ κινεῖσθαι, ὁρμᾶν καὶ μὴ ὁρμᾶν, ὀρέγεσθαι τῶν μὴ
ἀναγκαίων καὶ μὴ ὀρέγεσθαι, ψεύδεσθαι καὶ μὴ ψεύδεσθαι, διδόναι
καὶ μὴ διδόναι, χαίρειν ἐφ᾿ οἷς δεῖ καὶ μὴ χαίρειν ὁμοίως, καὶ ἐφ᾿ οἷς
οὐ δεῖ, καὶ ὅσα τοιαῦτα, ἐν οἷς ἐστι τὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας
ἔργα· τούτων γάρ ἐσμεν αὐτεξούσιοι. Τῶν δὲ ἐπίσης ἐνδεχομένων
εἰσὶ καὶ αἱ τέχναι· ἐφ᾿ ἡμῖν γάρ ἐστι μετελθεῖν, ἣν ἂν θελήσωμεν,
καὶ μὴ μετελθεῖν.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἡ μὲν αἵρεσις τῶν πρακτῶν ἀεὶ ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστιν·
ἡ δὲ πρᾶξις πολλάκις κωλύεται κατά τινα τρόπον τῆς προνοίας.
Γι’ αυτά που συμβαίνουν.
Απ’ αυτά που συμβαίνουν, άλλα εξαρτώνται από μας και άλλα όχι. Από μας
εξαρτώνται αυτά τα οποία εμείς είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ή όχι, δηλαδή
όλα αυτά που εκτελούμε με τη θέλησή μας (διότι δεν θα λέγαμε ότι κάνουμε
κάτι με τη θέλησή μας, αν η πράξη δεν εξαρτάται από μας)· μ’ ένα λόγο, από
μας εξαρτώνται όσα έχουν ως συνέπεια κατάκριση ή έπαινο και για όσα
υπάρχει παραίνεση ή νόμος. Κυρίως εξαρτώνται από μας όσα ανήκουν στην
ψυχή και για όσα αποφασίζουμε· διότι παίρνουμε απόφαση για τα ενδεχόμενα
να συμβούν. Εξίσου ενδεχόμενο είναι αυτό που και το ίδιο μπορούμε να
κάνουμε και το αντίθετό του· το επιλέγει όμως η διάνοιά μας και αποτελεί την
αιτία της πράξεως.
Αυτά, λοιπόν, είναι εκείνα που εξαρτώνται από μας, τα οποία είναι εξίσου
ενδεχόμενα να συμβούν, όπως να κινούμαστε ή όχι, να σπεύδουμε ή όχι, να
επιθυμούμε τα μη απαραίτητα ή όχι, να λέμε ψέματα ή όχι, να δίνουμε ή όχι,
να χαιρόμαστε για όσα πρέπει, αλλά και το ίδιο να μην χαιρόμαστε για όσα δεν
πρέπει, και όλα τα παρόμοια, στα οποία υπάγονται τα έργα της αρετής και της
κακίας. Διότι όλα αυτά εξαρτώνται από την ελευθερία μας. Στα ενδεχόμενα,
επίσης, να συμβούν ανήκουν και οι τέχνες· από μας εξαρτάται να ασκήσουμε
όποια τέχνη θελήσουμε ή να μην ασκήσουμε.
Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η εκλογή αυτών που είναι δυνατόν να
γίνουν πράξη εξαρτάται από μας· αλλά την πράξη εμποδίζει πολλές φορές
κάποιο σχέδιο της θείας πρόνοιας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 41. Διὰ ποίαν αἰτίαν αὐτεξούσιοι γεγόναμεν
Φαμὲν τοίνυν εὐθέως τῷ λογικῷ συνεισέρχεσθαι τὸ αὐτεξούσιον καί
τοῖς γεννητοῖς συμπεφυκέναι μεταβολήν και τροπήν. Πᾶν γὰρ
γεννητὸν καὶ τρεπτόν ἐστιν. Ὧν γὰρ ἡ ἀρχὴ τῆς γενέσεως ἀπὸ
τροπῆς ἤρξατο, ἀνάγκῃ ταῦτα τρεπτὰ εἶναι. Τροπὴ δέ ἐστι τὸ ἐκ μὴ
ὄντων εἰς τὸ εἶναι παραχθῆναι καὶ τὸ ἐξ ὑποκειμένης ὕλης ἕτερόν τι
γενέσθαι. Τὰ μὲν οὖν ἄψυχα καὶ ἄλογα τρέπονται κατὰ τὰς
προειρημένας σωματικὰς ἀλλοιώσεις, τὰ δὲ λογικὰ κατὰ προαίρεσιν.
Τοῦ γὰρ λογικοῦ τὸ μέν ἐστι θεωρητικόν, τὸ δὲ πρακτικόν.
Θεωρητικὸν μὲν τὸ κατανοοῦν, ὡς ἔχει τὰ ὄντα, πρακτικὸν δὲ τὸ
βουλευτικόν, τὸ ὁρίζον τοῖς πρακτοῖς τὸν ὀρθὸν λόγον. Καὶ καλοῦσι
τὸ μὲν θεωρητικὸν νοῦν, τὸ δὲ πρακτικὸν λόγον· καὶ τὸ μὲν
θεωρητικὸν σοφίαν, τὸ δὲ πρακτικὸν φρόνησιν.
Πᾶς οὖν ὁ βουλευόμενος ὡς ἐπ᾿ αὐτῷ τῆς αἱρέσεως οὔσης τῶν
πρακτέων βουλεύεται, ἵνα τὸ προκριθὲν ἐκ τῆς βουλῆς ἕληται καὶ
ἑλόμενος πράξῃ· εἰ δὲ τοῦτο, ἐξ ἀνάγκης παρυφίσταται τῷ λογικῷ
τὸ αὐτεξούσιον· ἢ γὰρ οὐκ ἔσται λογικόν, ἢ λογικὸν ὂν κύριον ἔσται
πράξεων καὶ αὐτεξούσιον. Ὅθεν καὶ τὰ ἄλογα οὔκ εἰσιν αὐτεξούσια·
ἄγονται γὰρ μᾶλλον ὑπὸ τῆς φύσεως ἤπερ ἄγουσι· διὸ οὐδὲ
ἀντιλέγουσι τῇ φυσικῇ ὀρέξει, ἀλλ᾿, ἅμα ὀρεχθῶσί τινος, ὁρμῶσι
πρὸς τὴν πρᾶξιν. Ὁ δὲ ἄνθρωπος, λογικὸς ὤν, ἄγει μᾶλλον τὴν
φύσιν, ἤπερ ἄγεται· διὸ καὶ ὀρεγόμενος, εἴπερ ἐθέλοι, ἐξουσίαν ἔχει
τὴν ὄρεξιν ἀναχαιτίσαι ἢ ἀκολουθῆσαι αὐτῇ. Ὅθεν τὰ μὲν ἄλογα
οὐδὲ ἐπαινεῖται οὐδὲ ψέγεται, ὁ δὲ ἄνθρωπος καὶ ἐπαινεῖται καὶ ψέγεται.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι καὶ οἱ ἄγγελοι, λογικοὶ ὄντες, αὐτεξούσιοι
ὑπάρχουσι, καὶ ὡς κτιστοὶ καὶ τρεπτοί. Καὶ ἔδειξεν ὁ μὲν Διάβολος
ἀγαθὸς ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ γενόμενος, αὐτεξουσίως δὲ τῆς κακίας
εὑρετὴς γεγονώς, καὶ αἱ σὺν αὐτῷ ἀποστατήσασαι δυνάμεις, ἤγουν
οἱ δαίμονες, τὰ δὲ λοιπὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων ἐν τῷ ἀγαθῷ
διαμείναντα.
Για ποιό λόγο δημιουργηθήκαμε αυτεξούσιοι.
Υποστηρίζουμε ότι το αυτεξούσιο εισέρχεται στον άνθρωπο αμέσως μαζί με
το λογικό, και ότι η αλλαγή και μεταβολή είναι φυσικές ιδιότητες όσων
γεννιούνται. Διότι, κάθετι που γεννιέται είναι και μεταβλητό. Καθώς, αφού η
αρχή της δημιουργίας γίνεται με μεταβολή, είναι επόμενο τα όντα να είναι
μεταβλητά. Και μεταβολή σημαίνει να παραχθεί κάτι από το μηδέν και από
προϋπάρχουσα ύλη να γίνει κάτι άλλο. Τα άψυχα βέβαια και τα άλογα ζώα
μεταβάλλονται σύμφωνα με τις σωματικές μεταβολές που προαναφέραμε, ενώ
τα λογικά όντα σύμφωνα με την προαίρεσή τους. Και από τα μέρη του
λογικού, το ένα είναι θεωρητικό και το άλλο πρακτικό. Θεωρητικό είναι αυτό
που αντιλαμβάνεται σε ποιά κατάσταση είναι τα όντα, ενώ πρακτικό είναι
αυτό που αποφασίζει και το οποίο ορίζει σε όσα μπορούν να γίνουν ως
κριτήριο τον ορθό λόγο. Και ονομάζουν το θεωρητικό νου, ενώ το πρακτικό
λόγο· επίσης, ονομάζουν το θεωρητικό σοφία, ενώ το πρακτικό σύνεση.
Γι’ αυτό καθένας που σκέφτεται, σκέφτεται με την ιδέα ότι από τον εαυτό του
εξαρτάται η απόφαση γι’ αυτά που μπορεί να γίνουν· έτσι ώστε να εκλέξει
αυτό που προτίμησε με τη σκέψη, και, αφού το εκλέξει, να το πράξει. Κι αν
είναι έτσι τα πράγματα, τότε το αυτεξούσιο συνυπάρχει υποχρεωτικά με το
λογικό. Διότι, ή δεν θα υπάρχει λογικό ή το λογικό θα είναι υπεύθυνο για τις
πράξεις, και αυτεξούσιο. Γι’ αυτό και τα άλογα ζώα δεν είναι αυτεξούσια· η
φύση τους τα κατευθύνει μάλλον παρά τα ίδια την κατευθύνουν· και δεν
αντιδρούν στη φυσική επιθυμία, αλλά, όταν επιθυμήσουν κάτι, αμέσως
κινούνται για εκπλήρωσή της. Ενώ ο άνθρωπος, επειδή είναι λογικός, μάλλον
κατευθύνει τη φύση, παρά αυτή τον εξουσιάζει· γι’ αυτό, όταν επιθυμεί κάτι,
μπορεί, αν θέλει, ή ν’ ανακόψει την επιθυμία του ή να την ακολουθήσει. Και
για το λόγο αυτό, τα άλογα ζώα ούτε τα επαινούμε ούτε τα κατακρίνουμε,
ενώ τον άνθρωπο και τον επαινούμε και τον κατακρίνουμε.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι άγγελοι, επειδή είναι λογικοί, είναι αυτεξούσιοι,
και σαν δημιουργήματα είναι μεταβλητοί. Και το απόδειξε αυτό ο Διάβολος,
ο οποίος, αν και δημιουργήθηκε αγαθός από το Δημιουργό, με ελεύθερη
απόφασή του εφεύρε την κακία· το ίδιο έκαναν και οι αγγελικές δυνάμεις που
επαναστάτησαν μαζί του, δηλαδή οι δαίμονες, ενώ τα υπόλοιπα αγγελικά
τάγματα έμειναν σταθερά στο αγαθό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 42. Περὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν.
Τῶν δὲ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν τὰ μὲν ἐκ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἔχει τὰς ἀρχὰς, ἤτοι τὰς
αἰτίας, τουτέστιν αἱ ἀμοιβαὶ τῶν πράξεων ἡμῶν ἔν τε τῷ παρόντι
καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, τὰ δὲ λοιπὰ πάντα τῆς θείας βουλῆς
ἐξήρτηται. Ἡ μὲν γὰρ γένεσις πάντων ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἡ δὲ φθορὰ διὰ
τὴν ἡμετέραν κακίαν ὑπεισήχθη πρὸς τιμωρίαν καὶ ὠφέλειαν. «Θεὸς
γὰρ θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων»· δι᾿
ἀνθρώπου δὲ μᾶλλον θάνατος, τουτέστι τῆς τοῦ Ἀδὰμ παραβάσεως,
ὁμοίως καὶ αἱ λοιπαὶ τιμωρίαι. Τὰ δὲ λοιπὰ πάντα τῷ Θεῷ
ἀναθετέον· ἥ τε γὰρ γένεσις ἡμῶν τῆς δημιουργικῆς αὐτοῦ δυνάμεώς
ἐστι, καὶ ἡ διαμονὴ τῆς συνεκτικῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καὶ ἡ κυβέρνησις
καί σωτηρία τῆς προνοητικῆς αὐτοῦ δυνάμεως καί ἡ τῶν ἀγαθῶν
αἰωνία ἀπόλαυσις τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ, τοῖς φυλάσσουσι τό κατά
φύσιν, ἐφ’ ᾧ καί ἐπλάσθημεν.
Ἐπειδὴ δέ τινες ἀντιλέγουσι τῇ προνοίᾳ, εἴπωμεν λοιπὸν ὀλίγα καὶ
περὶ προνοίας.
Γι’ αυτά που δεν εξαρτώνται από μας.
Απ’ όσα δεν εξαρτώνται από μας, άλλα έχουν τις αρχές, δηλαδή την αιτία
τους, σε μας, όπως οι αμοιβές των πράξεών μας στην παρούσα και μέλλουσα
ζωή, ενώ τα υπόλοιπα εξαρτώνται από τη βουλή του Θεού.
Η δημιουργία, δηλαδή, όλων ανήκει στο Θεό, ενώ η φθορά τους εισάχθηκε
από τη δική μας κακία, για να τιμωρηθούμε και ωφεληθούμε. «Διότι ο Θεός
δε δημιούρησε το θάνατο ούτε ευχαριστιέται από την απώλεια των ζωντανών».
Ο θάνατος μάλλον προήλθε από τον άνθρωπο, και συγκεκριμένα από την
παράβαση του Αδάμ· το ίδιο και οι υπόλοιπες τιμωρίες. Όλα όμως τα
υπόλοιπα πρέπει να τα αποδώσουμε στο Θεό· διότι η δημιουργία μας είναι
αποτέλεσμα της δημιουργικής του δυνάμεως· η διατήρησή μας ανήκει στην
συντηρητική του δύναμη· η διακυβέρνηση και η σωτηρία μας ανήκει στην
πρόνοιά του· και η απόλαυση των αιώνιων αγαθών στην αγαθότητά του, για
εκείνους που διατηρούν το «κατά φύσιν», για το οποίο και μας έπλασε.
Επειδή όμως ορισμένοι αρνούνται τη θεία πρόνοια, ας πουμε, λοιπόν, λίγα
και για την πρόνοιά του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 43. Περὶ προνοίας
Πρόνοια τοίνυν ἐστὶν ἐκ Θεοῦ εἰς τὰ ὄντα γινομένη ἐπιμέλεια. Καὶ
πάλιν· Πρόνοιά ἐστι βούλησις Θεοῦ, δι᾿ ἣν πάντα τὰ ὄντα τὴν
πρόσφορον διεξαγωγὴν λαμβάνει. Εἰ δὲ Θεοῦ βούλησίς ἐστιν ἡ
πρόνοια, πᾶσα ἀνάγκη πάντα τὰ τῇ προνοίᾳ γινόμενα κατὰ τὸν
ὀρθὸν λόγον κάλλιστά τε καὶ θεοπρεπέστατα γίνεσθαι καὶ ὡς οὐκ ἔνι
κρείττω γενέσθαι. Ἀνάγκη γὰρ τὸν αὐτὸν εἶναι ποιητὴν τῶν ὄντων
καὶ προνοητήν· οὔτε γὰρ πρέπον οὔτε ἀκόλουθον ἄλλον μὲν ποιητὴν
εἶναι τῶν ὄντων, ἄλλον δὲ προνοητήν· οὕτω γὰρ ἐν ἀσθενείᾳ
πάντως εἰσὶν ἀμφότεροι, ὁ μὲν τοῦ ποιεῖν, ὁ δὲ τοῦ προνοεῖν.
Ὁ Θεὸς τοίνυν ἐστὶν ὅ τε ποιητὴς καὶ προνοητής, καὶ ἡ ποιητικὴ δὲ
αὐτοῦ δύναμις καὶ ἡ συνεκτικὴ καὶ ἡ προνοητικὴ ἡ ἀγαθὴ αὐτοῦ
θέλησίς ἐστι· «πάντα γάρ, ὅσα ἠθέλησεν, ὁ Κύριος ἐποίησεν ἐν τῷ
οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ», καὶ τῷ θελήματι αὐτοῦ οὐδεὶς ἀνθέστηκεν.
Ἠθέλησε γενέσθαι τὰ πάντα, καὶ γέγονε· θέλει συνίστασθαι τὸν
κόσμον, καὶ συνίσταται, καὶ πάντα, ὅσα θέλει, γίνεται.
Ὅτι δὲ προνοεῖ καὶ ὅτι καλῶς προνοεῖ, ὀρθότατα σκοπήσειεν ἄν τις
οὕτως· Μόνος ὁ Θεός ἐστι φύσει ἀγαθὸς καὶ σοφός· ὡς οὖν ἀγαθὸς
προνοεῖ (ὁ γὰρ μὴ προνοῶν οὐκ ἀγαθός· καὶ γὰρ καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ
τὰ ἄλογα τῶν οἰκείων τέκνων προνοοῦνται φυσικῶς, καὶ ὁ μὴ
προνοῶν ψέγεται), ὡς δὲ σοφὸς ἄριστα τῶν ὄντων ἐπιμελεῖται.
Χρὴ τοίνυν τούτοις προσέχοντας πάντα θαυμάζειν, πάντα ἐπαινεῖν,
πάντα ἀνεξετάστως ἀποδέχεσθαι τὰ τῆς προνοίας ἔργα, κἂν
φαίνηται τοῖς πολλοῖς ἄδικα διὰ τὸ ἄγνωστον καὶ ἀκατάληπτον
εἶναι τοῦ Θεοῦ τὴν πρόνοιαν καί τούς λογισμούς ἡμῶν καί τάς
πράξεις καί τά μέλλοντα αὐτῷ μόνῳ γνωστά. Πάντα δὲ λέγω τὰ
οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν· τὰ γὰρ ἐφ᾿ ἡμῖν οὐ τῆς προνοίας ἐστίν, ἀλλὰ τοῦ
ἡμετέρου αὐτεξουσίου.
Τῆς δὲ προνοίας τὰ μὲν κατ᾿ εὐδοκίαν ἐστί, τὰ δὲ κατὰ συγχώρησιν.
Κατ᾿ εὐδοκίαν μέν, ὅσα ἀναντιρρήτως εἰσὶν ἀγαθά, κατὰ
συγχώρησιν δὲ ὅσα εἰσί πονηρά. Συγχωρεῖ γὰρ πολλάκις καὶ τὸν
δίκαιον περιπεσεῖν συμφοραῖς, ἵνα τὴν ἐν αὐτῷ λανθάνουσαν ἀρετὴν
δείξῃ τοῖς ἄλλοις, ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰώβ. Ἄλλοτε συγχωρεῖ τῶν ἀτόπων
τι πραχθῆναι, ἵνα διὰ τῆς πράξεως τῆς δοκούσης ἀτόπου μέγα τι καὶ
θαυμαστὸν κατορθωθῇ ὡς διὰ τοῦ σταυροῦ τὴν σωτηρίαν τῶν
ἀνθρώπων.
Κατ᾿ ἄλλον τρόπον συγχωρεῖ τὸν ὅσιον πάσχειν κακῶς, ἵνα μὴ ἐκ
τοῦ ὀρθοῦ συνειδότος ἐκπέσῃ ἢ καὶ ἐκ τῆς δοθείσης αὐτῷ δυνάμεώς
τε καὶ χάριτος εἰς ἀλαζονείαν ἐκπέσῃ ὡς ἐπὶ τοῦ Παύλου.
Ἐγκαταλείπεταί τις πρὸς καιρὸν πρὸς διόρθωσιν ἄλλου, ἵνα τὸ κατ᾿
αὐτὸν σκοποῦντες οἱ ἄλλοι παιδεύωνται, ὡς ἐπὶ τοῦ Λαζάρου καὶ
τοῦ πλουσίου· φυσικῶς γὰρ ὁρῶντές τινας πάσχοντας συστελλόμεθα.
Ἐγκαταλείπεταί τις καὶ εἰς ἄλλου δόξαν, οὐ δι᾿ οἰκείας ἢ γονέων
ἁμαρτίας ὡς ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς εἰς δόξαν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Πάλιν συγχωρεῖταί τις παθεῖν εἰς ἄλλου ζῆλον, ἵνα τῆς δόξης τοῦ
παθόντος μεγαλυνθείσης ἄοκνον τὸ πάθος τοῖς ἄλλοις γένηται ἐλπίδι
τῆς μελλούσης δόξης καὶ ἐπιθυμίᾳ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, ὡς ἐπὶ
τῶν μαρτύρων. Παραχωρεῖταί τις καὶ εἰς αἰσχρὰν ἐμπεσεῖν πρᾶξιν
ἐνίοτε εἰς διόρθωσιν ἑτέρου χείρονος πάθους· οἷον, ἔστι τις
ἐπαιρόμενος ἐπὶ ταῖς ἀρεταῖς καὶ τοῖς κατορθώμασιν αὐτοῦ·
παραχωρεῖ τοῦτον ὁ Θεὸς εἰς πορνείαν ἐμπεσεῖν, ὅπως διὰ τοῦ
πτώματος εἰς συναίσθησιν τῆς οἰκείας ἀσθενείας ἐλθὼν ταπεινωθῇ
καὶ προσελθὼν ἐξομολογήσηται τῷ Κυρίῳ.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν αἵρεσις τῶν πρακτῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι,
τὸ δὲ τέλος τῶν μὲν ἀγαθῶν τῆς τοῦ Θεοῦ συνεργίας δικαίως
συνεργοῦντος τοῖς προαιρουμένοις τὸ ἀγαθὸν ὀρθῷ τῷ συνειδότι
κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ, τῶν δὲ πονηρῶν τῆς ἐγκαταλείψεως
τοῦ Θεοῦ πάλιν κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ δικαίως
ἐγκαταλιμπάνοντος.
Τῆς δὲ ἐγκαταλείψεώς εἰσιν εἴδη δύο· ἔστι γὰρ ἐγκατάλειψις
οἰκονομικὴ καὶ παιδευτικὴ καὶ ἔστιν ἐγκατάλειψις τελεία
ἀπογνωστική. Οἰκονομικὴ μὲν καὶ παιδευτικὴ ἡ πρὸς διόρθωσιν καὶ
σωτηρίαν καὶ δόξαν τοῦ πάσχοντος γινομένη ἢ καὶ πρὸς ἄλλων
ζῆλον καὶ μίμησιν ἢ καὶ πρὸς δόξαν Θεοῦ· ἡ δὲ τελεία ἐγκατάλειψις,
ὅτε τοῦ Θεοῦ πάντα πρὸς σωτηρίαν πεποιηκότος ἀνεπαίσθητος καὶ
ἀνιάτρευτος, μᾶλλον δὲ ἀνίατος ἐξ οἰκείας προθέσεως διαμείνῃ ὁ
ἄνθρωπος· τότε παραδίδοται εἰς τελείαν ἀπώλειαν ὡς ὁ Ἰούδας.
Φείσοιται ἡμῶν ὁ Θεὸς καὶ ἐξελοῖτο τῆς τοιαύτης ἐγκαταλείψεως.
Χρὴ δὲ εἰδέναι, ὡς πολλοί εἰσιν οἱ τρόποι τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας,
καὶ μήτε λόγῳ ἑρμηνευθῆναι, μήτε νῷ περιληφθῆναι δυνάμενοι.
Δεῖ γινώσκειν, ὡς πᾶσαι αἱ σκυθρωπαὶ ἐπιφοραὶ τοῖς μετ᾿
εὐχαριστίας δεχομένοις πρὸς σωτηρίαν ἐπάγονται καὶ πάντως
ὠφελείας γίνονται πρόξενοι.
Χρὴ εἰδέναι, ὡς ὁ Θεὸς προηγουμένως θέλει πάντας σωθῆναι καὶ τῆς
βασιλείας αὐτοῦ τυχεῖν· οὐ γὰρ ἐπὶ τὸ κολάσαι ἔπλασεν ἡμᾶς, ἀλλὰ
πρὸς τὸ μετασχεῖν τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ, ὡς ἀγαθός.
Ἁμαρτάνοντας δὲ θέλει κολάζεσθαι ὡς δίκαιος.
Λέγεται οὖν τὸ μὲν πρῶτον προηγούμενον θέλημα καὶ εὐδοκία,
ἐξ αὐτοῦ ὄν, τὸ δὲ δεύτερον ἑπόμενον θέλημα καὶ παραχώρησις,
ἐξ ἡμετέρας αἰτίας. Καὶ αὕτη διττή· ἡ μὲν οἰκονομικὴ καὶ παιδευτικὴ
πρὸς σωτηρίαν, ἡ δὲ ἀπογνωστικὴ πρὸς τελείαν κόλασιν, ὡς
εἰρήκαμεν. Ταῦτα δὲ ἐπὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν.
Τῶν δὲ ἐφ᾿ ἡμῖν τὰ μὲν ἀγαθὰ προηγουμένως θέλει καὶ εὐδοκεῖ, τὰ δὲ
πονηρὰ καὶ ὄντως κακὰ οὔτε προηγουμένως οὔτε ἑπομένως θέλει·
παραχωρεῖ δὲ τῷ αὐτεξουσίῳ· τὸ γὰρ κατὰ βίαν γινόμενον οὐ
λογικόν, οὐδὲ ἀρετή. Προνοεῖ δὲ ὁ Θεὸς πάσης τῆς κτίσεως καὶ διὰ
πάσης τῆς κτίσεως εὐεργετῶν καὶ παιδεύων καὶ δι᾿ αὐτῶν πολλάκις
τῶν δαιμόνων ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰὼβ καὶ τῶν χοίρων.
Για την Πρόνοια
Πρόνοια είναι η φροντίδα που δείχνει ο Θεός για τα δημιουργήματα. Και
ακόμη: Πρόνοια είναι η θέληση του Θεού, εξαιτίας της οποίας όλα τα όντα
εκπληρώνουν τον κατάλληλο προορισμό τους. Εάν η πρόνοια είναι θέληση
του Θεού, είναι εντελώς απαραίτητο όλα όσα κάνει η πρόνοια σύμφωνα με τη
λογική, να γίνονται όλο και πιο ωραία και θεοπρεπή και όσο γίνεται καλύτερα.
Διότι είναι ανάγκη το ίδιο πρόσωπο να είναι και δημιουργός και προνοητής
των όντων. Δεν είναι πρέπον και λογικό άλλος να είναι ο δημιουργός των
όντων και άλλος ο προνοητής. Διότι έτσι και οι δύο θα είναι ελλιπείς,
ο ένας σχετικά με τη δημιουργικότητα και άλλος με την πρόνοια.
Ο Θεός, λοιπόν, είναι ο δημιουργός και προνοητής και η αγαθή θέλησή του
αποτελεί τη δημιουργική, συντηρητική και προνοητική του δύναμη·
«διότι, όλα όσα θέλησε ο Κύριος, τα δημιούργησε και στον ουρανό
και στη γη», και κανείς δεν αντιστάθηκε στο θέλημά του.
Θέλησε να γίνουν όλα, και έγιναν· θέλει να υπάρχει ο κόσμος,
και υπάρχει· όλα, όσα θέλει, γίνονται.
Μπορεί κανείς να κάνει πολύ ορθές σκέψεις για την πρόνοια του Θεού, και
μάλιστα ότι είναι καλή. Να σκεφθεί, δηλαδή, ότι μόνον ο Θεός είναι από τη
φύση του αγαθός και σοφός· και επειδή είναι αγαθός, προνοεί (διότι αυτός
που δεν προνοεί δεν είναι αγαθός· απόδειξη αποτελεί ότι και οι άνθρωποι και
τα ζώα προνοούν από τη φύση τους για τα παιδιά τους, ενώ αυτός που δεν
τα φροντίζει κατηγορείται)· και επειδή (ο Θεός) είναι σοφός, φροντίζει για τα
δημιουργήματα με τον καλύτερο τρόπο.
Πρέπει, λοιπόν, έχοντας στραμμένη την προσοχή μας σ’ αυτά, όλα τα έργα
της θείας πρόνοιας να τα
θαυμάζουμε, να τα επαινούμε, να τα αποδεχόμαστε
χωρίς να τα εξετάζουμε, ακόμη κι αν φαίνονται στους πολλούς άδικα· διότι η
πρόνοια του Θεού μας είναι άγνωστη και ακατανόητη, και μόνον αυτός
γνωρίζει τους λογισμούς, τις πράξεις μας και τα μέλλοντα. Και με όλα αυτά
εννοώ όσα δεν εξαρτώνται από μας· όσα εξαρτώνται από μας, δεν είναι έργο
της προνοίας του, αλλά της ελεύθερης βουλήσεώς μας.
Και απ’ αυτά που ανήκουν στην πρόνοια Του, ο Θεός άλλα τα κάνει με
ευχαρίστηση και άλλα με παραχώρηση. Με ευχαρίστηση κάνει όσα
αναντίρρητα είναι καλά, ενώ με παραχώρηση όσα είναι κακά. Επιτρέπει,
δηλαδή, πολλές φορές και ο δίκαιος να πέσει σε συμφορές, για να φανερώσει
στους άλλους την αρετή που είναι κρυμμένη μέσα του, όπως συνέβη με τον
Ιώβ. Άλλοτε επιτρέπει να συμβεί ένα παράδοξο γεγονός, για να πετύχει μ’
αυτό κάτι σπουδαίο και θαυμαστό, όπως με τον σταυρό πραγματοποίησε τη
σωτηρία των ανθρώπων.
Σε άλλη περίπτωση επιτρέπει να υποφέρει ο όσιος, για να μην ξεφύγει από
την ορθή συνείδηση ή για να μην παρασυρθεί σε αλαζονεία από τη δύναμη
και τη χάρη που του δόθηκε, όπως στην περίπτωση του Παύλου.
Εγκαταλείπεται κάποιος για ορισμένο χρονικό διάστημα για να διορθωθεί
ο άλλος, για να διδάσκονται δηλαδή οι άλλοι βλέποντας τη δυστυχία του,
όπως έγινε με το Λάζαρο και τον πλούσιο· διότι είναι από τη φύση μας, όταν
βλέπουμε κάποιους να υποφέρουν, να ζαρώνουμε από φόβο.
Εγκαταλείπεται κάποιος όχι εξαιτίας των αμαρτιών του ή των αμαρτιών των
γονέων του, αλλά για να δοξασθεί ένας άλλος, όπως ο εκ γενετής τυφλός
εγκαταλείφθηκε για να δοξασθεί ο υιός του ανθρώπου.
Παραχωρεί πάλι ο Θεός να κακοπαθήσει κάποιος για ν’ αυξηθεί ο ζήλος
άλλου, με σκοπό από το μεγαλείο της δόξας του παθόντος να γίνουν και
οι άλλοι ατρόμητοι στο μαρτύριο, με την ελπίδα της μελλοντικής δόξας και των
μελλοντικών αγαθών, όπως γίνεται με τους μάρτυρες. Επιτρέπει, επίσης, να
πέσει κάποιος ακόμη και σε αισχρή πράξη, για να διορθώσει το χειρότερο
πάθος κάποιου άλλου· για παράδειγμα, υπερηφανεύεται κάποιος για τις
αρετές και τα κατορθώματά του· παραχωρεί ο Θεός να πέσε σε πορνεία, ώστε
αφού συναισθανθεί με την πτώση την αδυναμία του, να ταπεινωθεί και να
προσέλθει να εξομολογηθεί στον Κύριο.
Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι η εκλογή αυτών που πρέπει να κάνουμε
εξαρτάται από μας, αλλά η εκτέλεση των αγαθών είναι έργο της βοήθειας του
Θεού, ο οποίος δίκαια βοηθεί αυτούς που προτιμούν το αγαθό με ορθή
συνείδηση, σύμφωνα με τη δική του πρόγνωση, ενώ η τέλεση των κακών
είναι αποτέλεσμα της εγκαταλείψεως του Θεού, ο οποίος, σύμφωνα με την
πρόγνωσή του, δίκαια εγκαταλείπει.
Υπάρχουν δύο είδη της εγκαταλείψεως· υπάρχει δηλαδή εγκατάλειψη
οικονομική και διδακτική και υπάρχει εγκατάλειψη που οδηγεί σε πλήρη
απελπισία. Οικονομική και διδακτική είναι αυτή που γίνεται για διόρθωση,
σωτηρία και δόξα αυτού που υποφέρει ή και για το ζήλο των άλλων και για
μίμηση ή και για δόξα του Θεού. Η τέλεια όμως εγκατάλειψη γίνεται όταν,
ενώ ο Θεός κάνει τα πάντα για τη σωτηρία του, ο άνθρωπος παραμένει
μέ πρόθεσή του αναίσθητος και αδιόρθωτος, ή καλύτερα αθεράπευτος·
τότε αφήνεται σε να χαθεί τελείως, όπως ο Ιούδας. Είθε να μας λυπηθεί
ο Θεός και να μας γλυτώσει από τέτοιου είδους εγκατάλειψη.
Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι της θείας πρόνοιας,
οι οποίοι ούτε ο λόγος τους ερμηνεύει ούτε ο νους τους συλλαμβάνει.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όλες οι λυπηρές δοκιμασίες οδηγούν στη
σωτηρία εκείνους οι οποίοι τις δέχονται με ευχαρίστηση και
οπωσδήποτε τους προξενούν ωφέλεια.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός θέλει πάνω απ’ όλα όλοι να σωθούν και να
κληρονομήσουν τη βασιλεία του· διότι δεν μας δημιούργησε για να μας
τιμωρεί, αλλά για να μετάσχουμε στην αγαθότητά του, επειδή ο ίδιος είναι
αγαθός. Θέλει όμως, επειδή είναι και δίκαιος, να τιμωρούνται αυτοί που
αμαρτάνουν.
Το πρώτο θέλημα, λοιπόν, ονομάζεται προηγούμενο θέλημα και ευδοκία,
επειδή προέρχεται απ’ αυτόν (το Θεό), ενώ το δεύτερο λέγεται επόμενο
θέλημα και παραχώρηση, επειδή προέρχεται από δική μας υπαιτιότητα. Και
αυτή (η παραχώρηση) είναι δύο ειδών: η μία οικονομική και διδακτική για τη
σωτηρία μας, η άλλη οδηγεί στην απελπισία και τέλεια τιμωρία, όπως έχουμε
πει. Και αυτά ισχύουν για όσα δεν εξαρτώνται από μας.
Απ’ αυτά πάλι που εξαρτώνται από μας, (ο Θεός) καταρχήν θέλει και
συγκατατίθεται στα αγαθά, ενώ τα κακά και αληθινά επιζήμια ούτε στην αρχή
ούτε κατόπιν τα θέλει· τα αφήνει στη διάθεση του αυτεξουσίου· διότι αυτό
που γίνεται με πίεση ούτε λογικό είναι ούτε αρετή. Ο Θεός προνοεί για όλη
την κτίση και μέσω της κτίσεως μας ευεργετεί και διδάσκει, πολλές φορές
ακόμη και μέσω των δαιμόνων, όπως στην περίπτωση του Ιώβ, και των
γουρουνιών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 44. Περὶ προγνώσεως καὶ προορισμοῦ
Χρὴ γινώσκειν, ὡς πάντα μὲν προγινώσκει ὁ Θεός, οὐ πάντα δὲ
προορίζει· προγινώσκει γὰρ καὶ τὰ ἐφ᾿ ἡμῖν, οὐ προορίζει δὲ αὐτά· οὐ
γὰρ θέλει τὴν κακίαν γενέσθαι οὐδὲ βιάζεται τὴν ἀρετήν. Ὥστε τῆς
θείας προγνωστικῆς κελεύσεως ἔργον ἐστὶν ὁ προορισμός. Προορίζει
δὲ τὰ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ· ἤδη γὰρ κατὰ τὴν
πρόγνωσιν αὐτοῦ προέκρινε πάντα ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἀγαθότητα
καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν ἀρετὴ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐδόθη ἐν τῇ φύσει καὶ
αὐτός ἐστι παντὸς ἀγαθοῦ ἀρχὴ καὶ αἰτία καὶ ἐκτὸς τῆς αὐτοῦ
συνεργίας καὶ βοηθείας ἀδύνατον ἀγαθὸν θελῆσαι ἢ πρᾶξαι ἡμᾶς.
Ἐφ᾿ ἡμῖν δέ ἐστιν ἢ ἐμμεῖναι τῇ ἀρετῇ καὶ ἀκολουθῆσαι τῷ Θεῷ πρὸς
ταύτην καλοῦντι ἢ ἀποφοιτῆσαι τῆς ἀρετῆς, ὅπερ ἐστὶν ἐν τῇ κακίᾳ
γενέσθαι καὶ ἀκολουθῆσαι τῷ Διαβόλῳ πρὸς ταύτην καλοῦντι
ἀβιάστως· ἡ γὰρ κακία οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μὴ ἀναχώρησις τοῦ
ἀγαθοῦ, ὥσπερ καὶ τὸ σκότος τοῦ φωτός ἐστιν ἀναχώρησις.
Μένοντες οὖν ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἐν τῇ ἀρετῇ ἐσμεν, ἐκκλίνοντες δὲ ἐκ
τοῦ κατὰ φύσιν, ἤγουν ἐκ τῆς ἀρετῆς, εἰς τό παρὰ φύσιν ἐρχόμεθα καὶ
ἐν τῇ κακίᾳ γινόμεθα.
Μετάνοιά ἐστιν ἐκ τοῦ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν καὶ ἐκ τοῦ
Διαβόλου πρὸς τὸν Θεὸν ἐπάνοδος δι᾿ ἀσκήσεως καὶ πόνων.
Τοῦτον τοίνυν τὸν ἄνθρωπον ὁ Δημιουργὸς ἄρρενα κατεσκεύασε,
μεταδοὺς αὐτῷ τῆς ἑαυτοῦ θείας χάριτος καὶ ἐν κοινωνίᾳ ἑαυτοῦ
διὰ ταύτης αὐτὸν ποιησάμενος· ὅθεν καὶ τὴν τῶν ζῴων ὀνομασίαν
προφητικῶς, ὡς δούλων αὐτῷ δοθέντων, δεσποτικῶς ἐποιήσατο.
Κατ᾿ εἰκόνα γὰρ Θεοῦ λογικός τε καὶ νοερὸς καὶ αὐτεξούσιος
γενόμενος, εἰκότως τὴν τῶν ἐπιγείων ἀρχὴν ἐνεχειρίζετο ὑπὸ τοῦ
κοινοῦ τῶν ἁπάντων Δημιουργοῦ τε καὶ Δεσπότου.
Εἰδὼς δὲ ὁ προγνώστης Θεός, ὡς ἐν παραβάσει γενήσεται καὶ τῇ
φθορᾷ ὑποπεσεῖται, ἐποίησεν ἐξ αὐτοῦ τὸ θῆλυ, «βοηθὸν αὐτῷ κατ᾿
αὐτόν»· βοηθὸν δὲ πρὸς τὴν διὰ γεννήσεως μετὰ τὴν παράβασιν τοῦ
γένους ἐκ διαδοχῆς σύστασιν. Ἡ γὰρ πρώτη πλάσις γένεσις λέγεται
καὶ οὐ γέννησις· γένεσις μὲν γάρ ἐστιν ἡ ἐκ Θεοῦ πρώτη πλάσις,
γέννησις δὲ ἡ ἐκ καταδίκης τοῦ θανάτου διὰ τὴν παράβασιν ἐξ
ἀλλήλων διαδοχή.
Τοῦτον ἔθετο ἐν τῷ παραδείσῳ τῷ τε νοητῷ καὶ τῷ αἰσθητῷ· ἐν μὲν
γὰρ τῷ αἰσθητῷ ἐπὶ γῆς σωματικῶς διαιτώμενος ψυχικῶς τοῖς
ἀγγέλοις συνανεστρέφετο θείας γεωργῶν ἐννοίας καὶ ταύταις
τρεφόμενος, γυμνὸς τῇ ἁπλότητι καὶ ἀτέχνῳ ζωῇ πρὸς μόνον τὸν
Δημιουργὸν διὰ τῶν κτισμάτων ἐναγόμενος καὶ τῇ αὐτοῦ θεωρίᾳ
ἐνηδυνόμενός τε καὶ εὐφραινόμενος.
Ἐπειδὴ τοίνυν αὐτὸν αὐτεξουσίῳ θελήματι φυσικῶς κατεκόσμησε,
δίδωσι νόμον αὐτῷ μὴ γεύσασθαι τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως. Περὶ οὗ
ξύλου αὐταρκῶς ἐν τῷ περὶ παραδείσου κεφαλαίῳ κατά γε τὴν
ἡμετέραν εἰρήκαμεν δύναμιν. Ταύτην τὴν ἐντολὴν αὐτῷ δίδωσιν
ἐπαγγειλάμενος, ὡς, εἰ μὲν φυλάξοι τὸ τῆς ψυχῆς ἀξίωμα τῷ λόγῳ
τὴν νίκην διδούς, ἐπιγινώσκων τὸν κτίσαντα καὶ τούτου φυλάττων
τὸ πρόσταγμα, τῆς ἀιδίου μεθέξει μακαριότητος καὶ ζήσεται εἰς τὸν
αἰῶνα κρείττων θανάτου γενόμενος. Εἰ δέ γε τὴν ψυχὴν ὑποτάξει
τῷ σώματι καὶ τὰ τοῦ σώματος προτιμήσει τερπνὰ, τὴν οἰκείαν
τιμὴν ἀγνοήσας καὶ τοῖς ἀνοήτοις παρεικασθεὶς κτήνεσι, τοῦ
πεποιηκότος τὴν ζεύγλην ἀποσεισάμενος καὶ τὸ θεῖον αὐτοῦ
παριδὼν ἐπίταγμα, θανάτῳ ἔσται ὑπεύθυνος καὶ φθορᾷ καὶ πόνῳ
καθυποβληθήσεται τὸν ταλαίπωρον ἕλκων βίον.
Οὐ γὰρ ἦν λυσιτελὲς ἀπείραστον ἔτι τυγχάνοντα καὶ ἀδόκιμον τῆς
ἀφθαρσίας τυχεῖν, ἵνα μὴ εἰς τῦφον ἐμπέσῃ καὶ κρῖμα τοῦ Διαβόλου.
Ἐκεῖνος γάρ διὰ τὸ ἄφθαρτον μετὰ τὴν ἐκ προαιρέσεως ἔκπτωσιν
τὴν ἐν τῷ κακῷ ἀμεταμέλητον ἔσχε καὶ ἄτρεπτον παγιότητα,
ὥσπερ αὖ πάλιν καὶ οἱ ἄγγελοι, μετὰ τὴν ἐκ προαιρέσεως τῆς ἀρετῆς
ἐκλογὴν, τὴν ἐν τῷ καλῷ διὰ τῆς χάριτος ἀμετακίνητον ἵδρυσιν.
Ἔδει τοίνυν πρότερον δοκιμασθέντα τὸν ἄνθρωπον –ἀνήρ γάρ
ἀπείραστος καί ἀδόκιμος, οὐδενός λόγου ἄξιος– καὶ τῇ πείρᾳ διὰ τῆς
τηρήσεως τῆς ἐντολῆς τελειωθέντα, οὕτω τὴν ἀφθαρσίαν ἀρετῆς
κομίσασθαι ἔπαθλον· μέσος γὰρ Θεοῦ καὶ ὕλης γενόμενος, διὰ μὲν
τῆς τηρήσεως τῆς ἐντολῆς μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς πρὸς τὰ ὄντα
φυσικῆς σχέσεως, ἑνωθεὶς τῷ Θεῷ καθ᾿ ἕξιν, τὴν περὶ τὸ καλὸν
παγιότητα λαμβάνειν ἀμετακίνητον ἔμελλε, διὰ δὲ τῆς παραβάσεως
πρὸς τὴν ὕλην μᾶλλον κινηθεὶς καὶ τῆς αὐτοῦ αἰτίας, τοῦ Θεοῦ φημι,
ἀποσπάσας τὸν νοῦν, τῇ φθορᾷ προσοικειοῦσθαι, καὶ παθητὸς ἀντὶ
ἀπαθοῦς καὶ θνητὸς ἀντὶ ἀθανάτου γίνεσθαι καὶ συνδυασμοῦ καὶ
ῥευστῆς γεννήσεως ἐπιδέεσθαι καὶ τῇ ἐφέσει τῆς ζωῆς τῶν μὲν ἡδέων,
ὡς δῆθεν ταύτην συνιστώντων ἀντέχεσθαι, πρὸς δὲ τοὺς τούτων
προμηθουμένους τὴν στέρησιν ἀδεῶς ἀπεχθάνεσθαι· καὶ τὴν μὲν
ἔφεσιν ἐκ Θεοῦ πρὸς τὴν ὕλην, τὸν δὲ θυμὸν ἐκ τοῦ τῆς σωτηρίας
ὄντως ἐχθροῦ μεταφέρειν πρὸς τὸ ὁμόφυλον. Φθόνῳ τοίνυν
Διαβόλου ἡττήθη ὁ ἄνθρωπος· οὐ γὰρ ἔφερεν ὁ φθονερὸς καὶ
μισόκαλος δαίμων αὐτὸς διὰ τὴν ἔπαρσιν κάτω γενόμενος ἡμᾶς
τῶν ἄνω τυχεῖν, ὅθεν καὶ θεότητος ἐλπίδι ὁ ψεύστης δελεάζει τὸν
ἄθλιον καὶ πρὸς τὸ ἴδιον τῆς ἐπάρσεως ὕψος ἀναγαγὼν, πρὸς τὸ
ὅμοιον καταφέρει τῆς πτώσεως βάραθρον.
Για την πρόγνωση και τον προορισμό.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός όλα τα γνωρίζει εκ των προτέρων, αλλά δεν
προαποφασίζει όλα· γνωρίζει, δηλαδή, εκ των προτέρων αυτά που
εξαρτώνται από μας, αλλά δεν τα προαποφασίζει· διότι δεν θέλει
ούτε την κακία να κάνουμε ούτε όμως μας εκβιάζει στην αρετή. Επομένως, ο
προορισμός είναι έργο του προγνωστικού προστάγματος του Θεού. Επίσης,
προαποφασίζει αυτά που δεν εξαρτώνται από μας λόγω της προγνώσεώς του·
διότι έως τώρα ο Θεός, σύμφωνα με την πρόγνωσή του, τα προκαθόρισε όλα
με κριτήριο την αγαθότητα και τη δικαιοσύνη του.
Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι ο Θεός έδωσε την αρετή στη φύση μας,
ότι ο ίδιος είναι η πηγή και η αιτία κάθε αγαθού και είναι αδύνατο χωρίς τη
συνεργασία και βοήθειά του να θελήσουμε ή να κάνουμε κάτι καλό. Αλλά
από μας εξαρτάται ή να μείνουμε σταθεροί στην αρετή και ν’ ακολουθήσουμε
το Θεό που μας προσκαλεί προς αυτήν, ή να απομακρυνθούμε από την αρετή,
που σημαίνει να οδηγηθούμε στην κακία και ν’ ακολουθήσουμε το Διάβολο
που μας προσκαλεί χωρίς βία σ’ αυτήν· διότι τίποτε άλλο δεν είναι η κακία,
παρά απομάκρυνση από το αγαθό, όπως ακριβώς το σκοτάδι είναι
απομάκρυνση του φωτός. Παραμένοντας, λοιπόν, στη φυσική μας κατάσταση,
είμαστε στην αρετή, ενώ παρεκκλίνοντας από τη φύση μας, δηλαδή την
αρετή, ερχόμαστε στο παρά φύση και καταλήγουμε στην κακία.
Μετάνοια είναι η επιστροφή, με άσκηση και κόπο, από την παρά φύση στη
φυσική κατάσταση και από το Διάβολο στο Θεό.
Ο Δημιουργός έπλασε τον άνθρωπο άνδρα στο φύλο· του μετάδωσε τη δική
του θεία χάρη και τον έφερε σε κοινωνία μαζί του μέσω αυτής. Για το λόγο
αυτό, ως κυρίαρχος, έδωσε με προφητικό χάρισμα τα ονόματα των ζώων,
τα οποία του δόθηκαν για να τον υπηρετούν. Επειδή, δηλαδή, ο Θεός
τον έπλασε κατ’ εικόνα του, να είναι λογικός, πνευματικός και αυτεξούσιος,
δικαιολογημένα πήρε στα χέρια του από το Δημιουργό και Κύριο όλων
την εξουσία σε όλη την κτίση.
Επειδή όμως ο προγνώστης Θεός γνώριζε ότι ο άνδρας θα γίνει παραβάτης
και θα πέσει στη φθορά, δημιούργησε απ’ αυτόν τη γυναίκα, «πλάσμα όμοιο
και βοηθό του»· βοηθό μάλιστα ώστε, μετά την παράβαση, με τη γέννηση να
γίνεται η αναπαραγωγή του ανθρώπινου γένους. Διότι η αρχική πλάση λέγεται
δημιουργία και όχι γέννηση· δημιουργία δηλαδή είναι η αρχική πλάση,
ενώ γέννηση η διαδοχή του γένους που προήλθε μετά την καταδίκη σε
θάνατο εξαιτίας της παραβάσεως.
(Ο Θεός) τοποθέτησε τον άνθρωπο σε νοητό και αισθητό παράδεισο· διότι,
αν και ζούσε σωματικά μέσα σε αισθητό επίγειο παράδεισο, συναναστρεφόταν
ψυχικά με τους αγγέλους, καλλιεργώντας θεία νοήματα και τρεφόμενος απ’
αυτά· ήταν γυμνός, ζώντας απλή και ανεπιτήδευτη ζωή, και ανυψωνόταν
μέσω των δημιουργημάτων μόνο προς το Δημιουργό· αισθανόταν
ευχαρίστηση και χαρά με τη θεωρία του Θεού.
Αφού, λοιπόν, στόλισε τη φύση του (του ανθρώπου) με το αυτεξούσιο θέλημα,
του έδωσε εντολή να μη φάει από το δένδρο της γνώσεως. Γι’ αυτό το
δένδρο έχουμε πει αρκετά –όσα μπορούσαμε– στο κεφάλαιο σχετικά με τον
Παράδεισο. Αυτή την έντολή έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, με την υπόσχεση
ότι, εάν διαφυλάξει την αξία της ψυχής, χαρίζοντας τη νίκη στο λογικό, το
οποίο θα αναγνωρίζει το Δημιουργό και θα τηρεί την εντολή του, τότε
θα γίνει μέτοχος της αιώνιας μακαριότητας και θα ζει αιώνια, διότι θα φανεί
ανώτερος από το θάνατο. Εάν όμως υποδουλώσει την ψυχή στο σώμα και
προτιμήσει τις σωματικές απολαύσεις, λησμονώντας την προσωπική του
αξία και εξομοιούμενος με τα άλογα ζώα, επειδή έδιωξε από πάνω του τη
χάρη του Δημιουργού και αρνήθηκε να τηρήσει τη θεία εντολή του,
τότε θα είναι υπόλογος σε θάνατο και θα δοκιμάσει τη φθορά και τον πόνο,
ζώντας άθλια ζωή.
Διότι δεν ήταν ωφέλιμο να γίνει αθάνατος χωρίς πειρασμούς και δοκιμασία,
για να μην υπερηφανευθεί και πέσει σε πτώση ανάλογη με του Διαβόλου.
Εκείνος δηλαδή, επειδή ήταν άφθαρτος, μετά τη θεληματική πτώση του,
απόκτησε την αμετανόητη και μόνιμη παγίωσή του στο κακό· όπως, επίσης,
από την άλλη πλευρά οι άγγελοι, μετά την εκούσια επιλογή της αρετής από
μέρους τους, απόκτησαν με τη χάρη την αμετακίνητη διαμονή τους στο καλό.
Έπρεπε, λοιπόν, αφού πρώτα δοκιμασθεί ο άνθρωπος –διότι άνθρωπος
χωρίς πειρασμό και δοκιμασία δεν έχει καμιά αξία– και αφού φθάσει στην
τελειότητα με την εμπειρία της τηρήσεως της εντολής, ν’ αποκομίσει μ’ αυτό
τον τρόπο την αρετή ως βραβείο της αρετής. Καθώς, λοιπόν, ο άνθρωπος
δημιουργήθηκε ενδιάμεσος μεταξύ Θεού και ύλης, αφού ενωθεί με το Θεό
χάρη στη συνήθεια που πήρε να τηρεί την εντολή Του και μετά την απαλλαγή
από το
φυσικό δεσμό με τα υλικά πράγματα, επρόκειτο να αποκτήσει μόνιμη
τη σταθερότητα στο καλό. Αντίθετα με την παράβαση, αφού ο άνθρωπος
στράφηκε περισσότερο προς τα υλικά και απομάκρυνε το νου του από το
δημιουργό του Θεό, επρόκειτο να εξοικειωθεί με τη φθορά και να καταντήσει
από απαθής παθητός και από αθάνατος θνητός· να έχει επίσης ανάγκη από
συνεύρεση και σπερματική γέννηση και από πόθο για τη ζωή να
προσκολλάται στις απολαύσεις, επειδή τάχα αυτές τη συνθέτουν· και να
αισθάνεται μεγάλη αποστροφή σε όσους προσπαθούν να του στερήσουν τις
απολαύσεις· και έστρεψε την επιθυμία του από το Θεό προς την ύλη και το
θυμό του από τον πραγματικό εχθρό της σωτηρίας του προς τους
συνανθρώπους του. Ο άνθρωπος, λοιπόν, νικήθηκε από φθόνο του Διαβόλου·
ο φθονερός και μισόκαλος δαίμονας δεν άντεχε να πετύχουμε εμείς την
ουράνια βασιλεία, ενώ ο ίδιος έπεσε από υπερηφάνεια· γι αυτό ο ψεύτης με
δόλωμα την ισοθεΐα πέτυχε να παρασύρει το δυστυχή άνθρωπο και, αφού τον
ανέβασε στο ύψος της δικής υπερηφάνειας,τον γκρέμισε στο δικό του
βάραθρο της πτώσεως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 45. Περὶ τῆς θείας οἰκονομίας καὶ περὶ τῆς δι᾿ ἡμᾶς
κηδεμονίας καὶ τῆς ἡμῶν σωτηρίας.
Ταύτῃ τοίνυν τῇ προσβολῇ τοῦ ἀρχεκάκου δαίμονος δελεασθέντα
τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν τοῦ Δημιουργοῦ ἐντολὴν οὐ φυλάξαντα καὶ
γυμνωθέντα τῆς χάριτος καὶ τὴν πρὸς Θεὸν παρρησίαν
ἀπεκδυσάμενον καὶ σκεπασθέντα τῇ τοῦ μοχθηροῦ βίου τραχύτητι
–τοῦτο γὰρ τὰ φύλλα τῆς συκῆς– καὶ περιβληθέντα τὴν νέκρωσιν,
ἤτοι τὴν θνητότητα καὶ παχύτητα τῆς σαρκός –τοῦτο γὰρ ἡ τῶν
νεκρῶν δερμάτων ἀμφίασις– καὶ τοῦ παραδείσου κατὰ τὴν τοῦ Θεοῦ
δικαιοκρισίαν γεγονότα ἐξόριστον καὶ θανάτῳ κατάκριτον καὶ φθορᾷ
ὑποχείριον, οὐ παρεῖδεν ὁ συμπαθής, ὁ τὸ εἶναι δοὺς καὶ τὸ εὖ εἶναι
χαρισάμενος, ἀλλὰ πολλοῖς πρότερον παιδαγωγήσας καὶ πρὸς
ἐπιστροφὴν καλέσας στόνῳ καὶ τρόμῳ, ὕδατος κατακλυσμῷ καὶ
παντὸς τοῦ γένους μικροῦ δεῖν πανωλεθρίᾳ, συγχύσει καὶ διαιρέσει
γλωσσῶν, ἀγγέλων ἐπιστασίᾳ, πόλεων ἐμπρησμῷ, τυπικαῖς
θεοφανείαις, πολέμοις, νίκαις, ἥτταις, σημείοις καὶ τέρασι καὶ
ποικίλαις δυνάμεσι, νόμῳ, προφήταις, δι᾿ ὧν τὸ σπουδαζόμενον ἦν
ἡ τῆς ἁμαρτίας ἀναίρεσις, πολυσχεδῶς χεθείσης καὶ
καταδουλωσαμένης τὸν ἄνθρωπον καὶ πᾶν εἶδος κακίας
ἐπισωρευσάσης τῷ βίῳ καὶ ἡ πρὸς τὸ εὖ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου ἐπάνοδος.
Ἐπειδὴ δι᾿ ἁμαρτίας ὁ θάνατος εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν, ὥσπερ τι
θηρίον ἄγριον καὶ ἀνήμερον τὸν ἀνθρώπινον λυμαινόμενος βίον, ἔδει
δὲ τὸν λυτροῦσθαι μέλλοντα ἀναμάρτητον εἶναι καὶ μὴ τῷ θανάτῳ
διὰ τῆς ἁμαρτίας ὑπεύθυνον, ἔτι δὲ νευρωθῆναι καὶ ἀνακαινισθῆναι
τὴν φύσιν καὶ ἔργῳ παιδαγωγηθῆναι καὶ διδαχθῆναι ἀρετῆς ὁδόν,
τῆς μὲν φθορᾶς ἀπάγουσαν, πρὸς δὲ τὴν ζωὴν ποδηγοῦσαν τὴν αἰώνιον·
τέλος τὸ μέγα περὶ αὐτὸν τῆς φιλανθρωπίας ἐνδείκνυται πέλαγος·
αὐτὸς γὰρ ὁ Δημιουργός τε καὶ Κύριος τὴν ὑπὲρ τοῦ οἰκείου
πλάσματος ἀναδέχεται πάλην καὶ ἔργῳ διδάσκαλος γίνεται· καὶ
ἐπειδὴ θεότητος ἐλπίδι ὁ ἐχθρὸς δελεάζει τὸν ἄνθρωπον, σαρκὸς
προβλήματι δελεάζεται καὶ δείκνυται ἅμα τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ σοφόν,
τὸ δίκαιόν τε καὶ τὸ δυνατὸν τοῦ Θεοῦ· τὸ μὲν ἀγαθόν, ὅτι οὐ
παρεῖδε τοῦ οἰκείου πλάσματος τὴν ἀσθένειαν, ἀλλ᾿ ἐσπλαγχνίσθη
ἐπ᾿ αὐτῷ πεσόντι καὶ χεῖρα ὤρεξε· τὸ δέ δίκαιον, ὅτι ἀνθρώπου
ἡττηθέντος, οὐχ ἕτερον ποιεῖ νικῆσαι τὸν τύραννον, οὐδὲ βίᾳ
ἐξαρπάζει τοῦ θανάτου τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ᾿ ὃν πάλαι διὰ τῆς
ἁμαρτίας καταδουλοῦται ὁ θάνατος, τοῦτον ὁ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος
νικητὴν πάλιν πεποίηκε καὶ τῷ ὁμοίῳ τὸν ὅμοιον ἀνεσώσατο, ὅπερ
ἄπορον ἦν· τὸ δὲ σοφόν, ὅτι εὗρε τοῦ ἀπόρου λύσιν εὐπρεπεστάτην·
εὐδοκίᾳ γὰρ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ
Θεοῦ καὶ Θεὸς, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ὁ ὁμοούσιος τῷ
Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁ προαιώνιος, ὁ ἄναρχος, ὁ ἐν ἀρχῇ
ὢν καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα ὢν καὶ Θεὸς ὤν, ὁ ἐν μορφῇ Θεοῦ
ὑπάρχων κλίνας οὐρανοὺς κατέρχεται, τουτέστιν, τὸ ἀταπείνωτον
αὐτοῦ ὕψος ἀταπεινώτως ταπεινώσας συγκαταβαίνει τοῖς ἑαυτοῦ
δούλοις συγκατάβασιν ἄφραστόν τε καὶ ἀκατάληπτον –τοῦτο γὰρ
δηλοῖ ἡ κατάβασις– καὶ Θεὸς ὢν τέλειος ἄνθρωπος τέλειος γίνεται
καὶ ἐπιτελεῖται τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ
τὸν ἥλιον, δι᾿ οὗ ἡ ἄπειρος τοῦ Θεοῦ ἐμφανίζεται δύναμις.
Τί γὰρ μεῖζον τοῦ γενέσθαι τὸν Θεὸν ἄνθρωπον; Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ
ἀτρέπτως ἐγένετο ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Ἁγίας
Ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου, καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων
χρηματίζει ὁ μόνος φιλάνθρωπος, οὐκ ἐκ θελήματος ἢ ἐπιθυμίας ἢ
συναφείας ἀνδρὸς ἢ γεννήσεως ἐνηδόνου ἐν τῇ ἀχράντῳ μήτρᾳ τῆς
Παρθένου συλληφθείς, ἀλλ᾿ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ τῆς πρώτης τοῦ
Ἀδὰμ γενέσεως· καὶ γίνεται ὑπήκοος τῷ Πατρὶ τῷ καθ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐξ
ἡμῶν προσλήμματι τὴν ἡμετέραν παρακοὴν ἰώμενος καὶ
ὑπογραμμὸς ἡμῖν ὑπακοῆς γινόμενος, ἧς ἐκτὸς οὐκ ἔστι σωτηρίας τυχεῖν.
Για τη θεία οικονομία και για τη φροντίδα του για μας και τη σωτηρία μας.
Επειδή, λοιπόν, εξαιτίας αυτής της προσβολής του αρχηγού της κακίας
δαίμονα, εξαπατήθηκε ο άνθρωπος και δεν φύλαξε την εντολή του
Δημιουργού, απογυμνώθηκε από τη χάρη και την παρρησία που είχε από
το Θεό και σκέπασε τη γύμνια του με τη σκληρότητα της άθλιας ζωής του
–διότι αυτό σημαίνουν τα φύλλα της συκιάς–· περιτυλίχθηκε τη νεκρότητα,
δηλαδή τη θνητότητα και την υλοφροσύνη της σάρκας –διότι αυτό δείχνει
η ένδυση των δερμάτινων χιτώνων–· εξορίστηκε από τον παράδεισο
σύμφωνα με τη δίκαιη κρίση του Θεού· καταδικάστηκε σε θάνατο και τον
υποδούλωσε στη φθορά. Παρ’ όλα αυτά, ο εύσπλαγχνος Θεός, που μας
έπλασε και μας έδωσε τη χάρη του, δεν έμεινε αδιάφορος, αλλά αφού πρώτα
με πολλούς τρόπους μας παιδαγώγησε και μας κάλεσε να μετανοήσουμε
με στεναγμούς και τρόμους, με τον κατακλυσμό και την παρ’ ολίγο
εξολόθρευση όλου του ανθρωπίνου γένους, με τη σύγχυση και διαίρεση των
γλωσσών, με εμφανίσεις αγγέλων, με εμπρησμό των πόλεων, με εικονικές
φανερώσεις του Θεού, με πολέμους, με νίκες, με ήττες, με θαυμαστά σημεία
και πολλά θαύματα, με το Νόμο, με τους προφήτες, που το κήρυγμα τους είχε
σκοπό την κατάργηση της αμαρτίας, η οποία με πολλές διακλαδώσεις
απλώθηκε και υποδούλωσε τον άνθρωπο και συσσώρευσε στη ζωή του
κάθε είδος κακίας· με το κήρυγμα των προφητών που είχε σκοπό επίσης την
επάνοδο του ανθρώπου στη θεία ζωή.
Επειδή, δηλαδή, ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο εξαιτίας της αμαρτίας και
κατατρώει την ανθρώπινη ζωή σαν κάποιο άγριο και ανήμερο θηρίο, έπρεπε
αυτός που επρόκειτο να την λυτρώσει να είναι αναμάρτητος και όχι υπόλογος
στο θάνατο εξαιτίας της αμαρτίας· έπρεπε ακόμη η ανθρώπινη φύση να
ενισχυθεί και ανανεωθεί, να παιδαγωγηθεί με πράξεις και να διδαχθεί το
δρόμο της αρετής που δεν οδηγεί στην καταστροφή, αλλά στην αιώνια ζωή.
Τέλος, ο Θεός φανερώνει το μεγάλο πέλαγος της αγάπης του για τον
άνθρωπο. Διότι ο ίδιος ο Δημιουργός και Κύριος παίρνει πάνω του τον
αγώνα για το αγαπημένο του πλάσμα και γίνεται στην πράξη δάσκαλος. Και
επειδή ο εχθρός με την ελπίδα της ισοθεΐας ξεγέλασε τον άνθρωπο, τώρα ο
ίδιος ξεγελιέται από το προκάλυμμα της σάρκας. Ταυτόχρονα αποδείχνεται
η αγαθότητα, η σοφία, η δικαιοσύνη και η δύναμη του Θεού. Η αγαθότητά
του, διότι δεν αδιαφόρησε για την αδυναμία του πλάσματός του, αλλά το
σπλαγχνίστηκε, όταν έπεσε, και του άπλωσε το χέρι. Η δικαιοσύνη του, διότι
ενώ ο άνθρωπος νικήθηκε, δεν φέρνει άλλον να νικήσει τον δυνάστη
(διάβολο) ούτε με βία γλυτώνει τον άνθρωπο από το θάνατο, αλλά τον ίδιο
τον άνθρωπο, που ο θάνατος λόγω της αμαρτίας υπόταξε, αυτόν ο αγαθός και
δίκαιος (Θεός) τον αναδείχνει πάλι νικητή και σώζει το όμοιο με το όμοιο,
πράγμα που ήταν αδύνατο· η σοφία του φαίνεται, διότι βρήκε αξιοπρεπή λύση
για κάτι αδύνατο. Διότι, με την καλή θέληση του Θεού Πατέρα, ο μονογενής
του Υιός και Θεός Λόγος, που είναι στον τόπο του Θεού Πατέρα και είναι
ομοούσιος με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, ο προαιώνιος και άναρχος,
όντας
εξαρχής με το Θεό Πατέρα και Θεός ο ίδιος, έχοντας τη θεϊκή φύση,
έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε κάτω στη γη· ταπείνωσε, δηλαδή, το
αταπείνωτο ύψος του χωρίς να χάσει τη δοξα του και συγκαταβαίνει με
ανέκφραστη και ακατάληπτη συγκατάβαση στους δούλους του – διότι αυτό
δείχνει η κατάβαση του–· όντας τέλειος Θεός γίνεται τέλειος άνθρωπος και
πραγματοποιεί το πιο πρωτάκουστο απ’ όλα τα καινοφανή, το μοναδικό
καινούργιο κάτω από τον ήλιο, με το οποίο φανερώνεται η άπειρη δύναμη
του Θεού.
Διότι, τί μεγαλύτερο υπάρχει από το να γίνει ο Θεός άνθρωπος; Και ο Λόγος,
χωρίς να μεταβληθεί η θεία φύση του, σαρκώθηκε από Άγιο Πνεύμα και τη
Μαρία, την αγία και αειπάρθενο Θεοτόκο· ο μόνος φιλάνθρωπος γίνεται
μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Συλλήφθηκε μέσα στην άχραντη μήτρα
της Παρθένου όχι με το θέλημα, την επιθυμία, τη σχέση με άνδρα και τη
γέννηση που είναι καρπός ηδονής, αλλά από το Άγιο Πνεύμα και με τον
τρόπο της αρχικής δημιουργίας του Αδάμ. Κάνει υπακοή στον Πατέρα
θεραπεύοντας τη δική μας παρακοή με το ανθρώπινο σώμα που πήρε από
μας, με το να γίνει σε μας τύπος υπακοής, χωρίς τήν οποία δεν είναι δυνατόν
να επιτύχουμε τη σωτηρία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 46. Περὶ τοῦ τρόπου τῆς συλλήψεως τοῦ Θεοῦ Λόγου
καὶ τῆς θείας αὐτοῦ σαρκώσεως.
Ἄγγελος γὰρ Κυρίου ἀπεστάλη πρὸς τὴν Ἁγίαν Παρθένον, ἐκ
δαυιτικοῦ φύλου καταγομένην· «πρόδηλον γὰρ ὡς ἐξ Ἰούδα
ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν», «ἐξ ἧς φυλῆς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ
θυσιαστηρίῳ», ὡς ὁ θεῖος ἔφη ἀπόστολος, περὶ οὗ ὕστερον ἐροῦμεν
ἀκριβέστερον, ἥν εὐαγγελιζόμενος ἔλεγε· «Χαῖρε, κεχαριτωμένη,
ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Ἡ δὲ διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ» καί φησι πρὸς
αὐτὴν ὁ ἄγγελος· «Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ Κυρίῳ
καὶ τέξῃ Υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Αὐτὸς γὰρ σώσει
τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.» Ὅθεν καὶ τὸ «Ἰησοῦς»
σωτὴρ ἑρμηνεύεται. Τῆς δὲ διαπορούσης· «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ
ἄνδρα οὐ γινώσκω;», πάλιν φησὶ πρὸς αὐτὴν ὁ ἄγγελος· «Πνεῦμα
Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. Διὸ
καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σοῦ ἅγιον κληθήσεται, Υἱὸς Θεοῦ». Ἡ δὲ πρὸς
αὐτόν· «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».
Μετὰ οὖν τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἁγίας Παρθένου Πνεῦμα Ἅγιον
ἐπῆλθεν ἐπ᾿ αὐτὴν κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, ὃν εἶπεν ὁ ἄγγελος,
καθαῖρον αὐτὴν καὶ δύναμιν δεκτικὴν τῆς τοῦ Λόγου θεότητος
παρέχον, ἅμα δὲ καὶ γεννητικήν. Καὶ τότε ἐπεσκίασεν ἐπ᾿ αὐτὴν ἡ
τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου ἐνυπόστατος σοφία καὶ δύναμις, ὁ Υἱὸς τοῦ
Θεοῦ ὁ τῷ Πατρὶ ὁμοούσιος, οἱονεὶ θεῖος σπόρος, καὶ συνέπηξεν
ἑαυτῷ ἐκ τῶν ἁγνῶν καὶ καθαρωτάτων αὐτῆς αἱμάτων σάρκα
ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ, ἀπαρχὴν τοῦ ἡμετέρου
φυράματος, οὐ σπερματικῶς ἀλλὰ δημιουργικῶς διὰ τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, οὐ ταῖς κατὰ μικρὸν προσθήκαις ἀπαρτιζομένου τοῦ
σχήματος, ἀλλ᾿ ὑφ᾿ ἓν τελειωθέντος, αὐτὸς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος
χρηματίσας τῇ σαρκὶ ὑπόστασις· οὐ γὰρ προϋποστάσῃ καθ᾿ ἑαυτὴν
σαρκὶ ἡνώθη ὁ θεῖος Λόγος, ἀλλ᾿ ἐνοικήσας τῇ γαστρὶ τῆς Ἁγίας
Παρθένου ἀπεριγράπτως ἐν τῇ ἑαυτοῦ ὑποστάσει ἐκ τῶν ἁγνῶν τῆς
Ἀειπαρθένου αἱμάτων σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ
ὑπεστήσατο ἀπαρχὴν προσλαβόμενος τοῦ ἀνθρωπίνου φυράματος,
αὐτὸς ὁ Λόγος γενόμενος τῇ σαρκὶ ὑπόστασις.
Ὥστε ἅμα σάρξ, ἅμα Θεοῦ Λόγου σάρξ, ἅμα σὰρξ ἔμψυχος λογική
τε καὶ νοερά, ἅμα Θεοῦ Λόγου σὰρξ ἔμψυχος λογική τε καὶ νοερά.
Διὸ οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα λέγομεν, ἀλλὰ Θεὸν
ἐνανθρωπήσαντα· ὢν γὰρ φύσει τέλειος Θεὸς, γέγονε φύσει τέλειος
ἄνθρωπος ὁ αὐτὸς, οὐ τραπεὶς τὴν φύσιν, οὐδὲ φαντάσας τὴν
οἰκονομίαν, ἀλλὰ τῇ ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου ληφθείσῃ λογικῶς τε καὶ
νοερῶς ἐψυχωμένῃ σαρκὶ καὶ ἐν αὐτῷ τὸ εἶναι λαχούσῃ ἑνωθεὶς
καθ᾿ ὑπόστασιν ἀσυγχύτως καὶ ἀναλλοιώτως καὶ ἀδιαιρέτως, μὴ
μεταβαλὼν τὴν τῆς θεότητος αὐτοῦ φύσιν εἰς τὴν τῆς σαρκὸς
οὐσίαν, μήτε τὴν οὐσίαν τῆς σαρκὸς αὐτοῦ εἰς τὴν φύσιν τῆς αὐτοῦ
θεότητος οὐδὲ ἐκ τῆς θείας αὐτοῦ φύσεως καί, ἧς προσελάβετο
ἀνθρωπίνης φύσεως, μίαν φύσιν ἀποτελέσας σύνθετον.
Για τον τρόπο της συλλήψεως του Θεού Λόγου και τη θεία σάρκωση.
Άγγελος Κυρίου στάλθηκε στην αγία Παρθένο, η οποία καταγόταν από τη
γενιά του Δαβίδ. Όπως το είπε ο θείος Απόστολος: «Είναι φανερό ότι ο
Κύριός μας προήλθε από τη
φυλή του Ιούδα, από την οποία κανείς δεν είχε
πλησιάσει στο θυσιαστήριο»· γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια με
λεπτομέρειες. Σ’ αυτήν ο άγγελος έφερε τη χαρμόσυνη είδηση λέγοντας:
«Να χαίρεσαι εσύ που είσαι η πιο χαριτωμένη· ο Κύριος είναι μαζί σου. Εκείνη
όμως τρόμαξε στα λόγια του», και της είπε ο άγγελος: «Μη φοβάσαι, Μαρία·
διότι ο Θεός σε χαρίτωσε και θα γεννήσεις παιδί που θα το ονομάσεις Ιησού.
Διότι αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους». Γι’ αυτό, το όνομα
«Ιησούς» σημαίνει σωτήρας. Και ενώ εκείνη απορούσε, «πώς θα γίνει αυτό,
αφού δεν είμαι παντρεμένη», της είπε πάλι ο άγγελος: «θα σε επισκεφθεί το
Άγιο Πνεύμα και η δύναμη του ύψιστου Θεού θα σ’ επισκιάσει. Γι’ αυτό και
το παιδί που θα γεννηθεί από σένα θα είναι εξαγιασμένο, ο Υιός του Θεού».
Τότε εκείνη συγκατατέθηκε: «Να, είμαι πρόθυμη δούλη του Κυρίου· ας γίνει
σύμφωνα με την εντολή σου».
Μετά τη συγκατάθεση της αγίας Παρθένου, το Άγιο Πνεύμα ήλθε σ’ αυτήν,
σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου που μετέφερε ο άγγελος· την καθάρισε
και την ενίσχυσε με δύναμη ώστε να δεχθεί και να γεννήσει το Θεό Λόγο.
Τότε έπεσε πάνω της σαν σκιά η ενυπόστατη σοφία και η δύναμη του
Ύψιστου Θεού, ο Υιός του Θεού, που είναι ομοούσιος με τον Πατέρα· έπεσε
σαν θείος σπόρος, και δημιούργησε για τον εαυτό του από το αγνό και
καθαρό σώμα της σάρκα με ψυχή λογική και νοερή·
πήρε ό,τι πιο εκλεκτό από τη δική μας ανθρώπινη φύτρα,
όχι με σπέρμα αλλά με δημιουργία από την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος·
δεν σχημάτισε το σώμα λίγο λίγο με τμηματικές προσθήκες,
αλλά ολοκληρωμένο με τη μία, επειδή ο ίδιος ο Θεός Λόγος αποτελεί
την υπόσταση και της σάρκας. Ο Θεός Λόγος, δηλαδή, δεν ενώθηκε με μία
σάρκα η οποία έγινε πρώτα ξεχωριστή υπόσταση, αλλά, αφού ενοίκησε στη
γαστέρα της αγίας Παρθένου, με απερίγραπτο τρόπο σχημάτισε μέσα στη δική
του υπόσταση, από το αγνό σώμα της Παρθένου, σώμα με ψυχή λογική και
νοερή. Έτσι, ο ίδιος ο Λόγος παίρνοντας ό,τι πιο εκλεκτό από το δικό μας
ανθρώπινο φύραμα, έγινε υπόσταση με σάρκα.
Επομένως, είναι ταυτόχρονα και ανθρώπινη σάρκα και σάρκα του Θεού
Λόγου· συγχρόνως και ανθρώπινη έμψυχη λογική και νοερή σάρκα και
σάρκα έμψυχη λογική και νοερή του Θεού Λόγου.
Γι’ αυτό και δεν λέμε ότι ο άνθρωπος έγινε Θεός, αλλά ότι ο Θεός έγινε
άνθρωπος· όντας στη φύση του τέλειος Θεός, έγινε ο ίδιος τέλειος άνθρωπος
στη φύση, χωρίς ν’ αλλάξει στη φύση του, και χωρίς να μείνει ως φαντασία το
σχέδιο της θείας οικονομίας. Αλλά ενώθηκε υποστατικά χωρίς σύγχυση,
χωρίς μεταβολή και χωρίς διαίρεση, με τη σάρκα που πήρε από την αγία
Παρθένο και η οποία έχει λογική και νοερή ψυχή· δεν μετάβαλε τη φύση
της θεότητός του σε φύση της σαρκός του
ούτε τη φύση της σαρκός του σε θεία φύση, και χωρίς
η θεία του φύση και η ανθρώπινη φύση, την οποία προσέλαβε,
ν’ αποτελέσουν μία σύνθετη φύση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 47. Περὶ τῶν δύο φύσεων
Ἀτρέπτως γὰρ καὶ ἀναλλοιώτως ἡνώθησαν ἀλλήλαις αἱ φύσεις,
μήτε τῆς θείας φύσεως ἐκστάσης τῆς οἰκείας ἁπλότητος, μήτε μὴν τῆς
ἀνθρωπίνης ἢ τραπείσης εἰς θεότητος φύσιν ἢ εἰς ἀνυπαρξίαν
χωρησάσης, μήτε ἐκ τῶν δύο μιᾶς γεγενημένης συνθέτου φύσεως· ἡ
γὰρ σύνθετος φύσις οὐδ᾿ ὁποτέρας τῶν, ἐξ ὧν συνετέθη, φύσεων
ὁμοούσιος ὑπάρχειν δύναται, ἐξ ἑτέρων ἀποτελεσθεῖσα ἕτερον· οἷον
τὸ σῶμα τὸ ἐκ τῶν τεσσάρων στοιχείων συντεθειμένον οὐδὲ τῷ πυρὶ
λέγεται ὁμοούσιον, οὔτε πῦρ ὀνομάζεται, οὔτε ἀὴρ λέγεται οὔτε
ὕδωρ, οὔτε γῆ, οὐδέ τινι τούτων ἐστὶν ὁμοούσιον. Εἰ τοίνυν κατὰ
τοὺς αἱρετικοὺς μιᾶς συνθέτου φύσεως ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν ἕνωσιν
ἐχρημάτισεν, ἐξ ἁπλῆς φύσεως ἐτράπη εἰς σύνθεσιν καὶ οὔτε τῷ
Πατρὶ ἁπλῆς φύσεως ὄντι ἐστὶν ὁμοούσιος, οὔτε τῇ μητρί (οὐ γὰρ ἐκ
θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος αὕτη συντέθειται), οὔτε μὴν ἐν θεότητί
ἐστι καὶ ἀνθρωπότητι, οὔτε δὲ Θεὸς ὀνομασθήσεται οὐδὲ ἄνθρωπος,
ἀλλὰ Χριστὸς μόνον. Καὶ ἔσται τὸ Χριστὸς οὐ τῆς ὑποστάσεως
αὐτοῦ ὄνομα, ἀλλὰ τῆς μιᾶς κατ᾿ αὐτοὺς φύσεως.
Ἡμεῖς δὲ οὐ μιᾶς συνθέτου φύσεως τὸν Χριστὸν δογματίζομεν, οὐδὲ
ἐξ ἑτέρων ἕτερον, ὥσπερ ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος ἄνθρωπον ἢ ὡς ἐκ
τεσσάρων στοιχείων σῶμα, ἀλλ᾿ ἐξ ἑτέρων τὰ αὐτά· ἐκ θεότητος μὲν
γὰρ καὶ ἀνθρωπότητος Θεὸν τέλειον καὶ ἄνθρωπον τέλειον τὸν
αὐτὸν καὶ εἶναι καὶ λέγεσθαι ἐκ δύο τε καὶ ἐν δυσὶ φύσεσιν
ὁμολογοῦμεν. Τὸ δὲ Χριστὸς ὄνομα τῆς ὑποστάσεως λέγομεν, οὐ
μονοτρόπως λεγόμενον, ἀλλὰ τῶν δύο φύσεων ὑπάρχον
σημαντικόν· αὐτὸς γὰρ ἑαυτὸν ἔχρισε, χρίων μὲν ὡς Θεὸς τὸ σῶμα
τῇ θεότητι αὐτοῦ, χριόμενος δὲ ὡς ἄνθρωπος· αὐτὸς γάρ ἐστι τοῦτο
κἀκεῖνο. Χρίσις δὲ ἡ θεότης τῆς ἀνθρωπότητος. Εἰ γὰρ μιᾶς φύσεως
συνθέτου ὢν ὁ Χριστὸς ὁμοούσιός ἐστι τῷ Πατρί, ἔσται ἄρα καὶ ὁ
Πατὴρ σύνθετος καὶ τῇ σαρκὶ ὁμοούσιος, ὅπερ ἄτοπον καὶ πάσης
βλασφημίας ἀνάπλεον.
Πῶς δὲ καὶ μία φύσις τῶν ἐναντίων οὐσιωδῶν διαφορῶν δεκτικὴ
γενήσεται; Πῶς γὰρ δυνατὸν τὴν αὐτὴν φύσιν κατὰ ταὐτὸν κτιστὴν
εἶναι καὶ ἄκτιστον, θνητὴν καὶ ἀθάνατον, περιγραπτὴν καὶ
ἀπερίγραπτον;
Εἰ δὲ καὶ μιᾶς λέγοντες τὸν Χριστὸν φύσεως ἁπλῆν ταύτην εἴποιεν, ἢ
γυμνὸν αὐτὸν Θεὸν ὁμολογήσουσι καὶ φαντασίαν εἰσάξουσιν τὴν
ἐνανθρώπησιν ἢ ψιλὸν ἄνθρωπον κατὰ Νεστόριον. Καὶ ποῦ τὸ
ἐν θεότητι τέλειον καὶ τὸ ἐν ἀνθρωπότητι τέλειον; Πότε δὲ καὶ δύο
τὸν Χριστὸν λέξουσι φύσεων, μιᾶς συνθέτου φύσεως αὐτὸν μετὰ
τὴν ἕνωσιν λέγοντες; Ὅτι γὰρ μιᾶς ὁ Χριστὸς φύσεως πρὸ τῆς
ἑνώσεως, παντί που δῆλον.
Ἀλλὰ τοῦτό ἐστι τὸ ποιοῦν τοῖς αἱρετικοῖς τὴν πλάνην, τὸ ταὐτὸν
λέγειν τὴν φύσιν καὶ τὴν ὑπόστασιν. Ἐπειδὴ δὲ μίαν τῶν ἀνθρώπων
φύσιν φαμέν, ἰστέον, ὡς οὐκ ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ
σώματος λόγον τοῦτο λέγομεν· ἀδύνατον γὰρ μιᾶς φύσεως λέγειν
τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα πρὸς ἄλληλα συγκρινόμενα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ
πλεῖσται ὑποστάσεις τῶν ἀνθρώπων εἰσί, πάντες δὲ τὸν αὐτὸν
ἐπιδέχονται λόγον τῆς φύσεως, πάντες γὰρ ἐκ ψυχῆς εἰσι
συντεθειμένοι καὶ σώματος, καὶ πάντες τῆς φύσεως τῆς ψυχῆς
μετειλήφασι καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ σώματος κέκτηνται, καὶ τὸ κοινὸν
εἶδος τῶν πλείστων καὶ διαφόρων ὑποστάσεων, μίαν φύσιν φαμέν·
ἑκάστης δηλαδὴ ὑποστάσεως δύο φύσεις ἐχούσης καὶ ἐν δυσὶ
τελούσης ταῖς φύσεσι, ψυχῆς λέγω καὶ σώματος.
Ἐπὶ δὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐκ ἔστι κοινὸν εἶδος λαβεῖν·
οὔτε γὰρ ἐγένετο, οὐδὲ ἔστιν, οὔτε ποτὲ γενήσεται ἄλλος Χριστὸς
ἐκ θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος, ἐν θεότητι καὶ ἀνθρωπότητι Θεὸς
τέλειος ὁ αὐτὸς καὶ ἄνθρωπος τέλειος. Ἐντεῦθεν οὐκ ἔστιν εἰπεῖν
μίαν φύσιν ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ὥσπερ ἐπί τοῦ
ἀτόμου ἐκ ψυχῆς καί σώματος συγκειμένου, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ
Χριστοῦ ἐκ θεότητος καί ἀνθρωπότητος. Ἐκεῖ μέν γάρ ἄτομον, ὁ δέ
Χριστός οὐκ ἄτομον· οὐδέ γάρ ἔχει κατηγορούμενον εἶδος χρηστότητος.
Διὸ δὴ ἐκ δύο φύσεων τελείων, θείας τε καὶ ἀνθρωπίνης, φαμὲν
γεγενῆσθαι τὴν ἕνωσιν, οὐ κατὰ φυρμὸν ἢ σύγχυσιν ἢ ἀνάκρασιν,
ὡς ὁ θεήλατος ἔφη Διόσκορος, Εὐτυχής τε καὶ Σευῆρος καὶ ἡ τούτων
ἐναγὴς συμμορία· οὐδὲ προσωπικὴν ἢ σχετικὴν ἢ κατ᾿ ἀξίαν ἢ
ταυτοβουλίαν ἢ ὁμοτιμίαν ἢ ὁμωνυμίαν ἢ εὐδοκίαν, ὡς ὁ θεοστυγὴς
ἔφη Νεστόριος, Διόδωρός τε καὶ ὁ Μοψουεστίας Θεόδωρος, καὶ ἡ
τούτων δαιμονιώδης ὁμήγυρις, ἀλλὰ κατὰ σύνθεσιν, ἤτοι καθ᾿
ὑπόστασιν ἀτρέπτως καὶ ἀσυγχύτως καὶ ἀναλλοιώτως καὶ
ἀδιαιρέτως καὶ ἀδιασπάστως καὶ ἐν δυσὶ φύσεσι τελείως ἐχούσαις
μίαν ὑπόστασιν ὁμολογοῦμεν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ σεσαρκωμένου,
τὴν αὐτὴν ὑπόστασιν λέγοντες τῆς θεότητος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος
αὐτοῦ καὶ τὰς δύο φύσεις ὁμολογοῦντες σῴζεσθαι ἐν αὐτῷ μετὰ τὴν
ἕνωσιν, οὐκ ἰδίᾳ καὶ ἀναμέρος τιθέντες ἑκάστην, ἀλλ᾿ ἡνωμένας
ἀλλήλαις ἐν τῇ μιᾷ συνθέτῳ ὑποστάσει.
Οὐσιώδη γάρ φαμεν τὴν ἕνωσιν, τουτέστιν ἀληθῆ καὶ οὐ κατὰ
φαντασίαν. Οὐσιώδη δέ, οὐχ ὡς τῶν δύο φύσεων ἀποτελεσασῶν
μίαν σύνθετον φύσιν, ἀλλ᾿ ἑνωθεισῶν ἀλλήλαις κατὰ ἀλήθειαν εἰς
μίαν ὑπόστασιν σύνθετον τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Καὶ σῴζεσθαι αὐτῶν
τὴν οὐσιώδη διαφορὰν ὁριζόμεθα· τὸ γὰρ κτιστὸν μεμένηκε κτιστὸν
καὶ τὸ ἄκτιστον ἄκτιστον· τὸ θνητὸν ἔμεινε θνητὸν καὶ τό ἀθάνατον
ἀθάνατον· τὸ περιγραπτὸν περιγραπτὸν καὶ τὸ ἀπερίγραπτον
ἀπερίγραπτον· τὸ ὁρατὸν ὁρατὸν καὶ τὸ ἀόρατον ἀόρατον· τὸ μὲν
διαλάμπει τοῖς θαύμασι, τὸ δὲ ταῖς ὕβρεσιν ὑποπέπτωκεν.
Οἰκειοῦται δὲ τὰ ἀνθρώπινα ὁ Λόγος· αὐτοῦ γάρ εἰσι τὰ τῆς ἁγίας
αὐτοῦ σαρκὸς ὄντα, καὶ μεταδίδωσι τῇ σαρκὶ τῶν ἰδίων κατὰ τὸν
τῆς ἀντιδόσεως τρόπον διὰ τὴν εἰς ἄλληλα τῶν μερῶν περιχώρησιν
καὶ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν, καὶ ὅτι εἷς ἦν καὶ ὁ αὐτὸς ὁ καὶ τὰ
θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα ἐνεργῶν ἐν ἑκατέρᾳ μορφῇ μετὰ τῆς θατέρου
κοινωνίας. Διὸ δὴ καὶ ὁ Κύριος τῆς δόξης ἐσταυρῶσθαι λέγεται
καίτοι τῆς θείας αὐτοῦ μὴ παθούσης φύσεως, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου πρὸ τοῦ πάθους ἐν τῷ οὐρανῷ εἶναι ὡμολόγηται, ὡς
αὐτὸς ὁ Κύριος ἔφησεν· εἷς γὰρ ἦν καὶ ὁ αὐτὸς Κύριος τῆς δόξης,
ὁ φύσει καὶ ἀληθείᾳ Υἱὸς ἀνθρώπου, ἤτοι ἄνθρωπος γενόμενος,
καὶ αὐτοῦ τά τε θαύματα καὶ τὰ πάθη γινώσκομεν, εἰ καὶ κατ᾿ ἄλλο
ἐθαυματούργει καὶ κατ᾿ ἄλλο τὰ πάθη ὁ αὐτὸς ὑπέμεινεν.
Ἴσμεν γάρ, ὥσπερ μίαν αὐτοῦ τὴν ὑπόστασιν, οὕτω καὶ τὴν τῶν
φύσεων οὐσιώδη διαφορὰν σῴζεσθαι. Πῶς δὲ σωθείη διαφορὰ, μὴ
σῳζομένων τῶν τὴν διαφορὰν ἐχόντων πρὸς ἄλληλα; Διαφορὰ γὰρ
διαφερόντων ἐστὶ διαφορά. Τῷ μὲν οὖν λόγῳ, ᾧ διαφέρουσιν
ἀλλήλων αἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ, τουτέστι τῷ λόγῳ τῆς οὐσίας,
φαμὲν συνάπτεσθαι αὐτὸν τοῖς ἄκροις· κατὰ μὲν τὴν θεότητα τῷ τε
Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, κατὰ δὲ τὴν ἀνθρωπότητα τῇ τε μητρὶ καὶ
πᾶσι τοῖς ἀνθρώποις. ᾯ δὲ λόγῳ συνάπτονται αἱ φύσεις αὐτοῦ,
διαφέρειν αὐτόν φαμεν τοῦ τε Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, τῆς τε
μητρὸς καὶ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων· συνάπτονται γὰρ αἱ φύσεις
αὐτοῦ τῇ ὑποστάσει, μίαν ὑπόστασιν σύνθετον ἔχουσαι, καθ᾿ ἣν
διαφέρει τοῦ τε Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, τῆς τε μητρὸς καὶ ἡμῶν.

Ἀλλὰ καὶ πάσης συνθέτου φύσεως τὰ μέρη ἅμα τὴν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς
τὸ εἶναι παραγωγὴν ἔσχηκε πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ παντός. Καὶ
δυνατὸν τὰ ὁμόχρονα μίαν φύσιν ἀποτελεῖν σύνθετον, τοιοῦτον ὅρον καὶ
φυσικὸν νόμον παρὰ τοῦ δημιουργοῦ δεχόμενα, ὥστε φύσεως νόμῳ κατὰ
διαδοχὴν ὅμοια ἐξ ὁμοίων γεννᾶσθαι. Ἐπὶ δὲ τοῦ κυρίου τῶν ἑνωθεισῶν
φύσεων ἡ μὲν ἄναρχός ἐστι καὶ ἄχρονος, ἡ δὲ ἠργμένη καὶ ὑπὸ χρόνον·
καὶ οὐ γέγονεν εἶδος πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ παντός ἐπεὶ οὐ κατέπαυσεν
ὁ θεὸς ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ οὔτε δύο φυσικῶς
ἡνώθησαν, ἀλλὰ παραδόξως καὶ ὑπερφυῶς. Τὰ δὲ παράδοξα καὶ
ὑπερφυῆ οὐ φύσιν ἀποτελεῖ· οὐ γάρ φαμεν βάτου φύσιν προσομιλοῦσαν
πυρὶ καὶ μὴ φλεγομένην οὐδὲ φύσιν ἀνθρώπου μεταρσίου γενομένου ὡς
ὡς ὢν ΄Νῄ εἰς τὸν οὐρανὸν οὔτε φύσιν σώματος ἀνθρωπείου
δροσιζομένην ἐν πυρί, ἀλλὰ παράδοξα ταῦτά φαμεν περὶ μίαν ὑπόστασιν.
Οὕτω καὶ τὴν σάρκωσιν τοῦ κυρίου ἐν μιᾷ ὑποστάσει τῶν τῆς θεότητος
ὑποστάσεων οὐ νόμῳ φύσεως, ἀλλ᾿ ὑπερφυεῖ οἰκονομίᾳ τὴν ἕνωσιν τῶν
φύσεων γεγενῆσθαί φαμεν καὶ οὔτε ὑπὸ φύσεως ὅρον, ὥστε ἀπὸ Χριστοῦ
Χριστὸν γεννᾶσθαι καὶ εἶδος ἀποτελεῖσθαι Χριστῶν περιεκτικὸν πολλῶν
ὑποστάσεων, ἀλλὰ μίαν ὑπόστασιν σύνθετον ἐκ δύο φύσεων καὶ ἐν δύο
φύσεσι καὶ δύο φύσεις, ἑκάστης φύσεως καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν φυλαττούσης
τὸν οἰκεῖον ὅρον τε καὶ νόμον καὶ τὴν πρὸς ἄλληλα διαφοράν. Ἐπὶ μὲν
γὰρ τοῦ ἀνθρώπου, καθὸ μὲν θεωρεῖται πρὸς ἄλληλα διαφορὰ ψυχῆς τε
καὶ σώματος, δύο φύσεις φαμέν· καθὸ δὲ οὐ θεωρεῖται φυσικὴ διαφορὰ
ὑποστάσεων ἐξ ὑποστάσεως μιᾶς, καὶ μιᾶς μὲν φύσεως λέγονται τὰ καθ᾿
ὑπόστασιν διαφέροντα ὁμοειδῆ, μιᾶς δὲ ὑποστάσεως τὰ κατ᾿ οὐσίαν
διαφέροντα καὶ καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένα. Αἱ οὖν ἑτεροειδεῖς ὑποστάσεις
οὐχ ὑποστατικῶς συγκρίνονται ἢ διακρίνονται, ἀλλὰ φυσικῶς· καὶ αἱ
ὁμοειδεῖς ὑποστάσεις οὐ φυσικῶς συγκρίνονται ἢ διακρίνονται. Καὶ ὥσπερ
ἀδύνατον τὰ ὑποστατικῇ διαφορᾷ διαφέροντα μιᾶς εἶναι ὑποστάσεως,
οὕτως ἀδύνατον τὰ φυσικῇ διαφορᾷ φυσικὰ διάφορα ΄Νῄ διαφέροντα
μιᾶς εἶναι φύσεως.

Για τις δύο φύσεις.
Οι (δύο) φύσεις (του Χριστού) ενώθηκαν μεταξύ τους χωρίς μετατροπή και
μεταβολή, χωρίς ούτε η θεία φύση να χάσει την απλότητά της, ούτε βέβαια η
η ανθρώπινη να μεταβληθεί σε θεία φύση ή να καταλήξει σε ανυπαρξία,
ούτε τέλος από τις δύο να βγει μία σύνθετη φύση. Διότι η σύνθετη φύση
δεν μπορεί να είναι ομοούσια με καμία από τις δύο φύσεις που τη συνέθεσαν,
αφού από διαφορετικά στοιχεία προήλθε κάτι άλλο· για παράδειγμα, το σώμα
το οποίο αποτελείται από τέσσερα στοιχεία δεν είναι ομοούσιο ούτε με τη
φωτιά, ούτε λέγεται φωτιά, ούτε λέγεται αέρας ή νερό ή γη,
ούτε με κάποιο απ’ αυτά είναι ομοούσιο. Εάν, λοιπόν, σύμφωνα με τους
αιρετικούς, ο Χριστός, μετά τήν ένωση των δύο φύσεων, είχε μία σύνθετη
φύση, τότε η φύση του από απλή μετατράπηκε σε σύνθετη· και ούτε είναι
ομοούσιος με τον Πατέρα του που έχει απλή φύση, ούτε με τη μητέρα του
(διότι αυτή δεν είναι σύνθετη από θεία και ανθρώπινη φύση), ούτε βέβαια
μετέχει στη θεία και ανθρώπινη φύση, ούτε πάλι θα ονομασθεί Θεός ή
άνθρωπος, αλλά μόνον Χριστός. Και το όνομα Χριστός δεν θα είναι γι’
αυτούς το όνομα της υποστάσεως του, αλλά της μιας του φύσεως.
Εμείς όμως θεωρούμε ως αλήθεια ότι ο Χριστός δεν έχει μία σύνθετη φύση,
ούτε είναι κάτι άλλο που προήλθε από κάτι άλλο, όπως ο άνθρωπος από ψυχή
και σώμα ή όπως το σώμα από τέσσερα στοιχεία, αλλά λέμε ότι προήλθαν τα
ίδια από διαφορετικά στοιχεία· ομολογούμε, δηλαδή, ότι είναι και λέγεται
τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος που έχει δύο φύσεις και είναι σε δύο
φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη. Το όνομα Χριστός το αποδίδουμε στην
υπόσταση, που δεν λέγεται μονομερώς, αλλά δηλώνει τις δύο φύσεις.
Διότι ο ίδιος καθαγίασε τον εαυτό του, καθαγιάζοντας από τη μια ως Θεός το
σώμα με τη θεότητά του, και από την άλλη καθαγιαζόμενος ως άνθρωπος·
διότι ο ίδιος είναι και το ένα και το άλλο. Και η θεία φύση καθαγιάζει την
ανθρώπινη. Αν, δηλαδή, ο Χριστός, ο οποίος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα,
έχει σύνθετη φύση, τότε και ο Πατέρας θα είναι σύνθετος και ομοούσιος με
τη σάρκα, πράγμα το οποίο είναι άτοπο και πολύ βλάσφημο.
Και πώς μία φύση θα μπορέσει να δεχθεί τις αντίθετες διαφορές των φύσεων;
Πώς είναι, δηλαδή, δυνατόν η ίδια φύση να είναι ταυτόχρονα κτιστή και
άκτιστη, θνητή και αθάνατη, περιγραπτή και απερίγραπτη;
Αν πάλι λέγοντας ότι ο Χριστός έχει μία φύση, τη θεωρούν απλή ή μήπως θα
πουν ότι αυτός είναι μόνον Θεός και θα θεωρήσουν την ενανθρώπηση
φανταστική ή ότι είναι μόνον άνθρωπος, σύμφωνα με τη διδασκαλία του
Νεστορίου; Και πού είναι τότε η τελειότητα της θείας και της ανθρωπίνης
φύσεως; Και πότε θα δεχθούν ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, εφόσον λένε
ότι μετά την ένωση αυτός έχει μία σύνθετη φύση; Διότι όλοι γνωρίζουν ότι ο
Χριστός, πριν την ένωση, είχε μια φύση μόνο.
Αλλά αυτό είναι εκείνο που οδηγεί τους αιρετικούς στην πλάνη, ότι ταυτίζουν
τη φύση με την υπόσταση. Επειδή μάλιστα ισχυριζόμαστε ότι είναι μία η φύση
των ανθρώπων, πρέπει να γνωρίζουμε ότι αυτό το λέμε όχι αποβλέποντας
στον ορισμό της ψυχής και του σώματος· διότι είναι αδύνατο να λέμε ότι η
ψυχή και το σώμα, αν συγκριθούν μεταξύ τους, έχουν μία φύση. Αλλά επειδή
υπάρχουν πάρα πολλές υποστάσεις των ανθρώπων, και η φύση όλων έχει τον
ίδιο ορισμό, διότι όλοι είναι σύνθετοι από ψυχή και σώμα,
και όλοι μετέχουν στη φύση της ψυχής
και έχουν τη φύση του σώματος, λέμε ότι η κοινή εμφάνιση των πολλών
και διαφορετικών υποστάσεων έχει μία φύση· καθεμία, δηλαδή,
υπόσταση έχει δύο φύσεις και υπάρχει μέ τις δύο φύσεις,
εννοώ την ψυχή και το σώμα.
Για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό όμως δεν είναι δυνατόν να εννοήσουμε
κοινή μορφή· διότι ούτε έγινε ούτε υπάρχει ούτε ποτέ θα γίνει άλλος Χριστός
από θεία και ανθρώπινη φύση, ο ίδιος τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος
στη θεία και ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Κύριός
μας Ιησούς Χριστός έχει μία φύση· όπως λέμε για το άτομο ότι αποτελείται
από ψυχή και σώμα, έτσι λέμε και για τον Χριστό ότι αποτελείται από θεία
και ανθρώπινη φύση. Εκεί βέβαια έχουμε άτομο, αλλά ο Χριστός δεν είναι
άτομο· και ούτε έχει ο Χριστός μια μορφή που ανήκει στην κατηγορία του
αγαθού.
Γι’ αυτό υποστηρίζουμε ότι η ένωση προήλθε από δύο τέλειες φύσεις, τη
θεία και την ανθρώπινη, όχι με συμφυρμό ή σύγχυση ή ανάμειξη, όπως είπε
«το θεόσταλτο κακό» ο Διόσκορος, ο Ευτυχής και ο Σεβήρος και η ασεβής
συμμορία τους· ούτε υποστηρίζουμε ότι η ένωση ήταν προσωπική ή σχετική
ή ανάλογα με την αξία ή με ταύτιση της θελήσεως ή με ισοτιμία ή με ταύτιση
του ονόματος ή με συγκατάβαση, όπως είπε ο εχθρός του Θεού Νεστόριος,
ο Διόδωρος και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας και η δαιμονική συντροφιά τους·
αλλά ομολογούμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε με σύνθεση, δηλαδή υποστατικά
χωρίς μεταβολή και αλλοίωση, χωρίς διαίρεση και διάσπαση και με δύο
φύσεις τέλειες που έχουν την ίδια υπόσταση, εννοώ της θείας και ανθρωπίνης
φύσεώς του· ομολογούμε ότι οι δύο φύσεις διατηρούνται στο πρόσωπό του
μετά την ένωση, χωρίς να θεωρούμε ότι η καθεμία υπάρχει ξεχωριστά,
αλλά είναι ενωμένες και οι δύο σε μία σύνθετη υπόσταση.
Υποστηρίζουμε ότι η ένωση είναι ουσιαστική, δηλαδή αληθινή και όχι
φανταστική. Ουσιαστική, όχι με την έννοια ότι οι δύο φύσεις αποτέλεσαν
μία σύνθετη φύση, αλλά ενώθηκαν μεταξύ τους πραγματικά σε μία σύνθετη
υπόσταση του Υιού του Θεού. Και υποστηρίζουμε ότι
παραμένει η ουσιώδης διαφορά τους· διότι το κτιστό παρέμεινε κτιστό
και το άκτιστο άκτιστο· το θνητό παρέμεινε θνητό και το αθάνατο αθάνατο·
το περιγραπτό παρέμεινε παριγραπτό και το απερίγραπτο απερίγραπτο·
το ορατό παρέμεινε ορατό και το αόρατο αόρατο· το ένα ακτινοβολεί
με τα θαύματα και το άλλο υπέπεσε στις συκοφαντικές ύβρεις.
Ο Λόγος κάνει δικά του τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά· διότι αυτά που
ανήκουν στην αγία του σάρκα είναι δικά του, και μεταδίδει στη σάρκα του
από τα δικά του με τον τρόπο της αντιδόσεως, επειδη τα δύο μέρη
αλληλοπεριχωρούνται και είναι ενωμένα υποστατικά και επειδή ο ενεργών
τα θεία και τα ανθρώπινα είναι ένας με τη μία και την άλλη φύση που
βρίσκονται σε κοινωνία μεταξύ τους. Γι’ αυτό το λόγο λέμε ότι ο Κύριος της
δόξης σταυρώθηκε, αν και δεν έπαθε τίποτε η θεία του φύση· και ακόμη
ομολογούμε ότι ο Υιός του άνθρώπου πριν από το πάθος του είναι στον
ουρανό, όπως το είπε ο ίδιος ο Κύριος· διότι ο Κύριος της δόξης ήταν ένας
και ο ίδιος, αυτός που από τη φύση του ήταν αληθινά Υιός του ανθρώπου,
δηλαδή αυτός που έγινε άνθρωπος· και γνωρίζουμε τα θαύματα και τα πάθη
του, μολονότι αυτός με τη μία φύση έκανε θαύματα και με την άλλη υπέμεινε
τα πάθη.
Διότι γνωρίζουμε ότι, όπως είναι μία η υπόστασή του, έτσι παραμένει
ουσιώδης η διαφορά των φύσεών του. Πώς, δηλαδή, θα μπορούσε να μείνει
η διαφορά, εάν δεν παρέμεναν αυτά που έχουν διαφορά μεταξύ τους; Διότι η
διαφορά υπάρχει μεταξύ διαφορετικών. Λέμε, λοιπόν, ότι αυτός συνδέεται
με τα (δύο) άκρα, χάρη στην αιτία με την οποία οι φύσεις του Χριστού
διαφέρουν μεταξύ τους, χάρη δηλαδή στην αιτία της ουσίας· χάρη στη θεία
φύση είναι ενωμένος με τον Πατέρα και το Πνεύμα, και χάρη στην ανθρώπινη
με τη μητέρα και όλους τους ανθρώπους. Και χάρη στην αιτία με την οποία
είναι ενωμένες οι φύσεις του, λέμε ότι αυτός διαφέρει από τον Πατέρα και το
Πνεύμα, αλλά και με τη μητέρα και τους άλλους ανθρώπους· διότι οι φύσεις
είναι ενωμένες χάρη στην υπόστασή του· καθώς έχουν μία υπόσταση και
σχετικά μ’ αυτήν διαφέρουν με τον Πατέρα, το Πνεύμα, τη μητέρα και εμάς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 48. Περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀντιδόσεως
Ὅτι μὲν οὖν ἕτερόν ἐστιν οὐσία καὶ ἕτερον ὑπόστασις, πλειστάκις
εἰρήκαμεν, καὶ ὅτι ἡ μὲν οὐσία τὸ κοινὸν καὶ περιεκτικὸν εἶδος τῶν
ὁμοειδῶν ὑποστάσεων σημαίνει, οἷον Θεός, ἄνθρωπος, ἡ δὲ
ὑπόστασις ἄτομον δηλοῖ, ἤτοι Πατέρα, Υἱόν, Πνεῦμα Ἅγιον,
Πέτρον, Παῦλον. Ἰστέον τοίνυν, ὅτι τὸ μὲν τῆς θεότητος καὶ τῆς
ἀνθρωπότητος ὄνομα τῶν οὐσιῶν, ἤτοι φύσεών ἐστι παραστατικόν,
τὸ δὲ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος καὶ ἐπὶ τῆς φύσεως τάττεται, ὥσπερ ὅταν
λέγωμεν· Θεός ἐστιν ἀκατάληπτος οὐσία, καὶ ὅτι εἷς ἐστι Θεός·
λαμβάνεται δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ὑποστάσεων, ὡς τοῦ μερικωτέρου
δεχομένου τὸ τοῦ καθολικωτέρου ὄνομα, ὡς ὅταν φησὶν ἡ Γραφή·
«Διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου» (ἰδοὺ γὰρ τὸν Πατέρα καὶ
τὸν Υἱὸν ἐδήλωσε), καὶ ὡς ὅταν λέγῃ· «Ἄνθρωπός τις ἦν ἐν χώρᾳ
τῇ Αὐσίτιδι» (τὸν γὰρ Ἰὼβ μόνον ἐδήλωσεν).
Ἐπὶ οὖν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ δύο μὲν τὰς φύσεις
γινώσκομεν, μίαν δὲ τὴν ὑπόστασιν ἐξ ἀμφοτέρων σύνθετον, ὅτε μὲν
τὰς φύσεις ἀναθεωροῦμεν, θεότητα καὶ ἀνθρωπότητα καλοῦμεν, ὅτε
δὲ τὴν ἐκ τῶν φύσεων συντεθεῖσαν ὑπόστασιν, ποτὲ μὲν ἐκ τοῦ
συναμφοτέρου Χριστὸν ὀνομάζομεν καὶ Θεὸν καὶ ἄνθρωπον κατά
ταὐτὸ καὶ Θεὸν σεσαρκωμένον, ποτὲ δὲ ἐξ ἑνὸς τῶν μερῶν, Θεὸν
μόνον καὶ Υἱὸν Θεοῦ καὶ ἄνθρωπον μόνον καὶ Υἱὸν ἀνθρώπου·
καὶ ποτὲ μὲν ἐκ τῶν ὑψηλῶν μόνον, ποτὲ δὲ ἐκ τῶν ταπεινῶν μόνον·
εἷς γάρ ἐστιν ὁ κἀκεῖνο καὶ τοῦτο ὁμοίως ὑπάρχων, τὸ μὲν ὢν ἀεὶ
ἀναιτίως ἐκ Πατρός, τὸ δὲ γενόμενος ὕστερον διὰ φιλανθρωπίαν.
Θεότητα μὲν οὖν λέγοντες οὐ κατονομάζομεν αὐτῆς τὰ τῆς
ἀνθρωπότητος ἰδιώματα· οὐ γάρ φαμεν θεότητα παθητὴν ἢ κτιστήν·
οὔτε δὲ τῆς σαρκὸς, ἤτοι τῆς ἀνθρωπότητος κατηγοροῦμεν τὰ τῆς
θεότητος ἰδιώματα· οὐ γάρ φαμεν σάρκα ἤτοι ἀνθρωπότητα
ἄκτιστον. Ἐπὶ δὲ τῆς ὑποστάσεως, κἂν ἐκ τοῦ συναμφοτέρου, κἂν ἐξ
ἑνὸς τῶν μερῶν ταύτην ὀνομάσωμεν, ἀμφοτέρων τῶν φύσεων τὰ
ἰδιώματα αὐτῇ ἐπιτίθεμεν. Καὶ γὰρ ὁ Χριστός, ὅπερ ἐστὶ τὸ
συναμφότερον, καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος λέγεται, καὶ κτιστὸς καὶ
ἄκτιστος καὶ παθητὸς καὶ ἀπαθής. Καὶ ὅταν ἐξ ἑνὸς τῶν μερῶν καὶ
Υἱὸς Θεοῦ καὶ Θεὸς ὀνομάζηται, δέχεται τὰ τῆς συνυφεστηκυίας
φύσεως ἰδιώματα, ἤτοι τῆς σαρκός, Θεὸς παθητὸς ὀνομαζόμενος καὶ
Κύριος τῆς δόξης ἐσταυρωμένος, οὐ καθὸ Θεὸς ἀλλὰ καθὸ καὶ
ἄνθρωπος ὁ αὐτός· καὶ ὅταν ἄνθρωπος καὶ Υἱὸς ἀνθρώπου
ὀνομάζηται, δέχεται τὰ τῆς θείας οὐσίας ἰδιώματα καὶ αὐχήματα,
παιδίον προαιώνιον καὶ ἄνθρωπος ἄναρχος, οὐ καθὸ παιδίον καὶ
ἄνθρωπος, ἀλλὰ καθὸ Θεὸς ὢν προαιώνιος γέγονεν ἐπ᾿ ἐσχάτων
παιδίον. Καὶ οὗτός ἐστιν ὁ τρόπος τῆς ἀντιδόσεως· ἑκατέρας φύσεως
ἀντιδιδούσης τῇ ἑτέρᾳ τὰ ἴδια διὰ τὴν τῆς ὑποστάσεως ταυτότητα
καὶ τὴν εἰς ἄλληλα αὐτῶν περιχώρησιν. Κατὰ τοῦτο δυνάμεθα
εἰπεῖν περὶ Χριστοῦ· «Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς
ἀνθρώποις συνανεστράφη», καί· «Ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἄκτιστός ἐστι
καὶ ἀπαθὴς καὶ ἀπερίγραπτος».
Για τον τρόπο της αντιδόσεως.
Πολλές φορές έχουμε πει ότι άλλο είναι η ουσία και άλλο η υπόσταση·
η ουσία δηλώνει την κοινή και περιεκτική έννοια των ομοίων υποστάσεων,
όπως, για παράδειγμα, (η λέξη) Θεός, (η λέξη) άνθρωπος. Ο όρος υπόσταση
δηλώνει το άτομο, δηλαδή τον Πατέρα, τον Υιό, το Άγιο Πνεύμα,
τον Πέτρο, τον Παύλο. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι το όνομα «θεία» και
«ανθρώπινη φύση» δηλώνει τις ουσίες, δηλαδή τις φύσεις, ενώ το όνομα
«Θεός» ή «άνθρωπος» χρησιμοποιείται και για να δηλώσει τη φύση, όπως
όταν λέμε, ο Θεός είναι ακατάληπτη ουσία ή ο Θεός είναι ένας· αλλά
λέγεται και για να δηλώσει την υπόσταση, διότι το μερικό λαμβάνει
την ονομασία του γενικού, όπως όταν λέει η Αγία Γραφή: «Γι’ αυτό το λόγο
σε έχρισε Θεό ο Θεός σου» (εδώ δηλώνει και την υπόσταση του Πατέρα και
του Υιού), ή όπως όταν λέει: «Ζούσε κάποιος άνθρωπος στην Αυσίτιδα
χώρα» (και δηλώνει μόνο τον Ιώβ).
Για τον Κύριο μας, λοιπόν, Ιησού Χριστό, επειδή γνωρίζουμε ότι έχει δύο
φύσεις, αλλά η υπόστασή του είναι μία, σύνθετη και από τις δύο, όταν βέβαια
εξετάζουμε τις φύσεις, τις ονομάζουμε θεία και ανθρώπινη· όταν όμως
εξετάζουμε την υπόσταση που συντέθηκε από τις δύο φύσεις, άλλοτε τον
ονομάζουμε Χριστό που προήλθε και από τις δύο, το ίδιο Θεό και άνθρωπο,
και Θεό που σαρκώθηκε, και άλλοτε του δίνουμε όνομα από ένα από τα δύο
μέρη, ή Θεό μόνο και Υιό του Θεού ή μόνον άνθρωπο και Υιό του ανθρώπου.
Άλλοτε πάλι τον καλούμε με ονόματα που προέρχονται μόνον από τα υψηλά
(θεία) και άλλοτε μόνον από τα ταπεινά (ανθρώπινα)· διότι ένας είναι εκείνος
που είναι εξίσου και το ένα και το άλλο· το ένα, επειδή υπάρχει αιώνια χωρίς
αιτία από τον Πατέρα, και το άλλο επειδή έγινε κατόπιν από αγάπη για τους
ανθρώπους.
Όταν, λοιπόν, μιλάμε για τη θεία φύση, δεν αποδίδουμε σ’ αυτήν τα
χαρακτηριστικά της ανθρωπίνης φύσεως· δεν λέμε δηλαδή ότι η θεία φύση
είναι παθητή ή κτιστή· ούτε πάλι αποδίδουμε στη σάρκα, δηλαδή στην
ανθρώπινη φύση, τα χαρακτηριστικά της θείας· δεν λέμε ότι η σάρκα, δηλαδή
η ανθρώπινη φύση, είναι άκτιστη. Για την υπόσταση όμως, είτε της δώσουμε
όνομα και από τις δύο φύσεις είτε από τη μία, της αποδίδουμε τα γνωρίσματα
και των δύο φύσεων. Και μάλιστα ο Χριστός, ο οποίος είναι και οι δύο
φύσεις μαζί, λέγεται και Θεός και άνθρωπος, και είναι και κτιστός και
άκτιστος και παθητός και απαθής. Και όταν τον καλούμε με το όνομα της μιας
φύσεως και τον λέμε Υιό του Θεού ή Θεό, τότε δέχεται και τα γνωρίσματα
της φύσεως που συνυπάρχει, της ανθρώπινης δηλαδή· λέγεται παθητός Θεός
και Κύριος της δόξης που σταυρώθηκε, όχι βέβαια σαν Θεός αλλά και σαν
άνθρωπος ο ίδιος. Όταν πάλι λέγεται άνθρωπος και Υιός του ανθρώπου,
δέχεται τα γνωρίσματα και τη δόξα της θείας φύσεως και καλείται προαιώνιο
παιδί και άναρχος άνθρωπος, όχι βέβαια επειδή ήταν παιδί και άνθρωπος,
αλλά επειδή, ενώ είναι προαιώνιος Θεός, έγινε τελευταία παιδί.
Και ο τρόπος της αντιδόσεως είναι ο ακόλουθος: καθεμία από τις φύσεις
ανταποδίδει στην άλλη τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της, επειδή έχουν την ίδια
υπόσταση και αλληλοπεριχωρούνται. Σύμφωνα μ’ αυτά μπορούμενα πούμε
για το Χριστό: «Ο ίδιος ο Θεός μας φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε
με τους ανθρώπους»· και αλλού: «Ο άνθρωπος αυτός είναι άκτιστος, απαθής
και απερίγραπτος».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 49. Περὶ ἀριθμοῦ τῶν φύσεων
Ὥσπερ δὲ ἐπὶ τῆς θεότητος μίαν φύσιν ὁμολογοῦμεν, τρεῖς δὲ
ὑποστάσεις κατὰ ἀλήθειαν οὔσας φαμὲν, καὶ πάντα μὲν τὰ φυσικὰ
καὶ οὐσιώδη ἁπλᾶ φαμεν, τὴν δὲ διαφορὰν τῶν ὑποστάσεων
ἐν μόναις ταῖς τρισὶν ἰδιότησι, τῇ ἀναιτίῳ καὶ πατρικῇ καὶ τῇ
αἰτιατῇ καὶ υἱϊκῇ καὶ ἐκπορευτῇ ἐπιγινώσκομεν, ἀνεκφοιτήτους δὲ
αὐτὰς καὶ ἀδιαστάτους ἀλλήλων καὶ ἡνωμένας καὶ ἐν ἀλλήλαις
ἀσυγχύτως περιχωρούσας ἐπιστάμεθα, καὶ ἡνωμένας μὲν
ἀσυγχύτως –τρεῖς γάρ εἰσιν, εἰ καὶ ἥνωνται–, διαιρουμένας δὲ
ἀδιαστάτως. Εἰ γὰρ καὶ ἑκάστη καθ᾿ ἑαυτὴν ὑφέστηκεν, ἤγουν τελεία
ἐστὶν ὑπόστασις καὶ τὴν οἰκείαν ἰδιότητα, ἤτοι τὸν τῆς ὑπάρξεως
τρόπον διάφορον κέκτηται, ἀλλ᾿ ἥνωνται τῇ τε οὐσίᾳ καὶ τοῖς
φυσικοῖς ἰδιώμασι καὶ τῷ μὴ διίστασθαι, μηδὲ ἐκφοιτᾶν τῆς πατρικῆς
ὑποστάσεως, καὶ εἷς Θεός εἰσί τε καὶ λέγονται.
Τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἐπὶ τῆς θείας καὶ ἀπορρήτου καὶ πάντα νοῦν
καὶ κατάληψιν ὑπερεχούσης οἰκονομίας τοῦ ἑνὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος
Θεοῦ Λόγου, Κυρίου τε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δύο μὲν φύσεις
ὁμολογοῦμεν, θείαν τε καὶ ἀνθρωπίνην, συνεληλυθυίας ἀλλήλαις καὶ
καθ᾿ ὑπόστασιν ἑνωθείσας, μίαν δὲ ὑπόστασιν ἐκ τῶν δύο φύσεων
ἀποτελεσθεῖσαν σύνθετον. Σῴζεσθαι δέ φαμεν τὰς δύο φύσεις καὶ
μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν τῇ μιᾷ συνθέτῳ ὑποστάσει, ἤγουν ἐν τῷ ἑνὶ
Χριστῷ, καὶ κατὰ ἀλήθειαν αὐτὰς εἶναι καὶ τὰ τούτων φυσικὰ
ἰδιώματα, ἡνωμένας μέντοι ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως διαφερούσας
τε καὶ ἀριθμουμένας.
Καὶ ὥσπερ αἱ τρεῖς ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀσυγχύτως
ἥνωνται καὶ ἀδιαιρέτως διῄρηνται καὶ ἀριθμοῦνται, καὶ ὁ ἀριθμὸς
διαίρεσιν ἢ διάστασιν ἢ ἀλλοτρίωσιν καὶ διατομὴν ἐν αὐταῖς οὐκ
ἐργάζεται (ἕνα γὰρ Θεὸν ἐπιγινώσκομεν, τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν
καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον). Τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ αἱ τοῦ Χριστοῦ
φύσεις, εἰ καὶ ἥνωνται, ἀλλ᾿ ἀσυγχύτως ἥνωνται· καὶ εἰ ἐν ἀλλήλαις
περιχωροῦσιν, ἀλλὰ τὴν εἰς ἀλλήλας τροπήν τε καὶ μεταβολὴν οὐ
προσίενται· φυλάττει γὰρ ἑκατέρα φύσις τὴν ἑαυτῆς φυσικὴν
ἰδιότητα ἀμετάβλητον. Διὸ καὶ ἀριθμοῦνται, καὶ ὁ ἀριθμὸς οὐκ
εἰσάγει διαίρεσιν.
Εἷς γάρ ἐστιν ὁ Χριστὸς ἔν τε θεότητι καὶ ἀνθρωπότητι τέλειος·
ὁ γὰρ ἀριθμὸς οὐ διαιρέσεως ἢ ἑνώσεως αἴτιος πέφυκεν, ἀλλὰ τῆς
ποσότητος τῶν ἀριθμουμένων σημαντικός, εἴτε ἡνωμένων εἴτε
διῃρημένων· ἡνωμένων μέν, ὡς ὅτι πεντήκοντα λίθους ἔχει ὁ τοῖχος
οὗτος, διῃρημένων δέ, ὅτι πεντήκοντα λίθοι κεῖνται ἐν τῷ πεδίῳ
τούτῳ· καὶ ἡνωμένων μέν, ὅτι δύο φύσεις εἰσὶν ἐν τῷ ἄνθρακι, πυρὸς
λέγω καὶ ξύλου, διῃρημένων δέ, ὅτι ἡ φύσις τοῦ πυρὸς ἑτέρα ἐστὶ καὶ
ἡ τοῦ ξύλου ἑτέρα, ἄλλου τρόπου ἑνοῦντος καὶ διαιροῦντος αὐτὰ
καὶ οὐ τοῦ ἀριθμοῦ. Ὥσπερ τοίνυν ἀδύνατον τὰς τρεῖς ὑποστάσεις
τῆς θεότητος, εἰ καὶ ἥνωνται ἀλλήλαις, μίαν ὑπόστασιν εἰπεῖν διὰ τὸ
μὴ σύγχυσιν καὶ ἀφανισμὸν τῆς τῶν ὑποστάσεων διαφορᾶς
ἐργάσασθαι, οὕτω καὶ τὰς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, τὰς καθ᾿
ὑπόστασιν ἡνωμένας, ἀδύνατον μίαν φύσιν εἰπεῖν, ἵνα μὴ ἀφανισμὸν
καὶ σύγχυσιν καὶ ἀνυπαρξίαν τῆς αὐτῶν διαφορᾶς ἐργασώμεθα.
Για τον αριθμό των φύσεων.
Και όπως για το Θεό δεχόμαστε μία φύση, αλλά λέμε ότι αληθινά έχει τρεις
υποστάσεις, και δεχόμαστε ότι όλα τα γνωρίσματα της φύσεως και της ουσίας
του είναι απλά, ενώ τη διαφορά των υποστάσεων την αποδίδουμε μόνο στις
τρεις ιδιότητες, δηλαδή την αναίτια πατρική, την αιτιατή υιϊκή,
και την αιτιατή και εκπορευτή, και γνωρίζουμε καλά ότι αυτές δεν μένουν
μακριά και σε διάσταση η μία από την άλλη, αλλά είναι ενωμένες και χωρίς
να συγχέονται· είναι ενωμένες βέβαια χωρίς να συγχέονται –διότι είναι τρεις,
αν και είναι ενωμένες–, και είναι διαιρεμένες χωρίς να απομακρύνονται
μεταξύ τους. Διότι εάν η καθεμία στέκεται από μόνη της, είναι δηλαδή
τέλεια υπόσταση και έχει τη δική της ιδιαιτερότητα, δηλαδή ιδιαίτερο τρόπο
υπάρξεως· όμως είναι ενωμένες και στην ουσία και στα γνωρίσματα της
φύσεως και, επειδή δεν χωρίζονται ούτε βγαίνουν έξω από την υπόσταση του
Πατέρα, γι’ αυτό είναι και καλούνται ένας Θεός.
Με τον ίδιο τρόπο και σχετικά με το θείο και ανέκφραστο σχέδιο της
οικονομίας (για τη σωτηρία μας), που ξεπερνά την ανθρώπινη σκέψη και
λογική, του ενός προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Θεού Λόγου και Κυρίου
Ιησού Χριστού, δεχόμαστε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, που συνδέθηκαν
και ενώθηκαν μεταξύ τους υποστατικά, αλλά αποτέλεσαν μία υπόσταση
σύνθετη από δύο φύσεις. Ισχυριζόμαστε ότι οι δύο φύσεις διατηρούνται και
μετά την ένωσή τους στη μία σύνθετη υπόσταση, δηλαδή στον ένα Χριστό·
και πραγματικά αυτές και τα φυσικά τους χαρακτηριστικά υπάρχουν,
καθώς είναι ενωμένες ασύγχυτα και αδιαίρετα, αλλά και διαφέρουν και
αριθμούνται.
Και όπως οι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος είναι ενωμένες χωρίς να
συγχέονται και είναι διαιρεμένες χωρίς να κομματιάζονται, αλλά αριθμούνται,
χωρίς ο αριθμός να εισάγει διαίρεση, διάσταση, αποξένωση και χωρισμό
μεταξύ τους (διότι ένα Θεό γνωρίζουμε καλά, τον Πατέρα, τον Υιό και το
Άγιο Πνεύμα). Με τον ίδιο τρόπο και οι φύσεις του Χριστού, αν και είναι
ενωμένες, είναι ενωμένες χωρίς να συγχέονται· αν και αλληλοπεριχωρούνται,
δεν προχωρεί η μία σε αλλαγή και μετατροπή στη φύση της άλλης.
Κάθε φύση, δηλαδή, διατηρεί αμετάβλητο το γνώρισμα της δικής της
φύσεως. Γι’ αυτό και αριθμούνται, και ο αριθμός δεν εισάγει διαίρεση.
Διότι ο Χριστός είναι ένας, τέλειος στη θεία και ανθρώπινη φύση· η αρίθμηση
δηλαδή δεν αποτελεί την αιτία της διαιρέσεως ή της ενώσεως, αλλά δηλώνει
πόσα είναι αυτά που αριθμούνται, είτε είναι ενωμένα είτε χωρισμένα·
ενωμένα δηλαδή, όπως όταν λέμε ότι ο τοίχος αυτός έχει πενήντα πέτρες·
και χωρισμένα, όπως όταν λέμε ότι σ’ αυτό τον τόπο βρίσκονται πενήντα
πέτρες· και ενωμένα βέβαια, όπως λέμε ότι δύο φύσεις υπάρχουν μέσα στο
κάρβουνο, εννοώ τη φωτιά και το ξύλο, και χωρισμένα, όπως η φύση της
φωτιάς διαφέρει από του ξύλου· άλλο πράγμα τα ενώνει ή τα χωρίζει, όχι
ο αριθμός. Όπως, λοιπόν, είναι αδύνατο να πούμε ότι οι τρεις υποστάσεις της
θείας φύσεως, αν και είναι ενωμένες μεταξύ τους, είναι μία υπόσταση, για να
μην προκαλέσουμε σύγχυση και εξαφάνιση της διαφοράς των υποστάσεων
μεταξύ τους, έτσι είναι αδύνατο να πούμε ότι οι δύο φύσεις του Χριστού, που
είναι υποστατικά ενωμένες, αποτελούν μία φύση, για να μην προκαλέσουμε
εξαφάνιση, σύγχυση και ανυπαρξία της διαφοράς τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 50. Ὅτι πᾶσα ἡ θεία φύσις ἐν μιᾷ τῶν αὐτῆς
ὑποστάσεων ἡνώθη πάσῃ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει καὶ οὐ μέρος μέρει.
Τὰ κοινὰ καὶ καθολικὰ κατηγοροῦνται τῶν αὐτοῖς ὑποκειμένων
μερικῶν. Κοινὸν τοίνυν ἡ οὐσία, ὡς εἶδος, μερικὸν δὲ ἡ ὑπόστασις.
Μερικὸν δέ, οὐχ ὅτι μέρος τῆς φύσεως ἔχει, μέρος δὲ οὐκ ἔχει, ἀλλὰ
μερικὸν τῷ ἀριθμῷ, ὡς ἄτομον· ἀριθμῷ γὰρ καὶ οὐ φύσει διαφέρειν
λέγονται αἱ ὑποστάσεις. Κατηγορεῖται δὲ ἡ οὐσία τῆς ὑποστάσεως,
διότι ἐν ἑκάστῃ τῶν ὁμοειδῶν ὑποστάσεων τελεία ἡ οὐσία ἐστί. Διὸ
οὐδὲ διαφέρουσιν ἀλλήλων αἱ ὑποστάσεις κατ᾿ οὐσίαν, ἀλλὰ κατὰ
τά συμβεβηκότα, ἅτινά εἰσι τὰ χαρακτηριστικὰ ἰδιώματα,
χαρακτηριστικὰ δὲ ὑποστάσεως καὶ οὐ φύσεως· καὶ γὰρ τὴν
ὑπόστασιν ὁρίζονται οὐσίαν μετὰ συμβεβηκότων. Ὥστε τὸ κοινὸν
μετὰ τοῦ ἰδιάζοντος ἔχει ἡ ὑπόστασις καί τό καθ’ ἑαυτὴν ὑπάρξαι·
ἡ οὐσία δέ, καθ᾿ ἑαυτὴν οὐχ ὑφίσταται, ἀλλ᾿ ἐν ταῖς ὑποστάσεσι
θεωρεῖται. Πασχούσης τοίνυν μιᾶς τῶν ὑποστάσεων πᾶσα ἡ οὐσία,
καθ᾿ ἣν ἡ ὑπόστασις, πεπονθέναι λέγεται ἐν μιᾷ τῶν αὐτῆς
ὑποστάσεων· οὐ μέντοιγε ἀνάγκη καὶ πάσας τὰς ὁμοειδεῖς
ὑποστάσεις συμπάσχειν τῇ πασχούσῃ ὑποστάσει.
Οὕτω τοίνυν ὁμολογοῦμεν τὴν τῆς θεότητος φύσιν πᾶσαν τελείως
εἶναι ἐν ἑκάστῃ τῶν αὐτῆς ὑποστάσεων, πᾶσαν ἐν Πατρί, πᾶσαν ἐν
Υἱῷ, πᾶσαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Διὸ καὶ τέλειος Θεὸς ὁ Πατήρ,
τέλειος Θεὸς ὁ Υἱός, τέλειος Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Οὕτω καὶ ἐν
τῇ ἐνανθρωπήσει τοῦ ἑνὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος Θεοῦ Λόγου φαμὲν
πᾶσαν καὶ τελείαν τὴν φύσιν τῆς θεότητος ἐν μιᾷ τῶν αὐτῆς
ὑποστάσεων ἑνωθῆναι τῇ ἀνθρωπίνη φύσει πάσῃ καὶ οὐ μέρος μέρει.
Φησὶ γοῦν ὁ θεῖος ἀπόστολος, ὅτι «ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ
πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς», τουτέστιν ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ·
καὶ ὁ τούτου φοιτητὴς ὁ θεοφόρος καὶ τὰ θεῖα πολὺς Διονύσιος· «Ὅτι
ὁλικῶς ἡμῖν ἐν μιᾷ τῶν ἑαυτῆς ἐκοινώνησεν ὑποστάσεων».
Οὐ μὴν λέγειν ἀναγκασθησόμεθα, πάσας τὰς ὑποστάσεις τῆς ἁγίας
θεότητος, ἤτοι τὰς τρεῖς, πάσαις ταῖς τῆς ἀνθρωπότητος ὑποστάσεσι
καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνῶσθαι· κατ᾿ οὐδένα γὰρ κεκοινώνηκε λόγον
ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τῇ σαρκώσει τοῦ Θεοῦ Λόγου,
εἰ μὴ κατ᾿ εὐδοκίαν καὶ βούλησιν. Πάσῃ δὲ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει
φαμὲν ἑνωθῆναι πᾶσαν τὴν τῆς θεότητος οὐσίαν. Οὐδὲν γάρ, ὧν
ἐνεφύτευσε τῇ ἡμετέρᾳ φύσει ὁ Θεὸς Λόγος, ἀρχῆθεν πλάσας ἡμᾶς,
ἐνέλιπεν, ἀλλὰ πάντα ἀνέλαβε, σῶμα, ψυχὴν νοερὰν καὶ λογικὴν καὶ
τὰ τούτων ἰδιώματα· τὸ γὰρ ἑνὸς τούτων ἀμοιροῦν ζῷον, οὐκ
ἄνθρωπος. Ὅλον γὰρ ὅλος ἀνέλαβέ με, καὶ ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα
ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται· «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον».
Ἥνωται τοίνυν σαρκὶ διὰ μέσου νοῦ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, μεσιτεύοντος
Θεοῦ καθαρότητι καὶ σαρκὸς παχύτητι. Ἡγεμονικὸν μὲν γὰρ ψυχῆς
τε καὶ σαρκὸς νοῦς, τῆς ψυχῆς τὸ καθαρώτατον, ἀλλὰ καὶ νοῦ Θεός·
καὶ ὅτε μὲν παραχωρεῖται ὑπὸ τοῦ κρείττονος, τὴν οἰκείαν ὁ νοῦς
τοῦ Χριστοῦ ἡγεμονίαν ἐνδείκνυται. Ἐκνικᾶται δὲ καὶ ἕπεται τῷ
κρείττονι καὶ ταῦτα ἐνεργεῖ, ἃ ἡ θεία βούλεται θέλησις.
Χωρίον ὁ νοῦς γέγονε τῆς καθ᾿ ὑπόστασιν αὐτῷ ἡνωμένης θεότητος,
ὥσπερ δηλαδὴ καὶ ἡ σάρξ, οὐ σύνοικος, ὡς ἡ τῶν αἱρετικῶν ἐναγὴς
πλανᾶται οἴησις· «οὐ γὰρ ἂν μεδιμναῖον», λέγουσα, «χωρήσει
διμέδιμνον», σωματικῶς τὰ ἄυλα κρίνουσα. Πῶς δὲ Θεὸς τέλειος καὶ
ἄνθρωπος τέλειος καὶ ὁμοούσιος τῷ τε Πατρὶ καὶ ἡμῖν ὁ Χριστὸς
λεχθήσεται, εἰ μέρος τῆς θείας φύσεως μέρει τῆς ἀνθρωπίνης ἐν αὐτῷ
ἥνωται φύσεως;
Λέγομεν δὲ τὴν φύσιν ἡμῶν ἐγηγέρθαι ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ
ἀνεληλυθέναι καὶ κεκαθικέναι ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός, οὐ καθὸ πᾶσαι
αἱ τῶν ἀνθρώπων ὑποστάσεις ἀνέστησαν καὶ ἐκάθισαν ἐκ δεξιῶν
τοῦ Πατρός, ἀλλὰ πᾶσα ἡ φύσις ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ ὑποστάσει. Φησὶ
γοῦν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἡμᾶς ἐν τῷ
Χριστῷ».
Καὶ τοῦτο δέ φαμεν, ὅτι ἐκ κοινῶν οὐσιῶν ἡ ἕνωσις γέγονε· πᾶσα γὰρ
οὐσία κοινή ἐστι πασῶν τῶν ὑπ᾿ αὐτῆς περιεχομένων ὑποστάσεων,
καὶ οὐκ ἔστιν εὑρεῖν μερικὴν καὶ ἰδιάζουσαν φύσιν, ἤτοι οὐσίαν, ἐπεὶ
ἀνάγκη τὰς αὐτὰς ὑποστάσεις καὶ ὁμοουσίους καὶ ἑτεροουσίους
λέγειν καὶ τὴν Ἁγίαν Τριάδα καὶ ὁμοούσιον καὶ ἑτεροούσιον κατὰ
τὴν θεότητα λέγειν. Ἡ αὐτὴ τοίνυν φύσις ἐν ἑκάστῃ τῶν
ὑποστάσεων θεωρεῖται. Καὶ ὅτε εἴπωμεν τὴν φύσιν τοῦ Λόγου
σεσαρκῶσθαι κατὰ τοὺς μακαρίους Ἀθανάσιόν τε καὶ Κύριλλον,
τὴν θεότητα λέγομεν ἡνῶσθαι σαρκί. Διὸ δέ οὐ δυνάμεθα εἰπεῖν·
ἡ φύσις τοῦ Λόγου ἔπαθεν –οὐ γὰρ ἔπαθεν ἡ θεότης ἐν αὐτῷ–,
λέγομεν δὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν πεπονθέναι ἐν τῷ Χριστῷ,
οὐ μὴν δὲ πάσας τὰς ὑποστάσεις τῶν ἀνθρώπων ἐπεμφαίνοντες,
καὶ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει ὁμολογοῦμεν τὸν Χριστόν πεπονθέναι.
Ὥστε φύσιν τοῦ Λόγου λέγοντες αὐτὸν τὸν Λόγον σημαίνομεν·
ὁ δὲ Λόγος καὶ τὸ κοινὸν τῆς οὐσίας κέκτηται καὶ τὸ ἰδιάζον τῆς
ὑποστάσεως.
Ότι όλη η θεία φύση με μία από τις υποστάσεις της
ενώθηκε με όλη την ανθρώπινη φύση και όχι με ένα μέρος της.
Τα κοινά και γενικά αποδίδονται σαν ιδιότητες στα μερικά που υπόκεινται
σ’ αυτά. Η ουσία, λοιπόν, είναι το κοινό, σαν το είδος, ενώ η υπόσταση είναι
το μερικό. Και είναι μερικό, όχι διότι έχει ένα μέρος της φύσεως, αλλά είναι
μερικό στον αριθμό, ως άτομο· διότι οι υποστάσεις θεωρούνται ότι διαφέρουν
στον αριθμό και όχι στη φύση. Και η ουσία αποδίδεται σαν ιδιότητα στην
υπόσταση, αφού η ουσία υπάρχει τέλεια σε κάθε ομοειδή υπόσταση. Και έτσι
οι υποστάσεις δεν διαφέρουν μεταξύ τους στην ουσία, αλλά στα
συμβεβηκότα, τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα,
που χαρακτηρίζουν την υπόσταση και όχι την ουσία· γι’ αυτό ο ορισμός της
υποστάσεως είναι ουσία με συμβεβηκότα. Επομένως, η υπόσταση έχει σαν
γνώρισμα το κοινό με το ιδιαίτερο γνώρισμα και ότι είναι προσωπική ύπαρξη.
Η ουσία πάλι δεν υπάρχει από μόνη της αλλά νοείται στις υποστάσεις. Όταν,
λοιπόν, παθαίνει κάτι μία από τις υποστάσεις, λέμε ότι η ουσία, σε σχέση με
την οποία υπάρχει η υπόσταση, το παθαίνει σε μια από τις υποστάσεις της.
Δεν είναι όμως υποχρεωτικό, όταν πάσχει μια υπόσταση, να πάσχουν και
όλες οι άλλες ομοειδείς υποστάσεις.
Έτσι, λοιπόν, ομολογούμε ότι όλη η θεία φύση υπάρχει τέλεια σε καθεμία
από τις υποστάσεις της, όλη στον Πατέρα, όλη στον Υιό
και όλη στο Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και είναι τέλειος Θεός ο Πατέρας,
τέλειος Θεός ο Υιός, τέλειος Θεός το Άγιο Πνεύμα. Έτσι και στην
ενανθρώπηση του ενός της Αγίας Τριάδος, του Θεού Λόγου, πιστεύουμε
ότι όλη και τέλεια η θεία φύση, με μία από τις υποστάσεις της, ενώθηκε
με όλη την ανθρώποινη φύση, και όχι με ένα μέρος της.
Λέει σχετικά μ’ αυτό ο θείος Απόστολος: «σ’ Αυτόν κατοικεί όλη η θεία φύση
σωματικά», δηλαδή με την ανθρώπινη φύση του· και ο μαθητής του
(Αποστόλου), ο σπουδαίος θεολόγος Διονύσιος λέει: «Η θεία φύση σε μια από
τις υποστάσεις της έγινε μέτοχος της δικής μας φύσεως».
Αλλά ούτε θα υποχρεωθούμε να λέμε ότι όλες οι υποστάσεις του αγίου Θεού,
δηλαδή οι τρεις, έχουν ενωθεί υποστατικά με όλες τις ανθρώπινες υποστάσεις.
Διότι ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα με κανένα λόγο δεν μετείχαν
στη σάρκωση του ΘεούΛόγου, παρά μόνον με την ευαρέσκεια
και τη θέλησή τους. Λέμε όμως ότι όλη η θεία φύση έχει ενωθεί
με όλη την ανθρώπινη φύση. Διότι τίποτε απ’ όσα ο Θεός Λόγος
στην αρχική δημιουργία έβαλε μέσα στη φύση μας δεν άφησε να μην το
προσλάβει, αλλά όλα τα προσέλαβε, δηλαδή σώμα, νοερή και λογική ψυχή
και τα γνωρίσματά τους· διότι αυτό που στερείται ένα απ’ αυτά είναι ζώο και
όχι άνθρωπος. Διότι όλος αυτός με προσέλαβε ολόκληρο και ενώθηκε όλος
με όλον εμένα, για να χαρίσει σε όλον εμένα τη σωτηρία· «διότι αυτό που
είναι απρόσληπτο μένει αθεράπευτο».
Ο Λόγος του Θεού, λοιπόν, ενώθηκε με τη σάρκα μέσω του νου, με το να
πάρει ο Θεός θέση ανάμεσα στη καθαρότητα και την παχύτητα της σάρκας.
Διότι ο νους είναι κυβερνήτης της ψυχής και του σώματος και το πιο καθαρό
μέρος της ψυχής, αλλά και κυβερνήτης του νου είναι ο Θεός. Και όταν το
ανώτερο επιτρέψει, τότε ο νους του Χριστού παίρνει ηγετική πρωτοβουλία.
Αλλά (ο νους του Χριστού) υποχωρεί και ακολουθεί το ανώτερο και
κάνει αυτά τα οποία θέλει η θεία βούληση.
Ακόμη ο νους έχει γίνει τόπος της θεότητος που υποστατικά ενώθηκε μ’
αυτόν, όπως βέβαια και η σάρκα δεν είναι ένας συγκάτοικος, όπως η ασεβής
φαντασία των αιρετικών πλανιέται, λέγοντας: «ένα δοχείο μιας μέδιμνας δεν
χωράει δύο μέδιμνες»· διότι κρίνουν τα πνευματικά με υλικά μέτρα.
Πώς θα ονομάσουμε το Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, ομοούσιο με
τον Πατέρα, εάν στο πρόσωπό του έχει ενωθεί μόνον ένα μέρος της θείας και
ένα της ανθρωπίνης φύσεως;
Λέμε, επίσης, ότι η ανθρώπινη φύση μας έχει αναστηθεί από τους νεκρούς
και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα, όχι επειδή όλες οι ανθρώπινες υποστάσεις
αναστήθηκαν και κάθισαν στα δεξιά του Πατέρα, αλλά επειδή
αναστήθηκε όλη η ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Χριστού. Διότι λέει
ο θείος Απόστολος: «Μας ανάστησε και μας ύψωσε μαζί του, χάρη στο
πρόσωπο του Χριστού».
Λέμε επίσης και το εξής, ότι η ένωση προήλθε από κοινές ουσίες· διότι κάθε
ουσία είναι κοινή για τις υποστάσεις που περιλαμβάνει αυτή, και δεν είναι
δυνατόν να βρει κάποιος μερική και απομονωμένη φύση, δηλαδή ουσία·
διαφορετικά, κατ’ ανάγκην θα θεωρούμε τις ίδιες υποστάσεις και ομοούσιες
και ετερούσιες· το ίδιο και την Αγία Τριάδα και ομοούσια και ετερούσια στη
θεία φύση. Η ίδια, λοιπόν, φύση θεωρείται σε καθεμία από τις υποστάσεις.
Και όταν πούμε ότι η φύση του Λόγου έχει σαρκωθεί,
σύμφωνα με τους μακάριους Αθανάσιο και Κύριλλο, εννοούμε
ότι η θεότητα ενώθηκε με τη σάρκα. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να πούμε,
η φύση του Λόγου έπαθε –διότι η θεότητα δεν έπαθε τίποτε σ’ αυτόν–,
αλλά λέμε ότι η ανθρώπινη φύση έπαθε στο πρόσωπο του Χριστού·
δεν υπονοούμε βέβαια ότι όλες οι ανθρώπινες υποστάσεις έπαθαν,
αλλά ομολογούμε ότι ο Χριστός έπαθε με την ανθρώπινη φύση του.
Επομένως, όταν λέμε η «φύση του Λόγου», εννοούμε τον ίδιο το Λόγο·
και ο Λόγος έχει και το κοινό της ουσίας και την ιδιαιτερότητα της υποστάσεως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 51. Περὶ τῆς μιᾶς τοῦ Θεοῦ Λόγου συνθέτου ὑποστάσεως
Προεῖναι μὲν οὖν ἀχρόνως καὶ ἀϊδίως φαμὲν τὴν θείαν τοῦ Θεοῦ
Λόγου ὑπόστασιν, ἁπλῆν καὶ ἀσύνθετον, ἄκτιστον, ἀσώματον,
ἀόρατον, ἀναφῆ, ἀπερίγραπτον, πάντα ἔχουσαν ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ,
ὡς αὐτῷ ὁμοούσιον, τῷ τῆς γεννήσεως τρόπῳ καὶ σχέσει τῆς
πατρικῆς ὑποστάσεως διαφέρουσαν, τελείως ἔχουσαν, οὐδέποτε τῆς
πατρικῆς ἐκφοιτῶσαν ὑποστάσεως, ἐπ᾿ ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν τῶν
πατρικῶν κόλπων οὐκ ἀποστάντα τὸν Λόγον ἀπεριγράπτως γάρ
ἐνῳκηκέναι τῇ γαστρὶ τῆς Ἁγίας Παρθένου ἀσπόρως καὶ
ἀπεριλήπτως, ὡς οἶδεν αὐτός, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ προαιωνίῳ αὐτοῦ
ὑποστάσει ὑποστήσασθαι ἑαυτῷ σάρκα ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου.
Ἐν πᾶσι μὲν οὖν καὶ ὑπὲρ τὰ πάντα ἦν καὶ ἐν τῇ γαστρὶ ὑπάρχων
τῆς Ἁγίας Θεοτόκου, ἀλλ᾿ ἐν αὐτῇ ἐνεργείᾳ σαρκώσεως· σεσάρκωται
τοίνυν ἐξ αὐτῆς προσλαβόμενος τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ἡμετέρου
φυράματος, σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ, ὥστε
αὐτὴν χρηματίσαι τῇ σαρκὶ ὑπόστασιν, τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου
ὑπόστασιν, καὶ σύνθετον γενέσθαι τὴν πρότερον ἁπλῆν οὖσαν τοῦ
Λόγου ὑπόστασιν –σύνθετον δὲ ἐκ δύο τελείων φύσεων, θεότητός τε
καὶ ἀνθρωπότητος– καὶ φέρειν αὐτὴν τῆς θείας τοῦ Θεοῦ Λόγου
υἱότητος τὸ χαρακτηριστικὸν καὶ ἀφοριστικὸν ἰδίωμα, καθ᾿ ὃ
διακέκριται τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, τά τε τῆς σαρκὸς
χαρακτηριστικὰ καὶ ἀφοριστικὰ ἰδιώματα, καθ᾿ ἃ διαφέρει τῆς τε
μητρὸς καὶ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων. Φέρειν δὲ καὶ τὰ τῆς θείας
φύσεως ἰδιώματα, καθ᾿ ἃ ἥνωται τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι,
καὶ τὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως γνωρίσματα, καθ᾿ ἃ ἥνωται τῇ τε
μητρὶ καὶ ἡμῖν. Ἔτι δὲ διαφέρει τοῦ τε Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος,
τῆς τε μητρὸς καὶ ἡμῶν κατὰ τὸ ὑπάρχειν Θεόν τε ὁμοῦ καὶ
ἄνθρωπον τὸν αὐτόν· τοῦτο γὰρ τῆς τοῦ Χριστοῦ ὑποστάσεως
ἰδιαίτατον ἰδίωμα γινώσκομεν.
Τοιγαροῦν ὁμολογοῦμεν αὐτὸν ἕνα Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ τὴν
ἐνανθρώπησιν, καὶ Υἱὸν ἀνθρώπου τὸν αὐτόν, ἕνα Χριστόν, ἕνα
Κύριον, τὸν μόνον μονογενῆ Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ, Ἰησοῦν,
τὸν Κύριον ἡμῶν, δύο αὐτοῦ τὰς γεννήσεις σέβοντες, μίαν τὴν ἐκ
Πατρὸς προαιώνιον ὑπὲρ αἰτίαν καὶ λόγον καὶ χρόνον καὶ φύσιν
καὶ μίαν τὴν ἐπ᾿ ἐσχάτων δι᾿ ἡμᾶς, καθ᾿ ἡμᾶς καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς·
«δι᾿ ἡμᾶς», ὅτι διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, «καθ᾿ ἡμᾶς», ὅτι γενόμενος
ἄνθρωπος ἐκ γυναικὸς καὶ χρόνῳ κυήσεως, «ὑπὲρ ἡμᾶς», ὅτι οὐκ ἐκ
σπορᾶς, ἀλλ᾿ ἐξ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Ἁγίας Παρθένου ὑπὲρ
νόμον κυήσεως· οὐ Θεὸν αὐτὸν μόνον κηρύττοντες γυμνὸν τῆς
καθ᾿ ἡμᾶς ἀνθρωπότητος, οὐδὲ μὴν ἄνθρωπον μόνον ψιλοῦντες
αὐτὸν τῆς θεότητος, οὐκ ἄλλον καὶ ἄλλον, ἀλλ᾿ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν
ὁμοῦ Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον, Θεὸν τέλειον καὶ ἄνθρωπον τέλειον,
ὅλον Θεόν, καὶ ὅλον ἄνθρωπον, τὸν αὐτὸν ὅλον Θεὸν καὶ μετὰ
τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ὅλον ἄνθρωπον καὶ μετὰ τῆς ὑπερθέου αὐτοῦ
θεότητος· διὰ τοῦ εἰπεῖν «τέλειον Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον»,
τὸ πλῆρες καὶ ἀνελλιπὲς δηλοῦντες τῶν φύσεων, διὰ δὲ τοῦ εἰπεῖν
«ὅλον Θεὸν καὶ ὅλον ἄνθρωπον» τὸ μοναδικὸν καὶ ἄτμητον
δεικνύντες τῆς ὑποστάσεως.
Καὶ «μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην» ὁμολογοῦμεν·
διὰ τοῦ εἰπεῖν «σεσαρκωμένην», τὴν τῆς σαρκὸς οὐσίαν σημαίνοντες
κατὰ τὸν μακάριον Κύριλλον. Καὶ σεσάρκωται τοίνυν ὁ Λόγος καὶ
τῆς οἰκείας ἀϋλότητος οὐκ ἐξέστηκε, καὶ ὅλος σεσάρκωται καὶ ὅλος
ἐστὶν ἀπερίγραπτος. Σμικρύνεται σωματικῶς καὶ συστέλλεται καὶ
θεϊκῶς ἐστιν ἀπερίγραπτος, οὐ συμπαρεκτεινομένης τῆς σαρκὸς
αὐτοῦ τῇ ἀπεριγράπτῳ αὐτοῦ θεότητι.
Ὅλος μὲν οὖν ἐστι Θεὸς τέλειος, οὐχ ὅλον δὲ Θεός· οὐ γὰρ μόνον
Θεός, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωπος· καὶ ὅλος ἄνθρωπος τέλειος, οὐχ ὅλον δὲ
ἄνθρωπος· οὐ μόνον γὰρ ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ Θεός. Τὸ μὲν γάρ
«ὅλον» φύσεως ἐστι παραστατικόν, τὸ «ὅλος» δὲ ὑποστάσεως, ὥσπερ
τὸ μὲν «ἄλλο» φύσεως, τὸ «ἄλλος» δὲ ὑποστάσεως.
Ἰστέον δέ, ὡς, εἰ καὶ περιχωρεῖν ἐν ἀλλήλαις τὰς τοῦ Κυρίου φύσεις
φαμέν, ἀλλ᾿ οἴδαμεν, ὡς ἐκ τῆς θείας φύσεως ἡ περιχώρησις γέγονεν·
αὕτη μὲν γὰρ διὰ πάντων διήκει, καθὼς βούλεται, καὶ περιχωρεῖ,
δι᾿ αὐτῆς δὲ οὐδέν. Καὶ αὐτὴ μὲν τῶν οἰκείων αὐχημάτων τῇ σαρκὶ
μεταδίδωσι μένουσα αὐτὴ ἀπαθὴς καὶ τῶν τῆς σαρκὸς παθῶν
ἀμέτοχος. Εἰ γὰρ ὁ ἥλιος ἡμῖν τῶν οἰκείων ἐνεργειῶν μεταδιδοὺς
μένει τῶν ἡμετέρων ἀμέτοχος, πόσῳ μᾶλλον ὁ τοῦ ἡλίου ποιητής τε
καὶ Κύριος!

Οὐ γὰρ πέπονθεν σαρκωθείς· πῶς γὰρ ἂν πάθοι τὸ φύσει ἀπαθές; οὐδὲ
ἐτράπη ὁ ἁπλοῦς σύνθετος γενόμενος· ἡ γὰρ τροπὴ πάθος ἐστί, τὸ δὲ
ἀπαθὲς πάντως καὶ ἄτρεπτον. Ἐνήργησε τοιγαροῦν σαρκωθείς, οὐκ
ἔπαθεν· οὔτε γὰρ ἡ φύσις αὐτοῦ ἡ θεία ἐτράπη ἢ προσθήκην ἐδέξατο,
οὐδὲ τὸ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ ἰδίωμα, τουτέστιν ἡ υἱότης, ἐτράπη·
ἔμεινε γὰρ υἱὸς τοῦ θεοῦ καὶ υἱὸς ἀνθρώπου γενόμενος. Οὐκ ἔπαθεν οὖν,
ἀλλ᾿ ἐνήργησε δημιουργήσας ἑαυτῷ σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε
καὶ νοερᾷ καὶ δοὺς αὐτῇ ἑαυτὸν ὑπόστασιν καὶ ἐν ἑαυτῷ αὐτὴν
ὑποστήσας. Ἰστέον γάρ, ὡς ἐπὶ τῆς πυρώσεως δύο χρὴ ἐννοεῖν.
Πεπυρῶσθαι γὰρ λέγεται τὸ πυρούμενον καθ᾿ ἕνα μὲν τρόπον, ὅτι ὁ
σίδηρος τυχὸν ἢ τὸ ξύλον εἰς πῦρ προϋφεστὼς εἰσερχόμενον λαμβάνει
ἐξ αὐτοῦ πῦρ μήπω καθ᾿ αὑτὸ προϋποστὰν καὶ γίνεται αὐτῷ ὑπόστασις
ἐν αὐτῷ γὰρ τῷ ξύλῳ προϋπάρχοντι καὶ προϋφεστῶτι ὑφίσταται τὸ
πῦρ, ὃ λαμβάνει ἐκ τοῦ προϋφεστῶτος πυρὸς καὶ γίνεται ἡ τοῦ σιδήρου
ὑπόστασις καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ θεωρουμένου πυρὸς ὑπόστασις μία
ὑπόστασις τοῦ τε ξύλου καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ πυρός οὐ γὰρ ὑπέστη καθ᾿
αὑτὸ τὸ ἐν τῷ ξύλῳ πῦρ, ἀλλ᾿ αἰτίαν τῆς ὑποστάσεως καὶ τῆς ἀναμέρος
κεχωρισμένης ἐκ τῶν λοιπῶν πυρῶν ὑπάρξεως καὶ συμπήξεως τὸ ξύλον
ἔσχε καὶ ἔστι μία ὑπόστασις τοῦ τε ξύλου καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ ὑποστάντος
πυρός, προηγουμένως μὲν τοῦ ξύλου, ἑπομένως δὲ τοῦ πυρός·
προϋπάρχουσα γὰρ τοῦ ξύλου μετὰ ταῦτα ἐγένετο καὶ τοῦ πυρός.
Λέγεται δὲ καὶ καθ᾿ ἕτερον τρόπον πύρωσις ὡς τοῦ πυρουμένου ξύλου
δεχομένου τὴν τοῦ πυρὸς ἐνέργειαν· τὸ γὰρ λεπτότερον μεταδίδωσι τῷ
παχυτέρῳ τῆς οἰκείας ἐνεργείας. Ἐπὶ μὲν οὖν τῆς πυρώσεως τὸ ξύλον
ἐστὶ τὸ πυρούμενον, καὶ λέγεται πύρωσις τοῦ ξύλου καὶ οὐ ξύλωσις τοῦ
πυρός· τὸ γὰρ ξύλον προϋπάρχει τε καὶ ὑπόστασις τῷ πυρὶ γίνεται καὶ
τὴν τοῦ πυρὸς ἐνέργειαν δέχεται. Ἐπὶ δὲ τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
οὐχ οὕτως, ἀλλὰ σάρκωσις μὲν τοῦ λόγου λέγεται ὡς τοῦ λόγου
γενομένου τῇ σαρκὶ ὑποστάσεως προϋπῆρχε γὰρ ἡ ὑπόστασις τοῦ λόγου,
καὶ ἐν αὐτῇ ὑπέστη ἡ σάρξ, θέωσις δὲ τῆς σαρκός· αὕτη γὰρ μετέσχε τῶν
τῆς θεότητος, καὶ οὐχ ἡ θεότης τῶν αὐτῆς παθῶν· διὰ γὰρ τῆς σαρκὸς ἡ
θεότης ἐνήργει ὡς τὸ πῦρ διὰ τοῦ ξύλου, οὐχ ἡ σὰρξ διὰ τοῦ λόγου. Οὐκ
ἔπαθε τοίνυν σαρκωθεὶς ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐνήργησε τὴν σάρκωσιν μεταδοὺς
τῇ σαρκὶ τῆς τε ὑποστάσεως καὶ τῆς θεώσεως. Θεώσεως δὲ λέγω οὐχὶ
τραπείσης εἰς θεότητος φύσιν, ἀλλὰ τῆς μεθέξεως τῆς ὑπὸ τῶν τῆς
θεότητος αὐχημάτων· ἐζωοποίει γὰρ οὐ κατ᾿ οἰκείαν φύσιν, ἀλλὰ τῇ
ἑνώσει τῇ πρὸς τὴν θεότητα. Καὶ ἐν Θαβὼρ ἤστραψε καὶ ἀπαστράπτει
οὐ διὰ τὴν ἰδίαν φύσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν τῆς καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένης αὐτῇ
θεότητος ἐνέργειαν, ὡς τὸ ξύλον λάμπει καὶ καίει οὐ κατὰ τὴν οἰκείαν
φυσικὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ διὰ τὴν τοῦ καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένου αὐτῷ
πυρὸς τῆς ἐνεργείας μέθεξιν.

Για τη μία σύνθετη υπόσταση του Θεού Λόγου.
Ισχυριζόμαστε ότι η θεία υπόσταση του Θεού Λόγου προϋπήρχε αιώνια πριν
από το χρόνο, απλή και ασύνθετη, άκτιστη, ασώματη,
αόρατη, αψηλάφητη, απερίγραπτη, έχοντας όλα όσα έχει ο Πατέρας, επειδή
είναι ομοούσιά του. Διαφέρει με την υπόσταση του Πατέρα στον τρόπο και
τη σχέση της γεννήσεως, που είναι τέλεια, χωρίς ποτέ να έχει βγει έξω από
την πατρική υπόσταση. Τα τελευταία όμως χρόνια, ο Λόγος, χωρίς καθόλου
να απομακρυνθεί από τον τόπο του Πατέρα του, με τρόπο απερίγραπτο,
κατοίκησε μέσα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου, χωρίς σπέρμα και χωρίς να
εγκλειστεί, όπως αυτός μόνο γνωρίζει· και μέσα σ’ αυτήν απόκτησε σάρκα
για τον εαυτό του από την αγία Παρθένο αλλά στην προαιώνια υπόστασή του.
Υπήρχε, λοιπόν, (ο Χριστός) μέσα σ’ όλα και πάνω απ’ όλα, και στην κοιλία
της αγίας Θεοτόκου και στο ενεργούμενο γεγονός της σαρκώσεως.
Σαρκώθηκε απ’ αυτήν προσλαμβάνοντας το πιο εκλεκτό από τη δική μας
(ανθρώπινη) γενιά· προσέλαβε σάρκα πλουτισμένη με λογική και νοερή ψυχή,
για να χρησιμεύσει αυτή ως υπόσταση της σάρκας, η υπόσταση δηλαδή του
Θεού Λόγου· έτσι συνέβη ώστε η υπόσταση του Λόγου, η οποία πριν
ήταν απλή, να γίνει σύνθετη –σύνθετη από δύο τέλειες φύσεις, τη θεία
και την ανθρώπινη– και ν’ αποκτήσει αυτή το χαρακτηριστικό και διακριτικό
γνώρισμα της θείας ιδιότητας του Υιού που έχει ο Θεός Λόγος, με το οποίο
γνώρισμα διακρίνεται από τον Πατέρα και το Πνεύμα· να έχει επίσης και τα
χαρακτηριστικά και διακριτικά γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως στα
οποία διαφέρει με τη μητέρα και τους λοιπούς ανθρώπους. Να φέρει όμως
και τα γνωρίσματα της θείας φύσεως, με τα οποία συνδέεται με τον Πατέρα
και το Άγιο Πνεύμα, καθώς και τα γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως, με τα
οποία είναι συνδέεται με τη μητέρα και μας. Διαφέρει βέβαια με τον Πατέρα,
το Πνεύμα, τη μητέρα και εμάς, στο ότι είναι ο ίδιος μαζί και Θεός και
άνθρωπος· αυτό πράγματι είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της
υποστάσεως του Χριστού.
Γι’ αυτό, λοιπόν, ομολογούμε ότι αυτός είναι ο ένας Υιός του Θεού και μετά
την ενανθρώπησή του, και ο ίδιος είναι Υιός του ανθρώπου, ένας Χριστός,
ένας Κύριος, ο μοναδικός μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς,
ο Κύριός μας. Προσκυνούμε τις δύο γεννήσεις του, μία γέννηση από τον
Πατέρα, προαιώνια, πέρα από αιτία, λογική, χρόνο και φύση, και άλλη
γέννηση τελευταία για μας, σύμφωνα με τα δικά μας, και πάνω από τα δικά
μας. «Για μας», διότι έγινε για τη δική μας σωτηρία· «σύμφωνα με μας», διότι
γεννήθηκε από γυναίκα με κανονικό τοκετό· και «πάνω από μας», διότι δεν
γεννήθηκε με σπέρμα, αλλά από το Άγιο Πνεύμα και την αγία Παρθένο, πέρα
από τη φυσιολογική κύηση. Δεν κηρύττουμε ότι είναι μόνο Θεός χωρίς την
ανθρώπινη φύση μας, ούτε βέβαια μόνον άνθρωπος απογυμνωμένος
από τη θεία φύση· δεν κηρύττουμε ότι είναι άλλος και άλλος, αλλά ένας και
ο αυτός, Θεός μαζί και άνθρωπος· είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος,
ολόκληρος Θεός και ολόκληρος άνθρωπος· είναι ο ίδιος όλος Θεός
με τη σάρκα του, και όλος άνθρωπος με την υπέρθεη θεία
φύση του. Με την έκφραση «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος»,
δηλώνεται η πληρότητα και τελειότητα των φύσεων· και με την έκφραση
«ολόκληρος Θεός και ολόκληρος άνθρωπος» δηλώνεται η μοναδικότητα
και ενότητα της υποστάσεως.
Ομολογούμε ακόμη «μία φύση του Θεού Λόγου η οποία έχει σαρκωθεί».
Με την έκφραση «σαρκωμένη», θέλουμε να φανερώσουμε τη φύση της
σάρκας, σύμφωνα με τον μακάριο Κύριλλο. Σαρκώθηκε, λοιπόν, ο Λόγος,
αλλά δεν άφησε το ασώματο της φύσεώς του· ολόκληρος σαρκώθηκε και
ολόκληρος είναι απερίγραπτος. Μικραίνει σωματικά και συστέλλεται αλλά
παραμένει απερίγραπτος στη θεία φύση του, χωρίς το σώμα του να έχει την
ίδια έκταση με την απερίγραπτη θεία φύση του.
Επομένως, όλος είναι τέλειος Θεός, αλλά δεν είναι ως ολότητα Θεός· διότι
δεν είναι μόνο Θεός, αλλά και άνθρωπος· και είναι ολόκληρος τέλειος
άνθρωπος, αλλά δεν είναι ως ολότητα άνθρωπος· διότι δεν είναι μόνον
άνθρωπος, αλλά και Θεός. Η έκφραση «ολότητα» σημαίνει τη φύση, ενώ η
έκφραση «όλος» δηλώνει την υπόσταση, όπως η έκφραση «άλλο» δηλώνει τη
φύση, ενώ η έκφραση «άλλος» την υπόσταση.
Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι, αν και λέμε ότι οι φύσεις του Κυρίου
αλληλοπεριχωρούνται, η αλληλοπεριχώρηση γίνεται χάρη στη θεία φύση.
Διότι αυτή τα διαπερνά όλα με τη θέλησή της και τα περιχωρεί· τίποτε όμως
δεν διαπερνά αυτήν. Και ενώ βέβαια προσφέρει τη δόξα της στη σάρκα,
η ίδια παραμένει απαθής και αμέτοχη στα πάθη της σάρκας.
Διότι, αν ο ήλιος μεταδίδει σε μας τις δικές του ενέργειες, αλλά ο ίδιος
δεν μετέχει στα δικά μας, πόσο μάλλον ο δημιουργός και Κύριος του ήλιου!
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 52. Πρὸς τοὺς λέγοντας· ὑπὸ τὸ συνεχὲς ποσὸν
ἀνάγονται αἱ τοῦ Κυρίου φύσεις ἢ ὑπὸ τὸ διωρισμένον.
Εἰ δέ τις ἐρωτῶν περὶ τῶν τοῦ Κυρίου φύσεων, εἰ ὑπὸ τὸ συνεχὲς
ποσὸν ἀνάγονται ἢ ὑπὸ τὸ διωρισμένον, ἐροῦμεν, ὅτι αἱ τοῦ Κυρίου
φύσεις οὔτε ἓν σῶμά εἰσιν οὔτε μία ἐπιφάνεια οὔτε μία γραμμή,
οὐ χρόνος, οὐ τόπος, ἵνα ὑπὸ τὸ συνεχὲς ἀναχθῶσι ποσόν· ταῦτα
γάρ εἰσι τὰ συνεχῶς ἀριθμούμενα.
Ἰστέον δέ, ὡς ὁ ἀριθμὸς τῶν διαφερόντων ἐστὶ καὶ ἀδύνατον
ἀριθμεῖσθαι τὰ κατὰ μηδὲν διαφέροντα, καθ᾿ ὃ δὲ διαφέρουσι, κατὰ
τοῦτο καὶ ἀριθμοῦνται· οἷον ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος, καθ᾿ ὃ μὲν
ἥνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται· τῷ λόγῳ γὰρ τῆς οὐσίας ἑνούμενοι
δύο φύσεις οὐ δύνανται λέγεσθαι, καθ᾿ ὑπόστασιν δὲ διαφέροντες
δύο ὑποστάσεις λέγονται. Ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν διαφερόντων ἐστί,
καὶ ᾧ τρόπῳ διαφέρουσι τὰ διαφέροντα, τούτῳ τῷ τρόπῳ καὶ
ἀριθμοῦνται.
Ἥνωνται μὲν αἱ τοῦ Χριστοῦ φύσεις ἀσυγχύτως καθ᾿ ὑπόστασιν,
διῄρηνται δὲ ἀδιαιρέτως λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς. Καὶ ᾧ μὲν
τρόπῳ ἥνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται· οὐ γὰρ καθ᾿ ὑπόστασιν δύο εἶναί
φαμεν τὰς φύσεις τοῦ Χριστοῦ· ᾧ δὲ τρόπῳ ἀδιαιρέτως διῄρηνται,
ἀριθμοῦνται· δύο γάρ εἰσιν αἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ λόγῳ καὶ τρόπῳ
τῆς διαφορᾶς. Ἡνωμέναι γὰρ καθ᾿ ὑπόστασιν καὶ τὴν ἐν ἀλλήλαις
περιχώρησιν ἔχουσαι ἀσυγχύτως ἥνωνται, τὴν οἰκείαν ἑκάστη
φυσικὴν διαφορὰν διασῴζουσα. Τῷ τρόπῳ τοιγαροῦν τῆς διαφορᾶς
καὶ μόνῳ ἀριθμούμεναι ὑπὸ τὸ διωρισμένον ποσὸν ἀναχθήσονται.
Εἷς τοίνυν ἐστὶν ὁ Χριστός, Θεὸς τέλειος καὶ ἄνθρωπος τέλειος, ὃν
προσκυνοῦμεν σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι μιᾷ προσκυνήσει μετὰ τῆς
ἀχράντου σαρκὸς αὐτοῦ οὐκ ἀπροσκύνητον τὴν σάρκα λέγοντες
–προσκυνεῖται γὰρ ἐν τῇ μιᾷ τοῦ Λόγου ὑποστάσει, ἥτις αὐτῇ
ὑπόστασις γέγονεν–, οὐ τῇ κτίσει λατρεύοντες –οὐ γὰρ ὡς ψιλήν
σάρκα προσκυνοῦμεν ἀλλ᾿ ὡς ἡνωμένην θεότητα καὶ ὡς εἰς ἓν
πρόσωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν τοῦ Θεοῦ Λόγου τῶν δύο αὐτοῦ
ἀναγομένων φύσεων. Δέδοικα τοῦ ἄνθρακος ἅψασθαι διὰ τὸ τῷ
ξύλῳ συνημμένον πῦρ. Προσκυνῶ τοῦ Χριστοῦ τὸ συναμφότερον
διὰ τὴν τῇ σαρκὶ ἡνωμένην θεότητα. Οὐ γὰρ τέταρτον παρεντίθημι
πρόσωπον ἐν τῇ Τριάδι –μὴ γένοιτο–, ἀλλ᾿ ἓν πρόσωπον ὁμολογῶ
τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ· Τριὰς γὰρ ἔμεινεν ἡ Τριὰς
καὶ μετὰ τὴν τοῦ Λόγου σάρκωσιν.
Γι’ αυτούς που ρωτούν· οι φύσεις του Κυρίου υπάγονται στο αδιάσπαστο
ποσό ή στο διαχωρισμένο;
Αν κανείς ρωτά για τις φύσεις του Κυρίου, αν υπάγονται στο αδιάσπαστο
ποσόν ή στο διαχωρισμένο, θα απαντήσουμε ότι οι φύσεις του Κυρίου
δεν είναι ούτε ένα σώμα ούτε μία επιφάνεια ούτε μία γραμμή,
ούτε χρόνος ούτε τόπος, για ν’ αποδοθούν στο αδιάσπαστο ποσό· διότι αυτά
είναι εκείνα που αριθμούνται σε συνέχεια.
Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι η αρίθμηση χαρακτηρίζει αυτά που
διαφέρουν και είναι αδύνατο ν’ αριθμηθούν αυτά που δεν διαφέρουν
καθόλου· σ’ αυτό που διαφέρουν,
σ’ αυτό και αριθμούνται· όπως ο Πέτρος και ο Παύλος δεν αριθμούνται
σ’ αυτό που είναι ενωμένοι· επειδή, δηλαδή, είναι ενωμένοι εξαιτίας της
ουσίας τους, δεν μπορεί να λέγονται δύο φύσεις, ενώ διαφέρουν στην
υπόσταση και λέγονται δύο υποστάσεις. Επομένως, η αρίθμηση είναι
χαρακτηριστικό αυτών που διαφέρουν· και με όποιο τρόπο διαφέρουν,
μ’ αυτόν και αριθμούνται.
Οι φύσεις του Χριστού είναι βέβαια ενωμένες υποστατικά χωρίς να
συγχέονται, αλλά διαιρούνται και αδιαίρετα χάρη στην αιτία και τον τρόπο
της διαφοράς. Και χάρη στον τρόπο με τον οποίο
είναι ενωμένες, δεν αριθμούνται· διότι δεν λέμε ότι οι φύσεις του Χριστού
είναι δύο υποστάσεις. Με τον τρόπο πάλι που αδιαίρετα διαιρούνται,
αριθμούνται· διότι δύο είναι οι φύσεις του Χριστού χάρη στην αιτία και τον
τρόπο της διαφοράς. Επειδή είναι ενωμένες στην υπόσταση και
αλληλοπεριχωρούνται, είναι ενωμένες ασύγχυτα, διατηρώντας η καθεμία τη
δική της φυσική διαφορά. Επειδή, λοιπόν, αριθμούνται με τον τρόπο μόνον
της διαφοράς, θα υπαχθούν στο διαχωρισμένο ποσό.
Ένας, λοιπόν, είναι ο Χριστός, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, τον οποίο
προσκυνούμε μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα σε μία προσκύνηση, μαζί με
την αμόλυντη σάρκα του· δεν θεωρούμε ότι η σάρκα του δεν προσκυνείται
–διότι την προσκυνούμε στη μία υπόσταση του Λόγου, η οποία για χάρη της
έγινε υπόσταση–· ούτε πάλι λατρεύουμε την κτίση (είδωλα) –διότι δεν την
προσκυνούμε σαν απλή σάρκα, αλλά ενωμένη με τη θεότητα και επειδή
οι δύο φύσεις αναφέρονται σε ένα πρόσωπο και μία υπόσταση
του Θεού Λόγου. Φοβάμαι να πιάσω το κάρβουνο, διότι έγινε ένα με το
αναμμένο ξύλο. (Παρόμοια) προσκυνώ και τις δύο φύσεις του Χριστού χάρη
στη θεότητα που ενώθηκε με τη σάρκα. Διότι δεν προσθέτω τέταρτο
πρόσωπο στην Αγία Τριάδα –αλίμονο!–, αλλά ομολογώ ένα πρόσωπο του
Θεού Λόγου με την ανθρώπινη φύση του. Η Τριάδα παρέμεινε Τριάδα και
μετά τη σάρκωση του Λόγου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 53. Πρὸς τό, εἰ οὐκ ἔστι φύσις ἀνυπόστατος, ἀπάντησις
Εἰ γὰρ καὶ μή ἐστι φύσις ἀνυπόστατος ἢ οὐσία ἀπρόσωπος
–ἐν ὑποστάσεσι γὰρ καὶ προσώποις ἥ τε οὐσία καὶ ἡ φύσις
θεωρεῖται–, ἀλλ᾿ οὐκ ἀνάγκη τὰς ἀλλήλαις ἑνωθείσας φύσεις
καθ᾿ ὑπόστασιν ἑκάστην ἰδίαν κεκτῆσθαι ὑπόστασιν· δύνανται γὰρ
εἰς μίαν συνδραμοῦσαι ὑπόστασιν μήτε ἀνυπόστατοι εἶναι μήτε
ἰδιάζουσαν ἑκάστῃ ἔχειν ὑπόστασιν, ἀλλὰ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν
ἀμφότεραι. Ἡ αὐτὴ γὰρ τοῦ Λόγου ὑπόστασις ἀμφοτέρων
τῶν φύσεων ὑπόστασις χρηματίσασα οὔτε ἀνυπόστατον μίαν
αὐτῶν εἶναι συγχωρεῖ, οὔτε μὴν ἑτεροϋποστάτους ἀλλήλων εἶναι
παραχωρεῖ, οὐδὲ ποτε μὲν τῆσδε, ποτὲ δὲ ἐκείνης, ἀλλ᾿ ἀεὶ
ἀμφοτέρων ἀδιαιρέτως καὶ ἀχωρίστως ὑπάρχει ὑπόστασις,
οὐ μεριζομένη καὶ διαιρουμένη καὶ μέρος μὲν, ἑαυτῆς τῇδε, μέρος δὲ
τῇδε διανέμουσα, ἀλλὰ πᾶσα ταύτης καὶ πᾶσα ἐκείνης ἀμερῶς
καὶ ὁλοσχερῶς ὑπάρχουσα. Οὐ γὰρ ἰδιοσυστάτως ὑπέστη
ἡ τοῦ Θεοῦ Λόγου σὰρξ οὐδὲ ἑτέρα ὑπόστασις γέγονε παρὰ
τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου ὑπόστασιν, ἀλλ᾿ ἐν αὐτῇ ὑποστᾶσα
ἐνυπόστατος μᾶλλον καὶ οὐ καθ᾿ ἑαυτὴν ἰδιοσύστατος ὑπόστασις
γέγονε. Διὸ οὐδὲ ἀνυπόστατός ἐστιν οὐδὲ ἑτέραν ἐν τῇ Τριάδι
παρεισφέρει ὑπόστασιν.
Απάντηση στο ερώτημα, αν υπάρχει φύση ανυπόστατη.
Μολονότι δεν υπάρχει ανυπόστατη φύση ή απρόσωπη ουσία
–διότι η ουσία και η φύση νοείται σε υποστάσεις και πρόσωπα–,
παρ’ όλ’ αυτά δεν είναι υποχρεωτικό η καθεμία από τις μεταξύ τους
ενωμένες φύσεις να έχει ξεχωριστά ιδιαίτερη υπόσταση· διότι μπορούν
να συνενωθούν σε μία υπόσταση και να μην είναι ούτε ανυπόστατες ούτε
η καθεμία να έχει ιδιαίτερη υπόσταση, αλλά και οι δύο να έχουν μία και την
ίδια. Διότι η ίδια η υπόσταση του Λόγου, επειδή έγινε υπόσταση
και των δύο φύσεων, δεν επιτρέπει σε καμία απ’ αυτές να είναι ανυπόστατη,
ούτε να έχουν μεταξύ τους διαφορετική υπόσταση,
ούτε η υπόσταση άλλοτε να ανήκει στη μία και άλλοτε στην άλλη (φύση),
αλλά πάντοτε η υπόσταση να ανήκει και στις δύο αδιαίρετα και αχώριστα·
να μη χωρίζεται ούτε να διαιρείται, και να μη διανέμει ένα μέρος της στη μία
κι ένα άλλο στην άλλη, αλλά ολόκληρη ν’ ανήκει στη μία και την άλλη,
χωρίς διαίρεση και στο σύνολό της. Διότι η σάρκα του Θεού Λόγου δεν
έγινε υπόσταση με ιδιαίτερο τρόπο, ούτε έγινε κάποια διαφορετική
υπόσταση από την υπόσταση του Θεού Λόγου, αλλά (η σάρκα) απόκτησε
υπόσταση μέσα σ’ αυτήν (υπόσταση του Λόγου) και έγινε ενυπόστατη και όχι
ξεχωριστή υπόσταση από μόνη της. Γι’ αυτό δεν είναι ούτε ανυπόστατη ούτε
εισάγει μέσα στην Τριάδα κάποια άλλη υπόσταση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 54. Περὶ τοῦ τρισαγίου
Ἐντεῦθεν καὶ τὴν ἐν τῷ τρισαγίῳ προσθήκην ὑπὸ τοῦ ματαιόφρονος
Πέτρου τοῦ κναφέως γεγενημένην βλάσφημον ὁριζόμεθα
ὡς τέταρτον παρεισάγουσαν πρόσωπον καὶ ἀναμέρος τιθεῖσαν
τὸν τοῦ Θεοῦ Υἱόν, τὴν τοῦ Πατρὸς ἐνυπόστατον δύναμιν καὶ
ἀναμέρος τὸν ἐσταυρωμένον, ὡς ἄλλον ὄντα παρὰ τὸν ἰσχυρόν,
ἢ παθητὴν τὴν Ἁγίαν Τριάδα δοξάζουσαν καὶ συσταυροῦσαν
τῷ Υἱῷ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ἄπαγε ταύτην
τὴν βλάσφημον καὶ παρέγγραπτον φλυαρίαν. Ἡμεῖς γὰρ
τὸ «Ἅγιος ὁ Θεὸς» ἐπὶ τοῦ Πατρὸς ἐκλαμβάνομεν, οὐκ αὐτῷ μόνῳ
τὸ τῆς θεότητος ἀφορίζοντες ὄνομα, ἀλλὰ καὶ τὸν Υἱὸν Θεὸν εἰδότες
καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· καὶ τὸ «Ἅγιος ἰσχυρὸς», ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ τίθεμεν
οὐκ ἀπαμφιεννύντες τῆς ἰσχύος τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον·
καὶ τὸ «Ἅγιος ἀθάνατος» ἐπὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τάττομεν,
οὐκ ἔξω τῆς ἀθανασίας τιθέντες τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν,
ἀλλ᾿ ἐφ᾿ ἑκάστης τῶν ὑποστάσεων πάσας τὰς θεωνυμίας ἁπλῶς
καὶ ἀπολύτως ἐκλαμβάνοντες καὶ τὸν θεῖον ἀπόστολον ἐκμιμούμενοι
φάσκοντα· «Ἡμῖν δὲ εἷς Θεὸς, ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς
ἐξ αὐτοῦ, καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δι᾿ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς
δι᾿ αὐτοῦ καί ἕν Πνεῦμα Ἅγιον, ἐν ᾧ τά πάντα καί ἡμεῖς ἐν αὐτῷ».
Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸν θεολόγον Γρηγόριον, ὧδέ πῃ λέγοντα· «Ἡμῖν δὲ
εἷς Θεὸς ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα, καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός,
δι᾿ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἓν Πνεῦμα Ἅγιον, ἐν ᾧ τὰ πάντα», τοῦ «ἐξ οὗ»
καὶ «δι᾿ οὗ» καὶ «ἐν ᾧ» μὴ φύσεις τεμνόντων –οὐδὲ γὰρ ἂν μετέπιπτον
αἱ προθέσεις ἢ αἱ τάξεις τῶν ὀνομάτων–, ἀλλὰ χαρακτηριζόντων
μιᾶς καὶ ἀσυγχύτου φύσεως ἰδιότητας· καὶ τοῦτο δῆλον· ἐξ ὧν εἰς ἓν
συνάγονται πάλιν, εἴ τῳ μὴ παρέργως ἐκεῖνο ἀναγινώσκεται παρὰ
τῷ αὐτῷ ἀποστόλῳ, τὸ «ἐξ αὐτοῦ καὶ δι᾿ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ
πάντα· αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν».
Ὅτι γὰρ οὐκ εἰς τὸν Υἱὸν μόνον λέλεκται τὸ τρισάγιον, ἀλλ᾿ εἰς τὴν
Ἁγίαν Τριάδα, μάρτυς ὁ θεῖος καὶ ἱερὸς Ἀθανάσιος, Βασίλειός τε καὶ
Γρηγόριος καὶ πᾶς ὁ τῶν θεοφόρων πατέρων χορός· ὅτιπερ διὰ τῆς
τρισσῆς ἁγιότητος τὰς τρεῖς τῆς ὑπερουσίου θεότητος ὑποστάσεις
τὰ ἅγια Σεραφὶμ ἡμῖν ὑπεμφαίνουσι, διὰ δὲ τῆς μιᾶς κυριότητος
τὴν μίαν τῆς θεαρχικῆς Τριάδος οὐσίαν τε καὶ βασιλείαν γνωρίζουσι.
Φησὶ γοῦν ὁ Θεολόγος Γρηγόριος· «Οὕτω μὲν οὖν τὰ ἅγια τῶν
ἁγίων, ἃ καὶ τοῖς Σεραφὶμ συγκαλύπτεται καὶ δοξάζεται τρισὶν
ἁγιασμοῖς εἰς μίαν συνιοῦσι κυριότητα καὶ θεότητα· ὃ καὶ ἄλλῳ τινὶ
πρὸ ἡμῶν πεφιλοσόφηται κάλλιστά τε καὶ ὑψηλότατα».
Φασὶ μὲν οὖν οἱ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν συντάξαντες ὅτι
λιτανεύοντος τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει λαοῦ διά τινα θεήλατον
ἀπειλὴν ἐπὶ Πρόκλου τοῦ ἀρχιεπισκόπου γεγενημένην, συνέβη
ἁρπαγῆναι παιδίον τοῦ λαοῦ καὶ οὕτω μυηθῆναι ὑπ᾿ ἀγγελικῆς τινος
διδασκαλίας τὸν τρισάγιον ὕμνον «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός,
Ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς» καὶ αὖθις ἐπιστραφέντος τοῦ παιδίου
καὶ τὸ μυηθὲν ἀπαγγείλαντος ᾆσαι τὸν ὕμνον ἅπαν τὸ πλῆθος καὶ
οὕτω κοπάσαι τὴν ἀπειλήν. Καὶ ἐν τῇ Ἁγίᾳ δὲ καὶ μεγάλῃ
τῇ Οἰκουμενικῇ τετάρτῃ Συνόδῳ, τῇ ἐν Χαλκηδόνι φημί, οὕτως
ὑμνηθῆναι ὁ τρισάγιος οὗτος ὕμνος παραδέδοται· οὕτω γὰρ
τοῖς πεπραγμένοις τῆς αὐτῆς ἁγίας Συνόδου ἐμφέρεται. Γέλως οὖν
ὄντως καὶ παίγνιον τὴν δι᾿ ἀγγέλων μυηθεῖσαν καὶ τῇ τῆς ἐπαγωγῆς
λήξει πιστωθεῖσαν καὶ τῇ τοσῶνδε ἁγίων πατέρων Συνόδῳ
κυρωθεῖσαν καὶ βεβαιωθεῖσαν καὶ πρότερον ὑπὸ τῶν Σεραφὶμ
ὑμνηθεῖσαν τὴν τρισάγιον ᾠδὴν ὡς τῆς τρισυποστάτου θεότητος
ἐμφαντικὴν τῇ τοῦ Κναφέως οἷον καταπατηθῆναι ἀλόγῳ οἰήσει καὶ
δῆθεν διορθωθῆναι, ὡς τῶν Σεραφὶμ ὑπερβάλλοντος. Ἀλλ᾿ ὢ
τῆς αὐθαδείας, ἵνα μὴ λέγω τῆς ἀνοίας! Ἡμεῖς δὲ οὕτω φαμέν,
κἂν δαίμονες διαρρήγνυνται· «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός,
Ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς».
Για τον Τρισάγιο Ύμνο.
Γι’ αυτό το λόγο και χαρακτηρίζουμε βλάσφημη την προσθήκη που έκανε
στον Τρισάγιο Ύμνο ο ανόητος Πέτρος ο Κναφέας·
διότι εισάγει εσφαλμένα τέταρτο πρόσωπο (στην Τριάδα) και διακρίνει
τον Υιό του Θεού, την ενυπόστατη δύναμη του Πατέρα,
από τον Εσταυρωμένο, ότι τάχα είναι άλλος από τον ισχυρό (Θεό)·
ή θεωρεί ότι η Αγία Τριάδα πάσχει και ότι μαζί με τον Υιό σταυρώνεται
και ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα. Ας αφήσουμε στην άκρη αυτή τη
βλάσφημη και πρωτοφανή φλυαρία. Διότι εμείς θεωρούμε ότι το
«Άγιος ο Θεός» αναφέρεται στον Πατέρα, χωρίς να περιορίζουμε το όνομα
του Θεού μόνο σ’ αυτόν, αλλά αναγνωρίζουμε (ως Θεό) και τον Υιό και
το Άγιο Πνεύμα. Το «Άγιος ισχυρός» το απευθύνουμε στον Υιό
χωρίς ν’ απογυμνώνουμε από τη δύναμη τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.
Και το «Άγιος αθάνατος» το απευθύνουμε στο Άγιο Πνεύμα,
χωρίς ν’ αποκλείουμε από την αθανασία τον Πατέρα και τον Υιό,
αλλά αποδίδουμε σε κάθε υπόσταση όλα τα ονόματα του Θεού με απλό και
κατηγορηματικό τρόπο· μιμούμαστε το θείο απόστολο που λέει:
«Για μας ένας είναι ο Θεός, ο Πατέρας, από τον οποίο προήλθαν τα πάντα
και εμείς, και ένας Κύριος Ιησούς Χριστός, με τον οποίο έγιναν όλα και εμείς
απ’ αυτόν, και ένα το Άγιο Πνεύμα, μέσα στο οποίο ζουν όλα και εμείς
επίσης». Δεχόμαστε, επίσης, και τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του θεολόγου:
«Για μας ένας είναι ο Θεός, ο Πατέρας, που έκανε τα πάντα, ένας ο Κύριος
Ιησούς Χριστός, με τον οποίο έγιναν όλα, και ένα το Άγιο Πνεύμα, μέσα στο
οποίο είναι όλα»· οι φράσεις «από τον οποίο», «με τον οποίο» και
«μέσα στο οποίο» δεν κάνουν ξεχωριστές φύσεις –διότι δεν θα μεταβαλλόταν
οι προθέσεις ή η σειρά των ονομάτων– αλλά αποδίδουν τις ιδιότητες
της μιας και αδιαίρετης φύσεως. Και είναι φανερό αυτό· διότι ενώνονται
πάλι σε μία φύση, εάν διαβαστεί με προσοχή εκείνο που λέει ο ίδιος
απόστολος, ότι «όλα προέρχονται απ’ αυτόν και γίνονται μ’ αυτόν και
απευθύνονται σ’ αυτόν· σ’ αυτόν ανήκει η αιώνια δόξα. Αμήν».
Ότι ο τρισάγιος Ύμνος δεν αποδίδεται μόνο στον Υιό, αλλά στην
Αγία Τριάδα, μάρτυρας είναι ο θείος και ιερός Αθανάσιος, ο Βασίλειος,
ο Γρηγόριος και όλη η χορεία των θεοφόρων πατέρων· τα άγια Σεραφείμ
με την τριπλή αγιότητα φανερώνουν τις τρεις υποστάσεις
της υπερουσίου θεότητος, και με την μία κυριότητα γνωρίζουν σε μας
τη μία ουσία και βασιλεία της θεαρχικής Τριάδος.
Λέει πράγματι ο θεολόγος Γρηγόριος: «Έτσι, λοιπόν, τα άγια των αγίων,
τα οποία κρύβονται και από τα Σεραφείμ και δοξάζονται με τριπλό αγιασμό,
οδηγούν σε μία κυριότητα και θεότητα· αυτό έχει μελετηθεί πολύ καλά
και πολύ σοβαρά και από κάποιον άλλον απο τους προηγουμένους μας».
Αυτοί που έγραψαν την εκκλησιαστική ιστορία διηγούνται ότι, όταν κάποτε
ο λαός στην Κωνσταντινούπολη έκανε λιτανεία εξαιτίας κάποιος θεόσταλτης
απειλής, την εποχή που ήταν πατριάρχης ο Πρόκλος, συνέβη
ένα παιδί του λαού να αρπαγεί και να διδαχθεί από αγγέλους
τον τρισάγιο ύμνο «Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός,
Άγιος αθάνατος, ελέησον εμάς»· και όταντο παιδί επανήλθε στον εαυτό
του και ανήγγειλε αυτό που διδάχθηκε, τότε όλος ο λαός έψαλε τον ύμνο
κι έτσι η απειλή σταμάτησε. Επίσης, η παράδοση λέει
ότι ο τρισάγιος αυτός ύμνος ψάλθηκε και στην αγία και μεγάλη
τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος· διότι έτσι
αναφέρουν τα πρακτικά της ίδιας αυτής Αγίας Συνόδου. Επομένως,
αποτελεί όντως γελειότητα και λογοπαίγνιο η τρισάγια ωδή που φανερώνει
την τρισυπόστατη θεότητα, που την δίδαξαν οι άγγελοι και καθιερώθηκε
με τη λήξη της λιτανείας και επικυρώθηκε και πιστοποιήθηκε από τη Σύνοδο
τόσων Αγίων Πατέρων και υμνήθηκε προηγουμένως από τα Σεραφείμ, (η
τρισάγια αυτή ωδή) να καταπατηθεί από την ανόητη αλαζονεία του Κναφέως
και να διορθωθεί τάχα, σαν να είναι ανώτερος από τα Σεραφείμ. Αλίμονο
στην αυθάδεια, για να μην πω την ανοησία! Εμείς όμως, ακόμη κι αν οι
δαίμονες σκάζουν από το κακό τους, έτσι λέμε: «Άγιος ο Θεός,
Άγιος ισχυρός, Άγιος αθάνατος, ελέησον εμάς».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 55. Περὶ τῆς ἐν εἴδει καὶ ἐν ἀτόμῳ θεωρουμένης φύσεως
καὶ διαφορᾶς, ἑνώσεως καὶ σαρκώσεως, καὶ πῶς ἐκληπτέον
«τὴν μίαν φύσιν τοῦ θεοῦ λόγου σεσαρκωμένην».
Ἡ φύσις ἢ ψιλῇ θεωρίᾳ κατανοεῖται καθ᾿ ἑαυτὴν γὰρ οὐχ ὑφέστηκεν,
ἢ κοινῶς ἐν πάσαις ταῖς ὁμοειδέσιν ὑποστάσεσι ταύτας συνάπτουσα
καὶ λέγεται ἐν τῷ εἴδει θεωρουμένη φύσις, ἢ ὁλικῶς ἡ αὐτὴ
ἐν προσλήψει συμβεβηκότων ἐν μιᾷ ὑποστάσει καὶ λέγεται ἐν ἀτόμῳ
θεωρουμένη φύσις ἡ αὐτή οὖσα τῇ ἐν τῷ εἴδει θεωρημένῃ. Ὁ οὖν
Θεὸς Λόγος σαρκωθεὶς, οὔτε τὴν ἐν ψιλῇ θεωρίᾳ κατανοουμένην
φύσιν ἀνέλαβεν –οὐ γὰρ σάρκωσις τοῦτο, ἀλλ᾿ ἀπάτη καὶ πλάσμα
σαρκώσεως– οὔτε τὴν ἐν τῷ εἴδει θεωρουμένην –οὐ γὰρ πάσας τὰς
ὑποστάσεις ἀνέλαβεν–, ἀλλὰ τὴν ἐν ἀτόμῳ, τὴν αὐτὴν οὖσαν τήν ἐν
τῷ εἴδει –ἀπαρχὴν γὰρ ἀνέλαβε τοῦ ἡμετέρου φυράματος–,
οὐ καθ᾿ ἑαυτὴν ὑποστᾶσαν καὶ ἄτομον χρηματίσασαν πρότερον
καὶ οὕτως ὑπ᾿ αὐτοῦ προσληφθεῖσαν, ἀλλ᾿ ἐν τῇ αὐτοῦ ὑποστάσει
ὑπάρξασαν.
Αὐτὴ γὰρ ἡ ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐγένετο τῇ σαρκὶ ὑπόστασις,
καὶ κατὰ τοῦτο «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», ἀτρέπτως δηλαδή, καὶ
ἡ σὰρξ Λόγος ἀμεταβλήτως, καὶ ὁ Θεὸς ἄνθρωπος· Θεὸς γὰρ
ὁ Λόγος, καὶ ὁ ἄνθρωπος Θεὸς διὰ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν.
Ταὐτὸν οὖν ἐστιν εἰπεῖν φύσιν τοῦ Λόγου καὶ τὴν ἐν ἀτόμῳ φύσιν·
οὔτε γὰρ τὸ ἄτομον, ἤγουν τὴν ὑπόστασιν κυρίως καὶ μόνως δηλοῖ,
οὔτε τὸ κοινὸν τῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ τὴν κοινὴν φύσιν ἐν μιᾷ
τῶν ὑποστάσεων θεωρουμένην καὶ ἐξεταζομένην.
Ἄλλο μὲν οὖν ἐστιν ἕνωσις, καὶ ἕτερον σάρκωσις· ἡ μὲν γὰρ ἕνωσις
μόνην δηλοῖ τὴν συνάφειαν, πρὸς τί δὲ γέγονεν ἡ συνάφεια, οὐκέτι·
ἡ δὲ σάρκωσις, ταὐτὸν δ᾿ ἐστὶν εἰπεῖν καὶ ἐνανθρώπησις, τὴν πρὸς
σάρκα, ἤτοι πρὸς ἄνθρωπον συνάφειαν δηλοῖ· καθάπερ καὶ ἡ πύρωσις
τοῦ σιδήρου τὴν πρὸς τὸ πῦρ ἕνωσιν. Αὐτὸς μὲν οὖν ὁ μακάριος
Κύριλλος ἐν τῇ πρὸς Σούκενσον δευτέρᾳ ἐπιστολῇ ἑρμηνεύων τὸ
«μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην» οὕτω φησίν· «Εἰ μὲν
γὰρ μίαν εἰπόντες τοῦ Λόγου φύσιν σεσιγήκαμεν, οὐκ ἐπενεγκόντες
τὸ «σεσαρκωμένην», ἀλλ᾿ οἷον ἔξω τιθέντες τὴν οἰκονομίαν, ἦν αὐτοῖς
τάχα που καὶ οὐκ ἀπίθανος ὁ λόγος προσποιουμένοις ἐρωτᾶν· εἰ μία
φύσις τὸ ὅλον, ποῦ τὸ τέλειον ἐν ἀνθρωπότητι; Ἢ πῶς ὑφέστηκεν
ἡ καθ᾿ ἡμᾶς οὐσία; Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ ἐν ἀνθρωπότητι τελειότης
καὶ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς οὐσίας ἡ δήλωσις εἰσκεκόμισται διὰ τοῦ λέγειν
«σεσαρκωμένην», παυσάσθωσαν καλαμίνην ῥάβδον ἑαυτοῖς
ὑποστήσαντες».
Ἐνταῦθα μὲν οὖν τὴν φύσιν τοῦ Λόγου ἐπὶ τῆς φύσεως ἔταξεν.
Εἰ γὰρ ἀντὶ ὑποστάσεως τὴν φύσιν παρείληφεν, οὐκ ἄτοπον ἦν,
καὶ δίχα τοῦ «σεσαρκωμένην» τοῦτο εἰπεῖν· μίαν γὰρ ὑπόστασιν
τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπολύτως λέγοντες οὐ σφαλλόμεθα. Ὁμοίως δὲ
καὶ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος ἐπὶ τῆς φύσεως τὸ ῥητὸν ἐνόησεν, οὐκ ἀντὶ
τῆς ὑποστάσεως. Ἐν δὲ τῇ πρὸς τὰς Θεοδωρήτου μέμψεις τοῦ
δευτέρου ἀναθεματισμοῦ οὕτω φησὶν ὁ μακάριος Κύριλλος· «Ἡ φύσις
τοῦ Λόγου, ἤγουν ἡ ὑπόστασις, ὅ ἐστιν αὐτὸς ὁ Λόγος». Ὥστε τὸ
εἰπεῖν «φύσιν τοῦ Λόγου» οὔτε τὴν ὑπόστασιν μόνην σημαίνει οὔτε
τὸ κοινὸν τῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ τὴν κοινὴν φύσιν ἐν τῇ τοῦ Λόγου
ὑποστάσει ὁλικῶς θεωρουμένην.
Ὅτι μὲν οὖν ἡ φύσις τοῦ Λόγου ἐσαρκώθη, ἤτοι ἡνώθη σαρκί,
εἴρηται· φύσιν δὲ τοῦ Λόγου παθοῦσαν σαρκὶ οὐδέπω καὶ νῦν
ἀκηκόαμεν, Χριστὸν δὲ παθόντα σαρκὶ ἐδιδάχθημεν· ὥστε οὐ τὴν
ὑπόστασιν δηλοῖ τὸ εἰπεῖν «φύσιν τοῦ Λόγου». Λείπεται τοίνυν
εἰπεῖν, ὅτι τὸ σεσαρκῶσθαι μὲν ἡνῶσθαί ἐστι σαρκί, τὸ δὲ σάρκα
γενέσθαι τὸν Λόγον αὐτὴν τὴν τοῦ Λόγου ὑπόστασιν ἀτρέπτως
γενέσθαι τῆς σαρκὸς ὑπόστασιν.
Καὶ ὅτι μὲν ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γέγονε καὶ ὁ ἄνθρωπος Θεός, εἴρηται.
Θεὸς γὰρ ὁ Λόγος, γέγονεν δὲ ἀμεταβλήτως ἄνθρωπος. Ὅτι δὲ
ἡ θεότης ἄνθρωπος γέγονεν ἢ ἐσαρκώθη ἢ ἐνηνθρώπησεν, οὐδαμῶς
ἀκηκόαμεν. Ὅτι δὲ ἡ θεότης ἡνώθη τῇ ἀνθρωπότητι ἐν μιᾷ
τῶν αὐτῆς ὑποστάσεων, μεμαθήκαμεν. Καὶ ὅτι ὁ Θεὸς μορφοῦται,
ἤτοι οὐσιοῦται τὸ ἀλλότριον, ἤτοι τὸ καθ᾿ ἡμᾶς, εἴρηται. Ἐφ᾿ ἑκάστης
γὰρ τῶν ὑποστάσεων τὸ Θεὸς ὄνομα τάττεται, θεότητα δὲ
ἐπὶ ὑποστάσεως εἰπεῖν οὐ δυνάμεθα. Θεότητα γὰρ τὸν Πατέρα
μόνον ἢ τὸν Υἱὸν μόνον ἢ μόνον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον οὐκ ἀκηκόαμεν·
θεότης μὲν γὰρ τὴν φύσιν δηλοῖ, τὸ δὲ Πατὴρ τὴν ὑπόστασιν, ὥσπερ
καὶ ἀνθρωπότης τὴν φύσιν, Πέτρος δὲ τὴν ὑπόστασιν. Θεὸς δὲ
καὶ τὸ κοινὸν τῆς φύσεως σημαίνει καὶ ἐφ᾿ ἑκάστης τῶν ὑποστάσεων
τάττεται παρωνύμως ὥσπερ καὶ ἄνθρωπος· Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ θείαν
ἔχων φύσιν, καὶ ἄνθρωπος ὁ ἀνθρωπίνην.
Ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἰστέον, ὡς ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον
κατ᾿ οὐδένα λόγον τῇ σαρκώσει τοῦ Λόγου κεκοινώνηκεν
εἰ μὴ κατὰ τὰς θεοσημίας καὶ κατ᾿ εὐδοκίαν καὶ βούλησιν.
Για τη φύση και διαφορά, την ένωση και σάρκωση που θεωρείται
στο γένος και στο άτομο, και πώς πρέπει να εννοούμε
«τη μία φύση του Θεού Λόγου σαρκωμένη».
Η φύση ή γίνεται αντιληπτή με απλή παρατήρηση διότι δεν υφίσταται μόνη
της ή γενικά συνδέει αυτές με όλες τις ομοειδείς υποστάσεις·
και ονομάζεται φύση που γίνεται αντιληπτή στο είδος, ή γενικά η ίδια
με την πρόσληψη των συμβεβηκότων σε μια υπόσταση και ονομάζεται φύση
που γίνεται αντιληπτή στο μεμονωμένο άτομο. Ο Θεός Λόγος, λοιπόν,
σαρκώθηκε χωρίς να προσλάβει φύση που γίνεται αντιληπτή με απλή
παρατήρηση –διότι αυτό δεν είναι σάρκωση, αλλά απάτη και φαντασία
σαρκώσεως– ούτε (φύση) που γίνεται αντιληπτή στο είδος –διότι δεν
προσέλαβε όλες τις υποστάσεις–, αλλά ατομική φύση, η οποία είναι η ίδια
που γίνεται αντιληπτή στο είδος –διότι προσέλαβε ό,τι εκλεκτό από το γένος
μας– η οποία δεν υπήρχε μόνη της ούτε ήταν προηγουμένως άτομο,
και στη συνέχεια την προσέλαβε, αλλά άρχισε να υπάρχει στην υπόστασή του.
Διότι η ίδια η υπόσταση του Θεού Λόγου έγινε υπόσταση με σάρκα,
και σχετικά μ’ αυτό «ο Λόγος σαρκώθηκε», δηλαδή χωρίς μεταβολή, και
η σάρκα έγινε Λόγος χωρίς μεταβολή, και ο Θεός έγινε άνθρωπος· διότι ο
Λόγος ήταν Θεός και ο άνθρωπος έγινε Θεός χάρη στην υποστατική ένωση.
Επομένως, είναι το ίδιο να πούμε φύση του Λόγου και ατομική φύση· διότι
δεν φανερώνει αποκλειστικά και μόνο το άτομο, δηλαδή την υπόσταση,
ούτε φανερώνει το κοινό των υποστάσεων, αλλά την κοινή φύση, όταν
θεωρείται και εξετάζεται σε μία πό τις υποστάσεις.
Άλλο πράγμα βέβαια είναι η ένωση και άλλο η σάρκωση· διότι η ένωση
φανερώνει τη συνάφεια, όχι όμως σε σχέση με ποιό πράγμα έχει γίνει·
η σάρκωση πάλη ή ο ταυτόσημος όρος ενανθρώπηση, φανερώνει τη
συνάφεια προς τη σάρκα, δηλαδή προς τον άνθρωπο· όπως ακριβώς και το
πύρωμα του σίδερου δείχνει την ένωση με τη φωτιά. Ο ίδιος, λοιπόν,
ο μακάριος Κύριλλος στη δεύτερη επιστολή του προς τον Σούκενσο,
ερμηνεύοντας τη φράση «μία φύση του Θεού Λόγου σαρκωμένη», λέει τα
εξής: «Αν πούμε ότι η φύση του Λόγου είναι μία και σιωπήσουμε, χωρίς να
προσθέσουμε το «σαρκωμένη», απορρίπτοντας κατά κάποιο τρόπο την
οικονομία (της σωτηρίας), ίσως ο λόγος δεν θα ήταν απαράδεκτος γι’ αυτούς
προσποιούνται ότι ρωτούν· εάν το όλο πρόσωπο ήταν μία φύση, πού υπάρχει
η τελειότητα στην ανθρώπινη φύση; Ή πώς υφίσταται η φύση μας; Επειδή
όμως και η τελειότητα της ανθρωπίνης φύσεως και η φανέρωση της ουσίας
μας δηλώνεται με τον όρο «σαρκωμένη», ας σταματήσουν αυτοί που
στηρίζονται σε καλαμένιο ραβδί».
Εδώ, λοιπόν, χρησιμοποίησε τον όρο «φύση του Λόγου» σχετικά με τη φύση.
Διότι, εάν πήρε τον όρο φύση αντί για τον όρο υπόσταση, δεν θα ήταν
παράδοξο να το πει αυτό και χωρίς τον όρο «σαρκωμένη»· καθώς, όταν λέμε
χωρίς περιορισμό μία υπόσταση του Θεού Λόγου, δεν πέφτουμε σε σφάλμα.
Το ίδιο και ο Λεόντιος ο Βυζάντιος θεώρησε τον όρο σε σχέση με τη φύση
και όχι με την υπόσταση. Μάλιστα, ο μακάριος Κύριλλος στην απάντησή του
στις κατηγορίες του Θεοδώρητου για το δεύτερο αναθεματισμό, λέει τα εξής:
«Η φύση του Λόγου, δηλαδή η υπόσταση, δηλαδή ο ίδιος ο Λόγος». Ώστε
ο όρος «φύση του Λόγου» δεν δηλώνει ούτε μόνο την υπόσταση ούτε το
κοινό των υποστάσεων, αλλά την κοινή φύση που θεωρείται καθολικά
στην υπόσταση του Λόγου.
Είπαμε, λοιπόν, ότι η φύση του Λόγου σαρκώθηκε, δηλαδή προσέλαβε τη
σάρκα. Μέχρι τώρα όμως ποτέ δεν έχουμε ακούσει ότι η φύση του Λόγου
έπαθε στη σάρκα της, αλλά διδαχθήκαμε ότι ο Χριστός έπαθε στη σάρκα.
Επομένως, ο όρος «φύση του Λόγου» δεν φανερώνει την υπόσταση.
Απομένει, λοιπόν, να πούμε ότι η σάρκωση είναι ένωση με τη σάρκα, και το
ότι ο Λόγος έγινε σάρκα σημαίνει ότι η ίδια η υπόσταση του Λόγου χωρίς
μετατροπή έγινε και υπόσταση της σάρκας.
Και ήδη έχουμε πει ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος και ο άνθρωπος Θεός. Διότι
ο Λόγος ήταν Θεός και έγινε χωρίς τροπή άνθρωπος. Πουθενά όμως δεν
έχουμε ακούσει ότι η θεότητα έγινε άνθρωπος ή σαρκώθηκε ή ενανθρώπησε.
Αντίθετα, έχουμε μάθει ότι η θεότητα ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση
σε μία από τις υποστάσεις της. Είπαμε, επίσης, ότι ο Θεός παίρνει μορφή,
δηλαδή κάνει ύπαρξή του την ξένη φύση, εννοώ τη δική μας. Διότι το όνομα
του Θεού χρησιμοποιείται σε καθεμία από τις υποστάσεις, αλλά δεν μπορούμε
να αποδώσουμε τη θεότητα σε μία από τις υποστάσεις. Δεν ακούστηκε ότι
μόνον ο Πατέρας είναι Θεός ή μόνον ο Υιός ή μόνον το Άγιο Πνεύμα·
διότι ο όρος θεότητα δείχνει τη φύση, ενώ ο Πατέρας την υπόσταση, όπως
και η ανθρωπότητα τη φύση και ο Πέτρος την υπόσταση. Και ο όρος Θεός
φανερώνει το κοινό της φύσεως και χρησιμοποιείται σαν επώνυμο σε καθεμία
από τις υποστάσεις, όπως και ο όρος άνθρωπος· διότι Θεός είναι αυτός που
έχει θεία φύση, και άνθρωπος αυτός που έχει ανθρώπινη φύση.
Επιπλέον απ’ αυτά πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα
με κανένα τρόπο δεν έχουν συμμετάσχει στη σάρκωση του Λόγου,
παρά μόνον με σημάδια που δείχνουν την συγκατάθεση και τη θέλησή τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 56. Ὅτι Θεοτόκος ἡ ἁγία παρθένος.
Θεοτόκον δὲ κυρίως καὶ ἀληθῶς τὴν Ἁγίαν Παρθένον κηρύττομεν·
ὡς γὰρ Θεὸς ἀληθὴς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, ἀληθὴς Θεοτόκος
ἡ τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἐξ αὐτῆς σεσαρκωμένον γεννήσασα· Θεὸν γάρ
φαμεν ἐξ αὐτῆς γεγεννῆσθαι, οὐχ ὡς τῆς θεότητος τοῦ Λόγου ἀρχὴν
τοῦ εἶναι λαβούσης ἐξ αὐτῆς, ἀλλ᾿ ὡς αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ Λόγου
τοῦ πρὸ αἰώνων ἀχρόνως ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντος καὶ ἀνάρχως
καὶ ἀιδίως ὑπάρχοντος σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι ἐπ᾿ ἐσχάτων
τῶν ἡμερῶν διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐν τῇ γαστρὶ αὐτῆς
ἐνοικήσαντος καὶ ἐξ αὐτῆς ἀμεταβλήτως σαρκωθέντος καὶ γεννηθέντος.
Οὐ γὰρ ἄνθρωπον ψιλὸν ἐγέννησεν ἡ Ἁγία Παρθένος, ἀλλὰ Θεὸν
ἀληθινόν· οὐ γυμνὸν ἀλλὰ σεσαρκωμένον, οὐκ οὐρανόθεν τὸ σῶμα
καταγαγόντα καὶ ὡς διὰ σωλῆνος δι᾿ αὐτῆς παρελθόντα,
ἀλλ᾿ ἐξ αὐτῆς ὁμοούσιον ἡμῖν σάρκα ἀναλαβόντα καὶ ἐν ἑαυτῷ
ὑποστήσαντα. Εἰ γὰρ οὐρανόθεν τὸ σῶμα κεκόμισται καὶ οὐκ
ἐκ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς φύσεως εἴληπται, τίς χρεία τῆς ἐνανθρωπήσεως;
Ἡ γὰρ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου διὰ τοῦτο γέγονεν, ἵνα αὐτὴ
ἡ ἁμαρτήσασα καὶ πεσοῦσα καὶ φθαρεῖσα φύσις νικήσῃ
τὸν ἀπατήσαντα τύραννον καὶ οὕτω τῆς φθορᾶς ἐλευθερωθῇ,
καθώς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Ἐπειδὴ δι᾿ ἀνθρώπου ὁ θάνατος,
καὶ δι᾿ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν»· εἰ τὸ πρῶτον ἀληθῶς,
καὶ τὸ δεύτερον.
Εἰ δὲ καὶ λέγει· «Ὁ πρῶτος Ἀδὰμ ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος Ἀδάμ,
ὁ Κύριος, ἐξ οὐρανοῦ», οὐ τὸ σῶμά φησιν ἐξ οὐρανοῦ, ἀλλὰ δηλῶν
ὡς οὐ ψιλὸς ἄνθρωπός ἐστιν. Ἰδοὺ γὰρ καὶ Ἀδὰμ αὐτὸν ὠνόμασε
καὶ Κύριον τὸ συναμφότερον σημαίνων. Ἀδὰμ μὲν γὰρ ἑρμηνεύεται
γηγενής· γηγενὴς δὲ δῆλον, ὅτι ἐστίν ἡ ἀνθρώπου φύσις ἡ ἐκ χοὸς
πλασθεῖσα· τό Κύριος δὲ τῆς θείας οὐσίας ἐστὶ παραστατικόν.
Πάλιν δέ φησιν ὁ ἀπόστολος· «Ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ
τὸν μονογενῆ γενόμενον ἐκ γυναικός». Οὐκ εἶπε διὰ γυναικός, ἀλλ᾿
«ἐκ γυναικός». Ἐσήμανεν οὖν ὁ θεῖος ἀπόστολος, ὡς αὐτός ἐστιν
ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς, ὁ ἐκ τῆς Παρθένου γενόμενος
ἄνθρωπος, καὶ αὐτός ἐστιν ὁ ἐκ τῆς Παρθένου γεννηθεὶς, ὁ Υἱὸς
τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός· γεννηθεὶς δὲ σωματικῶς, καθὸ γέγονεν ἄνθρωπος,
οὐ προδιαπλασθέντι ἀνθρώπῳ ἐνοικήσας, ὡς ἐν προφήτῃ, ἀλλ᾿ αὐτὸς
οὐσιωδῶς καὶ ἀληθῶς γενόμενος ἄνθρωπος, ἤτοι ἐν τῇ ὑποστάσει
αὐτοῦ ἐψυχωμένην σάρκα ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ ὑποστήσας,
αὐτὸς γεγονὼς αὐτῇ ὑπόστασις· τοῦτο γὰρ σημαίνει τὸ «γενόμενον
ἐκ γυναικός». Πῶς γὰρ ἂν αὐτὸς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ὑπὸ νόμον
γέγονεν, εἰ μὴ ἄνθρωπος ἡμῖν ὁμοούσιος γέγονεν;
Ὅθεν δικαίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Μαρίαν ὀνομάζομεν·
τοῦτο γὰρ τὸ ὄνομα ἅπαν τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας συνίστησι.
Εἰ γὰρ Θεοτόκος ἡ γεννήσασα, πάντως Θεὸς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς,
πάντως δὲ καὶ ἄνθρωπος. Πῶς γὰρ ἂν ἐκ γυναικὸς γεννηθείη Θεὸς
ὁ πρὸ αἰώνων ἔχων τὴν ὕπαρξιν, εἰ μὴ ἄνθρωπος γέγονεν; Ὁ γὰρ
Υἱὸς ἀνθρώπου ἄνθρωπος δηλονότι. Εἰ δὲ αὐτὸς ὁ γεννηθεὶς
ἐκ γυναικὸς Θεός ἐστιν, εἷς ἐστι δηλονότι ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς γεννηθεὶς
κατὰ τὴν θείαν καὶ ἄναρχον οὐσίαν καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν χρόνων
ἐκ τῆς Παρθένου τεχθεὶς κατὰ τὴν ἠργμένην καὶ ὑπὸ χρόνον οὐσίαν,
ἤτοι τὴν ἀνθρωπίνην. Τοῦτο δὲ μίαν ὑπόστασιν καὶ δύο φύσεις καὶ
δύο γεννήσεις σημαίνει τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Χριστοτόκον δὲ οὔ φαμεν τὴν Ἁγίαν Παρθένον, διότι ἐπ᾿ ἀναιρέσει
τῆς Θεοτόκος φωνῆς ὁ μιαρὸς καὶ βδελυρὸς καὶ ἰουδαιόφρων
Νεστόριος, τὸ σκεῦος τῆς ἀτιμίας, καὶ ἐπὶ ἀτιμίᾳ τῆς μόνης ὄντως
τετιμημένης ὑπὲρ πᾶσαν κτίσιν Θεοτόκου, κἂν αὐτὸς διαρρήγνυται
σὺν τῷ πατρὶ αὐτοῦ τῷ Σατανᾷ, ταύτην τήν προσηγορίαν
ἐξηύρατο, ὡς ἐπηρεαζομένην· Χριστὸς γὰρ καὶ Δαυὶδ ὁ βασιλεὺς
καὶ Ἀαρὼν ὁ ἀρχιερεύς –ταῦτα γὰρ τὰ χριόμενα, βασιλεία τε
καὶ ἱερωσύνη– καὶ πᾶς θεοφόρος ἄνθρωπος Χριστὸς λέγεσθαι
δύναται, ἀλλ᾿ οὐ Θεὸς φύσει, ὡς καὶ Νεστόριος ὁ θεήλατος
τὸν ἐκ Παρθένου τεχθέντα θεοφόρον εἰπεῖν ἐφρυάξατο· ἡμᾶς δὲ
μὴ γένοιτο θεοφόρον αὐτὸν εἰπεῖν ἢ νοῆσαι, ἀλλὰ Θεὸν σεσαρκωμένον.
Αὐτὸς γὰρ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, κυηθεὶς μὲν ἐκ τῆς Παρθένου,
προελθὼν δὲ Θεὸς μετὰ τῆς προσλήψεως, ἤδη καὶ αὐτῆς ὑπ᾿ αὐτοῦ
θεωθείσης ἅμα τῇ εἰς τὸ εἶναι ταύτης παραγωγῇ, ὡς ὁμοῦ γενέσθαι
τὰ τρία, τὴν πρόσληψιν, τὴν ὕπαρξιν, τὴν θέωσιν αὐτῆς
ὑπὸ τοῦ Λόγου· καὶ οὕτω νοεῖσθαι καὶ λέγεσθαι Θεοτόκον
τὴν ἁγίαν Παρθένον οὐ μόνον διὰ τὴν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ
διὰ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου, ὧν ἅμα ἡ σύλληψις καὶ ἡ ὕπαρξις
τεθαυματούργηται· ἡ μὲν σύλληψις τοῦ Λόγου, τῆς δὲ σαρκὸς
ἡ ἐν αὐτῷ τῷ Λόγῳ ὕπαρξις, αὐτῆς τῆς Θεομήτορος ὑπερφυῶς
χορηγούσης τὸ πλασθῆναι τῷ πλάστῃ καὶ τὸ ἀνθρωπισθῆναι
τῷ Θεῷ καὶ ποιητῇ τοῦ παντὸς, θεοῦντι τὸ πρόσλημμα,
σῳζούσης τῆς ἑνώσεως τὰ ἑνωθέντα τοιαῦτα, οἷα καὶ ἥνωνται·
οὐ τὸ θεῖον λέγω μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνθρώπινον τοῦ Χριστοῦ
τὸ ὑπὲρ ἡμᾶς καὶ καθ᾿ ἡμᾶς. Οὔτε γὰρ γενόμενος πρότερον
καθ᾿ ἡμᾶς ὕστερον γέγονεν ὑπὲρ ἡμᾶς, ἀλλ᾿ ἢ ἐκ πρώτης ὑπάρξεως
ἄμφω ὑπῆρξε διὰ τὸ ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἐν αὐτῷ τῷ Λόγῳ
τὴν ὕπαρξιν ἐσχηκέναι· ἀνθρώπινον μὲν οὖν ἐστι κατὰ τὴν οἰκείαν
φύσιν, Θεοῦ δὲ καὶ θεῖον ὑπερφυῶς. Ἔτι δὲ καὶ τῆς ἐμψύχου σαρκὸς
τὰ ἰδιώματα ἔσχε· κατεδέξατο γὰρ αὐτὰ ὁ Λόγος οἰκονομίας λόγῳ
φυσικῆς κινήσεως τάξει κατὰ ἀλήθειαν φυσικῶς γινόμενα.
Ότι η αγία παρθένος είναι Θεοτόκος.
Κηρύττουμε μάλιστα ότι η αγία Παρθένος είναι κυριολεκτικά και αληθινά
Θεοτόκος· όπως δηλαδή αυτός που γεννήθηκε απ’ αυτήν είναι αληθινός
Θεός, και αυτή που γέννησε με σάρκα τον αληθινό Θεό είναι πραγματική
Θεοτόκος. Διότι ισχυριζόμαστε ότι γέννησε το Θεό, όχι με την έννοια ότι η
θεότητα του Λόγου έχει την αρχή της απ’ αυτήν, αλλά ότι ο ίδιος ο Θεός
Λόγος, που γεννήθηκε από τον Πατέρα προαιώνια και έξω από το χρόνο και
υπάρχει μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα άχρονα και αΐδια, αυτός ο ίδιος
τις έσχατες ημέρες για τη δική μας σωτηρία κατοίκησε μέσα στα σπλάγχνα της
και χωρίς μεταβολή σαρκώθηκε και γεννήθηκε απ’ αυτήν.
Διότι η αγία Παρθένος δεν γέννησε μόνο άνθρωπο, αλλά αληθινό Θεό·
όχι φανταστικό, αλλά με σάρκα· δεν κατέβηκε το σώμα από τον ουρανό
και πέρασε μέσα από το σώμα της όπως περνά από σωλήνα,
αλλά προσέλαβε απ’ αυτήν όμοια σάρκα με τη δική μας και της έδωσε τη
δική του υπόσταση. Διότι, εάν έφερνε το σώμα από τον ουρανό και δεν
το πήρε από τη φύση μας, τότε ποιά ανάγκη υπήρχε για να ενανθρωπίσει;
Η ενανθρώπηση μάλιστα του Λόγου του Θεού έγινε για τον εξής λόγο, για να
μπορέσει η φύση μας που αμάρτησε, έπεσε και διαφθάρθηκε, να νικήσει
τον δυνάστη που μας ξεγέλασε, και έτσι να ελευθερωθεί από τη φθορά·
ακριβώς το λέει ο θείος Απόστολος: «Επειδή ο θάνατος εισήλθε μέσω του
ανθρώπου, και η ανάσταση από τους νεκρούς θα γίνει με άνθρωπο»· εφόσον
το πρώτο γεγονός συνέβη αληθινά, θα συμβεί και το δεύτερο.
Όμως, αν και λέει, «ο πρώτος Αδάμ ήταν χοϊκός από τη γη, ενώ ο δεύτερος
Αδάμ, ο Κύριος, είναι από τον ουρανό», δεν εννοεί ότι το σώμα είναι από τον
ουρανό, αλλά δείχνει ότι δεν είναι απλός άνθρωπος. Γι’ αυτό και τον κάλεσε
και Αδάμ και Κύριο, δείχνοντας ότι είναι και το ένα και το άλλο. Επειδή το
όνομα Αδάμ εξηγείται γήϊνος· και είναι γήϊνος, διότι η φύση του ανθρώπου
πλάστηκε από χώμα· ενώ το όνομα Κύριος παριστάνει τη θεία ουσία.
Και πάλι λέει ο Απόστολος: «Ο Θεός έστειλε τον Υιό του το μονογενή
που έγινε από γυναίκα». Δεν είπε με γυναίκα, αλλά «από γυναίκα».
Έδειξε, λοιπόν, ο θείος Απόστολος, ότι αυτός είναι
ο μονογενής Υιός του Θεού και Θεός ο ίδιος, ο οποίος έγινε άνθρωπος από
την Παρθένο, και αυτός που γεννήθηκε από τα σπλάγχνα της Παρθένου είναι
ο Υιός του Θεού και Θεός· γεννήθηκε με σώμα, χάρη στο οποίο έγινε
άνθρωπος, και δεν μπήκε μέσα σε προκατασκευασμένο άνθρωπο,
όπως συμβαίνει με τους προφήτες, αλλά ο ίδιος έγινε πραγματικός και
αληθινός άνθρωπος· έδωσε δηλαδή μέσα στην υπόστασή του ύπαρξη
σε σάρκα που έχει ψυχή λογική και νοερή,
και έγινε ο ίδιος υπόστασή της· αυτό πράγματι σημαίνει η έκφραση «έγινε
από γυναίκα». Διότι, πώς θα μπορούσε ο ίδιος ο Λόγος του Θεού να
υποταχθεί στο νόμο, αν δεν είχε γίνει άνθρωπος όμοιος στην ουσία με μας;
Δίκαια, λοιπόν, και αληθινά ονομάζουμε την αγία Μαρία Θεοτόκο·
διότι αυτό το όνομα εκφράζει όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας.
Διότι αυτή που γέννησε είναι Θεοτόκος, και οπωσδήποτε είναι Θεός αυτός
που γεννήθηκε απ’ αυτήν και οπωσδήποτε είναι και άνθρωπος. Διότι, πώς θα
μπορούσε αυτός που προαιώνια υπάρχει να γεννηθεί από γυναίκα Θεός, εάν
δεν γινόταν άνθρωπος; Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι φανερό ότι είναι
άνθρωπος. Και εάν αυτός που γεννήθηκε από γυναίκα είναι Θεός, είναι
φανερό ότι ένας και ίδιος είναι αυτός που γεννήθηκε από το Θεό Πατέρα
σε σχέση με τη θεία και άναρχη ουσία του και αυτός που γεννήθηκε τους
έσχατους καιρούς από την Παρθένο σε σχέση με την ουσία που έχει αρχή και
είναι μέσα στο χρόνο, δηλαδή την ανθρώπινη. Αυτό φανερώνει μία υπόσταση
και δύο φύσεις και δύο γεννήσεις του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Δεν ονομάζουμε την αγία Παρθένο Χριστοτόκο, διότι την ονομασία αυτή
σαν προσβλητική την επινόησε ο αχρείος και σιχαμερός και οπαδός του
Ιουδαϊσμού Νεστόριος, το όργανο της ντροπής, σκάζοντας ο ίδιος από το
κακό του μαζί με τον πατέρα του το Σατανά, για να καταργήσει το όνομα
«Θεοτόκος» και να ατιμάσει την πιο τιμημένη απ’ όλη την κτίση Θεοτόκο.
διότι χριστός (χρισμένος) είναι και ο βασιλιάς Δαβίδ και ο αρχιερέας Ααρών
–καθώς αυτά τα δύο χρίονται, η βασιλεία και η ιερωσύνη–·
και κάθε θεοφόρος άνθρωπος μπορεί να λέγεται χριστός (χρισμένος),
αλλά όχι Θεός στη φύση του, όπως ο τιμωρημένος από το Θεό Νεστόριος
με μανία είπε θεοφόρο (=δέχθηκε εκ των υστέρων το Θεό) αυτόν που
γεννήθηκε από την Παρθένο· εμείς όμως δεν είναι δυνατόν να τον καλέσουμε
ή να τον θεωρήσουμε θεοφόρο, αλλά σαρκωμένο Θεό.
Διότι ο ίδιος ο Λόγος έγινε άνθρωπος, επειδή η Παρθένος τον κυοφόρησε·
και προήλθε Θεός μετά την πρόσληψη, καθώς η σάρκα θεώθηκε αμέσως
μόλις την προσέλαβε και δημιουργήθηκε, ώστε συγχρόνως να γίνουν και
τα τρία, η πρόσληψη, η ύπαρξη και η θέωση της σάρκας από τον Λόγο.
Έτσι νοείται και λέγεται Θεοτόκος η αγία Παρθένος,
όχι μόνον εξαιτίας της φύσεως του Λόγου, αλλά και εξαιτίας
της θεώσεως της ανθρωπίνης φύσεως, που η σύλληψη και η ύπαρξή τους
έγινε με θαυμαστό τρόπο συγχρόνως. Η σύλληψη βέβαια ανήκει στο Λόγο,
ενώ η ύπαρξη μέσα στον ίδιο το Λόγο ανήκει στη σάρκα, καθώς η ίδια η
Θεομήτωρ με υπερφυσικό τρόπο χορηγεί στον πλάστη την πλάση του και στο
Θεό και Δημιουργό του σύμπαντος την ανθρώπινη φύση του, διότι θέωσε
αυτό που προσέλαβε· ενώ η ένωση διέσωζε αυτά που ενώθηκαν να είναι όπως
όταν ενώθηκαν· και δεν εννοώ μόνο τη θεία φύση, αλλά και την ανθρώπινη
φύση του Χριστού, αυτό που μας ξεπερνά αλλά και είναι σύμφωνο μ’ εμάς.
Διότι δεν έγινε πρώτα σαν κι εμάς κι έπειτα έγινε πάνω από μας, αλλά από
την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς του ήταν και τα δύο, επειδή είχε από την
αρχή της συλλήψεως την ύπαρξή του μέσα στον ίδιο το Λόγο· το ανθρώπινο
βέβαια είναι σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, ενώ ο Θεός και το θείο
εννοούνται υπερφυσικά. Ακόμη μάλιστα απόκτησε και τα ιδιώματα της
έμψυχης σάρκας· ο Λόγος τα δέχτηκε για λόγους οικονομίας, για να γίνουν
αυτά με την τάξη της φυσικής σειράς, αληθινά και φυσιολογικά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 57. Περὶ τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων.
Τέλειον δὲ Θεὸν ὁμολογοῦντες τὸν αὐτὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν
Χριστὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπόν φαμεν τὸν αὐτὸν πάντα ἔχειν,
ὅσα ὁ Πατήρ, πλὴν τῆς ἀγεννησίας, καὶ πάντα ἔχειν, ὅσα ὁ Ἀδὰμ
ὁ πρῶτος, δίχα μόνης τῆς ἁμαρτίας, ἅτινά ἐστι σῶμα καὶ ψυχὴ
λογική τε καὶ νοερά· ἔχειν δὲ αὐτὸν καταλλήλως ταῖς δύο φύσεσι
διπλᾶ τὰ τῶν δύο φύσεων φυσικά· δύο θελήσεις φυσικάς, τήν τε θείαν
καὶ τὴν ἀνθρωπίνην, καὶ ἐνεργείας δύο φυσικάς, θείαν τε καὶ
ἀνθρωπίνην, καὶ αὐτεξούσια δύο φυσικά, θεῖόν τε καὶ ἀνθρώπινον,
καὶ σοφίαν καὶ γνῶσιν, θείαν τε καὶ ἀνθρωπίνην. Ὁμοούσιος γὰρ ὢν
τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ αὐτεξουσίως θέλει καὶ ἐνεργεῖ ὡς Θεός,
ὁμοούσιος δὲ ὢν καὶ ἡμῖν αὐτεξουσίως θέλει καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἄνθρωπος
ὁ αὐτός· αὐτοῦ γὰρ τὰ θαύματα, αὐτοῦ καὶ τὰ παθήματα.
Για τα γνωρίσματα των δύο φύσεων.
Ομολογώντας ότι ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός
και τέλειος άνθρωπος, υποστηρίζουμε ότι έχει όλα
όσα έχει ο Πατέρας, εκτός από την αγεννησία, και όλα όσα είχε ο πρώτος
Αδάμ, εκτός από την αμαρτία· αυτά που έχει από τον Αδάμ είναι το σώμα και
η λογική και νοερή ψυχή. Αυτός έχει ακόμη, ανάλογα με τις δύο φύσεις,
διπλά τα φυσικά γνωρίσματα των δύο φύσεων· έχει δύο φυσικές θελήσεις,
τη θεία και την ανθρώπινη, δύο φυσικές ενέργειες, τη θεία και
την ανθρώπινη, δύο φυσικά αυτεξούσια, το θείο και το ανθρώπινο,
και σοφία και γνώση, τη θεία και την ανθρώπινη. Επειδή είναι ομοούσιος με
το Θεό Πατέρα, θέλει και ενεργεί αυτεξούσια σαν Θεός·
και επειδή είναι ομοούσιος με μας, ο ίδιος θέλει και ενεργεί σαν άνθρωπος·
δηλαδή, δικά του είναι τα θαύματα, δικά του και τα παθήματα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 58. Περὶ θελημάτων καὶ αὐτεξουσίων τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ
Ἐπειδὴ μὲν οὖν δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, δύο αὐτοῦ καὶ τὰ φυσικὰ
θελήματα καὶ τὰς φυσικὰς ἐνεργείας φαμέν. Ἐπειδὴ δὲ μία τῶν δύο
αὐτοῦ φύσεων ἡ ὑπόστασις, ἕνα καὶ τὸν αὐτόν φαμεν θέλοντά τε
καὶ ἐνεργοῦντα φυσικῶς κατ᾿ ἄμφω, ἐξ ὧν καὶ ἐν αἷς καὶ ἅπερ ἐστὶ
Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν· θέλειν δὲ καὶ ἐνεργεῖν οὐ διῃρημένως,
ἀλλ᾿ ἡνωμένως· θέλει γὰρ καὶ ἐνεργεῖ ἑκατέρα μορφὴ μετὰ τῆς
θατέρου κοινωνίας. Ὧν γὰρ ἡ οὐσία ἡ αὐτή, τούτων καὶ ἡ θέλησις
καὶ ἡ ἐνέργεια ἡ αὐτή· ὧν δὲ διάφορος ἡ οὐσία, τούτων διάφορος
καὶ ἡ θέλησις καὶ ἡ ἐνέργεια. Καὶ τὸ ἀνάπαλιν, ὧν ἡ θέλησις καὶ
ἡ ἐνέργεια ἡ αὐτή, τούτων καὶ ἡ οὐσία ἡ αὐτή· ὧν δὲ διάφορος
ἡ θέλησις καὶ ἡ ἐνέργεια, τούτων καὶ ἡ οὐσία διάφορος.
Διὸ δὴ ἐπὶ μὲν Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τῆς
ταυτότητος τῆς τε ἐνεργείας καὶ τοῦ θελήματος τὴν ταυτότητα
τῆς φύσεως ἐπιγινώσκομεν. Ἐπὶ δὲ τῆς θείας οἰκονομίας
ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῶν θελημάτων καὶ
τὴν τῶν φύσεων διαφορὰν ἐπιγινώσκομεν καὶ τὴν τῶν φύσεων
διαφορὰν εἰδότες συνομολογοῦμεν καὶ τὸ τῶν θελημάτων καὶ
ἐνεργειῶν διάφορον. Ὥσπερ γὰρ τῶν τοῦ αὐτοῦ καί ἑνὸς Χριστοῦ
φύσεων ὁ ἀριθμὸς εὐσεβῶς νοούμενός τε καὶ λεγόμενος οὐ διαιρεῖ
τὸν ἕνα Χριστόν, ἀλλὰ σῳζομένην καὶ ἐν τῇ ἑνώσει παρίστησι
τῶν φύσεων τὴν διαφοράν, οὕτω καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν οὐσιωδῶς
προσόντων ταῖς αὐτοῦ φύσεσι θελημάτων καὶ ἐνεργειῶν
–κατ᾿ ἄμφω γὰρ τὰς φύσεις θελητικὸς ἦν καὶ ἐνεργητικὸς τῆς ἡμῶν
σωτηρίας– οὐ διαίρεσιν εἰσάγει –μὴ γένοιτο–, ἀλλὰ τὴν αὐτῶν δηλοῖ
καὶ μόνον, κἂν τῇ ἑνώσει, φυλακὴν καὶ σωτηρίαν· φυσικὰ γὰρ καὶ
οὐχ ὑποστατικά φαμεν τὰ θελήματα καὶ τὰς ἐνεργείας. Λέγω δὲ
αὐτὴν τὴν θελητικὴν καὶ ἐνεργητικὴν δύναμιν, καθ᾿ ἣν θέλει καὶ
ἐνεργεῖ τά τε θέλοντα καὶ ἐνεργοῦντα. Εἰ γὰρ ὑποστατικὰ δῶμεν
αὐτά, ἑτεροθελεῖς καὶ ἑτεροενεργεῖς τὰς τρεῖς ὑποστάσεις
τῆς Ἁγίας Τριάδος εἰπεῖν ἀναγκασθησόμεθα.
Ἰστέον γάρ, ὡς οὐ ταὐτόν ἐστι, θέλειν καὶ πῶς θέλειν· τὸ μὲν γὰρ
θέλειν φύσεως, ὥσπερ καὶ τὸ ὁρᾶν –πᾶσι γὰρ ἀνθρώποις πρόσεστι–,
τὸ δὲ πῶς θέλειν οὐ φύσεως, ἀλλὰ τῆς ἡμετέρας γνώμης, ὥσπερ καὶ
τὸ πῶς ὁρᾶν, καλῶς ἢ κακῶς –οὐ γὰρ πάντες ἄνθρωποι ὁμοίως
θέλουσιν οὐδ᾿ ὁμοίως ὁρῶσι. Τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν δώσομεν·
τὸ γὰρ πῶς θέλειν, πῶς ὁρᾶν, ἤ πῶς ἐνεργεῖν, τρόπος ἐστὶ τῆς τοῦ
θέλειν καὶ ὁρᾶν καὶ ἐνεργεῖν χρήσεως, μόνῳ τῷ κεχρημένῳ προσὸν
καὶ τῶν ἄλλων αὐτὸν κατὰ τὴν κοινῶς λεγομένην διαφορὰν χωρίζον.
Λέγεται οὖν τὸ μὲν ἁπλῶς θέλειν θέλησις, ἤτοι ἡ θελητικὴ δύναμις,
λογικὴ οὖσα ὄρεξις καὶ θέλημα φυσικόν· τὸ δὲ πῶς θέλειν, ἤτοι τὸ
τῇ θελήσει ὑποκείμενον, θελητὸν καὶ θέλημα γνωμικόν· θελητικὸν δέ
ἐστι τὸ πεφυκὸς θέλειν, οἷον θελητική ἐστιν ἡ θεία φύσις, ὡσαύτως
καὶ ἡ ἀνθρωπίνη· θέλων δέ ἐστιν ὁ κεχρημένος τῇ θελήσει, ἤτοι
ἡ ὑπόστασις, οἷον ὁ Πέτρος.
Ἐπειδὴ τοίνυν εἷς μέν ἐστιν ὁ Χριστὸς καὶ μία αὐτοῦ ἡ ὑπόστασις,
εἷς καὶ ὁ αὐτός ἐστιν ὁ θέλων καὶ ἐνεργῶν θεϊκῶς τε καὶ ἀνθρωπίνως.
Ἐπειδὴ δὲ δύο φύσεις ἔχει θελητικὰς ὡς λογικάς –πᾶν γὰρ λογικὸν
θελητικόν τε καὶ αὐτεξούσιον–, δύο θελήσεις, ἤτοι θελήματα φυσικὰ
ἐπ᾿ αὐτοῦ ἐροῦμεν. Θελητικὸς γάρ ἐστιν ὁ αὐτὸς κατ᾿ ἄμφω
τάς αὐτοῦ φύσεις· τὴν γὰρ φυσικῶς ἐνυπάρχουσαν ἡμῖν θελητικὴν
δύναμιν ἀνέλαβε. Καὶ ἐπειδὴ εἷς ἐστιν ὁ Χριστὸς καὶ ὁ αὐτὸς ὁ θέλων
καθ᾿ ἑκατέραν φύσιν, τὸ αὐτὸ θελητὸν λέξομεν ἐπ᾿ αὐτοῦ
οὐχ ὡς μόνα θέλοντος, ἃ φυσικῶς ὡς Θεὸς ἤθελεν –οὐ γὰρ θεότητος
τὸ θέλειν φαγεῖν, πιεῖν καὶ τὰ τοιαῦτα–, ἀλλὰ καὶ τὰ συστατικὰ
τῶν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, οὐκ ἐναντιότητι γνώμης,
ἀλλ᾿ ἐν ἰδιότητι φύσεων· τότε γὰρ ταῦτα φυσικῶς ἤθελεν, ὅτε ἡ θεία
αὐτοῦ θέλησις ἤθελε καὶ παρεχώρει τῇ σαρκὶ πάσχειν καὶ πράττειν
τὰ ἴδια.
Ὅτι δὲ φυσικῶς πρόσεστι τῷ ἀνθρώπῳ ἡ θέλησις, ἐντεῦθεν δῆλον.
Ὑπεξαιρουμένης τῆς θείας τρία εἴδη ζωῆς εἰσιν· ἡ φυτική, ἡ αἰσθητική,
ἡ νοερά. Τῆς μὲν οὖν φυτικῆς ἴδιον ἡ θρεπτική, ἡ αὐξητική,
ἡ γεννητικὴ κίνησις· τῆς δὲ αἰσθητικῆς ἡ καθ᾿ ὁρμὴν κίνησις,
τῆς δὲ λογικῆς καὶ νοερᾶς ἡ αὐτεξούσιος. Εἰ οὖν κατὰ φύσιν πρόσεστι
τῇ φυτικῇ ἡ θρεπτικὴ καὶ τῇ αἰσθητικῇ ἡ καθ᾿ ὁρμὴν κίνησις,
κατὰ φύσιν ἄρα πρόσεστι καὶ τῇ λογικῇ καὶ νοερᾷ ἡ αὐτεξούσιος·
αὐτεξουσιότης δὲ οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μὴ ἡ θέλησις· γεγονὼς τοίνυν
ὁ Λόγος σὰρξ ἔμψυχος, νοερὰ καὶ αὐτεξούσιος, γέγονε καὶ θελητικός.
Ἔτι δὲ καὶ ἀδίδακτά εἰσι τὰ φυσικά· οὐδεὶς γὰρ λογίζεσθαι ἢ ζῆν
ἢ πεινῆν ἢ διψῆν ἢ ὑπνοῦν μανθάνει. Οὔτε δὲ θέλειν μανθάνομεν·
ὥστε φυσικὸν τὸ θέλειν.
Καὶ πάλιν· εἰ ἐν τοῖς ἀλόγοις ἄγει μὲν ἡ φύσις, ἄγεται δὲ
ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐξουσιαστικῶς κατὰ θέλησιν κινουμένῳ,
ἄρα φύσει θελητικὸς ὁ ἄνθρωπος.
Καὶ πάλιν· εἰ κατ᾿ εἰκόνα τῆς μακαρίας καὶ ὑπερουσίου θεότητος
ὁ ἄνθρωπος γεγένηται, αὐτεξούσιος δὲ φύσει καὶ θελητικὴ
ἡ θεία φύσις, ἄρα καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὡς αὐτῆς εἰκὼν, αὐτεξούσιος
φύσει καὶ θελητικός· τὸ γὰρ αὐτεξούσιον θέλησιν ὡρίσαντο οἱ πατέρες.
Ἔτι δὲ εἰ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐνυπάρχει τὸ θέλειν καὶ οὐ τοῖς μὲν
ἐνυπάρχει, τοῖς δὲ οὐκ ἐνυπάρχει, τὸ δὲ κοινῶς πᾶσιν ἐνθεωρούμενον
φύσιν χαρακτηρίζει ἐν τοῖς ὑπ᾿ αὐτὸ ἀτόμοις, ἄρα φύσει θελητικὸς
ὁ ἄνθρωπος.
Καὶ αὖθις· εἰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἡ φύσις οὐκ ἐπιδέχεται, ἐπίσης δὲ
πᾶσιν ἐνυπάρχει τὸ θέλειν καὶ οὐ τοῖς μὲν πλέον, τοῖς δὲ ἔλαττον,
ἄρα φύσει θελητικὸς ὁ ἄνθρωπος· ὥστε, εἰ φύσει θελητικὸς
ὁ ἄνθρωπος, καὶ ὁ Κύριος, οὐ μόνον καθὸ Θεός, ἀλλὰ καὶ καθὸ
ἄνθρωπος γέγονε, φύσει θελητικός ἐστιν. Ὥσπερ γὰρ τὴν ἡμετέραν
φύσιν ἀνέλαβεν, οὕτω καὶ τὸ ἡμέτερον θέλημα φύσει ἀνείληφεν·
καὶ κατὰ τοῦτο οἱ πατέρες τὸ ἡμέτερον ἐν ἑαυτῷ τυπῶσαι αὐτὸν
ἔφησαν θέλημα.
Εἰ φυσικὸν οὐκ ἔστι τὸ θέλημα, ἢ ὑποστατικὸν ἔσται ἢ παρὰ φύσιν·
ἀλλ᾿ εἰ μὲν ὑποστατικόν, ἑτερόβουλος οὕτω γε ἔσται ὁ Υἱὸς
τῷ Πατρί· μόνης γὰρ ὑποστάσεως χαρακτηριστικὸν
τὸ ὑποστατικόν· εἰ δὲ παρὰ φύσιν, ἔκπτωσις τῆς φύσεως ἔσται
τὸ θέλημα· φθαρτικὰ γὰρ τῶν κατὰ φύσιν τὰ παρὰ φύσιν.
Ὁ τῶν ὅλων Θεὸς καὶ Πατὴρ ἤ καθὸ Πατὴρ θέλει ἢ καθὸ Θεός.
Ἀλλ᾿ εἰ μὲν καθὸ Πατήρ, ἄλλο αὐτοῦ ἔσται παρὰ τὸ τοῦ Υἱοῦ
θέλημα· οὐ γὰρ Πατὴρ ὁ Υἱός. Εἰ δὲ καθὸ Θεός, Θεὸς δὲ ὁ Υἱός,
Θεὸς δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἄρα τὸ θέλημα φύσεως, ἤγουν φυσικόν.
Ἔτι, εἰ κατὰ τοὺς πατέρας, ὧν τὸ θέλημα ἕν, τούτων καὶ ἡ οὐσία
μία, ἓν δὲ θέλημα τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀνθρωπότητος
αὐτοῦ, ἄρα μία καὶ ἡ αὐτὴ τούτων ἔσται καὶ ἡ οὐσία.
Καὶ πάλιν· εἰ κατὰ τοὺς πατέρας ἡ τῆς φύσεως διαφορὰ τῷ ἑνὶ
θελήματι οὐ διαφαίνεται, ἀνάγκη ἢ ἓν θέλημα λέγοντας φυσικὴν
ἐν Χριστῷ μὴ λέγειν διαφορὰν ἢ φυσικὴν λέγοντας διαφορὰν
ἓν θέλημα μὴ λέγειν.
Καὶ αὖθις· εἰ, καθώς φησι τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον, ἐλθὼν ὁ Κύριος εἰς τὰ
μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος «καὶ εἰσελθὼν εἰς οἶκον οὐδένα ἠθέλησε
γνῶναι καὶ οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν», εἰ τὸ θεῖον αὐτοῦ θέλημα
παντοδύναμον, θελήσας δὲ λαθεῖν οὐ δεδύνηται, ἄρα καθὸ
ἄνθρωπος θελήσας οὐκ ἠδυνήθη καὶ θελητικὸς ἦν καὶ καθὸ ἄνθρωπος.
Καὶ πάλιν· «Ἐλθών», φησίν, «εἰς τὸν τόπον» «εἶπε· Διψῶ». «Καὶ ἔδωκαν
αὐτῷ οἶνον μετὰ χολῆς μεμιγμένον, καὶ γευσάμενος οὐκ ἠθέλησε
πιεῖν». Εἰ μὲν οὖν καθὸ Θεὸς ἐδίψησε, καὶ γευσάμενος οὐκ ἠθέλησε
πιεῖν, ἐμπαθὴς ἄρα καθὸ Θεός· πάθος γὰρ ἥ τε δίψα καὶ ἡ γεῦσις.
Εἰ δὲ οὐ καθὸ Θεός, πάντως καθὸ ἄνθρωπος ἐδίψησε καί θελητικὸς ἦν
καί καθό ἄνθρωπος.
Καὶ ὁ μακάριος δὲ Παῦλος ὁ ἀπόστολος· «Γενόμενος», φησίν,
«ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Ἡ ὑπακοὴ τοῦ ὄντος
θελήματός ἐστιν ὑποταγή, ἤ τοῦ μὴ ὄντος· οὐ γὰρ τὸ ἄλογον
ὑπήκοον ἢ παρήκοον λέξομεν· ὑπήκοος δὲ γενόμενος τῷ Πατρὶ
ὁ Κύριος οὐ καθὸ Θεὸς γέγονεν, ἀλλὰ καθὸ ἄνθρωπος. «Καθὸ γὰρ
Θεὸς οὔτε ὑπήκοος οὔτε παρήκοος· τῶν ὑπὸ χεῖρα γὰρ ταῦτα»,
καθὼς ὁ θεηγόρος ἔφη Γρηγόριος. Θελητικὸς ἄρα καὶ καθὸ
ἄνθρωπος ὁ Χριστός.
Φυσικὸν δὲ τὸ θέλημα λέγοντες, οὐκ ἠναγκασμένον τοῦτό φαμεν,
ἀλλ᾿ αὐτεξούσιον· εἰ γὰρ λογικόν, πάντως καὶ αὐτεξούσιον.
Οὐ μόνον γὰρ ἡ θεία καὶ ἄκτιστος φύσις οὐδὲν ἠναγκασμένον ἔχει,
ἀλλ᾿ οὐδὲ ἡ νοερὰ καὶ κτιστή. Τοῦτο δὲ δῆλον· φύσει γὰρ ὢν ἀγαθὸς
ὁ Θεὸς καὶ φύσει δημιουργὸς καὶ φύσει Θεὸς οὐκ ἀνάγκῃ ταῦτά ἐστι·
τίς γὰρ ὁ τὴν ἀνάγκην ἐπάγων;
Δεῖ δὲ εἰδέναι, ὡς αὐτεξουσιότης ὁμωνύμως λέγεται, ἄλλως μὲν
ἐπὶ Θεοῦ, ἄλλως δὲ ἐπὶ ἀγγέλων, καὶ ἄλλως ἐπὶ ἀνθρώπων.
Ἐπὶ Θεοῦ μὲν γὰρ ὑπερουσίως, ἐπὶ δὲ ἀγγέλων ὡς συντρεχούσης
τῇ ἕξει τῆς προχειρήσεως καὶ παρενθήκην ὅλως χρόνου
μὴ παραδεχομένης· ἔχων γὰρ φυσικῶς τὸ αὐτεξούσιον
ἀπαρεμποδίστως τούτῳ κέχρηται, μηδὲ τὴν ἐκ σώματος
ἀντιπάθειαν ἔχων μηδὲ τὸν προσβάλλοντα. Ἐπὶ δὲ ἀνθρώπων
ὡς χρονικῶς τῆς ἕξεως προεπινοουμένης τῆς ἐγχειρήσεως·
αὐτεξούσιος μὲν γάρ ἐστιν ὁ ἄνθρωπος καὶ φυσικῶς ἔχει
τὸ αὐτεξούσιον, ἔχει δὲ καὶ τὴν ἐκ τοῦ Διαβόλου προσβολὴν καὶ
τὴν τοῦ σώματος κίνησιν. Διὰ οὖν τὴν προσβολὴν καὶ τὸ βάρος
τοῦ σώματος ἐφυστερίζει ἡ προχείρησις τῆς ἕξεως.
Εἰ οὖν θέλων ὁ Ἀδὰμ ὑπήκουσε καὶ θελήσας ἔφαγεν,
ἄρα πρωτοπαθὴς ἐν ἡμῖν ἡ θέλησις· εἰ δὲ πρωτοπαθὴς ἡ θέλησις,
ταύτην δὲ μετὰ τῆς φύσεως ὁ Λόγος σαρκωθεὶς οὐκ ἀνέλαβεν,
οὐκ ἄρα ἔξω τῆς ἁμαρτίας γεγόναμεν. Ἔτι δὲ εἰ ἔργον αὐτοῦ
ἡ αὐτεξούσιος τῆς φύσεως ὑπάρχει δύναμις, ταύτην δὲ οὐκ ἀνέλαβεν,
ἢ καταγνοὺς τῆς οἰκείας δημιουργίας ὡς οὐ καλῆς ἢ φθονήσας ἡμῖν
τῆς κατ᾿ αὐτὴν θεραπείας, ἡμᾶς μὲν τῆς παντελοῦς ἀποστερῶν
θεραπείας, ἑαυτὸν δὲ ὑπὸ πάθος ὄντα δεικνὺς τῷ μὴ θέλειν
ἢ τῷ μὴ δύνασθαι τελείως σῴζειν.
Ἀδύνατον δὲ ἕν τι σύνθετον ἐκ τῶν δύο θελημάτων λέγειν,
ὥσπερ ἐκ τῶν φύσεων σύνθετον τὴν ὑπόστασιν. Πρῶτον μὲν ὅτι
αἱ συνθέσεις τῶν ἐν ὑποστάσει ὄντων καὶ οὐ τῶν ἑτέρῳ λόγῳ
καὶ οὐκ ἰδίῳ θεωρουμένων εἰσί· δεύτερον δέ, ὅτι, εἰ τῶν θελημάτων
καὶ ἐνεργειῶν σύνθεσιν λέξομεν, καὶ τῶν ἄλλων φυσικῶν ἰδιωμάτων
σύνθεσιν εἰπεῖν ἀναγκασθησόμεθα, τοῦ ἀκτίστου καὶ τοῦ κτιστοῦ,
τοῦ ἀοράτου καὶ ὁρατοῦ καὶ τῶν τοιούτων. Πῶς δὲ καὶ τὸ ἐκ τῶν
θελημάτων σύνθετον θέλημα προσαγορευθήσεται; Ἀδύνατον γὰρ
τὸ σύνθετον τῇ τῶν συντεθέντων ὀνομάζεσθαι προσηγορίᾳ,
ἐπεὶ καὶ τὸ ἐκ τῶν φύσεων σύνθετον φύσιν προσαγορεύσομεν
καὶ οὐχ ὑπόστασιν; Ἔτι δὲ καὶ εἰ ἓν σύνθετον θέλημα ἐπὶ Χριστοῦ
λέξομεν, θελήματι τοῦ Πατρὸς αὐτὸν χωρίζομεν· οὐ γὰρ σύνθετον
τὸ τοῦ Πατρὸς θέλημα. Λείπεται τοίνυν εἰπεῖν μόνην τὴν ὑπόστασιν
τοῦ Χριστοῦ σύνθετον καὶ κοινὴν, ὥσπερ τῶν φύσεων, οὕτω καὶ
τῶν φυσικῶν αὐτοῦ.
Γνώμην δὲ καὶ προαίρεσιν ἐπὶ τοῦ Κυρίου λέγειν ἀδύνατον,
εἴπερ κυριολεκτεῖν βουλόμεθα. Ἡ γνώμη γὰρ μετὰ τὴν περὶ τοῦ
ἀγνοουμένου ζήτησιν καὶ βούλευσιν, ἤτοι βουλὴν καὶ κρίσιν πρὸς
τὸ κριθέν ἐστι διάθεσις· μεθ᾿ ἣν ἡ προαίρεσις ἐκλεγομένη καὶ αἱρουμένη
πρὸ τοῦ ἑτέρου τὸ ἕτερον. Ὁ δὲ Κύριος οὐ ψιλὸς ὢν ἄνθρωπος ἀλλὰ
καὶ Θεὸς καὶ πάντα εἰδὼς ἀνενδεὴς σκέψεως καὶ ζητήσεως καὶ βουλῆς
ὑπῆρχε καὶ κρίσεως καὶ φυσικῶς τήν τε πρὸς τὸ καλὸν εἶχεν
οἰκείωσιν καὶ τὴν πρὸς τὸ κακὸν ἀλλοτρίωσιν.
Οὕτω γοῦν καὶ Ἡσαΐας φησίν, ὅτι «πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον
ἢ προελέσθαι πονηρά, ἐκλέξεται τὸ ἀγαθόν· διότι πρὶν ἢ γνῶναι
τὸ παιδίον ἀγαθὸν ἢ κακόν, ἀπειθεῖ πονηρίᾳ τοῦ ἐκλέξασθαι
τὸ ἀγαθόν». Τὸ γὰρ «πρὶν» δηλοῖ, ὅτι οὐ καθ᾿ ἡμᾶς ζητήσας
καὶ βουλευσάμενος, ἀλλὰ Θεὸς ὢν καὶ θεϊκῶς καὶ τὸ κατὰ σάρκα
ὑποστάς, τουτέστι καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένος τῇ σαρκί,
αὐτῷ τῷ εἶναι καὶ τὸ πάντα εἰδέναι τὸ ἐκ φύσεως εἶχεν ἀγαθόν·
φυσικαὶ γάρ εἰσιν αἱ ἀρεταὶ καὶ φυσικῶς καὶ ἐπίσης πᾶσιν
ἐνυπάρχουσιν, εἰ καὶ μὴ πάντες ἐπίσης ἐνεργοῦμεν τὰ τῆς φύσεως·
ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν γὰρ εἰς τὸ παρὰ φύσιν διὰ τῆς παραβάσεως
ἠλάσαμεν.
Ὁ δὲ Κύριος ἐκ τοῦ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν ἡμᾶς ἐπανήγαγε·
τοῦτο γάρ ἐστι τὸ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Καὶ ἡ ἄσκησις δὲ
καὶ οἱ ταύτης πόνοι οὐ πρὸς τὸ ἐπικτήσασθαι τὴν ἀρετὴν ἔξωθεν
ἐπείσακτον οὖσαν ἐπενοήθησαν, ἀλλὰ πρὸς τὸ τὴν ἐπείσακτον καὶ
παρὰ φύσιν κακίαν ἀποβαλέσθαι, ὥσπερ καὶ τὸν τοῦ σιδήρου ἰὸν
οὐ φυσικὸν ὄντα, ἀλλ᾿ ἐξ ἀμελείας ἐπιγενόμενον, διὰ μόχθου
ἀποβάλλοντες τὴν φυσικὴν τοῦ σιδήρου λαμπρότητα ἐμφανίζομεν.
Ἰστέον δέ, ὡς τὸ τῆς γνώμης ὄνομα πολύτροπον καὶ πολυσήμαντόν
ἐστι. Ποτὲ μὲν γὰρ δηλοῖ τὴν παραίνεσιν, ὥς φησιν ὁ θεῖος
ἀπόστολος· «Περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω,
γνώμην δὲ δίδωμι·» ποτὲ δὲ βουλήν, ὡς ὅταν φησὶν ὁ προφήτης
Δαυίδ· «Ἐπὶ τὸν λαόν σου κατεπανουργεύσαντο γνώμην», ποτὲ δὲ
ψῆφον, ὡς ὁ Δανιήλ· «Περὶ τίνος ἐξῆλθεν ἡ γνώμη ἡ ἀναιδὴς αὕτη;»·
ποτὲ δὲ ἐπὶ πίστεως ἢ δόξης ἢ φρονήματος, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν,
κατὰ εἴκοσιν ὀκτὼ σημαινόμενα λαμβάνεται τὸ τῆς γνώμης ὄνομα.
Για τα θελήματα και τα αυτεξούσια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Επειδή, λοιπόν, λέμε ότι οι φύσεις του Χριστού είναι δύο, δύο είναι και τα
φυσικά του θελήματα και οι φυσικές του ενέργειες. Επειδή όμως μία είναι
η υπόσταση των δύο φύσεών του, γι’ αυτό λέμε ότι ένας είναι αυτός που
θέλει και ενεργεί φυσικά και στις δύο φύσεις, από τις οποίες, στις οποίες και
οι οποίες είναι ο Χριστός ο Θεός μας· θέλει και ενεργεί όχι χωριστά, αλλά
ενωμένα· θέλει και ενεργεί κάθε μορφή (φύση) σε συνεργασία
με την άλλη. Διότι αυτά που έχουν την ίδια φύση, έχουν και την ίδια θέληση
και ενέργεια· και όποια έχουν διαφορετική ουσία, αυτά έχουν και
διαφορετική θέληση και ενέργεια. Και το αντίστροφο, όσα έχουν την ίδια
θέληση και ενέργεια έχουν και την ίδια ουσία· όσα έχουν διαφορετική
θέληση και ενέργεια έχουν και διαφορετική ουσία.
Γι’ αυτό, λοιπόν, για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα
γνωρίζουμε την ταυτότητα της φύσεως από την ταυτότητα της ενεργείας
και του θελήματος. Σχετικά με τη θεία οικονομία
γνωρίζουμε τη διαφορά των φύσεων από τη διαφορά των ενεργειών
και των θελημάτων· και επειδή γνωρίζουμε τη διαφορά των φύσεων,
δεχόμαστε και τη διαφορά των θελημάτων και των ενεργειών.
Διότι, όπως ακριβώς ο αριθμός των φύσεων του ίδιου και ενός Χριστού,
όταν τον εννοούμε και τον λέμε με ευσέβεια, δεν κομματιάζει
τον ένα Χριστό, αλλά παρουσιάζει τη διαφορά των φύσεων να διατηρείται
στην ενότητα, παρόμοια και ο αριθμός των θελημάτων και ενεργειών που
υπάρχουν στις φύσεις του, σύμφωνα με την ουσία τους
–διότι και με τις δύο φύσεις του ήθελε και ενήργησε τη σωτηρία μας–,
δεν εισάγει διαίρεση –αλίμονο–, αλλά φανερώνει μόνο τη διαφύλαξη και
διάσωσή τους, παρ’ όλη την μεταξύ τους ένωση. Διότι ισχυριζόμαστε ότι τα
θελήματα και οι ενέργειες ανήκουν στις φύσεις και όχι στην υπόσταση. Και
εννοώ τη θελητική και ενεργητική δύναμή του, με την οποία θέλει και
ενεργεί αυτά που θέλει και ενεργεί. Διότι, αν τα θεωρήσουμε ότι ανήκουν
στην υπόσταση, τότε υποχρεωτικά θα θεωρήσουμε τις τρεις υποστάσεις της
Αγίας Τριάδος να έχουν διαφορετική θέληση και ενέργεια.
Πρέπει,δηλαδή, να γνωρίζουμε ότι δεν είναι το ίδιο πράγμα η θέληση και ο
τρόπος της θελήσεως· διότι η θέληση ανήκει στη φύση, όπως και η όραση
–καθώς όλοι οι άνθρωποι είναι προικισμένοι μ’ αυτήν–·
ο τρόπος όμως της θελήσεως
δεν ανήκει στη φύση, αλλά στην απόφασή μας,
όπως ο καλός ή κακός τρόπος της όρασης –διότι όλοι οι άνθρωποι δεν
θέλουν ούτε βλέπουν το ίδιο. Αυτό το δεχόμαστε και για τις ενέργειες·
Διότι τρόπος της θελήσεως, ο τρόπος της οράσεως, ο τρόπος της ενεργείας
ανήκουν στον τρόπο χρήσεως της θελήσεως, της οράσεως και της ενεργείας·
διακρίνει αυτόν που τα χρησιμοποιεί και τον ξεχωρίζει από τους άλλους
σέ ό,τι κατά κοινή ομολογία διαφέρει.
Επομένως, το να θέλει απλά κανείς λέγεται θέληση· πρόκειται δηλαδή για τη
θελητική δύναμη, η οποία είναι λογική επιθυμία και θέλημα της φύσεως.
Ο τρόπος πάλι της θελήσεως, αυτό δηλαδή που είναι στη διάθεση της
θελήσεως, λέγεται θελητό και γνωμικό θέλημα· θελητικό πάλι είναι αυτό που
από τη φύση του θέλει· θελητική για παράδειγμα είναι η θεία και η ανθρώπινη
φύση. Αυτός πάλι που θέλει είναι εκείνος που χρησιμοποιεί τη θέληση,
δηλαδή η υπόσταση· για παράδειγμα ο Πέτρος.
Επειδή, λοιπόν, ένας είναι ο Χριστός και μία η υπόστασή του, και αυτός
που θέλει και ενεργεί και θεϊκά και ανθρώπινα είναι ένας και ο ίδιος.
Και επειδή έχει δύο θελητικές φύσεις που είναι λογικές –διότι κάθε τι το
λογικό είναι θελητικό και αυτεξούσιο– θα δεχθούμε ότι έχει δύο θελήσεις,
δύο θελήματα δηλαδή της φύσεως. Είναι δηλαδή θεληματικός και στις δύο
φύσεις του· διότι πήρε τη θελητική δύναμη από τη φύση που υπάρχει μέσα
μας. Και επειδή ένας είναι ο Χριστός και ο ίδιος θέλει και με τη μία
και με την άλλη φύση, θα του αποδώσουμε το δικό του θέλημα·
και δεν θέλει μόνον αυτά που ως Θεός ήθελε –διότι δεν χαρακτηρίζει το Θεό
η επιθυμία του φαγητού, του πιοτού και τα παρόμοια–, αλλά θέλει και αυτά
που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη φύση· και δεν έρχονται σε αντίθεση
(οι δύο φύσεις), αλλά εκφράζουν το ιδιαίτερο γνώρισμά τους. Διότι τότε
η (ανθρώπινη) φύση του ήθελε να πάσχει και να κάμει αυτά που της
ανήκουν, αφού η θεία θέλησή του της τα παραχωρούσε (στην ανθρώπινη).
Και είναι φανερό εδώ ότι η θέληση δίδεται στον άνθρωπο από τη φύση του.
Αν εξαιρέσουμε τη θεία ζωή, υπάρχουν τρία είδη ζωής: η φυτική, η αισθητική
και η νοερή. Γνωρίσματα της φυτικής ζωής είναι η θρεπτική, η αυξητική και
αναπαραγωγική κίνηση· της αισθητικής είναι η κίνηση των ορμών (ενστίκτων)
και της λογικής και νοερής η κίνηση του αυτεξουσίου. Εάν, λοιπόν,
προστίθεται σύμφωνα με τη φύση η θρεπτική κίνηση στη φυτική ζωή και
η κίνηση των ορμών στην αισθητική, είναι επόμενο να προστίθεται
σύμφωνα με τη φύση και η αυτεξούσια κίνηση στη λογική και νοερή ζωή.
Το αυτεξούσιο μάλιστα τίποτε άλλο δεν είναι παρά θέληση· εφόσον, λοιπόν,
ο Λόγος έγινε σάρκα με ψυχή, νοερή και αυτεξούσια, απόκτησε και
(ανθρώπινη) θέληση.
Ακόμη, αυτά που χαρακτηρίζουν τη φύση δεν διδάσκονται· κανείς δηλαδή
δε μαθαίνει να σκέφτεται, να ζει, να πεινά, να διψά και να κοιμάται. Ούτε
πάλι μαθαίνουμε να θέλουμε· επομένως, η θέληση είναι φυσικό πράγμα.
Και επίσης· εάν τα άλογα ζώα εξουσιάζονται από τη φύση, ο άνθρωπος όμως,
ο οποίος κινείται με τη θέλησή του, εξουσιάζει (τη φύση)·
επομένως, ο άνθρωπος έχει τη θέληση από τη φύση του.
Ακόμη· εάν ο άνθρωπος έγινε κατ’ εικόνα του μακάριου και υπερούσιου
Θεού, και η θεία φύση είναι αυτεξούσια και θελητική από τον εαυτό της,
είναι επόμενο και ο άνθρωπος, σαν εικόνα του (Θεού), να είναι από τη φύση
του αυτεξούσιος και θελητικός· διότι οι Πατέρες ονόμασαν το αυτεξούσιο
θέληση.
Και ακόμη η θέληση υπάρχει σ’ όλους τους ανθρώπους· δεν είναι σ’ άλλους
έμφυτη και σ’ άλλους όχι.
Και εάν αυτό που αποτελεί κοινό γνώρισμα σε
όλους διακρίνει τη φύση των ατόμων που το έχουν, επομένως από τη φύση
του ο άνθρωπος είναι θελητικός.
Επίσης, εάν η φύση δεν επιδέχεται το περισσότερο ή το λιγότερο και
σ’ όλους η θέληση είναι έμφυτη, και όχι σ’ άλλους περισσότερο και σ’ άλλους
λιγότερο, άρα είναι από τη φύση θελητικός άνθρωπος. Επομένως, αν
ο άνθρωπος είναι από τη φύση του θελητικός, και ο Κύριος, όχι μόνον επειδή
είναι Θεός, αλλά και επειδή έγινε άνθρωπος, είναι θελητικός από τη φύση του.
Διότι, όπως ο άνθρωπος ανέλαβε τη φύση μας, έτσι πήρε και το φυσικό μας
θέλημα· και σχετικά μ’ αυτό οι Πατέρες είπαν ότι αυτός σχημάτισε στο
πρόσωπό του το δικό μας θέλημα.
Αν το θέλημα δεν είναι φυσικό, ή θα ανήκει στην υπόσταση ή θα είναι παρά
φύση· αλλά, αν ανήκει στην υπόσταση, τότε ο Υιός θα έχει διαφορετική
θέληση από τον Πατέρα· διότι το υποστατικό θέλημα χαρακτηρίζει μόνο την
υπόσταση. Εάν πάλι είναι παρά φύση, τότε το θέλημα θ’ αποτελεί ξεπεσμό
της φύσεως· διότι τα αφύσικα καταστρέφουν τα φυσικά.
Ο Θεός και Πατέρας όλου του κόσμου θέλει ή επειδή είναι Πατέρας ή επειδή
είναι Θεός. Αν βέβαια θέλει σαν Πατέρας, το θέλημά του θα είναι διαφορετικό
από του Υιού· διότι ο Υιός δεν είναι Πατέρας. Εάν όμως θέλει σαν Θεός –και
ο Υιός, όπως και το Άγιο Πνεύμα, είναι Θεός–, είναι επόμενο το θέλημα να
είναι γνώρισμα της φύσεως, να είναι δηλαδή φυσικό.
Επίσης, εάν σύμφωνα με τους Πατέρες, που έχουν ένα θέλημα, είναι και η
ουσία τους μία, και εφόσον το θέλημα της θείας και της ανθρώπινης φύσεως
του Χριστού είναι ένα, άρα και η ουσία τους θα είναι μία και η ίδια.
Ακόμη, εάν, σύμφωνα με τους Πατέρες, η διαφορά της φύσεως δεν φαίνεται
καθαρά με το ένα θέλημα, είναι ανάγκη ή λέγοντας ένα θέλημα να μην
εννοούμε διαφορά φύσεως στο Χριστό ή, όταν μιλάμε για φυσική διαφορά,
να μην εννοούμε ένα θέλημα.
Και επιπλέον, εάν, όπως λέει το ιερό Ευαγγέλιο, ήλθε ο Κύριος στα μέρη της
Τύρου και της Σιδώνος, «και μπήκε σ’ ένα σπίτι χωρίς να θέλει να τον δει
κανένας, αλλά δεν μπόρεσε να διαφύγει την προσοχή», τότε, εφόσον το θείο
θέλημά του είναι παντοδύναμο, και παρόλο που θέλησε να διαφύγει την
προσοχή δεν τα κατάφερε, επομένως, σαν άνθρωπος ήθελε (να διαφύγει την
προσοχή) και δεν τα κατάφερε· και ήταν θελητικός, επειδή ήταν άνθρωπος.
Και πάλι λέει η Γραφή: «Αφού ήλθε στον τόπο, είπε «διψώ». Και του έδωσαν
να πιεί κρασί ανάμεικτο με ξύδι· όταν όμως το δοκίμασε, δεν ήθελε να πιεί».
Εάν, λοιπόν, σαν Θεός δίψασε και αφού δοκίμασε δεν θέλησε να πιεί,
άρα σαν Θεός έχει πάθη· διότι η δίψα και η γεύση είναι είναι πάθος.
Εάν όμως σαν άνθρωπος και όχι σαν Θεός δίψασε και θέλησε να πιεί, ήταν
θελητικός διότι ήταν άνθρωπος.
Και ο μακάριος απόστολος Παύλος λέει ακόμη: «Υπάκουσε (στο θέλημα του
Πατέρα) μέχρι να πεθάνει, και μάλιστα με σταυρικό θάνατο». Η υπακοή
δείχνει ότι υφίσταται θέλημα, όχι ότι δεν υφίσταται· διότι δεν θα πούμε ότι
αυτό που δεν έχει λογική κάνει υπακοή ή παρακοή. Και ο Κύριος δεν έκανε
την υπακοή του στον Πατέρα σαν Θεός, αλλά σαν άνθρωπος. Διότι, όπως
λέει ο θεολόγος Γρηγόριος «σαν Θεός δεν έκανε ούτε υπακοή ούτε παρακοή·
αυτά ανήκουν στους κατώτερους». Επομένως, ο Χριστός είναι θελητικός,
επειδή είναι και άνθρωπος.
Λέγοντας φυσικό θέλημα, δεν εννοούμε ότι επιβάλλεται με βία, αλλά είναι
αυτεξούσιο· εφόσον είναι λογικό, οπωσδήποτε είναι και αυτεξούσιο.
Διότι όχι μόνον η θεία και άκτιστη φύση δεν έχει τίποτε αναγκαστικά, αλλά
ούτε και η νοερή και κτιστή.
Και είναι φανερό αυτό· επειδή ο Θεός είναι από
τη φύση του αγαθός και από τη φύση του δημιουργός και Θεός, δεν τα έχει
αυτά με εξαναγκασμό· διότι ποιός είναι αυτός που επιβάλλει με εξαναγκασμό;
Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι η αυτεξουσιότητα ως όρος χρησιμοποιείται σε
όλες τις περιπτώσεις, αλλά με άλλο νόημα για το Θεό, άλλο για τους αγγέλους
και άλλο για τους ανθρώπους. Για το Θεό χρησιμοποιείται υπερβατικά, ενώ
για τους αγγέλους με την προϋπόθεση ότι η επιλογή τους συμφωνεί μ’ αυτό
που έχουν συνηθίσει και δεν υποπίπτει καθόλου στις συνθήκες του χρόνου·
επειδή, δηλαδή, ο άγγελος έχει από τη φύση του το αυτεξούσιο,
το χρησιμοποιεί ανεμπόδιστα, χωρίς να έχει ούτε την αντίδραση του σώματος
ούτε αυτόν που θα του επιτεθεί. Για τους ανθρώπους πάλι με την προϋπόθεση
ότι η συνήθεια εξετάζει εκ των προτέρων αυτό που πρόκειται να κάνει.
Είναι βέβαια αυτεξούσιος ο άνθρωπος και έχει από τη φύση του το
αυτεξούσιο, αλλά δέχεται και την επίθεση του Διαβόλου και έχει και την
ροπή του σώματος. Εξαιτίας, λοιπόν, της προσβολής του διαβόλου και της
ααντίδρασης του σώματος η εκτέλεση καθυστερεί μετά τη συνήθεια.
Αν, λοιπόν, ο Αδάμ υπάκουσε και έφαγε με τη θέλησή του, είναι επόμενο
η θέληση να είναι για μας πρωτοπαθής. Και εάν είναι πρωτοπαθής και
αν ο Λόγος, όταν σαρκώθηκε, δεν την προσέλαβε μαζί με όλη τη φύση μας,
τότε δεν ελευθερωθήκαμε από την αμαρτία. Επιπλέον, εάν ο Θεός
δημιούργησε την αυτεξούσια δύναμη της φύσεως, αλλά δεν την προσέλαβε,
είτε επειδή θεώρησε ότι τα δημιουργήματά του δεν ήταν τάχα καλά, είτε
επειδή δεν θέλησε αυτήν συγκεκριμένα να θεραπεύσει, τότε δεν μας έδωσε
την τέλεια θεραπεία και παρουσίασε τον εαυτό του να κυριαρχείται από το
πάθος να μη θέλει –και όχι να μην μπορεί– τελείως να μας σώσει.
Είναι αδύνατο να καλέσουμε κάποιο σύνθετο με δύο θελήματα, όπως
ακριβώς μία υπόσταση σύνθετη από τις φύσεις. Πρώτα βέβαια διότι
οι συνθέσεις ανήκουν στα όντα με υπόσταση και όχι σ’ αυτά που τα
θεωρούμε σε άλλη βάση από την υπόστασή τους. Έπειτα, εάν θα μιλήσουμε
για σύνθεση των θελημάτων και των ενεργειών, υποχρεωτικά θα πούμε και για
σύνθεση και των άλλων ιδιοτήτων, για παράδειγμα του ακτίστου με το κτιστό,
του αοράτου με το ορατό, και τα παρόμοια. Και πώς τότε θα καλέσουμε το
σύνθετο θέλημα που προήλθε από τα θελήματα; Διότι δεν μπορεί το σύνθετο
να παίρνει την ονομασία των συνθετικών του μερών, επειδή και αυτό που
προέρχεται από τη σύνθεση των φύσεων θ’ αναγκαστούμε να το ονομάσουμε
φύση και όχι υπόσταση. Ακόμη, εάν μιλήσουμε για ένα σύνθετο θέλημα του
Χριστού, θα τον αποκόψουμε από το θέλημα του Πατέρα· διότι το θέλημα του
Πατέρα δεν είναι σύνθετο. Απομένει, λοιπόν, μόνο την υπόσταση του
Χριστού να την ονομάσουμε σύνθετη και κοινή, όπως ακριβώς για τις φύσεις
του, έτσι και για τις φυσικές του ιδιότητες.
Και εάν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε, είναι αδύνατο να μιλούμε για γνώμη
και προαίρεση του Κυρίου. Διότι η γνώμη είναι διάθεση προς το αποτέλεσμα
που βγήκε από την κρίση, μετά από έρευνα και σκέψη γύρω από αυτό που
αγνοούμε, δηλαδή μετά από απόφαση και κρίση· μετά απ’ αυτήν (τη γνώμη)
ακολουθεί η προαίρεση που επιλέγει το ένα αντί για το άλλο. Ο Κύριος όμως,
επειδή δεν είναι μόνον απλός άνθρωπος αλλά και Θεός και τα γνωρίζει όλα,
δεν έχει ανάγκη από σκέψη, έρευνα, απόφαση και κρίση· από τη φύση του
έχει την κλίση προς το καλό και την αποφυγή του κακού.
Έτσι, λοιπόν, και ο προφήτης Ησαΐας λέει ότι «προτού το παιδί γνωρίσει ή
επιλέξει τα κακά, θα έχει επιλέξει τα καλά· διότι πριν το παιδί γνωρίσει το
καλό ή το κακό, θα παρακούσει στο κακό και θα διαλέξει το αγαθό».
Διότι το «πριν» δείχνει ότι δεν αναζήτησε ούτε σκέφθηκε όπως εμείς,
αλλά όντας Θεός και επειδή έγινε άνθρωπος με θεϊκό τρόπο
–ενώθηκε δηλαδή υποστατικά με την ανθρώπινη σάρκα–,
είχε από τη φύση του το αγαθό, την ίδια την ύπαρξη και τη γνώση όλων.
Οι αρετές, δηλαδή, είναι γνωρίσματα της φύσεως και υπάρχουν μέσα
σ’ όλους, αν και όλοι δεν ενεργούμε εξίσου αυτά που αρμόζουν στη φύση
μας· διότι, με την παράβαση, οδηγηθήκαμε από τη φυσική στην αφύσικη ζωή.
Ο Κύριος όμως μας επανέφερε από την αφύσικη στη φυσική ζωή· διότι αυτή
είναι η έννοια του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν». Η άσκηση πάλι
και οι κόποι της δεν επινοήθηκαν για ν’ αποκτήσουμε την αρετή απέξω,
σαν να είναι κάτι το εξωτερικό, αλλά για ν’ αποβάλλουμε την επείσακτη
και αφύσικη κακία· όπως και η σκουριά του σίδηρου δεν είναι φυσική,
αλλά προέρχεται από αμέλεια, και την βγάζουμε με κόπο
εμφανίζοντας τη φυσική λαμπρότητα του σιδήρου.
Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η λέξη «γνώμη» έχει πολλές και διαφορετικές
σημασίες. Άλλοτε σημαίνει τη συμβουλή, όπως το λέει ο θείος απόστολος:
«Για τις παρθένες δεν έχω εντολή από τον Κύριο, αλλά λέω τη συμβουλή
μου»· άλλοτε σημαίνει βουλή, όπως όταν λέει ο προφήτης Δαβίδ:
«Σκέφθηκαν κακή βουλή ενάντια στο λαό σου»· άλλοτε σημαίνει απόφαση,
όπως λέει ο Δανιήλ: «Για ποιόν βγήκε αυτή η ντροπιαστική απόφαση;»·
άλλοτε το όνομα της γνώμης χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πίστη, την
άποψη, το φρόνημα και, μ’ ένα λόγο, έχει είκοσι οκτώ σημασίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 59. Περὶ ἐνεργειῶν τῶν ἐν τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ
Δύο δὲ καὶ τὰς ἐνεργείας φαμὲν ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Εἶχε γὰρ, ὡς μὲν Θεὸς καὶ τῷ Πατρὶ ὁμοούσιος, τὴν θείαν ἐνέργειαν,
καὶ ὡς ἄνθρωπος γενόμενος καὶ ἡμῖν ὁμοούσιος τῆς ἀνθρωπίνης
φύσεως τὴν ἐνέργειαν.
Ἰστέον δέ, ὡς ἄλλο ἐστὶν ἐνέργεια καὶ ἄλλο ἐνεργητικὸν καὶ ἄλλο
ἐνέργημα καὶ ἄλλο ἐνεργῶν. Ἐνέργεια μὲν οὖν ἐστιν ἡ δραστικὴ
καὶ οὐσιώδης τῆς φύσεως κίνησις· ἐνεργητικὸν δὲ ἡ φύσις,
ἐξ ἧς ἡ ἐνέργεια πρόεισιν· ἐνέργημα δὲ τὸ τῆς ἐνεργείας ἀποτέλεσμα·
ἐνεργῶν δὲ ὁ κεχρημένος τῇ ἐνεργείᾳ, ἤτοι ἡ ὑπόστασις. Λέγεται δὲ
καὶ ἡ ἐνέργεια ἐνέργημα, καὶ τὸ ἐνέργημα ἐνέργεια, ὡς καὶ τὸ κτίσμα
κτίσις· οὕτω γάρ φαμέν· πᾶσα ἡ κτίσις, τὰ κτίσματα δηλοῦντες.
Ἰστέον, ὡς ἡ ἐνέργεια κίνησίς ἐστι καὶ ἐνεργεῖται μᾶλλον ἢ ἐνεργεῖ,
καθώς φησιν ὁ θεηγόρος Γρηγόριος ἐν τῷ περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
λόγῳ· «Εἰ δὲ ἐνέργειά ἐστιν, ἐνεργηθήσεται δηλονότι καὶ οὐκ
ἐνεργήσει καὶ ὁμοῦ τῷ ἐνεργηθῆναι παύσεται».
Δεῖ δὲ γινώσκειν, ὅτι αὐτὴ ἡ ζωὴ ἐνέργειά ἐστι καὶ ἡ τροπὴ τοῦ ζῴου
ἐνέργεια, καὶ πᾶσα ἡ τοῦ ζῴου οἰκονομία, ἥ τε θρεπτικὴ καὶ
αὐξητικὴ, ἤγουν φυτικὴ, καὶ ἡ καθ᾿ ὁρμὴν κίνησις, ἤγουν αἰσθητικὴ
καὶ ἡ νοερὰ καὶ αὐτεξούσιος κίνησις. Δυνάμεως δὲ ἀποτέλεσμα
ἡ ἐνέργεια. Εἰ οὖν ταῦτα πάντα θεωροῦμεν ἐν τῷ Χριστῷ, ἄρα καὶ
ἀνθρωπίνην ἐνέργειαν ἐπ᾿ αὐτοῦ φήσομεν.
Ἐνέργεια λέγεται τὸ πρῶτον ἐν ἡμῖν συνιστάμενον νόημα· καὶ ἔστιν
ἁπλῆ καὶ ἄσχετος ἐνέργεια τοῦ νοῦ καθ᾿ αὑτὸν ἀφανῶς τὰ ἴδια
νοήματα προβαλλομένου, ὧν χωρὶς οὐδὲ νοῦς ἂν κληθείη δικαίως.
Λέγεται δὲ πάλιν ἐνέργεια καὶ ἡ διὰ τῆς προφορᾶς τοῦ λόγου
φανέρωσις καὶ ἐξάπλωσις τῶν νενοημένων. Αὕτη δὲ οὐκέτι ἄσχετός
ἐστι καὶ ἁπλῆ, ἀλλ᾿ ἐν σχέσει θεωρουμένη ἐκ νοήματος καὶ λόγου
συντεθειμένη. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ σχέσις, ἣν ἔχει ὁ ποιῶν πρὸς τὸ
γινόμενον, ἐνέργειά ἐστι· καὶ αὐτὸ τὸ ἀποτελούμενον ἐνέργεια
λέγεται. Καὶ τὸ μέν ἐστι ψυχῆς μόνης, τὸ δὲ ψυχῆς σώματι
κεχρημένης, τὸ δὲ σώματος νοερῶς ἐψυχωμένου, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα·
ὁ νοῦς γὰρ προθεωρήσας τὸ ἐσόμενον οὕτω διὰ τοῦ σώματος
ἐργάζεται. Τῆς ψυχῆς τοίνυν ἐστὶν ἡ ἡγεμονία· κέχρηται γὰρ
ὡς ὀργάνῳ τῷ σώματι, ἄγουσα τοῦτο καὶ ἰθύνουσα. Ἑτέρα δέ ἐστιν
ἡ τοῦ σώματος ἐνέργεια, ἀγομένου ὑπὸ τῆς ψυχῆς καὶ κινουμένου.
Τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τοῦ μὲν σώματος ἡ ἁφὴ καὶ ἡ κράτησις καὶ
ἡ τοῦ ποιουμένου οἱονεὶ περιένεξις, τῆς δὲ ψυχῆς ἡ τοῦ γινομένου
οἱονεὶ μόρφωσις καὶ σχηματισμός.
Οὕτω καὶ περὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ μὲν
τῶν θαυμάτων δύναμις τῆς θεότητος αὐτοῦ ὑπῆρχεν ἐνέργεια,
ἡ δὲ χειρουργία καὶ τὸ θελῆσαι καὶ τὸ εἰπεῖν «θέλω, καθαρίσθητι»,
τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ ὑπῆρχεν ἐνέργεια. Ἀποτέλεσμα δὲ
τῆς μὲν ἀνθρωπίνης ἡ τῶν ἄρτων κλάσις, τὸ ἀκοῦσαι τὸν λεπρόν,
τὸ «θέλω», τῆς δὲ θείας ὁ τῶν ἄρτων πληθυσμὸς καὶ ἡ τοῦ λεπροῦ
κάθαρσις. Δι᾿ ἀμφοτέρων γάρ, διά τε τῆς ψυχικῆς ἐνεργείας καὶ
τοῦ σώματος, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν συγγενῆ καὶ ἴσην ἐνεδείκνυτο
αὐτοῦ τὴν θείαν ἐνέργειαν.
Ὥσπερ γὰρ τὰς φύσεις ἡνωμένας γινώσκομεν καὶ τὴν ἐν ἀλλήλαις
ἐχούσας περιχώρησιν καὶ τὴν τούτων διαφορὰν οὐκ ἀρνούμεθα,
ἀλλὰ καὶ ἀριθμοῦμεν καὶ ἀδιαιρέτους ταύτας γινώσκομεν, οὕτω
καὶ τῶν θελημάτων καὶ τῶν ἐνεργειῶν καὶ τὸ συναφὲς γινώσκομεν
καὶ τὸ διάφορον ἐπιγινώσκομεν καὶ ἀριθμοῦμεν καὶ διαίρεσιν
οὐκ εἰσάγομεν· ὃν τρόπον γὰρ ἡ σὰρξ καὶ τεθέωται καὶ μεταβολὴν
τῆς οἰκείας οὐ πέπονθε φύσεως, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὸ θέλημα
καὶ ἡ ἐνέργεια καὶ τεθέωνται καὶ τῶν οἰκείων οὐκ ἐξίστανται ὅρων·
εἷς γάρ ἐστιν ὁ τοῦτο κἀκεῖνο ὤν, καὶ οὕτως κἀκείνως, ἤτοι θεϊκῶς τε
καὶ ἀνθρωπίνως θέλων καὶ ἐνεργῶν.
Δύο τοίνυν τὰς ἐνεργείας ἐπὶ Χριστοῦ λέγειν ἀναγκαῖον
διὰ τὸ διττὸν τῆς φύσεως· ὧν γὰρ ἡ φύσις παρηλλαγμένη,
τούτων διάφορος ἡ ἐνέργεια, καὶ ὧν ἡ ἐνέργεια παρηλλαγμένη,
τούτων ἡ φύσις διάφορος. Καὶ τὸ ἀνάπαλιν· ὧν ἡ φύσις ἡ αὐτή,
τούτων καὶ ἡ ἐνέργεια ἡ αὐτή, καὶ ὧν ἡ ἐνέργεια μία, τούτων
καὶ ἡ οὐσία μία, κατὰ τοὺς θεηγόρους πατέρας. Ἀνάγκη τοίνυν
δυοῖν θάτερον ἢ μίαν ἐνέργειαν ἐπὶ Χριστοῦ λέγοντας μίαν λέγειν
καὶ τὴν οὐσίαν ἤ, εἴπερ τῆς ἀληθείας ἐχόμεθα καὶ δύο τὰς οὐσίας
εὐαγγελικῶς τε καὶ πατρικῶς ὁμολογοῦμεν, δύο καὶ τὰς ἐνεργείας
καταλλήλως αὐτοῖς ἑπομένους συνομολογεῖν· ὁμοούσιος γὰρ ὢν
τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα ἴσος ἔσται καὶ κατὰ τὴν
ἐνέργειαν· ὁμοούσιος δὲ ὢν ἡμῖν ὁ αὐτὸς κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα,
ἴσος ἔσται καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν. Φησὶ γοῦν ὁ μακάριος Γρηγόριος,
ὁ Νυσαέων ἐπίσκοπος· «Ὧν δὲ ἡ ἐνέργεια μία, τούτων πάντως
καὶ ἡ δύναμις ἡ αὐτή· πᾶσα γὰρ ἐνέργεια δυνάμεώς ἐστιν
ἀποτέλεσμα». Ἀδύνατον δὲ ἀκτίστου καὶ κτιστῆς φύσεως μίαν φύσιν
ἢ δύναμιν ἢ ἐνέργειαν εἶναι. Εἰ δὲ μίαν Χριστοῦ τὴν ἐνέργειαν
εἴποιμεν, τῇ τοῦ Λόγου θεότητι προσάψομεν τῆς νοερᾶς ψυχῆς
τὰ πάθη, φόβον φημὶ καὶ λύπην καὶ ἀγωνίαν.
Εἰ δὲ λέγοιεν, ὡς περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος διαλεγόμενοι οἱ πατέρες
οἱ ἅγιοι ἔφασαν· «ὧν ἡ οὐσία μία, τούτων καὶ ἡ ἐνέργεια, καὶ ὧν
διάφορος ἡ οὐσία, τούτων διάφορος καὶ ἡ ἐνέργεια», καὶ ὡς οὐ χρὴ
τὰ τῆς «θεολογίας» ἐπὶ τὴν «οἰκονομίαν» μετάγειν, ἐροῦμεν· εἰ ἐπὶ τῆς
«θεολογίας» μόνον εἴρηται τοῖς πατράσι, καὶ οὐκ ἔτι μετὰ
τὴν σάρκωσιν τῆς αὐτῆς ἐνεργείας ὁ Υἱὸς τῷ Πατρὶ οὐδὲ τῆς αὐτῆς
ἔσται οὐσίας. Τίνι δὲ ἀπονεμοῦμεν τὸ «ὁ Πατήρ μου ἕως ἄρτι
ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι», καὶ· «ἃ βλέπει τὸν Πατέρα ποιοῦντα,
ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ», καὶ· «εἰ ἐμοὶ οὐ πιστεύετε, τοῖς ἔργοις
μου πιστεύσατε», καὶ· «τὰ ἔργα, ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ»,
καὶ· «ὥσπερ ὁ Πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεῖ, οὕτω
καὶ ὁ Υἱός, οὓς θέλει, ζωοποιεῖ»; Ταῦτα γὰρ πάντα οὐ μόνον
ὁμοούσιον καὶ μετὰ σάρκωσιν τῷ Πατρὶ δείκνυσιν αὐτόν, ἀλλὰ καὶ
τῆς αὐτῆς ἐνεργείας.
Καὶ πάλιν· Εἰ ἡ περὶ τὰ ὄντα πρόνοια οὐ μόνον Πατρὸς καὶ Ἁγίου
Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐστι καὶ μετὰ σάρκωσιν, ἐνέργεια δὲ
τοῦτό ἐστιν· ἄρα καὶ μετὰ σάρκωσιν τῆς αὐτῆς ἐστιν ἐνεργείας τῷ Πατρί.
Εἰ δέ ἐκ τῶν θαυμάτων τῆς αὐτῆς οὐσίας ὄντα τῷ Πατρὶ
τὸν Χριστὸν ἔγνωμεν, ἐνέργεια δὲ Θεοῦ τυγχάνει τὰ θαύματα,
ἄρα καὶ μετὰ σάρκωσιν τῆς αὐτῆς ἐνεργείας ἐστὶ τῷ Πατρί.
Εἰ δὲ μία ἐνέργεια τῆς θεότητος αὐτοῦ καὶ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ,
σύνθετος ἔσται, καὶ ἔσται ἢ ἑτέρας ἐνεργείας παρὰ τὸν Πατέρα
ἢ καὶ ὁ Πατὴρ συνθέτου ἐνεργείας ἔσται. Εἰ δὲ συνθέτου ἐνεργείας,
δῆλον ὅτι καὶ φύσεως.
Εἰ δὲ εἴποιεν, ὅτι τῇ ἐνεργείᾳ πρόσωπον συνεισάγεται, ἐροῦμεν, ὅτι,
εἰ τῇ ἐνεργείᾳ πρόσωπον συνεισάγεται, κατὰ τὴν εὔλογον
ἀντιστροφὴν καὶ τῷ προσώπῳ ἐνέργεια συνεισαχθήσεται,
καὶ ἔσονται, ὥσπερ τρία πρόσωπα, ἤτοι ὑποστάσεις,
τῆς Ἁγίας Τριάδος, οὕτω καὶ τρεῖς ἐνέργειαι, ἢ ὥσπερ μία ἐνέργεια,
οὕτω καὶ ἓν πρόσωπον καὶ μία ὑπόστασις. Οἱ δὲ ἅγιοι πατέρες
συμφώνως εἰρήκασι τὰ τῆς αὐτῆς οὐσίας καὶ τῆς αὐτῆς εἶναι ἐνεργείας.
Ἔτι δέ, εἰ τῇ ἐνεργείᾳ πρόσωπον συνεισάγεται, οἱ μήτε μίαν μήτε
δύο Χριστοῦ τὰς ἐνεργείας λέγειν θεσπίσαντες, οὔτε ἓν πρόσωπον
αὐτοῦ λέγειν οὔτε δύο προσέταξαν.
Καὶ ἐπὶ τῆς πεπυρακτωμένης δέ μαχαίρας, ὥσπερ αἱ φύσεις
σῴζονται τοῦ τε πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, οὕτω καὶ αἱ δύο ἐνέργειαι
καὶ τὰ τούτων ἀποτελέσματα. Ἔχει γὰρ ὁ μὲν σίδηρος τὸ τμητικόν,
τὸ δὲ πῦρ τὸ καυστικόν, καὶ ἡ τομὴ μὲν τῆς τοῦ σιδήρου ἐνεργείας
ἐστὶν ἀποτέλεσμα, ἡ δὲ καῦσις τοῦ πυρός· καὶ σῴζεται τὸ τούτων
διάφορον ἐν τῇ κεκαυμένῃ τομῇ καὶ ἐν τῇ τετμημένῃ καύσει, εἰ καὶ
μήτε ἡ καῦσις τῆς τομῆς δίχα γίγνοιτο μετὰ τὴν ἕνωσιν μήτε ἡ τομὴ
δίχα τῆς καύσεως· καὶ οὔτε διὰ τὸ διττὸν τῆς φυσικῆς ἐνεργείας
δύο πεπυρακτωμένας μαχαίρας φαμὲν οὔτε διὰ τὸ μοναδικὸν
τῆς πεπυρακτωμένης μαχαίρας σύγχυσιν τῆς οὐσιώδους αὐτῶν
διαφορᾶς ἐργαζόμεθα.
Οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ τῆς μὲν θεότητος αὐτοῦ ἡ θεία καὶ
παντοδύναμος ἐνέργεια, τῆς δὲ ἀνθρωπότητος αὐτοῦ ἡ καθ᾿ ἡμᾶς.
Ἀποτέλεσμα δὲ τῆς μὲν ἀνθρωπίνης τὸ κρατηθῆναι τὴν χεῖρα
τοῦ παιδὸς καὶ ἑλκυσθῆναι, τῆς δὲ θείας ἡ ζωοποίησις. Ἄλλο γὰρ
τοῦτο, κἀκεῖνο ἕτερον, εἰ καὶ ἀλλήλων ἀχώριστοι ὑπάρχουσιν
ἐν τῇ θεανδρικῇ ἐνεργείᾳ. Εἰ διὰ τὸ μίαν εἶναι τὴν τοῦ Κυρίου
ὑπόστασιν μία ἔσται καὶ ἡ ἐνέργεια, διὰ τὴν μίαν ὑπόστασιν
μία ἔσται καὶ ἡ οὐσία.
Καὶ πάλιν· εἰ μίαν ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ Κυρίου εἴποιμεν, ἢ θείαν ταύτην
λέξομεν ἢ ἀνθρωπίνην ἢ οὐδετέραν. Ἀλλ᾿ εἰ μὲν θείαν, Θεὸν αὐτὸν
μόνον γυμνὸν τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ἀνθρωπότητος λέξομεν. Εἰ δὲ
ἀνθρωπίνην, ψιλὸν αὐτὸν ἄνθρωπον βλασφημήσομεν. Εἰ δὲ
οὐδὲ θείαν οὐδὲ ἀνθρωπίνην, οὐδὲ Θεὸν οὐδὲ ἄνθρωπον,
οὐδὲ τῷ Πατρὶ οὐδὲ ἡμῖν ὁμοούσιον· ἐκ γὰρ τῆς ἑνώσεως
ἡ καθ᾿ ὑπόστασιν ταυτότης γέγονεν, οὐ μὴν δὲ καὶ ἡ διαφορὰ
τῶν φύσεων ἀνῄρηται. Τῆς δὲ διαφορᾶς σῳζομένης τῶν φύσεων,
σωθήσονται δηλαδὴ καὶ αἱ τούτων ἐνέργειαι· οὐ γάρ ἐστι
φύσις ἀνενέργητος.
Εἰ μία τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἡ ἐνέργεια, ἢ κτιστὴ ἔσται ἢ ἄκτιστος·
μέσον γὰρ τούτων οὐκ ἔστιν ἐνέργεια, ὥσπερ οὐδὲ φύσις.
Εἰ οὖν κτιστή, κτιστὴν μόνην δηλώσει φύσιν· εἰ δὲ ἄκτιστος,
ἄκτιστον μόνην χαρακτηρίσει οὐσίαν. Δεῖ γὰρ πάντως κατάλληλα
ταῖς φύσεσιν εἶναι τὰ φυσικά· ἀδύνατον γὰρ ἐλλιποῦς φύσεως
ὕπαρξιν εἶναι. Ἡ δὲ κατὰ φύσιν ἐνέργεια οὐ τῶν ἐκτὸς ὑπάρχει,
καὶ δῆλον, ὅτι οὔτε εἶναι οὔτε γινώσκεσθαι τὴν φύσιν δυνατὸν
ἄνευ τῆς κατά φύσιν ἐνεργείας· δι᾿ ὧν γὰρ ἐνεργεῖ ἕκαστον,
τὴν οἰκείαν φύσιν πιστοῦται, ὅπερ ἐστὶ μὴ τρεπόμενον.
Εἰ μία Χριστοῦ ἡ ἐνέργεια, ἡ αὐτὴ τῶν θείων καὶ τῶν ἀνθρωπίνων
ποιητική. Οὐδὲν δὲ τῶν ὄντων ἐν τοῖς κατὰ φύσιν μένον τὰ ἐναντία
ποιεῖν δύναται· οὐ γὰρ τὸ πῦρ ψύχει καὶ θερμαίνει, οὐδὲ ξηραίνει
καὶ ὑγραίνει τὸ ὕδωρ. Πῶς οὖν ὁ φύσει ὢν Θεὸς καὶ φύσει γενόμενος
ἄνθρωπος τά τε θαύματα καὶ τὰ πάθη μιᾷ ἐνεργείᾳ ἐπετέλεσεν;
Εἰ οὖν ἔλαβεν ὁ Χριστὸς νοῦν ἀνθρώπινον, ἤγουν ψυχὴν νοεράν τε
καὶ λογικήν, διανοηθήσεται πάντως καὶ ἀεὶ διανοηθήσεται· ἐνέργεια
δὲ νοῦ ἡ διάνοια. Ἄρα καὶ καθὸ ἄνθρωπος ἐνεργὴς ὁ Χριστὸς
καὶ ἀεὶ ἐνεργής.
Ὁ δὲ μέγας ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ
τῶν Πράξεων, δευτέρῳ λόγῳ, οὕτω φησίν· «Οὐκ ἂν τις ἁμάρτοι
καὶ τὸ πάθος αὐτοῦ πρᾶξιν καλέσας· ἐν τῷ γὰρ τὰ πάντα παθεῖν
ἐποίησε τὸ μέγα καὶ θαυμαστὸν ἐκεῖνο ἔργον τὸν θάνατον
καταλύσας καὶ τὰ ἄλλα πάντα ἐργασάμενος».
Εἰ πᾶσα ἐνέργεια φύσεώς τινος οὐσιώδης ὁρίζεται κίνησις, ὡς οἱ περὶ
ταῦτα δεινοὶ διειλήφασι, ποῦ φύσιν τις εἶδεν ἀκίνητον ἢ παντελῶς
ἀνενέργητον ἢ ἐνέργειαν εὕρηκεν οὐ φυσικῆς δυνάμεως ὑπάρχουσαν
κίνησιν; Μίαν δὲ φυσικὴν τὴν ἐνέργειαν Θεοῦ καὶ ποιήματος οὐκ ἄν
τις εὖ φρονῶν δοίη κατὰ τὸν μακάριον Κύριλλον· οὐδὲ ζωοποιεῖ
τὸν Λάζαρον ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, οὐδὲ δακρύει ἡ θεϊκὴ ἐξουσία·
τὸ μὲν γὰρ δάκρυον τῆς ἀνθρωπότητος ἴδιον, ἡ δὲ ζωὴ
τῆς ἐνυποστάτου ζωῆς. Ἀλλ᾿ ὅμως κοινῶς ἀμφοτέρων ἑκάτερα
διὰ τὸ ταὐτὸν τῆς ὑποστάσεως. Εἷς μὲν γάρ ἐστιν ὁ Χριστὸς καὶ
ἓν αὐτοῦ τὸ πρόσωπον, ἤτοι ἡ ὑπόστασις, ἀλλ᾿ ὅμως ἔχει δύο φύσεις,
τῆς θεότητος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ. Ἐκ μὲν οὖν τῆς θεότητος
ἡ δόξα φυσικῶς προϊοῦσα ἑκατέρου κοινὴ διὰ τὴν τῆς ὑποστάσεως
ἐγένετο ταυτότητα, ἐκ δὲ τῆς σαρκὸς τὰ ταπεινὰ ἑκατέρῳ κοινά·
εἷς γάρ ἐστι καὶ ὁ αὐτὸς ὁ τοῦτό τε κἀκεῖνο ὤν, ἤτοι Θεὸς καὶ
ἄνθρωπος, καὶ τοῦ αὐτοῦ, τά τε τῆς θεότητος καὶ τὰ τῆς
ἀνθρωπότητος· τὰς μὲν γὰρ θεοσημίας ἡ θεότης εἰργάζετο, ἀλλ᾿ οὐ
δίχα τῆς σαρκός, τὰ δὲ ταπεινὰ ἡ σάρξ, ἀλλ᾿ οὐ χωρὶς τῆς θεότητος.
Καὶ πασχούσῃ γὰρ τῇ σαρκὶ συνημμένη ἦν ἡ θεότης ἀπαθὴς
διαμένουσα καὶ τὰ πάθη ἐκτελοῦσα σωτήρια, καὶ ἐνεργούσῃ
τῇ τοῦ Λόγου θεότητι συνημμένος ἦν ὁ ἅγιος νοῦς νοῶν καὶ εἰδὼς
τὰ τελούμενα.
Τῶν μὲν οὖν οἰκείων αὐχημάτων ἡ θεότης τῷ σώματι μεταδίδωσιν,
αὐτὴ δὲ τῶν τῆς σαρκὸς παθῶν διαμένει ἀμέτοχος. Οὐ γάρ, ὥσπερ
διὰ τῆς σαρκὸς ἡ θεότης τοῦ Λόγου ἐνήργει, οὕτω καὶ διὰ τῆς
θεότητος ἡ σὰρξ αὐτοῦ ἔπασχεν· ὄργανον γὰρ ἡ σὰρξ τῆς θεότητος
ἐχρημάτισεν. Εἰ καὶ τοίνυν ἐξ ἄκρας συλλήψεως οὐδ᾿ ὁτιοῦν
διῃρημένον ἦν τῆς ἑκατέρας μορφῆς, ἀλλ᾿ ἑνὸς προσώπου αἱ τοῦ
παντὸς χρόνου πράξεις ἑκατέρας μορφῆς γεγόνασιν, ὅμως αὐτά,
ἅπερ ἀχωρίστως γεγένηνται, κατ᾿ οὐδένα τρόπον συγχέομεν, ἀλλά,
τί ποίας εἴη μορφῆς, ἐκ τῆς τῶν ἔργων ποιότητος αἰσθανόμεθα.
Ἐνεργεῖ τοίνυν ὁ Χριστὸς καθ᾿ ἑκατέραν αὐτοῦ τῶν φύσεων,
καὶ «ἐνεργεῖ ἑκατέρα φύσις ἐν αὐτῷ μετὰ τῆς θατέρου κοινωνίας»,
τοῦ μὲν Λόγου κατεργαζομένου, ἅπερ ἐστὶ τοῦ Λόγου,
διὰ τὴν αὐθεντίαν καὶ ἐξουσίαν τῆς θεότητος, ὅσα ἐστὶν ἀρχικὰ
καὶ βασιλικά, τοῦ δὲ σώματος ἐκτελοῦντος, ὅσα ἐστὶ τοῦ σώματος,
πρὸς τὸ βούλημα τοῦ ἑνωθέντος αὐτῷ Λόγου, οὗ καὶ γέγονεν ἴδιον.
Οὐ γὰρ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ πρὸς τὰ φυσικὰ πάθη τὴν ὁρμὴν ἐποιεῖτο
οὐδ᾿ αὐτὴν ἐκ τῶν λυπηρῶν ἀφορμὴν καὶ παραίτησιν ἢ τὰ ἔξωθεν
προσπίπτοντα ἔπασχεν, ἀλλ᾿ ἐκινεῖτο κατὰ τὴν ἀκολουθίαν
τῆς φύσεως, τοῦ Λόγου θέλοντος καὶ παραχωροῦντος οἰκονομικῶς
πάσχειν αὐτὸ καὶ πράττειν τὰ ἴδια, ἵνα διὰ τῶν ἔργων τῆς φύσεως
πιστωθῇ ἡ ἀλήθεια.
Ὥσπερ δὲ ὑπὲρ οὐσίαν οὐσιώθη ἐκ Παρθένου κυηθείς, οὕτω καὶ
ὑπὲρ ἄνθρωπον τὰ ἀνθρώπων ἐνήργει ἐπὶ ἀστάτου ὕδατος γηΐνοις
ποσὶ πορευόμενος οὐ γεωθέντος τοῦ ὕδατος, ἀλλὰ τῆς θεότητος
ὑπερφυεῖ δυνάμει συνισταμένου πρὸς τὸ ἀδιάχυτον καὶ βάρει ὑλικῶν
ποδῶν μὴ ὑπείκοντος. Οὐκ ἀνθρωπίνως γὰρ ἔπραττε τὰ ἀνθρώπινα
(οὐ γὰρ ἄνθρωπος μόνον, ἀλλὰ καὶ Θεός· ὅθεν καὶ τὰ τούτου πάθη
ζωοποιὰ καὶ σωτήρια), οὐδὲ θεϊκῶς ἐνήργει τὰ θεῖα (οὐ γὰρ Θεὸς
μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωπος· ὅθεν δι᾿ ἁφῆς καὶ λόγου
καὶ τῶν τοιούτων τὰς θεοσημίας εἰργάζετο).
Εἰ δὲ λέγοι τις, ὡς «οὐκ ἐπ᾿ ἀναιρέσει τῆς ἀνθρωπίνης ἐνεργείας
μίαν ἐνέργειαν ἐπὶ Χριστοῦ λέγομεν, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀντιδιαστελλομένη
τῇ θείᾳ ἐνεργείᾳ πάθος λέγεται ἡ ἀνθρωπίνη ἐνέργεια, κατὰ τοῦτο
μίαν ἐνέργειαν ἐπὶ Χριστοῦ λέγομεν, ἐροῦμεν· κατὰ τοῦτον τὸν
λόγον καὶ οἱ μίαν φύσιν λέγοντες οὐκ ἐπ᾿ ἀναιρέσει τῆς ἀνθρωπίνης
ταύτην λέγουσιν, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀντιδιαστελλομένη ἡ ἀνθρωπίνη φύσις
πρὸς τὴν θείαν φύσιν παθητικὴ λέγεται. Ἡμᾶς δὲ μὴ γένοιτο
τῇ πρὸς τὴν θείαν ἐνέργειαν διαστολῇ πάθος τὴν ἀνθρωπίνην
προσαγορεῦσαι κίνησιν· οὐδενὸς γάρ, καθόλου φάναι, ὕπαρξις
ἐκ παραθέσεως ἢ ἐκ συγκρίσεως γινώσκεται ἢ ὁρίζεται. Οὕτω γὰρ
ὑπαλληλαίτια εὑρεθήσονται τὰ ὄντα πράγματα· εἰ γὰρ
διὰ τὸ ἐνέργειαν εἶναι τὴν θείαν κίνησιν ἡ ἀνθρωπίνη πάθος ἐστί,
πάντως καὶ διὰ τὸ ἀγαθὴν εἶναι τὴν θείαν φύσιν πονηρὰ ἔσται
ἡ ἀνθρωπίνη· καὶ κατὰ τὴν σὺν ἀντιθέσει ἀντιστροφὴν, διὰ τὸ πάθος
λέγεσθαι τὴν ἀνθρωπίνην κίνησιν ἡ θεία κίνησις ἐνέργεια λέγεται,
καὶ διὰ τὸ πονηρὰν εἶναι τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἀγαθὴ ἔσται ἡ θεία».
Καὶ πάντα δὲ τὰ κτίσματα οὕτως ἔσται πονηρά, καὶ ψεύσεται
ὁ εἰπών· «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν».
Ἡμεῖς δέ φαμεν, ὅτι οἱ ἅγιοι πατέρες πολυτρόπως τὴν ἀνθρωπίνην
ὠνόμασαν κίνησιν πρὸς τὰς ὑποκειμένας ἐννοίας· προσηγόρευσαν
γὰρ αὐτὴν καὶ δύναμιν καὶ ἐνέργειαν καὶ διαφορὰν καὶ κίνησιν
καὶ ἰδιότητα καὶ ποιότητα καὶ πάθος, οὐ κατὰ ἀντιδιαστολὴν
τῆς θείας, ἀλλ᾿ ὡς συνεκτικὴν μὲν καὶ ἀναλλοίωτον δύναμιν,
ἐνέργειαν δὲ ὡς χαρακτηριστικὴν καὶ τὴν ἐν πᾶσι τοῖς ὁμοειδέσιν
ἀπαραλλαξίαν ἐμφαίνουσαν, διαφορὰν δὲ ὡς ἀφοριστικήν, κίνησιν
δὲ ὡς ἐνδεικτικήν, ἰδιότητα δὲ ὡς συστατικὴν καὶ μόνῃ αὐτῇ καὶ οὐκ
ἄλλῃ προσοῦσαν, ποιότητα δὲ ὡς εἰδοποιόν, πάθος δὲ ὡς κινουμένην·
πάντα γὰρ τὰ ἐκ Θεοῦ καὶ μετὰ Θεὸν πάσχει τῷ κινεῖσθαι
ὡς μὴ ὄντα αὐτοκίνησις ἢ αὐτοδύναμις· οὐ κατὰ ἀντιδιαστολὴν οὖν,
ὡς εἴρηται, ἀλλὰ κατά τὸν δημιουργικῶς αὐτοῖς ἐντεθέντα παρὰ
τῆς τὸ πᾶν συστησαμένης αἰτίας λόγον· ὅθεν καὶ μετὰ τῆς θείας
συνεκφωνοῦντες αὐτὴν ἐνέργειαν προσηγόρευσαν. Ὁ γὰρ εἰπών·
«Ἐνεργεῖ γὰρ ἑκατέρα μορφὴ μετὰ τῆς θατέρου κοινωνίας»,
τί ἕτερον πεποίηκεν ἢ ὁ εἰπών· «Καὶ γὰρ τεσσαράκοντα ἡμέρας
ἀπόσιτος μείνας, ὕστερον ἐπείνασεν»· ἔδωκε γὰρ τῇ φύσει, ὅτε ἤθελε,
τὰ ἴδια ἐνεργεῖν· ἢ οἱ διάφορον ἐν αὐτῷ φήσαντες ἐνέργειαν
ἢ οἱ διπλῆν ἢ οἱ ἄλλην καὶ ἄλλην; Ταῦτα γὰρ δι᾿ ἀντωνυμίας δύο
τὰς ἐνεργείας σημαίνουσι· καὶ δι᾿ ἀντωνυμίας γὰρ πολλάκις ὁ ἀριθμὸς
ἐνδείκνυται καὶ διὰ τοῦ εἰπεῖν θεῖόν τε καὶ ἀνθρώπινον. Ἡ γὰρ
διαφορὰ διαφερόντων ἐστὶ διαφορά· τὰ δὲ μὴ ὄντα, πῶς διοίσουσιν;
Για τις ενέργειες που έχει ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός.
Υποστηρίζουμε, επίσης, ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έχει δύο ενέργειες.
Διότι, σαν Θεός και ομοούσιος με τον Πατέρα, είχε τη θεία ενέργεια· και σαν
άνθρωπος που έγινε ομοούσιος με μας, είχε την ανθρώπινη ενέργεια.
Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι άλλο είναι η ενέργεια, άλλο το ενεργητικό
και άλλο ο ενεργών. Ενέργεια βέβαια είναι η δραστική και πραγματική
κίνηση της φύσεως· ενεργητικό είναι η φύση από την οποία προέρχεται
η ενέργεια· ενέργημα πάλι είναι το αποτέλεσμα της ενέργειας· και ενεργών
είναι αυτός που χρησιμοποιεί την ενέργεια, δηλαδή η υπόσταση. Και η
ενέργεια λέγεται ενέργημα και το ενέργημα ενέργεια, όπως και το κτίσμα
λέγεται κτίση· διότι όταν λέμε «πάσα κτίσις», εννοούμε τα κτίσματα.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ενέργεια είναι κίνηση και ενεργείται μάλλον παρά
ενεργεί, όπως λέει ο θεολόγος Γρηγόριος στο λόγο του για το Άγιο Πνεύμα:
«Εάν είναι ενέργεια, είναι φανερό ότι θα τίθεται από άλλο σε ενέργεια και δεν
θα ενεργεί, και θα σταματήσει μαζί μ’ αυτό που το ενεργεί».
Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι και η ίδια η ζωή είναι ενέργεια και
η μεταβολή των ζωντανών είναι ενέργεια και όλος ο τρόπος της ζωής τους·
δηλαδή, η θρεπτική, η αυξητική ή φυσική, και η ενστικτώδης κίνηση,
η κίνηση των αισθήσεων, του νου και του αυτεξούσιου. Η ένεργεια είναι
μάλιστα αποτέλεσμα δυνάμεως. Αν, λοιπόν, αυτά παρατηρούμε να τα έχει
ο Χριστός, είναι επόμενο να του αποδώσουμε και ανθρώπινη ενέργεια.
Ενέργεια λέγεται η πρώτη σκέψη που έρχεται στο νου μας· και είναι απλή
και ανεξάρτητη ενέργεια του νου, όταν μόνος του ο νους παρουσιάζει κρυφά
τις σκέψεις του, χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για νου.
Ενέργεια πάλι ονομάζεται η ανακοίνωση και διάδοση των σκέψεών μας
με τον προφορικό λόγο. Αυτή όμως δεν είναι ανεξάρτητη και απλή,
αλλά, αν την παρατηρήσουμε, είναι σύνθετη από τη σκέψη και το λόγο.
Ενέργεια, επίσης, είναι και η σχέση που έχει αυτός που ενεργεί σε σχέση μ’
αυτό που ενεργείται· και το αποτέλεσμα που προκύπτει καλείται ενέργεια.
Και άλλο είναι ενέργεια μόνον της ψυχής, άλλο της ψυχής που χρησιμοποιεί
το σώμα, άλλο του σώματος που έχει τη νοερή ψυχή και άλλο είναι το
αποτέλεσμα· διότι ο νους φαντάζεται αυτό που θα γίνει και έτσι το ενεργεί
με το σώμα. Η διεύθυνση βέβαια ανήκει στην ψυχή· χρησιμοποιεί όμως σαν
όργανο το σώμα, οδηγώντας και κατευθύνοντάς το. Άλλη πάλι είναι
η ενέργεια του σώματος, όταν η ψυχή το οδηγεί και το κινεί. Και το
αποτέλεσμα της ενέργειας του σώματος είναι η αφή, η κράτηση και
η περιφορά αυτού που δημιουργείται· ενώ το αποτέλεσμα της ενέργειας
της ψυχής είναι η διαμόρφωση και ο σχηματισμός, κατά κάποιο τρόπο, αυτού
που δημιουργείται.
Έτσι, και σχετικά με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, από τη μια η δύναμη
των θαυμάτων του αποτελούσε ενέργεια της θεότητός του, κι από την άλλη
η χρήση των χεριών του, η θέληση και ο λόγος του «θέλω να καθαρισθείς»
ήταν ενέργεια της ανθρωπίνης φύσεώς του. Και αποτέλεσμα
της ανθρωπίνης φύσεώς του ήταν ο τεμαχισμός των άρτων, το ν’ ακούσει
ο λεπρός το «θέλω», ενώ της θείας ήταν ο πολλαπλασιασμός των άρτων και
η θεραπεία του λεπρού. Διότι και με τα δύο, και με την ενέργεια της ψυχής
και με την ενέργεια του σώματος, αποδείκνυε ότι η θεία του ενέργεια είναι
μία και η ίδια, συγγενική και ίση (με του Πατέρα).
Όπως δηλαδή δεχόμαστε ότι οι φύσεις είναι ενωμένες και
αλληλοπεριχωρούνται, χωρίς ν’ αμφισβητούμε τη διαφορά τους,
αλλά τις αριθμούμε και τις θεωρούμε αδιαίρετες, έτσι και για τις θελήσεις
και τις ενέργειες και δεχόμαστε τη συνάφειά τους αλλά και αναγνωρίζουμε
τη διαφορά τους· τις αριθμούμε, χωρίς όμως να διακρίνουμε διαίρεση.
Όπως η σάρκα του θεώθηκε χωρίς να πάθει καμιά μεταβολή
της φύσεώς του, παρόμοια και η θέληση και η ενέργειά του
θεώθηκαν χωρίς να χάσουν τη φυσική τους κατάσταση.
Διότι ο ίδιος είναι και το ένα και το άλλο, που θέλει και ενεργεί και έτσι και
αλλιώς, δηλαδή και θεϊκά και ανθρώπινα.
Υποχρεωτικά, λοιπόν, ομολογούμε ότι δύο είναι οι ενέργειες του Χριστού,
επειδή έχει διπλή φύση. Διότι αυτά που έχουν διαφορετική φύση,
και η ενέργειά τους είναι διαφορετική· και όποια έχουν διαφορετική ενέργεια,
και η φύση τους είναι διαφορετική. Και το αντίστροφο· αυτά που έχουν ίδια
φύση, έχουν και ίδια ενέργεια· και όποια έχουν μία ενέργεια, έχουν και μία
φύση, σύμφωνα με τους θεοφώτιστους Πατέρες. Είναι ανάγκη, λοιπόν, να
παραδεχθούμε ένα από τα δύο: ή λέγοντας ότι ο Χριστός έχει μία ενέργεια
ομολογούμε ότι έχει και μία ουσία ή –εάν ακολουθούμε την αλήθεια και
ομολογούμε, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και τους Πατέρες, ότι έχει δύο ουσίες–
να δεχόμαστε συγχρόνως, όπως αρμόζει, ότι έχει και δύο ενέργειες. Διότι,
όντας ομοούσιος με το Θεό και Πατέρα στη θεία φύση, θα είναι ίσος και στη
(θεία) ενέργεια· ο ίδιος, όντας πάλι ομοούσιος με μας στην ανθρώπινη φύση,
θα είναι ίσος και στην (ανθρώπινη) ενέργεια. Διότι λέει ο μακάριος Γρηγόριος,
επίσκοπος Νύσσης: «Όποιοι έχουν μία ένέργεια, οπωσδήποτε έχουν και
την ίδια δύναμη· διότι κάθε ενέργεια είναι αποτέλεσμα της δυνάμεως».
Είναι αδύνατο, λοιπόν, η άκτιστη φύση να έχει μία και την ίδια φύση
ή δύναμη ή ενέργεια με την κτιστή. Και αν δεχθούμε ότι ο Χριστός έχει μία
ενέργεια, τότε τα πάθη της νοερής ψυχής –εννοώ το φόβο, τη λύπη και
την αγωνία– θα τ’ αποδώσουμε στη θεότητα του Λόγου.
Και αν λένε ότι, αναφερόμενοι οι άγιοι Πατέρες στην Αγία Τριάδα, τάχα
είπαν: «αυτοί που έχουν μία ουσία, έχουν και μία ενέργεια, κι αυτοί που έχουν
διαφορετική ουσία έχουν και διαφορετική ενέργεια», και ακόμη είπαν ότι δεν
πρέπει να αποδίδουμε στην οικονομία (=σχέδιο της σωτηρίας των ανθρώπων)
αυτά που ανήκουν στη θεολογία (=αφορά την εσωτερική ζωή του Θεού),
θα απαντήσουμε: αν οι Πατέρες τα είπαν αυτά μόνο για τη θεολογία και αν
ο Υιός μετά τη σάρκωσή του δεν έχει την ίδια ενέργεια με τον Πατέρα, δεν θα
έχει ούτε την ίδια ουσία. Και σε ποιόν θ’ αποδώσουμε το νόημα των φράσεων
«ο Πατέρας μου ακόμη εργάζεται, το ίδιο κι εγώ», «ο Υιός αυτά που βλέπει
να κάνει ο Πατέρας τα κάνει και αυτός», «εάν δεν πιστεύετε εμένα, πιστέψτε
στα έργα μου», «τα έργα που κάνω δίνουν μαρτυρία για μένα» και
«όπως ο Πατέρας ανασταίνει και δίνει ζωή στους νεκρούς, έτσι και ο Υιός
όποιους θέλει τους χαρίζει τη ζωή»; Διότι όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ο Υιός
όχι μόνον είναι ομοούσιος με τον Πατέρα μετά τη σάρκωση, αλλά έχει και
την ίδια ενέργεια.
Επίσης, αν η πρόνοια για τα όντα δεν ανήκει μόνο στον Πατέρα και το Άγιο
Πνεύμα, αλλά και στον Υιό και μετά την ενανθρώπησή του, και εφόσον η
πρόνοια είναι ενέργεια, επομένως και μετά τη σάρκωση ο Υιός έχει την ίδια
ενέργεια με τον Πατέρα.
Εάν πάλι αντιληφθήκαμε από τα θαύματα ότι ο Χριστός έχει την ίδια ενέργεια
με τον Πατέρα και ότι τα θαύματα αποτελούν ενέργεια του Θεού,
επομένως και μετά τη σάρκωση ο Υιός έχει την ίδια ενέργεια με τον Πατέρα.
Εάν πάλι η θεότητα και η ανθρωπότητά του έχουν μία ενέργεια, τότε αυτή
θα είναι σύνθετη και είτε θα έχει διαφορετική ενέργεια από τον Πατέρα
είτε και ο Πατέρας θα έχει σύνθετη ενέργεια. Εάν όμως έχει σύνθετη ενέργεια,
σίγουρα θα έχει και σύνθετη φύση.
Εάν όμως πουν ότι με την ενέργεια εννοείται συγχρόνως και το πρόσωπο,
θα πούμε ότι, αν με την ενέργεια εννοείται και το πρόσωπο, σύμφωνα με τη
λογική αντιστροφή, και με το πρόσωπο θα εννοείται συγχρόνως και η ενέργεια·
και θα υπάρχουν, όπως τα τρία πρόσωπα, δηλαδή οι υποστάσεις της Αγίας
Τριάδος, έτσι και τρεις ενέργειες, ή όπως ακριβώς μία ενέργεια,
έτσι και ένα πρόσωπο και μία υπόσταση. Αλλά οι άγιοι Πατέρες
έχουν πει όλοι από κοινού ότι αυτά που έχουν την ίδια ουσία, έχουν και
την ίδια ενέργεια.
Και ακόμη, αν με την ενέργεια εννοείται συγχρόνως και το πρόσωπο, τότε
αυτοί που θέσπισαν να λέμε ότι ο Χριστός δεν έχει ούτε μία ούτε δύο
ενέργειες, αυτοί καθιέρωσαν να λέμε ότι δεν έχει ούτε ένα ούτε δύο πρόσωπα.
Και όπως στο πυρακτωμένο μαχαίρι διατηρούνται οι φύσεις, της φωτιάς
και του σιδήρου, έτσι είναι δύο και οι ενέργειες και τα αποτελέσματά τους.
Έχει δηλαδή ο σίδηρος την ιδιότητα να κόβει, και έχει πάλι η φωτιά
την ιδιότητα να καίει· και το κόψιμο είναι αποτέλεσμα της ενέργειας του
σιδήρου, ενώ το κάψιμο της φωτιάς. Η διαφορά τους διατηρείται
στο καμένο κόψιμο και στο κομμένο κάψιμο, αν και μετά την ένωση
δεν θα μπορούσε να γίνει ούτε το κάψιμο δίχως το κόψιμο ούτε το κόψιμο
δίχως το κάψιμο. Και ούτε, επειδή είναι διπλή η φυσική ενέργεια, λέμε ότι
έχουμε δύο πυρακτωμένα μαχαίρια ούτε πάλι, επειδή είναι ένα το
πυρακτωμένο μαχαίρι, συγχέουμε τη διαφορά που διακρίνει
τη φύση τους.
Έτσι και στο Χριστό, η θεία και παντοδύναμη ενέργειά του ανήκει
στη θεία φύση, ενώ η ανθρώπινη ενέργεια ανήκει στην ανθρώπινη φύση του.
Αποτέλεσμα της ανθρώπινης ενέργειάς του είναι να κρατήσει και να
τραβήξει το χέρι του παιδιού, ενώ της θείας είναι η παροχή της ζωής. Διότι
άλλο είναι το ένα και άλλο το άλλο, αν και μέσα στη θεανδρική ενέργειά του
οι ενέργειες είναι αχώριστες μεταξύ τους. Εάν όμως, επειδή είναι μία η
υπόσταση του Κυρίου, πιστεύουμε ότι θα είναι και η ενέργεια του μία, τότε
εξαιτίας της μιας υποστάσεως θα έπρεπε είναι και μία η ουσία του.
Και ακόμη· αν αποδώσουμε στον Κύριο μία ενέργεια, θα πούμε ότι αυτή είναι
ή θεϊκή ή ανθρώπινη ή ούτε η μία ούτε η άλλη. Εάν πούμε ότι είναι θεϊκή,
τότε θα δεχθούμε ότι είναι Θεός χωρίς την ανθρώπινη φύση μας. Εάν πούμε
ότι είναι ανθρώπινη, τότε με ασέβεια θα τον θεωρήσουμε μόνο άνθρωπο. Και
αν πούμε ότι δεν είναι ούτε θεία ούτε ανθρώπινη, θα δεχθούμε ότι δεν είναι
ούτε Θεός ούτε άνθρωπος ούτε ομοούσιος με τον Πατέρα του και με μας.
Διότι η ταυτότητα της υποστάσεως προήλθε από την ένωση, αλλά και
ανατράπηκε η διαφορά των φύσεων. Αν όμως διατηρηθεί η διαφορά των
φύσεων, σίγουρα θα διατηρηθούν και οι ενέργειές τους· διότι δεν υπάρχει
φύση χωρίς ενέργεια.
Εάν η ενέργεια του Δεσπότη Χριστού είναι μία, θα είναι ή κτιστή ή άκτιστη·
διότι δεν υπάρχει ενδιάμεση ενέργεια, όπως δεν υπάρχει και φύση.
Εάν είναι κτιστή, θα φανερώσει μόνο κτιστή φύση· εάν είναι άκτιστη,
θα δείξει ότι η φύση είναι άκτιστη. Διότι πρέπει τα φυσικά γνωρίσματα να
συμφωνούν απόλυτα με τις φύσεις· είναι αδύνατο η ύπαρξη να έχει
ελλιπή φύση. Η ενέργεια όμως που είναι σύμφωνη με τη φύση, δεν ανήκει
σ’ αυτά που είναι έξω απ’ αυτήν· και είναι φανερό ότι η φύση δεν μπορεί
ούτε να υπάρξει ούτε να γίνει γνωστή χωρίς τη φυσική της ενέργεια. Διότι το
καθένα, που είναι αμετάβλητο, με ό,τι ενεργεί επιβεβαιώνει τη φύση του.
Εάν η ενέργεια του Χριστού είναι μία, η ίδια θα ενεργεί και τα θεία και τα
ανθρώπινα. Κανένα όμως ον, εάν μένει στη φύση του, δεν μπορεί να ενεργεί
τα αντίθετα· για παράδειγμα, η φωτιά δεν παγώνει και θερμαίνει, ούτε το νερό
ξεραίνει και υγραίνει. Επομένως, πώς είναι δυνατόν αυτός που ήταν φύσει
Θεός και μετά έγινε άνθρωπος στη φύση, να επιτελεί με μια ενέργεια και τα
θαύματα και τα πάθη;
Αν, λοιπόν, ο Χριστός προσέλαβε ανθρώπινο νου, δηλαδή ψυχή νοερή και
λογική, οπωσδήποτε θα σκέφτεται και θα σκέφτεται διαρκώς· διότι η σκέψη
αποτελεί ενέργεια του νου. Επομένως, ο Χριστός, επειδή είναι άνθρωπος,
ενεργεί, και ενεργεί πάντοτε.
Μάλιστα ο μεγάλος άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στο δεύτερο λόγο του
στην ερμηνεία των Πράξεων, λέει τα εξής: «Δεν θα αστοχούσε κανείς να
ονόμαζε και το πάθος του πράξη· διότι με όλα τα Πάθη του πέτυχε
εκείνο το μεγάλο και θαυμαστό έργο, να καταργήσει δηλαδή το θάνατο
και να κάμει όλα τα υπόλοιπα».
Αν κάθε ενέργεια θεωρείται κίνηση της ουσίας κάποιας φύσεως, όπως λένε
οι σοφοί σχετικά μ’ αυτά, πού είδε κανείς φύση ακίνητη ή τελείως
ανενέργητη ή πού βρήκε ενέργεια, η οποία να μην είναι κίνηση φυσικής
δυνάμεως; Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα πει ότι ο Θεός και το πλάσμα
του έχουν μία ενέργεια της φύσεως, σύμφωνα με τον μακάριο Κύριλλο.
Η ανθρώπινη φύση δεν ζωοποιεί τον Λάζαρο ούτε η θεία δακρύζει· διότι
τα δάκρυα αρμόζουν στην ανθρώπινη φύση, ενώ η ζωή ανήκει σ’ Αυτόν
που την χαρίζει. Και οι δύο όμως (φύσεις) τα έχουν από κοινού, εξαιτίας
της ίδιας υποστάσεως. Διότι ένας είναι ο Χριστός και ένα το πρόσωπό του,
δηλαδή η υπόστασή του· έχει όμως δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη.
Εφόσον, λοιπόν, η δόξα πηγάζει από τη θεία φύση του, γίνεται κοινή και
στη μία και την άλλη φύση χάρη στην ταυτότητα της υποστάσεως· το ίδιο και
τα κατώτερα, που προέρχονται από την σάρκα, γίνονται κοινά και στις δύο
(φύσεις). Διότι είναι ένας και ο ίδιος αυτός που είναι και το ένα και το άλλο,
δηλαδή Θεός και άνθρωπος· και δικά του είναι τα γνωρίσματα της θείας και
ανθρωπίνης φύσεώς του. Η θεότητα, λοιπόν, έκανε τα θαύματα, όχι όμως
χωρίς τη σάρκα· η σάρκα επίσης έκανε τα κατώτερα, όχι όμως χωρίς τη
θεότητα. Και όταν η σάρκα έπασχε, η θεότητα ήταν ενωμένη μαζί της, αλλά
έμενε απαθής και πραγματοποιούσε τα σωτήρια πάθη· και όταν η θεότητα
του Λόγου ενεργούσε, ο άγιος νους του ήταν ενωμένος· σκεφτόταν
και γνώριζε αυτά που γίνονταν.
Η θεότητα, λοιπόν, μεταδίδει στο σώμα από τη δική της δόξα, ενώ η ίδια
παραμένει αμέτοχη στα πάθη της σάρκας. Διότι δεν συνέβαινε, όπως
η θεότητα του Λόγου ενεργούσε με τη σάρκα, έτσι και η σάρκα του να
πάσχει μαζί με τη θεότητά του· διότι η σάρκα υπήρξε όργανο της θεότητός
του. Παρόλο, λοιπόν, που από την αρχή της συλλήψεως δεν υπήρχε διαίρεση
σε μία ή άλλη μορφή, αλλά όλες οι πράξεις και της μιας και της άλλης μορφής
σε κάθε χρονική στιγμή ήταν πράξεις του ενός προσώπου, όμως αυτά που
έγιναν αχώριστα, δεν τα συγχέουμε με κανένα τρόπο, αλλά, τί ανήκει στην
κάθε μορφή το αντιλαμβανόμαστε από την ποιότητα των πράξεων.
Ενεργεί, λοιπόν, ο Χριστός και με τη μία και με την άλλη φύση του·
«στο πρόσωπό του ενεργεί καθεμία φύση σε κοινωνία με την άλλη φύση».
Ο Λόγος εκτελεί αυτά που ανήκουν στο Λόγο, όσα είναι γνωρίσματα
του άρχοντα και βασιλιά, εξαιτίας της αυθεντίας και εξουσίας της θείας
φύσεώς του· ενώ το σώμα εκτελεί όσα ανήκουν στο σώμα,
σύμφωνα
με τη βούληση του Λόγου που ενώθηκε μ’ αυτό και το ιδιοποιήθηκε.
Διότι (τό σώμα) δεν κινούνταν προς τα φυσικά πάθη από μόνο του,
ούτε έπασχε με αφορμή την αποφυγή από τα λυπηρά ή τις εξωτερικές
περιστάσεις, αλλά κινούνταν σύμφωνα με την τάξη της φύσεως·
ο Λόγος ήθελε και επέτρεπε για λόγους οικονομίας να πάσχει αυτό (το σώμα)
και να ενεργεί τα δικά του, ώστε να πιστοποιηθεί η αλήθεια (της σαρκώσεως)
από τις πράξεις της φύσεώς του.
Και όπως απόκτησε ύπαρξη με υπερούσιο τρόπο, καθώς η Παρθένος τον
κυοφόρησε, παρόμοια ενεργούσε και τα ανθρώπινα με υπεράνθρωπο τρόπο·
βάδιζε πάνω σε τρικυμισμένη θάλασσαμε τα πόδια, χωρίς να το νερό να γίνει
ξηρά, αλλά αντιστεκόταν με την υπερφυή δύναμη της θεότητός του και δεν
υποχωρούσε στο βάρος των υλικών ποδιών. Δεν ενεργούσε, δηλαδή, τα
ανθρώπινα με ανθρώπινο τρόπο (διότι δεν ήταν μόνον άνθρωπος, αλλά και
Θεός· γι’ αυτό και τα πάθη του φέρνουν τη ζωή και τη σωτηρία),
ούτε ενεργούσε τα θεία με θεϊκό τρόπο (διότι δεν ήταν μόνο Θεός, αλλά και
άνθρωπος· γι’ αυτό και έκαμε τα θαυμαστά σημεία με την αφή,
το λόγο και τα παρόμοια).
Εάν κάποιος λέει ότι «αποδίδουμε στο Χριστό μία ενέργεια όχι για να
καταργήσουμε την ανθρώπινη ενέργειά του, αλλά επειδή η ανθρώπινη
ενέργεια, όταν αντιπαραβάλλεται με τη θεία ενέργεια, χαρακτηρίζεται πάθος,
και γι’ αυτό το λόγο λέμε ότι ο Χριστός έχει μία ενέργεια, θα απαντήσουμε:
σύμφωνα μ’ αυτό το επιχείρημα, αυτοί που λένε μία φύση, δεν το λένε για να
καταργήσουν την ανθρώπινη, αλλά επειδή, όταν η ανθρώπινη φύση
αντιπαραβάλλεται προς τη θεία, χαρακτηρίζεται παθητική. Εμείς όμως ποτέ
δεν πρέπει να ονομάζουμε την ανθρώπινη κίνηση πάθος εξαιτίας της
αντιδιαστολής προς τη θεία ενέργεια· διότι, για να μιλήσουμε γενικά, κανενός
η ύπαρξη δεν γνωρίζεται ή προσδιορίζεται με αντιπαραβολή ή σύγκριση.
Έτσι, όσα έχουν ύπαρξη θα βρεθούν ότι είναι αλληλοεξαρτώμενα· διότι εάν η
ανθρώπινη κίνηση είναι πάθος, επειδή η θεία κίνηση είναι ενέργεια,
οπωσδήποτε, επειδή η θεία φύση είναι αγαθή, θα είναι πονηρή και η
ανθρώπινη φύση. Και σύμφωνα με την αντίθετη αντιστροφή, επειδή η
ανθρώπινη κίνηση λέγεται πάθος, η θεία κίνηση λέγεται ενέργεια, και επειδή η
ανθρώπινη φύση είναι πονηρή, η θεία φύση θα είναι αγαθή». Και έτσι, όλα τα
δημιουργήματα θα είναι πονηρά, και θα βγει ψεύτης εκείνος που είπε:
«Και είδε ο Θεός όλα τα δημιουργήματά του, και να, όλα ήταν πολύ καλά».
Εμείς όμως λέμε ότι οι άγιοι Πατέρες ονόμασαν την ανθρώπινη κίνηση
σύμφωνα με τις υποκείμενες έννοιες με πολλούς τρόπους· την είπαν, δηλαδή,
δύναμη, ενέργεια, διαφορά, κίνηση,
ιδιότητα, ποιότητα και πάθος· δεν την αντιπαρέβαλαν με τη θεία κίνηση,
αλλά την ονόμασαν δύναμη, επειδή συγκρατεί και μένει αναλλοίωτη·
την είπαν ενέργεια, επειδή χαρακτηρίζει και φανερώνει την ομοιότητα που
έχουν όλα τα ομοειδή· την είπαν διαφορά, επειδή ξεχωρίζει· την είπαν κίνηση,
επειδή δείχνει· την είπαν ιδιότητα, επειδή είναι συστατική του εαυτού της και
όχι άλλου· την είπαν ποιότητα, επειδή δείχνει το είδος· και την είπαν πάθος,
επειδή μεταβάλλεται. Διότι όλα που προέρχονται από το Θεό και είναι μετά
το Θεό μεταβάλλονται με την κίνηση, επειδή δεν κινούνται ούτε έχουν
δύναμη από μόνα τους. Την ονόμασαν, λοιπόν, όπως είπαμε, όχι με
αντιπαραβολή (στη θεία κίνηση), αλλά από τον σκοπό που τοποθέτησε μέσα
της, με δημιουργικό τρόπο, αυτός που αποτελεί την αιτία της συστάσεως του
κόσμου. Γι’ αυτό και την ονόμασαν με το όνομα ενέργεια που το εκφωνούν
για το Θεό. Διότι αυτός που είπε: «Η καθεμία μορφή ενεργεί με τη συμμετοχή
της άλλης», είπε ακριβώς το ίδιο μ’ αυτόν που είπε: «Και αφού έμεινε
νηστικός σαράντα ημέρες, ύστερα πείνασε». Επέτρεψε στη φύση, όταν ήθελε,
να ενεργεί τα δικά της. Τί θα πουν πάλι αυτοί που είπαν ότι έχει διαφορετική
ενέργεια ή οι άλλοι ότι έχει διπλή ενέργεια ή οι άλλοι ότι έχει άλλη και άλλη
ενέργεια; Διότι αυτά με τις αντωνυμίες φανερώνουν ότι οι ενέργειες είναι δύο·
και πολλές φορές με τις αντωνυμίες δηλώνεται ο αριθμός, και με την έκφραση
θείο και ανθρώπινο. Διότι η διαφορά είναι διαφορά αυτών που διαφέρουν·
ενώ αυτά που δεν υπάρχουν, πώς θα διαφέρουν;
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 60. Πρὸς τοὺς λέγοντας· εἰ δύο φύσεων καὶ ἐνεργειῶν
ὁ ἄνθρωπος, ἀνάγκη ἐπὶ Χριστοῦ τρεῖς φύσεις καὶ τοσαύτας λέγειν
τὰς ἐνεργείας.
Ὁ μὲν καθ᾿ ἕκαστα ἄνθρωπος ἐκ δύο συγκείμενος φύσεων, ψυχῆς τε
καὶ σώματος, καὶ ταύτας ἀμεταβλήτους ἔχων ἐν ἑαυτῷ δύο φύσεις
εἰκότως λεχθήσεται· σῴζει γὰρ ἑκατέρων καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν
τὴν φυσικὴν ἰδιότητα. Οὔτε γὰρ τὸ σῶμα ἀθάνατον ἀλλὰ φθαρτόν,
οὔτε ἡ ψυχὴ θνητὴ ἀλλ᾿ ἀθάνατος, οὔτε τὸ σῶμα ἀόρατον,
οὔτε ἡ ψυχὴ σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς ὁρατή, ἀλλ᾿ ἡ μὲν λογικὴ
καὶ νοερὰ καὶ ἀσώματος, τὸ δὲ παχύ τε καὶ ὁρατὸν καὶ ἄλογον.
Οὐ μιᾶς δὲ φύσεως τὰ κατ᾿ οὐσίαν ἀντιδιαιρούμενα· οὐ μιᾶς ἄρα
οὐσίας ψυχή τε καὶ σῶμα.
Καὶ πάλιν· εἰ ζῷον λογικὸν θνητὸν ὁ ἄνθρωπος, πᾶς δὲ ὅρος
τῶν ὑποκειμένων φύσεών ἐστι δηλωτικός, οὐ ταὐτὸν δὲ
κατὰ τόν τῆς φύσεως λόγον τὸ λογικὸν τῷ θνητῷ, οὐκ ἄρα
μιᾶς φύσεως εἴη ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὸν τοῦ οἰκείου ὁρισμοῦ κανόνα.
Εἰ δὲ λέγοιτό ποτε μιᾶς φύσεως ὁ ἄνθρωπος, ἀντὶ τοῦ εἴδους
τὸ τῆς φύσεως παραλαμβάνεται ὄνομα λεγόντων ἡμῶν,
ὅτι οὐ διαλλάττει ἄνθρωπος ἀνθρώπου κατά τινα φύσεως διαφοράν,
ἀλλὰ τὴν αὐτὴν σύστασιν ἔχοντες πάντες οἱ ἄνθρωποι καὶ ἐκ ψυχῆς
συντεθειμένοι καὶ σώματος καὶ δύο ἕκαστος φύσεις τελοῦντες
ὑφ᾿ ἕνα πάντες ὁρισμὸν ἀνάγονται. Καὶ οὐ παράλογον τοῦτο,
ὁπότε καὶ πάντων τῶν κτιστῶν, ὡς γενητῶν, μίαν φύσιν
ὁ ἱερὸς Ἀθανάσιος ἔφησεν ἐν τῷ κατὰ τῶν βλασφημούντων
τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον οὑτωσὶ λέγων· «Ὅτι δὲ ἄνω τῆς κτίσεώς ἐστι
τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἄλλο μὲν παρὰ τὴν τῶν γενητῶν φύσιν,
ἴδιον δὲ τῆς θεότητος, ἔξεστι πάλιν συνιδεῖν». Πᾶν γάρ, ὃ κοινῶς
καὶ ἐν πολλοῖς θεωρεῖται, οὐ τινὶ μὲν πλέον, τινὶ δὲ ἔλαττον
ὑπάρχον, οὐσία ὀνομάζεται.
Ἐπεὶ οὖν πᾶς ἄνθρωπος ἐκ ψυχῆς ἐστι συντεθειμένος καὶ σώματος,
κατὰ τοῦτο μία φύσις τῶν ἀνθρώπων λέγεται. Ἐπὶ δὲ τῆς
ὑποστάσεως τοῦ Κυρίου οὐ λέγειν δυνάμεθα μίαν φύσιν·
αἵ τε γὰρ φύσεις σῴζουσι καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἑκάστη
τὴν φυσικὴν ἰδιότητα, καὶ εἶδος Χριστῶν οὐκ ἔστι εὑρεῖν.
Οὐ γὰρ ἐγένετο ἄλλος Χριστὸς ἐκ θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος,
Θεός τε καὶ ἄνθρωπος ὁ αὐτός.
Καὶ πάλιν· Οὐ ταὐτόν ἐστι τὸ κατ᾿ εἶδος τοῦ ἀνθρώπου ἓν
καὶ τὸ κατ᾿ οὐσίαν ψυχῆς καὶ σώματος ἕν. Τὸ μὲν γὰρ κατ᾿ εἶδος
τοῦ ἀνθρώπου ἓν τὴν ἐν πᾶσι τοῖς ἀνθρώποις ἀπαραλλαξίαν
ἐνδείκνυται· τὸ δὲ κατ᾿ οὐσίαν ψυχῆς καὶ σώματος ἓν αὐτὸ τὸ εἶναι
αὐτῶν λυμαίνεται εἰς ἀνυπαρξίαν αὐτὰ παντελῆ ἄγον· ἢ γὰρ τὸ ἓν
εἰς τὴν τοῦ ἑτέρου μεταποιηθήσεται οὐσίαν ἢ ἐξ ἑτέρων ἕτερον
γενήσεται καὶ ἀμφότερα τραπήσονται, ἢ ἐπὶ τῶν ἰδίων ὅρων
μένοντα δύο φύσεις ἔσονται· οὐ γὰρ ταὐτὸν κατ᾿ οὐσίας λόγον
τὸ σῶμα τῷ ἀσωμάτῳ. Οὐκ ἀνάγκη τοίνυν ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου
μίαν φύσιν λέγοντας, οὐ διὰ τὸ ταὐτὸν τῆς οὐσιώδους ποιότητος
ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἀλλὰ διὰ τὸ ἀπαράλλακτον τῶν ὑπὸ τὸ εἶδος
ἀναγομένων ἀτόμων μίαν καὶ ἐπὶ Χριστοῦ φύσιν λέγειν, ἔνθα εἶδος
περιεκτικὸν πολλῶν ὑποστάσεων οὐκ ἔστιν.
Ἔτι δὲ πᾶσα σύνθεσις ἐκ τῶν προσεχῶς συντεθέντων συντεθεῖσθαι
λέγεται· οὐ γὰρ λέγομεν τὸν οἶκον ἐκ γῆς καὶ ὕδατος συντεθεῖσθαι,
ἀλλ᾿ ἐκ πλίνθου καὶ ξύλων. Ἐπεὶ ἀνάγκη καὶ τὸν ἄνθρωπον λέγειν
ἐκ πέντε τοὐλάχιστον συγκεῖσθαι φύσεων, ἔκ τε τῶν τεσσάρων
στοιχείων καὶ ψυχῆς. Οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
οὐ τὰ μέρη τῶν μερῶν σκοποῦμεν, ἀλλὰ τὰ προσεχῶς συντεθέντα,
θεότητά τε καὶ ἀνθρωπότητα.
Ἔτι δὲ εἰ δύο φύσεις τὸν ἄνθρωπον λέγοντες τρεῖς φύσεις ἐπί Χριστοῦ
λέγειν ἀναγκασθησόμεθα, καί ὑμεῖς ἐκ δύο φύσεων τόν ἄνθρωπον
λέγοντες ἐκ τριῶν τόν Χριστόν δογματίζετε φύσεων· ὁμοίως καί
περί ἐνεργειῶν· κατάλληλον γάρ ἀνάγκη τῇ φύσει τήν ἐνέργειαν
εἶναι. Ὅτι δέ δύο φύσεων ὁ ἄνθρωπος λέγεταί τε καί ἔστι, μάρτυς
ὁ θεολόγος Γρηγόριος· «Φύσεις μέν γάρ δύο», φάσκων, «Θεός καί
ἄνθρωπος· ἐπεί καί ψυχή καί σῶμα». Καί ἐν τῷ περί βαπτίσματος δέ
λόγῳ τοιάδε φησί· «Διττῶν δέ ὄντων ἡμῶν ἐκ ψυχῆς καί σώματος,
καί τῆς μέν ὁρατῆς τῆς δέ ἀοράτου φύσεως, διττή καί ἡ κάθαρσις
δι’ ὕδατος καί Πνεύματος».
Απάντηση σ’ αυτούς που λένε: εάν ο άνθρωπος έχει δύο φύσεις και δύο
ενέργειες, πρέπει για το Χριστό να παραδεχθούμε τρεις φύσεις και άλλες
τόσες ενέργειες.
Ο κάθε άνθρωπος χωριστά αποτελείται από δύο φύσεις, την ψυχή
και το σώμα· επειδή τις διατηρεί αμετάβλητες στο πρόσωπό του, εύλογα
λέγεται ότι έχει δύο φύσεις· διότι, και μετά την ένωση, διατηρεί τη φυσική
ιδιότητα και της μιας και της άλλης. Πράγματι, ούτε το σώμα είναι αθάνατο
αλλά θνητό, ούτε η ψυχή είναι θνητή αλλά αθάνατη· ούτε το σώμα είναι
αόρατο ούτε η ψυχή ορατή με γυμνό μάτι· αλλά η μία είναι λογική,
νοερή και ασώματη, ενώ το άλλο είναι υλικό, ορατό και χωρίς λογική.
Και εφόσον αυτά που έχουν διαφορετική ουσία δεν ανήκουν σε μία φύση,
είναι επόμενο η ψυχή και το σώμα να μην έχουν την ίδια ουσία.
Και ακόμη· ο άνθρωπος είναι λογική θνητή ύπαρξη και κάθε κατάσταση
χαρακτηρίζει τις φύσεις που υπάγονται σ’ αυτήν· δεν είναι επίσης το ίδιο
πράγμα, σύμφωνα με τη φύση, το λογικό με το θνητό· επομένως, και ο
άνθρωπος δεν θα έχει μία φύση, σύμφωνα με το παραπάνω κριτήρια που
ορίσαμε.
Αν πάλι λέμε ότι ο άνθρωπος έχει μία φύση, τότε χρησιμοποιούμε
στο λόγο μας το όνομα «φύση» αντί για το όνομα «είδος»·
διότι δεχόμαστε ότι άνθρωπος από άνθρωπο δεν διαφέρει σε κάποια φυσική
διαφορά, αλλά όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια σύσταση, είναι σύνθετοι από
ψυχή και σώμα και έχουν ο καθένας δύο φύσεις· επομένως, όλοι έχουν κοινό
ορισμό. Και αυτό δεν είναι παράδοξο, καθώς ο μέγας Αθανάσιος,
στο λόγο του γι’ αυτούς που βλασφημούν το Άγιο Πνεύμα, είπε
ότι μία είναι η φύση όλων των γενητών, διότι είναι δημιουργήματα·
το είπε ως εξής: «Είναι δυνατό να κατανοήσουμε ότι το Άγιο Πνεύμα
είναι πάνω από την κτίση και διαφορετικό από τη φύση των δημιουργημάτων,
ιδιαίτερο όμως πρόσωπο της θεότητος». Διότι, καθετί που παρατηρείται από
κοινού σε πολλά και δεν υπάρχει σ’ άλλο περισσότερο και σ’ άλλο λιγότερο,
λέγεται ουσία.
Επειδή, λοιπόν, κάθε άνθρωπος είναι σύνθετος από ψυχή και σώμα,
γι’ αυτό λέμε ότι οι άνθρωποι έχουν μία φύση. Για την υπόσταση όμως
του Κυρίου δεν μπορούμε να πούμε ότι έχει μία φύση.
Διότι οι φύσεις του διατηρούν και μετά την ένωσή τους η καθεμία
τη φυσική της ιδιότητα και δεν μπορεί να βρεθεί είδος Χριστών.
Επειδή δεν έγινε άλλος Χριστός από θεία και ανθρώπινη φύση,
ο ίδιος και Θεός και άνθρωπος.
Και ακόμη· δεν είναι το ίδιο λέγοντας «ένα» με βάση το είδος του ανθρώπου,
και λέγοντας «ένα» με βάση την ουσία της ψυχής και του σώματος. Διότι το
«ένα» με βάση το είδος του ανθρώπου, φανερώνει την ομοιότητα μεταξύ όλων
των ανθρώπων· ενώ το «ένα» με βάση την ουσία της ψυχής και του σώματος,
καταστρέφει την ίδια την ύπαρξή τους οδηγώντας τα σε τέλεια ανυπαρξία·
διότι ή το ένα θα μετατραπεί στην ουσία του άλλου, ή θα δημιουργηθεί ένα
άλλο από άλλα και θα μεταβληθούν και τα δύο, ή θα παραμείνουν στα όριά
τους και θα είναι δύο φύσεις· επειδή το σωματικό με το ασώματο δεν είναι
το ίδιο σύμφωνα με την ουσία τους. Μολονότι λέμε, λοιπόν, για τον άνθρωπο
μία φύση, όχι επειδή ταυτίζεται η ποιότητα της ψυχής και του σώματος αλλά
επειδή είναι πανομοιότυπα τα άτομα που αναφέρονται στο είδος, δεν αρμόζει
όμως να λέμε και για το Χριστό μία φύση, αφού δεν υπάρχει είδος
που να περιέχει πολλές υποστάσεις.
Ακόμη κάθε σύνθεση λέγεται ότι έχει γίνει από τα άμεσα συνθετικά της·
δεν λέμε δηλαδή ότι το σπίτι αποτελείται από χώμα και νερό, αλλά από
τούβλα και ξύλα. Επειδή είναι ανάγκη να λέμε ότι ο άνθρωπος αποτελείται
από πέντε τουλάχιστον φύσεις, δηλαδή από τέσσερα στοιχεία και την ψυχή.
Έτσι και για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό δεν εξετάζουμε τα μέρη
των μερών, αλλά αυτά που άμεσα ενώθηκαν, δηλαδή τη θεία και την
ανθρώπινη φύση.
Ακόμη, αν λέμε ότι ο άνθρωπος έχει δύο φύσεις, θα αναγκασθούμε να πούμε
ότι ο Χριστός έχει τρεις φύσεις, και εσείς με το να λέτε ότι ο άνθρωπος έχει
δύο φύσεις δογματίζετε ότι ο Χριστός έχει τρεις φύσεις· το ίδιο και για τις
ενέργειες· διότι είναι αρμονικό η ενέργεια να συμβαδίζει με τη φύση.
Ο θεολόγος Γρηγόριος μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος και λέγεται και έχει δύο
φύσεις: «Δύο φύσεις πράγματι υπάρχουν, ο Θεός και ο άνθρωπος·
επειδή υπάρχει ψυχή και σώμα». Και στο λόγο του για το βάπτισμα λέει
τα εξής: «Επειδή εμείς είμαστε διττοί, από ψυχή και σώμα, και η μία φύση
είναι ορατή ενώ η άλλη είναι αόρατη, διπλός είναι και ο καθαρισμός μας
με το νερό και το Άγιο Πνεύμα».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 61. Περί τοῦ τεθεῶσθαι τήν φύσιν τῆς τοῦ Κυρίου σαρκός
καί τό θέλημα.
Χρὴ εἰδέναι, ὡς οὐ κατὰ μεταβολὴν φύσεως ἢ τροπὴν ἢ ἀλλοίωσιν
ἢ σύγχυσιν ἡ σὰρξ τοῦ Κυρίου τεθεῶσθαι λέγεται καὶ «ὁμόθεος»
καὶ Θεὸς γενέσθαι, ὥς φησιν ὁ θεολόγος Γρηγόριος· «Ὧν τὸ μὲν
ἐθέωσε, τὸ δὲ ἐθεώθη», καὶ «θαρρῶ λέγειν ὁμόθεον», καὶ «ἄνθρωπον
γενέσθαι τὸ χρῖσαν καὶ Θεὸν τὸ χριόμενον». Ταῦτα γὰρ οὐ κατὰ
μεταβολὴν φύσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν οἰκονομικὴν ἕνωσιν,
τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν λέγω, καθ᾿ ἣν ἀδιασπάστως τῷ Θεῷ Λόγῳ
ἥνωται, καὶ τὴν ἐν ἀλλήλαις τῶν φύσεων περιχώρησιν, ὥς φαμεν
καὶ τὴν τοῦ σιδήρου πύρωσιν· ὥσπερ γὰρ τὴν ἐνανθρώπησιν
χωρὶς μεταβολῆς καὶ τροπῆς ὁμολογοῦμεν, οὕτω καὶ τὴν θέωσιν
γενέσθαι τῆς σαρκὸς δοξάζομεν. Οὔτε γὰρ διότι ὁ Λόγος σὰρξ
ἐγένετο, τῶν ὅρων ἐξέστη τῆς οἰκείας θεότητος οὔτε
τῶν προσόντων αὐτῇ θεοπρεπῶν αὐχημάτων, οὔτε μὴν ἡ σὰρξ
θεωθεῖσα τῆς οἰκείας ἐτράπη φύσεως ἢ τῶν αὐτῆς φυσικῶν ἰδιωμάτων.
Μεμενήκασι γὰρ καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν αἱ φύσεις ἀσύμφυρτοι
καὶ αἱ τούτων ἰδιότητες ἀλώβητοι. Ἡ δὲ τοῦ Κυρίου σὰρξ
τὰς θείας ἐνεργείας ἐπλούτησε διὰ τὴν πρὸς τὸν Λόγον
ἀκραιφνεστάτην ἕνωσιν, ἤτοι τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν, οὐδαμῶς
τῶν κατὰ φύσιν ἰδίων ὑποστᾶσα ἔκπτωσιν· οὐ γὰρ κατ᾿ οἰκείαν
ἐνέργειαν, ἀλλὰ διὰ τὸν ἡνωμένον αὐτῇ Λόγον τὰ θεῖα ἐνήργει,
τοῦ Λόγου δι᾿ αὐτῆς τὴν οἰκείαν ἐνδεικνυμένου ἐνέργειαν.
Καίει μὲν γὰρ ὁ πεπυρακτωμένος σίδηρος, οὐ φυσικῷ δὲ λόγῳ
τὴν καυστικὴν κεκτημένος ἐνέργειαν, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς πρὸς τὸ πῦρ
ἑνώσεως τοῦτο κεκτημένος.
Ἡ αὐτὴ τοιγαροῦν θνητή τε ἦν δι᾿ ἑαυτὴν καὶ ζωοποιὸς διὰ τὴν πρὸς
τὸν Λόγον καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν. Ὁμοίως καὶ τὴν τοῦ θελήματος
θέωσιν οὐχ ὡς μεταβληθείσης τῆς φυσικῆς κινήσεως λέγομεν,
ἀλλ᾿ ὡς ἡνωμένης τῷ θείῳ αὐτοῦ καὶ παντοδυνάμῳ θελήματι,
καὶ γεγονότος Θεοῦ ἐνανθρωπήσαντος θέλημα· ὅθεν θέλων μὲν
λαθεῖν οὐκ ἠδυνήθη δι᾿ ἑαυτοῦ εὐδοκήσαντος τοῦ Θεοῦ Λόγου
δειχθῆναι ἐν αὐτῷ ἀληθῶς ὑπάρχον τὸ ἀσθενὲς τοῦ ἀνθρωπίνου
θελήματος, θέλων δὲ τὴν τοῦ λεπροῦ ἐνήργησε κάθαρσιν
διὰ τὴν πρὸς τὸ θεῖον θέλημα ἕνωσιν.
Ἰστέον δέ, ὡς ἡ θέωσις τῆς φύσεως καὶ τοῦ θελήματος
ἐμφαντικώτατον καὶ δεικτικώτατόν ἐστι τῶν τε δύο φύσεων
καὶ τῶν δύο θελημάτων· ὥσπερ γὰρ ἡ πύρωσις οὐ μεταβάλλει
τὴν τοῦ πυρωθέντος φύσιν εἰς τὴν τοῦ πυρός, ἀλλὰ δηλοῖ
τό τε πυρωθὲν καὶ τὸ πυρῶσαν, καὶ οὐχ ἑνός, ἀλλὰ δύο ἐστὶ
δηλωτικόν, οὕτω καὶ ἡ θέωσις οὐ μίαν φύσιν ἀποτελεῖ σύνθετον,
ἀλλὰ τὰς δύο καὶ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν. Φησὶ γοῦν ὁ θεολόγος
Γρηγόριος· «Ὧν τὸ μὲν ἐθέωσε, τὸ δὲ ἐθεώθη·» «ὧν» γὰρ εἰπὼν,
καὶ «τὸ μὲν» καὶ «τὸ δὲ» δύο ἔδειξεν.
Για το ότι έχει θεωθεί η φύση της σάρκας του Κυρίου και το θέλημά της.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η σάρκα του Κυρίου δεν λέγεται ότι έχει θεωθεί
εξαιτίας μεταβολής της φύσεως ή μετατροπής ή άλλοιώσεως ή συγχύσεως
και ότι έγινε όμοια με το Θεό και Θεός η ίδια, όπως λέει ο θεολόγος
Γρηγόριος: «Απ’ αυτά το ένα θέωσε και το άλλο θεώθηκε, και τολμώ να το
ονομάσω ομόθεο· και αυτό που έχρισε έγινε άνθρωπος, ενώ αυτό
που χρίσθηκε έγινε Θεός». Αυτά δεν έγιναν με μεταβολή της φύσεως, αλλά
με ένωση κατ’ οικονομία (Θεού)· εννοώ την υποστατική ένωση, σύμφωνα
με την οποία ενώθηκε αδιάσπαστα με το Λόγο του Θεού· εννοώ την
αλληλοπεριχώρηση των φύσεων, όπως συμβαίνει με την πυράκτωση του
σιδήρου· διότι, όπως ομολογούμε την ενανθρώπηση χωρίς μεταβολή και
μετατροπή, έτσι πιστεύουμε ότι έγινε και η θέωση της σάρκας. Ο Λόγος,
δηλαδή, επειδή έγινε σάρκα, δεν βγήκε έξω από τα όρια της θεϊκής του
φύσεως και από την θεοπρεπή του δόξα· ούτε όμως η σάρκα,
επειδή θεώθηκε, άλλαξε τη δική της φύση και τα φυσικά της γνωρίσματα.
Οι φύσεις, δηλαδή, και μετά την ένωσή τους έμειναν ασύγχυτες,
και οι ιδιότητές τους απείραχτες. Η σάρκα του Κυρίου μάλιστα
πλουτίστηκε με τις θείες ενέργειες, εξαιτίας της πλήρους ενώσεώς της
με το Λόγο· χάρη, δηλαδή, στην υποστατική ένωση, χωρίς καθόλου
να χάσει τα φυσικά της γνωρίσματα. Διότι, δεν ενεργούσε τα θεία σύμφωνα
με τη δική της ενέργεια, αλλά χάρη στο Λόγο που ήταν ενωμένος μαζί της·
καθώς ο Λόγος μέσω αυτής (της σάρκας) φανέρωνε την ενέργειά του.
Όπως ο πυρακτωμένος σίδηρος καίει χωρίς να έχει αποκτήσει
την καυστική ενέργεια με φυσική αιτία, αλλά εξαιτίας της ενώσεώς του
με τη φωτιά.
Η ίδια, λοιπόν, η σάρκα ήταν θνητή εξαιτίας του εαυτού της, αλλά και
ζωοοποιά εξαιτίας της υποστατικής ενώσεώς της με το Λόγο. Παρόμοια
λέμε και για τη θέωση του θελήματος· δεν άλλαξε η φυσική του κίνηση·
αλλά, αφότου ενώθηκε με το θείο και παντοδύναμο θέλημα, έγινε το θέλημα
του Θεού που ενανθρώπησε. Γι’ αυτό, όταν (το ανθρώπινο θέλημα) θέλησε
να κρυφτεί, δεν τα κατάφερε· διότι ο Θεός Λόγος θέλησε να φανεί
ότι πράγματι υπάρχει στον εαυτό του το αδύναμο ανθρώπινο θέλημα·
όταν θέλησε, ενήργησε τον καθαρισμό του λεπρού, χάρη στην ένωση
με το θείο θέλημα.
Πρέπει να γνωρίζουμε ακόμη ότι η θέωση της φύσεως και της θελήσεως
είναι εμφαντική και δεικτική και των δύο φύσεων και των δύο θελήσεων.
Διότι όπως η πυράκτωση δεν μεταβάλλει σε φωτιά τη φύση
αυτού που πυρακτώνεται, αλλά φανερώνει και αυτό που πυρακτώθηκε
και αυτό που πυράκτωσε και δεν δηλώνει ένα πράγμα αλλά δύο,
έτσι και η θέωση δεν δημιουργεί μία σύνθετη φύση, αλλά μία υποστατική
ένωση δύο φύσεων. Λέει, λοιπόν, ο θεολόγος Γρηγόριος:
«Απ’ αυτά το ένα θέωσε και το άλλο θεώθηκε»· με το να πει «απ’ αυτά»
και «το ένα» και «το άλλο» φανέρωσε δύο φύσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 62. Ἔτι περὶ θελημάτων καὶ αὐτεξουσίων νοῶν τε
καὶ γνώσεων καὶ σοφιῶν
Θεὸν τέλειον καὶ ἄνθρωπον τέλειον λέγοντες τὸν Χριστὸν πάντως
πάντα δώσομεν, τά τε τοῦ Πατρὸς φυσικὰ τά τε τῆς μητρός· γέγονε
γὰρ ἄνθρωπος, ἵνα τὸ νικηθὲν νικήσῃ. Οὐκ ἀδύνατος γὰρ ἦν
ὁ τὰ πάντα δυνάμενος καὶ τῇ παντοδυνάμῳ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ
καὶ δυνάμει ἐξελέσθαι τοῦ τυραννοῦντος τὸν ἄνθρωπον,
ἀλλ᾿ ἦν ἐγκλήματος τῷ τυραννοῦντι ὑπόθεσις ἄνθρωπον νικήσαντι
καὶ ὑπὸ Θεοῦ βιασθέντι. Αὐτὸν οὖν τὸν πεσόντα νικητὴν ἀναδεῖξαι
βουληθεὶς ὁ συμπαθὴς Θεὸς καὶ φιλάνθρωπος, ἄνθρωπος γίνεται
τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον ἀνακαλούμενος.
Ὅτι δὲ λογικὸν καὶ νοερὸν ζῷον ὁ ἄνθρωπος, οὐδεὶς ἀντερεῖ.
Πῶς οὖν ἄνθρωπος γέγονεν, εἰ σάρκα ἄψυχον ἢ ψυχὴν ἄνουν
ἀνέλαβεν; Οὐ τοῦτο γὰρ ἄνθρωπος. Τί δὲ καὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως
ἀπωνάμεθα τοῦ πρωτοπαθήσαντος μὴ σεσωσμένου
μηδὲ τῇ συναφείᾳ τῆς θεότητος ἀνακεκαινισμένου τε
καὶ νενευρωμένου; «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον».
Ἀναλαμβάνει τοίνυν ὅλον τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸ τούτου κάλλιστον
ὑπὸ ἀρρωστίαν πεσόν, ἵνα ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται.
Νοῦς δὲ ἄσοφος ἐστερημένος τε γνώσεως οὐκ ἂν εἴη ποτέ·
εἰ γὰρ ἀνενέργητος καὶ ἀκίνητος, καὶ ἀνύπαρκτος πάντως.
Τὸ κατ᾿ εἰκόνα ἀνακαινίσαι βουλόμενος ὁ Θεὸς Λόγος γέγονεν
ἄνθρωπος. Τί δὲ τὸ κατ᾿ εἰκόνα εἰ μὴ ὁ νοῦς; Τὸ κρεῖττον οὖν παρεὶς
τὸ χεῖρον ἀνέλαβε; Νοῦς γὰρ ἐν μεταιχμίῳ ἐστὶ Θεοῦ καὶ σαρκός,
τῆς μὲν ὡς σύνοικος, τοῦ Θεοῦ δὲ ὡς εἰκών. Νοῦς οὖν νοῒ μίγνυται,
καὶ μεσιτεύει νοῦς Θεοῦ καθαρότητι καὶ σαρκὸς παχύτητι·
εἰ γὰρ ψυχὴν ἄνουν ὁ Κύριος ἀνέλαβεν, ἀλόγου ζῴου ψυχὴν
ἀνέλαβεν.
Εἰ δέ, ὅτι σάρκα γενέσθαι τὸν Λόγον, ἔφη ὁ Εὐαγγελιστής, ἰστέον
ὡς παρὰ τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ ποτὲ μὲν ψυχὴ λέγεται ὁ ἄνθρωπος ὡς τὸ
«ἐν ἑβδομήκοντα πέντε ψυχαῖς εἰσῆλθεν Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον»,
ποτὲ δὲ σὰρξ ὡς τὸ» ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ».
Οὐ σὰρξ τοίνυν ἄψυχος οὐδὲ ἄνους, ἀλλ᾿ ἄνθρωπος γέγονεν
ὁ Κύριος. Φησὶ γοῦν αὐτός· «Τί με δέρεις ἄνθρωπον, ὃς τὴν ἀλήθειαν
ὑμῖν λελάληκα;» Ἀνέλαβε τοίνυν σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε
καὶ νοερᾷ, ἡγεμονικῇ μὲν τῆς σαρκός, ἡγεμονευομένῃ δὲ
ὑπὸ τῆς τοῦ Λόγου θεότητος.
Εἶχε μὲν οὖν φυσικῶς καὶ ὡς Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος τὸ θέλειν,
εἵπετο δὲ καὶ ὑπετάσσετο τῷ αὐτοῦ θελήματι τό ἀνθρώπινον
μὴ κινούμενον γνώμῃ ἰδίᾳ, ἀλλὰ ταῦτα θέλον, ἃ τὸ θεῖον αὐτοῦ
ἤθελε θέλημα. Παραχωρούσης γὰρ τῆς θείας θελήσεως ἔπασχε
τὰ ἴδια φυσικῶς. Ὅτε μὲν γὰρ παρῃτεῖτο τὸν θάνατον,
φυσικῶς τῆς θείας αὐτοῦ θελησάσης θελήσεως καὶ παραχωρησάσης
παρῃτήσατο τὸν θάνατον, ἠγωνίασέ τε καὶ ἐδειλίασε.
Καὶ ὅτε ἤθελεν ἡ θεία αὐτοῦ θέλησις αἱρεῖσθαι τὴν ἀνθρωπίνην
αὐτοῦ θέλησιν τὸν θάνατον, ἑκούσιον αὐτῇ τὸ πάθος ἐγίνετο·
οὐ γὰρ καθὸ Θεὸς μόνον ἑκουσίως ἑαυτὸν παρέδωκεν εἰς θάνατον,
ἀλλὰ καὶ καθὸ ἄνθρωπος· ὅθεν τὴν κατὰ τοῦ θανάτου τόλμαν
καὶ ἡμῖν ἐχαρίσατο.
Οὕτω γοῦν πρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους φησί· «Πάτερ, εἰ δυνατόν,
παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο»· δηλονότι ὡς ἄνθρωπος
τὸ ποτήριον πίνειν ἔμελλεν, οὐ γὰρ ὡς Θεός. Ὡς ἄνθρωπος τοίνυν
θέλει τὸ ποτήριον παρελθεῖν· ταῦτα τῆς φυσικῆς δειλίας τὰ ῥήματα.
«Πλὴν μὴ τὸ ἐμὸν γινέσθω θέλημα», ἤτοι καθ᾿ ὅ σοῦ ἑτεροούσιός εἰμι,
«ἀλλὰ τὸ σὸν» ἤτοι, τὸ ἐμὸν καὶ σόν, καθ᾿ ὅ σοί πέφυκα ὁμοούσιος·
ταῦτα τῆς εὐτολμίας τὰ ῥήματα. Πρότερον γὰρ τῆς φυσικῆς
ἀσθενείας πειραθεῖσα κατ᾿ αἴσθησιν τὴν ἐπὶ τῷ χωρισμῷ
τοῦ σώματος καὶ φυσικὴν συμπάθειαν παθοῦσα ἡ τοῦ Κυρίου ψυχὴ
ὡς ἀληθῶς ἀνθρώπου γενομένου κατ᾿ εὐδοκίαν αὐτοῦ,
αὖθις τῷ θείῳ νευρωθεῖσα θελήματι τοῦ θανάτου καταθαρρύνεται.
Ἐπειδὴ γὰρ ὁ αὐτὸς ὅλος ἦν Θεὸς μετὰ τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ
καὶ ὅλος ἄνθρωπος μετὰ τῆς αὐτοῦ θεότητος, αὐτὸς ὡς ἄνθρωπος
ἐν ἑαυτῷ καὶ δι᾿ ἑαυτοῦ ὑπέταξε τὸ ἀνθρώπινον τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ
τύπον ἡμῖν ἑαυτὸν ἄριστον καὶ ὑπογραμμὸν διδοὺς καὶ ὑπήκοος
τῷ Πατρὶ γέγονεν.
Αὐτεξουσίως δὲ ἤθελε τῷ τε θείῳ καὶ τῷ ἀνθρωπίνῳ θελήματι·
πάσῃ γὰρ λογικῇ φύσει πάντως ἐμπέφυκε τὸ αὐτεξούσιον θέλημα.
Εἰς τί γὰρ ἕξει τὸ λογικὸν μὴ αὐτεξουσίως λογιζομένη; Τὴν μὲν γὰρ
φυσικὴν ὄρεξιν καὶ τοῖς ἀλόγοις ζῴοις ὁ Δημιουργὸς ἐνέσπειρε
πρὸς σύστασιν τῆς οἰκείας φύσεως αὐτὰ ἄγουσαν· λόγου γὰρ
ἀμοιροῦντα οὐ δύναται ἄγειν, ἀλλ᾿ ἄγεται ὑπὸ τῆς φυσικῆς ὀρέξεως.
Ὅθεν ἅμα ἡ ὄρεξις γένηται, εὐθέως καὶ ἡ πρὸς τὴν πρᾶξιν ὁρμή·
οὐ γὰρ λόγῳ ἢ βουλῇ ἢ σκέψει ἢ κρίσει κέχρηται. Ὅθεν οὔτε
ὡς ἀρετὴν μετιόντα ἐπαινεῖται καὶ μακαρίζεται οὔτε ὡς κακίαν
πράττοντα κολάζεται. Ἡ δὲ λογικὴ φύσις ἔχει μὲν τὴν φυσικὴν ὄρεξιν
κινουμένην, ὑπὸ δὲ τοῦ λόγου ἀγομένην τε καὶ ῥυθμιζομένην
ἐπὶ τῶν φυλασσόντων τὸ κατὰ φύσιν· τοῦ γὰρ λόγου τὸ προτέρημα
τοῦτό ἐστιν, ἡ αὐτεξούσιος θέλησις, ἥντινα φυσικὴν ἐν τῷ λογικῷ
φαμεν κίνησιν. Διὸ καὶ ὡς ἀρετὴν μετιοῦσα ἐπαινεῖται
καὶ μακαρίζεται καὶ ὡς κακίαν μετιοῦσα κολάζεται.
Ὥστε ἤθελε μὲν αὐτεξουσίως κινουμένη ἡ τοῦ Κυρίου ψυχή,
ἀλλ᾿ ἐκεῖνα αὐτεξουσίως ἤθελεν, ἃ ἡ θεία αὐτοῦ θέλησις ἤθελε
θέλειν αὐτήν· οὐ γὰρ νεύματι τοῦ Λόγου ἡ σὰρξ ἐκινεῖτο (καὶ Μωσῆς
γὰρ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι νεύματι θείῳ ἐκινοῦντο), ἀλλ᾿ ὁ αὐτὸς εἷς ὢν
Θεός τε καὶ ἄνθρωπος κατά τε τὴν θείαν καὶ τὴν ἀνθρωπίνην ἤθελε
θέλησιν. Διὸ οὐ γνώμῃ, φυσικῇ δὲ μᾶλλον δυνάμει αἱ δύο τοῦ Κυρίου
θελήσεις διέφερον ἀλλήλων. Ἡ μὲν γὰρ θεία αὐτοῦ θέλησις ἄναρχός
τε ἦν καὶ παντουργός, ἑπομένην ἔχουσα τὴν δύναμιν καὶ ἀπαθής,
ἡ δὲ ἀνθρωπίνη αὐτοῦ θέλησις ἀπὸ χρόνου τε ἤρξατο καὶ αὐτὴ
τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη ὑπέμεινε καὶ φυσικῶς
οὐ παντοδύναμος ἦν, ὡς δὲ τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀληθῶς καὶ κατὰ φύσιν
γενομένη καὶ παντοδύναμος.
Και άλλα για τα θελήματα, για το αυτεξούσιο, για τις σκέψεις,
τις γνώσεις και τις σοφίες.
Αν ομολογήσουμε τον Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, οπωσδήποτε
θα του τα αποδώσουμε όλα τα γνωρίσματα της φύσεως και του Πατέρα και
της μητέρας του· διότι έγινε άνθρωπος, για να κερδίσει αυτό που χάθηκε.
Αυτός που όλα τα μπορεί είχε τη δυνατότητα να σώσει τον άνθρωπο από τον
τύραννό του με την παντοδύναμη εξουσία και δύναμή του· ήταν όμως
(η σάρκωσή του) το άλλοθι στον τύραννο, ότι νίκησε τον άνθρωπο αλλά
υποδουλώθηκε από το Θεό. Επειδή, δηλαδή, ο συμπαθής και φιλάνθρωπος
Θεός ήθελε να αναδείξει νικητή τον άνθρωπο που έπεσε, γίνεται άνθρωπος
για να επαναφέρει στην αρχική κατάσταση το όμοιο με το όμοιο.
Και κανείς δεν αντιλέγει ότι ο άνθρωπος είναι λογική και νοερή ύπαρξη.
Πώς, λοιπόν, (ο Θεός) έγινε άνθρωπος, αν προσέλαβε άψυχη σάρκα ή ψυχή
χωρίς νου; Διότι κάτι τέτοιο δεν είναι άνθρωπος. Και για ποιό λόγο
να χαρούμε για την ενανθρώπηση, εάν αυτός που πρώτος έπαθε (ο Χριστός)
δεν έχει σωθεί και δεν έχει ανανεωθεί και δυναμώσει με την ένωσή του
με τη θεότητα; «Καθώς, ό,τι δεν έχει προσληφθεί, δεν θεραπεύεται κιόλας».
Έτσι, λοιπόν, προσλαμβάνει όλο τον άνθρωπο και το πιο ωραίο μέρος της
υπάρξεώς του που ασθένησε, ώστε να χαρίσει τη σωτηρία σε όλο
(τον άνθρωπο). Νους, δηλαδή, χωρίς σοφία και γνώση δεν μπορεί ποτέ να
υπάρξει· εάν στερείται την ενέργεια και την κίνηση, τότε είναι και ανύπαρκτος.
Επειδή ο Θεός Λόγος ήθελε ν’ ανακαινίσει το κατ’ εικόνα, γι’ αυτό έγινε
άνθρωπος. Και τί άλλο είναι το κατ’ εικόνα, παρά ο νους; Άφησε, λοιπόν,
το καλύτερο και πήρε το κατώτερο; Ναι, διότι ο νους βρίσκεται στο
μεταίχμιο του Θεού και της σάρκας· με τη μία συγκατοικεί, ενώ του Θεού
είναι εικόνα. Ο νους, λοιπόν, συνενώνεται με το νου· και ο νους συνδέει την
καθαρότητα του Θεού με την υλικότητα του σώματος.
Διότι, εάν ο Χριστός προσλάμβανε ψυχή χωρίς νου, τότε θα έπαιρνε ψυχή
άλογου ζώου.
Εφόσον μάλιστα είπε ο Ευαγγελιστής ότι ο Λόγος έγινε σάρκα, πρέπει να
γνωρίζουμε ότι στην Αγία Γραφή ο άνθρωπος άλλοτε λέγεται ψυχή, όπως
στο (χωρίο) «ο Ιακώβ εισήλθε στην Αίγυπτο με εβδομήντα πέντε ψυχές»,
και άλλοτε λέγεται σάρκα, όπως στο (χωρίο) «κάθε σάρκα θα γνωρίσει
τη σωτηρία του Θεού». Ο Κύριος, λοιπόν, δεν έγινε άψυχη σάρκα ούτε ψυχή
χωρίς νου, αλλά άνθρωπος. Το λέει και ο ίδιος: «Γιατί με χτυπάς, έναν
άνθρωπο που σας λέει την αλήθεια;». Προσέλαβε, λοιπόν, σάρκα
εμπλουτισμένη με λογική και νοερή ψυχή, η οποία κυβερνά τη σάρκα, αλλά
την ίδια την εξουσιάζει η θεία φύση του Λόγου.
(Ο Χριστός), λοιπόν, σαν Θεός και άνθρωπος, είχε με φυσικό τρόπο
τη θέληση· αλλά η ανθρώπινη φύση του, χωρίς να κινείται αυτόνομα,
ακολουθούσε και υποτασσόταν στο (θείο) θέλημά του· ήθελε όσα ήθελε
και το θείο θέλημά του. Η θεία θέληση, δηλαδή, επέτρεπε στην ανθρώπινη να
πάσχει με φυσικό τρόπο τα δικά της. Όταν, για παράδειγμα, ήθελε
ν’ αποφύγει το θάνατο, η θεία του θέληση με φυσικό τρόπο θέλησε
και παραχώρησε ν’ αποφύγει το θάνατο· γι’ αυτό ένιωσε αγωνία και δείλιασε.
Και όταν η θεία θέληση θέλησε η ανθρώπινη θέλησή του να προτιμήσει
το θάνατο, τότε δέχθηκε εκούσια το πάθος του.
Διότι παράδωσε θεληματικά τον εαυτό του στο θάνατο όχι μόνο σαν Θεός,
αλλά και σαν άνθρωπος· γι’ αυτό και μας χάρισε την τόλμη απέναντι
στο θάνατο.
Έτσι, λίγο πριν από το σωτήριο πάθος του, λέει: «Πατέρα μου, αν γίνεται,
ας αποφύγω να πιω αυτό το (πικρό) ποτήρι»· είναι φανερό ότι σαν άνθρωπος
και όχι σαν Θεός, πρόκειτο να πιεί αυτό το ποτήρι. Σαν άνθρωπος, λοιπόν,
θέλει να το αποφύγει· αυτά τα λόγια δείχνουν τη δειλία της (ανθρωπίνης)
φύσεως. «Παρ’ όλ’ αυτά όμως, ας μη γίνει το θέλημά μου», δηλαδή αυτό στο
οποίο είμαι διαφορετικός από σένα στην ουσία (σαν άνθρωπος),
«αλλά να γίνει το δικό σου», δηλαδή το δικό μου και δικό σου, διότι
(σαν Θεός) είμαι ομοούσιος με σένα. Αυτά είναι λόγια τολμηρά.
Προηγουμένως, δηλαδή, η ψυχή του Κυρίου αισθάνθηκε το φυσικό φόβο
για το χωρισμό του σώματος· ένιωθε τη φυσική συμπάθεια προς το σώμα,
καθώς έγινε πραγματικά άνθρωπος σύμφωνα με τη θέλησή του·
αμέσως μετά, όμως, το θείο θέλημα της έδωσε δύναμη ν’ αψηφά το θάνατο.
Επειδή, δηλαδή, ο ίδιος ήταν όλος Θεός μαζί με την ανθρώπινη φύση του
και όλος άνθρωπος με τη θεία φύση του, αυτός σαν άνθρωπος
έκανε στον εαυτό του το ανθρώπινο θέλημα να υπακούσει στο Θεό και
Πατέρα. Έτσι, μας άφησε τον εαυτό του άριστο τύπο και παράδειγμα υπακοής
στον Πατέρα.
Το θείο μάλιστα και το ανθρώπινο θέλημά του (του Χριστού) επιθυμούσε
ελεύθερα· καθώς κάθε λογική ύπαρξη έχει από τη φύση της αυτεξούσιο
(ελεύθερο) θέλημα.
Διότι, τί να το κάνει το λογικό, εάν δεν σκέφτεται
ελεύθερα; Ο Δημιουργός, δηλαδή, έβαλε τη φυσική επιθυμία μέσα στα άλογα
ζώα, για να τα οδηγεί στην αναπαραγωγή της φύσεώς τους· επειδή όμως
στερούνται τη λογική, αδυνατούν να εξουσιάζουν και τα εξουσιάζει η φυσική
επιθυμία. Γι’ αυτό, μόλις ανάψει η επιθυμία, αμέσως έρχεται και η ορμή για
την εκπλήρωσή της· (τα άλογα ζώα) δεν κάνουν χρήση του λογικού ή της
αποφάσεως ή της σκέψεως ή της κρίσεως. Κι έτσι ούτε επαινούνται για την
αρετή τους ούτε τιμωρούνται για την κακία τους. Η λογική όμως φύση έχει
βέβαια τη φυσική επιθυμία που την παρακινεί, αλλά, όσοι διατηρούν τη
διαγωγή στα όρια της φύσεως, την κατευθύνουν και τη ρυθμίζουν με τη
λογική. Το προσόν της λογικής είναι αυτό, η αυτεξούσια θέληση, την οποία
την ονομάζουμε φυσική κίνηση του λογικού όντος. Γι’ αυτό την επαινούμε
και μακαρίζουμε, όταν επιδιώκει την αρετή και την τιμωρούμε,
όταν επιδιώκει την κακία.
Επομένως, η ψυχή του Κυρίου ήθελε ελεύθερα· ήθελε βέβαια ελεύθερα
αυτά που και η θεία θέλησή του επιθυμούσε αυτή να θέλει·
ο Λόγος, δηλαδή, δεν κινούσε τη σάρκα του με νεύμα (σαν μαριονέτα)
–αφού και ο Μωϋσής και όλοι οι Άγιοι με θείο νεύμα κινούνταν–,
αλλά ο ίδιος όντας ένας, και Θεός και άνθρωπος, ήθελε σύμφωνα με τη θεία
και ανθρώπινη θέλησή του. Έτσι, οι δύο θελήσεις του Κυρίου διέφεραν
μεταξύ τους όχι στη γνώμη αλλά στη δυνατότητα της φύσεώς τους. Η θεία,
δηλαδή, θέλησή του ήταν άναρχη και δημιουργός όλων, παντοδύναμη και
απαθής· ενώ η ανθρώπινη θέλησή του είχε χρονική αφετηρία και είχε δεχθεί
τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη· δεν ήταν παντοδύναμη στη φύση της,
αλλά, επειδή έγινε φυσικά και πραγματικά θέληση του Θεού Λόγου,
έγινε και παντοδύναμη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 63. Περὶ τῆς θεανδρικῆς ἐνεργείας
Ὁ μακάριος Διονύσιος «καινήν τινα θεανδρικὴν ἐνέργειαν» φήσας
τὸν Χριστὸν «ἡμῖν πεπολιτευμένον», οὐκ ἀναιρῶν τὰς φυσικὰς
ἐνεργείας μίαν ἐνέργειαν ἔκ τε τῆς ἀνθρωπίνης καὶ τῆς θείας
γεγενημένην φησίν –οὕτω γὰρ ἂν καὶ μίαν φύσιν εἴποιμεν καινήν,
ἐκ θείας τε καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως γεγενημένην· «ὧν γὰρ ἡ ἐνέργεια
μία, τούτων καὶ ἡ οὐσία μία» κατὰ τοὺς ἁγίους πατέρας–, ἀλλὰ
θέλων δεῖξαι τὸν καινὸν καὶ ἀπόρρητον τρόπον τῆς τῶν φυσικῶν
τοῦ Χριστοῦ ἐνεργειῶν ἐκφάνσεως τῷ ἀπορρήτῳ τρόπῳ
τῆς εἰς ἄλληλα τῶν Χριστοῦ φύσεων περιχωρήσεως προσφόρως
καὶ τὴν κατὰ ἄνθρωπον αὐτοῦ πολιτείαν ξένην καὶ παράδοξον
καὶ τῇ φύσει τῶν ὄντων ἄγνωστον καὶ τὸν τρόπον
τῆς κατὰ τὴν ἀπόρρητον ἕνωσιν ἀντιδόσεως· οὐ διῃρημένας γάρ
φαμεν τὰς ἐνεργείας οὐδὲ διῃρημένως ἐνεργούσας τὰς φύσεις,
ἀλλ᾿ ἡνωμένας, ἑκάστην μετὰ τῆς θατέρου κοινωνίας ἐνεργοῦσαν
τοῦθ᾿ ὅπερ ἴδιον ἔσχηκεν. Οὔτε γὰρ τὰ ἀνθρώπινα ἀνθρωπίνως
ἐνήργησεν –οὐ γὰρ ψιλὸς ἦν ἄνθρωπος– οὐδὲ τὰ θεῖα κατὰ Θεὸν
μόνον –οὐ γὰρ ἦν γυμνὸς Θεός–, ἀλλὰ Θεὸς ὁμοῦ ὑπάρχων
καὶ ἄνθρωπος. Ὥσπερ γὰρ τῶν φύσεων τὴν ἕνωσιν
καὶ τὴν φυσικὴν διαφορὰν ἐπιστάμεθα, οὕτω καὶ τῶν φυσικῶν
θελημάτων τε καὶ ἐνεργειῶν.
Ἰστέον τοιγαροῦν, ὡς ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ποτὲ μὲν
ὡς ἐπὶ δύο φύσεων τὸν λόγον ποιούμεθα, ποτὲ δὲ ὡς ἐφ᾿ ἑνὸς
προσώπου, καὶ τοῦτο δὲ κἀκεῖνο εἰς μίαν ἀναφέρεται ἔννοιαν·
αἱ γὰρ δύο φύσεις εἷς ἐστι Χριστός, καὶ ὁ εἷς Χριστὸς δύο φύσεις ἐστί.
Ταὐτὸν οὖν ἐστιν εἰπεῖν· ἐνεργεῖ ὁ Χριστὸς καθ᾿ ἑκατέραν τῶν αὐτοῦ
δύο φύσεων, καὶ ἐνεργεῖ ἑκατέρα φύσις ἐν τῷ Χριστῷ μετὰ τῆς
θατέρου κοινωνίας. Κοινωνεῖ τοίνυν ἡ μὲν θεία φύσις τῇ σαρκὶ
ἐνεργούσῃ διὰ τὸ εὐδοκίᾳ τῆς θείας θελήσεως παραχωρεῖσθαι
πάσχειν καὶ πράττειν τὰ ἴδια καὶ διὰ τὸ τὴν ἐνέργειαν τῆς σαρκὸς
πάντως εἶναι σωτήριον, ὅπερ οὐ τῆς ἀνθρωπίνης ἐνεργείας ἐστίν,
ἀλλὰ τῆς θείας. Ἡ δὲ σὰρξ τῇ θεότητι τοῦ Λόγου ἐνεργούσῃ διά τε
τὸ ὡς δι᾿ ὀργάνου τοῦ σώματος τὰς θείας ἐκτελεῖσθαι ἐνεργείας
καὶ διὰ τὸ ἕνα εἶναι τὸν ἐνεργοῦντα θεϊκῶς τε ἅμα καὶ ἀνθρωπίνως.
Εἰδέναι γὰρ χρή, ὡς ὁ ἅγιος αὐτοῦ νοῦς καὶ τὰς φυσικὰς αὐτοῦ
ἐνεργεῖ ἐνεργείας, νοῶν καὶ γινώσκων, ὅτι ἐστὶ Θεοῦ νοῦς
καὶ ὅτι ὑπὸ πάσης προσκυνεῖται τῆς κτίσεως, καὶ μεμνημένος
τῶν ἐπὶ τῆς γῆς αὐτοῦ διατριβῶν τε καὶ παθῶν, κοινωνεῖ δὲ
ἐνεργούσῃ τῇ τοῦ Λόγου θεότητι καὶ διεπούσῃ καὶ κυβερνώσῃ
τὸ πᾶν, νοῶν καὶ γινώσκων καὶ διέπων οὐχ ὡς ψιλὸς
ἀνθρώπου νοῦς, ἀλλ᾿ ὡς Θεῷ καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένος
καὶ Θεοῦ νοῦς χρηματίσας.
Τοῦτο οὖν δηλοῖ ἡ θεανδρικὴ ἐνέργεια, ὅτι ἀνδρωθέντος Θεοῦ,
ἤγουν ἐνανθρωπήσαντος, καὶ ἡ ἀνθρωπίνη αὐτοῦ ἐνέργεια θεία ἦν,
ἤγουν τεθεωμένη καὶ οὐκ ἄμοιρος τῆς θείας αὐτοῦ ἐνεργείας
καὶ ἡ θεία αὐτοῦ ἐνέργεια οὐκ ἄμοιρος τῆς ἀνθρωπίνης αὐτοῦ
ἐνεργείας, ἀλλ᾿ ἑκατέρα σὺν τῇ ἑτέρᾳ θεωρουμένη. Λέγεται δὲ
ὁ τρόπος οὗτος περίφρασις, ὅταν τις δύο τινὰ διὰ μιᾶς περιλάβῃ
λέξεως. Ὥσπερ γὰρ μίαν τὴν τετμημένην καῦσιν λέγομεν
καὶ τὴν κεκαυμένην τομὴν τῆς πεπυρακτωμένης μαχαίρας, ἄλλην δὲ
ἐνέργειάν φαμεν τὴν τομὴν καὶ ἄλλην τὴν καῦσιν, καὶ ἄλλης
καὶ ἄλλης φύσεως, τοῦ μὲν πυρὸς τὴν καῦσιν, τοῦ δὲ σιδήρου
τὴν τομήν, οὕτω καί μίαν τοῦ Χριστοῦ θεανδρικὴν ἐνέργειαν
λέγοντες δύο τὰς ἐνεργείας νοοῦμεν τῶν δύο φύσεων αὐτοῦ,
τῆς μὲν θεότητος αὐτοῦ τὴν θείαν, τῆς δέ ἀνθρωπότητος αὐτοῦ
τὴν ἀνθρωπίνην ἐνέργειαν.
Για τη θεανδρική ενέργεια.
Ο μακάριος Διονύσιος χαρακτηρίζει το Χριστό, «που έζησε μεταξύ μας. ως
κάποια καινούργια θεανδρική ενέργεια»· χωρίς να αναιρεί τις φυσικές
ενέργειες, λέει ότι από την ανθρώπινη και θεία ενέργεια προήλθε μία ενέργεια.
Παρόμοια θα λέγαμε και για μία καινούργια φύση, που προήλθε
από τη θεία και ανθρώπινη φύση· διότι, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες,
«όσα έχουν μία ενέργεια, αυτά έχουν και μία ουσία». (Ο μακάριος Διονύσιος)
ήθελε να δείξει τον καινούργιο και ανέκφραστο τρόπο της φανερώσεως
των φυσικών ενεργειών του Χριστού με τον ανέκφραστο και πρόσφορο
τρόπο της αλληλοπεριχωρήσεως των φύσεων του Χριστού· να δείξει
την ξένη, παράδοξη και άγνωστη στη φύση μας ανθρώπινη ζωή του
καθώς και τον τρόπο της αντιδόσεως (των ιδιοτήτων των φύσεων)
στην ανέκφραστη ένωσή τους. Διότι οι ενέργειες δεν είναι χωρισμένες
ούτε οι φύσεις ενεργούν ξεχωριστά, αλλά ενωμένα·
καθεμία ενεργεί το ιδιαίτερο γνώρισμά της, συμμετέχοντας η μία στη ζωή
της άλλης. Δεν ενεργούσε, δηλαδή, τα ανθρώπινα μόνο με ανθρώπινο τρόπο,
διότι δεν ήταν απλός άνθρωπος· ούτε πάλι τα θεία μόνο με τρόπο θεϊκό,
διότι δεν ήταν απλός άνθρωπος· αλλά ήταν μαζί και Θεός και άνθρωπος.
Όπως δηλαδή γνωρίζουμε την ένωση των φύσεων
και τη φυσική διαφορά τους, έτσι γνωρίζουμε και τη διαφορά των
θελήσεων και ενεργειών των (δύο) φύσεων.
Πρέπει να γνωρίζουμε, επίσης, ότι αναφερόμαστε στον Κ