Ἀπόδοση εἰς τὴν νέα ἑλληνική: Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. Ὅτι ἀκατάληπτον τὸ θεῖον καὶ ὅτι οὐ δεῖ ζητεῖν
καὶ περιεργάζεσθαι τὰ μὴ παραδεδομένα ἡμῖν ὑπὸ τῶν ἁγίων προφητῶν καὶ ἀποστόλων καὶ εὐαγγελιστῶν. «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε. Ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν ἐν τοῖς κόλποις τοῦ πατρός, αὐτὸς ἐξηγήσατο». Ἄρρητον οὖν τὸ θεῖον καὶ ἀκατάληπτον. «Οὐδεὶς γὰρ ἐπιγινώσκει τὸν πατέρα εἰ μὴ ὁ υἱός, οὐδὲ τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ». Καὶ τὸ πνεῦμα δὲ τὸ ἅγιον οὕτως οἶδε τὰ τοῦ θεοῦ, ὡς τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου οἶδε τὰ ἐν αὐτῷ. Μετὰ δὲ τὴν πρώτην καὶ μακαρίαν φύσιν οὐδεὶς ἔγνω ποτὲ τὸν Θεόν, εἰ μὴ ᾧ αὐτὸς ἀπεκάλυψεν, οὐκ ἀνθρώπων μόνον ἀλλ᾿ οὐδὲ τῶν ὑπερκοσμίων δυνάμεων καὶ αὐτῶν, φημί, τῶν Χερουβὶμ καὶ Σεραφίμ. Οὐκ ἀφῆκε μέντοι ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐν παντελεῖ ἀγνωσίᾳ· πᾶσι γὰρ ἡ γνῶσις τοῦ εἶναι Θεὸν ὑπ᾿ αὐτοῦ φυσικῶς ἐγκατέσπαρται. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ κτίσις καὶ ἡ ταύτης συνοχή τε καὶ κυβέρνησις, τὸ μεγαλεῖον τῆς θείας ἀνακηρύττει φύσεως. Καὶ διὰ νόμου μέν καὶ προφητῶν πρότερον, ἔπειτα δὲ καὶ διὰ τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ, Κυρίου δὲ καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἡμῖν τὴν ἑαυτοῦ ἐφανέρωσε γνῶσιν. Πάντα τοίνυν τὰ παραδεδομένα ἡμῖν διά τε νόμου καὶ προφητῶν καὶ ἀποστόλων καὶ εὐαγγελιστῶν δεχόμεθα καὶ γινώσκομεν καὶ σέβομεν οὐδὲν περαιτέρῳ τούτων ἐπιζητοῦντες· ἀγαθὸς γὰρ ὢν ὁ Θεὸς παντὸς ἀγαθοῦ παρεκτικός ἐστιν οὐ φθόνῳ οὐδὲ πάθει τινὶ ὑποκείμενος· «μακρὰν γὰρ τῆς θείας φύσεως φθόνος τῆς γε ἀπαθοῦς καὶ μόνης ἀγαθῆς». Ὡς οὖν πάντα εἰδὼς καὶ τὸ συμφέρον ἑκάστῳ προμηθούμενος, ὅπερ συνέφερεν ἡμῖν γνῶναι ἀπεκάλυψεν, ὅπερ δὲ οὐκ ἐδυνάμεθα φέρειν, ἀπεσιώπησε. Ταῦτα ἡμεῖς στέρξωμεν καὶ ἐν αὐτοῖς μείνωμεν μὴ μεταίροντες ὅρια αἰώνια, μηδὲ ὑπερβαίνοντες τὴν θείαν παράδοσιν. |
Ότι το θείο είναι ακατάληπτο και ότι δεν πρέπει να ερευνά
κανείς και να περιεργάζεται αυτά που δεν μας έχουν παραδοθεί από τους αγίους προφήτες και αποστόλους και ευαγγελιστές. «Τον Θεό ποτέ κανείς δεν τον είδε. Ο μονογενής του Υιός, που βρίσκεται μέσα στην αγκαλιά του Πατέρα του, αυτός μας τον γνώρισε». Το θείο λοιπόν είναι άρρητο και ακατάληπτο. «Διότι κανένας δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά μόνον ο Υιός· ούτε τον Υιό γνωρίζει κανείς παρά μόνον ο Πατέρας». Και το άγιο Πνεύμα επίσης γνωρίζει τα του Θεού, όπως το πνεύμα του ανθρώπου γνωρίζει τα του ανθρώπου. Και μετά τήν πρώτη εκείνη και μακάρια φύση του Αγίου Πνεύματος κανείς ποτέ δεν γνώρισε το Θεό, παρά μόνον εκείνος στον οποίο ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε· κανένας από τους ανθρώπους δεν τον γνώρισε ούτε από τις υπερκόσμιες δυνάμεις, ακόμη, νομίζω, και αυτά τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ. Αλλά ο Θεός δεν μας άφησε σε τέλεια άγνοια. Διότι η γνώση της υπάρξεως του Θεού έχει εκ φύσεως δοθεί σε όλους μας. Ακόμη και η ίδια η κτίση και η συνοχή και η διακυβέρνησή της διακηρύσσει το μεγαλείο της φύσεως του Θεού. Μας φανέρωσε, όσο είναι δυνατόν, τη γνώση του εαυτού Του πρώτα με το νόμο και τους προφήτες και έπειτα με τον μονογενή Υιό του, τον Κύριο και Θεό μας, Σωτήρα Ιησού Χριστό. Όλα, λοιπόν, που μας έχει παραδώσει ο νόμος, οι προφήτες, οι απόστολοι και οι ευαγγελιστές τα αποδεχόμαστε, τα γνωρίζουμε και τα σεβόμαστε και δεν ζητάμε τίποτε περισσότερο απ’ αυτά. Διότι ο Θεός είναι αγαθός και μας παρέχει όλα τα αγαθά. Δεν πέφτει ούτε σε ζήλεια ούτε σε κάποιο άλλο πάθος· διότι ο φθόνος είναι μακριά από τη θεία φύση, η οποία είναι απαθής και μόνη αγαθή. Επειδή λοιπόν γνωρίζει τα πάντα και προνοεί για το συμφέρον του καθένα, αποκάλυψε σε μας αυτό που μας συνέφερε να γνωρίζουμε, ενώ αποσιώπησε αυτό που δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Ας αρκεσθούμε και μείνουμε σ’ αυτά, χωρίς να μετακινούμε τα αιώνια σύνορα και χωρίς να παραβαίνουμε τη θεία παράδοση. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2. Περὶ ῥητῶν καὶ ἀρρήτων καὶ γνωστῶν καὶ ἀγνώστων.
Χρὴ οὖν τὸν περὶ Θεοῦ λέγειν ἢ ἀκούειν βουλόμενον σαφῶς εἰδέναι, ὡς οὐδὲ πάντα ἄρρητα οὐδὲ πάντα ῥητά, τά τε τῆς θεολογίας τά τε τῆς οἰκονομίας· οὔτε μὴν πάντα ἄγνωστα, οὔτε πάντα γνωστά· ἕτερον δέ ἐστι τὸ γνωστὸν καὶ ἕτερον τὸ ῥητόν, ὥσπερ ἄλλο τὸ λαλεῖν καὶ ἄλλο τὸ γινώσκειν. Πολλὰ τοίνυν τῶν περὶ Θεοῦ ἀμυδρῶς νοουμένων οὐ καιρίως ἐκφρασθῆναι δύναται, ἀλλὰ τὰ καθ᾿ ἡμᾶς ἀναγκαζόμεθα ἐπὶ τῶν ὑπὲρ ἡμᾶς λέγειν· ὥσπερ ἐπὶ Θεοῦ λέγομεν ὕπνον καὶ ὀργὴν καὶ ἀμέλειαν χεῖράς τε καὶ πόδας καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὅτι μὲν οὖν ἐστι Θεὸς ἄναρχος, ἀτελεύτητος, αἰώνιός τε καὶ ἀΐδιος, ἄκτιστος, ἄτρεπτος, ἀναλλοίωτος, ἁπλοῦς, ἀσύνθετος, ἀσώματος, ἀόρατος, ἀναφής, ἀπερίγραπτος, ἄπειρος, ἀπερίληπτος, ἀκατάληπτος, ἀπερινόητος, ἀγαθός, δίκαιος, παντοδύναμος, πάντων κτισμάτων δημιουργός,παντοκράτωρ, παντεπόπτης, πάντων προνοητής, ἐξουσιαστής, κριτής, καὶ γινώσκομεν καὶ ὁμολογοῦμεν. Καὶ ὅτι εἷς ἐστι Θεὸς, ἤγουν μία οὐσία, καὶ ὅτι ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι γνωρίζεταί τε καὶ ἔστιν, Πατρί φημι καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ ὅτι ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον κατὰ πάντα ἕν εἰσι, πλὴν τῆς ἀγεννησίας καὶ τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως· καὶ ὅτι ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς διὰ σπλάγχνα ἐλέους αὐτοῦ, διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρὸς καὶ συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀσπόρως συλληφθεὶς ἀφθόρως ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας γεγέννηται διὰ Πνεύματος Ἁγίου καὶ ἄνθρωπος τέλειος ἐξ αὐτῆς γέγονε· καὶ ὅτι ὁ αὐτὸς Θεὸς τέλειός ἐστιν ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπος τέλειος, ἐκ δύο φύσεων,θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος, καὶ ἐν δύο φύσεσι νοεραῖς θελητικαῖς τε καὶ ἐνεργητικαῖς καὶ αὐτεξουσίοις καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, τελείως ἐχούσαις κατὰ τὸν ἑκάστῃ πρέποντα ὅρον τε καὶ λόγον, θεότητί τε καὶ ἀνθρωπότητί φημι, μιᾷ δὲ συνθέτῳ ὑποστάσει· ὅτι τε ἐπείνησε καὶ ἐδίψησε καὶ ἐκοπίασε καὶ ἐσταυρώθη καὶ θανάτου καὶ ταφῆς πεῖραν ἐδέξατο καὶ ἀνέστη τριήμερος καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀνεφοίτησεν, ὅθεν καὶ πρὸς ἡμᾶς παραγέγονε καὶ παραγενήσεται πάλιν εἰς ὕστερον, καὶ ἡ θεία Γραφὴ μάρτυς καὶ πᾶς ὁ τῶν ἁγίων χορός. Τί δέ ἐστι Θεοῦ οὐσία ἢ πῶς ἐστιν ἐν πᾶσιν ἢ πῶς ἐκ Θεοῦ Θεὸς γεγέννηται ἢ ἐκπεπόρευται ἢ πῶς ἑαυτὸν κενώσας ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Θεὸς ἄνθρωπος γέγονεν ἐκ παρθενικῶν αἱμάτων ἑτέρῳ παρὰ τὴν φύσιν θεσμῷ πλαστουργηθεὶς ἢ πῶς ἀβρόχοις ποσὶ τοῖς ὕδασιν ἐπεπόρευτο, καὶ ἀγνοοῦμεν καὶ λέγειν οὐ δυνάμεθα. Οὐ δυνατὸν οὖν τι παρὰ τὰ θειωδῶς ὑπὸ τῶν θείων λογίων τῆς τε Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης ἡμῖν ἐκπεφασμένα, ἤτοι εἰρημένα καὶ πεφανερωμένα, εἰπεῖν τι περὶ Θεοῦ ἢ ὅλως ἐννοῆσαι. |
Γι’ αυτά που είναι δυνατόν να λεχθούν και γι’ αυτά που
είναι άρρητα, και για όσα μπορεί να είναι γνωστά και όσα άγνωστα. Αυτός που θέλει να ομιλεί ή ν’ ακούει για το Θεό πρέπει να γνωρίζει καλά ότι όσα αναφέρονται στο Θεό καθ’ εαυτόν και όσα στο έργο της οικονομίας Του, ούτε όλα αποσιωπώνται ούτε όλα λέγονται· ούτε όλα είναι άγνωστα ούτε όλα γνωστά. Και άλλο είναι αυτό που μπορεί να γίνει γνωστό και άλλο αυτό που μπορεί να λεχθεί, όπως άλλο είναι το να ομιλεί κανείς και άλλο το να γνωρίζει κάτι. Πολλά λοιπόν που αντιλαμβανόμαστε ατελώς με το νου για το Θεό δεν μπορούμε να τα διατυπώσουμε κατάλληλα, αλλά αναγκαζόμαστε με δικές εκφράσεις να ομιλούμε γι’ αυτά που είναι πάνω από μας (θεία)· έτσι αποδίδουμε στο Θεό ύπνο, οργή, αμέλεια, χέρια, πόδια και τα όμοια. Γνωρίζουμε και ομολογούμε ότι ο Θεός είναι χωρίς αρχή και τέλος, αιώνιος, παντοτινός, αδημιούργητος, αμετάβλητος, αναλλοίωτος, απλός, ασύνθετος, ασώματος, αόρατος, αψηλάφητος, απερίγραπτος, άπειρος, απεριόριστος, ακατάληπτος, αχώρητος στο νου, αγαθός, δίκαιος, παντοδύναμος, δημιουργός όλων των κτισμάτων,παντοκράτορας, παντεπόπτης, προνοητής όλων, εξουσιαστής και κριτής. Γνωρίζουμε επίσης και ομολογούμε ότι ο Θεός είναι ένας, δηλαδή μία ουσία· αποκαλύπτεται και υπάρχει σε τρεις υποστάσεις, εννοώ του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και ακόμη ότι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι σε όλα ένα, εκτός από την αγεννησία, τη γέννηση και την εκπόρευση. Γνωρίζουμε ακόμη και ομολογούμε ότι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός ο ίδιος, από τη μεγάλη του ευσπλαγχνία και για τη δική μας σωτηρία, με την καλή θέληση του Πατέρα του και τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος, συνελήφθη ασπόρως και γεννήθηκε από την αγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος· έγινε απ’αυτήν τέλειος άνθρωπος. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο ίδιος είναι συγχρόνως και τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος· έχει δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη· υπάρχει σε δύο φύσεις που έχουν νου, θέληση, ενέργεια και αυτεξούσιο· και για να το πω μ’ ένα λόγο, είναι με δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, που είναι τέλειες όσον αφορά τα γνωρίσματα που αρμόζουν στην καθεμία και αποτελούν μία σύνθετη υπόσταση. Διότι η Αγία Γραφή και όλη η χορεία των Αγίων μαρτυρεί ότι και πείνασε και δίψασε και κουράστηκε και σταυρώθηκε και δοκίμασε το θάνατο και την ταφή, αλλά αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και αναλήφθηκε στους ουρανούς, απ’ όπου ήλθε πάλι σε μας και θα μας έλθει αργότερα. Αγνοούμε όμως και δεν μπορούμε να πούμε ποιά είναι η ουσία του Θεού ή πώς είναι πανταχού παρών ή πώς γεννήθηκε Θεός από Θεό και έχει εκπορευθεί ή πώς ταπείνωσε τον εαυτό του ο μονογενής Υιός και Θεός και έγινε άνθρωπος από παρθένο, αφού κυοφορήθηκε με άλλο τρόπο πέρα από τον φυσικό, ή πώς περπατούσε πάνω στα νερά χωρίς να βραχούν τα πόδια του. Δεν μπορούμε, λοιπόν, ούτε να πούμε ούτε να εννοήσουμε κάτι άλλο απ’ αυτά που μας έχουν αποκαλυφθεί με Πνεύμα Θεού από τα ιερά λόγια της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, τα οποία και έχουν λεχθεί και έχουν αποκαλυφθεί. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3. Ἀπόδειξις, ὅτι ἔστι Θεός. Ὅτι μὲν οὖν ἔστι Θεός, τοῖς μὲν τὰς Ἁγίας Γραφὰς δεχομένοις, τήν τε Παλαιὰν καὶ Καινὴν Διαθήκην φημί, οὐκ ἀμφιβάλλεται, οὔτε δὲ τοῖς τῶν Ἑλλήνων πλείστοις· ὡς γὰρ ἔφημεν, ἡ γνῶσις τοῦ εἶναι Θεὸν φυσικῶς ἡμῖν ἐγκατέσπαρται. Ἐπειδὴ δὲ τοσοῦτον ἴσχυσεν ἡ τοῦ πονηροῦ κακία κατά τῆς τῶν ἀνθρώπων φύσεως, ὥστε καί τινας εἰς τὸ ἀλογώτατον καὶ πάντων κακῶν κάκιστον καταγαγεῖν τῆς ἀπωλείας βάραθρον, τὸ λέγειν μὴ εἶναι Θεόν, ὧν τὴν ἀφροσύνην ἐμφαίνων ὁ ἱεροφάντης ἔφη Δαυίδ· «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστιν Θεός», οἱ μὲν οὖν τοῦ Κυρίου μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοι τῷ Παναγίῳ σοφισθέντες Πνεύματι καὶ τῇ αὐτοῦ δυνάμει καὶ χάριτι τὰς θεοσημίας ἐργαζόμενοι τῇ τῶν θαυμάτων σαγήνῃ πρὸς τὸ φῶς τῆς θεογνωσίας ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς ἀγνωσίας αὐτοὺς ζωγροῦντες ἀνῆγον. Ὁμοίως καὶ οἱ τούτων τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀξίας διάδοχοι, ποιμένες τε καὶ διδάσκαλοι, τὴν φωτιστικὴν τοῦ Πνεύματος χάριν δεξάμενοι τῇ τε τῶν θαυμάτων δυνάμει τῷ τε λόγῳ τῆς χάριτος τοὺς ἐσκοτισμένους ἐφώτιζον καὶ τοὺς πεπλανημένους ἐπέστρεφον. Ἡμεῖς δὲ οἱ μηδὲ τὸ τῶν θαυμάτων μηδὲ τὸ τῆς διδασκαλίας δεξάμενοι χάρισμα (ἀναξίους γὰρ ἑαυτοὺς τῇ πρὸς τὰς ἡδονὰς προσπαθείᾳ πεποιήκαμεν) φέρε ὀλίγα τῶν παραδεδομένων ἡμῖν ὑπὸ τῶν ὑποφητῶν τῆς χάριτος περὶ τούτου διαλεξώμεθα τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπικαλεσάμενοι. Πάντα τὰ ὄντα ἢ κτιστά ἐστιν ἢ ἄκτιστα. Εἰ μὲν οὖν κτιστά, πάντως καὶ τρεπτά· ὧν γὰρ τὸ εἶναι ἀπὸ τροπῆς ἤρξατο, ταῦτα τῇ τροπῇ ὑποκείσεται πάντως ἢ φθειρόμενα ἢ κατὰ προαίρεσιν ἀλλοιούμενα. Εἰ δὲ ἄκτιστα, κατὰ τὸν τῆς ἀκολουθίας λόγον, πάντως καὶ ἄτρεπτα· ὧν γὰρ τὸ εἶναι ἐναντίον, τούτων καὶ ὁ τοῦ πῶς εἶναι λόγος ἐναντίος, ἤγουν αἱ ἰδιότητες. Τίς οὖν οὐ συνθήσεται πάντα τὰ ὄντα, ὅσα ὑπὸ τὴν ἡμετέραν αἴσθησιν, ἀλλὰ μὴν καὶ ἀγγέλους τρέπεσθαι καὶ ἀλλοιοῦσθαι καὶ πολυτρόπως κινεῖσθαι καὶ μεταβάλλεσθαι; Τὰ μὲν νοητά, ἀγγέλους φημὶ καὶ ψυχὰς καὶ δαίμονας, κατὰ προαίρεσιν τήν τε ἐν τῷ καλῷ προκοπὴν καὶ τὴν ἐκ τοῦ καλοῦ ἀποφοίτησιν, ἐπιτεινομένην τε καὶ ὑφιεμένην, τὰ δὲ λοιπὰ κατά τε γένεσιν καὶ φθορὰν αὔξησίν τε καὶ μείωσιν καὶ τὴν κατὰ ποιότητα μεταβολὴν καὶ τὴν τοπικὴν κίνησιν. Τρεπτὰ τοίνυν ὄντα πάντως καὶ κτιστά. Κτιστὰ δὲ ὄντα πάντως ὑπό τινος ἐδημιουργήθησαν. Δεῖ δὲ τὸν δημιουργὸν ἄκτιστον εἶναι· εἰ γὰρ κἀκεῖνος ἐκτίσθη, πάντως ὑπό τινος ἐκτίσθη, ἕως ἂν ἔλθωμεν εἴς τι ἄκτιστον. Ἄκτιστος οὖν ὢν ὁ δημιουργὸς πάντως καὶ ἄτρεπτός ἐστι. Τοῦτο δὲ τί ἂν ἄλλο εἴη ἢ Θεός; Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ τῆς κτίσεως συνοχὴ καὶ συντήρησις καὶ κυβέρνησις διδάσκει ἡμᾶς, ὅτι ἔστι Θεὸς ὁ τόδε τὸ πᾶν συστησάμενος καὶ συνέχων καὶ συντηρῶν καὶ ἀεὶ προνοούμενος· πῶς γὰρ ἂν αἱ ἐναντίαι φύσεις, πυρὸς λέγω καὶ ὕδατος, ἀέρος καὶ γῆς, εἰς ἑνὸς κόσμου συμπλήρωσιν ἀλλήλοις συνεληλύθασι καὶ ἀδιάλυτοι μένουσιν, εἰ μή τις παντοδύναμος δύναμις ταῦτα καὶ συνεβίβασε καὶ ἀεὶ τηρεῖ ἀδιάλυτα; Τί τὸ τάξαν τὰ οὐράνια καὶ ἐπίγεια, ὅσα τε δι᾿ ἀέρος καὶ ὅσα καθ᾿ ὕδατος, μᾶλλον δὲ τὰ πρὸ τούτων, οὐρανὸν καὶ γῆν καὶ ἀέρα καὶ φύσιν πυρός τε καὶ ὕδατος; Τίς ταῦτα ἔμιξε καὶ ἐμέρισε; Τί τὸ ταῦτα κινῆσαν καὶ ἄγον τὴν ἄληκτον φορὰν καὶ ἀκώλυτον; Ἆρ᾿ οὐχ ὁ τεχνίτης τούτων καὶ λόγον ἐνθεὶς πᾶσι, καθ᾿ ὃν τὸ πᾶν φέρεταί τε καὶ διεξάγεται; Τίς δὲ ὁ τεχνίτης τούτων; Ἆρ᾿ οὐχ ὁ πεποιηκὼς ταῦτα καὶ εἰς τὸ εἶναι παραγαγών; Οὐ γὰρ τῷ αὐτομάτῳ δώσομεν τοιαύτην δύναμιν. Ἔστω γὰρ τὸ γενέσθαι τοῦ αὐτομάτου· τίνος τὸ τάξαι; Καὶ τοῦτο, εἰ δοκεῖ, δῶμεν· τίνος τὸ τηρῆσαι καὶ φυλάξαι καθ᾿ οὓς πρῶτον ὑπέστη λόγους; Ἑτέρου δηλαδὴ παρὰ τὸ αὐτόματον. Τοῦτο δὲ τί ἄλλο ἐστὶν εἰ μὴ Θεός; |
Απόδειξη ότι υπάρχει Θεός. Κανείς βέβαια δεν αμφισβητεί ότι υπάρχει Θεός, ούτε αυτοί που δέχονται την Αγία Γραφή -εννοώ και την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη-, αλλά ούτε και οι περισσότεροι από τους Έλληνες (συγγραφείς). Διότι, όπως είπαμε, η γνώση του Θεού έχει από τη φύση της σπαρεί μέσα μας. Επειδή όμως η κακία του πονηρού επικράτησε πάρα πολύ στη ζωή των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να οδηγήσει ορισμένους στο πλέον παράλογο και χειρότερο απ’ όλα τα κακά βάραθρο της απώλειας: να λένε δηλαδή ότι δεν υπάρχει Θεός· την αφροσύνη τους την περιγράφει ο προφήτης Δαβίδ λέγοντας: «Είπε ο άφρων με τη σκέψη του· δεν υπάρχει Θεός». Οι μαθητές μάλιστα και απόστολοι του Κυρίου, αφού έγιναν σοφοί από το Πανάγιο Πνεύμα και με τη δύναμη και τη χάρη του έκαναν θεία σημεία, αιχμαλώτισαν τους ανθρώπους με τα δίχτυα των θαυμάτων και τους ανέσυραν από το σκοτάδι της άγνοιας στο φως της θείας γνώσεως. Το ίδιο και οι διάδοχοι τους στη χάρη και την αξία, οι πατέρες και δάσκαλοι, αφού δέχθηκαν τη φωτιστική χάρη του Αγίου Πνεύματος, φώτιζαν αυτούς που βρίσκονταν στην άγνοια και επανέφεραν στην αλήθεια τους πλανεμένους με τη δύναμη των θαυμάτων και με τα λόγια της χάριτος. Εμείς όμως, οι οποίοι δεν αποκτήσαμε ούτε το χάρισμα των θαυμάτων ούτε αυτό της διδασκαλίας -διότι γίναμε ανάξιοι εξαιτίας της προσκολλήσεώς μας στις ηδονές- ας αναπτύξουμε λίγα από εκείνα που μας έχουν παραδώσει οι ερμηνευτές της θείας χάριτος για το θέμα αυτό, αφού ζητήσουμε τη βοήθεια του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Όλα τα όντα είναι ή κτιστά ή άκτιστα. Εάν βέβαια είναι κτιστά, σίγουρα είναι και μεταβλητά. Διότι, εκείνα τα οποία άρχισαν την ύπαρξή τους με τη μεταβολή, αυτά σίγουρα θα υπόκεινται στη μεταβολή ή με φυσική φθορά ή με θεληματική αλλοίωση. Εάν όμως είναι άκτιστα, σύμφωνα με λογική ακολουθία, θα είναι οπωσδήποτε και αμετάβλητα. Διότι αυτά που έχουν το είναι αντίθετο, αντίθετο έχουν και τον τρόπο υπάρξεως, δηλαδή τις ιδιότητες. Ποιός, λοιπόν, δεν θα συμφωνήσει ότι όλα τα όντα, όσα υποπίπτουν στις αισθήσεις μας, ακόμη και οι άγγελοι, μεταβάλλονται και αλλοιώνονται και με ποικίλους τρόπους κινούνται; Διότι τα νοητά όντα –εννοώ τους αγγέλους, τις ψυχές και τους δαίμονες- κινούνται προαιρετικά είτε στην πρόοδο του καλού είτε στην απομάκρυνση απ’ αυτό, η οποία άλλοτε αυξάνει κι άλλοτε ελαττώνεται. Τα υπόλοιπα όμως όντα μεταβάλλονται με τη γέννηση, τη φθορά, την αύξηση και τη μείωση, με τη μεταβολή στην ποιότητα και την κίνηση στο χώρο. Όντας λοιπόν μεταβλητά, είναι σίγουρα και κτιστά. Και εφόσον είναι κτιστά, είναι βέβαιο ότι από κάποιον δημιουργήθηκαν. Πρέπει όμως ο δημιουργός να είναι άκτιστος· εάν κι εκείνος δημιουργήθηκε, από κάποιον δημιουργήθηκε, έως ότου φθάσουμε σε κάποιο ον άκτιστο. Όντας λοιπόν άκτιστος ο δημιουργός, οπωσδήποτε είναι και αμετάβλητος. Αυτό το άκτιστο ον τί άλλο θα είναι παρά ο Θεός; Η συνοχή, η συντήρηση και η διακυβέρνηση της κτίσεως μας διδάσκει ότι υπάρχει Θεός, ο οποίος δημιούργησε σο σύμπαν, το συγκρατεί, το συντηρεί και πάντοτε προνοεί γι’ αυτό. Διότι, πώς είναι δυνατόν αντίθετα στοιχεία της φύσεως, όπως η φωτιά και το νερό, ο αέρας και η γη, εάν δεν τα συνέχει μια πανίσχυρη δύναμη που τα κρατά αδιάσπαστα πάντοτε, να ενώνονται μεταξύ τους για ν’ αποτελέσουν μια αρμονία και να μείνουν αδιάλυτα; Ποιά δύναμη είναι αυτή που έφερε την τάξη στα ουράνια και τα επίγεια, σε όσα πετούν στον αέρα και όσα είναι μέσα στο νερό, και κυρίως σε όσα υπήρχαν πριν απ’ αυτά, δηλαδή τον ουρανό, τη γη, τον αέρα και στη φύση της φωτιάς και του νερού; Ποιός τα ανέμιξε και τα διαίρεσε; Ποιά δύναμη τα έθεσε σε κίνηση και κατευθύνει την αδιάκοπη και ανεμπόδιστη κίνησή τους; Άραγε δεν είναι ο δημιουργός τους που τους έδωσε τον προορισμό τους, σύμφωνα με τον οποίο το καθένα κινείται και κατευθύνεται; Ποιός είναι ο δημιουργός τους; Δεν είναι αυτός που τα κατασκεύασε και τα έφερε στην ύπαρξη; Διότι δεν θα θεωρήσουμε ότι η τύχη έχει τέτοια δύναμη. Κι έστω ότι δημιουργήθηκαν από τύχη. Τίνος έργο είναι η τάξη τους; Τίνος έργο είναι η διατήρηση και η διαφύλαξή τους, σύμφωνα με τον αρχικό προορισμό τους; Εννοείται κάποιου άλλου και όχι της τύχης. Κι τί είναι αυτό το άλλο παρά ο Θεός; |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4. Περὶ τοῦ τί ἐστι Θεός; ὅτι ἀκατάληπτον Ὅτι μὲν οὖν ἔστι Θεός, δῆλον. Τί δέ ἐστι κατ᾿ οὐσίαν καὶ φύσιν, ἀκατάληπτον τοῦτο παντελῶς καὶ ἄγνωστον. Ὅτι μὲν γὰρ ἀσώματον, δῆλον. Πῶς γὰρ σῶμα τὸ ἄπειρον καὶ ἀόριστον καὶ ἀσχημάτιστον καὶ ἀναφὲς καὶ ἀόρατον καὶ ἁπλοῦν καὶ ἀσύνθετον; Πῶς γὰρ ἄτρεπτον, εἰ περιγραπτὸν καὶ παθητόν; Καὶ πῶς ἀπαθὲς τὸ ἐκ στοιχείων συγκείμενον καὶ εἰς αὐτὰ πάλιν ἀναλυόμενον; Σύνθεσις γὰρ ἀρχὴ μάχης, μάχη δὲ διαστάσεως, διάστασις δὲ λύσεως· λύσις δὲ ἀλλότριον Θεοῦ παντελῶς. Πῶς δὲ καὶ σταθήσεται τὸ «διὰ πάντων ἥκειν καὶ πληροῦν τὰ πάντα Θεόν», ὥς φησιν ἡ Γραφή· «Οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ, λέγει Κύριος»; Ἀδύνατον γὰρ σῶμα διὰ σωμάτων διήκειν μὴ τέμνον καὶ τεμνόμενον καὶ πλεκόμενον καὶ ἀντιπαρατιθέμενον, ὥσπερ ὅσα τῶν ὑγρῶν μίγνυται καὶ συγκιρνᾶται. Εἰ δὲ καί τινές φασιν ἄυλον σῶμα, ὡς τὸ παρὰ τοῖς τῶν Ἑλλήνων σοφοῖς πέμπτον σῶμα λεγόμενον, ὅπερ ἀδύνατον, κινούμενον ἔσται πάντως, ὥσπερ ὁ οὐρανός· τοῦτον γὰρ πέμπτον σῶμά φασι. Τίς οὖν ὁ τοῦτον κινῶν; Πᾶν γὰρ κινούμενον ὑφ᾿ ἑτέρου κινεῖται. Κἀκεῖνον τίς; Καὶ τοῦτο ἐπ᾿ ἄπειρον, ἕως ἂν καταντήσωμεν εἴς τι ἀκίνητον· τὸ γὰρ πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον, ὅπερ ἐστὶ τὸ θεῖον. Πῶς δὲ οὐκ ἐν τόπῳ περιγραπτὸν τὸ κινούμενον; Μόνον οὖν τὸ θεῖον ἀκίνητον, δι᾿ ἀκινησίας τὰ πάντα κινοῦν. Ἀσώματον τοίνυν ὑποληπτέον τὸ θεῖον. Ἀλλ᾿ οὐδὲ τοῦτο τῆς οὐσίας παραστατικόν ἐστιν ὥσπερ οὐδὲ τὸ ἀγέννητον καὶ τὸ ἄναρχον καὶ τὸ ἀναλλοίωτον καὶ τὸ ἄφθαρτον καὶ ὅσα περὶ Θεοῦ ἢ περὶ Θεὸν εἶναι λέγεται· ταῦτα γὰρ οὐ τὸ τί ἐστι σημαίνει, ἀλλὰ τί οὐκ ἔστι. Χρὴ δὲ τὸν βουλόμενον τήν τινος οὐσίαν εἰπεῖν, τί ἐστι, φράσαι, οὐ τό τί οὐκ ἔστι· ὅμως ἐπὶ Θεοῦ, τί ἐστιν, εἰπεῖν ἀδύνατον κατ᾿ οὐσίαν. Οἰκειότερον δὲ μᾶλλον ἐκ τῆς πάντων ἀφαιρέσεως ποιεῖσθαι τὸν λόγον· οὐδὲν γὰρ τῶν ὄντων ἐστὶν οὐχ ὡς μὴ ὤν, ἀλλ᾿ ὡς ὑπὲρ πάντα τὰ ὄντα καὶ ὑπὲρ αὐτό τὸ εἶναι ὤν. Εἰ γὰρ τῶν ὄντων αἱ γνώσεις, τὸ ὑπὲρ γνῶσιν πάντως καὶ ὑπὲρ οὐσίαν ἔσται, καὶ τὸ ἀνάπαλιν τὸ ὑπὲρ οὐσίαν καὶ ὑπὲρ γνῶσιν ἔσται. Ἄπειρον οὖν τὸ θεῖον καὶ ἀκατάληπτον, καὶ τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία. Ὅσα δὲ λέγομεν ἐπὶ Θεοῦ καταφατικῶς, οὐ τὴν φύσιν ἀλλὰ τὰ περὶ τὴν φύσιν δηλοῖ. Κἂν ἀγαθόν, κἂν δίκαιον, κἂν σοφόν, κἂν ὅ τι ἂν εἴπῃς, οὐ φύσιν λέγεις Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ περὶ τὴν φύσιν. Εἰσὶ δὲ καί τινα καταφατικῶς ἐπὶ Θεοῦ λεγόμενα δύναμιν ὑπεροχικῆς ἀποφάσεως ἔχοντα, οἷον σκότος λέγοντες ἐπὶ Θεοῦ οὐ σκότος νοοῦμεν, ἀλλ᾿ ὅτι οὐκ ἔστι φῶς ἀλλ᾿ ὑπὲρ τὸ φῶς· καί φῶς ὅτι οὐκ ἔστι σκότος. |
Για το τί είναι ο Θεός; Ότι δηλαδή είναι ακατάληπτος.
Είναι, λοιπόν, φανερό ότι υπάρχει Θεός. Αλλά είναι τελείως ακατάληπτο και άγνωστο τί είναι στην ουσία και τη φύση του. Επίσης, είναι φανερό ότι είναι ασώματος. Διότι, πώς είναι δυνατόν ο άπειρος (Θεός), ο αόριστος, ο ασχημάτιστος, ο αψηλάφητος, ο αόρατος, ο απλός και ασύνθετος να είναι σώμα; Κι αν μπορεί να περιγραφεί και να πάθει, πώς μπορεί να είναι και αμετάβλητος; Και αυτό που αποτελείται από στοιχεία και διαλύεται σ’ αυτά, πώς θα είναι και απαθές. Διότι η σύνθεση είναι αιτία διαμάχης, η διαμάχη χωρισμού και ο χωρισμός αιτία της διασπάσεως. Και η διάσπαση είναι τελείως ξένη προς το Θεό. Πώς όμως θα έχει ισχύ ο λόγος της Γραφής «ότι ο Θεός είναι μέσα σ’ όλα και όλα τα γεμίζει». «Λέει ο Κύριος: δεν είμαι εγώ που γεμίζω όλο τον ουρανό και τη γη;». Διότι είναι αδύνατο το σώμα να περνά μέσα από σώματα χωρίς να τα τέμνει ούτε το ίδιο να τέμνεται ή να συντίθεται και να αντιπαρατίθεται, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα υγρά που αναμειγνύονται και αποτελούν ένα κράμα. Και εάν πάλι ορισμένοι ισχυρίζονται ότι υπάρχει άϋλο σώμα, όπως αυτό που οι Έλληνες σοφοί το ονόμαζουν πέμπτο σώμα -πράγμα που είναι αδύνατο-, σίγουρα όμως αυτό θα κινείται όπως ο ουρανός. Διότι αυτός είναι το πέμπτο σώμα. Και ποιός είναι αυτός που το κινεί; Διότι καθετί που κινείται, από άλλον κινείται. Και εκείνον ποιός τον κινεί; Κι έτσι θα πάμε ώς το άπειρο, έως ότου φθάσουμε σε κάτι ακίνητο. Αυτό είναι το πρώτο ακίνητο που κινεί, και είναι το θείον. Και πώς πάλι αυτό που κινείται δεν περιορίζεται σε τόπο; Επομένως, μόνο το θείον είναι ακίνητο και κινεί με την ακινησία του τα πάντα. Γι’ αυτό πρέπει να θεωρήσουμε το θείο ασώματο. Αλλά ούτε αυτό (η ακινησία) μπορεί να παραστήσει την ουσία του, όπως ούτε η έννοια αγέννητος, άναρχος, αναλλοίωτος, άφθαρτος και όσα λέγονται για το Θεό ή σχετικά με το Θεό. Διότι αυτά δεν φανερώνουν τί είναι ο Θεός, αλλά τί δεν είναι. Πρέπει βέβαια αυτός που θέλει να ορίσει την ουσία κάποιου όντος να πει τί είναι, και όχι τί δεν είναι. Όμως, για το Θεό είναι αδύνατο να πούμε τί είναι στην ουσία του. Είναι περισσότερο εύκολο να μιλήσουμε με την αφαίρεση όλων των ιδιωμάτων του· επειδή δεν ταυτίζεται με κανένα από τα όντα· όχι ότι τάχα δεν υπάρχει, αλλά διότι ξεπερνά όλα τα όντα και αυτήν ακόμη την έννοια της υπάρξεως. Διότι, αν στα όντα ανήκουν οι γνώσεις, αυτό που ξεπερνά τη γνώση είναι καί πάνω από την ουσία· και το αντίστροφο, αυτό που είναι πάνω από την ουσία, είναι και πάνω από τη γνώση. Επομένως, το θείο είναι απεριόριστο και ακατάληπτο· το μόνο που καταλαβαίνουμε γι’ αυτό είναι το απεριόριστο και ακατάληπτό του. Και όσα λέμε καταφατικά για το Θεό, δεν φανερώνουν τη φύση του, αλλά τα σχετικά μ’ αυτήν. Η έννοια αγαθός, δίκαιος, σοφός κι ό,τι άλλο πούμε, δεν αναφέρονται στη φύση του Θεού αλλά στα σχετικά μ’ αυτήν. Υπάρχουν και ορισμένες καταφατικές έννοιες που λέγονται για το Θεό με καθαρή αρνητική έννοια· π.χ. λέγοντας σκοτάδι για το Θεό, δεν εννοούμε σκοτάδι, αλλά ότι δεν υπάρχει φώς που ξεπερνά το δικό Του φως· και λέγοντας φως, εννοούμε ότι δεν είναι σκοτάδι. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5. Ἀπόδειξις, ὅτι εἷς ἐστι θεὸς καὶ οὐ πολλοί.
Ὅτι μέν ἐστι Θεός, ἱκανῶς ἀποδέδεικται, καὶ ὅτι ἀκατάληπτός ἐστιν ἡ αὐτοῦ οὐσία. Ὅτι δὲ εἷς ἐστι καὶ οὐ πολλοί, τοῖς μὲν τῇ θείᾳ πειθομένοις Γραφῇ οὐκ ἀμφιβάλλεται. Φησὶ γὰρ ὁ Κύριος ἐν τῇ τῆς νομοθεσίας ἀρχῇ· «Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου ὁ ἐξαγαγών σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου. Οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ», καὶ πάλιν· «Ἄκουε, Ἰσραήλ· Κύριος ὁ Θεός σου Κύριος εἷς ἐστι». Καὶ διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου· «Ἐγὼ γάρ, φησί, Θεὸς πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα καὶ πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι Θεός. Ἔμπροσθέν μου οὐκ ἐγένετο ἄλλος Θεὸς καὶ μετ᾿ ἐμὲ οὐκ ἔσται καὶ πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι». Καὶ ὁ Κύριος δὲ ἐν τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις οὕτω φησὶ πρὸς τὸν Πατέρα· «Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν». Τοῖς δὲ τῇ θείᾳ Γραφῇ μὴ πειθομένοις οὕτω διαλεξόμεθα. Τὸ θεῖον τέλειόν ἐστι καὶ ἀνελλιπὲς κατά τε ἀγαθότητα κατά τε σοφίαν κατά τε δύναμιν, ἄναρχον, ἀτελεύτητον, ἀΐδιον, ἀπερίγραπτον καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν κατὰ πάντα τέλειον. Εἰ οὖν πολλοὺς ἐροῦμεν θεούς, ἀνάγκη διαφορὰν ἐν τοῖς πολλοῖς θεωρεῖσθαι. Εἰ γὰρ οὐδεμία διαφορὰ ἐν αὐτοῖς, εἷς μᾶλλόν ἐστι καὶ οὐ πολλοί. Εἰ δὲ διαφορὰ ἐν αὐτοῖς, ποῦ ἡ τελειότης; Εἴτε γὰρ κατὰ ἀγαθότητα, εἴτε κατὰ δύναμιν, εἴτε κατὰ σοφίαν, εἴτε κατὰ χρόνον, εἴτε κατὰ τόπον ὑστερήσει τοῦ τελείου, οὐκ ἂν εἴη Θεός. Ἡ δὲ διὰ πάντων ταυτότης ἕνα μᾶλλον δείκνυσι καὶ οὐ πολλούς. Πῶς δὲ καὶ πολλοῖς οὖσι τὸ ἀπερίγραπτον φυλαχθήσεται; Ἔνθα γὰρ ἂν εἴη ὁ εἷς, οὐκ ἂν εἴη ὁ ἕτερος. Πῶς δὲ ὑπὸ πολλῶν κυβερνηθήσεται ὁ κόσμος καὶ οὐ διαλυθήσεται καὶ διαφθαρήσεται μάχης ἐν τοῖς κυβερνῶσι θεωρουμένης; Ἡ γὰρ διαφορὰ ἐναντίωσιν εἰσάγει. Εἰ δὲ εἴποι τις, ὅτι ἕκαστος μέρους ἄρχει, τί τὸ τάξαν καὶ τὴν διανομὴν αὐτοῖς ποιησάμενον; Ἐκεῖνο γὰρ ἂν εἴη μᾶλλον Θεός. Εἷς τοίνυν ἐστὶ Θεός, τέλειος, ἀπερίγραπτος, τοῦ παντὸς ποιητὴς συνοχεύς τε καὶ κυβερνήτης, ὑπερτελὴς καὶ προτέλειος. Πρὸς δὲ καὶ φυσικὴ ἀνάγκη μονάδα εἶναι δυάδος ἀρχήν. |
Απόδειξη, ότι ένας είναι ο Θεός και όχι πολλοί. Αποδείξαμε ικανοποιητικά ότι υπάρχει ο Θεός και ότι η ουσία του είναι ακατάληπτη. Επίσης, όσοι πιστεύουν στην Αγία Γραφή, δεν αμφισβητούν ότι ο Θεός είναι ένας και όχι πολλοί. Διότι το λέει ο Κύριος στην αρχή του Νόμου (στο Μωϋσή): «Εγώ είμαι ο Κύριος και Θεός σου που σ’ έβγαλα από τη γη της Αιγύπτου. Δεν θα λατρεύεις άλλους θεούς εκτός από μένα». Και πάλι λέει: «Άκουσε, λαέ του Ισραήλ· ο Κύριος και Θεός σου είναι ένας». Το λέει και με τον προφήτη Ησαΐα: «Εγώ είμαι ο πρώτος Θεός, εγώ και ο μετέπειτα και κανένας άλλος εκτός από μένα. Δεν υπήρξε άλλος Θεός πριν από μένα, ούτε θα υπάρξει μετά και εκτός από μένα». Και στα ιερά Ευαγγέλια ο Κύριος λέει τα εξής προς τον Πατέρα: «Αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίσουν εσένα, το μοναδικό αληθινό Θεό». Με όσους, όμως, δεν πιστεύουν στην Αγία Γραφή, θα συζητήσουμε ως εξής. Το θείο είναι τέλειο και δεν του λείπει τίποτε ούτε στην αγαθωσύνη ούτε στη σοφία και τη δύναμη· είναι χωρίς αρχή και τέλος, αιώνιο, απεριόριστο και γενικά τέλειο σε όλα. Εάν, λοιπόν, παραδεχθούμε πολλούς θεούς, υποχρεωτικά δεχόμαστε διαφορά ανάμεσα στους πολλούς. Κι αν δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ τους, τότε ο Θεός είναι ένας και όχι πολλοί. Αν πάλι υπάρχει διαφορά, πού είναι η τελειότητα; Διότι, αν υστερεί από την τελειότητα σε κάτι, είτε στην αγαθωσύνη ή τη δύναμη ή τη σοφία ή το χρόνο ή τον τόπο, τότε δεν μπορεί να είναι Θεός. Η ταύτιση όμως σε όλα αποδεικνύει ότι ο Θεός είναι μάλλον ένας και όχι πολλοί. Κι αν μάλιστα είναι πολλοί, πώς θα διατηρηθεί το απεριόριστο; Διότι όπου θα είναι ο ένας, δεν θα βρίσκεται ο άλλος. Και πώς οι πολλοί θεοί θα διευθύνουν τον κόσμο και δεν θα τον διαλύσουν και καταστρέψουν, εφόσον θα έχουν πόλεμο μεταξύ τους οι κυβερνήτες; Διότι η διαφορά οδηγεί στην έχθρα. Κι αν κάποιος υποστηρίξει ότι ο καθένας κυβερνά ένα μέρος του κόσμου, ποιός είναι αυτός που έβαλε αυτή την τάξη και έκανε τη διανομή; Εκείνος θα είναι ασφαλώς ο Θεός. Επομένως, ένας είναι ο Θεός, τέλειος, απεριόριστος, δημιουργός, προνοητής και κυβερνήτης του σύμπαντος, πριν και πάνω απ’όλα τέλειος. Επιπλέον, αποτελεί και φυσικό νόμο, η μονάδα να είναι η βάση της δυάδος. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6. Περὶ Λόγου Θεοῦ. Οὗτος τοίνυν ὁ εἷς καὶ μόνος Θεὸς οὐκ ἄλογός ἐστι. Λόγον δὲ ἔχων οὐκ ἀνυπόστατον ἕξει, οὐκ ἀρξάμενον τοῦ εἶναι οὐδὲ παυσόμενον· οὐ γὰρ ἦν, ὅτε ἦν ποτε ὁ Θεὸς Λόγος. Ἀεὶ δὲ ἔχει τὸν ἑαυτοῦ Λόγον ἐξ αὐτοῦ γεννώμενον, οὐ κατὰ τὸν ἡμέτερον λόγον ἀνυπόστατον καὶ εἰς ἀέρα χεόμενον, ἀλλ᾿ ἐνυπόστατον, ζῶντα, τέλειον, οὐκ ἔξω αὐτοῦ χωροῦντα, ἀλλ᾿ ἐν αὐτῷ ἀεὶ ὄντα· ποῦ γὰρ ἔσται ἔξω αὐτοῦ γινόμενος; Ἐπειδὴ γὰρ ἡ ἡμετέρα φύσις ἐπίκηρός ἐστι καὶ εὐδιάλυτος, διὰ τοῦτο καὶ ὁ λόγος ἡμῶν ἐστιν ἀνυπόστατος. Ὁ δὲ Θεὸς ἀεὶ ὢν καὶ τέλειος ὢν τέλειον καὶ ἐνυπόστατον ἕξει τὸν ἑαυτοῦ Λόγον καὶ ἀεὶ ὄντα καὶ ζῶντα καὶ πάντα ἔχοντα, ὅσα ὁ γεννήτωρ ἔχει. Ὥσπερ γὰρ ὁ ἡμέτερος λόγος ἐκ τοῦ νοῦ προερχόμενος οὔτε δι᾿ ὅλου ὁ αὐτός ἐστι τῷ νῷ οὔτε παντάπασιν ἕτερος —ἐκ τοῦ νοῦ μὲν γὰρ ὢν ἄλλος ἐστὶ παρ᾿ αὐτόν, αὐτὸν δὲ τὸν νοῦν εἰς τὸ ἐμφανὲς ἄγων οὐκέτι παντάπασιν ἕτερός ἐστι παρὰ τὸν νοῦν, ἀλλὰ κατὰ τὴν φύσιν ἓν ὢν ἕτερόν ἐστι τῷ ὑποκειμένῳ— οὕτω καὶ ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, τῷ μὲν ὑφεστάναι καθ᾿ ἑαυτὸν διῄρηται πρὸς ἐκεῖνον, παρ᾿ οὗ τὴν ὑπόστασιν ἔχει, τῷ δὲ ταῦτα δεικνύειν ἐν ἑαυτῷ, ἃ περὶ τὸν Θεὸν καθορᾶται, ὁ αὐτός ἐστι κατὰ τὴν φύσιν ἐκείνῳ· ὥσπερ γὰρ τὸ ἐν ἅπασι τέλειον ἐπὶ τοῦ Πατρὸς θεωρεῖται, οὕτως καὶ ἐπὶ τοῦ ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένου Λόγου θεωρηθήσεται. |
Για το Λόγο του Θεού. Αυτός λοιπόν ο ένας και μοναδικός Θεός δεν είναι άλογος. Εφόσον έχει Λόγο, δεν θα είναι χωρίς υπόσταση, ούτε θα έχει αρχή και τέλος η ύπαρξή του. Διότι, δεν υπήρχε χρόνος, που να μην υπήρχε ο Θεός Λόγος. (Ο Θεός) έχει πάντοτε το Λόγο του, γεννημένο απ’ Αυτόν· δεν είναι ανυπόστατος και σκορπισμένος στον αέρα όπως ο δικός μας λόγος, αλλά είναι ενυπόστατος, ζωντανός, τέλειος. Δεν προχωρεί έξω απ’ Αυτόν, αλλά είναι πάντοτε ενωμένος μαζί του. Διότι, πού θα είναι, αν βγει έξω απ’ Αυτόν; Επειδή, δηλαδή, η δική μας φύση είναι θνητή και φθαρτή, γι’ αυτό και ο λόγος μας είναι ανυπόστατος. Ο Θεός όμως, επειδή είναι αιώνιος και τέλειος, θα έχει και το Λόγο του τέλειο και ενυπόστατο, αιώνιο, ζωντανό και κάτοχο όλων όσων κατέχει και ο γεννήτοράς του. Διότι, όπως ακριβώς ο δικός μας λόγος προέρχεται από το νου αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα μ’ αυτόν και ούτε είναι σε όλα διαφορετικός —διότι, αν και προέρχεται από το νου είναι κάτι άλλο απ’ αυτόν· και παρόλο που φανερώνει το νου, δεν είναι σε όλα διαφορετικός από το νου· αλλά, όντας κατά τη φύση όμοιος, είναι διαφορετικός στην υπόσταση— έτσι και ο Λόγος του Θεού, με τη δική του υπόσταση είναι διαφορετικός μ’ Εκείνον (γεννήτορα), από τον οποίο έλαβε την υπόσταση· επειδή όμως δείχνει τα ίδια που βλέπουμε στο Θεό (Πατέρα), είναι ο ίδιος στη φύση μ’ εκείνον. Διότι, όπως βλέπουμε τον Πατέρα να είναι τέλειος σε όλα, το ίδιο βλέπουμε και στο Λόγο που γεννήθηκε απ’ Αυτόν. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7. Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συλλογιστική ἀπόδειξις.
Δεῖ δὲ τὸν Λόγον καὶ Πνεῦμα ἔχειν· καὶ γὰρ καὶ ὁ ἡμέτερος λόγος οὐκ ἄμοιρός ἐστι τοῦ πνεύματος. Ἀλλ᾿ ἐφ᾿ ἡμῶν μὲν τὸ πνεῦμα ἀλλότριον τῆς ἡμετέρας ἐστὶν οὐσίας· τοῦ ἀέρος γάρ ἐστιν ὁλκὴ καὶ φορὰ εἰσελκομένου καὶ προχεομένου πρὸς τὴν τοῦ σώματος σύστασιν, ὅπερ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐκφωνήσεως φωνὴ τοῦ λόγου γίνεται τὴν τοῦ λόγου δύναμιν ἐν ἑαυτῇ φανεροῦσα. Ἐπὶ δὲ τῆς θείας φύσεως τῆς ἁπλῆς καὶ ἀσυνθέτου τὸ μὲν εἶναι Πνεῦμα Θεοῦ εὐσεβῶς ὁμολογητέον διὰ τὸ μὴ εἶναι τὸν τοῦ Θεοῦ Λόγον ἐλλιπέστερον τοῦ ἡμετέρου λόγου, οὐκ ἔστι δὲ εὐσεβὲς ἀλλότριόν τι ἔξωθεν ἐπεισερχόμενον τῷ Θεῷ τὸ Πνεῦμα λογίζεσθαι ὡς καὶ ἐφ᾿ ἡμῶν τῶν συνθέτων. Ἀλλ᾿ ὥσπερ Θεοῦ Λόγον ἀκούσαντες οὐκ ἀνυπόστατον οὐδὲ ἐκ μαθήσεως προσγινόμενον οὐδὲ διὰ φωνῆς προφερόμενον οὐδὲ εἰς ἀέρα χεόμενον καὶ λυόμενον ᾠήθημεν, ἀλλ᾿ οὐσιωδῶς ὑφεστῶτα προαιρετικόν τε καὶ ἐνεργὸν καὶ παντοδύναμον, οὕτω καὶ Πνεῦμα μεμαθηκότες Θεοῦ τὸ συμπαρομαρτοῦν τῷ Λόγῳ καὶ φανεροῦν αὐτοῦ τὴν ἐνέργειαν οὐ πνοὴν ἀνυπόστατον ἐννοοῦμεν —οὕτω γὰρ ἂν καθαιρεῖται πρὸς ταπεινότητα τὸ μεγαλεῖον τῆς θείας φύσεως, εἰ καθ᾿ ὁμοιότητα τοῦ ἡμετέρου πνεύματος καὶ τὸ ἐν αὐτῷ Πνεῦμα ὑπονοοῖτο— ἀλλὰ δύναμιν οὐσιώδη, αὐτὴν ἐφ᾿ ἑαυτῆς ἐν ἰδιαζούσῃ ὑποστάσει θεωρουμένην, ἐκ τοῦ Πατρὸς προερχομένην καὶ ἐν τῷ Λόγῳ ἀναπαυομένην καὶ αὐτοῦ οὖσαν ἐκφαντικήν, οὔτε χωρισθῆναι τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾧ ἐστι, καὶ τοῦ Λόγου, ᾧ συμπαρομαρτεῖ, δυναμένην οὔτε πρὸς τὸ ἀνύπαρκτον ἀναχεομένην, ἀλλὰ καθ᾿ ὁμοιότητα τοῦ Λόγου καθ᾿ ὑπόστασιν οὖσαν, ζῶσαν, προαιρετικήν, αὐτοκίνητον, ἐνεργόν, πάντοτε τὸ ἀγαθὸν θέλουσαν καὶ πρὸς πᾶσαν πρόθεσιν σύνδρομον ἔχουσαν τῇ βουλήσει τὴν δύναμιν, μήτε ἀρχὴν ἔχουσαν μήτε τέλος. Οὔτε γὰρ ἐνέλειψέ ποτε τῷ Πατρὶ Λόγος οὔτε τῷ Λόγῳ Πνεῦμα. Οὕτως διὰ μὲν τῆς κατὰ φύσιν ἑνότητος ἡ πολύθεος τῶν Ἑλλήνων ἐξαφανίζεται πλάνη, διὰ δὲ τῆς τοῦ Λόγου παραδοχῆς καὶ τοῦ Πνεύματος τῶν Ἰουδαίων καθαιρεῖται τὸ δόγμα, ἑκατέρας τε αἱρέσεως παραμένει τὸ χρήσιμον, ἐκ μὲν τῆς Ἰουδαϊκῆς ὑπολήψεως ἡ τῆς φύσεως ἑνότης, ἐκ δὲ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ κατὰ τὰς ὑποστάσεις διάκρισις μόνη. Εἰ δὲ ἀντιλέγοι ὁ Ἰουδαῖος πρὸς τὴν τοῦ Λόγου παραδοχὴν καὶ τοῦ Πνεύματος, ὑπὸ τῆς θείας Γραφῆς ἐλεγχέσθω τε καὶ ἐπιστομιζέσθω. Περὶ μὲν γὰρ τοῦ Λόγου φησὶν ὁ Δαυίδ· «Εἰς τὸν αἰῶνα, Κύριε, ὁ λόγος σου διαμένει ἐν τῷ οὐρανῷ», καὶ πάλιν· «Ἀπέστειλε τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ ἰάσατο αὐτούς». Λόγος δὲ προφορικὸς οὐκ ἀποστέλλεται οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα διαμένει. Περὶ δὲ τοῦ Πνεύματος ὁ αὐτὸς Δαυίδ· «Ἐξαποστελεῖς τὸ Πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται», καὶ πάλιν· «Τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν, καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν», καὶ ὁ Ἰώβ· «Πνεῦμα θεῖον τὸ ποιῆσάν με, πνοὴ δὲ παντοκράτορος ἡ συνέχουσά με.» Πνεῦμα δὲ ἀποστελλόμενον καὶ ποιοῦν καὶ στερεοῦν καὶ συνέχον οὐκ ἄσθμα ἐστὶ λυόμενον, ὥσπερ οὐδὲ σωματικὸν μέλος τὸ τοῦ Θεοῦ στόμα· ἀμφότερα γὰρ θεοπρεπῶς νοητέον. |
Λογική απόδειξη για το Άγιο Πνεύμα. Πρέπει, επίσης, ο Λόγος να έχει και Πνεύμα. Ακόμη και ο δικός μας λόγος δεν στερείται πνεύμα. Σε μας, όμως, το πνεύμα είναι ξένο στη φύση μας· διότι πρόκειται για εισπνοή και κίνηση του αέρα, ο οποίος εισέρχεται και διασκορπίζεται στο σώμα, για να του δώσει ζωή. Αυτό, στη διάρκεια της ομιλίας, γίνεται φωνή του λόγου, που φανερώνει μέσα της τη δύναμη του λόγου. Στη θεία όμως φύση, που είναι απλή και ασύνθετη, πρέπει να ομολογήσουμε με σεβασμό ότι υπάρχει το Πνεύμα του Θεού. Διότι ο Λόγος του Θεού δεν είναι πιο ελλιπής από το δικό μας λόγο· και δεν είναι ευσεβές να θεωρούμε ότι το Πνεύμα εισέρχεται στο Θεό απέξω σαν κάτι το ξένο, όπως συμβαίνει σε μας που είμαστε σύνθετοι. Αλλά, όπως ακριβώς όταν ακούσαμε για το Λόγο του Θεού, δεν τον θεωρήσαμε χωρίς υπόσταση ούτε ότι είναι αποτέλεσμα της μαθήσεως ή προφέρεται με φωνή και διασκορπίζεται στον αέρα και χάνεται, αλλά θεωρήσαμε ότι υφίσταται με ουσία, ελεύθερη βούληση, ενέργεια και παντοδυναμία· έτσι, όταν μάθαμε και για το Πνεύμα του Θεού, το οποίο συμμαρτυρεί για το Λόγο και φανερώνει την ενέργειά του, δεν το θεωρήσαμε σαν κάποια πνοή χωρίς υπόσταση —διότι έτσι εξευτελίζουμε τη μεγαλοπρέπεια της θείας φύσεως, εφόσον θεωρούμε το Πνεύμα του Θεού σχεδόν όμοιο με το δικό μας πνεύμα. Αντίθετα, το θεωρήσαμε δύναμη με ουσία, που έχει δική της ιδιαίτερη υπόσταση· προέρχεται από τον Πατέρα και αναπαύεται στο Λόγο, τον οποίο και αποκαλύπτει. Δεν είναι δυνατόν να χωριστεί από το Θεό στον οποίο κατοικεί, ούτε από το Λόγο τον οποίο συνοδεύει· ούτε βαδίζει προς την ανυπαρξία, αλλά είναι υποστατική δύναμη όμοια με το Λόγο, ζωντανή, με θέληση, αυτοκινούμενη και ενεργητική· επιθυμεί πάντοτε το αγαθό και η δύναμή της συνοδεύει τη θέληση για κάθε καλό σκοπό· δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Διότι ποτέ ο Λόγος δεν απουσίασε από τον Πατέρα ούτε το Πνεύμα από το Λόγο. Έτσι, από τη μια, με την ενότητα της φύσεως, εξαφανίζεται η πλάνη της πολυθεΐας των Ελλήνων, κι από την άλλη, με την ομολογία της υπάρξεως του Λόγου και του Πνεύματος, ανατρέπεται η πίστη των Ιουδαίων. Και από τις δύο αιρετικές αποκλίσεις παραμένει η ωφέλεια: από την ιουδαϊκή αντίληψη έχουμε την ενότητα της ουσίας, ενώ από την ελληνική τη διάκριση των υποστάσεων. Εάν όμως οι Ιουδαίοι έχουν αντίρρηση στην παραδοχή της υπάρξεως του Λόγου και του Πνεύματος, η Αγία Γραφή θα τους ελέγξει και αποστομώσει. Διότι για το Λόγο λέει ο Δαβίδ: «Ο Λόγος σου, Κύριε, θα μένει αιώνια στον ουρανό». Και αλλού πάλι λέει: «Έστειλε το Λόγο του και τους θεράπευσε». Αν πρόκειται για λόγο προφορικό, αυτός ούτε αποστέλλεται ούτε μένει αιώνια. Ο ίδιος ο Δαβίδ ομιλεί και για το Πνεύμα: «Θα στείλεις το Πνεύμα σου και θα δημιουργηθούν»· και αλλού πάλι λέει: «Οι ουρανοί σχηματίσθηκαν με το Λόγο του Κυρίου· όλη η δύναμή τους είναι στο Πνεύμα του στόματός του». Ο Ιώβ, επίσης, λέει: «Με δημιούργησε το θείο Πνεύμα και με συγκρατεί η πνοή του παντοκράτορα». Και το Πνεύμα που αποστέλλεται, δημιουργεί, σταθεροποιεί και συγκρατεί δεν είναι ένας αέρας που χάνεται, όπως και το στόμα δεν είναι μέλος του σώματος του Θεού· διότι και τα δύο πρέπει να τα εννοήσουμε με θεοπρεπή τρόπο. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8. Περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος Πιστεύομεν τοιγαροῦν εἰς ἕνα Θεόν, μίαν ἀρχὴν ἄναρχον, ἄκτιστον, ἀγέννητον ἀνόλεθρόν τε καὶ ἀθάνατον, αἰώνιον, ἄπειρον, ἀπερίγραπτον, ἀπεριόριστον, ἀπειροδύναμον, ἁπλῆν, ἀσύνθετον, ἀσώματον, ἄρρευστον, ἀπαθῆ, ἄτρεπτον, ἀναλλοίωτον, ἀόρατον, πηγὴν ἀγαθότητος καὶ δικαιοσύνης, φῶς νοερόν, ἀπρόσιτον, δύναμιν οὐδενὶ μέτρῳ γνωριζομένην, μόνῳ δὲ τῷ οἰκείῳ βουλήματι μετρουμένην —πάντα γάρ, ὅσα θέλει, δύναται— πάντων κτισμάτων ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων ποιητικήν, πάντων συνεκτικὴν καὶ συντηρητικήν, πάντων προνοητικήν, πάντων κρατοῦσαν καὶ ἄρχουσαν καὶ βασιλεύουσαν ἀτελευτήτῳ καὶ ἀθανάτῳ βασιλείᾳ, μηδὲν ἐναντίον ἔχουσαν, πάντα πληροῦσαν, ὑπ᾿ οὐδενὸς περιεχομένην, αὐτὴν δὲ μᾶλλον περιέχουσαν τὰ σύμπαντα καὶ συνέχουσαν καὶ προέχουσαν· ἀχράντως ταῖς ὅλαις οὐσίαις ἐπιβατεύουσαν καὶ πάντων ἐπέκεινα καὶ πάσης οὐσίας ἐξῃρημένην ὡς ὑπερούσιον καὶ ὑπὲρ τὰ ὄντα οὖσαν, ὑπέρθεον, ὑπεράγαθον, ὑπερπλήρη, τὰς ὅλας ἀρχὰς καὶ τάξεις ἀφορίζουσαν καὶ πάσης ἀρχῆς καὶ τάξεως ὑπεριδρυμένην ὑπὲρ οὐσίαν καὶ ζωὴν καὶ λόγον καὶ ἔννοιαν, αὐτοφῶς, αὐτοαγαθότητα, αὐτοζωήν, αὐτοουσίαν ὡς μὴ παρ᾿ ἑτέρου τὸ εἶναι ἔχουσαν ἤ τι τῶν ὅσα ἐστίν, αὐτὴν δὲ πηγὴν οὖσαν τοῦ εἶναι τοῖς οὖσι, τοῖς ζῶσι τῆς ζωῆς, τοῖς λόγου μετέχουσι τοῦ λόγου, τοῖς πᾶσι πάντων ἀγαθῶν αἰτίαν· πάντα εἰδυῖαν πρὶν γενέσεως αὐτῶν· μίαν οὐσίαν, μίαν θεότητα, μίαν δύναμιν, μίαν θέλησιν, μίαν ἐνέργειαν, μίαν ἀρχήν, μίαν ἐξουσίαν, μίαν κυριότητα, μίαν βασιλείαν, ἐν τρισὶ τελείαις ὑποστάσεσι γνωριζομένην τε καὶ προσκυνουμένην μιᾷ προσκυνήσει πιστευομένην τε καὶ λατρευομένην ὑπὸ πάσης λογικῆς κτίσεως ἀσυγχύτως ἡνωμέναις καὶ ἀδιαστάτως διαιρουμέναις· ὃ καὶ παράδοξον· εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, εἰς ἃ καὶ βεβαπτίσμεθα· οὕτω γὰρ ὁ Κύριος τοῖς ἀποστόλοις βαπτίζειν ἐνετείλατο· «Βαπτίζοντες αὐτούς», φάσκων, «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Εἰς ἕνα Πατέρα, τὴν πάντων ἀρχὴν καὶ αἰτίαν, οὐκ ἔκ τινος γεννηθέντα, ἀναίτιον δὲ καὶ ἀγέννητον μόνον ὑπάρχοντα, πάντων μὲν ποιητήν, ἑνὸς δὲ μόνου Πατέρα φύσει τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ αὐτοῦ, Κυρίου δὲ καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ προβολέα τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Καὶ εἰς ἕνα Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων, φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι᾿ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. «Πρὸ πάντων τῶν αἰώνων» λέγοντες δείκνυμεν, ὅτι ἄχρονος καὶ ἄναρχος αὐτοῦ ἡ γέννησις· οὐ γὰρ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παρήχθη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξης, ὁ χαρακτὴρ τῆς τοῦ Πατρὸς ὑποστάσεως, ἡ ζῶσα σοφία καὶ δύναμις, ὁ λόγος ὁ ἐνυπόστατος, ἡ οὐσιώδης καὶ τελεία καὶ ζῶσα εἰκὼν τοῦ ἀοράτου Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἀεὶ ἦν σὺν τῷ Πατρὶ καὶ ἐν αὐτῷ ἀιδίως καὶ ἀνάρχως ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένος· οὐ γὰρ ἦν ποτε ὁ Πατήρ, ὅτε οὐκ ἦν ὁ Υἱός, ἀλλ᾿ ἅμα Πατήρ, ἅμα Υἱὸς ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένος· Πατὴρ γὰρ ἐκτὸς Υἱοῦ οὐκ ἂν κληθείη. Εἰ δὲ ἦν μὴ ἔχων Υἱόν, οὐκ ἦν Πατήρ, καὶ εἰ μετὰ ταῦτα ἔσχεν Υἱόν, μετὰ ταῦτα ἐγένετο Πατὴρ μὴ ὢν πρὸ τούτου Πατὴρ καὶ ἐτράπη ἐκ τοῦ μὴ εἶναι Πατὴρ εἰς τὸ γενέσθαι Πατήρ, ὅπερ πάσης βλασφημίας ἐστὶ χαλεπώτερον. Ἀδύνατον γὰρ τὸν Θεὸν εἰπεῖν ἔρημον τῆς φυσικῆς γονιμότητος· ἡ δὲ γονιμότης τὸ ἐξ αὐτοῦ ἤγουν ἐκ τῆς ἰδίας οὐσίας ὅμοιον κατὰ φύσιν γεννᾶν. Ἐπὶ μὲν οὖν τῆς τοῦ Υἱοῦ γεννήσεως ἀσεβὲς λέγειν χρόνον μεσιτεῦσαι ἢ μετὰ τὸν Πατέρα τὴν τοῦ Υἱοῦ γενέσθαι ὕπαρξιν. Ἐξ αὐτοῦ γὰρ, ἤγουν τῆς τοῦ Πατρὸς φύσεώς φαμεν τὴν τοῦ Υἱοῦ γέννησιν. Καὶ εἰ μὴ ἐξ ἀρχῆς δῶμεν τὸν Υἱὸν συνυπάρχειν τῷ Πατρὶ ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένον, τροπὴν τῆς τοῦ Πατρὸς ὑποστάσεως παρεισάγομεν· ὅτι μὴ ὢν Πατὴρ ὕστερον ἐγένετο Πατήρ· ἡ γὰρ κτίσις, εἰ καὶ μετὰ ταῦτα γέγονεν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ οὐσίας, ἐκ δὲ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι βουλήσει καὶ δυνάμει αὐτοῦ παρήχθη, καὶ οὐχ ἅπτεται τροπὴ τῆς τοῦ Θεοῦ φύσεως. Γέννησις μὲν γάρ ἐστι τὸ ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ γεννῶντος προάγεσθαι τὸ γεννώμενον ὅμοιον κατ᾿ οὐσίαν, κτίσις δὲ καὶ ποίησις τὸ ἔξωθεν καὶ οὐκ ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ κτίζοντος καὶ ποιοῦντος γίνεσθαι τὸ κτιζόμενον καὶ ποιούμενον ἀνόμοιον παντελῶς. Ἐπὶ μὲν οὖν τοῦ μόνου ἀπαθοῦς καὶ ἀναλλοιώτου καὶ ἀτρέπτου καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχοντος Θεοῦ καὶ τὸ γεννᾶν καὶ τὸ κτίζειν ἀπαθές· φύσει γὰρ ὢν ἀπαθὴς καὶ ἄρρευστος ὡς ἁπλοῦς καὶ ἀσύνθετος, οὐ πέφυκεν ὑπομένειν πάθος ἢ ῥεῦσιν οὔτε ἐν τῷ γεννᾶν οὔτε ἐν τῷ κτίζειν οὐδέ τινος συνεργίας δεῖται, ἀλλ᾿ ἡ μὲν γέννησις ἄναρχος καὶ ἀΐδιος φύσεως ἔργον οὖσα καὶ ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ προάγουσα, ἵνα τροπὴν ὁ γεννῶν μὴ ὑπομείνῃ καὶ ἵνα μὴ Θεὸς πρῶτος καὶ Θεὸς ὕστερος εἴη καὶ προσθήκην δέξηται. Ἡ δὲ κτίσις ἐπὶ Θεοῦ θελήσεως ἔργον οὖσα οὐ συναΐδιός ἐστι τῷ Θεῷ, ἐπειδὴ οὐ πέφυκε τὸ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγόμενον συναΐδιον εἶναι τῷ ἀνάρχῳ καὶ ἀεὶ ὄντι. Ὥσπερ τοίνυν οὐχ ὁμοίως ποιεῖ ἄνθρωπος καὶ Θεός —ὁ μὲν γὰρ ἄνθρωπος οὐδὲν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παράγει, ἀλλ᾿ ὅπερ ποιεῖ ἐκ προϋποκειμένης ὕλης ποιεῖ, οὐ θελήσας μόνον ἀλλὰ καὶ προεπινοήσας, καὶ ἐν τῷ νῷ ἀνατυπώσας τὸ γενησόμενον, εἶτα καὶ χερσὶν ἐργασάμενος καὶ κόπον ὑπομείνας καὶ κάματον, πολλάκις δὲ καὶ ἀστοχήσας μὴ ἀποβάντος, καθὰ βούλεται τοῦ ἐπιτηδεύματος· ὁ δὲ Θεὸς θελήσας μόνον ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα παρήγαγεν— οὕτως οὐδὲ ὁμοίως γεννᾷ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ὁ μὲν γὰρ Θεὸς ἄχρονος ὢν καὶ ἄναρχος καὶ ἀπαθὴς καὶ ἄρρευστος καὶ ἀσώματος καὶ μόνος καὶ ἀτελεύτητος ἀχρόνως καὶ ἀνάρχως καὶ ἀπαθῶς καὶ ἀρρεύστως γεννᾷ καὶ ἐκτὸς συνδυασμοῦ· καὶ οὔτε ἀρχὴν ἔχει ἡ ἀκατάληπτος αὐτοῦ γέννησις, οὔτε τέλος. Καὶ ἀνάρχως μὲν διὰ τὸ ἄτρεπτον, ἀρρεύστως δὲ διὰ τὸ ἀπαθὲς καὶ ἀσώματον· ἐκτὸς δὲ συνδυασμοῦ διά τε τὸ ἀσώματον πάλιν καὶ ἕνα μόνον εἶναι Θεὸν ἀπροσδεῆ ἑτέρου· ἀτελευτήτως δὲ καὶ ἀκαταπαύστως διά τε τὸ ἄναρχον καὶ ἄχρονον καὶ ἀτελεύτητον καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχειν· τὸ γὰρ ἄναρχον ἀτελεύτητον, τὸ δὲ χάριτι ἀτελεύτητον οὐ πάντως ἄναρχον ὥσπερ οἱ ἄγγελοι. Γεννᾷ τοίνυν ὁ ἀεὶ ὢν Θεὸς τὸν ἑαυτοῦ Λόγον τέλειον ὄντα ἀνάρχως καὶ ἀτελευτήτως, ἵνα μὴ ἐν χρόνῳ τίκτῃ Θεὸς ὁ χρόνου ἀνωτέραν ἔχων τήν τε φύσιν καὶ τὴν ὕπαρξιν. Ὁ δὲ ἄνθρωπος δῆλον ὡς ἐναντίως γεννᾷ ὑπὸ γένεσιν τελῶν καὶ φθορὰν καὶ ῥεῦσιν καὶ πληθυσμὸν καὶ σῶμα περικείμενος καὶ τὸ ἄρρεν καὶ τὸ θῆλυ ἐν τῇ φύσει κεκτημένος· ἐνδεὲς γὰρ τὸ ἄρρεν τῆς τοῦ θήλεος βοηθείας. Ἀλλ᾿ ἵλεως εἴη ὁ πάντων ἐπέκεινα καὶ πᾶσαν νόησιν καὶ κατάληψιν ὑπερκείμενος. Διδάσκει οὖν ἡ Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία ἅμα Πατέρα καὶ ἅμα τὸν μονογενῆ αὐτοῦ Υἱὸν ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένον ἀχρόνως καὶ ἀρρεύστως καὶ ἀπαθῶς καὶ ἀκαταλήπτως, ὡς μόνος ὁ τῶν ὅλων οἶδε Θεός. Ὥσπερ ἅμα τὸ πῦρ καὶ ἅμα τὸ ἐξ αὐτοῦ φῶς, καὶ οὐ πρῶτον τὸ πῦρ καὶ μετὰ ταῦτα τὸ φῶς ἀλλ᾿ ἅμα· καὶ ὥσπερ τὸ φῶς ἐκ τοῦ πυρὸς ἀεὶ γεννώμενον ἀεὶ ἐν αὐτῷ ἐστι μηδαμῶς αὐτοῦ χωριζόμενον, οὕτω καὶ ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννᾶται μηδαμῶς αὐτοῦ χωριζόμενος, ἀλλ᾿ ἀεὶ ἐν αὐτῷ ἐστιν. Ἀλλὰ τὸ μὲν φῶς ἐκ τοῦ πυρὸς γεννώμενον ἀχωρίστως, καὶ ἐν αὐτῷ ἀεὶ μένον οὐκ ἔχει ἰδίαν ὑπόστασιν παρὰ τὸ πῦρ —ποιότης γάρ ἐστι φυσικὴ τοῦ πυρός—, ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ μονογενὴς ἐκ Πατρὸς γεννηθεὶς ἀχωρίστως καὶ ἀδιαστάτως καὶ ἐν αὐτῷ μένων ἀεὶ ἔχει ἰδίαν ὑπόστασιν παρὰ τὴν τοῦ Πατρός. Λόγος μὲν οὖν καὶ ἀπαύγασμα λέγεται διὰ τὸ ἄνευ συνδυασμοῦ καὶ ἀπαθῶς καὶ ἀχρόνως καὶ ἀρρεύστως καὶ ἀχωρίστως γεγεννῆσθαι ἐκ τοῦ Πατρός, Υἱὸς δὲ καὶ χαρακτὴρ τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως διὰ τὸ τέλειον καὶ ἐνυπόστατον καὶ κατὰ πάντα ὅμοιον τῷ Πατρὶ εἶναι πλὴν τῆς ἀγεννησίας, μονογενὴς δέ, ὅτι μόνος ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς μόνως ἐγεννήθη. Οὐδὲ γὰρ ὁμοιοῦται ἑτέρα γέννησις τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ γεννήσει, οὐδὲ γάρ ἐστιν ἄλλος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Εἰ γὰρ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἀλλ᾿ οὐ γεννητῶς ἀλλ᾿ ἐκπορευτῶς. Ἄλλος τρόπος ὑπάρξεως οὗτος ἄληπτός τε καὶ ἄγνωστος, ὥσπερ καὶ ἡ τοῦ Υἱοῦ γέννησις. Διὸ καὶ πάντα, ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ, αὐτοῦ εἰσι πλὴν τῆς ἀγεννησίας, ἥτις οὐ σημαίνει οὐσίας διαφορὰν οὐδὲ ἀξίωμα, ἀλλὰ τρόπον ὑπάρξεως· ὥσπερ καὶ ὁ Ἀδὰμ ἀγέννητος ὤν –πλάσμα γάρ ἐστι Θεοῦ– καὶ ὁ Σὴθ γεννητός –υἱὸς γάρ ἐστιν τοῦ Ἀδάμ– καὶ ἡ Εὔα ἐκ τῆς τοῦ Ἀδὰμ πλευρᾶς ἐκπορευθεῖσα –οὐ γὰρ ἐγεννήθη αὕτη– οὐ φύσει διαφέρουσιν ἀλλήλων –ἄνθρωποι γάρ εἰσιν–, ἀλλὰ τῷ τῆς ὑπάρξεως τρόπῳ. Χρὴ γὰρ εἰδέναι, ὅτι τὸ ἀγένητον διὰ τοῦ ἑνὸς Νῦ γραφόμενον τὸ ἄκτιστον, ἤτοι τὸ μὴ γενόμενον σημαίνει· τὸ δὲ ἀγέννητον διὰ τῶν δύο Νῦ γραφόμενον δηλοῖ τὸ μὴ γεννηθέν. Κατὰ μὲν οὖν τὸ πρῶτον σημαινόμενον διαφέρει οὐσία οὐσίας· ἄλλη γὰρ οὐσία ἡ ἄκτιστος, ἤτοι ἀγένητος διὰ τοῦ ἑνὸς Νῦ, καὶ ἄλλη ἡ γενητὴ, ἤτοι κτιστή. Κατὰ δὲ τὸ δεύτερον σημαινόμενον οὐ διαφέρει οὐσία οὐσίας· παντὸς γὰρ εἴδους ζῴων ἡ πρώτη ὑπόστασις ἀγέννητός ἐστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἀγένητος· ἐκτίσθησαν μὲν γὰρ ὑπὸ τοῦ δημιουργοῦ τῷ Λόγῳ αὐτοῦ παραχθέντα εἰς γένεσιν, οὐ μὴν ἐγεννήθησαν μὴ προϋπάρχοντος ἑτέρου ὁμοειδοῦς, ἐξ οὗ γεννηθῶσι. Κατὰ μὲν οὖν τὸ πρῶτον σημαινόμενον κοινωνοῦσιν αἱ τρεῖς τῆς ἁγίας θεότητος ὑπέρθεοι ὑποστάσεις· ὁμοούσιοι γὰρ καὶ ἄκτιστοι ὑπάρχουσι. Κατὰ δὲ τὸ δεύτερον σημαινόμενον οὐδαμῶς· μόνος γὰρ ὁ Πατὴρ ἀγέννητος· οὐ γὰρ ἐξ ἑτέρας ἐστὶν αὐτῷ ὑποστάσεως τὸ εἶναι. Καὶ μόνος ὁ Υἱὸς γεννητός· ἐκ τῆς τοῦ Πατρὸς γὰρ οὐσίας ἀνάρχως καὶ ἀχρόνως γεγέννηται. Καὶ μόνον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκπορευτὸν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, οὐ γεννώμενον ἀλλ᾿ ἐκπορευόμενον. Οὕτω μὲν τῆς θείας διδασκούσης Γραφῆς, τοῦ δὲ τρόπου τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως ἀκαταλήπτου ὑπάρχοντος. Καὶ τοῦτο δὲ ἰστέον, ὡς οὐκ ἐξ ἡμῶν μετηνέχθη ἐπὶ τὴν μακαρίαν θεότητα τὸ τῆς πατρότητος καὶ υἱότητος καὶ ἐκπορεύσεως ὄνομα· τοὐναντίον δὲ ἐκεῖθεν ἡμῖν μεταδέδοται, ὥς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Διὰ τοῦτο κάμπτω τὰ γόνατά μου πρὸς τὸν Πατέρα, ἐξ οὗ πᾶσα πατριὰ ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς». Εἰ δὲ λέγομεν τὸν Πατέρα ἀρχὴν εἶναι τοῦ Υἱοῦ καὶ μείζονα, οὐ προτερεύειν αὐτὸν τοῦ Υἱοῦ χρόνῳ ἢ φύσει ὑποφαίνομεν, «δι᾿ αὐτοῦ γὰρ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν», οὐδὲ καθ᾿ ἕτερόν τι, εἰ μὴ κατὰ τὸ αἴτιον, τουτέστιν ὅτι ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐγεννήθη καὶ οὐχ ὁ Πατὴρ ἐκ τοῦ Υἱοῦ καὶ ὅτι ὁ Πατὴρ αἴτιός ἐστι τοῦ Υἱοῦ φυσικῶς, ὥσπερ οὐκ ἐκ τοῦ φωτὸς τὸ πῦρ φαμεν προέρχεσθαι, ἀλλὰ τὸ φῶς μᾶλλον ἐκ τοῦ πυρός. Ὅτε οὖν ἀκούσωμεν ἀρχὴν καὶ μείζονα τοῦ Υἱοῦ τὸν Πατέρα, τῷ αἰτίῳ νοήσωμεν. Καὶ ὥσπερ οὐ λέγομεν ἑτέρας οὐσίας τὸ πῦρ καὶ ἑτέρας τὸ φῶς, οὕτως οὐχ οἷόν τε φάναι ἑτέρας οὐσίας τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν ἑτέρας, ἀλλὰ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς. Καὶ καθάπερ φαμὲν διὰ τοῦ ἐξ αὐτοῦ προερχομένου φωτὸς φαίνειν τὸ πῦρ καὶ οὐ τιθέμεθα ὄργανον ὑπουργικὸν εἶναι τοῦ πυρὸς τὸ ἐξ αὐτοῦ φῶς, δύναμιν δὲ μᾶλλον φυσικήν, οὕτω λέγομεν τὸν Πατέρα πάντα, ὅσα ποιεῖ, διὰ τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ ποιεῖν οὐχ ὡς δι᾿ ὀργάνου λειτουργικοῦ, ἀλλὰ φυσικῆς καὶ ἐνυποστάτου δυνάμεως. Καὶ ὥσπερ λέγομεν τὸ πῦρ φωτίζειν καὶ πάλιν φαμὲν τὸ φῶς τοῦ πυρὸς φωτίζειν, οὕτω «πάντα, ὅσα ποιεῖ ὁ Πατήρ, ὁμοίως καὶ ὁ Υἱὸς ποιεῖ». Ἀλλὰ τὸ μὲν φῶς οὐκ ἰδίαν ὑπόστασιν παρὰ τὸ πῦρ κέκτηται, ὁ δὲ Υἱὸς τελεία ὑπόστασίς ἐστι τῆς πατρικῆς ἀχώριστος ὑποστάσεως, ὡς ἀνωτέρω παρεστήσαμεν. Ἀδύνατον γὰρ εὑρεθῆναι ἐν τῇ κτίσει εἰκόνα ἀπαραλλάκτως ἐν ἑαυτῇ τὸν τρόπον τῆς Ἁγίας Τριάδος παραδεικνύουσαν. Τὸ γὰρ κτιστὸν καὶ σύνθετον καὶ ῥευστὸν καὶ τρεπτὸν καὶ περιγραπτὸν καὶ σχῆμα ἔχον καὶ φθαρτόν, πῶς σαφῶς δηλώσει τὴν πάντων τούτων ἀπηλλαγμένην ὑπερούσιον θείαν οὐσίαν; Πᾶσα δὲ ἡ κτίσις δῆλον ὡς τοῖς πλείοσι τούτων ἐνέχεται καὶ πᾶσα κατὰ τὴν ἑαυτῆς φύσιν τῇ φθορᾷ ὑπόκειται. Ὁμοίως πιστεύομεν καὶ εἰς ἓν Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Κύριον καὶ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον, τὸ τῷ Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον ὡς ὁμοούσιόν τε καὶ συναΐδιον, τὸ τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα, τὸ εὐθές, τὸ ἡγεμονικόν, τὴν πηγὴν τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ, Θεὸν σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ ὑπάρχον καὶ προσαγορευόμενον, ἄκτιστον, πλῆρες, δημιουργόν, παντοκρατορικόν, παντουργόν, παντοδύναμον, ἀπειροδύναμον, δεσπόζον πάσης τῆς κτίσεως οὐ δεσποζόμενον, πληροῦν οὐ πληρούμενον, μετεχόμενον οὐ μετέχον, ἁγιάζον οὐχ ἁγιαζόμενον, παράκλητον ὡς τὰς τῶν ὅλων παρακλήσεις δεχόμενον, κατὰ πάντα ὅμοιον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ, ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ δι᾿ Υἱοῦ μεταδιδόμενον καὶ μεταλαμβανόμενον ὑπὸ πάσης τῆς κτίσεως καὶ δι᾿ ἑαυτοῦ κτίζον καὶ οὐσιοῦν τὰ σύμπαντα καὶ ἁγιάζον καὶ συνέχον, ἐνυπόστατον ἤτοι ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει ὑπάρχον, ἀχώριστον καὶ ἀνεκφοίτητον Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ πάντα ἔχον, ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός, πλὴν τῆς ἀγεννησίας καὶ τῆς γεννήσεως. Ὁ μὲν γὰρ Πατὴρ ἀναίτιος καὶ ἀγέννητος –οὐ γὰρ ἔκ τινος· ἐξ ἑαυτοῦ γάρ τὸ εἶναι ἔχει, οὐδέ τι τῶν ὅσα περ ἐξ ἑτέρου ἔχει, αὐτὸς δὲ μᾶλλόν ἐστιν ἀρχὴ καὶ αἰτία τοῦ εἶναι καὶ τοῦ πῶς εἶναι φυσικῶς τοῖς πᾶσιν. Ὁ δὲ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννητῶς· τὸ δὲ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ αὐτὸ μὲν ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλ᾿ οὐ γεννητῶς ἀλλ᾿ ἐκπορευτῶς. Καὶ ὅτι μὲν ἔστι διαφορὰ γεννήσεως καὶ ἐκπορεύσεως, μεμαθήκαμεν· τίς δὲ ὁ τρόπος τῆς διαφορᾶς, οὐδαμῶς. Ἅμα δὲ καὶ ἡ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς γέννησις, καὶ ἡ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκπόρευσις. Πάντα οὖν, ὅσα ἔχει ὁ Υἱός, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Πατρὸς ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ εἶναι. Καὶ εἰ μὴ ὁ Πατήρ ἐστιν, οὐδὲ ὁ Υἱός ἐστιν οὐδὲ τὸ Πνεῦμα. Καὶ εἰ μὴ ὁ Πατὴρ ἔχει τι, οὐδὲ ὁ Υἱὸς ἔχει, οὐδὲ τὸ Πνεῦμα. Καὶ διὰ τὸν Πατέρα, τουτέστιν διὰ τὸ εἶναι τὸν Πατέρα, ἔστιν ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα. Καὶ διὰ τὸν Πατέρα ἔχει ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα πάντα, ἃ ἔχει, τουτέστι διὰ τὸ τὸν Πατέρα ἔχειν αὐτά, πλὴν τῆς ἀγεννησίας καὶ τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως. Ἐν ταύταις γὰρ μόναις ταῖς ὑποστατικαῖς ἰδιότησι διαφέρουσιν ἀλλήλων αἱ ἅγιαι τρεῖς ὑποστάσεις οὐκ οὐσίᾳ, τῷ δὲ χαρακτηριστικῷ τῆς οἰκείας ὑποστάσεως ἀδιαιρέτως διαιρούμεναι. Φαμὲν δὲ ἕκαστον τῶν τριῶν τελείαν ἔχειν ὑπόστασιν, ἵνα μὴ ἐκ τριῶν ἀτελῶν μίαν σύνθετον φύσιν τελείαν γνωρίσωμεν, ἀλλ᾿ ἐν τρισὶ τελείαις ὑποστάσεσι μίαν ἁπλῆν οὐσίαν, ὑπερτελῆ καὶ προτέλειον· πᾶν γὰρ ἐξ ἀτελῶν συγκείμενον σύνθετον πάντως ἐστίν, ἐκ δὲ τελείων ὑποστάσεων, ἀδύνατον σύνθεσιν γενέσθαι. Ὅθεν οὐδὲ λέγομεν τὸ εἶδος ἐξ ὑποστάσεων, ἀλλ᾿ ἐν ὑποστάσεσιν. Ἀτελῶν δὲ εἴπομεν τῶν μὴ σῳζόντων τὸ εἶδος τοῦ ἐξ αὐτῶν ἀποτελουμένου πράγματος. Λίθος μὲν γὰρ καὶ ξύλον καὶ σίδηρος, ἕκαστον καθ᾿ ἑαυτὸ τέλειόν ἐστι κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν, πρὸς δὲ τὸ ἐξ αὐτῶν ἀποτελούμενον οἴκημα ἀτελὲς ἕκαστον αὐτῶν ὑπάρχει· οὐδὲ γάρ ἐστιν ἕκαστον αὐτῶν καθ᾿ ἑαυτὸ οἶκος. Τελείας μὲν οὖν τὰς ὑποστάσεις φαμέν, ἵνα μὴ σύνθεσιν ἐπὶ τῆς θείας νοήσωμεν φύσεως· «σύνθεσις γὰρ ἀρχὴ διαστάσεως». Καὶ πάλιν ἐν ἀλλήλαις τὰς τρεῖς ὑποστάσεις λέγομεν, ἵνα μὴ πλῆθος καὶ δῆμον θεῶν εἰσαγάγωμεν. Διὰ μὲν τῶν τριῶν ὑποστάσεων τὸ ἀσύνθετον καὶ ἀσύγχυτον, διὰ δὲ τοῦ ὁμοουσίου καὶ ἐν ἀλλήλαις εἶναι τὰς ὑποστάσεις καὶ τῆς ταυτότητος τοῦ θελήματός τε καὶ τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς κινήσεως, ἵν᾿ οὕτως εἴπω, τὸ ἀδιαίρετον καὶ τὸ εἶναι ἕνα Θεὸν γνωρίζομεν. Εἷς γὰρ ὄντως Θεὸς ὁ Θεὸς καὶ ὁ Λόγος καὶ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ. Χρὴ δὲ εἰδέναι, ὅτι ἕτερόν ἐστι τὸ πράγματι θεωρεῖσθαι καὶ ἄλλο τὸ λόγῳ καὶ ἐπινοίᾳ. Ἐπὶ μὲν οὖν πάντων τῶν κτισμάτων ἡ μὲν τῶν ὑποστάσεων διαίρεσις πράγματι θεωρεῖται· πράγματι γὰρ ὁ Πέτρος τοῦ Παύλου κεχωρισμένος θεωρεῖται. Ἡ δὲ κοινότης καὶ ἡ συνάφεια καὶ τὸ ἓν λόγῳ καὶ ἐπινοίᾳ θεωρεῖται. Νοοῦμεν γὰρ τῷ νῷ, ὅτι ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος τῆς αὐτῆς εἰσι φύσεως καὶ κοινὴν μίαν ἔχουσι φύσιν· ἕκαστος γὰρ αὐτῶν ζῷόν ἐστι λογικὸν θνητόν, καὶ ἕκαστος σάρξ ἐστιν ἐμψυχωμένη ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ. Αὕτη οὖν ἡ κοινὴ φύσις τῷ λόγῳ ἐστὶ θεωρητή. Οὐδὲ γὰρ αἱ ὑποστάσεις ἐν ἀλλήλαις εἰσίν· ἰδίᾳ δὲ ἑκάστη καὶ ἀναμέρος, ἤγουν καθ᾿ ἑαυτὴν κεχώρισται, πλεῖστα τὰ διαιροῦντα αὐτὴν ἐκ τῆς ἑτέρας ἔχουσα· καὶ γὰρ καὶ τόπῳ διεστήκασι καὶ χρόνῳ διαφέρουσι καὶ γνώμῃ μερίζονται καὶ ἰσχύι καὶ μορφῇ, ἤγουν σχήματι καὶ ἕξει καὶ κράσει καὶ ἀξίᾳ καὶ ἐπιτηδεύματι καὶ πᾶσι τοῖς χαρακτηριστικοῖς ἰδιώμασι· πλέον δὲ πάντων τῷ μὴ ἐν ἀλλήλαις ἀλλὰ κεχωρισμένως εἶναι. Ὅθεν καὶ δύο καὶ τρεῖς ἄνθρωποι λέγονται καὶ πολλοί. Τοῦτο δὲ καὶ ἐπὶ πάσης ἔστιν ἰδεῖν τῆς κτίσεως. Ἐπὶ δὲ τῆς Ἁγίας καὶ ὑπερουσίου καὶ πάντων ἐπέκεινα καὶ ἀλήπτου Τριάδος τὸ ἀνάπαλιν. Ἐκεῖ γὰρ τὸ μὲν κοινὸν καὶ ἓν πράγματι θεωρεῖται διά τε τὸ συναΐδιον καὶ τὸ ταυτὸν τῆς οὐσίας καὶ τῆς ἐνεργείας καὶ τοῦ θελήματος καὶ τὴν τῆς γνώμης σύμπνοιαν τήν τε τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἀγαθότητος ταυτότητα –οὐκ εἶπον ὁμοιότητα, ἀλλὰ ταυτότητα– καὶ τὸ ἓν ἔξαλμα τῆς κινήσεως· μία γὰρ οὐσία, μία ἀγαθότης, μία δύναμις, μία θέλησις, μία ἐνέργεια, μία ἐξουσία, μία καὶ ἡ αὐτὴ οὐ τρεῖς ὅμοιαι ἀλλήλαις, ἀλλὰ μία καὶ ἡ αὐτὴ κίνησις τῶν τριῶν ὑποστάσεων. Ἓν γὰρ ἕκαστον αὐτῶν ἔχει πρὸς τὸ ἕτερον οὐχ ἧττον ἢ πρὸς ἑαυτόν, τουτέστιν ὅτι κατὰ πάντα ἕν εἰσιν ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πλὴν τῆς ἀγεννησίας καὶ τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως· ἐπινοίᾳ δὲ τὸ διῃρημένον. Ἕνα γὰρ Θεὸν γινώσκομεν, ἐν μόναις δὲ ταῖς ἰδιότησι τῆς τε πατρότητος καὶ τῆς υἱότητος καὶ τῆς ἐκπορεύσεως κατά τε τὸ αἴτιον καὶ αἰτιατὸν καὶ τὸ τέλειον τῆς ὑποστάσεως, ἤτοι τὸν τῆς ὑπάρξεως τρόπον τὴν διαφορὰν ἐννοοῦμεν. Οὔτε γὰρ τοπικὴν διάστασιν ὡς ἐφ᾿ ἡμῶν δυνάμεθα ἐπὶ τῆς ἀπεριγράπτου λέγειν θεότητος–ἐν ἀλλήλαις γὰρ αἱ ὑποστάσεις εἰσίν, οὐχ ὥστε συγχεῖσθαι, ἀλλ᾿ ὥστε ἔχεσθαι κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον· «Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρί, καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί», φήσαντος οὔτε θελήματος διαφορὰν ἢ γνώμης ἢ ἐνεργείας ἢ δυνάμεως ἤ τινος ἑτέρου, ἅτινα τὴν πραγματικὴν καὶ δι᾿ ὅλου ἐν ἡμῖν γεννῶσι διαίρεσιν. Διὸ οὐδὲ τρεῖς Θεοὺς λέγομεν τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἕνα δὲ μᾶλλον Θεόν, τὴν Ἁγίαν Τριάδα, εἰς ἓν αἴτιον Υἱοῦ καὶ Πνεύματος ἀναφερομένων, οὐ συντιθεμένων οὐδὲ συναλειφομένων κατὰ τὴν Σαβελλίου συναίρεσιν –ἑνοῦνται γάρ, ὡς ἔφημεν, οὐχ ὥστε συγχεῖσθαι, ἀλλ᾿ ὥστε ἔχεσθαι ἀλλήλων· καὶ τὴν ἐν ἀλλήλαις περιχώρησιν ἔχουσι δίχα πάσης συναλοιφῆς καὶ συμφύρσεως– οὐδὲ ἐξισταμένων ἢ κατ᾿ οὐσίαν τεμνομένων κατὰ τὴν Ἀρείου διαίρεσιν. Ἀμέριστος γὰρ ἐν μεμερισμένοις, εἰ δεῖ συντόμως εἰπεῖν, ἡ θεότης καὶ οἷον ἐν ἡλίοις τρισὶν ἐχομένοις ἀλλήλων καὶ ἀδιαστάτοις οὖσι μία τοῦ φωτὸς σύγκρασίς τε καὶ συνάφεια. Ὅταν μὲν οὖν πρὸς τὴν θεότητα βλέψωμεν καὶ τὴν πρώτην αἰτίαν καὶ τὴν μοναρχίαν καὶ τὸ ἓν καὶ ταὐτὸν τῆς θεότητος, ἵν᾿ οὕτως εἴπω, κίνημά τε καὶ βούλημα καὶ τὴν τῆς οὐσίας καὶ δυνάμεως καὶ ἐνεργείας καὶ κυριότητος ταυτότητα, ἓν ἡμῖν τὸ φανταζόμενον. Ὅταν δὲ πρὸς τὰ ἐν οἷς ἡ θεότης, ἤ, τό γε ἀκριβέστερον εἰπεῖν, ἃ ἡ θεότης καὶ τὰ ἐκ τῆς πρώτης αἰτίας ἀχρόνως ἐκεῖθεν ὄντα καὶ ὁμοδόξως καὶ ἀδιαστάτως, τουτέστι τὰς ὑποστάσεις τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος, τρία τὰ προσκυνούμενα. Εἷς Πατὴρ ὁ Πατὴρ καὶ ἄναρχος, τουτέστιν ἀναίτιος· οὐ γὰρ ἔκ τινος. Εἷς Υἱὸς ὁ Υἱὸς καὶ οὐκ ἄναρχος, τουτέστιν οὐκ ἀναίτιος· ἐκ τοῦ Πατρὸς γάρ. Εἰ δὲ τὴν ἀπὸ χρόνου λάβοις ἀρχήν, καὶ ἄναρχος· ποιητὴς γὰρ χρόνων οὐχ ὑπὸ χρόνον. Ἓν Πνεῦμα τό Ἅγιον Πνεῦμα, προϊὸν μὲν ἐκ τοῦ Πατρός, οὐχ υἱϊκῶς δὲ ἀλλ᾿ ἐκπορευτῶς· οὔτε τοῦ Πατρὸς ἐκστάντος τῆς ἀγεννησίας, διότι γεγέννηκεν, οὔτε τοῦ Υἱοῦ τῆς γεννήσεως, ὅτι ἐκ τοῦ ἀγεννήτου· πῶς γάρ; Οὔτε τοῦ Πνεύματος ἢ εἰς Πατέρα μεταπίπτοντος ἢ εἰς Υἱόν, ὅτι ἐκπεπόρευται καὶ ὅτι Θεός· ἡ γὰρ ἰδιότης ἀκίνητος. Ἢ πῶς ἂν ἰδιότης μένοι, κινουμένη καὶ μεταπίπτουσα; εἰ γὰρ Υἱὸς ὁ Πατήρ, οὐ Πατὴρ κυρίως· εἷς γὰρ κυρίως Πατήρ. Καὶ εἰ Πατὴρ ὁ Υἱός, οὐ κυρίως Υἱός· εἷς γὰρ κυρίως Υἱὸς καὶ ἓν Πνεῦμα Ἅγιον. Χρὴ γινώσκειν, ὅτι τὸν Πατέρα οὐ λέγομεν ἔκ τινος· λέγομεν δὲ αὐτὸν τοῦ Υἱοῦ Πατέρα. Τὸν δὲ Υἱὸν οὐ λέγομεν αἴτιον οὐδὲ Πατέρα· λέγομεν δὲ αὐτὸν καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ Υἱὸν τοῦ Πατρός. Τὸ δὲ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς λέγομεν καὶ Πνεῦμα Πατρὸς ὀνομάζομεν. Ἐκ τοῦ Υἱοῦ δὲ τὸ Πνεῦμα οὐ λέγομεν. Πνεῦμα δὲ Υἱοῦ ὀνομάζομεν· «εἴ τις γὰρ Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει», φησὶν ὁ θεῖος ἀπόστολος, «οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ». Καὶ δι᾿ Υἱοῦ πεφανερῶσθαι καὶ μεταδίδοσθαι ἡμῖν ὁμολογοῦμεν· «Ἐνεφύσησε» γὰρ, φησί, καὶ εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον»· ὥσπερ ἐκ τοῦ ἡλίου μὲν ἥ τε ἀκτὶς καὶ ἡ ἔλλαμψις –αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ πηγὴ τῆς τε ἀκτῖνος καὶ τῆς ἐλλάμψεως–, διὰ δὲ τῆς ἀκτῖνος ἡ ἔλλαμψις ἡμῖν μεταδίδοται καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ φωτίζουσα ἡμᾶς καὶ μετεχομένη ὑφ᾿ ἡμῶν. Τὸν δὲ Υἱὸν οὔτε τοῦ Πνεύματος λέγομεν οὔτε μὴν ἐκ τοῦ Πνεύματος. |
Για την Αγία Τριάδα Γι’ αυτό πιστεύουμε σ’ ένα Θεό, τον πρωταρχικό αίτιο, τον αδημιούργητο, αγέννητο, άφθαρτο και αθάνατο, αιώνιο, άπειρο, απερίγραπτο, απεριόριστο, παντοδύναμο, απλό, ασύνθετο, ασώματο, αμετάβλητο, απαθή, άτρεπτο, αναλλοίωτο, αόρατο· σ’ Αυτόν που είναι πηγή αγαθότητος και δικαιοσύνης, νοερό φως και απρόσιτο, δύναμη που ξεπερνά κάθε μέτρο και μετριέται μόνο με το δικό της θέλημα —διότι κατορθώνει όλα όσα θέλει—· σ’ Αυτόν που δημιουργεί όλα τα κτίσματα, ορατά και αόρατα, που όλα τα συνέχει, τα συντηρεί και τα προνοεί· εξουσιάζει, κυβερνά και βασιλεύει πάνω σ’ όλα, με βασιλεία ατέλεστη και αθάνατη, στην οποία τίποτε δεν αντιστέκεται· όλα τα γεμίζει και από τίποτε δεν περιέχεται, και μάλλον η ίδια περικλείει τα σύμπαντα, τα συγκρατεί και είναι ανώτερη απ’ αυτά. (Πιστεύουμε σε μία δύναμη) που με άσπιλο τρόπο ζωογονεί όλα τα όντα και είναι πάνω απ’ αυτά· ξεχωρίζει από κάθε ον, επειδή είναι υπερούσια ουσία, ανώτερη από τα κτίσματα, υπέρθεη, υπεράγαθη, υπερπλήρης· που ορίζει όλες τις αρχές και εξουσίες και βρίσκεται πάνω από κάθε αρχή και εξουσία, πάνω από κάθε ουσία, ζωή, λόγο και νόημα· είναι η ίδια το φως, η ίδια η αγαθοσύνη, η ίδια η ζωή, η ίδια η ουσία, διότι δεν δεν έχει την ύπαρξη από άλλον ή από κάποιο υπάρχον ον, αλλά η ίδια είναι η αιτία της υπάρξεως, η ζωή των ζώντων, ο λόγος όσων έχουν λογική, η αιτία κάθε καλού για όλα. Τα γνωρίζει όλα προτού δημιουργηθούν. Είναι μία ουσία, μία θεότητα, μία δύναμη, μία θέληση, μία ενέργεια, μία αρχή, μία εξουσία, μία κυριότητα, μία βασιλεία, την οποία γνωρίζουμε σε τρεις τέλειες υποστάσεις και την προσκυνάμε με μία συγχρόνως προσκύνηση· κάθε λογική ύπαρξη της δημιουργίας πιστεύει και λατρεύει (τις τρεις υποστάσεις) που είναι ενωμένες ασύγχυτα και διακρίνονται αχώριστα. Αυτό είναι το παράδοξο (για τη λογική). (Πιστεύουμε) στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, που στο όνομά τους έχουμε βαπτισθεί. Διότι ο Κύριος στους αποστόλους αυτή την εντολή έδωσε, όταν βαπτίζουν. Είπε, «να βαπτίζουν αυτούς στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». (Πιστεύουμε) σ’ ένα Πατέρα, τη δημιουργική αρχή και αιτία όλων, ο οποίος δεν γεννήθηκε από κάποιον, αλλά είναι ο μόνος χωρίς αρχική αιτία και αγέννητος· που είναι δημιουργός όλων, αλλά κατά φύσιν Πατέρας μόνον του μονογενή Υιού του, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, ο οποίος και εκπορεύει το Πανάγιο Πνεύμα. Πιστεύουμε και σ’ ένα Υιό, μονογενή υιό του Θεού (Πατέρα), τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν απ’ όλους τους αιώνες, φως (ο Υιός) από το φως (του Πατέρα), αληθινός Θεός από αληθινό Θεό, που γεννήθηκε και δεν δημιουργήθηκε, ομοούσιος με τον Πατέρα, και ο οποίος δημιούργησε τα πάντα. Λέγοντας «προ πάντων των αιώνων» δείχνουμε ότι η γέννησή του είναι άχρονη και άναρχη. Διότι ο Υιός του Θεού δεν προήλθε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, καθώς είναι η ακτινοβολία της θείας δόξης, ο τύπος της υποστάσεως του Πατέρα, η ζωντανή σοφία και δύναμη, ο ενυπόστατος λόγος, η τέλεια και ζωντανή εικόνα της ουσίας του αόρατου Θεού· ήταν πάντοτε με τον Πατέρα στους κόλπους του και γεννήθηκε απ’ Αυτόν προαιωνίως και χωρίς αρχή. Δεν υπήρχε χρόνος που ο Πατέρας ήταν χωρίς τον Υιό, αλλά ο Πατέρας και ο Υιός, που γεννήθηκε απ’ Αυτόν, υπήρχαν συγχρόνως· διότι χωρίς Υιό, δεν καλείται Πατέρας. Εάν δεν είχε Υιό, δεν θα ήταν Πατέρας· κι αν απόκτησε κατόπιν Υιό, έγινε Πατέρας μετά τη γέννηση, χωρίς να είναι πριν απ’ αυτήν· και μεταβλήθηκε από το να μην είναι Πατέρας στην κατάσταση να γίνει Πατέρας, το οποίο είναι χειρότερο από κάθε βλασφημία. Διότι είναι αδύνατο να πούμε για τον Πατέρα ότι δεν έχει τη φυσική γονιμότητα· και η γονιμότητα έχει την ιδιότητα να γεννά όμοιο απόγονο από την ίδια φύση. Για τη γέννηση του Υιού είναι ασέβεια να λέμε ότι μεσολάβησε χρονικό διάστημα και ότι ο Υιός γεννήθηκε χρονικά μετά τον Πατέρα. Διότι ισχυριζόμαστε ότι η γέννηση του Υιού είναι από την ουσία του Πατέρα. Και αν δεν δεχθούμε ότι ο Υιός από την αρχή συνυπήρχε με τον Πατέρα, από τον οποίο και γεννήθηκε, θεσμοθετούμε μεταβολή στην υπόσταση του Πατέρα· ότι, δηλαδή, δεν ήταν στην αρχή Πατέρας αλλά έγινε κατόπιν. Μπορεί βέβαια η κτίση να έγινε μετέπειτα, αλλά δεν προήλθε από την ουσία του Πατέρα, εφόσον δημιουργήθηκε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη με τη θέληση και τη δύναμή Του· έτσι αυτό δεν σημαίνει μεταβολή στη φύση του Θεού. Διότι, γέννηση σημαίνει προέλευση του γεννημένου από την ουσία του γεννήτορα και ομοιότητα στην ουσία· αντίθετα, πλάση και δημιουργία σημαίνει ότι το δημιούργημα είναι απέξω και όχι από την ουσία του δημιουργού και παντελώς ανόμοιο. Για το Θεό όμως, ο οποίος είναι ο μόνος απαθής, αναλλοίωτος, αμετάβλητος και παραμένει αιώνια στην ίδια κατάσταση, και η γέννηση και η δημιουργία είναι απαθείς ιδιότητες. Αφού, σαν απλός και ασύνθετος, είναι από τη φύση του απαθής και αμετάβλητος· δεν είναι στη φύση του να υφίσταται πάθος ή μεταβολή, ούτε όταν γεννά ούτε όταν δημιουργεί, και δεν χρειάζεται βοήθεια από κανέναν. Η γέννησή του είναι χωρίς αρχή και αιώνια, επειδή είναι έργο της φύσεως και προέρχεται από την ουσία του· έτσι ο γεννήτορας δεν υφίσταται μεταβολή· δεν υπάρχει προηγούμενος και επόμενος Θεός, ώστε να δεχθεί προσθήκη. Η κτίση, όντας έργο της θελήσεως του Θεού, δεν έχει την ίδια ουσία με το Θεό, επειδή αυτό που προέρχεται από το μηδέν δεν γίνεται να είναι σύγχρονο με το άναρχο και αιώνιο. Όπως λοιπόν ο άνθρωπος και ο Θεός δεν δημιουργούν με ίδιο τρόπο —διότι ο άνθρωπος τίποτε δεν δημιουργεί από το μηδέν, αλλά ό,τι φτιάχνει, το κάνει από προϋπάρχουσα ύλη· και το κάνει όχι μόνο επειδή το θέλησε, αλλά και αφού σκέφτηκε και σχεδίασε πρώτα στο νου του το μελλούμενο να γίνει· έπειτα το δουλεύει με τα χέρια και υπομένει κόπο και κούραση· και πολλές φορές απέτυχε, διότι δεν έγινε το έργο του όπως το θέλει· αντίθετα ο Θεός, μόνο με τη θέλησή του τα δημιούργησε όλα από το μηδέν στην ύπαρξη— έτσι, λοιπόν, δεν δημιουργεί με τον ίδιο τρόπο ο Θεός και ο άνθρωπος. Διότι ο Θεός, όντας έξω από το χρόνο και χωρίς αρχή, απαθής, αμετάβλητος, ασώματος, μόνος και αιώνιος, γεννά εκτός χρόνου και χωρίς αρχή, απαθώς και χωρίς μεταβολή και δίχως συνεργασία. Μάλιστα, η ακατάληπτη γέννησή του δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Γεννά χωρίς αρχή, διότι είναι αμετάβλητος· γεννά χωρίς μεταβολή, διότι είναι απαθής και χωρίς σώμα· γεννά, επίσης, χωρίς συνεργασία, διότι είναι και πάλι ασώματος, ένας και μοναδικός Θεός, χωρίς να έχει την ανάγκη άλλου· και γεννά χωρίς τέλος και διακοπή, επειδή είναι άναρχος, άχρονος, αιώνιος και αμετάβλητος πάντοτε. Διότι το από τη φύση του χωρίς αρχή είναι και χωρίς τέλος, ενώ εκείνο που χαριστικά είναι χωρίς τέλος δεν είναι και οπωσδήποτε χωρίς αρχή, όπως συμβαίνει με τους αγγέλους. Ο αιώνιος, λοιπόν, Θεός γεννά χωρίς αρχή και τέλος το Λόγο του, που είναι τέλειος· έτσι ώστε να μη γεννά μέσα στο χρόνο ο Θεός, που έχει τη φύση και την ύπαρξή του πάνω από το χρόνο. Ενώ ο άνθρωπος είναι φανερό ότι γεννά με αντίθετο τρόπο, διότι και ο ίδιος γεννιέται και φθείρεται, είναι ρευστός και πολλαπλασιάζεται, έχει σώμα και διακρίνεται η φύση του σε αρσενικό και θηλυκό γένος. Διότι το αρσενικό γένος χρειάζεται τη βοήθεια του θηλυκού. Αλλά ας μας σπλαγχνισθεί ο Θεός ο οποίος είναι πέρα απ’ όλα και ξεπερνά κάθε έννοια και αντίληψη. Η Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία διδάσκει ότι υπάρχει συγχρόνως ο Πατέρας και ο μονογενής του Υιός, ο οποίος γεννήθηκε απ’ Αυτόν εκτός χρόνου, με τρόπο αμετάβλητο, απαθή και ακατάληπτο, όπως το γνωρίζει μόνον ο Θεός του σύμπαντος. Συμβαίνει το ίδιο με τη φωτιά, που υπάρχει ταυτόχρονα με το φως της, και όχι πρώτα η φωτιά και μετά το φως, αλλά ταυτόχρονα. Και όπως το φως προέρχεται από τη φωτιά και είναι πάντοτε μαζί της, χωρίς καθόλου να ξεχωρίζει, έτσι και ο Υιός γεννιέται από τον Πατέρα χωρίς καθόλου να χωρίζεται απ’ Αυτόν· αλλά πάντοτε είναι μαζί του. Το φως όμως, αν και προέρχεται χωρίς να ξεχωρίζει από τη φωτιά και μένει πάντοτε μαζί της, δεν έχει δική του ξεχωριστή ύπαρξη από τη φωτιά —διότι είναι φυσική ποιότητα της φωτιάς. Αντίθετα, ο μονογενής Υιός του Θεού, που γεννήθηκε αχώριστα και αδιάσπαστα από τον Πατέρα και μένει πάντοτε ενωμένος μαζί Του, έχει ιδιαίτερη υπόσταση απ’ αυτήν του Πατέρα. Ο Λόγος, λοιπόν, ονομάζεται και απαύγασμα (λάμψη) του Πατέρα, διότι γεννήθηκε απ’ Αυτόν χωρίς συνεργασία, με τρόπο απαθή, πέρα από το χρόνο, αμετάβλητο και αχώριστο. Ονομάζεται, επίσης, Υιός και χαρακτήρας της υποστάσεως του Πατέρα, επειδή είναι τέλειος, έχει δική του υπόσταση και είναι όμοιος σε όλα με τον Πατέρα, εκτός από την ιδιότητα της αγεννησίας. Ονομάζεται μονογενής, διότι μόνος αυτός γεννήθηκε από τον Πατέρα μόνο. Καμιά άλλη γέννηση δεν εξομοιώνεται με τη γέννηση του Υιού του Θεού, ούτε υπάρχει άλλος Υιός του Θεού. Ακόμη και το Άγιο Πνεύμα, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα, παρ’ όλα αυτά δεν γεννιέται αλλά εκπορεύεται. Αυτό αποτελεί άλλο τρόπο υπάρξεως, ακατάληπτο και άγνωστο, όπως και η γέννηση του Υιού. Γι’ αυτό το λόγο, όσα έχει ο Πατέρας, είναι και δικά του, εκτός από την αγεννησία, η οποία δεν σημαίνει διαφορά στην ουσία ή στο αξίωμα, αλλά στον τρόπο υπάρξεως. Όπως και ο Αδάμ που δεν γεννήθηκε (από άνθρωπο) διότι τον έπλασε ο Θεός, και ο Σήθ που γεννήθηκε αφού είναι παιδί του Αδάμ, και η Εύα που προήλθε από την πλευρά του Αδάμ καθώς δεν γεννήθηκε, όλοι αυτοί δεν διαφέρουν στη φύση μεταξύ τους –διότι όλοι είναι το ίδιο άνθρωποι–, αλλά διαφέρουν στον τρόπο της υπάρξεως. Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι η λέξη «αγένητο» που γράφεται με ένα «ν» σημαίνει το άκτιστο, δηλαδή το αδημιούργητο· ενώ η λέξη «αγέννητο» με δύο «ν» σημαίνει αυτό που δεν έχει γεννηθεί. Σύμφωνα με τη σημασία της πρώτης λέξεως διαφέρει η μία ουσία από την άλλη· διότι άλλη ουσία είναι το άκτιστο, δηλαδή το αγένητο μ’ ένα «ν», και άλλη το γεννητό, δηλαδή το κτιστό. Σύμφωνα όμως με τη δεύτερη σημασία της λέξεως δεν διαφέρει η μία ουσία από την άλλη· διότι η αρχική υπόσταση κάθε είδους ζώου είναι αγέννητη (μη δημιουργημένη), όχι αγένητη (άκτιστη). Διότι δημιουργήθηκαν και ήλθαν στην ύπαρξη από το δημιουργό Λόγο· και δεν δημιουργήθηκαν, επειδή δεν υπήρχε κάποιο άλλο όμοιο ον, από το οποίο να πλασθούν. Συνεπώς, με την πρώτη σημασία της λέξεως συμφωνούν οι τρεις υπέρθεες υποστάσεις της αγίας θεότητος· διότι είναι ομοούσιες και άκτιστες. Δεν συμφωνούν όμως καθόλου με τη σημασία της δεύτερης λέξεως. Διότι μόνον ο Πατέρας είναι αγέννητος· δεν προήλθε η ύπαρξή του από κάποια άλλη υπόσταση. Και μόνον ο Υιός είναι γεννητός· διότι έχει γεννηθεί χωρίς αρχή και τέλος από την ουσία του Πατέρα. Και μόνο το Άγιο Πνεύμα είναι εκπορευτό από την ουσία του Πατέρα, όχι γεννημένο αλλά εκπορευόμενο. Έτσι μας διδάσκει η Αγία Γραφή, ενώ ο τρόπος και της γεννήσεως και της εκπορεύσεως παραμένει ακατάληπτος. Πρέπει να γνωρίζουμε και το εξής· η ιδιότητα της πατρότητας, της υιότητας και της εκπορεύσεως δεν μεταφέρθηκε στη μακαρία θεότητα από τη δική μας κατάσταση. Το αντίθετο· από εκεί έχει δοθεί σε μας, όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Γι’ αυτό λυγίζω τα γόνατά μου μπροστά στον Πατέρα, από τον οποίο προέρχεται κάθε πατρότητα και στον ουρανό και στη γη». Αν μάλιστα λέμε ότι ο Πατέρας είναι η αρχική αιτία του Υιού και μεγαλύτερος, δεν εννοούμε ότι Αυτός προηγείται από τον Υιό στο χρόνο και τη φύση, διότι «μ’ αυτόν (τον Υιό) κατασκεύασε το σύμπαν». Ούτε εννοούμε ότι προηγείται σε κάτι άλλο, παρά μόνο στην αιτία· δηλαδή, ο Υιός γεννήθηκε από τον Πατέρα και όχι ο Πατέρας από τον Υιό· ο Πατέρας είναι αίτιος του Υιού στην ουσία, όπως η φωτιά δεν προέρχεται από το φως, αλλά μάλλον το φως από τη φωτιά. Όταν, λοιπόν, ακούσουμε ότι ο Πατέρας είναι η αρχική ουσία του Υιού και μεγαλύτερός του, ας εννοήσουμε ότι είναι στην αιτία. Και όπως δεν λέμε ότι είναι από άλλη ουσία η φωτιά και από άλλη το φως, έτσι δεν είναι δυνατόν να πούμε ότι ο Πατέρας είναι από άλλη ουσία και από άλλη ο Υιός, αλλά είναι από τη μία και ίδια ουσία. Και όπως λέμε ότι η φωτιά φωτίζει με το φως που βγαίνει απ’ αυτήν, και δεν θεωρούμε το φως που πηγάζει από τη φωτιά ως υπηρετικό όργανό της, αλλά μάλλον ως φυσική της ιδιότητα, έτσι λέμε ότι ο Πατέρας όλα όσα κάνει, τα κάνει με το μονογενή του Υιό, ο οποίος δεν λειτουργεί ως υπηρετικό όργανο, αλλά ως φυσική και ενυπόστατη δύναμη (του Πατέρα). Και όπως λέμε ότι η φωτιά φωτίζει και ότι το φως της φωτιάς επίσης φωτίζει, κατά τον ίδιο τρόπο «όλα, όσα κάνει ο Πατέρας, τα ίδια κάνει και ο Υιός». Αλλά, ενώ το φως δεν έχει ιδιαίτερη υπόσταση από τη φωτιά, ο Υιός αποτελεί τέλεια υπόσταση και είναι αχώριστος από την υπόσταση του Πατέρα, όπως το αποδείξαμε παραπάνω. Διότι είναι αδύνατο να βρεθεί στην κτίση εικόνα που να φανερώνει απαράλλακτα με το περιεχόμενό της την κατάσταση της Αγίας Τριάδος. Διότι, πώς το κτιστό και σύνθετο, το μεταβλητό και τρεπτό, το περιορισμένο και σχηματισμένο και φθαρτό, είναι δυνατόν να φανερώσει τη θεία ουσία που είναι απαλλαγμένη απ’ όλα αυτά; Είναι μάλιστα φανερό ότι όλη η κτίση είναι δέσμια στα περισσότερα απ’ αυτά και ότι στη φύση της εξουσιάζεται από τη φθορά. Πιστεύουμε, επίσης, και στο ένα Άγιο Πνεύμα, το Κύριο και ζωοποιό, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα και αναπαύεται στον Υιό· το προσκυνάμε και το δοξάζουμε μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό επειδή είναι ομοούσιο και συναιώνιο. Είναι το Πνεύμα του Θεού, το ευθές, που εξουσιάζει το νου, πηγή ζωής και αγιασμού, που συνυπάρχει και το επικαλούμαστε μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό· που είναι άκτιστο, πλήρες, δημιουργικό, κυριαρχικό, πανδημιουργικό, παντοδύναμο και απειροδύναμο· που κυριαρχεί σ’ όλη την κτίση χωρίς να διευθύνεται από κανένα, γεμίζει χωρίς να το γεμίζουν, μετέχουν σ’ αυτό και δεν μετέχει το ίδιο, αγιάζει και δεν αγιάζεται, και παρηγορεί διότι δέχεται τις παρακλήσεις όλων· είναι σ’ όλα όμοιο με τον Πατέρα και τον Υιό, εκπορεύεται από τον Πατέρα, μεταδίδεται μέσω του Υιού και το δέχεται όλη η κτίση. Μ’ αυτό δημιουργείται και λαμβάνουν ουσία τα σύμπαντα, τα αγιάζει και τα συγκρατεί· είναι ενυπόστατο, έχει δηλαδή δική του υπόσταση, αχώριστο και συνδεδεμένο με τον Πατέρα και τον Υιό· τα έχει όλα, όσα έχει και ο Πατέρας και ο Υιός, εκτός από την ιδιότητα του αγέννητου και του γεννητού. Διότι ο Πατέρας είναι αναίτιος και αγέννητος, επειδή δεν προήλθε από κανέναν· έχει την ύπαρξη από τον εαυτό του και, ό,τι έχει, δεν το έχει από άλλον· αυτός μάλιστα είναι η αρχή και η αιτία της φυσικής υπάρξεως όλων των όντων. Ο Υιός πάλι προέρχεται με γέννηση από τον Πατέρα· και το Άγιο Πνεύμα πάλι από τον Πατέρα, όχι όμως με γέννηση αλλά με εκπόρευση. Ήδη μάθαμε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ γεννήσεως και εκπορεύσεως· ποιός όμως είναι ακριβώς ο τρόπος της διαφοράς, δεν το ξέρουμε καθόλου. Το ίδιο δεν γνωρίζουμε τί είδους είναι η γέννηση του Υιού από τον Πατέρα και τί η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Όλα, λοιπόν, όσα έχει ο Υιός, τα έχει και το Πνεύμα από τον Πατέρα· έχει και την ίδια την ύπαρξη. Κι αν δεν υπάρχει ο Πατέρας, δεν υπάρχει ούτε ο Υιός ούτε και το Πνεύμα. Κι αν ο Πατέρας δεν έχει κάτι, δεν το έχει ούτε ο Υιός, ούτε και το Πνεύμα. Και εξαιτίας του Πατέρα, επειδή δηλαδή υπάρχει ο Πατέρας, υπάρχουν ο Υιός και το Πνεύμα. Και εξαιτίας του Πατέρα ο Υιός και το Πνεύμα έχουν όλα όσα έχουν· δηλαδή τα έχουν, επειδή τα έχει ο Πατέρας, εκτός από την ιδιότητα της αγεννησίας, της γεννήσεως και της εκπορεύσεως. Διότι, οι άγιες τρεις υποστάσεις διαφέρουν μεταξύ τους μόνον σ’ αυτές τις υποστατικές ιδιότητες· δεν διαφέρουν στην ουσία, αλλά διαιρούνται αχώριστα από την ιδιαιτερότητα της καθεμιάς υποστάσεως. Ισχυριζόμαστε, επίσης, ότι καθένα από τα τρία πρόσωπα έχει τέλεια υπόσταση, για να μη δεχθούμε ως τέλεια μια σύνθετη φύση που αποτελείται από τρεις ατελείς υποστάσεις· αλλά να γνωρίσουμε στις τρεις τέλειες υποστάσεις μία απλή ουσία με άπειρη και προαιώνια τελειότητα. Διότι, καθετί που αποτελείται από ατελή μέρη είναι οπωσδήποτε σύνθετο, ενώ είναι αδύνατο να γίνει σύνθεση από τέλειες υποστάσεις. Γι’ αυτό λέμε ότι η ουσία δεν αποτελείται από υποστάσεις αλλά υπάρχει σε υποστάσεις. Και ονομάσαμε ατελή αυτά που δεν διατηρούν τη μορφή του αντικειμένου που αποτελείται απ’ αυτά. Η πέτρα, για παράδειγμα, το ξύλο, το σίδερο, το καθένα είναι ξεχωριστά τέλειο στην ιδιαίτερη φύση του· όσον αφορά όμως το σπίτι που χτίζεται απ’ αυτά, το καθένα είναι ατελές· διότι κανένα απ’ αυτά από μόνο του δεν είναι σπίτι. Λέμε, λοιπόν, ότι οι υποστάσεις είναι τέλειες, για να μη νομίσουμε ότι η θεία φύση είναι σύνθετη· «διότι η σύνθεση αποτελεί αιτία διαχωρισμού». Και πάλι λέμε ότι οι τρεις υποστάσεις αλληλοϋπάρχουν, για να μη εισάγουμε πλήθος και όμιλο θεών. Με τις τρεις υποστάσεις εννοούμε το ασύνθετο και ασύγχυτο, ενώ με το ομοούσιο και την αλληλοΰπαρξη των υποστάσεων και την ταύτιση του θελήματος, της ενέργειας, της δυνάμεως, της εξουσίας και της κινήσεως, για να το πως έτσι, γνωρίζουμε ότι ο Θεός είναι αδιαίρετος και ένας. Ο Θεός πράγματι είναι ένας, ο Θεός Πατέρας, ο Λόγος και το Πνεύμα του. Και πρέπει κανείς να γνωρίζει ότι άλλο πράγμα είναι η πραγματική θεώρηση, και άλλο θεώρηση με τη λογική και το νου. Στην περίπτωση των δημιουργημάτων, η διάκριση των υποστάσεων νοείται πραγματικά· διότι ο Πέτρος είναι στην πραγματικότητα ξεχωριστός από τον Παύλο. Αλλά, τα κοινά γνωρίσματα και η συγγένεια νοούνται με τη λογική και την αντίληψη. Διότι με το νου αντιλαμβανόμαστε ότι ο Πέτρος και ο Παύλος έχουν την ίδια, μία και κοινή φύση. Ο καθένας τους είναι θνητή λογική ύπαρξη και έχει σάρκα με ψυχή, που διαθέτει λογική και νου. Αυτή η κοινή φύση μπορεί να γίνει αντιληπτή με τη λογική. Και ούτε οι υποστάσεις αλληλοϋπάρχουν. Διότι, η καθεμιά υφίσταται ιδιαιτέρως και χωριστά· υπάρχει, δηλαδή, μόνη της, και είναι πάρα πολλά αυτά που την διακρίνουν από την άλλη. Διαφέρουν μάλιστα στην απόσταση και στο χρόνο· ξεχωρίζουν επίσης, στη γνώμη, τη δύναμη και τη μορφή, δηλαδή στο σχήμα, τις συνήθειες, την ιδιοσυγκρασία, την αξία, το επάγγελμα και όλες τις ιδιότητες του χαρακτήρα. Περισσότερο όμως απ’ όλα διαφέρουν στο ότι ζουν χωριστά και όχι μαζί. Γι’ αυτό και λέμε, δύο, τρεις και πολλοί άνθρωποι. Και αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε σ’ όλα τα κτίσματα. Αλλά, στην Αγία, υπερούσια, υπερβατική και ακατάληπτη Τριάδα παρατηρούμε το αντίθετο. Διότι εκεί η κοινωνία και η ενότητα νοούνται πραγματικά, επειδή υπάρχει το συναΐδιο, η ταυτότητα της ουσίας, της ενέργειας και θελήσεως, η συμφωνία της γνώμης, η ταύτιση της εξουσίας, της δυνάμεως και της καλωσύνης και η ενιαία εκδήλωση της κινήσεως· ας προσέξουμε, δεν είπα ομοιότητα αλλά (απόλυτη) ταύτιση. Διότι είναι μία ουσία, μία αγαθότητα, μία δύναμη, μία θέληση, μία ενέργεια, μία εξουσία· είναι μία και η ίδια κίνηση των τριών υποστάσεων, και όχι τρεις όμοιες μεταξύ τους. Διότι η καθεμία (υπόσταση) απ’ αυτές σχετίζεται με την άλλη όχι λιγότερο απ’ ότι με τον εαυτό της· δηλαδή, ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι ένα σε όλα, εκτός από την αγεννησία, τη γέννηση και την εκπόρευση· η διαίρεση όμως θεωρείται με το νου. Διότι γνωρίζουμε ένα Θεό· και μόνο στις ιδιότητες της πατρότητος, της υιότητος και της εκπορεύσεως εννοούμε τη διαφορά σχετικά με την αιτία, το αποτέλεσμα και την τελειότητα της υποστάσεως, δηλαδή όσον αφορά στον τρόπο της υπάρξεως. Διότι δεν μπορούμε να λέμε ότι ισχύει για τον απερίγραπτο Θεό τοπική απομάκρυνση όπως γίνεται σε μας –εφόσον οι υποστάσεις αλληλοϋπάρχουν, όχι για να συγχέονται, αλλά για ανήκει η μία στην άλλη, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, που είπε: «Εγώ υπάρχω με τον Πατέρα, και ο Πατέρας με μένα»· ούτε μπορούμε να μιλάμε για διαφορά θελήσεως ή γνώμης ή ενέργειας ή δυνάμεως ή κάποιου άλλου, τα οποία προξενούν γενικά σε μας την πραγματική διαίρεση. Γι’ αυτό και δεν κάνουμε λόγο για τρεις θεούς, για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, αλλά κυρίως για ένα Θεό, την Αγία Τριάδα, επειδή ο Υιός και το Πνεύμα αναφέρονται σε ένα αίτιο· δεν συνθέτουν ούτε συγχωνεύονται, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Σαβέλλιου για συνένωση –διότι, όπως είπαμε, ενώνονται όχι για να συγχέονται, αλλά να αλληλοϋπάρχουν· και έχουν την αλληλοπεριχώρηση χωρίς καμιά συγχώνευση ή ανάμειξη–· ούτε βγαίνουν έξω από την ουσία τους ούτε χωρίζονται, σύμφωνα με τη διαίρεση της διδαχής του Αρείου. Διότι, αν πρέπει να το πω με συντομία, η θεότητα –αν και χωρισμένη σε μέρη–είναι αδιαίρετη, σαν μια σύνθεση και συνένωση του φωτός σε τρεις ήλιους ενωμένους και αχώριστους μεταξύ τους. Όταν, λοιπόν, για να το πω έτσι, στρέψουμε την προσοχή μας στη θεότητα, στην πρώτη αιτία και μοναδική αρχή, στην ενότητα και ταυτότητα της θεότητος, στην κίνηση, τη βούληση και την ταυτότητα της ουσίας, της δυνάμεως, της ενέργειας και εξουσίας, ένα γίνεται αντιληπτό από τη φαντασία μας. Όταν πάλι στρέψουμε την προσοχή σ’ αυτά που υπάρχει η θεότητα, ή, για να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια, σ’ αυτά που αποτελούν τη θεότητα και σ’ αυτά που προήλθαν από την πρώτη αιτία προαιωνίως, με κοινή συμφωνία και χωρίς διαίρεση, εννοώ δηλαδή τις υποστάσεις του Υιού και του Πνεύματος, τότε τρία είναι αυτά που προσκυνάμε. Ένας είναι ο Πατέρας, ο Πατέρας που είναι άναρχος, δηλαδή χωρίς αιτία· διότι δεν τον δημιούργησε κάποιος. Ένας είναι ο Υιός, ο Υιός που δεν είναι χωρίς αρχή, δηλαδή έχει αιτία· διότι προέρχεται από τον Πατέρα. Αν όμως υπολογίσεις την αρχή με την έναρξη του χρόνου, τότε είναι και άναρχος· διότι αυτός δημιούργησε το χρόνο, και δεν υπόκειται στο χρόνο. Ένα είναι το Πνεύμα, το Άγιο Πνεύμα, που προέρχεται από τον Πατέρα, όχι ως υιός αλλά εκπορευόμενο. Ούτε ο Πατέρας χάνει την αγεννησία επειδή γέννησε, ούτε ο Υιός χάνει τη γέννηση επειδή προέρχεται από τον αγέννητο. Πώς είναι δυνατόν να γίνει αυτό; Ούτε το Πνεύμα μεταβάλλεται σε Πατέρα ή σε Υιό, επειδή εκπορεύεται και είναι Θεός· διότι η ιδιότητα μένει σταθερή. Και πώς θα μείνει σταθερή η ιδιότητα, όταν κινείται και μεταβάλλεται; Διότι, εάν ο Πατέρας είναι Υιός, δεν είναι κυριολεκτικά Πατέρας. Κι αν ο Υιός είναι Πατέρας, δεν είναι κυριολεκτικά Υιός· επειδή ένας είναι στην κυριολεξία ο Υιός και ένα το Άγιο Πνεύμα. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι για τον Πατέρα λέμε ότι δεν γεννήθηκε από κάποιον· λέμε όμως ότι αυτός είναι ο Πατέρας του Υιού. Για τον Υιό λέμε ότι δεν είναι ούτε ο αίτιος ούτε Πατέρας· λέμε ότι προέρχεται από τον Πατέρα και είναι Υιός του Πατέρα. Και για το Άγιο Πνεύμα πάλι λέμε ότι προέρχεται από τον Πατέρα και το καλούμε Πνεύμα του Πατέρα. Και δεν λέμε ότι το Πνεύμα προέρχεται από τον Υιό· το ονομάζουμε Πνεύμα του Υιού· λέει ο θείος απόστολος: «εάν κάποιος δεν έχει το Πνεύμα του Χριστού, αυτός δεν ανήκει σ’ αυτόν». Ομολογούμε ότι με τον Υιό μας φανερώθηκε και μεταδόθηκε. Λέει ότι «Φύσησε» και είπε στους μαθητές του: «Λάβετε το Άγιο Πνεύμα». Όπως ακριβώς η ακτίνα και η λάμψη προέρχονται από τον ήλιο –διότι αυτός είναι η πηγή της ακτίνας και της λάμψεως–, και με την ακτίνα μας μεταδίδεται η λάμψη και αυτή είναι που μας φωτίζει και στην οποία μετέχουμε. Για τον Υιό, βέβαια, ούτε λέμε ότι είναι Υιός του Πνεύματος ούτε γεννήθηκε από το Πνεύμα. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 9. Περὶ τῶν ἐπὶ Θεοῦ λεγομένων. Τὸ θεῖον ἁπλοῦν ἐστι καὶ ἀσύνθετον. Τὸ δὲ ἐκ πολλῶν καὶ διαφόρων συγκείμενον σύνθετόν ἐστιν. Εἰ οὖν τὸ ἄκτιστον καὶ ἄναρχον καὶ ἀσώματον καὶ ἀθάνατον καὶ αἰώνιον καὶ ἀγαθὸν καὶ δημιουργικὸν καὶ τὰ τοιαῦτα οὐσιώδεις διαφορὰς εἴπομεν ἐπὶ Θεοῦ ἐκ τοσούτων συγκείμενον, οὐχ ἁπλοῦν ἔσται, ἀλλὰ σύνθετον, ὅπερ ἐσχάτης ἀσεβείας ἐστίν. Χρὴ τοίνυν ἕκαστον τῶν ἐπὶ Θεοῦ λεγομένων οὐ τί κατ᾿ οὐσίαν ἐστί σημαίνειν οἴεσθαι, ἀλλ᾿ ἤ, τί οὐκ ἔστι, δηλοῦν ἢ σχέσιν τινὰ πρός τι τῶν ἀντιδιαστελλομένων ἤ τι τῶν παρεπομένων τῇ φύσει ἢ ἐνέργειαν. Δοκεῖ μὲν οὖν κυριώτερον πάντων τῶν ἐπὶ Θεοῦ λεγομένων ὀνομάτων εἶναι ὁ ὤν, καθὼς αὐτὸς χρηματίζων τῷ Μωσεῖ ἐπὶ τοῦ ὄρους φησίν· «Εἶπον τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· Ὁ ὢν ἀπέσταλκέ με». Ὅλον γὰρ ἐν ἑαυτῷ συλλαβὼν ἔχει τὸ εἶναι οἷόν τι πέλαγος οὐσίας ἄπειρον καὶ ἀόριστον. Ὡς δέ ὁ ἅγιος Διονύσιος φησίν, ὁ ἀγαθός. Οὐ γάρ ἔστιν ἐπί Θεοῦ εἰπεῖν, πρῶτον τό εἶναι, καί τότε τό ἀγαθόν. Δεύτερον δὲ τὸ Θεὸς ὄνομα, ὃ λέγεται ἢ ἐκ τοῦ θέειν καὶ περιέπειν τὰ σύμπαντα ἢ ἐκ τοῦ αἴθειν ὅ ἐστι καίειν –«ὁ γὰρ Θεὸς πῦρ καταναλίσκον» πᾶσαν κακίαν ἐστίν– ἢ ἀπὸ τοῦ θεᾶσθαι τὰ πάντα· ἀλάθητος γάρ ἐστι καὶ πάντων ἐπόπτης. Ἐθεάσατο γὰρ «τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν» ἀχρόνως ἐννοήσας καὶ ἕκαστον κατὰ τὴν θελητικὴν αὐτοῦ ἄχρονον ἔννοιαν, ἥτις ἐστὶ προορισμὸς καὶ εἰκὼν καὶ παράδειγμα, ἐν τῷ προορισθέντι, καιρῷ γίνεται. Τὸ μὲν οὖν πρότερον αὐτοῦ τοῦ εἶναι παραστατικόν ἐστι καὶ τοῦ τί εἶναι, τὸ δὲ δεύτερον ἐνεργείας· τὸ δὲ ἄναρχον καὶ ἄφθαρτον καὶ ἀγένητον, ἤτοι ἄκτιστον καὶ ἀσώματον καὶ ἀόρατον καὶ τὰ τοιαῦτα, τί οὐκ ἔστι, δηλοῖ, τουτέστιν ὅτι οὐκ ἤρξατο τοῦ εἶναι, οὐδὲ φθείρεται, οὐδὲ ἔκτισται, οὐδέ ἐστι σῶμα, οὐδὲ ὁρᾶται. Τὸ δὲ ἀγαθὸν καὶ δίκαιον καὶ ὅσιον καὶ τὰ τοιαῦτα παρέπονται τῇ φύσει, οὐκ αὐτὴν δὲ τὴν οὐσίαν δηλοῖ. Τὸ δὲ Κύριος βασιλεύς τε καὶ τὰ τοιαῦτα σχέσιν πρὸς τὰ ἀντιδιαστελλόμενα δηλοῖ· τῶν γὰρ κυριευομένων λέγεται Κύριος καὶ τῶν βασιλευομένων βασιλεύς, τῶν δημιουργουμένων δημιουργὸς καὶ τῶν ποιμαινομένων ποιμήν. |
Γι’ αυτά που λέγονται για το Θεό. Το θείο είναι απλό και ασύνθετο. Ενώ αυτό που αποτελείται από πολλά και διάφορα στοιχεία είναι σύνθετο. Εάν όμως θεωρήσουμε το άκτιστο, το άναρχο, το ασώματο, το αθάνατο, το αιώνιο, το αγαθό, το δημιουργικό και τα παρόμοια ως ουσιαστικές διαφορές για το Θεό, εφόσον αποτελείται από τόσα πολλά στοιχεία, δεν θα είναι απλός αλλά σύνθετος, πράγμα που συνιστά τη μεγαλύτερη ασέβεια. Γι’ αυτό πρέπει να θεωρούμε ότι καθετί που λέγεται για το Θεό δεν δηλώνει τί είναι κατ’ ουσία ο Θεός, αλλά ή δείχνει τί δεν είναι, ή δηλώνει κάποια σχέση με κάτι αντίθετο, ή φανερώνει κάτι παρεπόμενο της φύσεως, ή δείχνει κάποια ενέργεια. Φαίνεται, λοιπόν, ότι το κυριότερο απ’ όλα τα λεγόμενα ονόματα για το Θεό είναι το όνομα «ο Ων», όπως το λέει ο ίδιος τη στιγμή που αποκρίνεται στο Μωϋσή πάνω στο βουνό: «Είπα στα παιδιά του Ισραήλ· μ’ έστειλε ο Ων». Διότι περιέκλεισε στον εαυτό του να έχει όλη την ύπαρξη, σαν κάποιο άπειρο και απεριόριστο πέλαγος υπάρξεως. Και όπως λέει ο άγιος Διονύσιος, το όνομα «αγαθός». Διότι δεν επιτρέπεται να πούμε για το Θεό ότι πρώτα υπάρχει και έπειτα είναι αγαθός. Δεύτερο όνομα είναι το «Θεός», το οποίο προέρχεται ή από τη λέξη «θέειν»(=τρέχει), διότι περιτρέχει τα σύμπαντα, ή από τη λέξη «αίθειν», που σημαίει καίει –«διότι ο Θεός είναι φωτιά που όλα τα καίει», και μαζί κάθε κακία–, ή προέρχεται από τη φράση «βλέπει τα πάντα»· διότι είναι αλάθητος και όλα τα εποπτεύει. Διότι τα είδε «όλα προτού να γίνουν», αφού τα είχε προαιώνια στο νου του· και το καθετί δημιουργήθηκε στον καθορισμένο χρόνο, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο της θελήσεώς του, το οποίο περιλαμβάνει τον προορισμό, την εικόνα και το παράδειγμα. Το πρώτο, λοιπόν, όνομα εκφράζει την ίδια την ύπαρξη και τη φύση της, ενώ το δεύτερο εκφράζει την ενέργεια. Τα ονόματα πάλι άναρχο, άφθαρτο και αγένητο, δηλαδή αδημιούργητο, ασώματο, αόρατο και τα παρόμοια, δηλώνουν τί δεν είναι· δηλαδή, ότι η ύπαρξή του δεν έχει αρχή, δεν φθείρεται, δεν έχει δημιουργηθεί, δεν είναι σώμα και δεν είναι ορατή. Τα ονόματα πάλι αγαθός, δίκαιος, όσιος και τα όμοια έχουν σχέση με τη φύση (ουσία), αλλά δεν δηλώνουν την ίδια την ουσία. Τα ονόματα Κύριος, βασιλεύς και τα όμοια δείχνουν τη σχέση μ’ αυτά που αντιδιαστέλλονται· διότι ονομάζεται Κύριος αυτών που τους κυριεύει, βασιλεύς αυτών που κυβερνά, δημιουργός αυτών δημιουργεί και ποιμένας αυτών που ποιμαίνει. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 10. Περὶ θείας ἑνώσεως καὶ διακρίσεως Πάντα μὲν οὖν ταῦτα κοινῶς ἐπὶ πάσης τῆς θεότητος ἐκληπτέον καὶ ταυτῶς καὶ ἁπλῶς καὶ ἀμερῶς καὶ ἡνωμένως, διακεκριμένως δὲ τὸ Πατὴρ καὶ τὸ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα καὶ τὸ ἀναίτιον καὶ τὸ αἰτιατὸν καὶ τὸ ἀγέννητον καὶ τὸ γεννητὸν καὶ ἐκπορευτόν, ἅτινα οὐκ οὐσίας εἰσὶ δηλωτικά, ἀλλὰ τῆς πρὸς ἄλληλα σχέσεως καὶ τοῦ τῆς ὑπάρξεως τρόπου. Ταῦτα οὖν εἰδότες καὶ ἐκ τούτων ἐπὶ τὴν θείαν οὐσίαν χειραγωγούμενοι οὐκ αὐτὴν τὴν οὐσίαν καταλαμβάνομεν, ἀλλὰ τὰ περὶ τὴν οὐσίαν· ὥσπερ οὐδέ, ἐὰν γνῶμεν ὅτι ἡ ψυχὴ ἀσώματός ἐστι καὶ ἄποσος καὶ ἀσχημάτιστος, ἤδη καὶ τὴν οὐσίαν αὐτῆς κατειλήφαμεν, οὐδὲ τοῦ σώματος, εἴπερ γνῶμεν, ὅτι λευκὸν ἢ μέλαν ἐστίν, ἀλλὰ τὰ περὶ τὴν οὐσίαν. Ὁ δὲ ἀληθὴς λόγος διδάσκει ἁπλοῦν εἶναι τὸ θεῖον καὶ μίαν ἁπλῆν ἔχειν ἐνέργειαν, ἀγαθήν, πᾶσι τὰ πάντα ἐνεργοῦσαν κατὰ τὴν τοῦ ἡλίου ἀκτῖνα, ἥτις πάντα θάλπει καὶ ἐν ἑκάστῳ κατὰ τὴν φυσικὴν ἐπιτηδειότητα καὶ δεκτικὴν δύναμιν ἐνεργεῖ ἐκ τοῦ δημιουργήσαντος Θεοῦ τὴν τοιαύτην εἰληφὼς ἐνέργειαν. Διακέκριται δὲ καί, ὅσα τῆς θείας καὶ φιλανθρώπου τοῦ Θεοῦ Λόγου σαρκώσεως· ἐν τούτοις γὰρ οὔτε ὁ Πατὴρ οὔτε τὸ Πνεῦμα κατ᾿ οὐδένα λόγον κεκοινώνηκεν, εἰ μὴ κατ᾿ εὐδοκίαν καὶ κατὰ τὴν ἄρρητον θαυματουργίαν, ἣν καὶ καθ᾿ ἡμᾶς ἄνθρωπος ὁ Θεὸς Λόγος γενόμενος εἰργάζετο ὡς ἀναλλοίωτος Θεὸς καὶ Θεοῦ Υἱός. |
Για τη θεία ένωση και διάκριση. Όλα, λοιπόν, αυτά τα ονόματα πρέπει να τα θεωρήσουμε κοινά και τα ίδια για όλη τη θεότητα με απλότητα, χωρίς διαίρεση και ενωμένα· νοούμε χωριστά μόνο τα ονόματα Πατέρας, Υιός και Πνεύμα καθώς και τα αναίτιος, αιτιατός, αγέννητος, γεννητός, εκπορευτό, τα οποία δεν φανερώνουν την ουσία, αλλά τη σχέση μεταξύ τους και τον τρόπο της υπάρξεώς τους. Όταν, λοιπόν, τα γνωρίσουμε αυτά και μας οδηγήσουν προς τη θεία ουσία, δεν κατανοούμε την ίδια την ουσία, αλλά τα σχετικά μ’ αυτήν. Όπως ακριβώς, εάν γνωρίσουμε ότι η ψυχή είναι χωρίς σώμα, μέγεθος και σχήμα, δεν σημαίνει ότι κατανοήσαμε αμέσως και την ουσία της· το ίδιο και με το σώμα, εάν γνωρίσουμε ότι είναι λευκό ή μαύρο, δεν γνωρίσαμε την ουσία του, αλλά τα σχετικά μ’ αυτήν. Η αληθινή διδασκαλία διδάσκει ότι το θείο είναι απλό και έχει μια απλή ενέργεια, που είναι αγαθή· αυτή ενεργεί το καθετί σε όλα, όπως η ακτίνα του ήλιου, η οποία τα θερμαίνει όλα και ενεργεί στο καθένα ανάλογα με τη φυσική του διάθεση και τη δεκτική του ικανότητα· διότι έχει λάβει αυτού του είδους την ενέργεια από το Θεό που το δημιούργησε. Εξαιρούνται βέβαια όσα γεγονότα αναφέρονται στη θεία και φιλάνθρωπη ενσάρκωση του Λόγου του Θεού. Διότι δεν είχαν συμμετάσχει σ’ αυτά με κανένα τρόπο ούτε ο Πατέρας ούτε το Πνεύμα, παρά μόνον με την καλή τους θέληση και την ανέκφραστη θαυματουργία, την οποία πραγματοποίησε για μας με την ενανθρώπησή του ο Λόγος του Θεού, σαν αναλλοίωτος Θεός και Υιός του Θεού. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 11. Περὶ τῶν σωματικῶς ἐπὶ Θεοῦ λεγομένων Ἐπεὶ δὲ πλεῖστα περὶ Θεοῦ σωματικώτερον ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ συμβολικῶς εἰρημένα εὑρίσκομεν, εἰδέναι χρή, ὡς ἀνθρώπους ὄντας ἡμᾶς καὶ τὸ παχὺ τοῦτο σαρκίον περικειμένους τὰς θείας καὶ ὑψηλὰς καὶ ἀΰλους τῆς θεότητος ἐνεργείας νοεῖν ἢ λέγειν ἀδύνατον, εἰ μὴ εἰκόσι καὶ τύποις καὶ συμβόλοις τοῖς καθ᾿ ἡμᾶς χρησαίμεθα. Ὅσα τοίνυν περὶ Θεοῦ σωματικώτερον εἴρηται, συμβολικῶς ἐστι λελεγμένα, ἔχει δέ τινα ὑψηλοτέραν διάνοιαν· ἁπλοῦν γὰρ τὸ θεῖον καὶ ἀσχημάτιστον. Ὀφθαλμοὺς μὲν οὖν Θεοῦ καὶ βλέφαρα καὶ ὅρασιν τὴν τῶν ἁπάντων ἐποπτικὴν αὐτοῦ δύναμιν καὶ τὸ ἀλάθητον τῆς αὐτοῦ γνώσεως ἐννοήσωμεν ἀπὸ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ ταύτης τῆς αἰσθήσεως ἐντελεστέραν γνῶσίν τε καὶ πληροφορίαν ἐγγίνεσθαι. Ὦτα δὲ καὶ ἀκοὴν τὸ ἐξιλεωτικὸν αὐτοῦ καὶ τῆς ἡμετέρας δεκτικὸν δεήσεως· καὶ γὰρ ἡμεῖς τοῖς τὰς ἱκεσίας ποιουμένοις διὰ ταύτης τῆς αἰσθήσεως εὐμενεῖς γινόμεθα γνησιώτερον αὐτοῖς τὸ οὖς ἐπικλίνοντες. Στόμα δὲ καὶ λαλιὰν τὸ ἐνδεικτικὸν τῆς βουλήσεως αὐτοῦ ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ στόματος καὶ λαλιᾶς σημαίνεσθαι τὰ ἐγκάρδια νοήματα. Βρῶσιν δὲ καὶ πόσιν τὴν ἡμετέραν πρὸς τὸ αὐτοῦ θέλημα συνδρομήν· καὶ γὰρ ἡμεῖς διὰ τῆς γευστικῆς αἰσθήσεως τὴν τῆς φύσεως ἀναπληροῦμεν ὄρεξιν ἀναγκαίαν. Ὄσφρησιν δέ, τὸ ἀποδεκτικὸν τῆς πρὸς αὐτὸν ἡμῶν ἐννοίας τε καὶ εὐνοίας ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ ταύτης αἰσθήσεως τὴν τῆς εὐωδίας ἀποδοχὴν ἐγγίνεσθαι. Πρόσωπον δὲ τὴν δι᾿ ἔργων αὐτοῦ ἔνδειξίν τε καὶ ἐμφάνειαν ἐκ τοῦ τὴν ἡμετέραν ἐμφάνειαν διὰ προσώπου γίνεσθαι. Χεῖρας δὲ τὸ ἀνυστικὸν τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ· καὶ γὰρ ἡμεῖς τὰ χρειώδη καὶ μάλιστα τιμιώτερα διὰ τῶν οἰκείων κατορθοῦμεν χειρῶν. Δεξιὰν δὲ τὴν ἐπὶ τοῖς αἰσίοις αὐτοῦ βοήθειαν ἐκ τοῦ καὶ ἡμᾶς μᾶλλον ἐπὶ τῶν εὐσχημοτέρων καὶ τιμιωτέρων καὶ πλείστης ἰσχύος δεομένων τῇ δεξιᾷ κεχρῆσθαι. Ψηλάφησιν δὲ τὴν ἀκριβεστέραν αὐτοῦ καὶ τῶν λίαν λεπτῶν τε καὶ κρυπτῶν διάγνωσίν τε καὶ εἴσπραξιν ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν μὴ δύνασθαι τοὺς ψηλαφωμένους ἐν ἑαυτοῖς τι κρύπτειν. Πόδας δὲ καὶ βάδισιν τὴν πρὸς ἐπικουρίαν τῶν δεομένων ἢ ἐχθρῶν ἄμυναν ἢ ἄλλην τινὰ πρᾶξιν ἔλευσίν τε καὶ παρουσίαν ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ τῆς τῶν ποδῶν χρήσεως ἀποτελεῖσθαι τὴν ἄφιξιν. Ὅρκον δὲ τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν δι᾿ ὅρκου τὰς πρὸς ἀλλήλους βεβαιοῦσθαι συνθήκας. Ὀργὴν δὲ καὶ θυμὸν τὴν πρὸς τὴν κακίαν ἀπέχθειάν τε καὶ ἀποστροφήν· καὶ γὰρ ἡμεῖς τὰ ἐναντία τῆς γνώμης μισοῦντες ὀργιζόμεθα. Λήθην δὲ καὶ ὕπνον καὶ νυσταγμὸν τὴν ὑπέρθεσιν τῆς κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἀμύνης καὶ τὴν τῆς συνήθους πρὸς τοὺς οἰκείους βοηθείας ἀναβολήν. Καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν πάντα τὰ σωματικῶς εἰρημένα ἐπὶ Θεοῦ κεκρυμμένην ἔχει τινὰ ἔννοιαν ἐκ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς τὰ ὑπὲρ ἡμᾶς ἐκδιδάσκουσαν, εἰ μή τι περὶ τῆς σωματικῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐπιδημίας εἴρηται· αὐτὸς γὰρ πάντα τὸν ἄνθρωπον διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἀνεδέξατο, ψυχὴν νοερὰν καὶ σῶμα καὶ τὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἰδιώματα τά τε φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη. |
Γι’ αυτά που λέγονται για το Θεό ανθρωποπαθώς. Επειδή όμως βρίσκουμε στην Αγία Γραφή να έχουν ειπωθεί πάρα πολλά για το Θεό με τρόπο ανθρωπομορφικό, πρέπει να γνωρίζουμε, εφόσον είμαστε άνθρωποι και έχουμε αυτή την παχιά σάρκα, ότι είναι αδύνατο να εννοήσουμε ή να μιλήσουμε για τις θείες, υψηλές και άϋλες ενέργειες της θεότητος, εάν δεν χρησιμοποιήσουμε ανάλογες σε μας εικόνες, τύπους και σύμβολα. Όσα, λοιπόν, λέμε με ανθρωπομορφικό τρόπο για το Θεό, τα λέμε με συμβολική σημασία, και έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα· διότι το θείο είναι απλό και δεν παίρνει σχήματα. Λέγοντας μάτια, βλέφαρα και όραση του Θεού, ας εννοήσουμε συμβολικά την εποπτεία του πάνω σ’ όλα και το αλάθητο της γνώσεώς του· διότι μ’ αυτή την αίσθηση (της οράσεως) αποκτάμε πιο τέλεια γνώση και μάθηση. Λέγοντας αυτιά και ακοή, ας εννοήσουμε συμβολικά τη διάθεσή του να μας σπλαγχνιστεί και να δεχθεί τη δική μας δέηση· διότι κι εμείς μ’ αυτή την αίσθηση γινόμαστε ευδιάθετοι σ’ αυτούς που μας παρακαλούν και τους ακούμε με περισσότερο ενδιαφέρον. Όταν λέμε στόμα και ομιλία, να εννοήσουμε τη φανέρωση της θελήσεώς του, διότι και σε μας οι διαθέσεις της καρδιάς φανερώνονται με το στόμα και την ομιλία. Όταν λέμε φαγητό και πιοτό, ας εννοήσουμε τη δική μας συμμόρφωση στο θέλημά του· διότι κι εμείς με την αίσθηση της γεύσεως ικανοποιούμε την αναγκαία επιθυμία της φύσεώς μας. Όταν λέμε όσφρηση, ας εννοήσουμε την αποδοχή της σκέψεως και της αγάπης μας γι’ αυτόν, διότι κι εμείς μ’ αυτή την αίσθηση δεχόμαστε την ευωδία ευχάριστα. Λέγοντας πάλι πρόσωπο ας εννοήσουμε την απόδειξη και την εμφάνισή του με τα έργα του, διότι και η δική μας εμφάνιση γίνεται με το πρόσωπο. Λέγοντας χέρια, ας νοήσουμε την αποτελεσματικότητα της ενέργειάς του· κι εμείς τα πιο αναγκαία και σπουδαία τα πετυχαίνουμε με τα χέρια μας. Λέγοντας δεξί χέρι, ας εννοήσουμε τη βοήθειά του για να έλθουν όλα καλά· διότι κι εμείς χρησιμοποιούμε το δεξί χέρι για τα πιο αξιοπρεπή και δίκαια και που χρειάζονται μεγάλη δύναμη. Λέγοντας ψηλάφηση ας εννοήσουμε την πιο ακριβή και τέλεια γνώση και προσβολή των πιο λεπτών και κρυφών λογισμών· διότι και αυτούς που εμείς ψηλαφούμε δεν μπορούν να κρύψουν κάτι πάνω τους. Λέγοντας επίσης πόδια και βάδην εννοούμε τον ερχομό και την παρουσία του, για να βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη ή ν’ αντιμετωπίσουν τους εχθρούς ή για κάποια άλλη πράξη· διότι και σε μας η άφιξη γίνεται με τη χρήση των ποδιών. Λέγοντας όρκο ας εννοήσουμε το αμετακίνητο της βουλής του, διότι κι εμείς με όρκο επιβεβαιώνουμε τις συμφωνίες μεταξύ μας. Οργή και θυμό λέγοντας εννοούμε την απέχθεια και το μίσος στην κακία· διότι κι εμείς θυμώνουμε, επειδή μισούμε τις αντίθετες γνώμες. Λέγοντας ακόμη λησμονιά, ύπνο και νυσταγμό, ας εννοήσουμε την αμέλεια στην άμυνα ενάντια στους εχθρούς και τη ματαίωση της συχνής βοήθειας προς τους φίλους. Και μ’ ένα λόγο, όλα όσα έχουν ειπωθεί για το Θεό με ανθρωπομορφικές εκφράσεις, έχουν κρυμμένη κάποια σημασία που διδάσκει τα υπερφυσικά με ανθρωπομορφικές εκφράσεις, εκτός μόνον αν ειπωθεί κάτι για την σωματική έλευση του Θεού Λόγου. Διότι Αυτός ανάλαβε όλη την ανθρώπινη φύση για τη σωτηρία μας, δηλαδή τη νοερή ψυχή, το σώμα και τα χαρακτηριστικά της ανθρωπίνης φύσεως, που είναι τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 12. Ἔτι περὶ τῶν αὐτῶν Ταῦτα μὲν οὖν ἐκ τῶν ἱερῶν μεμυήμεθα λογίων, ὡς ὁ θεῖος ἔφη Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, «ὅτι ὁ Θεὸς πάντων ἐστὶν αἰτία καὶ ἀρχή, τῶν ὄντων οὐσία, τῶν ζώντων ζωή, τῶν λογικῶς ὄντων λόγος, τῶν νοερῶς ὄντων νοῦς· καὶ τῶν μὲν ἀποπιπτόντων αὐτῆς ἀνάκλησίς τε καὶ ἀνάστασις, τῶν δὲ παραφθειρόντων τὸ κατὰ φύσιν ἀνακαινισμὸς καὶ ἀναμόρφωσις· τῶν κινουμένων κατά τινα ἀνίερον σάλον ἵδρυσις ἱερὰ καὶ τῶν ἑστηκότων ἀσφάλεια καὶ τῶν ἐπ᾿ αὐτὴν ἀναγομένων ὁδὸς καὶ ἀνατατικὴ χειραγωγία. »Προσθήσω δέ, ὅτι καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ πεποιημένων Πατήρ, κυριώτερον γὰρ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐστι Πατὴρ, ὁ ἐκ μὴ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν ἢ οἱ γεννήσαντες οἱ ἐξ αὐτοῦ καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸ γεννᾶν εἰληφότες· τῶν ἑπομένων καὶ ὑπ᾿ αὐτοῦ ποιμαινομένων ποιμήν, τῶν φωτιζομένων ἔλλαμψις, τῶν τελουμένων τελεταρχία, τῶν θεουμένων θεαρχία, τῶν διεστώτων εἰρήνη καὶ τῶν ἁπλουμένων ἁπλότης καὶ τῶν ἑνιζομένων ἑνότης· ἀρχῆς ἁπάσης ὑπερούσιος καὶ ὑπάρχιος ἀρχὴ καὶ τοῦ κρυφίου, ἤτοι τῆς αὐτοῦ γνώσεως κατὰ τὸ θεμιτὸν καὶ ἐφικτὸν ἑκάστῳ ἀγαθὴ μετάδοσις». Ἔτι περὶ θείων ὀνομάτων ἀκριβέστερον. Τὸ θεῖον ἀκατάληπτον ὂν πάντως καὶ ἀνώνυμον ἔσται. Ἀγνοοῦντες οὖν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ τῆς οὐσίας αὐτοῦ μὴ ἐκζητήσωμεν ὄνομα· δηλωτικὰ γὰρ τῶν πραγμάτων ἐστὶ τὰ ὀνόματα. Ἀλλ᾿ ἀγαθὸς ὢν ὁ Θεὸς καὶ ἐπὶ μεθέξει τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ παραγαγὼν ἡμᾶς ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι καὶ γνωστικοὺς ποιήσας ἡμᾶς, ὥσπερ οὐ τῆς οὐσίας αὐτοῦ μετέδωκεν ἡμῖν, οὕτως οὐδὲ τῆς γνώσεως τῆς οὐσίας αὐτοῦ· ἀδύνατον γὰρ φύσιν τελείως γνῶναι τὴν ὑπερκειμένην φύσιν. Εἰ δὲ καὶ τῶν ὄντων αἱ γνώσεις, τὸ ὑπερούσιον πῶς γνωσθήσεται; Δι᾿ ἄφατον οὖν ἀγαθότητα ηὐδόκησεν ἐκ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς ὀνομάζεσθαι, ἵνα μὴ ἀμέτοχοι παντελῶς ὦμεν τῆς αὐτοῦ ἐπιγνώσεως, ἀλλ᾿ ἔχωμεν κἂν ἀμυδρὰν αὐτοῦ ἔννοιαν. Καθὸ μὲν οὖν ἀκατάληπτός ἐστι, καὶ ἀκατονόμαστος· ὡς δὲ πάντων αἴτιος καὶ πάντων τῶν ὄντων τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰτίας ἐν ἑαυτῷ προέχων, ἐκ πάντων τῶν ὄντων κατονομάζεται, καὶ ἐκ τῶν ἐναντίων οἷον φωτὸς καὶ σκότους, ὕδατος καὶ πυρός, ἵνα γνῶμεν, ὅτι οὐ ταῦτα κατ᾿ οὐσίαν ἐστίν· ἀλλ᾿ ἔστι μὲν ὑπερούσιος, διὸ καὶ ἀκατονόμαστος, ὡς δὲ πάντων τῶν ὄντων αἴτιος ἐκ πάντων τῶν αἰτιατῶν ὀνομάζεται. Διὸ τῶν θείων ὀνομάτων τὰ μὲν ἀποφατικῶς λέγεται δηλοῦντα τὸ ὑπερούσιον, οἷον ἀνούσιος, ἄχρονος, ἄναρχος, ἀόρατος, οὐχ ὅτι τινὸς ἥττων ἐστὶν ἤ τινος ἐστέρηται –αὐτοῦ γάρ ἐστι τὰ πάντα καὶ ἐξ αὐτοῦ καὶ δι᾿ αὐτοῦ γέγονε καὶ ἐν αὐτῷ συνέστηκεν–, ἀλλ᾿ ὅτι πάντων ὑπεροχικῶς τῶν ὄντων ἐξῄρηται –οὐδὲν γὰρ τῶν ὄντων, ἀλλ᾿ ὑπὲρ πάντα ἐστί. Τὰ δὲ καταφατικῶς λεγόμενα ὡς αἰτίου τῶν πάντων κατηγορεῖται· ὡς γὰρ αἴτιος πάσης οὐσίας καὶ πάντων τῶν ὄντων λέγεται καὶ ὢν καὶ οὐσία, καὶ ὡς αἴτιος λόγου παντὸς καὶ σοφίας λογικοῦ τε καὶ σοφοῦ λέγεται λόγος καὶ λογικός, σοφία καὶ σοφός· ὁμοίως καὶ νοῦς καὶ νοερός, ζωὴ καὶ ζῶν, δύναμις καὶ δυνατός· καὶ ἐπὶ πάντων τῶν λοιπῶν ὁμοίως, μᾶλλον δὲ ἐκ τῶν τιμιωτέρων καὶ πλησιαζόντων αὐτῷ οἰκειοτέρως ὀνομασθήσεται. Τιμιώτερα δὲ τὰ ἄυλα τῶν ὑλικῶν καὶ τὰ καθαρὰ τῶν ῥυπαρῶν καὶ τὰ ἅγια τῶν ἐναγῶν, καὶ μᾶλλον αὐτῷ πλησιάζοντα, ἐπεὶ καὶ πλέον μετέχουσιν αὐτοῦ. Οἰκειότερον οὖν μᾶλλον ὀνομασθήσεται ἥλιος καὶ φῶς ἤπερ σκότος, καὶ ἡμέρα ἤπερ νύξ, καὶ ζωὴ ἤπερ θάνατος, καὶ πῦρ καὶ πνεῦμα καὶ ὕδωρ ὡς ζωτικὰ ἤπερ γῆ· καὶ πρὸ πάντων καὶ πλέον ἀγαθότης ἤπερ κακία. Ταὐτὸν δὲ εἰπεῖν «ὄν» ἤπερ «μὴ ὄν»· τὸ γὰρ ἀγαθὸν ὕπαρξις καὶ ὑπάρξεως αἴτιον, τὸ δὲ κακὸν ἀγαθοῦ ἤτοι ὑπάρξεως στέρησις. Καὶ αὗται μὲν αἱ ἀποφάσεις καί καταφάσεις· γλυκυτάτη δὲ καὶ ἡ ἐξ ἀμφοῖν συνάφεια, οἷον «ἡ ὑπερούσιος οὐσία, ἡ ὑπέρθεος θεότης, ἡ ὑπεράρχιος ἀρχὴ» καὶ τὰ τοιαῦτα. Εἰσὶ δὲ καί τινα καταφατικῶς ἐπὶ Θεοῦ λεγόμενα δύναμιν ὑπεροχικῆς ἀποφάσεως ἔχοντα, οἷον «σκότος»· οὐχ ὅτι ὁ Θεὸς σκότος ἐστίν, ἀλλ᾿ ὅτι οὐκ ἔστι φῶς ἀλλ᾿ ὑπὲρ τὸ φῶς. Λέγεται μὲν οὖν ὁ Θεὸς νοῦς καὶ λόγος καὶ πνεῦμα σοφία τε καὶ δύναμις ὡς τούτων αἴτιος καὶ ὡς ἄυλος καὶ ὡς παντουργὸς καὶ παντοδύναμος. Καὶ ταῦτα κοινῶς ἐπὶ πάσης λέγεται τῆς θεότητος τά τε ἀποφατικῶς καὶ καταφατικῶς λεγόμενα. Καὶ ἐφ᾿ ἑκάστης τῶν τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑποστάσεων ὁμοίως καὶ ὡσαύτως καὶ ἀπαραλείπτως· ὅταν γὰρ ἐννοήσω μίαν τῶν ὑποστάσεων, τέλειον Θεὸν αὐτὴν οἶδα, τελείαν οὐσίαν. Ὅταν δὲ συνάψω καὶ συναριθμήσω τὰ τρία, ἕνα Θεὸν οἶδα τέλειον· οὐ σύνθετόν ἐστιν ἡ θεότης, ἀλλ᾿ ἐν τρισὶ τελείοις ἓν τέλειον ἀμερὲς καὶ ἀσύνθετον. Ὅταν δὲ τὴν πρὸς ἄλληλα σχέσιν τῶν ὑποστάσεων ἐννοήσω, οἶδα, ὅτι ἐστὶν ὁ Πατὴρ ὑπερούσιος ἥλιος, πηγὴ ἀγαθότητος, ἄβυσσος οὐσίας, λόγου, σοφίας, δυνάμεως, φωτός, θεότητος, πηγὴ γεννητικὴ καὶ προβλητικὴ τοῦ ἐν αὐτῇ κρυφίου ἀγαθοῦ. Αὐτὸς μὲν οὖν ἐστι νοῦς, Λόγου ἄβυσσος, Λόγου γεννήτωρ καὶ διὰ Λόγου προβολεὺς ἐκφαντορικοῦ Πνεύματος· καὶ ἵνα μὴ πολλὰ λέγω, οὐκ ἔστι τῷ Πατρὶ λόγος, σοφία, δύναμις, θέλησις, εἰ μὴ ὁ Υἱός, ὅς ἐστιν ἡ μόνη δύναμις τοῦ Πατρὸς ἡ προκαταρκτικὴ τῆς τῶν πάντων ποιήσεως. Οὗτος ὡς τελεία ὑπόστασις γεννωμένη, ὡς οἶδεν αὐτός, Υἱός ἐστι τε καὶ λέγεται. Τὸ δὲ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκφαντορικὴ τοῦ κρυφίου τῆς θεότητος δύναμις τοῦ Πατρός, ἐκ Πατρὸς μὲν δι᾿ Υἱοῦ ἐκπορευομένη, ὡς οἶδεν αὐτός, οὐ γεννητῶς· διὸ καὶ Πνεῦμα Ἅγιον τὸ τελεσιουργὸν τῆς τῶν ἁπάντων ποιήσεως. Ὅσα οὖν ἁρμόζει αἰτίῳ Πατρί, πηγῇ, γεννήτορι, τῷ Πατρὶ μόνῳ προσαρμοστέον· ὅσα δὲ αἰτιατῷ, γεννητῷ Υἱῷ, Λόγῳ, δυνάμει προκαταρκτικῇ, θελήσει, σοφίᾳ, τῷ Υἱῷ· ὅσα δὲ αἰτιατῷ, ἐκπορευτῷ, ἐκφαντορικῷ, τελεσιουργικῇ δυνάμει, τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ Πατὴρ πηγὴ καὶ αἰτία Υἱοῦ καὶ Πνεύματος, Πατὴρ δὲ μόνου Υἱοῦ καὶ προβολεὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ὁ Υἱὸς Υἱός, Λόγος, σοφία καὶ δύναμις, εἰκών, ἀπαύγασμα, χαρακτὴρ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Πατρός, οὐχ Υἱὸς δὲ τοῦ Πνεύματος. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς ὡς ἐκ Πατρὸς ἐκπορευόμενον –οὐδεμία γὰρ ὁρμὴ ἄνευ Πνεύματος– καὶ Υἱοῦ δὲ Πνεῦμα οὐχ ὡς ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ὡς δι᾿ αὐτοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον· μόνος γὰρ αἴτιος ὁ Πατήρ. |
Για τα ίδια θέματα. Αυτά, βέβαια, τα έχουμε διδαχθεί από τους ιερούς συγγραφείς, όπως είπε ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, «ότι ο Θεός είναι η αιτία και η αρχή όλων, ο χορηγός της φύσεως στα όντα, της ζωής στα ζωντανά, της λογικής στα λογικά όντα και του νου στα νοερά· είναι η επαναφορά και η επανόρθωση αυτών που έχουν πέσει· η ανακαίνιση και αναμόρφωση όσων έχουν φθείρει τη φύση τους· είναι η ιερή σταθερότητα αυτών που κινούνται με μία ανίερη ταραχή· η ασφάλεια αυτών που στέκονται σταθεροί· και η οδός και χειραγώγηση προς τα άνω αυτών που βαδίζουν προς Αυτόν. »Θα προσθέσω επίσης ότι είναι Πατέρας αυτών που δημιούργησε· και το σπουδαιότερο, ο Θεός μας είναι Πατέρας μας, διότι Αυτός και όχι οι γονείς μας, μάς έφερε στη ζωή από την ανυπαρξία· καθώς οι γονείς μας έλαβαν απ’ Αυτόν τη ζωή και τη δυνατότητα να γεννούν. Είναι ποιμένας αυτών που Τον ακολουθούν και τους ποιμαίνει· είναι ο φωτισμός των φωτιζομένων, ο μύστης όσων μυούνται στα ιερά μυστήρια, η αιτία της θεώσεως των θεουμένων, η συμφιλίωση όσων έχουν φιλονικήσει, η απλότητα των απλοϊκών και η ενότητα όσων ενώνονται μεταξύ τους. Είναι η εξουσία πάνω από κάθε εξουσία, η αρχή της υπάρξεως και η αγαθή μετάδοση των απορρήτων μυστηρίων, δηλαδή της γνώσεώς Του στον καθένα, σύμφωνα με το μέτρο του δυνατού και εφικτού». Ακόμη πιο λεπτομερώς για τα ονόματα του Θεού. Επειδή το θείο είναι ακατάληπτο, σίγουρα θα είναι και χωρίς όνομα. Και επειδή δεν γνωρίζουμε την ουσία του, ας μη ζητήσουμε το όνομα της ουσίας του· διότι τα ονόματα φανερώνουν τα πράγματα. Ο Θεός όμως, επειδή είναι αγαθός και μας έφερε από το μηδέν στην ύπαρξη για να μετέχουμε στην αγαθότητά του, και μας έκαμε όντα με γνώση, έτσι, όπως δεν μας μετάδωσε κάτι από την ουσία του, ούτε μας έδωσε και τη γνώση της ουσίας του. Διότι δεν είναι δυνατόν μια κτιστή φύση να γνωρίσει τελείως την ανώτερη απ’ αυτήν φύση. Και αν, μάλιστα, οι γνώσεις για τα όντα είναι ελλιπείς, πώς θα γνωρίσουμε αυτό που ξεπερνά την ουσία; Ο Θεός, λοιπόν, από την πολλή του αγαθότητα, θέλησε να παίρνει δικά μας ονόματα, ώστε να μην είμαστε εντελώς αμέτοχοι από τη γνώση του, αλλά να έχουμε έστω και κάποια αμυδρή ιδέα γι’ Αυτόν. Έτσι, όπως είναι ακατάληπτος, είναι και χωρίς όνομα. Όλα τα όντα όμως ομολογούν ότι Αυτός είναι η αιτία όλων και κατέχει εκ των προτέρων το λόγο και την αιτία κάθε όντος· το ομολογούν ακόμη και τα αντίθετα μεταξύ τους, όπως το φως και το σκοτάδι, το νερό και η φωτιά, για να γνωρίζουμε ότι Αυτός δεν είναι στην ουσία του αυτά. Αλλά να γνωρίζουμε ότι είναι υπερούσιος, γι’ αυτό και χωρίς όνομα· και όλα τα δημιουργήματά του βεβαιώνουν ότι Αυτός είναι ο αίτιος κάθε όντος. Γι’ αυτό, από τα θεία ονόματα άλλα χρησιμοποιούνται με αποφατική σημασία για να δηλώσουν το υπερούσιο, όπως ανούσιος, άχρονος, άναρχος, αόρατος· όχι ότι είναι κατώτερος από κάποιον ή του λείπει κάτι –διότι σ’ Αυτόν ανήκουν όλα και Αυτός τα δημιούργησε και τα συνέστησε για τον εαυτό Του· ξεχωρίζει απ’ όλα τα όντα, διότι υπερέχει –δεν είναι σαν κάποιο ον, αλλά πάνω απ’ όλα. Τα ονόματα πάλι, που χρησιμοποιούνται καταφατικά για το Θεό, λέγονται επειδή είναι αίτιος όλων. Ονομάζεται ων και ουσία, διότι είναι αίτιος κάθε ουσίας των όντων· ονομάζεται λόγος, λογικός, σοφία και σοφός, διότι είναι αίτιος κάθε λόγου και σοφίας, δηλαδή του λογικού και του σοφού. Παρόμοια λέγεται νους, νοερός, ζωή, ζων, δύναμη και δυνατός· και σ’ όλα τα υπόλοιπα, επίσης, θα κληθεί με παρόμοια ονόματα, που θα ληφθούν περισσότερο από τα πιο αξιόλογα και κοντινά σ’ Αυτόν ονόματα. Πιο αξιόλογα και κατάλληλα ονόματα γι’ Αυτόν είναι τα άϋλα από τα υλικά, τα καθαρά από τα ρυπαρά και τα άγια από τα μιασμένα, επειδή περισσότερο μετέχουν σ’ Αυτόν. Διότι πιο κατάλληλα θα κληθεί ήλιος και φως παρά σκοτάδι, ημέρα παρά νύχτα, ζωή παρά θάνατος, και φωτιά και πνεύμα και νερό, διότι έχουν ζωή, παρά γη. Και πάνω απ’ όλα θα ονομασθεί αγαθότητα και όχι κακό. Το ίδιο, θα τον καλέσει κανένας «ον» παρά «μη ον»· διότι το αγαθό είναι ύπαρξη και αίτιο της υπάρξεως, ενώ το κακό είναι στέρηση του αγαθού, δηλαδή της υπάρξεως. Αυτά, λοιπόν, είναι τα αποφατικά και καταφατικά ονόματα· και είναι βέβαια πολύ πετυχημένος ο συνδυασμός τους, για παράδειγμα «υπερούσια ουσία, υπέρθεη θεότητα, υπεράρχια αρχή», και τα παρόμοια. Υπάρχουν και μερικά καταφατικά ονόματα που λέγονται για το Θεό και έχουν έννοια υπερβολικής αρνήσεως, όπως «σκοτάδι»· όχι ότι ο Θεός είναι σκοτάδι, αλλά δεν είναι φως, επειδή είναι πάνω από το φως. Ονομάζεται, λοιπόν, ο Θεός νους, λόγος, πνεύμα, σοφία και δύναμη, διότι είναι ο αίτιος αυτών και άϋλος και δημιουργός των όλων και παντοδύναμος. Και αυτά τα ονόματα, και τα αποφατικά και τα καταφατικά, αποδίδονται σε όλο το κοινό (ουσία) της θεότητας. Το ίδιο όμως και απαράλλακτα αποδίδονται και σε κάθε ξεχωριστή υπόσταση της Αγίας Τριάδος· όταν αναλογισθώ μία από τις υποστάσεις, την αναγνωρίζω ως τέλειο Θεό και τέλεια ουσία. Και όταν πάλι συγκεντρώσω και απαριθμήσω τα τρία (πρόσωπα), αναγνωρίζω ένα τέλειο Θεό. Διότι η θεότητα δεν είναι σύνθετη, αλλά είναι ένα αχώριστο και ασύνθετο σε τρία τέλεια. Όταν πάλι αναλογισθώ τη σχέση των υποστάσεων μεταξύ τους, γνωρίζω ότι ο Πατέρας είναι υπερούσιος ήλιος, πηγή αγαθότητος, άβυσσος ουσίας, λόγου, σοφίας, δυνάμεως, φωτός, θεότητος, πηγή που γεννά και προβάλλει το αγαθό που κρύβει μέσα της. Ο ίδιος, λοιπόν, είναι νους, άβυσσος του Λόγου, γεννήτορας του Λόγου και προβολέας μέσω του Λόγου του εκφαντορικού Πνεύματος. Και για να το πω με δυο λόγια, δεν υπάρχει για τον Πατέρα λόγος, σοφία, δύναμη, θέληση, παρά μόνον ο Υιός του, ο οποίος είναι η μοναδική δύναμη του Πατέρα, η πρώτη αιτία της δημιουργίας όλων. Αυτός είναι και ονομάζεται Υιός, διότι σαν τέλεια υπόσταση γεννιέται όπως αυτός γνωρίζει. Και το Άγιο Πνεύμα είναι η δύναμη του Πατέρα που φανερώνει τα κρύφια της θεότητος· δεν γεννιέται αλλά εκπορεύεται μέσω του Υιού από τον Πατέρα, όπως αυτός γνωρίζει· γι’ αυτό και το Άγιο Πνεύμα τελειοποιεί τη δημιουργία του σύμπαντος. Όσα, λοιπόν, αρμόζουν στον Πατέρα που είναι ο αίτιος, η πηγή και ο γεννήτορας, πρέπει να τα αποδίδουμε μόνο στον Πατέρα· όσα αρμόζουν στο αποτέλεσμα της αιτίας, στο γεννητό Υιό, Λόγο, δύναμη προκαταρκτική, θέληση και σοφία, να τ’ αποδίδουμε στον Υιό· όσα επίσης ταιριάζουν στο αποτέλεσμα της αιτίας, το εκπορευτό, εκφαντορικό και τελεσιουργό, να τ’ αποδίδουμε στο Άγιο Πνεύμα. Ο Πατέρας είναι η πηγή και αιτία του Υιού και του Πνεύματος· είναι Πατέρας μόνον του Υιού και προβολέας του Αγίου Πνεύματος. Ο Υιός είναι Υιός, Λόγος, σοφία και δύναμη, εικόνα, κατοπτρισμός και τύπος του Πατέρα· προέρχεται από τον Πατέρα και όχι από το Πνεύμα. Το Πνεύμα είναι το Άγιο Πνεύμα του Πατέρα, διότι ο Πατέρας το εκπορεύει και διότι καμιά κίνηση δεν υπάρχει χωρίς το Πνεύμα· το Πνεύμα είναι και του Υιού, όχι με την έννοια ότι εκπορεύεται απ’ αυτόν, αλλά μέσω αυτού εκπορεύεται από τον Πατέρα· διότι μοναδικός αίτιος είναι ο Πατέρας. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 13. Περὶ τόπου θεοῦ καὶ ὅτι μόνον τὸ θεῖον ἀπερίγραπτον
Τόπος ἐστὶ σωματικὸς πέρας τοῦ περιέχοντος, καθ᾿ ὃ περιέχεται τὸ περιεχόμενον· οἷον ὁ ἀὴρ περιέχει, τό δέ σῶμα περιέχεται. Οὐχ ὅλος ὁ περιέχων ἀὴρ τόπος ἐστὶ τοῦ περιεχομένου σώματος, ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ περιέχοντος ἀέρος, τὸ ἐφαπτόμενον τοῦ περιεχομένου σώματος. Πάντως δέ, ὅτι τὸ περιέχον οὐκ ἔστιν ἐν τῷ περιεχομένῳ. Ἔστι δὲ καὶ νοητὸς τόπος, ἔνθα νοεῖται καὶ ἔστιν ἡ νοητὴ καὶ ἀσώματος φύσις· ἔνθαπερ πάρεστι καὶ ἐνεργεῖ καὶ οὐ σωματικῶς περιέχεται ἀλλὰ νοητῶς· οὐ γὰρ ἔχει σχῆμα, ἵνα σωματικῶς περισχεθῇ. Ὁ μὲν οὖν Θεὸς ἄυλος ὢν καὶ ἀπερίγραπτος ἐν τόπῳ οὐκ ἔστιν· αὐτὸς γὰρ ἑαυτοῦ τόπος ἐστὶ, τὰ πάντα πληρῶν καὶ ὑπὲρ τὰ πάντα ὢν καὶ αὐτὸς συνέχων τὰ πάντα. Λέγεται δὲ ἐν τόπῳ εἶναι. Καὶ λέγεται τόπος Θεοῦ, ἔνθα ἔκδηλος ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ γίνεται. Αὐτὸς μὲν γὰρ διὰ πάντων ἀμιγῶς διήκει καὶ πᾶσι μεταδίδωσι τῆς ἑαυτοῦ ἐνεργείας κατὰ τὴν ἑκάστου ἐπιτηδειότητα καὶ δεκτικὴν δύναμιν, φημὶ δὴ τήν τε φυσικὴν καὶ προαιρετικὴν καθαρότητα· καθαρώτερα γὰρ τὰ ἄυλα τῶν ὑλικῶν καὶ τὰ ἐνάρετα τῶν κακίᾳ συνεζευγμένων. Λέγεται τοιγαροῦν Θεοῦ τόπος ὁ πλέον μετέχων τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς χάριτος αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ οὐρανὸς αὐτοῦ θρόνος –ἐν αὐτῷ γάρ εἰσιν οἱ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ ἄγγελοι καὶ ἀεὶ δοξάζοντες αὐτόν· αὕτη γὰρ αὐτῷ ἀνάπαυσις– καὶ ἡ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ –ἐν αὐτῇ γὰρ διὰ σαρκὸς τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη–. Ποὺς δὲ τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία σὰρξ αὐτοῦ διαφόρως ὠνόμασται. Λέγεται καὶ ἡ Ἐκκλησία τόπος Θεοῦ· τοῦτον γὰρ εἰς δοξολογίαν αὐτοῦ ὥσπερ τι τέμενος ἀφωρίσαμεν, ἐν ᾧ καὶ τὰς πρὸς αὐτὸν ἐντεύξεις ποιούμεθα. Ὁμοίως καὶ οἱ τόποι, ἐν οἷς ἔκδηλος ἡμῖν ἡ αὐτοῦ ἐνέργεια εἴτε διὰ σαρκὸς εἴτε ἄνευ σώματος γέγονε, τόποι Θεοῦ λέγονται. Ἰστέον δέ, ὅτι τὸ θεῖον ἀμερές ἐστιν, ὅλον ὁλικῶς πανταχοῦ ὂν καὶ οὐ μέρος ἐν μέρει σωματικῶς διαιρούμενον, ἀλλ᾿ ὅλον ἐν πᾶσι καὶ ὅλον ὑπὲρ τὸ πᾶν. Περί τόπου ἀγγέλου καί τῆς ψυχῆς καί περί τοῦ ἀπεριγράπτου. Ὁ δὲ ἄγγελος σωματικῶς μὲν ἐν τόπῳ οὐ περιέχεται ὥστε τυποῦσθαι καὶ σχηματίζεσθαι, ὅμως λέγεται εἶναι ἐν τόπῳ διὰ τὸ παρεῖναι νοητῶς καὶ ἐνεργεῖν κατὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν καὶ μὴ εἶναι ἀλλαχοῦ, ἀλλ᾿ ἐκεῖσε νοητῶς περιγράφεσθαι, ἔνθα καὶ ἐνεργεῖ· οὐ γὰρ δύναται κατὰ ταὐτὸν ἐν διαφόροις τόποις ἐνεργεῖν, μόνου γὰρ Θεοῦ ἐστι τὸ πανταχοῦ κατὰ ταὐτὸν ἐνεργεῖν. Ὁ μὲν γὰρ ἄγγελος τάχει φύσεως καὶ τῷ ἑτοίμως, ἤγουν ταχέως, μεταβαίνειν ἐνεργεῖ ἐν διαφόροις τόποις, τὸ δὲ θεῖον πανταχῇ ὂν καὶ ὑπὲρ τὸ πᾶν κατὰ ταὐτὸν διαφόρως ἐνεργεῖ μιᾷ καὶ ἁπλῇ ἐνεργείᾳ. Ἡ δὲ ψυχὴ συνδέδεται τῷ σώματι ὅλη ὅλῳ καὶ οὐ μέρος μέρει καὶ οὐ περιέχεται ὑπ᾿ αὐτοῦ, ἀλλὰ περιέχει αὐτό, ὥσπερ πῦρ σίδηρον, καὶ ἐν αὐτῷ οὖσα τὰς οἰκείας ἐνεργείας ἐνεργεῖ. Περιγραπτόν μέν ἐστι τὸ τόπῳ ἢ χρόνῳ ἢ καταλήψει περιλαμβανόμενον, ἀπερίγραπτον δὲ τὸ μηδενὶ τούτων περιεχόμενον. Ἀπερίγραπτον μὲν οὖν μόνον ἐστὶ τὸ θεῖον ἄναρχον ὂν καὶ ἀτελεύτητον καὶ πάντα περιέχον καὶ μηδεμιᾷ καταλήψει περιεχόμενον· μόνον γάρ ἐστιν ἀκατάληπτον καὶ ἀόριστον, ὑπ᾿ οὐδενὸς γινωσκόμενον, αὐτὸ δὲ μόνον ἑαυτοῦ θεωρητικόν. Ὁ δὲ ἄγγελος καὶ χρόνῳ περιγράφεται –ἤρξατο γὰρ τοῦ εἶναι– καὶ τόπῳ, εἰ καὶ νοητῶς, ὡς προείπομεν, καὶ καταλήψει· καὶ ἀλλήλων γὰρ τὴν φύσιν ἴσασι πως καὶ ὑπὸ κτίστου ὁρίζονται τέλεον· τὰ δὲ σώματα καὶ ἀρχῇ καὶ τέλει καὶ τόπῳ σωματικῷ καὶ καταλήψει. Συλλογιμαῖα περί τοῦ Θεοῦ καί Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τοῦ Λόγου καί τοῦ Πνεύματος. Ἄτρεπτον παντελῶς τὸ θεῖον καὶ ἀναλλοίωτον· πάντα γὰρ τῇ προγνώσει τὰ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν προώρισεν, ἕκαστον κατὰ τὸν ἴδιον καὶ πρέποντα καιρὸν καὶ τόπον. Καὶ κατὰ τοῦτο «ὁ Πατὴρ οὐδένα κρίνει, τὴν δὲ κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ»· ἔκρινε γὰρ ὁ Πατὴρ δηλονότι καὶ ὁ Υἱὸς ὡς Θεὸς, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· αὐτὸς δὲ ὁ Υἱὸς ὡς ἄνθρωπος σωματικῶς καταβήσεται καὶ καθιεῖται ἐπὶ θρόνου δόξης –σώματος γὰρ περιγραπτοῦ ἡ κατάβασις καὶ ἡ καθέδρα– καὶ κρινεῖ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ. Πάντα ἀπέχει Θεοῦ, οὐ τόπῳ ἀλλὰ φύσει. Ἐπὶ ἡμῶν φρόνησις καὶ σοφία καὶ βουλὴ ὡς ἕξις συμβαίνει καὶ ἀποχωρεῖ, οὐ μὴν ἐπὶ Θεοῦ. Ἐπ᾿ αὐτοῦ γὰρ οὐδὲν γίνεται καὶ ἀπογίνεται· ἀναλλοίωτος γάρ ἐστι καὶ ἄτρεπτος, καὶ οὐ χρὴ συμβεβηκὸς ἐπ᾿ αὐτοῦ λέγειν. Τὸ ἀγαθὸν ὁ Θεὸς σύνδρομον ἔχει τῇ οὐσίᾳ. Ὁ ἐπιθυμῶν ἀεὶ τοῦ Θεοῦ, οὗτος ὁρᾷ αὐτόν. Ἐν πᾶσι γάρ ἐστιν ὁ Θεός· τοῦ γὰρ ὄντος ἐξῆπται τὰ ὄντα, καὶ οὐκ ἔστιν εἶναί τι, εἰ μὴ ἐν τῷ ὄντι τὸ εἶναι ἔχοι, ὅτι πᾶσι μὲν ἐγκέκραται ὁ Θεὸς ὡς συνέχων τὴν φύσιν, τῇ δὲ ἁγίᾳ αὐτοῦ σαρκὶ ὁ Θεὸς Λόγος καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνώθη καὶ κατεμίχθη ἀσυγχύτως πρὸς τὸ ἡμέτερον. Οὐδεὶς ὁρᾷ τὸν Πατέρα εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα. Βούλησις καὶ σοφία καὶ δύναμις ὁ Υἱός ἐστι τοῦ Πατρός· οὐ χρὴ γὰρ λέγειν ἐπὶ Θεοῦ ποιότητα, ἵνα μὴ σύνθετον αὐτὸν εἴπωμεν ἐξ οὐσίας καὶ ποιότητος. Ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρός ἐστι καὶ πάντα, ὅσα ἔχει, ἐξ αὐτοῦ ἔχει. Διὸ οὐ δύναται ποιεῖν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ οὐδέν· οὐ γὰρ ἔχει ἰδιάζουσαν ἐνέργειαν παρὰ τὸν Πατέρα. Ὅτι φύσει ἀόρατος ὁ Θεός, ὁρατὸς ταῖς ἐνεργείαις γίνεται, ἐκ τῆς τοῦ κόσμου συστάσεως καὶ κυβερνήσεως γινωσκόμενος. Εἰκὼν τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱός, καὶ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, δι᾿ οὗ ὁ Χριστὸς ἐνοικῶν ἀνθρώπῳ δίδωσιν αὐτῷ τὸ κατ᾿ εἰκόνα. Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μέσον ἀγεννήτου καὶ γεννητοῦ καὶ δι᾿ Υἱοῦ τῷ Πατρὶ συναπτόμενον· Πνεῦμα Θεοῦ λέγεται, Πνεῦμα Χριστοῦ, νοῦς Χριστοῦ, Πνεῦμα Κυρίου, αὐτοκύριος, Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἀληθείας, ἐλευθερίας, σοφίας (καὶ γὰρ ποιητικὸν τούτων ἁπάντων)· πάντα τῇ οὐσίᾳ πληροῦν, πάντα συνέχον, πληρωτικὸν κόσμου κατὰ τὴν οὐσίαν, ἀχώρητον κόσμῳ κατὰ τὴν δύναμιν. Θεός ἐστιν ἀΐδιος οὐσία καὶ ἀπαράλλακτος, δημιουργικὴ τῶν ὄντων, εὐσεβεῖ συνειδήσει προσκυνουμένη. Θεὸς καὶ Πατὴρ ὁ ὢν ἀεὶ ἀγέννητος, ὡς μὴ ἔκ τινος γεννηθείς, γεννήσας δὲ Υἱὸν συναΐδιον. Θεὸς ἐστιν καὶ ὁ Υἱός, ὁ ὢν ἀεὶ σὺν τῷ Πατρί, ἀχρόνως καὶ ἀιδίως καὶ ἀρρεύστως καὶ ἀπαθῶς καὶ ἀδιαστάτως ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένος. Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιόν ἐστι, δύναμις ἁγιαστική, ἐνυπόστατος, ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀδιαστάτως ἐκπορευομένη καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυομένη, ὁμοούσιος Πατρὶ καὶ Υἱῷ. Λόγος ἐστὶν ὁ οὐσιωδῶς τῷ Πατρὶ ἀεὶ συμπαρών. Λόγος πάλιν ἐστὶ καὶ ἡ φυσικὴ τοῦ νοῦ κίνησις, καθ᾿ ἣν κινεῖται καὶ νοεῖ καὶ λογίζεται οἱονεὶ φῶς αὐτοῦ ὢν καὶ ἀπαύγασμα. Λόγος πάλιν ἐστὶν ὁ ἐνδιάθετος, ὁ ἐν καρδίᾳ λαλούμενος. Καὶ πάλιν λόγος ἐστὶν ἄγγελος νοήματος. Ὁ μὲν οὖν Θεὸς Λόγος οὐσιώδης τέ ἐστι καὶ ἐνυπόστατος, οἱ δὲ λοιποὶ τρεῖς λόγοι δυνάμεις εἰσὶ τῆς ψυχῆς οὐκ ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει θεωρούμενοι· ὧν ὁ μὲν πρῶτος τοῦ νοῦ φυσικόν ἐστι γέννημα ἐξ αὐτοῦ ἀεὶ φυσικῶς πηγαζόμενον, ὁ δεύτερος δὲ λέγεται ἐνδιάθετος, ὁ δὲ τρίτος προφορικός. Τὸ πνεῦμα νοεῖται πολλαχῶς· Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Λέγονται δὲ καὶ αἱ δυνάμεις τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου πνεύματα· πνεῦμα καὶ ὁ ἄγγελος ὁ ἀγαθός· πνεῦμα καὶ ὁ δαίμων· πνεῦμα καὶ ἡ ψυχή· ἔστι δέ, ὅτε καὶ ὁ νοῦς πνεῦμα λέγεται· πνεῦμα καὶ ὁ ἄνεμος· πνεῦμα καὶ ὁ ἀήρ. |
Για τον τόπο του Θεού και ότι το θείο είναι απεριόριστο
Ο τόπος του σώματος είναι τα όρια αυτού που το περιέχει ως περιεχόμενο· για παράδειγμα, ο αέρας περιέχει, ενώ το σώμα περιέχεται. Όλος ο αέρας που περιέχει δεν είναι ο τόπος του σώματος που περιέχεται, αλλά τα όρια του περιέχοντος αέρα τα οποία αγγίζουν το περιεχόμενο σώμα. Γενικά ισχύει, αυτό που περιέχει να μη βρίσκεται μέσα στο περιεχόμενο. Υπάρχει βέβαια και νοητός τόπος, όπου βρίσκεται ο νους και η νοητή και ασώματη φύση· είναι παρούσα εκεί και ενεργεί, χωρίς να περιέχεται σωματικά αλλά νοητά· διότι δεν έχει σχήμα, για να περιληφθεί σωματικά. Ο Θεός, λοιπόν, που είναι άϋλος και απερίγραπτος, δεν βρίσκεται σε τόπο· διότι ο ίδιος είναι τόπος του εαυτού του, αφού γεμίζει τα πάντα και είναι πάνω απ’ όλα και όλα τα συνέχει. Λέγεται βέβαια ότι βρίσκεται σε τόπο. Και ονομάζεται τόπος Θεού εκείνος όπου αποκαλύπτεται η ενέργειά του. Διότι ο ίδιος χωρίς ανάμειξη διέρχεται μέσω όλων και μεταδίδει σ’ όλα την ενέργειά του, ανάλογα με την καταλληλότητα και την δεκτική ικανότητα του καθένα· εννοώ την καθαρότητα της φύσεως και της προαιρέσεως· καθώς είναι πιο καθαρά τα άϋλα από τα υλικά και τα ενάρετα από τα προσκολλημένα στην κακία. Γι’ αυτό, λοιπόν, τόπος Θεού ονομάζεται εκείνος που μετέχει περισσότερο στην ενέργεια και τη χάρη Του. Γι’ αυτό το λόγο ο ουρανός είναι ο θρόνος του –διότι σ’ αυτόν βρίσκονται οι άγγελοι που κάνουν το θέλημά του και τον δοξάζουν ασταμάτητα· η δοξολογία αυτή είναι η ξεκούρασή του–. Και η γη είναι το υποπόδιο των ποδιών του –διότι σ’ αυτήν έζησε με την ανθρώπινη σάρκα ανάμεσα στους ανθρώπους–· καθώς η αγία σάρκα του λέγεται με άλλη ονομασία πόδι του Θεού. Αλλά και η Εκκλησία λέγεται τόπος του Θεού. Γιατί την προσφέραμε σαν ιερό τόπο για να τον δοξολογούμε· εκεί προσευχόμαστε στο Θεό. Επίσης, λέγονται τόποι του Θεού και οι τόποι εκείνοι όπου φανερώθηκε η ενέργειά του, είτε ένσαρκη είτε άσαρκη. Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι το θείο είναι αδιαίρετο· όλο βρίσκεται καθ’ ολοκληρία παντού. Δεν διαιρείται σε μέρη, όπως τα σώματα, αλλά όλο βρίσκεται σε όλα και πάνω απ’ όλα. Για τον τόπο του αγγέλου και της ψυχής, και για το απερίγραπτο. Ο άγγελος πάλι δεν περιορίζεται σ’ ένα τόπο όπως τα σώματα, ώστε να παίρνει μορφή και σχήμα. Λέγεται όμως ότι βρίσκεται στο χώρο, επειδή είναι παρών νοητά και ενεργεί σ’ εκείνο το χώρο και δεν βρίσκεται και αλλού· περιορίζεται νοητά εκεί όπου και ενεργεί. Δεν μπορεί ταυτόχρονα να ενεργεί σε διαφορετικούς τόπους, διότι μόνον ο Θεός είναι πανταχού παρών και ενεργεί ταυτόχρονα. Ο άγγελος, δηλαδή, εξαιτίας της φύσεως και της ετοιμότητός του, πολύ γρήγορα μεταβαίνει και ενεργεί σε διαφορετικούς τόπους· ενώ ο Θεός είναι πανταχού παρών και πάνω απ’ όλα, και με μια και απλή ενέργειά του ενεργεί συγχρόνως με διαφορετικούς τρόπους. Η ψυχή πάλι έχει συνδεθεί ολόκληρη με όλο το σώμα, και όχι ένα μέρος της μ’ ένα μέρος του· δεν περιέχεται σ’ αυτό αλλά το περιέχει, όπως η φωτιά το σίδερο· όντας μέσα στο σώμα ενεργεί σύμφωνα με τη φύση της. Αυτό βέβαια που περιλαμβάνεται στον τόπο, το χρόνο ή την αντίληψη είναι περιορισμένο, ενώ εκείνο που κανένα απ’ αυτά δεν το περιέχει είναι απεριόριστο. Απεριόριστο, λοιπόν, είναι μόνο το θείο, επειδή είναι χωρίς αρχή και τέλος και τα περιέχει όλα, χωρίς νά περιέχεται από κανένα. Διότι μόνο αυτό είναι ακατάληπτο και απροσδιόριστο· κανένα δεν το γνωρίζει, και μόνον αυτό γνωρίζει τον εαυτό του. Ο άγγελος όμως και περιορίζεται από το χρόνο –καθώς έχει αρχή υπάρξεως– και από τον τόπο, αν και περιορίζεται νοητά, όπως είπαμε παραπάνω, και με την αντίληψη περιορίζεται. Ο ένας μάλιστα γνωρίζει κάπως τη φύση του άλλου, ενώ ο δημιουργός τους τα προσδιορίζει πλήρως. Τα σώματα πάλι περιορίζονται από την αρχή και το τέλος τους, από το χώρο που καταλαμβάνουν, και από την αντίληψη. Συλλογή χωρίων για το Θεό, δηλαδή για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα και σχετικά με το Λόγο και το Πνεύμα. Το θείο είναι τελείως αμετάβλητο και αναλλοίωτο· διότι όλα αυτά που δεν εξαρτώνται από μας τα αποφάσισε προηγουμένως με τη πρόγνωσή του, το καθένα στον ιδιαίτερο και κατάλληλο καιρό και τόπο. Και σύμφωνα μ’ αυτό, «ο Πατέρας δεν κρίνει κανέναν, αλλά έδωσε όλη τη κρίση στην εξουσία του Υιού»· διότι είναι φανερό ότι η κρίση ανήκε στον Πατέρα και τον Υιό ως Θεό και στο Άγιο Πνεύμα. Ο ίδιος μάλιστα ο Υιός θα κατέβει στη γη, ως άνθρωπος με σώμα, και θα καθίσει σε ένδοξο θρόνο – η κατάβαση και ο θρόνος αφορούν περιορισμένο σώμα– και από κει θα κρίνει όλη την οικουμένη με δικαιοσύνη. Όλα απέχουν από το Θεό, όχι τοπικά, αλλά από τη φύση τους. Σε μας η σύνεση, η σοφία και η σκέψη υπάρχουν και μας εγκαταλείπουν ως συνήθεια· δεν συμβαίνει όμως έτσι με το Θεό. Γι’ Αυτόν, τίποτε δεν γίνεται και τίποτε δεν χάνεται· διότι είναι αναλλοίωτος και αμετάβλητος, και δεν πρέπει να του αποδίδουμε κάποιο συμβάν. Ο Θεός έχει συνυφασμένο στην ουσία του το αγαθό. Όποιος επιθυμεί διαρκώς το Θεό, αυτός τον βλέπει. Διότι ο Θεός υπάρχει σε όλα· καθόσον τα κτίσματα εξαρτώνται από το Θεό που υπάρχει, και δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι, εάν δεν εξαρτά την ύπαρξή του από το Θεό. Ο Θεός αναμειγνύεται με όλα, διότι συγκρατεί τη φύση τους· και μάλιστα ο Θεός Λόγος ενώθηκε με την αγία σάρκα του υποστατικά και αναμίχθηκε χωρίς συγχώνευση με τη δική μας φύση. Κανείς δεν βλέπει τον Πατέρα παρά μόνον ο Υιός και το Πνεύμα. Ο Υιός είναι η βούληση, η σοφία και η δύναμη του Πατέρα. Και δεν πρέπει ν’ αποδίδουμε στο Θεό ποιότητα, για να μην τον θεωρήσουμε σύνθετο, από ουσία και ποιότητα. Ο Υιός προέρχεται από τον Πατέρα, και όλα, όσα έχει, τα έχει απ’ αυτόν. Γι’ αυτό και δεν κάνει τίποτε από μόνος του· δεν έχει ιδιαίτερη ενέργεια απ’ αυτήν του Πατέρα. Ο Θεός είναι από τη φύση του αόρατος και γίνεται ορατός με τις ενέργειές του· αυτό το γνωρίζουμε από την κατασκευή και διακυβέρνηση του κόσμου. Ο Υιός είναι εικόνα του Πατέρα, το Πνεύμα του Υιού· όταν ο Χριστός με το Πνεύμα κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, του δίνει το κατ’ εικόνα. Το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός, ενδιάμεσο του αγέννητου και του γεννητού· συνάπτεται με τον Πατέρα μέσω του Υιού. Λέγεται Πνεύμα Θεού, Πνεύμα Χριστού, νους Χριστού, Πνεύμα Κυρίου, Αυτοκύριος, Πνεύμα υιοθεσίας, αλήθειας, ελευθερίας, σοφίας (διότι τα δημιουργεί όλα αυτά). Είναι Πνεύμα που τα γεμίζει όλα με την ουσία του, όλα τα συνέχει, που μπορεί να γεμίσει τον κόσμο με την ουσία του, αλλά στη δύναμή του δεν χωρά στον κόσμο. Ο Θεός είναι ουσία αιώνια και αμετάβλητη, δημιουργός των όντων· Τον προσκυνάμε με αισθήματα ευσεβείας. Θεός είναι και ο Πατέρας, ο οποίος είναι αιώνια αγέννητος· διότι δεν προήλθε από κάποιον, αλλά γέννησε τον Υιό συναιώνιο. Θεός είναι και ο Υιός, που είναι πάντα με τον Πατέρα και γεννήθηκε απ’ Αυτόν εκτός χρόνου, χωρίς μεταβολή ή πάθος ή χωρισμό απ’ Αυτόν. Θεός είναι και το Άγιο Πνεύμα, αγιαστική δύναμη, ενυπόστατη, που εκπορεύεται από τον Πατέρα χωρίς ν’ απομακρύνεται απ’ Αυτόν· αναπαύεται στον Υιό και έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα και τον Υιό. Ο Λόγος είναι αυτός που βρίσκεται πάντοτε κατ’ ουσίαν με τον Πατέρα. Λόγος, επίσης, είναι η φυσική κίνηση του νου, σύμφωνα με την οποία κινείται, σκέφτεται και συλλογίζεται, σαν να είναι το φως και η λάμψη του. Λόγος είναι ακόμη ο ενδιάθετος, που λαλείται μέσα στην καρδιά. Τέλος, λόγος είναι αυτός που μεταδίδει τη σκέψη. Συμπερασματικά, ο Θεός Λόγος έχει ουσία και υπόσταση, ενώ οι υπόλοιποι τρεις λόγοι αποτελούν δυνάμεις της ψυχής, χωρίς να έχουν ιδιαίτερη υπόσταση. Απ’ αυτούς, ο πρώτος είναι γέννημα του νου και προέρχεται από τη φύση του, ο δεύτερος λέγεται ενδιάθετος και ο τρίτος προφορικός. Η λέξη πνεύμα έχει πολλές σημασίες. Σημαίνει το Άγιο Πνεύμα. Πνεύματα λέγονται και οι δυνάμεις του Αγίου Πνεύματος· πνεύμα ακόμη είναι και ο αγαθός άγγελος· πνεύμα είναι και ο διάβολος· πνεύμα και η ψυχή· κάποτε πνεύμα λέγεται και ο νους· πνεύμα είναι και ο άνεμος και ο αέρας. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 14. Τὰ ἰδιώματα τῆς θείας φύσεως Τὸ ἄκτιστον, τὸ ἄναρχον, τὸ ἀθάνατον καὶ ἀπέραντον καὶ αἰώνιον, τὸ ἄυλον, τὸ ἀγαθόν, τὸ δημιουργικόν, τὸ δίκαιον, τὸ φωτιστικόν, τὸ ἄτρεπτον, τὸ ἀπαθές, τὸ ἀπερίγραπτον, τὸ ἀχώρητον, τὸ ἀπεριόριστον, τὸ ἀόριστον, τὸ ἀσώματον, τὸ ἀόρατον, τὸ ἀπερινόητον, τὸ ἀνενδεές, τὸ αὐτοκρατὲς καὶ αὐτεξούσιον, τὸ παντοκρατορικόν, τὸ ζωοδοτικόν, τὸ παντοδύναμον, τὸ ἀπειροδύναμον, τὸ ἁγιαστικὸν καὶ μεταδοτικόν, τὸ περιέχειν καὶ συνέχειν τὰ σύμπαντα καὶ πάντων προνοεῖσθαι· πάντα ταῦτα καὶ τοιαῦτα φύσει ἔχει οὐκ ἄλλοθεν εἰληφυῖα, ἀλλ᾿ αὐτὴ μεταδιδοῦσα παντὸς ἀγαθοῦ τοῖς οἰκείοις ποιήμασι κατὰ τὴν ἑκάστου δεκτικὴν δύναμιν. Ἡ ἐν ἀλλήλαις τῶν ὑποστάσεων μονή τε καὶ ἵδρυσις· ἀδιάστατοι γὰρ αὗται καὶ ἀνεκφοίτητοι ἀλλήλων εἰσὶν, ἀσύγχυτον ἔχουσαι τὴν ἐν ἀλλήλαις περιχώρησιν, οὐχ ὥστε συναλείφεσθαι ἢ συγχεῖσθαι, ἀλλ᾿ ὥστε ἔχεσθαι ἀλλήλων. Υἱὸς γὰρ ἐν Πατρὶ καὶ Πνεύματι, καὶ Πνεῦμα ἐν Πατρὶ καὶ Υἱῷ, καὶ Πατὴρ ἐν Υἱῷ καὶ Πνεύματι, μηδεμιᾶς γινομένης συναλοιφῆς ἢ συμφύρσεως ἢ συγχύσεως. Καὶ τὸ ἓν καὶ ταὐτὸν τῆς κινήσεως· ἓν γὰρ ἔξαλμα καὶ μία κίνησις τῶν τριῶν ὑποστάσεων, ὅπερ ἐπὶ τῆς κτιστῆς φύσεως θεωρηθῆναι ἀδύνατον. Καὶ ὅτι ἡ θεία ἔλλαμψις καὶ ἐνέργεια μία οὖσα καὶ ἁπλῆ καὶ ἀμερὴς καὶ ἀγαθοειδῶς ἐν τοῖς μεριστοῖς ποικιλλομένη καὶ τούτοις πᾶσι τὰ τῆς οἰκείας φύσεως συστατικὰ νέμουσα μένει ἁπλῆ, πληθυνομένη μὲν ἐν τοῖς μεριστοῖς ἀμερίστως καὶ τὰ μεριστὰ πρὸς τὴν ἑαυτῆς ἁπλότητα συνάγουσα καὶ ἐπιστρέφουσα –πάντα γὰρ αὐτῆς ἐφίεται καὶ ἐν αὐτῇ ἔχει τὴν ὕπαρξιν–· καὶ αὐτὴ τοῖς πᾶσι τὸ εἶναι καθὼς ἔχει φύσεως μεταδίδωσι· καὶ αὐτή ἐστι τῶν ὄντων τὸ εἶναι καὶ τῶν ζώντων ἡ ζωὴ καὶ τῶν λογικῶς ὄντων ὁ λόγος καὶ τῶν νοερῶς ὄντων ἡ νόησις, αὐτὴ ὑπὲρ νοῦν οὖσα καὶ ὑπὲρ λόγον καὶ ὑπὲρ ζωὴν καὶ ὑπὲρ οὐσίαν. Ἔτι δὲ καὶ τὸ διὰ πάντων διήκειν ἀμιγῶς, δι᾿ αὑτῆς δὲ οὐδέν. Ἔτι καὶ τὸ ἁπλῇ γνώσει γινώσκειν τὰ πάντα καὶ πάντα τῷ θείῳ καὶ παντεποπτικῷ καὶ ἀΰλῳ αὐτῆς ὄμματι ἁπλῶς καθορᾶν, τά τε ἐνεστῶτα τά τε παρεληλυθότα καὶ τὰ μέλλοντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν· τὸ ἀναμάρτητον καὶ ἀφιέναι ἁμαρτίας καὶ σῴζειν· καὶ ὅτι πάντα μέν, ὅσα θέλει, δύναται, οὐχ ὅσα δὲ δύναται, θέλει· δύναται γὰρ ἀπολέσαι τὸν κόσμον, οὐ θέλει δέ. |
Τα ιδιώματα της θείας φύσεως. Ιδιώματα της θείας φύσεως είναι το άκτιστο, το άναρχο, το άφθαρτο, το αθάνατο, άπειρο και αιώνιο, το αγαθό, το δημιουργικό, το δίκαιο, το φωτιστικό, το αμετάβλητο, το απαθές, το απερίγραπτο, το αχώρητο, το απεριόριστο, το αόριστο, το ασώματο, το αόρατο, το ακατανόητο, η ιδιότητα να μην έχει καμία ανάγκη, το αυτοκυριαρχικό και αυτεξούσιο, το εξουσιαστικό του σύμπαντος, το ζωοποιό, το παντοδύναμο, το απειροδύναμο, το αγιαστικό και μεταδοτικό, η ιδιότητα να περιέχει και συγκρατεί τα σύμπαντα και να προνοεί για όλα. Όλα αυτά και τα παρόμοια η θεότητα τα έχει από τη φύση της, χωρίς να τα έχει λάβει από αλλού. Απεναντίας, η ίδια η θεότητα μεταδίδει κάθε αγαθό στα δημιουργήματά της, ανάλογα με τη δεκτική ικανότητα του καθένα. Ιδίωμα της θεότητος είναι η αμοιβαία παραμονή και διαμονή των θείων υποστάσεων· διότι είναι αχώριστες μεταξύ τους χωρίς να λείπει η μία από την άλλη· έχουν την αλληλοπεριχώρησή τους ασύγχυτη, ώστε ούτε να συγχωνεύονται ούτε να συγχέονται, αλλά να είναι σε αρμονία μεταξύ τους. Ο Υιός δηλαδή είναι με τον Πατέρα και το Πνεύμα, το Πνεύμα με τον Πατέρα και τον Υιό και ο Πατέρας με τον Υιό και το Πνεύμα, χωρίς να συμβαίνει καμιά συγχώνευση ή ανάμειξη ή σύγχυση. Ιδίωμα της θεότητος επίσης είναι η ενότητα και ταυτότητα της κινήσεως· γίνεται, δηλαδή, μία εξόρμηση και μία κίνηση των τριών υποστάσεων, κάτι που δεν μπορεί να παρατηρηθεί στην κτιστή φύση. Και ακόμη, η θεία ακτινοβολία και ενέργεια είναι μία, απλή και αδιαίρετη· προσφέρει πολλά αγαθά στα κτιστά που διαιρούνται· και, ενώ μοιράζει σ’ όλα τα συστατικά της φύσεώς τους, η ίδια παραμένει απλή· μοιράζει τον εαυτό της σε πολλά χωρίς να διαιρείται η ίδια· συγκεντρώνει και επαναφέρει τα διαιρεμένα στη δική της απλότητα –διότι όλα τα όντα την ποθούν και οφείλουν την ύπαρξή τους σ’ αυτήν–· και αυτή μεταδίδει σε όλα την ύπαρξη ανάλογα με τη φύση τους· έτσι η θεότητα αποτελεί την ύπαρξη για τα όντα, τη ζωή για τα ζωντανά, τη λογική για τα λογικά και το νου για τα νοερά· η ίδια βέβαια είναι πέρα και πάνω από το νου, το λόγο, τη ζωή και τη φύση. Ιδίωμά της ακόμη είναι ότι περνά μέσα απ’ όλα τα όντα, ενώ απ’ αυτήν δεν περνά κανένα ον. Επίσης, ότι γνωρίζει τα πάντα με απλή γνώση· όλα τα βλέπει με απλό τρόπο, με το θείο, παντεποπτικό και άϋλο βλέμμα της· βλέπει τα παρόντα, τα παρελθόντα και τα μέλλοντα προτού να συμβούν. Ιδίωμά της, επίσης, είναι η αναμαρτησία, η συγχώρεση των αμαρτιών και η σωτηρία. Και ακόμη, ότι μπορεί να πετύχει όλα όσα θέλει, αλλά δεν θέλει να κάνει όσα μπορεί· μπορεί, για παράδειγμα, να καταστρέψει τον κόσμο, αλλά δεν το θέλει. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 15. Περὶ αἰῶνος Αὐτὸς τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν, ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων, πρὸς ὅν φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καί ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ». Καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Δι᾿ οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησε». Χρὴ τοίνυν γινώσκειν, ὅτι τὸ τοῦ αἰῶνος ὄνομα πολύσημόν ἐστι· πλεῖστα γὰρ σημαίνει. Αἰὼν γὰρ λέγεται καὶ ἡ ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων ζωή. Λέγεται πάλιν αἰὼν καὶ ὁ τῶν χιλίων ἐτῶν χρόνος. Πάλιν λέγεται αἰὼν ὅλος ὁ παρὼν βίος, καὶ αἰὼν ὁ μέλλων, ὁ μετὰ τὴν ἀνάστασιν, ὁ ἀτελεύτητος. Λέγεται πάλιν αἰὼν, οὐ χρόνος, οὐδὲ χρόνου τι μέρος ἡλίου φορᾷ καὶ δρόμῳ μετρούμενον, ἤγουν δι᾿ ἡμερῶν καὶ νυκτῶν συνιστάμενον, ἀλλὰ τὸ συμπαρεκτεινόμενον τοῖς ἀιδίοις οἷόν τι χρονικὸν κίνημα καὶ διάστημα. Ὅπερ γὰρ τοῖς ὑπὸ χρόνον ὁ χρόνος, τοῦτο τοῖς ἀιδίοις ἐστὶν αἰών. Λέγονται μὲν οὖν ἑπτὰ αἰῶνες τοῦ κόσμου τούτου, ἤγουν ἀπὸ τῆς οὐρανοῦ καὶ γῆς κτίσεως μέχρι τῆς κοινῆς τῶν ἀνθρώπων συντελείας τε καὶ ἀναστάσεως. Ἔστι μὲν γὰρ συντέλεια μερικὴ ὁ ἑκάστου θάνατος· ἔστι δὲ καὶ κοινὴ καὶ παντελὴς συντέλεια, ὅτε μέλλει ἡ κοινὴ γίνεσθαι τῶν ἀνθρώπων ἀνάστασις. Ὄγδοος δὲ αἰὼν ὁ μέλλων. Πρὸ δὲ τῆς τοῦ κόσμου συστάσεως, ὅτε οὐδὲ ἥλιος ἦν διαιρῶν ἡμέραν ἀπὸ νυκτός, οὐκ ἦν αἰὼν μετρητός, ἀλλὰ τὸ συμπαρεκτεινόμενον τοῖς ἀιδίοις, οἷόν τι χρονικὸν κίνημα καὶ διάστημα· καὶ κατὰ μὲν τοῦτο εἷς αἰών ἐστι, καθὸ καὶ λέγεται ὁ Θεὸς αἰώνιος, ἀλλὰ καὶ προαιώνιος. Καὶ αὐτὸν γὰρ τὸν αἰῶνα αὐτὸς ἐποίησε· μόνος γὰρ ἄναρχος ὢν ὁ Θεὸς πάντων αὐτός ἐστι ποιητής, τῶν τε αἰώνων καὶ πάντων τῶν ὄντων. Θεὸν δὲ εἰπὼν δῆλον, ὅτι τὸν Πατέρα λέγω καὶ τὸν μονογενῆ αὐτοῦ Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ τὸ Πανάγιον, τὸν ἕνα Θεὸν ἡμῶν. Λέγονται δὲ αἰῶνες αἰώνων, καθότι καὶ οἱ τοῦ παρόντος κόσμου ἑπτὰ αἰῶνες πολλοὺς αἰῶνας, ἤγουν ζωὰς ἀνθρώπων περιέχουσι, καὶ ὁ αἰὼν ὁ εἷς πάντων τῶν αἰώνων ἐστὶ περιεκτικός. Καὶ αἰὼν αἰῶνος λέγεται ὁ νῦν καὶ ὁ μέλλων. Αἰώνιος δὲ ζωὴ καὶ αἰώνιος κόλασις τὸ ἀτελεύτητον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος δηλοῖ. Οὐδὲ γὰρ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἡμέραις καὶ νυξὶν ὁ χρόνος ἀριθμηθήσεται· ἔσται δὲ μᾶλλον μία ἡμέρα ἀνέσπερος, τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης τοῖς δικαίοις φαιδρῶς ἐπιλάμποντος, τοῖς δὲ ἁμαρτωλοῖς νὺξ βαθεῖα ἀπέραντος. Πῶς τοίνυν ὁ τῶν χιλίων ἐτῶν τῆς ὠριγενιαστικῆς ἀποκαταστάσεως ἀριθμηθήσεται χρόνος; Πάντων οὖν τῶν αἰώνων εἷς ποιητής ἐστιν, ὁ Θεὸς, ὁ καὶ τὰ σύμπαντα δημιουργήσας, ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων. |
Για τον αιώνα. Αυτός, που υπάρχει πριν από το χρόνο, δημιούργησε τους αιώνες· προς αυτόν λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Πριν από τους αιώνες και έως το τέλος τους εσύ υπάρχεις». Και ο θείος απόστολος λέει: «Με Αυτόν δημιούργησε τους αιώνες». Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουμε ότι το όνομα του αιώνα είναι πολύσημο· δηλαδή, έχει πολλές σημασίες. Αιώνας ονομάζεται η ζωή κάθε ανθρώπου· επίσης, αιώνας λέγεται και ο χρόνος χιλίων ετών. Ακόμη αιώνα καλούμε όλο τον παρόντα βίο, αλλά και την αιώνια μέλλουσα ζωή, που είναι μετά την ανάσταση. Τέλος, αιώνας λέγεται όχι ο χρόνος, ούτε κάποιο διάστημα του χρόνου που μετριέται με την κίνηση και την τροχιά του ήλιου, που συνίσταται από ημερόνυχτα, αλλά η κίνηση και το διάστημα του χρόνου που παρατείνεται μαζί με τα αιώνια. Ό,τι δηλαδή είναι ο χρόνος γι’ αυτά που εξαρτώνται από το χρόνο, αυτό είναι ο αιώνας για τα αιώνια. Αναφέρονται βέβαια επτά αιώνες αυτού του κόσμου, από τότε δηλαδή που δημιουργήθηκε ο ουρανός και η γη μέχρι το κοινό τέλος και την κοινή ανάσταση των ανθρώπων. Διότι υπάρχει και ατομικό τέλος, ο θάνατος του κάθε ανθρώπου· υπάρχει επίσης και κοινό και γενικό τέλος, όταν θα γίνει η κοινή ανάσταση όλων των ανθρώπων. Γι’ αυτό, όγδοος αιώνας είναι ο μελλοντικός. Πριν ακόμη από τη δημιουργία του κόσμου, όταν δεν υπήρχε ούτε ο ήλιος που χωρίζει την ημέρα από τη νύχτα, δεν υπήρχε αιώνας που να μπορεί να μετρηθεί, αλλά υπήρχε αυτό που παρατείνεται μαζί με τα αιώνια, σαν κάποια κίνηση και διάστημα του χρόνου· και σύμφωνα μ’ αυτό υπάρχει ένας αιώνας· γι’ αυτό και ο Θεός λέγεται αιώνιος αλλά και προαιώνιος. Διότι ο ίδιος δημιούργησε και τον αιώνα. Επειδή ο Θεός είναι ο μόνος άναρχος, είναι ο ίδιος δημιουργός όλων, και των αιώνων και όλων των όντων. Όταν λέω «Θεό», είναι φανερό ότι εννοώ τον Πατέρα και το μονογενή του Υιό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, και το Πανάγιο Πνεύμα του, τον ένα Θεό μας. Λέγονται επίσης «αιώνες αιώνων», επειδή οι επτά αιώνες του παρόντος κόσμου περιλαμβάνουν πολλούς αιώνες, δηλαδή ζωές των ανθρώπων και επειδή ο ένας αιώνας είναι περιεκτικός όλων των αιώνων. Και ονομάζεται «αιώνας αιώνα» ο τωρινός και ο μελλοντικός αιώνας. Η φράση πάλι «αιώνια ζωή» και «αιώνια κόλαση» δείχνει το ατελείωτο του μελλοντικού αιώνα. Διότι, μετά την ανάσταση, ο χρόνος δεν θα αριθμείται με ημέρες και νύχτες· θα είναι μάλλον μια ανέσπερη ημέρα, όπου ο ήλιος της δικαιοσύνης θα καταλάμπει ευχάριστα τους δίκαιους, ενώ βαθειά και απέραντη νύχτα θα ισχύει για τους αμαρτωλούς. Πώς, λοιπόν, θα μετρηθεί το χρονικό διάστημα των χιλίων ετών για την αποκατάσταση που είπε ο Ωριγένης; Επομένως, ένας δημιουργός υπάρχει για τους αιώνες, ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε και τα σύμπαντα και υπάρχει προαιώνια. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 16. Περὶ δημιουργίας Ἐπεὶ οὖν ὁ ἀγαθὸς καὶ ὑπεράγαθος Θεὸς οὐκ ἠρκέσθη τῇ ἑαυτοῦ θεωρίᾳ, ἀλλ᾿ ὑπερβολῇ ἀγαθότητος εὐδόκησε γενέσθαι τινὰ τὰ εὐεργετηθησόμενα καὶ μεθέξοντα τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παράγει καὶ δημιουργεῖ τὰ σύμπαντα, ἀόρατά τε καὶ ὁρατά, καὶ τὸν ἐξ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου συγκείμενον ἄνθρωπον. Κτίζει δὲ ἐννοῶν, καὶ τὸ ἐννόημα ἔργον ὑφίσταται Λόγῳ συμπληρούμενον καὶ Πνεύματι τελειούμενον. |
Για τη Δημιουργία Επειδή, λοιπόν, ο αγαθός και υπεράγαθος Θεός δεν επαναπαύθηκε στη θεωρία του εαυτού του, αλλά από υπερβολική αγαθότητα θέλησε να δημιουργηθούν ορισμένα δημιουργήματα που θα ευεργετηθούν και θα μετάσχουν στην αγαθότητα του· γι’ αυτό, παράγει και δημιουργεί εκ του μηδενός τα σύμπαντα, ορατά και αόρατα· δημιουργεί, επίσης, και τον άνθρωπο που αποτελείται και από ορατή και από αόρατη φύση. Μόλις συλλαμβάνει την ιδέα, αυτόματα δημιουργεί· και η σκέψη του γίνεται πράξη, που την ολοκληρώνει ο Λόγος και την τελειοποιεί το Πνεύμα. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 17. Περὶ ἀγγέλων Αὐτὸς τῶν ἀγγέλων ἐστὶ ποιητὴς καὶ Δημιουργὸς, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν αὐτούς, κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα κτίσας αὐτοὺς φύσιν ἀσώματον, οἷόν τι πνεῦμα ἤ πῦρ ἄυλον, ὥς φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα», τὸ κοῦφον καὶ διάπυρον καὶ θερμὸν καὶ τομώτατον καὶ ὀξὺ περὶ τὴν θείαν ἔφεσίν τε καὶ λειτουργίαν διαγράφων καὶ τὸ ἀνωφερὲς αὐτῶν καὶ πάσης ὑλικῆς ἐννοίας ἀπηλλαγμένον. Ἄγγελος τοίνυν ἐστὶν οὐσία νοερά, ἀεικίνητος, αὐτεξούσιος, ἀσώματος, Θεῷ λειτουργοῦσα, κατὰ χάριν ἐν τῇ φύσει τὸ ἀθάνατον εἰληφυῖα, ἧς οὐσίας τὸ εἶδος καὶ τὸν ὅρον μόνος ὁ Κτίστης ἐπίσταται. Ἀσώματος δὲ λέγεται καὶ ἄυλος, ὅσον πρὸς ἡμᾶς· πᾶν γὰρ συγκρινόμενον πρὸς Θεὸν τὸν μόνον ἀσύγκριτον παχύ τε καὶ ὑλικὸν εὑρίσκεται· μόνον γὰρ ὄντως ἄυλον τὸ θεῖόν ἐστι καὶ ἀσώματον. Ἔστι τοίνυν φύσις λογικὴ νοερά τε καὶ αὐτεξούσιος, τρεπτὴ κατὰ γνώμην, ἤτοι ἐθελότρεπτος· πᾶν γὰρ κτιστὸν καὶ τρεπτόν, μόνον δὲ τὸ ἄκτιστον ἄτρεπτον. Καί πᾶν λογικὸν αὐτεξούσιον. Ὡς μὲν οὖν λογικὴ καὶ νοερὰ αὐτεξούσιός ἐστιν· ὡς δὲ κτιστὴ τρεπτή, ἔχουσα ἐξουσίαν καὶ μένειν καὶ προκόπτειν ἐν τῷ ἀγαθῷ καὶ ἐπὶ τὸ χεῖρον τρέπεσθαι. Ἀνεπίδεκτος μετανοίας, ὅτι καὶ ἀσώματος· ὁ γὰρ ἄνθρωπος διὰ τὴν τοῦ σώματος ἀσθένειαν τῆς μετανοίας ἔτυχεν. Ἀθάνατος οὐ φύσει, ἀλλὰ χάριτι· πᾶν γὰρ τὸ ἀρξάμενον καὶ τελευτᾷ κατὰ φύσιν. Μόνος δὲ ὁ Θεὸς ἀεὶ ὤν, μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ τὸ ἀεί· οὐχ ὑπὸ χρόνον γάρ, ἀλλ᾿ ὑπὲρ χρόνον ὁ τῶν χρόνων ποιητής. Φῶτα δεύτερα νοερὰ ἐκ τοῦ πρώτου καὶ ἀνάρχου φωτὸς τὸν φωτισμὸν ἔχοντα, οὐ γλώσσης καὶ ἀκοῆς δεόμενα, ἀλλ᾿ ἄνευ λόγου προφορικοῦ μεταδιδόντα ἀλλήλοις τὰ ἴδια νοήματα καὶ βουλήματα. Διὰ τοῦ Λόγου τοίνυν ἐκτίσθησαν πάντες οἱ ἄγγελοι καὶ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ ἁγιασμοῦ ἐτελειώθησαν, κατ᾿ ἀναλογίαν τῆς ἀξίας καὶ τῆς τάξεως τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος μετέχοντες. Περιγραπτοί εἰσιν· ὅτε γάρ εἰσιν ἐν τῷ οὐρανῷ, οὔκ εἰσιν ἐν τῇ γῇ, καὶ εἰς τὴν γῆν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποστελλόμενοι οὐκ ἐναπομένουσιν ἐν τῷ οὐρανῷ. Οὐ περιορίζονται δὲ ὑπὸ τειχῶν καὶ θυρῶν καὶ κλείθρων καὶ σφραγίδων· ἀόριστοι γάρ εἰσιν. Ἀορίστους δὲ λέγω, οὐ γάρ, καθό εἰσιν, ἐπιφαίνονται τοῖς ἀξίοις, οἷς ὁ Θεὸς φαίνεσθαι αὐτοὺς θελήσει, ἀλλ᾿ ἐν μετασχηματισμῷ, καθὼς δύνανται οἱ ὁρῶντες ὁρᾶν. Ἀόριστον γάρ ἐστι φύσει καὶ κυρίως μόνον τὸ ἄκτιστον· πᾶν γὰρ κτίσμα ὑπὸ τοῦ κτίσαντος αὐτὸ Θεοῦ ὁρίζεται. Ἔξωθεν τῆς οὐσίας τὸν ἁγιασμὸν ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχοντες, διὰ τῆς θείας χάριτος προφητεύοντες, μὴ γάμου χρῄζοντες, ἐπειδήπερ μή εἰσι θνητοί. Νόες δὲ ὄντες ἐν νοητοῖς καὶ τόποις εἰσίν, οὐ σωματικῶς περιγραφόμενοι· οὐ γὰρ σωματικῶς κατὰ φύσιν σχηματίζονται, οὐδὲ τριχῆ εἰσι διαστατοί, ἀλλὰ τῷ νοητῶς παρεῖναι καὶ ἐνεργεῖν, ἔνθα ἂν προσταχθῶσι, καὶ μὴ δύνασθαι κατὰ ταὐτὸν ὧδε κἀκεῖσε εἶναι καὶ ἐνεργεῖν. Εἴτε ἴσοι κατ᾿ οὐσίαν εἴτε διαφέροντες ἀλλήλων, οὐκ ἴσμεν. Μόνος δὲ ὁ ποιήσας αὐτοὺς Θεὸς ἐπίσταται, ὁ καὶ τὰ πάντα εἰδώς. Διαφέροντες δὲ ἀλλήλων τῷ φωτισμῷ καὶ τῇ στάσει, εἴτε πρὸς τὸν φωτισμὸν τὴν στάσιν ἔχοντες ἢ πρὸς τὴν στάσιν τοῦ φωτισμοῦ μετέχοντες καὶ ἀλλήλους φωτίζοντες διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς τάξεως ἢ φύσεως. Δῆλον δέ, ὡς οἱ ὑπερέχοντες τοῖς ὑποβεβηκόσι μεταδιδόασι τοῦ τε φωτισμοῦ καὶ τῆς γνώσεως. Ἰσχυροὶ καὶ ἕτοιμοι πρὸς τὴν τοῦ θείου θελήματος ἐκπλήρωσιν καὶ πανταχοῦ εὐθέως εὑρισκόμενοι, ἔνθα ἂν ἡ θεία κελεύσῃ ἐπίνευσις, τάχει φύσεως, καὶ φυλάττοντες τά μέρη τῆς γῆς, καὶ ἐθνῶν καὶ τόπων προϊστάμενοι, καθὼς ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ ἐτάχθησαν, καὶ τὰ καθ᾿ ἡμᾶς οἰκονομοῦντες καὶ βοηθοῦντες ἡμῖν. Πάντως δὲ ὅτι κατὰ τὸ θεῖον θέλημά τε καὶ πρόσταγμα ὑπὲρ ἡμᾶς ὄντες ἀεί τε περὶ Θεὸν ὑπάρχοντες. Δυσκίνητοι πρὸς τὸ κακὸν ἀλλ᾿ οὐκ ἀκίνητοι, νῦν δὲ καὶ ἀκίνητοι, οὐ φύσει, ἀλλὰ χάριτι καὶ τῇ τοῦ μόνου ἀγαθοῦ προσεδρείᾳ. Ὁρῶντες Θεὸν κατὰ τὸ ἐφικτὸν αὐτοῖς καὶ ταύτην τροφὴν ἔχοντες. Ὑπὲρ ἡμᾶς ὄντες ὡς ἀσώματοι, καὶ παντὸς σωματικοῦ πάθους ἀπηλλαγμένοι, οὐ μὴν ἀπαθεῖς· μόνον γὰρ τὸ θεῖον ἀπαθές ἐστι. Μετασχηματίζονται δέ, πρὸς ὅπερ ἂν ὁ Δεσπότης κελεύσῃ Θεός, καὶ οὕτω τοῖς ἀνθρώποις ἐπιφαίνονται καὶ τὰ θεῖα αὐτοῖς ἀποκαλύπτουσι μυστήρια. Ἐν οὐρανῷ διατρίβουσι καὶ ἓν ἔργον ἔχουσιν ὑμνεῖν τὸν Θεὸν καὶ λειτουργεῖν τῷ θείῳ αὐτοῦ θελήματι. Καθὼς δὲ ὁ ἁγιώτατος καὶ ἱερώτατος καὶ θεολογικώτατός φησι Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης· «Πᾶσα ἡ θεολογία, ἤγουν ἡ θεία Γραφὴ, τὰς οὐρανίους οὐσίας ἐννέα κέκληκε»· ταύτας ὁ θεῖος ἱεροτελεστὴς εἰς τρεῖς ἀφορίζει τριαδικὰς διακοσμήσεις. «Καὶ πρώτην μὲν εἶναί», φησι, «τὴν περὶ Θεὸν οὖσαν ἀεὶ καὶ προσεχῶς καὶ ἀμέσως ἡνῶσθαι παραδεδομένην, τὴν τῶν ἑξαπτερύγων Σεραφὶμ καὶ τῶν πολυομμάτων Χερουβὶμ καὶ τῶν ἁγιωτάτων Θρόνων, δευτέραν δὲ τὴν τῶν Κυριοτήτων καὶ τῶν Δυνάμεων καὶ τῶν Ἐξουσιῶν, τρίτην δὲ καὶ τελευταίαν τὴν τῶν Ἀρχῶν καὶ Ἀρχαγγέλων καὶ Ἀγγέλων». Τινὲς μὲν οὖν φασιν, ὅτι πρὸ πάσης κτίσεως ἐγένοντο, ὡς ὁ Θεολόγος λέγει Γρηγόριος· «Πρῶτον μέν ἐννοεῖ τὰς ἀγγελικὰς δυνάμεις καὶ οὐρανίους, καὶ τὸ ἐννόημα ἔργον ἦν». Ἕτεροι δέ, ὅτι μετὰ τὸ γενέσθαι τὸν πρῶτον οὐρανόν. Ὅτι δὲ πρὸ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως, πάντες ὁμολογοῦσιν. Ἐγὼ δὲ τῷ Θεολόγῳ Γρηγορίῳ συντίθεμαι· ἔπρεπε γὰρ πρῶτον τὴν νοερὰν οὐσίαν κτισθῆναι καὶ οὕτω τὴν αἰσθητὴν καὶ τότε ἐξ ἀμφοτέρων τὸν ἄνθρωπον. Ὅσοι δέ φασι τοὺς ἀγγέλους δημιουργοὺς τῆς οἱασδήποτε οὐσίας, οὗτοι στόμα εἰσὶ τοῦ πατρὸς αὐτῶν, τοῦ Διαβόλου· κτίσμα γὰρ ὄντες οὔκ εἰσι δημιουργοί. Πάντων δὲ ποιητὴς καὶ προνοητὴς καὶ συνοχεὺς ὁ Θεός ἐστιν, ὁ μόνος ἄκτιστος, ὁ ἐν Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἅγίῳ Πνεύματι ὑμνούμενός τε καὶ δοξαζόμενος. |
Για τους αγγέλους. Ο ίδιος είναι κτίστης και δημιουργός των αγγέλων, τους οποίους έφερε στην ύπαρξη από το μηδέν, και τους έκαμε σύμφωνα με τη δική του εικόνα να είναι ασώματη φύση, σαν κάποιος άνεμο ή άϋλη φωτιά, όπως το λέει ο θείος Δαβίδ: «Αυτός που κάνει τους αγγέλους ασώματα πνεύματα και τους λειτουργούς του σαν φλόγα φωτιάς»· έτσι περιγράφει την ευκινησία, τη φλογερότητα, τη θερμότητα, τη διεισδυτικότητα και την ταχύτητά τους στον πόθο και τη διακονία του Θεού, καθώς και την προσήλωσή τους προς τα άνω και την απομάκρυνση από κάθε υλική φροντίδα. Ο άγγελος, λοιπόν, είναι νοερή ουσία, αεικίνητη, αυτεξούσια, ασώματη, που διακονεί το Θεό και έλαβε κατά χάριν στη φύση της την αθανασία· τη μορφή και την κατάσταση αυτής της υπάρξεως μόνον ο δημιουργός της γνωρίζει. Σε σχέση με μας είναι ασώματη και άϋλη· αλλά, κάθε τι που συγκρίνεται με τον μόνο ασύγκριτο Θεό είναι παχύ και υλικό· διότι, μόνο το θείο είναι όντως άϋλο και ασώματο. Ο άγγελος, λοιπόν, είναι φύση λογική, νοερή και αυτεξούσια, μεταβλητή στην προαίρεση, δηλαδή στη θέληση· διότι κάθε κτιστό είναι και μεταβλητό, ενώ μόνο το άκτιστο είναι αμετάβλητο. Κάθε λογικό επίσης είναι και αυτεξούσιο. (Ο άγγελος), λοιπόν, σαν λογική και νοερή φύση είναι αυτεξούσιος· σαν κτιστή φύση είναι μεταβλητή, έχοντας τη δυνατότητα και να διατηρείται και να προοδεύει στο αγαθό αλλά και να πηγαίνει προς το χειρότερο. (Ο άγγελος) δεν έχει τη δυνατότητα να μετανοήσει, διότι είναι και ασώματος. Αντίθετα ο άνθρωπος, εξαιτίας της αδυναμίας του σώματός του, μπορεί να μετανοήσει. Είναι αθάνατος κατά χάριν και όχι από τη φύση του· διότι ό,τι έχει αρχή έχει και τέλος, σύμφωνα με τους νόμους της φύσεως. Και μόνον ο Θεός είναι αιώνιος και μάλιστα πέρα από τους αιώνες· διότι ο δημιουργός του χρόνου δεν εξαρτάται από το χρόνο, αλλά τον υπερβαίνει. (Οι άγγελοι) είναι δεύτερα νοερά φώτα, τα οποία δέχονται το φωτισμό από το πρώτο και άναρχο φως· δεν έχουν γλώσσα και ακοή, αλλά μεταδίδουν μεταξύ τους τις σκέψεις και τις αποφάσεις τους χωρίς προφορικό λόγο. Ο Λόγος δημιούργησε όλους τους αγγέλους και το Άγιο Πνεύμα με τον αγιασμό του τους τελειοποίησε· μετέχουν στο φωτισμό και τη χάρη αναλογικά με την αξία και το τάγμα τους. Ο χώρος τους περιορίζει· διότι όταν είναι στον ουρανό, δεν βρίσκονται στη γη· κι όταν ο Θεός τους αποστέλλει στη γη, δεν παραμένουν στον ουρανό. Βέβαια, τα τείχη, οι πόρτες, οι κλειδαριές και τα λουκέτα δεν τους περιορίζουν· διότι είναι ακαθόριστοι. Και λέγοντας «ακαθόριστοι», εννοώ, ότι φανερώνονται στους αξίους, στους οποίους θέλει ο Θεός να εμφανισθούν, όχι όπως πραγματικά είναι, αλλά με άλλη μορφή, ανάλογα με τη δυνατότητα που έχουν να τους δουν. Διότι, στην κυριολεξία, μόνο το άκτιστο είναι ακαθόριστο· ενώ κάθε δημιούργημα έχει τα όριά του, όπως τα όρισε ο Θεός. Έχουν τον αγιασμό από το Άγιο Πνεύμα, έξω από την ουσία τους· προφητεύουν με τη θεία χάρη και δεν έχουν ανάγκη από γάμο, επειδή δεν είναι θνητοί. Επειδή είναι πνευματικά όντα, ζουν σε τόπους πνευματικούς, χωρίς να περιορίζονται όπως τα σώματα· διότι δεν παίρνουν το σχήμα του σώματος σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, ούτε έχουν τρεις διαστάσεις, αλλά παρουσιάζονται και ενεργούν πνευματικά, όπου διαταχθούν· δεν μπορούν βέβαια στο ίδιο χρονικό διάστημα να βρίσκονται και να ενεργούν εδώ κι εκεί. Δεν γνωρίζουμε εάν οι άγγελοι είναι μεταξύ τους ίσοι στην ουσία ή διαφέρουν. Το γνωρίζει μόνον ο παντογνώστης Θεός, ο οποίος τους έπλασε. Διαφέρουν, βέβαια, μεταξύ τους στο φωτισμό και τη θέση· δηλαδή, ή βρίσκονται σε θέση δεκτική φωτισμού ή μετέχουν στο φωτισμό ανάλογα με τη θέση τους και φωτίζονται μεταξύ τους εξαιτίας της υπεροχής του τάγματος ή της φύσεως. Είναι φανερό ότι οι άγγελοι που υπερέχουν μεταδίδουν το φωτισμό και τη γνώση στους κατώτερους. Είναι ικανοί και πρόθυμοι στην εκτέλεση του θελήματος του Θεού και, λόγω της ταχύτητος της φύσεώς τους, βρίσκονται αμέσως παντού, όπου τους δώσει εντολή ο Θεός. Φυλάγουν τα μέρη της γης, διοικούν έθνη και τόπους, όπου ο Δημιουργός τους έταξε, και φροντίζουν για τα ανθρώπινα και μας βοηθούν. Πάντως, είναι ανώτεροι από μας, σύμφωνα με το θέλημα και την εντολή του Θεού, και βρίσκονται πάντοτε στην υπηρεσία του Θεού. Είναι δυσκίνητοι προς το κακό, όχι όμως ακίνητοι· τώρα όμως έχουν γίνει και ακίνητοι (στο κακό), όχι εξαιτίας της φύσεώς τους, αλλά κατά χάριν και με την προσήλωσή τους στο μόνο αγαθό. Βλέπουν το Θεό όσο τους επιτρέπεται και έχουν τη θέα του σαν τροφή. Ως ασώματοι είναι ανώτεροι από μας· έχουν απαλλαγεί από κάθε πάθος του σώματος, αλλά δεν είναι απαθείς· διότι μόνον ο Θεός είναι απαθής. Αλλάζουν τη μορφή τους, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου και Θεού, και έτσι φανερώνονται στους ανθρώπους και τους αποκαλύπτουν τα θεία μυστήρια. Ζουν στον ουρανό και έχουν ένα έργο, να υμνούν το Θεό και να διακονούν το θείο του θέλημα. Έτσι το λέει και ο αγιώτατος, ιερώτατος και θεολογικώτατος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης: «Όλη η θεολογία, δηλαδή η Αγία Γραφή, έχει ξεχωρίσει τις ουράνιες δυνάμεις σε εννέα τάγματα»· ο θείος διδάσκαλος τις κατατάσσει αυτές σε τρία τριαδικά συστήματα. «Πρώτη τριάδα», λέει, «είναι αυτή που είναι πάντοτε γύρω από το Θεό και είναι έτοιμη να ενωθεί μαζί του αμέσως, δηλαδή η τάξη των εξαπτέρυγων Σεραφίμ, των πολυόμματων Χερουβίμ και των αγιώτατων Θρόνων· δεύτερη τριάδα είναι των Κυριοτήτων, των Δυνάμεων και των Εξουσιών· και τρίτη και τελευταία τριάδα είναι των Αρχών, των Αρχαγγέλων και των Αγγέλων». Μερικοί λένε ότι δημιουργήθηκαν πριν απ’ όλη τη δημιουργία, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, που λέει: «(Ο Θεός) πρώτα συλλαμβάνει στο νου τις ουράνιες δυνάμεις των αγγέλων, και η σκέψη του έγινε πράξη». Άλλοι λένε ότι δημιουργήθηκαν μετά τη δημιουργία του πρώτου ουρανού. Όλοι βέβαια συμφωνούν ότι έγιναν πριν την πλάση του ανθρώπου. Εγώ συμφωνώ με το Θεολόγο Γρηγόριο. Διότι έπρεπε πρώτα να δημιουργηθούν οι νοερές ουσίες, έπειτα τα αισθητά, και στο τέλος και από τα δύο ο άνθρωπος. Όσοι τέλος ισχυρίζονται ότι οι άγγελοι είναι οι δημιουργοί των διαφόρων υπάρξεων, αυτοί αποτελούν το στόμα του πατέρα τους, του Διαβόλου· διότι οι άγγελοι είναι κτίσματα και όχι δημιουργοί. Δημιουργός, προνοητής και συντηρητής όλων είναι μόνον ο άκτιστος Θεός, ο οποίος υμνείται και δοξάζεται στο πρόσωπο του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 18. Περὶ Διαβόλου καὶ δαιμόνων. Ἐκ τούτων τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων πρωτοστάτης τῆς περιγείου τάξεως καὶ τῆς γῆς τὴν φυλακὴν ἐγχειρισθεὶς παρὰ Θεοῦ οὐ φύσει πονηρὸς γεγονώς, ἀλλ᾿ ἀγαθὸς ὢν καὶ ἐπ᾿ ἀγαθῷ γενόμενος καὶ μηδ᾿ ὅλως ἐν ἑαυτῷ παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ κακίας ἐσχηκὼς ἴχνος, μὴ ἐνέγκας τόν τε φωτισμὸν τήν τε τιμήν, ἣν αὐτῷ ὁ Δημιουργὸς ἐδωρήσατο, αὐτεξουσίῳ προαιρέσει ἐτράπη ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν εἰς τὸ παρὰ φύσιν καὶ ἐπήρθη κατὰ τοῦ πεποιηκότος αὐτὸν Θεοῦ, ἀντᾶραι αὐτῷ βουληθεὶς, καὶ πρῶτος ἀποστὰς τοῦ ἀγαθοῦ ἐν τῷ κακῷ ἐγένετο· οὐδὲν γὰρ ἕτερόν ἐστι τὸ κακὸν εἰ μὴ τοῦ ἀγαθοῦ στέρησις, ὥσπερ καὶ τὸ σκότος φωτός ἐστι στέρησις. Τὸ γὰρ ἀγαθὸν φῶς ἐστι νοητόν· ὁμοίως καὶ τὸ κακὸν σκότος ἐστὶ νοητόν. Φῶς οὖν κτισθεὶς ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ἀγαθὸς γεγονώς –καὶ γὰρ· «Εἶδεν ὁ Θεὸς πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν»– αὐτεξουσίῳ θελήματι σκότος ἐγένετο. Συναπεσπάσθη δὲ καὶ ἠκολούθησεν αὐτῷ καὶ συνέπεσε πλῆθος ἄπειρον τῶν ὑπ᾿ αὐτῷ τεταγμένων ἀγγέλων. Τῆς αὐτῆς τοιγαροῦν φύσεως τοῖς ἀγγέλοις ὑπάρχοντες, κακοὶ γεγόνασι, τὴν προαίρεσιν ἑκουσίως ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ πρὸς τὸ κακὸν ἐκκλίναντες. Οὐκ ἔχουσι τοίνυν ἐξουσίαν κατά τινος οὐδὲ ἰσχὺν, εἰ μὴ ἐκ Θεοῦ οἰκονομικῶς συγχωρούμενοι, ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰώβ, καθάπερ ἐπὶ τῶν χοίρων ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ γέγραπται. Παραχωρήσεως δὲ Θεοῦ γινομένης καὶ ἰσχύουσι καὶ μεταβάλλονται καὶ μετασχηματίζονται, εἰς οἷον θέλουσι σχῆμα κατὰ φαντασίαν. Καὶ τὰ μὲν μέλλοντα οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ οὐδὲ οἱ δαίμονες οἴδασιν, ὅμως προλέγουσιν· οἱ μὲν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ αὐτοῖς ἀποκαλύπτοντος καὶ προλέγειν κελεύοντος· ὅθεν, ὅσα λέγουσι, γίνονται. Προλέγουσι δὲ καὶ οἱ δαίμονες, ποτὲ μὲν τὰ μακρὰν γινόμενα βλέποντες, ποτὲ δὲ στοχαζόμενοι· ὅθεν καὶ τὰ πολλὰ ψεύδονται· οἷς οὐ δεῖ πιστεύειν, κἂν ἀληθεύωσι πολλάκις, οἵῳ τρόπῳ εἰρήκαμεν. Οἴδασι δὲ καὶ τὰς Γραφάς. Πᾶσα οὖν κακία ἐξ αὐτῶν ἐπενοήθη καὶ τὰ ἀκάθαρτα πάθη. Καὶ προσβάλλειν μὲν τῷ ἀνθρώπῳ συνεχωρήθησαν, βιάζεσθαι δέ τινα οὐκ ἰσχύουσιν· ἐν ἡμῖν γάρ ἐστι δέξασθαι τὴν προσβολὴν ἢ μὴ δέξασθαι. Διὸ τῷ Διαβόλῳ καὶ τοῖς δαίμοσιν αὐτοῦ ἡτοίμασται τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον, ἡ κόλασις ἡ αἰώνιος, καὶ τοῖς ἑπομένοις αὐτῷ. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι, ὅπερ ἐστὶ τοῖς ἀνθρώποις ὁ θάνατος, τοῦτο τοῖς ἀγγέλοις ἡ ἔκπτωσις. Μετὰ γὰρ τὴν ἔκπτωσιν οὐκ ἔστιν αὐτοῖς μετάνοια, ὥσπερ οὐδὲ τοῖς ἀνθρώποις μετὰ τὸν θάνατον. |
Για το Διάβολο και τους δαίμονες. Απ’ αυτές τις αγγελικές δυνάμεις αρχηγός της τάξεως γύρω και πάνω στη γη, που ο Θεός του ανάθεσε τη φύλαξή της, (ήταν ο Διάβολος)· δεν ήταν πονηρός από τη φύση του, αλλά αγαθός και με προορισμό το αγαθό, χωρίς να έχει μέσα του κανένα ίχνος κακίας για το Δημιουργό. Επειδή όμως δεν δέχθηκε το φωτισμό και την τιμή που του δώρησε ο Δημιουργός, με τη δική του ελεύθερη επιλογή ξέφυγε από τη φυσική κατάσταση στην παρά φύση. Υπερηφανεύθηκε απέναντι στο δημιουργό του Θεό και θέλησε να επαναστατήσει εναντίον του· αφού πρώτα απομακρύνθηκε από το αγαθό, κατάληξε στο κακό. Διότι το κακό δεν είναι τίποτε άλλο παρά στέρηση του αγαθού· όπως και το σκοτάδι είναι έλλειψη του φωτός. Το αγαθό είναι πνευματικό φως· παρόμοια και το κακό είναι πνευματικό σκοτάδι. Παρόλο, λοιπόν, που ο Δημιουργός τον έπλασε αγαθό –σύμφωνα με το: «Είδε ο Θεός τα δημιουργήματα που έπλασε και ήταν όλα πολύ καλά»– εκείνος όμως, με την ελεύθερη θέλησή του, έγινε σκοτεινός. Και άπειρο πλήθος αγγέλων, που είχε στις διαταγές του, επαναστάτησε μαζί του και τον ακολούθησε στην πτώση του. Και παρότι έχουν την ίδια φύση με τους αγγέλους, έχουν γίνει κακοί, επειδή έστρεψαν με τη θέλησή τους την προτίμηση από το αγαθό προς το κακό. Δεν έχουν βέβαια ούτε εξουσία ούτε δύναμη εναντίον κάποιου, παρά μόνον όταν τους επιτρέψει ο Θεός σύμφωνα με το σχέδιο της οικονομίας του, όπως στην περίπτωση του Ιώβ και όπως έχει γραφεί στο Ευαγγέλιο για τους χοίρους. Όταν όμως το επιτρέψει ο Θεός, και δύναμη έχουν και αλλάζουν και μεταμορφώνονται φανταστικά σε όποια μορφή θέλουν. Το μέλλον δεν το γνωρίζουν ούτε οι άγγελοι του Θεού ούτε οι δαίμονες· κάνουν όμως προβλέψεις. Οι άγγελοι προβλέπουν, επειδή τους τα αποκαλύπτει ο Θεός και προστάζει να τα προλέγουν. Γι’ αυτό, όσα λένε, εκπληρώνονται. Και οι δαίμονες όμως προλέγουν, άλλοτε επειδή βλέπουν αυτά που γίνονται στο μακρινό μέλλον και άλλοτε επειδή τα φαντάζονται· γι’ αυτό και λένε πολλά ψέμματα. Κανείς δεν πρέπει να τους πιστεύει, ακόμη κι αν λένε την αλήθεια ορισμένες φορές, με τον τρόπο που έχουμε πει. Διότι γνωρίζουν καλά και τις Γραφές. Κάθε κακία και τα ακάθαρτα πάθη είναι δική τους εφεύρεση. Τους επιτρέπεται βέβαια να πειράζουν τον άνθρωπο, χωρίς όμως να έχουν το δικαίωμα να τον εκβιάζουν· από μας εξαρτάται να συγκατατεθούμε στην προσβολή ή όχι. Γι’ αυτό και έχει ετοιμασθεί η ακοίμητη φωτιά και η αιώνια κόλαση για το Διάβολο και τους δαίμονές του, που τον ακολουθούν. Πρέπει να γνωρίζουμε επίσης ότι αυτό που είναι ο θάνατος για τους ανθρώπους, είναι η πτώση για τους αγγέλους. Διότι μετά την πτώση δεν υπάρχει γι’ αυτούς μετάνοια, όπως και για τους ανθρώπους μετά το θάνατό τους. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 19. Περὶ κτίσεως ὁρατῆς Αὐτὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ ἐν Τριάδι καὶ ἐν μονάδι δοξολογούμενος, «ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς» ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν τὰ σύμπαντα· τὰ μὲν οὐκ ἐκ προϋποκειμένης ὕλης, οἷον οὐρανόν, γῆν, ἀέρα, πῦρ, ὕδωρ, τὰ δὲ ἐκ τούτων τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ γεγονότων, οἷον ζῷα, φυτά, σπέρματα· ταῦτα γὰρ ἐκ γῆς καὶ ὕδατος, ἀέρος τε καὶ πυρὸς τῷ τοῦ Δημιουργοῦ προστάγματι γεγόνασιν. |
Για τα ορατά δημιουργήματα Ο ίδιος ο Θεός μας, που τον δοξολογούμε ως Τριάδα και Μονάδα, «έφτιαξε τον ουρανό, τη γη και όλα όσα βρίσκονται σ’ αυτά»· έφτιαξε το σύμπαν από το μηδέν. Άλλα τα έφτιαξε από ύλη που δεν προϋπήρχε, όπως τον ουρανό, τη γη, τον αέρα, τη φωτιά, το νερό. Άλλα πάλι τα δημιούργησε από ύλη που ήδη είχε δημιουργήσει, για παράδειγμα τα ζώα, τα φυτά και τα σπέρματα. Διότι αυτά έχουν δημιουργηθεί με πρόσταγμα του Δημιουργού από χώμα και νερό, από αέρα και φωτιά. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 20. Περὶ οὐρανοῦ Οὐρανός ἐστι περιοχὴ ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων κτισμάτων· ἐντὸς γὰρ αὐτοῦ αἵ τε νοεραὶ τῶν ἀγγέλων δυνάμεις καὶ πάντα τὰ αἰσθητὰ περικλείονται καὶ περιορίζονται. Μόνον δὲ τὸ θεῖον ἀπερίγραπτόν ἐστι, πάντα πληροῦν καὶ πάντα περιέχον καὶ πάντα περιορίζον, ὡς ὑπὲρ πάντα ὂν καὶ πάντα δημιουργῆσαν. Ἐπεὶ τοίνυν οὐρανόν φησιν ἡ Γραφὴ καὶ «οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ» καὶ «οὐρανοὺς οὐρανῶν» καὶ «ἕως τρίτου οὐρανοῦ» ὁ μακάριος Παῦλος ἡρπάχθαι φησί, λέγομεν, ὅτι ἐν τῇ τοῦ παντὸς κοσμογενείᾳ οὐρανοῦ ποίησιν παρελάβομεν, ὃν οἱ τῶν ἔξω σοφοὶ ἄναστρον σφαῖράν φασι, τὰ Μωσέως σφετερισάμενοι δόγματα. Ἔτι δὲ καὶ τὸ στερέωμα ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς οὐρανόν, ὃν ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος γενέσθαι προσέταξεν, τάξας αὐτὸν διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος τοῦ ἐπάνω τοῦ στερεώματος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος τοῦ ὑποκάτω τοῦ στερεώματος. Τούτου τὴν φύσιν ὁ θεῖος Βασίλειος λεπτήν φησιν, ὡσεὶ καπνὸν, ἐκ τῆς θείας μεμυημένος Γραφῆς. Ἕτεροι δὲ ὑδατώδη, ὡς ἐν μέσῳ τῶν ὑδάτων γενόμενον· ἄλλοι ἐκ τῶν τεσσάρων στοιχείων, ἄλλοι πέμπτον σῶμα καὶ ἕτερον παρὰ τὰ τέσσαρα. Τινὲς μὲν οὖν ἐδόξασαν ἐν κύκλῳ τὸ πᾶν περιέχειν τὸν οὐρανὸν, σφαιροειδῆ τε ὑπάρχειν καὶ πανταχόθεν τὸ ἀνώτατον μέρος αὐτὸν εἶναι, τὸ δὲ μεσώτατον τοῦ περιεχομένου ὑπ᾿ αὐτοῦ τόπου εἶναι κατώτερον μέρος, καὶ τὰ μὲν κοῦφα καὶ ἐλαφρὰ τῶν σωμάτων τὴν ἄνω τάξιν λαχεῖν παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ, τὰ δὲ βαρέα καὶ κατωφερῆ τὴν κατωτέραν χώραν, ἥτις ἐστὶν ἡ μέση. Ἔστι μὲν οὖν κουφότερον καὶ ἀνωφερέστερον στοιχεῖον τὸ πῦρ, ὅπερ δὴ μετὰ τὸν οὐρανὸν εὐθέως τετάχθαι φασί· τοῦτον δὲ λέγουσιν τὸν αἰθέρα, μεθ᾿ ὃν κατώτερον τὸν ἀέρα. Τὴν δὲ γῆν καὶ τὸ ὕδωρ ὡς βαρύτερα καὶ κατωφερέστερα, ἐν τῷ μεσωτάτῳ κρέμασθαι· ὡς εἶναι ἐξ ἐναντίας κάτω μὲν τὴν γῆν καὶ τὸ ὕδωρ –τὸ δὲ ὕδωρ κουφότερον τῆς γῆς, ὅθεν καὶ εὐκινητότερον αὐτῆς ὑπάρχει–, ἄνωθεν δὲ πανταχόθεν ὡς περιβόλαιον κύκλῳ τὸν ἀέρα καὶ περὶ τὸν ἀέρα πανταχόθεν τὸν αἰθέρα, ἔξωθεν δὲ πάντων κύκλῳ τὸν οὐρανόν. Κυκλικῶς δέ φασι κινεῖσθαι τὸν οὐρανὸν καὶ συσφίγγειν τὰ ἐντὸς καὶ οὕτω μένειν πάγια καὶ ἀδιάπτωτα. Ἑπτὰ δὲ ζώνας φασὶ τοῦ οὐρανοῦ, μίαν τῆς ἑτέρας ὑψηλοτέραν. Λέγουσι δὲ αὐτὸν λεπτοτάτης φύσεως, ὡσεὶ καπνὸν, καὶ καθ᾿ ἑκάστην ζώνην εἶναι ἕνα τῶν πλανητῶν· ἑπτὰ γὰρ πλανήτας εἶναι ἔφησαν, Ἥλιον, Σελήνην, Δία, Ἑρμῆν, Ἄρεα, Ἀφροδίτην καὶ Κρόνον. Ἀφροδίτην δέ φασι τὸν ποτὲ μὲν Ἑωσφόρον, ποτὲ δὲ Ἕσπερον γινόμενον. Πλανήτας δὲ τούτους ἐκάλεσαν, ὅτιπερ ἐναντίως τοῦ οὐρανοῦ ποιοῦνται τὴν κίνησιν· τοῦ γὰρ οὐρανοῦ καὶ τῶν λοιπῶν ἀστέρων ἐξ ἀνατολῆς ἐπὶ δυσμὰς κινουμένων, οὗτοι μόνοι ἀπὸ δυσμῶν ἐπὶ ἀνατολὰς τὴν κίνησιν ἔχουσι. Καὶ τοῦτο γνωσόμεθα ἐκ τῆς σελήνης μικρὸν καθ᾿ ἑσπέραν ἀναποδιζούσης. Ὅσοι τοίνυν ἔφησαν σφαιροειδῆ τὸν οὐρανόν, ἴσως λέγουσιν ἀφίστασθαι αὐτὸν καὶ ἀπέχειν τῆς γῆς, ἄνωθέν τε καὶ ἐκ πλαγίων καὶ κάτωθεν. Κάτωθεν δὲ καὶ ἐκ πλαγίων φημί, ὅσον πρὸς τὴν ἡμετέραν αἴσθησιν, ἐπεὶ κατὰ τὸν τῆς ἀκολουθίας λόγον πανταχόθεν τὸν ἄνω τόπον ὁ οὐρανὸς ἐπέχει καὶ ἡ γῆ τὸν κάτω. Καί φασι τὸν οὐρανὸν σφαιροειδῶς κυκλοῦν τὴν γῆν καὶ συμπεριφέρειν τῇ ὀξυτάτῃ κινήσει αὐτοῦ ἥλιόν τε καὶ σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας, καὶ ὑπὲρ μὲν γῆν ὄντος τοῦ ἡλίου ἡμέραν γίνεσθαι ἐνταῦθα, ὑπὸ δὲ τὴν γῆν νύκτα. Ὑπὸ δὲ γῆν κατιόντος ἡλίου ἐνταῦθα μὲν νύκτα, ἐκεῖσε δὲ ἡμέραν. Ἕτεροι δὲ ἡμισφαίριον τὸν οὐρανὸν ἐφαντάσθησαν ἐκ τοῦ τὸν θεηγόρον Δαυὶδ λέγειν· «Ὁ ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ δέρριν», ὅπερ δηλοῖ τὴν σκηνήν. Καὶ τὸν μακάριον Ἡσαΐαν· «Ὁ στήσας τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ καμάραν». Καὶ ὅτι δύνων ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα κυκλοῖ τὴν γῆν ἀπὸ δύσεως ἐπὶ βορρᾶν καὶ οὕτω πάλιν ἐπὶ τὴν ἀνατολὴν ἀφικνεῖται. Ὅμως, εἴτε οὕτως, εἴτε ἐκείνως, ἅπαντα τῷ θείῳ προστάγματι γέγονέ τε καὶ ἥδρασται καὶ τὸ θεῖον θέλημά τε καὶ βούλημα θεμέλιον ἀσάλευτον κέκτηται. «Αὐτὸς γὰρ εἶπε, καὶ ἐγενήθησαν· αὐτὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν. Ἔστησεν αὐτὰ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· πρόσταγμα ἔθετο, καὶ οὐ παρελεύσεται». Ἔστι μὲν οὖν οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ ὁ πρῶτος οὐρανός, ἐπάνω ὑπάρχων τοῦ στερεώματος. Ἰδοὺ δύο οὐρανοί· «καὶ τὸ στερέωμα γὰρ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς οὐρανόν». Σύνηθες δὲ τῇ θείᾳ Γραφῇ καὶ τὸν ἀέρα οὐρανὸν καλεῖν διὰ τὸ ὁρᾶσθαι ἄνω. «Εὐλογεῖτε» γάρ, φησί, «πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ», τοῦ ἀέρος λέγω. Ὁ ἀὴρ γὰρ τῶν πετεινῶν ἐστι πορεία, καὶ οὐχ ὁ οὐρανός. Ἰδοὺ τρεῖς οὐρανοί, οὓς ὁ θεῖος ἔφη ἀπόστολος. Εἰ δὲ καὶ τὰς ἑπτὰ ζώνας ἑπτὰ οὐρανοὺς ἐκλαβεῖν θελήσειας, οὐδὲν τῷ λόγῳ τῆς ἀληθείας λυμαίνεται. Σύνηθες δὲ καὶ τῇ Ἑβραΐδι φωνῇ τὸν οὐρανὸν πληθυντικῶς καλεῖν οὐρανούς. Οὐρανὸν οὖν οὐρανοῦ βουλομένη εἰπεῖν, οὐρανοὺς οὐρανῶν ἔφησεν, ὅπερ δηλοῖ οὐρανὸν οὐρανοῦ τὸν ἐπάνω τοῦ στερεώματος, καὶ τὰ ὕδατα δὲ τὰ ἐπάνω τῶν οὐρανῶν ἢ τοῦ ἀέρος καὶ τοῦ στερεώματος ἢ τῶν ἑπτὰ ζωνῶν τοῦ στερεώματος ἢ τοῦ στερεώματος τῇ συνηθείᾳ τῆς Ἑβραΐδος πληθυντικῶς οὐρανῶν ὀνομαζομένου. Πάντα μὲν οὖν τὰ κατὰ γένεσιν ὑπόκειται φθορᾷ κατὰ τὴν τῆς φύσεως ἀκολουθίαν, καὶ οἱ οὐρανοί, χάριτι δὲ Θεοῦ συνέχονταί τε καὶ συντηροῦνται. Μόνον δὲ τὸ θεῖον ἄναρχόν τε φύσει καὶ ἀτελεύτητον. Διὸ καὶ εἴρηται· «Αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις»· ὅμως οὐκ εἰς τὸ παντελὲς ἀφανισθήσονται οἱ οὐρανοί· «παλαιωθήσονται μὲν γὰρ καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον εἱλιγήσονται καὶ ἀλλαγήσονται» καὶ «ἔσται οὐρανὸς καινὸς καὶ γῆ καινή». Πολλῷ δὲ τῷ μέτρῳ ὁ οὐρανὸς μείζων ὑπάρχει τῆς γῆς. Τὴν μέντοι οὐσίαν τοῦ οὐρανοῦ οὐ δεῖ ζητεῖν, ἄγνωστον ἡμῖν οὖσαν. Μηδεὶς δὲ ἐψυχωμένους τοὺς οὐρανοὺς ἢ τοὺς φωστῆρας ὑπολαμβανέτω· ἄψυχοι γάρ εἰσι καὶ ἀναίσθητοι. Ὥστε εἰ καί φησιν ἡ θεία Γραφή· «Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ», τοὺς ἐν οὐρανῷ ἀγγέλους καὶ τοὺς ἐν τῇ γῇ ἀνθρώπους πρὸς εὐφροσύνην καλεῖ· Οἶδε δὲ ἡ Γραφὴ καὶ προσωποποιεῖν, καὶ ὡς ἐπὶ ἐμψύχων περὶ τῶν ἀψύχων διαλέγεσθαι, ὡς τὸ· «ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω», καὶ «τί σοί ἐστι, θάλασσα, ὅτι ἔφυγες καί σοί, Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τά ὀπίσω»; Καὶ ὄρη καὶ βουνοὶ ἐρωτῶνται λόγους σκιρτήσεως, ὥσπερ καὶ ἡμῖν σύνηθες λέγειν «συνήχθη ἡ πόλις», οὐ τὰς οἰκοδομὰς σημαίνειν βουλομένοις, ἀλλὰ τοὺς τῆς πόλεως οἰκήτορας· καὶ «οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ», οὐ φωνὴν ὠσίν αἰσθητοῖς ἀκουομένην ἀφιέντες, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ οἰκείου μεγέθους τὴν τοῦ Δημιουργοῦ δύναμιν ἡμῖν παριστάνοντες, ὧν τὸ κάλλος κατανοοῦντες, τὸν ποιητὴν ὡς ἀριστοτέχνην δοξάζομεν. |
Για τον ουρανό Ο ουρανός είναι ο τόπος των ορατών και αοράτων δημιουργημάτων· διότι μέσα σ’ αυτόν περιλαμβάνονται και περικλείονται οι νοερές αγγελικές δυνάμεις και όλα τα αισθητά. Μόνο το θείο είναι απεριόριστο· το θείο γεμίζει, περιλαμβάνει και τα περικλείει όλα, επειδή είναι πέρα απ’ όλα και τα δημιούργησε όλα. Επειδή, λοιπόν, η Αγία Γραφή ομιλεί για ουρανό και «ουρανό του ουρανού» και «ουρανούς των ουρανών» και ο μακάριος Παύλος λέει ότι ανέβηκε «έως τον τρίτο ουρανό», λέμε ότι στη δημιουργία του σύμπαντος έχουμε την παράδοση για τη δημιουργία του ουρανού· οι σοφοί του κόσμου ονομάζουν τον ουρανό άναστρη σφαίρα, αφού οικειοποιήθηκαν τη διδασκαλία του Μωϋσή. Ακόμη ο Θεός και το στερέωμα το ονόμασε ουρανό· έδωσε μάλιστα την εντολή να σχηματισθεί στο μέσον του νερού και να χωρίζει το νερό που υπάρχει πάνω από το στερέωμα από το νερό που είναι κάτω από το στέρεωμα. Ο Μέγας Βασίλειος, που έχει εντρυφήσει στην Αγία Γραφή, λέει ότι η φύση του είναι λεπτή σαν καπνός. Άλλοι πάλι λένε ότι είναι υδάτινη, επειδή βρίσκεται στο μέσον του νερού. Άλλοι τέλος λένε ότι αποτελείται η φύση του από τέσσερα στοιχεία και άλλοι ότι είναι πέμπτο σώμα, διαφορετικό από τα τέσσερα. Οριμένοι βέβαια νόμισαν ότι ο ουρανός περικλείει τα πάντα κυκλικά, ότι είναι σφαιρικός και ότι από παντού αυτός είναι το πιο ψηλό σημείο, ενώ το κατώτερο μέρος του είναι το πιο κεντρικό σημείο του τόπου που περικλείει· θεώρησαν επίσης ότι τα πιο αβαρή και ελαφρά σώματα έχουν λάβει από το Δημιουργό τις ψηλές θέσεις, ενώ τα βαριά και με ροπή προς τα κάτω σώματα κατέχουν τις χαμηλότερες θέσεις, που είναι στο κέντρο. Η φωτιά ασφαλώς είναι το πιο ελαφρύ και ανυψωτικό στοιχείο, τό οποίο, λένε, έχει πάρει θέση αμέσως μετά τον ουρανό· και το ονομάζουν αυτό αιθέρα, μετά τον οποίο κατώτερος είναι ο αέρας. Η γη όμως και το νερό, σαν βαρύτερα και με ροπή προς τα κάτω, λένε ότι βρίσκονται στο μέσον· έτσι συμβαίνει να είναι αντιμέτωπα στο κάτω μέρος η γη και το νερό –και το νερό είναι πιο ελαφρύ από τη γη, γι’ αυτό είναι και πιο ευκίνητο απ’ αυτήν– και από πάνω κυκλικά από παντού ο αέρας σαν μανδύας και γύρω από τον αέρα από παντού ο αιθέρας, ενώ έξω απ’ όλα κυκλικά βρίσκεται ο ουρανός. Λένε, επίσης, ότι ο ουρανός κινείται κυκλικά και συσφίγγει τα σώματα που είναι μέσα· γι’ αυτό μένουν σταθερά και αδιάπτωτα. Λένε ακόμη ότι υπάρχουν επτά ζώνες του ουρανού, η μία πιο ψηλά από την άλλη. Και λένε, επίσης, ότι ο ουρανός έχει πολύ λεπτή σύσταση, σαν καπνός, και στη κάθε ζώνη του είναι κι ένας πλανήτης· διότι είπαν ότι υπάρχουν επτά πλανήτες: ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Δίας, ο Ερμής, ο Άρης, η Αφροδίτη και ο Κρόνος. Και ονομάζουν Αφροδίτη αυτόν που γίνεται άλλοτε Εωσφόρος και άλλοτε Έσπερος. Τους ονόμασαν πλανήτες, διότι έχουν την αντίθετη κίνηση μ’ αυτήν του ουρανού· διότι, ενώ ο ουρανός και τα υπόλοιπα άστρα κινούνται από την ανατολή προς τη δύση, μόνον αυτοί έχουν την κίνηση από τη δύση στην ανατολή. Και αυτό θα το αντιληφθούμε από τη σελήνη, η οποία οπισθοδρομεί λίγο κάθε βράδυ. Όσοι, λοιπόν, είπαν ότι ο ουρανός είναι σφαιρικός, υποστηρίζουν πιθανόν ότι είναι μακριά και απέχει από τη γη, και από πάνω και από τα πλάγια και από κάτω. Λέγοντας από κάτω και από τα πλάγια εννοώ τόσο, όσο απέχει από τις αισθήσεις μας, επειδή, σύμφωνα με τη λογική, ο ουρανός κατέχει από παντού τον πάνω τόπο, ενώ η γη τον κάτω. Ακόμη λένε ότι ο ουρανός κυκλώνει σφαιρικά τη γη και περιστρέφει μαζί του με την ταχύτατη κίνησή του τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα· επίσης, όταν ο ήλιος είναι πάνω από τη γη, εδώ γίνεται ημέρα, ενώ, όταν είναι κάτω από τη γη, γίνεται νύχτα. Όταν πάλι ο ήλιος βρίσκεται κάτω από τη γη, εδώ γίνεται νύχτα, ενώ εκεί ημέρα. Άλλοι πάλι φαντάσθηκαν ότι ο ουρανός είναι ημισφαίριο, σύμφωνα με τα λόγια του προφήτη Δαβίδ: «Ο (Θεός) απλώνει τον ουρανό σαν δέρμα», και που δηλώνουν τη σκηνή. Σύμφωνα, επίσης, με τον Ησαΐα: «Ο Θεός έφτιαξε τον ουρανό σαν καμάρα». Και όταν δύει ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα διαγράφουν κύκλο γύρω από τη γη, από τη δύση έως το βορά, κι έτσι επανέρχεται στην ανατολή. Αλλά, είτε έτσι, είτε διαφορετικά, όλα έχουν γίνει και στερεωθεί με την προσταγή του Θεού, και έχουν ως αμετακίνητο θεμέλιο το θείο θέλημα και τη θεία απόφαση. «Διότι, Αυτός είπε και έγιναν· Αυτός έδωσε εντολή και δημιουργήθηκαν. Τα δημιούργησε για να μένουν αιώνια· έδωσε εντολή που δεν θα μείνει ενενέργητη». Υπάρχει, λοιπόν, ο ουρανός του ουρανού, ο πρώτος ουρανός, που είναι πάνω από το στερέωμα. Να, δύο ουρανοί: «διότι και το στερέωμα ο Θεός το ονόμασε ουρανό». Αποτελεί συνήθεια για την Αγία Γραφή και τον αέρα να τον ονομάζει ουρανό, διότι τον βλέπουμε πάνω. Καθώς λέει: «Δοξολογείτε (το Θεό) όλα τα πτηνά του ουρανού», και εννοεί τον αέρα. Διότι ο αέρας είναι ο τόπος των πτηνών και όχι ο ουρανός. Να, που έχουμε τρεις ουρανούς, όπως λέει ο θείος απόστολος. Κι αν θελήσεις πάλι να θεωρήσεις και τις επτά ζώνες σαν τους επτά ουρανούς, καθόλου δεν θα ξεφύγεις από την αλήθεια. Είναι μάλιστα συνήθεια της εβραϊκής γλώσσας να ονομάζει τον ουρανό στον πληθυντικό ως ουρανούς. Αντί να πει ουρανό του ουρανού, είπε ουρανούς των ουρανών, πράγμα που σημαίνει ουρανό του ουρανού, ο οποίος είναι πάνω από το στερέωμα· δηλώνει όμως και τα νερά που είναι πάνω από τους ουρανούς, ή πάνω από τον αέρα και από το στερέωμα, ή πάνω από τις επτά ζώνες του στερεώματος, ή πάνω από το στερέωμα, το οποίο σύμφωνα με τη συνήθεια της εβραϊκής γλώσσας λέγεται στον πληθυντικό αριθμό «ουρανοί». Όλα, λοιπόν, όσα δημιουργούνται, φθείρονται σύμφωνα με την τάξη της φύσεως· και οι ουρανοί, επομένως, συγκρατούνται και διατηρούνται με τη χάρη του Θεού. Μόνον ο Θεός είναι από τη φύση του χωρίς αρχή και τέλος. Γι’ αυτό και λέει η Αγία Γραφή: «Αυτοί θα χαθούν, εσύ όμως θα παραμένεις». Δεν θα εξαφανισθούν όμως τελείως οι ουρανοί· «διότι οι ουρανοί θα παλιώσουν, θα τυλιχθούν σαν ρούχο και θ’ αλλάξουν», και τότε «θα σχηματισθεί καινούριος ουρανός και καινούρια γη» Στην έκταση ο ουρανός είναι πολύ μεγαλύτερος από τη γη. Δεν πρέπει όμως ν’ αναζητάμε την ουσία του ουρανού, διότι μας είναι άγνωστη. Και κανείς να μην θεωρεί ότι οι ουρανοί και τ’ αστέρια έχουν ψυχή· διότι είναι άψυχα και χωρίς αισθήσεις. Επομένως, αν και λέει η Αγία Γραφή, «ας ευφρανθούν οι ουρανοί και ας χαρεί η γη», εννοεί ότι προσκαλεί να χαρούν οι άγγελοι στον ουρανό και οι άνθρωποι στη γη. Διότι η Αγία Γραφή γνωρίζει να προσωποποιεί και να ομιλεί για τα άψυχα σαν να πρόκειται για έμψυχα, όπως όταν λέει: «η θάλασσα είδε και απομακρύνθηκε, ο Ιορδάνης γύρισε προς τα πίσω», και επίσης «γιατί, θάλασσα, απομακρύνθηκες και συ, Ιορδάνη, γύρισες προς τα πίσω»;. Και τα βουνά και οι λόφοι παρακινούνται να σκιρτήσουν, όπως κι εμείς συνηθίζουμε να λέμε «συγκεντρώθηκε η πόλη», χωρίς να θέλουμε να δείξουμε τα οικοδομήματα αλλά τους κατοίκους της πόλεως. Καί λέγοντας «οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού», δεν εννοούμε ότι αφήνουν φωνή που την ακουν τ’ αυτιά, αλλά ότι παρουσιάζουν σε μας με το μέγεθός τους τη δύναμη του Δημιουργού· έτσι, κατανοούμε το κάλλος τους και δοξάζουμε το Δημιουργό σαν άριστο τεχνίτη. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 21. Περὶ φωτός, πυρός, φωστήρων ἡλίου τε καὶ σελήνης καὶ ἄστρων Τὸ πῦρ ἓν τῶν τεσσάρων στοιχείων ἐστί, κοῦφόν τε καὶ ἀνωφερέστερον τῶν λοιπῶν, καυστικόν τε καὶ φωτιστικόν, τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ κτισθέν· φησὶ γὰρ ἡ θεία Γραφή· «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω φῶς, καὶ ἐγένετο φῶς». Οὐχ ἕτερον γάρ ἐστι τὸ πῦρ, εἰ μὴ τὸ φῶς, ὥς τινές φασιν. Ἕτεροι δὲ τὸ «κοσμικὸν πῦρ» ὑπὲρ τὸν ἀέρα φασίν, ὃ καλοῦσιν αἰθέρα. Ἐν ἀρχῇ μὲν οὖν ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ἤτοι τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ, καλλωπισμὸν καὶ κόσμον πάσης τῆς ὁρατῆς κτίσεως· ἄφελε γὰρ τὸ φῶς, καὶ πάντα ἐν τῷ σκότει ἀδιάγνωστα μένουσι τὴν οἰκείαν μὴ δυνάμενα εὐπρέπειαν ἐπιδείξασθαι. «Ἐκάλεσε δὲ ὁ Θεὸς τὸ μὲν φῶς ἡμέραν, τὸ δὲ σκότος ἐκάλεσε νύκτα». Σκότος δέ ἐστιν οὐκ οὐσία τις, ἀλλὰ συμβεβηκός· φωτὸς γάρ ἐστι στέρησις. Ὁ γὰρ ἀὴρ οὐκ ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτοῦ ἔχει τὸ φῶς. Αὐτὸ οὖν τὸ ἐστερῆσθαι τὸν ἀέρα φωτὸς σκότος ἐκάλεσεν ὁ Θεός. Καὶ οὐχὶ ἡ οὐσία τοῦ ἀέρος ἐστὶ σκότος, ἀλλ᾿ ἡ τοῦ φωτὸς στέρησις, ὅπερ συμβεβηκὸς μᾶλλον δηλοῖ ἤπερ οὐσίαν. Οὐκ ἐκλήθη δὲ πρώτη ἡ νύξ, ἀλλ᾿ ἡ ἡμέρα· ὥστε πρώτη ἐστὶν ἡ ἡμέρα καὶ ἐσχάτη ἡ νύξ. Ἀκολουθεῖ οὖν ἡ νὺξ τῇ ἡμέρᾳ, καὶ ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ἡμέρας ἕως τῆς ἄλλης ἡμέρας ἓν νυχθήμερόν ἐστιν· ἔφη γὰρ ἡ Γραφή· «Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωί, ἡμέρα μία». Ἐν μὲν οὖν ταῖς τρισὶν ἡμέραις ἀναχεομένου καὶ συστελλομένου τοῦ φωτὸς τῷ θείῳ προστάγματι ἥ τε ἡμέρα καὶ ἡ νὺξ ἐγένετο. Τῇ δὲ τετάρτῃ ἡμέρᾳ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν φωστῆρα τὸν μέγαν, ἤτοι τὸν ἥλιον εἰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας τῆς ἡμέρας· δι᾿ αὐτοῦ γὰρ ἡ ἡμέρα συνίσταται· ἡμέρα γάρ ἐστιν ἐν τῷ τὸν ἥλιον ὑπὲρ γῆν εἶναι, καὶ διάστημα ἡμέρας ἐστὶν ὁ ἀπὸ ἀνατολῆς μέχρι δύσεως ὑπὲρ γῆν τοῦ ἡλίου δρόμος· καὶ τὸν φωστῆρα τὸν ἐλάσσω, ἤτοι τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας εἰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας τῆς νυκτὸς τοῦ φωτίζειν αὐτήν. Νὺξ δέ ἐστιν ἐν τῷ τὸν ἥλιον ὑπὸ γῆν εἶναι, καὶ διάστημα νυκτός ἐστιν ὁ ἀπὸ δύσεως μέχρις ἀνατολῆς ὑπὸ γῆν τοῦ ἡλίου δρόμος. Ἡ σελήνη τοίνυν καὶ οἱ ἀστέρες ἐτάχθησαν τὴν νύκτα φωτίζειν, οὐχ ὡς τῇ ἡμέρᾳ πάντοτε ὑπὸ γῆν ὄντες (εἰσὶ γὰρ καὶ ἐν ἡμέρᾳ ἀστέρες ἐν τῷ οὐρανῷ ὑπὲρ γῆν), ἀλλ᾿ ὁ ἥλιος τούτους ἅμα καὶ τὴν σελήνην τῇ σφοδροτέρᾳ αἴγλῃ ἀποκρύπτων οὐκ ἐᾷ φαίνεσθαι. Τοῖς φωστῆρσι τούτοις τὸ πρωτόκτιστον φῶς ὁ Δημιουργὸς ἐναπέθετο οὐχ ὡς ἀπορῶν ἄλλου φωτός, ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἀργὸν ἐκεῖνο μείνῃ τὸ φῶς· φωστὴρ γάρ ἐστιν οὐκ αὐτὸ τὸ φῶς, ἀλλὰ φωτὸς δοχεῖον. Ἐκ τούτων τῶν φωστήρων ἑπτὰ πλανήτας φασί. Καὶ λέγουσιν αὐτοὺς ἐναντίαν τοῦ οὐρανοῦ κινεῖσθαι κίνησιν, διὸ καὶ πλανήτας αὐτοὺς ἐκάλεσαν· τὸν μὲν γὰρ οὐρανόν φασιν ἐξ ἀνατολῶν ἐπὶ δυσμὰς κινεῖσθαι, τοὺς δὲ πλανήτας ἐκ δυσμῶν ἐπὶ ἀνατολάς· συμπεριφέρειν δὲ τὸν οὐρανὸν τῇ ἑαυτοῦ κινήσει ὡς ὀξυτέρᾳ τοὺς ἑπτὰ πλανήτας. Τῶν δὲ ἑπτὰ πλανητῶν τὰ ὀνόματά ἐστι ταῦτα· Ἥλιος, Σελήνη, Ζεύς, Ἑρμῆς, Ἄρης, Ἀφροδίτη, Κρόνος. Εἶναι δὲ καθ᾿ ἑκάστην ζώνην τοῦ οὐρανοῦ ἕνα τῶν ἑπτὰ πλανητῶν· ἐν μὲν τῇ πρώτῃ, ἤτοι ἀνωτέρᾳ, τὸν Κρόνον, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ τὸν Δία, ἐν δὲ τῇ τρίτῃ τὸν Ἄρεα, ἐν δὲ τῇ τετάρτῃ τὸν Ἥλιον, ἐν δὲ τῇ πέμπτῃ τὴν Ἀφροδίτην, ἐν δὲ τῇ ἕκτῃ τὸν Ἑρμῆν, ἐν δὲ τῇ ἑβδόμῃ καὶ κατωτέρᾳ τὴν Σελήνην. Τρέχουσι δὲ δρόμον ἄληκτον, ὃν ὁ Δημιουργὸς ἔταξεν αὐτοῖς, καὶ καθὼς ἐθεμελίωσεν αὐτά, ὥς φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Σελήνην καὶ ἀστέρας, ἃ σὺ ἐθεμελίωσας». Διὰ γὰρ τοῦ εἰπεῖν «ἐθεμελίωσας» ἐσήμανε τὸ πάγιον καὶ ἀμετάβλητον τῆς ὑπὸ Θεοῦ δοθείσης αὐτοῖς τάξεώς τε καὶ εἱρμοῦ. Ἔταξε γὰρ αὐτοὺς εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς ἐνιαυτούς. Διὰ μὲν γὰρ τοῦ ἡλίου αἱ τέσσαρες τροπαὶ συνίστανται. Καὶ πρώτη μὲν ἡ ἐαρινή· ἐν αὐτῇ γὰρ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ σύμπαντα καὶ δηλοῖ τὸ καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἐν αὐτῇ τῶν ἀνθῶν τὴν βλάστησιν γίνεσθαι, ἥτις καί ἰσημερινὴ τροπή ἐστιν· δώδεκα γὰρ ὡρῶν τήν τε ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα καθίστησιν. Αὕτη ἐκ τῆς μέσης ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου συνίσταται, εὐκραὴς οὖσα, αἵματος αὐξητική, θερμὴ καὶ ὑγρὰ ὑπάρχουσα καὶ δι᾿ ἑαυτῆς μεσιτεύουσα τῷ χειμῶνί τε καὶ τῷ θέρει, τοῦ μὲν χειμῶνος θερμοτέρα καὶ ξηροτέρα, τοῦ δὲ θέρους ψυχροτέρα καὶ ὑγροτέρα. Διατείνει δὲ αὕτη ἡ ὥρα ἀπὸ Μαρτίου κα´ μέχρις Ἰουνίου κδ´. Εἶτα ὑψουμένης τῆς τοῦ ἡλίου ἀνατολῆς ἐπὶ τὰ βορειότερα μέρη ἡ θερινὴ τροπὴ διαδέχεται, μεσιτεύουσα τῷ τε ἔαρι καὶ τῷ μετοπώρῳ, ἐκ μὲν τοῦ ἔαρος τὸ θερμὸν ἔχουσα, ἐκ δὲ τοῦ μετοπώρου τὸ ξηρόν· θερμὴ γάρ ἐστι καὶ ξηρὰ καὶ τὴν ξανθὴν αὔξει χολήν. Αὕτη δὲ μεγίστην μὲν τὴν ἡμέραν ἔχει ὡρῶν πεντεκαίδεκα, τὴν δὲ νύκτα πάνυ σμικροτάτην, ὡρῶν ἐννέα διάστημα ἔχουσαν. Καὶ αὕτη δὲ διατείνει ἀπὸ Ἰουνίου κδ´ μέχρι μηνὸς Σεπτεμβρίου κε´. Εἶτα πάλιν εἰς τὴν μέσην ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐπανιόντος ἡ μετοπωρινὴ τροπὴ τὴν θερινὴν τροπὴν ἀμείβει, μέση πως ἔχουσα ψύξεώς τε καὶ θέρμης, ξηρότητός τε καὶ ὑγρότητος, καὶ μεσιτεύουσα τῇ τε θερινῇ καὶ τῇ χειμερινῇ τροπῇ, ἐκ μὲν τῆς θερινῆς τὸ ξηρόν, ἐκ δὲ τῆς χειμερινῆς τὸ ψυχρὸν ἔχουσα· ψυχρὰ γάρ ἐστι καὶ ξηρὰ χολῆς τε μελαίνης αὐξητικὴ πέφυκεν. Αὕτη πάλιν ἰσημερινὴ τροπὴ ὑπάρχει δώδεκα ὡρῶν τήν τε ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα ἔχουσα. Διατείνει δὲ αὕτη ἀπὸ Σεπτεμβρίου κε´ μέχρι Δεκεμβρίου κε´. Τοῦ δὲ ἡλίου ἐπὶ τὴν μικροτέραν καὶ χθαμαλωτέραν, ἤτοι μεσημβρινὴν ἀνατολὴν κατιόντος, ἡ χειμερινὴ ἐπιλαμβάνεται τροπή, ψυχρά τε καὶ ὑγρὰ τυγχάνουσα καὶ μεσιτεύουσα τῇ τε μετοπωρινῇ καὶ τῇ ἐαρινῇ, ἐκ μὲν τῆς μετοπωρινῆς τὸ ψυχρὸν ἔχουσα, ἐκ δὲ τῆς ἐαρινῆς τὸ ὑγρὸν κεκτημένη. Αὕτη δὲ σμικροτάτην μὲν τὴν ἡμέραν ἔχει, ἐννέα ὡρῶν ὑπάρχουσαν, τὴν δὲ νύκτα μεγίστην, ὡρῶν ὑπάρχουσαν πεντεκαίδεκα, φλέγματος δὲ αὕτη ὑπάρχει αὐξητική. Διατείνει δὲ ἀπὸ κε´ Δεκεμβρίου μέχρις κά Μαρτίου. Σοφῶς γὰρ ὁ Δημιουργὸς προενοήσατο, ὡς ἂν μὴ ἐξ ἄκρας ψυχρότητος ἢ θερμότητος ἢ ὑγρότητος ἢ ξηρότητος ἐπὶ τὴν ἄκραν ἐναντίαν ἐρχόμενοι ποιότητα χαλεποῖς περιπέσωμεν ἀρρωστήμασι· σφαλερὰς γὰρ τὰς αἰφνιδίους μεταβολὰς οἶδεν ὁ λόγος. Οὕτω μὲν οὖν ὁ ἥλιος τὰς τροπὰς καὶ δι᾿ αὐτῶν τὸν ἐνιαυτὸν ἀπεργάζεται, καὶ τὰς ἡμέρας δὲ καὶ τάς νύκτας· τὰς μὲν ἀνατέλλων καὶ ὑπὲρ γῆν γινόμενος, τὰς δὲ ὑπὸ γῆν δύνων καὶ τοῖς ἄλλοις φωστῆρσι, σελήνῃ τε καὶ ἄστρασι, τὴν φαῦσιν παραχωρῶν συνίστησι. Φασὶ δὲ καὶ δώδεκα ζῴδια ἐξ ἀστέρων εἶναι ἐν τῷ οὐρανῷ, ἐναντίαν κίνησιν ἔχοντα τῷ τε ἡλίῳ καὶ τῇ σελήνῃ καὶ τοῖς ἄλλοις πέντε πλανήταις, καὶ διὰ τῶν δώδεκα ζῳδίων παρέρχεσθαι τοὺς ἑπτά. Ὁ μὲν οὖν ἥλιος καθ᾿ ἕκαστον ζῴδιον ἀποτελεῖ μῆνα ἕνα καὶ διὰ τῶν δώδεκα μηνῶν τὰ δώδεκα ζῴδια διέρχεται. Τῶν δὲ δώδεκα ζῳδίων τὰ ὀνόματά ἐστι ταῦτα καὶ οἱ τούτων μῆνες. Κριὸς, μηνὶ Μαρτίῳ κα´ δέχεται τὸν ἥλιον, Ταῦρος Ἀπριλίῳ κγ´, Δίδυμοι Μαΐῳ κδ´, Καρκῖνος Ἰουνίῳ κδ´, Λέων Ἰουλίῳ κε´, Παρθένος Αὐγούστῳ κε´, Ζυγὸς Σεπτεμβρίῳ κε´, Σκορπίος Ὀκτωβρίῳ κε´, Τοξότης Νοεμβρίῳ κε´, Αἰγόκερως Δεκεμβρίῳ κε´, Ὑδροχόος Ἰανουαρίῳ κε´, Ἰχθύες Φεβρουαρίῳ κδ´. Ἡ δὲ σελήνη καθ᾿ ἕκαστον μῆνα τὰ δώδεκα ζῴδια διέρχεται κατωτέρα οὖσα καὶ ταχύτερον ταῦτα διοδεύουσα· ὡς γάρ, ἐὰν ποιήσῃς πόλον ἔνδον ἄλλου πόλου, ὁ ἔνδον πόλος μικρότερος εὑρεθήσεται, οὕτως καὶ ὁ δρόμος τῆς σελήνης κατωτέρας οὔσης ὀλιγώτερός ἐστι καὶ ἀνύεται τάχιον. Οἱ μὲν οὖν Ἕλληνες διὰ τῆς τῶν ἄστρων τούτων ἡλίου τε καὶ σελήνης ἀνατολῆς καὶ δύσεως καὶ συγκρούσεώς φασι πάντα διοικεῖσθαι τὰ καθ᾿ ἡμᾶς· περὶ ταῦτα γὰρ ἡ ἀστρολογία καταγίνεται. Ἡμεῖς δέ φαμεν, ὅτι σημεῖα μὲν ἐξ αὐτῶν γίνονται, ὄμβρου καὶ ἀνομβρίας, ψύξεώς τε καὶ θέρμης, ὑγρότητος καὶ ξηρότητος καὶ ἀνέμων καὶ τῶν τοιούτων, τῶν δὲ ἡμετέρων πράξεων οὐδαμῶς. Ἡμεῖς γὰρ αὐτεξούσιοι ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ γενόμενοι κύριοι τῶν ἡμετέρων ὑπάρχομεν πράξεων. Εἰ γὰρ ἐκ τῆς τῶν ἀστέρων φορᾶς πάντα πράττομεν, κατ᾿ ἀνάγκην πράττομεν, ἃ πράττομεν· τὸ δὲ κατ᾿ ἀνάγκην γινόμενον οὔτε ἀρετὴ οὔτε κακία ἐστίν. Εἰ δὲ μήτε ἀρετὴν μήτε κακίαν κεκτήμεθα, οὔτε ἐπαίνων καὶ στεφάνων, οὔτε ψόγων ἢ κολάσεων ὑπάρχομεν ἄξιοι· εὑρεθήσεται δὲ καὶ ὁ Θεὸς ἄδικος τοῖς μὲν ἀγαθά, τοῖς δὲ θλίψεις διδούς. Ἀλλ᾿ οὐδὲ κυβέρνησιν, οὐδὲ τῶν ἑαυτοῦ κτισμάτων ὁ Θεὸς ποιήσεται πρόνοιαν, εἰ κατ᾿ ἀνάγκην ἄγονται τὰ πάντα καὶ φέρονται. Καὶ τὸ λογικὸν δὲ περιττὸν ἐν ἡμῖν ἔσται· μηδεμιᾶς γὰρ ὄντες πράξεως κύριοι περιττῶς βουλευόμεθα. Τὸ δὲ λογικὸν πάντως τῆς βουλῆς ἡμῖν ἕνεκεν δέδοται· ὅθεν πᾶν λογικὸν καὶ αὐτεξούσιον. Ἡμεῖς δέ φαμεν, ὅτι οὐκ αὐτὰ αἴτιά τινός εἰσι τῶν γινομένων, οὔτε γενέσεως τῶν γινομένων, οὔτε τῶν φθειρομένων φθορᾶς· σημεῖα δὲ μᾶλλον ὄμβρων τε καὶ τῆς τοῦ ἀέρος μεταβολῆς. Ἴσως δ᾿ ἄν τις εἴποι, ὅτι καὶ πολέμων οὐκ αἴτια, ἀλλὰ σημεῖα συνίστανται· καὶ ἡ ποιότης δὲ τοῦ ἀέρος, ποιουμένου ὑπὸ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ τῶν ἀστέρων, ἄλλως καὶ ἄλλως διαφόρους κράσεις καὶ ἕξεις καὶ διαθέσεις συνίστησιν. Αἱ δὲ ἕξεις τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν· κρατοῦνται γὰρ τῷ λόγῳ καὶ ἄγονται τρεπόμεναι. Συνίστανται δὲ πολλάκις καὶ κομῆται, σημεῖά τινα θάνατον δηλοῦντα βασιλέων, ἅτινα οὔκ εἰσι τῶν ἐξ ἀρχῆς γεγενημένων ἄστρων, ἀλλὰ τῷ θείῳ προστάγματι κατ᾿ αὐτὸν τὸν καιρὸν συνίστανται καὶ πάλιν διαλύονται. Ἐπεὶ καὶ ὁ κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου δι᾿ ἡμᾶς κατὰ σάρκα φιλάνθρωπον καὶ σωτήριον γέννησιν ὀφθεὶς τοῖς μάγοις ἀστὴρ οὐ τῶν ἐν ἀρχῇ γενομένων ἄστρων ἦν. Καὶ δῆλον ἐκ τοῦ ποτὲ μὲν ἐξ ἀνατολῆς ἐπὶ δύσιν ποιεῖσθαι τὸν δρόμον, ποτὲ δὲ ἐκ βορρᾶ ἐπὶ νότον, καὶ ποτὲ μὲν κρύπτεσθαι, ποτὲ δὲ φαίνεσθαι· τοῦτο γὰρ οὐκ ἔστιν ἄστρων τάξεως ἢ φύσεως. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἐκ τοῦ ἡλίου φωτίζεται ἡ σελήνη οὐχ ὡς ἀπορήσαντος τοῦ Θεοῦ δοῦναι αὐτῇ ἴδιον φῶς, ἀλλ᾿ ἵνα ῥυθμὸς καὶ τάξις ἐντεθῇ τῇ κτίσει, ἄρχοντος καὶ ἀρχομένου, καὶ παιδευθῶμεν καὶ ἡμεῖς κοινωνεῖν ἀλλήλοις καὶ μεταδιδόναι καὶ ὑποτάσσεσθαι, πρῶτον μὲν τῷ ποιητῇ καὶ Δημιουργῷ, Θεῷ καὶ Δεσπότῃ, ἔπειτα καὶ τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ καθισταμένοις ἄρχουσι, καὶ μὴ ἀνακρίνειν, τίνος ἕνεκεν οὗτος ἄρχει, ἐγὼ δὲ οὔ, δέχεσθαι δὲ πάντα τά ἐκ Θεοῦ εὐχαρίστως καὶ εὐγνωμόνως. Ἐκλείπει δὲ ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη τῶν τὴν κτίσιν προσκυνούντων παρὰ τὸν κτίσαντα τὴν ἄνοιαν διελέγχοντα καὶ παιδεύοντα, ὡς τρεπτά εἰσι καὶ ἀλλοιωτά. Πᾶν δὲ τρεπτὸν οὐ Θεός· κατὰ τὴν ἰδίαν γὰρ φύσιν φθαρτὸν ἅπαν τρεπτόν. Ἐκλείπει δὲ ὁ μὲν ἥλιος τοῦ σώματος τῆς σελήνης ὥσπερ τινός μεσότοιχον γινομένου καὶ ἀποσκιάζοντος καὶ μὴ ἐῶντος διαδοθῆναι ἡμῖν τὸ φῶς. Ὅσον οὖν εὑρεθῇ τὸ σῶμα τῆς σελήνης ἀποκρύπτον τὸν ἥλιον, τοσοῦτον καὶ ἡ ἔκλειψις γίνεται. Εἰ δὲ μικρότερόν ἐστι τὸ τῆς σελήνης σῶμα, μὴ θαυμάσῃς· καὶ ὁ ἥλιος γὰρ ὑπό τινων λέγεται πολυπλασίων τῆς γῆς, ὑπὸ δὲ τῶν Πατέρων ἴσος τῆς γῆς· καὶ πολλάκις μικρὸν νέφος καλύπτει αὐτὸν ἢ καὶ μικρὸς βουνὸς ἢ τοῖχος. Ἡ δὲ τῆς σελήνης ἔκλειψις ἐκ τοῦ ἀποσκιάσματος τῆς γῆς γίνεται, ὅτε γένηται πεντεκαιδεκαταία ἡ σελήνη καὶ εὑρεθῇ ἐξ ἐναντίας κατὰ τὸ ἄκρον κέντρον, ὁ μὲν ἥλιος ὑπὸ γῆν, ἡ δὲ σελήνη ὑπὲρ γῆν· ἀποσκίασμα γὰρ ποιεῖ ἡ γῆ καὶ οὐ φθάνει τὸ ἡλιακὸν φῶς φωτίσαι τὴν σελήνην, κἀκεῖθεν ἐκλείπει. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι τελεία ἐκτίσθη ἡ σελήνη ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ, ἤτοι πεντεκαιδεκαταία· ἔπρεπε γὰρ ἀπηρτισμένην γενέσθαι. Τῇ δὲ τετάρτῃ ἡμέρᾳ, ὡς ἔφημεν, ἔκτισται ὁ ἥλιος. Προέλαβεν οὖν τὸν ἥλιον ἕνδεκα ἡμέρας· ἀπὸ γὰρ τετάρτης ἡμέρας ἕως πεντεκαιδεκάτης ἕνδεκά εἰσι. Διὸ καὶ κατὰ χρόνον οἱ δώδεκα μῆνες τῆς σελήνης ἕνδεκα ἡμέρας λείπουσιν ἐκ τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἡλίου· οἱ μὲν γὰρ τοῦ ἡλίου τριακοσίας ἑξήκοντα πέντε ἡμέρας ἔχουσιν. Διὸ τοῦ τετάρτου συντιθεμένου κατὰ τέσσαρα ἔτη μία ἀποτελεῖται ἡμέρα, ἥτις λέγεται βίσεξτον. Καὶ ὁ ἐνιαυτὸς ἐκεῖνος τξστ´ ἡμέρας ἔχει. Οἱ δὲ τῆς σελήνης ἐνιαυτοὶ τνδ´ εἰσιν ἡμερῶν· ἡ γὰρ σελήνη, ἀφ᾿ οὗ γεννηθῇ, ἤγουν ἀνακαινισθῇ, αὔξει, ἕως ἂν γένηται ἡμερῶν ιδ´ ἡμίσεος τετάρτου, καὶ ἄρχεται λήγειν, ἕως ἡμερῶν κθ´ ἡμίσεος, καὶ τελείως γίνεται ἀφώτιστος. Καὶ πάλιν συναπτομένη τῷ ἡλίῳ ἀναγεννᾶται καὶ ἀνακαινίζεται, ὑπόμνημα φέρουσα τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως. Καθ᾿ ἕκαστον οὖν ἐνιαυτὸν τὰς ἕνδεκα ἡμέρας ἀποδίδωσι τῷ ἡλίῳ. Κατὰ οὖν τρεῖς χρόνους ὁ ἐμβόλιμος μὴν γίνεται τοῖς Ἑβραίοις, καὶ ὁ ἐνιαυτὸς ἐκεῖνος δεκατριῶν μηνῶν εὑρίσκεται ἐκ τῆς προσθήκης τῶν ἕνδεκα ἡμερῶν. Δῆλον δὲ ὡς σύνθετός ἐστιν ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, καὶ φθορᾷ κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν ὑπόκεινται. Τὴν δὲ τούτων φύσιν οὐκ ἴσμεν. Τινὲς μὲν οὖν φασι τὸ πῦρ ἐκτός τινος ὕλης ἀφανὲς εἶναι, ὅθεν καὶ σβεννύμενον ἀφανίζεται. Ἕτεροι δὲ τοῦτο σβεννύμενον εἰς ἀέρα φασὶ μεταβάλλεσθαι. Ὁ ζῳδιακὸς κύκλος λοξῶς κινεῖται, διῃρημένος εἰς τμήματα δώδεκα, ἅτινα καλεῖται ζῴδια. Τὸ δὲ ζῴδιον ἔχει δεκανοὺς τρεῖς, μοίρας λ΄· ἡ δὲ μοῖρα ἔχει λεπτὰ ξ´. Ἔχει οὖν ὁ οὐρανὸς μοίρας τξ´, τὸ ὑπὲρ γῆν ἡμισφαίριον μοίρας ρπ´ καὶ τὸ ὑπὸ γῆν ρπ´. Οἶκοι πλανητῶν Κριὸς καὶ Σκορπίος Ἄρεως, Ταῦρος καὶ Ζυγὸς Ἀφροδίτης, Δίδυμοι καὶ Παρθένος Ἑρμοῦ, Καρκῖνος Σελήνης, Λέων Ἡλίου, Τοξότης καὶ Ἰχθύες Διός, Αἰγόκερως καὶ Ὑδροχόος Κρόνου. Ὑψώματα Κριὸς Ἡλίου, Ταῦρος Σελήνης, Καρκῖνος Διός, Παρθένος Ἄρεως, Ζυγὸς Κρόνου, Αἰγόκερως Ἑρμοῦ, Ἰχθύες Ἀφροδίτης. Τὰ σχήματα τῆς σελήνης. Σύνοδος, ὅτε γένηται ἐν τῇ μοίρᾳ, ἐν ᾗ ἐστιν ὁ ἥλιος· γέννα, ὅταν ἀποστῇ τοῦ ἡλίου μοίρας ιε΄· ἀνατολή, ὅτε φανῇ μηνοειδή δίς, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ξ΄· διχοτόμοι δύο, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ς΄· ἀμφίκυρτοι δύο, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ρκ΄· πλησισέληνοι, αἳ καὶ πλησιφαεῖς, δύο, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ρν΄· πανσέληνος, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ρπ´. Δίς δὲ εἴπομεν, μίαν αὐξούσης καὶ μίαν ληγούσης. Διὰ δύο ἥμισυ ἡμερῶν παρέρχεται ἡ σελήνη ἕκαστον ζῴδιον. |
Για το φως, τη φωτιά, τους φωστήρες, δηλαδή τον ήλιο, τη
σελήνη και τα άστρα. Η φωτιά είναι ένα από τα τέσσερα στοιχεία, ελαφρύ και ανυψωτικό σε σχέση με τα υπόλοιπα· καυστική και συγχρόνως φωτιστική· τη δημιούργησε ο Δημιουργός την πρώτη ημέρα. Διότι λέει η Αγία Γραφή: «Και είπε ο Θεός· να δημιουργηθεί φως, και δημιουργήθηκε». Καθόσον, η φωτιά δεν είναι κάτι το διαφορετικό από το φως, όπως λένε μερικοί. Άλλοι πάλι λένε ότι το «κοσμικό πυρ» είναι πάνω από τον αέρα και το ονομάζουν αιθέρα. Στην αρχή, λοιπόν, την πρώτη ημέρα δημιούργησε ο Θεός το φως, σαν στολίδι και κόσμημα όλου του ορατού κόσμου. Διότι, αν αφαιρέσεις το φως, όλα μένουν μέσα στο σκοτάδι άγνωστα, επειδή δεν μπορούν να φανερώσουν την ομορφιά τους. «Και ονόμασε ο Θεός το φως ημέρα, ενώ το σκοτάδι νύχτα». Και το σκοτάδι δεν είναι κάποια ύπαρξη, αλλά κάποιο συμβάν· είναι απουσία του φωτός. Διότι ο αέρας δεν έχει μέσα στην ουσία του το φως. Ονόμασε, λοιπόν, ο Θεός σκοτάδι τη στέρηση του αέρα από το φως. Και η ουσία του αέρα δεν είναι σκοτάδι, αλλά η στέρησή του από το φως, πράγμα το οποίο δηλώνει ένα γεγονός που συμβαίνει παρά μια ουσία. Και δεν ονόμασε πρώτα τη νύχτα, αλλά την ημέρα· έτσι, πρώτα είναι η ημέρα και τελευταία η νύχτα. Η νύχτα, λοιπόν, ακολουθεί την ημέρα, και από την αρχή μιας ημέρας έως την άλλη ημέρα σχηματίζεται ένα ημερόνυχτο. Και το είπε η Αγία Γραφή: «Έγινε βράδυ, έγινε πρωΐ, σχηματίσθηκε ένα ημερόνυχτο». Στις τρεις, λοιπόν, ημέρες καθώς το φως διαχεόταν και συστελλόταν με θεία εντολή, έγινε η ημέρα και η νύχτα. Και την τέταρτη ημέρα ο Θεός δημιούργησε το μεγάλο αστέρι, δηλαδή τον ήλιο, για να ορίζει την αρχή και τη διεύθυνση της ημέρας· διότι αυτός συνιστά την ημέρα, καθώς ημέρα έχουμε όταν ο ήλιος είναι πάνω στη γη· και διάρκεια ημέρας είναι η διαδρομή του ήλιου πάνω στη γη από την ανατολή μέχρι τη δύση του. Δημιούργησε ακόμη το μικρότερο αστέρι, δηλαδή τη σελήνη, και τα αστέρια για να ορίζουν την αρχή και τη διεύθυνση της νύχτας φωτίζοντάς την. Νύχτα έχουμε όταν ο ήλιος είναι κάτω από τη γη και διάρκεια της νύχτας είναι η διαδρομή του ήλιου κάτω από τη γη από τή δύση έως την ανατολή του. Η σελήνη, λοιπόν, και τα αστέρια ορίσθηκαν για να φωτίζουν τη νύχτα· αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά την ημέρα είναι κάτω από τη γη, διότι υπάρχουν και την ημέρα αστέρια πάνω από τη γη· αλλά ο ήλιος με το λαμπρότερο φως του σκεπάζει και τ’ αστέρια και τη σελήνη, και δεν τα αφήνει να φαίνονται. Σ’ αυτά τ’ αστέρια ο Δημιουργό έδωσε το πρωτοδημιούργητο φως του, όχι διότι δεν είχε άλλο φως, αλλά για να μην παραμείνει εκείνο το φως άχρηστο. Διότι το αστέρι δεν είναι το ίδιο το φως, αλλά δοχείο του φωτός. Λένε ότι απ’ αυτά τ’ αστέρια προέρχονται οι επτά πλανήτες, οι οποίοι κινούνται αντίθετα από την κίνηση του ουρανού· γι’ αυτό και τους ονόμασαν πλανήτες. Λένε, δηλαδή, ότι ο ουρανός κινείται από την ανατολή στη δύση, ενώ οι πλανήτες από τη δύση στην ανατολή· λένε ακόμη ότι ο ουρανός με την ταχύτητα της κινήσεώς του συμπαρασύρει τους επτά πλανήτες. Τα ονόματα των επτά πλανητών είναι τα εξής: Ήλιος, Σελήνη, Ζευς, Ερμής, Άρης, Αφροδίτη και Κρόνος. Και σε κάθε ζώνη του ουρανού υπάρχει και ένας από τους επτά πλανήτες. Στήν πρώτη και ψηλότερη ζώνη ο Κρόνος, στη δεύτερη ο Δίας, στην τρίτη ο Άρης, στην τέταρτη ο Ήλιος, στην πέμπτη η Αφροδίτη, στην έκτη ο Ερμής και στην έβδομη και χαμηλότερη η Σελήνη. Διανύουν ατέλειωτη διαδρομή, που ο Δημιουργός τούς όρισε, καθώς έθεσε τα θεμέλιά τους, όπως το λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Τη Σελήνη και τα άστρα, των οποίων Εσύ έθεσες τα θεμέλια». Λέγοντας «θεμελίωσες», εννοεί τη σταθερή και αμετάβλητη τάξη και σειρά, που τους έδωσε ο Θεός. Διότι τα έχει τάξει να ορίζουν τις εποχές, τις ημέρες και τα έτη. Από τον ήλιο δηλαδή σχηματίζονται οι τέσσερις εποχές. Πρώτη η άνοιξη. Στη διάρκειά της ο Θεός έφτιαξε το Σύμπαν· αυτό το αποδεικνύει το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα ανθίζουν τα φυτά αυτή την εποχή, η οποία και λέγεται περίοδος της ισημερίας· διότι κάνει να διαρκεί και η ημέρα και η νύχτα δώδεκα ώρες. Αυτή σχηματίζεται εξαιτίας της ανατολής του ήλιου από το μέσον του ορίζοντα, είναι εύκρατη, αυξάνει το αίμα, είναι θερμή και υγρή και είναι ανάμεσα στο χειμώνα και το καλοκαίρι· είναι πιο θερμή εποχή από το χειμώνα, αλλά και πιο ψυχρή και υγρή από το καλοκαίρι. Και διαρκεί αυτή η εποχή από την εικοστή πρώτη Μαρτίου μέχρι τις είκοσι τέσσερις Ιουνίου. Έπειτα, καθώς ανυψώνεται η ανατολή του ήλιου προς τα βορειότερα μέρη, ακολουθεί η θερινή περίοδος, που είναι ανάμεσα στην άνοιξη και το φθινόπωρο· από την άνοιξη έχει τη θερμότητα και από το φθινόπωρο την ξηρασία· είναι δηλαδή θερμή, ξερή και αυξάνει την ξανθή χολή. Και έχει πολύ μεγάλη ημέρα, διάρκειας δεκαπέντε ωρών, ενώ τη νύχτα πάρα πολύ μικρή, διάρκειας εννέα ωρών. Και διαρκεί αυτή η εποχή από τις είκοσι τέσσερις Ιουνίου έως τίς είκοσι πέντε Σεπτεμβρίου. Έπειτα, με την επάνοδο του ήλιου στο μέσο της ανατολής, η φθινοπωρινή περίοδος διαδέχεται τη θερινή, και είναι ανάμεσα στο ψύχος και τη θερμότητα, την ξηρασία και την υγρασία· βρίσκεται ανάμεσα στο καλοκαίρι και το χειμώνα, και διατηρεί από το καλοκαίρι την ξηρασία και από το χειμώνα την υγρασία· είναι δηλαδή ψυχρή και ξερή εποχή και αυξάνει τη μαύρη χολή. Αυτή, επίσης, είναι περίοδος της ισημερίας· έχει και η ημέρα και η νύχτα δώδεκα ώρες. Διαρκεί από τις είκοσι πέντε Σεπτεμβρίου μέχρι τις είκοσι πέντε Δεκεμβρίου. Όταν τέλος ο ήλιος κατέβει στο πιο μικρό και χαμηλό σημείο, δηλαδή τη μεσημβρινή ανατολή, φθάνει η χειμερινή περίοδος, που είναι ψυχρή και υγρή και βρίσκεται ανάμεσα στο φθινόπωρο και την άνοιξη· από το φθινόπωρο κρατάει την ψύχρα, ενώ από την άνοιξη την υγρασία. Η περίοδος αυτή έχει την πιο μικρή ημέρα, από εννέα ώρες, και την πιο μεγάλη νύχτα, από δεκαπέντε ώρες· έχει την ιδιότητα ν’ αυξάνει τα φλέγματα. Διαρκεί από τις είκοσι πέντε Δεκεμβρίου μέχρι την εικοστή πρώτη Μαρτίου. Καθόσον ο Δημιουργός με πολλή σοφία προνόησε, να μη μεταβαίνουμε από το υπερβολικό ψύχος ή τη θερμότητα ή την υγρασία ή την ξηρασία στην ακριβώς αντίθετη κατάσταση και έτσι να πέφτουμε στις πιο βαριές ασθένειες. Διότι η λογική μας διδάσκει ότι οι ξαφνικές αλλαγές είναι επικίνδυνες. Έτσι, λοιπόν, ο ήλιος σχηματίζει τις εποχές και με αυτές ολοκληρώνει το έτος, αλλά και τις ημέρες και τις νύχτες· τις ημέρες τις σχηματίζει με την ανατολή του και την πορεία πάνω από τη γη, ενώ τις νύχτες με τη δύση του κάτω από τη γη και με την παραχώρηση του φωτισμού του στους άλλους φωστήρες, τη σελήνη δηλαδή και τ’ αστέρια. Λένε, επίσης, ότι υπάρχουν στον ουρανό και δώδεκα ζώδια από αστέρια, που έχουν αντίθετη κίνηση από τον ήλιο, τη σελήνη και τους άλλους πέντε πλανήτες· και ότι ανάμεσα από τα δώδεκα ζώδια περνούν οι επτά πλανήτες. Ο ήλιος, λοιπόν, συμπληρώνει ένα μήνα κατά τη διάρκεια κάθε ζωδίου κι έτσι στους δώδεκα μήνες περνά μέσα από τα δώδεκα ζώδια. Τα ονόματα των δώδεκα ζωδίων και οι αντίστοιχοι μήνες τους είναι οι εξής: ο Κριός, την 21η του μήνα Μαρτίου δέχεται τον ήλιο, ο Ταύρος την 23η Απριλίου, οι Δίδυμοι την 24η Μαΐου, ο Καρκίνος την 24η Ιουνίου, ο Λέων την 25η Ιουλίου, ο Παρθένος την 25η Αυγούστου, ο Ζυγός την 25η Σεπτεμβρίου, ο Σκορπιός την 25η Οκτωβρίου, ο Τοξότης την 25η Νοεμβρίου, ο Αιγόκερως την 25η Δεκεμβρίου, ο Υδροχόος την 25η Ιανουαρίου, οι Ιχθύες την 24η Φεβρουαρίου. Η σελήνη όμως περνά από τα δώδεκα ζώδια κάθε μήνα, επειδή βρίσκεται πιο χαμηλά και τα διατρέχει πιο γρήγορα. Είναι, δηλαδή, όπως όταν κατασκευάσεις μια σφαίρα μέσα σε άλλη· τότε η εσωτερική σφαίρα θα είναι μικρότερη. Έτσι και η διαδρομή της σελήνης, που βρίσκεται πιο χαμηλά, είναι λιγότερη και διανύεται γρηγορότερα. Οι ειδωλολάτρες βέβαια ισχυρίζονται ότι η ζωή μας καθορίζεται από την ανατολή, τη δύση και τη σύγκρουση αυτών των άστρων, δηλαδή του ήλιου και της σελήνης· και με αυτά βέβαια ασχολείται η αστρολογία. Εμείς όμως υποστηρίζουμε ότι μπορεί κάποια συμβάντα να προέρχονται απ’ αυτά, όπως η βροχή και η ανομβρία, η ψύχρα και η ζέστη, η υγρασία και η ξηρασία, οι άνεμοι και τα παρόμοια· σε καμία περίπτωση όμως δεν εξαρτώνται οι πράξεις μας. Διότι ο Δημιουργός μας έπλασε αυτεξούσιους, να είμαστε υπεύθυνοι για τις πράξεις μας. Εάν, ό,τι κάνουμε το οφείλουμε στην κίνηση των αστέρων, τότε το κάνουμε καταναγκαστικά· και ό,τι γίνεται καταναγκαστικά, δεν είναι ούτε αρετή ούτε κακία. Αν όμως δέν έχουμε αποκτήσει ούτε αρετή ούτε κακία, τότε δεν αξίζουμε ούτε επαίνους και βραβεία, ούτε κατηγορίες και τιμωρίες· θ’ αποδειχθεί μάλιστα ότι και ο Θεός είναι άδικος, διότι σ’ άλλους μοιράζει αγαθά και σ’ άλλους θλίψεις. Κι αν όλα τα κατευθύνει η ανάγκη, τότε ο Θεός δεν θα χρειαστεί να κυβερνά και να προνοεί για τα δημιουργήματά του. Και η λογική ακόμη θα μας είναι περιττή· διότι αν δεν είμαστε υπεύθυνοι για καμιά μας πράξη, τότε περιττεύει η λογική. Καθόσον, το λογικό μας έχει δοθεί για να σκεφτόμαστε· γι’ αυτό, κάθε λογικό ον είναι και αυτεξούσιο (υπεύθυνο). Εμείς όμως ισχυριζόμαστε ότι τα άστρα δεν είναι η αιτία κανενός απ’ αυτά που συμβαίνουν, ούτε αιτία δημιουργίας των δημιουργημάτων ούτε αιτία καταστροφής αυτών που φθείρονται· αλλά μάλλον είναι προμηνύματα βροχών και αλλαγής των αέρων. Κατά τον ίδιο τρόπο θα έλεγε κάποιος ότι δεν αποτελούν αίτια των πολέμων αλλά συνιστούν προμηνύματα. Και η ποιότητα του αέρα, η οποία δημιουργείται από τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα, συνθέτει κάθε φορά διαφορετικές κράσεις, συνήθειες και διαθέσεις. Οι συνήθειες μάλιστα εξαρτώνται από μας· διότι τις εξουσιάζει η λογική και στις μεταβολές τους κατευθύνονται απ’ αυτήν. Σχηματίζονται μάλιστα πολύ συχνά και κομήτες, κάποια σημάδια δηλαδή που φανερώνουν το θάνατο των βασιλέων· αυτοί δεν ανήκουν στα άστρα που δημιουργήθηκαν εξαρχής, αλλά σχηματίστηκαν σε ειδική περίπτωση με θείο πρόσταγμα και πάλι διαλύονται. Επειδή και ο αστέρας που φάνηκε στους μάγους στη φιλάνθρωπη και σωτήρια κατά σάρκα γέννηση του Κυρίου, δεν ήταν από τα άστρα που δημιουργήθηκαν από την αρχή της δημιουργίας. Και φαίνεται αυτό από το γεγονός ότι η πορεία του ήταν άλλοτε από ανατολή στη δύση, άλλοτε από βορρά προς νότο, άλλοτε χανόταν και άλλοτε φαινόταν. Τα χαρακτηριστικά δηλαδή αυτά δεν ανήκαν στην τάξη ή τη φύση των άστρων. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η σελήνη φωτίζεται από τον ήλιο, όχι διότι δεν είχε ο Θεός να της δώσει ιδιαίτερο φως, αλλά για να υπάρχει ρυθμός και τάξη μέσα στη δημιουργία, με τη διαβάθμιση άρχοντα και υπηκόου· για να μάθουμε κι εμείς να είμαστε κοινωνικοί μεταξύ μας, να προσφέρουμε στους άλλους και να υποτασσόμαστε πρώτα στο Δημιουργό και Πλάστη μας, το Θεό και Δεσπότη, και έπειτα στους άρχοντες που Αυτός έχει ορίσει· μήτε να εξετάζουμε, γιατί έχει αυτός την εξουσία και όχι εγώ· αλλά όλα όσα μας δίνει ο Θεός να τα δεχόμαστε με ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη. Ο ήλιος και η σελήνη παθαίνουν έκλειψη· κι έτσι αποδεικνύουν ως ανόητη πράξη την προσκύνηση των δημιουργημάτων και όχι του Δημιουργού· διότι τα κτίσματα τούς διδάσκουν ότι μεταβάλλονται και αλλοιώνονται. Και κάθε τι το μεταβλητό δεν είναι Θεός· διότι σύμφωνα με τη φύση τους όλα τα μεταβλητά είναι φθαρτά. Ο ήλιος παθαίνει έκλειψη, όταν το σώμα της σελήνης παρεμβάλλεται σαν κάποιος μεσότοιχος και ρίχνει τη σκιά της, χωρίς να επιτρέπει να μεταδοθεί το φως της σε μας. Και όσο διάστημα το σώμα της σελήνης κρύβει τον ήλιο, τόσο διαρκεί και η έκλειψη. Και μην απορείς, αν το σώμα της σελήνης είναι πιο μικρό. Διότι και ο ήλιος θεωρείται από ορισμένους πολύ μεγαλύτερος από τη γη, ενώ από τους Αγίους Πατέρες ίσος προς τη γη· και παρ’ όλ’ αυτά συχνά ένα μικρό σύννεφο ή ένας μικρός λόφος ή τοίχος τον σκεπάζει. Η έκλειψη όμως της σελήνης προκαλείται από τη σκιά της γης, όταν η σελήνη γίνει δεκαπέντε ημερών και βρεθεί στο απέναντι αντίθετο άκρο· (σε μια ευθεία) δηλαδή, ο ήλιος κάτω από τη γη, ενώ η σελήνη πάνω από τη γη. Τότε η γη ρίχνει τη σκιά της και δεν φθάνει το φως του ήλιου να φωτίσει τη σελήνη· έτσι γίνεται η έκλειψή της. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι ο Δημιουργός έφτιαξε τη σελήνη τέλεια, δηλαδή δεκαπέντε ημερών· διότι έπρεπε να δημιουργηθεί τέλεια. Και την τέταρτη ημέρα, όπως είπαμε, δημιουργήθηκε ο ήλιος. Προηγήθηκε, δηλαδή, από τον ήλιο ένδεκα ημέρες· καθώς από την τέταρτη έως τη δεκάτη πέμπτη υπάρχουν ένδεκα ημέρες. Και γι’ αυτό, στο έτος οι δώδεκα μήνες της σελήνης υπολείπονται ένδεκα ημέρες από τους δώδεκα μήνες του ήλιου· καθώς οι μήνες του ήλιου έχουν τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες. Γι’ αυτό με με τον υπολογισμό ενός τετάρτου της ημέρας κάθε τέσσερα χρόνια συμπληρώνεται μία ημέρα, η οποία ονομάζεται δίσεκτος. Κι έτσι το έτος εκείνο έχει τριακόσιες εξήντα έξι ημέρες. Τα έτη όμως της σελήνης έχουν τριακόσιες πενήντα τέσσερις ημέρες· διότι η σελήνη, αφότου γεννηθεί, δηλαδή εμφανισθεί ως νέα, μεγαλώνει έως ότου γίνει δεκατέσσερις και μισή ημέρες· τότε αρχίζει να μικραίνει έως την εικοστή ενάτη και μισή ημέρα, οπότε γίνεται τελείως σκοτεινή. Και πάλι όμως έρχεται σε επαφή με τον ήλιο, ξαναγεννιέται και γίνεται νέα προτυπώνοντας τη δική μας ανάσταση. Κάθε έτος, λοιπόν, επιστρέφει στον ήλιο τις ένδεκα ημέρες. Και έτσι, κάθε τρία χρόνια, δημιουργείται ο εμβόλιμος μήνας για τους Εβραίους· και το έτος εκείνο έχει δεκατρείς μήνες, λόγω της προσθήκης των ένδεκα ημερών. Και είναι φανερό ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα είναι σύνθετα, και σύμφωνα με τη φύση τους πέφτουν στη φθορά. Δεν γνωρίζουμε βέβαια τη φύση τους. Ορισμένοι λένε ότι η φωτιά είναι αφανής, επειδή είναι έξω από την ύλη· γι’ αυτό και χάνεται, όταν σβήνει. Άλλοι πάλι λένε ότι, όταν σβήνει, μεταβάλλεται σε αέρα. Ο ζωδιακός κύκλος κινείται πλάγια, διαιρεμένος σε δώδεκα τμήματα, τα οποία ονομάζουμε ζώδια. Το κάθε ζώδιο έχει τρεις δεκανούς (διαίρεση του ζωδιακού κύκλου: τόξο δέκα μοιρών που αντιστοιχεί σε 10 ημέρες), δηλαδή τριάντα μοίρες· η κάθε μοίρα έχει εξήντα λεπτά. Έτσι ο ουρανός έχει τριακόσιες εξήντα μοίρες, δηλαδή εκατόν ογδόντα μοίρες το πάνω από τη γη ημισφαίριο και εκατόν ογδόντα το κάτω. Οίκοι (αστρολογικά σημεία του ζωδιακού κύκλου, στα οποία όταν εισέλθει ο πλανήτης, δέχεται επίδραση) των πλανητών Ο Κριός και ο Σκορπιός είναι οίκος του Άρη, ο Ταύρος και ο Ζυγός της Αφροδίτης, οι Δίδυμοι και η Παρθένος του Ερμή, ο Καρκίνος της Σελήνης, ο Λέων του Ήλιου, ο Τοξότης και οι Ιχθείς του Δία, ο Αιγόκερως και ο Υδροχόος του Κρόνου. Υψώματα (η υψηλή στάση του αστέρα στον ορίζοντα). Ο Κριός είναι ύψωμα του Ήλιου, ο Ταύρος της Σελήνης, ο Καρκίνος του Δία, η Παρθένος του Άρη, ο Ζυγός του Κρόνου, ο Αιγόκερως του Ερμή, οι Ιχθείς της Αφροδίτης. Τα σχήματα της Σελήνης. Σύνοδος είναι όταν η σελήνη φθάσει στη μοίρα που βρίσκεται ο ήλιος· γέννα είναι όταν έχει απομακρυνθεί από τον ήλιο δεκαπέντε μοίρες· ανατολή, όταν δύο φορές φανεί ημισέληνος και απέχει εξήντα μοίρες· διχοτόμοι δύο, όταν απέχει ενενήντα μοίρας· αμφίκυρτοι δύο, όταν απέχει εκατόν είκοσι μοίρες· πλήρεις φωτισμού δύο, οι οποίες λέγονται και πλησιφαείς, όταν απέχει εκατόν πενήντα μοίρες· πανσέληνος, όταν απέχει εκατόν ογδόντα μοίρες. Είπαμε δύο φορές, δηλαδή μία όταν γεμίζει και μία όταν αδειάζει. Η σελήνη περνά κάθε ζώδιο στο διάστημα διόμισυ ημερών. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 22. Περὶ ἀέρος καὶ ἀνέμων Ἀήρ ἐστι στοιχεῖον λεπτότατον, ὑγρόν τε καὶ θερμόν, τοῦ μὲν πυρὸς βαρύτερον, τῆς δὲ γῆς καὶ τῶν ὑδάτων κουφότερον, ἀναπνοῆς καὶ ἐκφωνήσεως αἴτιον, ἀχρωμάτιστον, ἤτοι ἐκ φύσεως χρῶμα μὴ κεκτημένον, διειδές, διαφανές (φωτὸς γάρ ἐστι δεκτικόν) καὶ ταῖς τρισὶν αἰσθήσεσιν ἡμῶν διακονοῦν (δι᾿ αὐτοῦ γὰρ ὁρῶμεν, ἀκούομεν, ὀσφραινόμεθα), δεκτικὸν θάλψεώς τε καὶ ψύξεως ξηρότητός τε καὶ ὑγρότητος, οὗ πᾶσαι αἱ κατὰ τόπον κινήσεις εἰσίν· ἄνω, κάτω, ἔσω, ἔξω, δεξιά, ἀριστερὰ καὶ ἡ κυκλοφορικὴ κίνησις. Οἴκοθεν μὴ κεκτημένος τὸ φῶς, ἀλλ᾿ ὑπὸ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἄστρων καὶ πυρὸς φωτιζόμενος. Καὶ τοῦτό ἐστιν, ὃ εἶπεν ἡ Γραφή, ὅτι «σκότος ἦν ἐπάνω τῆς ἀβύσσου», θέλουσα δεῖξαι, ὡς οὐκ οἴκοθεν ὁ ἀὴρ τὸ φῶς κέκτηται, ἀλλ᾿ ἄλλη τίς ἐστιν οὐσία ἡ τοῦ φωτός. Ἄνεμος δέ ἐστι κίνησις ἀέρος ἤ ἄνεμός ἐστι ῥεῦμα ἀέρος τῆς τῶν τόπων ἐξαλλαγῆς, ὅθεν ῥεῖ, τάς ἐπωνυμίας ἀμείβων. Καὶ ὁ τόπος δὲ τοῦ ἀέρος ἐστί· τόπος γάρ ἐστιν ἑκάστου σώματος ἡ τούτου περιοχή. Τί δὲ περιέχει τὰ σώματα, εἰ μὴ ἀήρ; Εἰσὶ δὲ τόποι διάφοροι, ὅθεν ἡ τοῦ ἀέρος γίνεται κίνησις, ἐξ ὧν καὶ οἱ ἄνεμοι τὰς ἐπωνυμίας ἔχουσι· δώδεκα δὲ οἱ πάντες εἰσί. Φασὶ δὲ τὸν ἀέρα σβέσιν πυρὸς ἢ ἀτμὸν ὕδατος θερμανθέντος. Ἔστι γοῦν ὁ ἀὴρ κατὰ μὲν τὴν οἰκείαν φύσιν θερμός, ψύχεται δὲ τῇ γειτνιάσει τῇ πρὸς τὸ ὕδωρ καὶ τὴν γῆν, ὡς τὰ μὲν κάτω μέρη αὐτοῦ ψυχρὰ εἶναι, τὰ δὲ ἄνω θερμά. Ἄνεμοι πνέουσιν ἀπὸ ἀνατολῆς θερινῆς καικίας, ὁ καί μέσης, ἀπὸ ἀνατολῆς ἰσημερινῆς ἀπηλιώτης, ἀπὸ ἀνατολῆς χειμερινῆς εὖρος, ἀπὸ δύσεως χειμερινῆς λίψ, ἀπὸ δύσεως ἰσημερινῆς ζέφυρος, ἀπὸ δύσεως θερινῆς ἀργέστης, ἤτοι Ὀλυμπίας, ὁ καὶ Ἰάπυξ. Εἶτα νότος καὶ ἀπαρκτίας ἀντιπνέοντες ἀλλήλοις. Ἔστι δὲ μέσος ἀπαρκτίου καὶ καικίου βορέας. Εὔρου δὲ καὶ νότου μέσος Φοῖνιξ, ὁ καλούμενος εὐρόνοτος. Μέσος δὲ νότου καὶ λιβὸς λιβόνοτος, ὁ καὶ λευκόνοτος. Μέσος δὲ ἀπαρκτίου καὶ ἀργέστου θρασκίας, ἤτοι κέρκιος ὑπὸ τῶν περιοίκων ὀνομαζόμενος. (Ἔθνη δέ οἰκεῖ τά πέρατα κατ’ ἀπηλιώτην Βακτριανοί, κατ’ εὖρον Ἰνδικοί, κατά Φοίνικα Ἐρυθρά θάλασσα καί Αἰθιοπία, κατά λιβόνοτον οἱ ὑπὲρ Σύρτιν Γαράμαντες, κατά λίβα Αἰθίοπες καί οἱ δυσμικοί Ὑπέρμαυροι, κατά ζέφυρον Στῆλαι καί ἀρχαί Λιβύης καί Εὐρώπης, κατά ἀργέστην Ἰβηρία, ἡ νῦν Ἱσπανία, κατά δέ θρασκίαν Κελτοί καί τὰ ὅμορα· κατά ἀπαρκτίαν οἱ ὑπὲρ τὴν Θράκην Σκύθαι, κατά βοῤῥᾶν Πόντος, Μαιῶτις καί Σαρμάται, κατά καικίαν, Κασπία θάλασσα καί Σάκαι). |
Για τον αέρα και τους ανέμους. Ο αέρας είναι στοιχείο πολύ λεπτό, υγρό και θερμό, πιο βαρύ από τη φωτιά, πιο ελαφρό από το χώμα και το νερό, αίτιο της αναπνοής και της ομιλίας· είναι αχρωμάτιστο, δηλαδή δεν έχει από τη φύση του χρώμα, διαυγές, διάφανο (δηλαδή το διαπερνά το φως) και εξυπηρετεί τις τρεις αισθήσεις μας (διότι μέσω αυτού βλέπουμε, ακούμε, οσφραινόμαστε)· είναι στοιχείο που δέχεται τη θερμότητα και την ψυχρότητα, την ξηρότητα και την υγρασία· στον αέρα ανήκουν όλες οι κινήσεις στο χώρο· δηλαδή πάνω, κάτω, μέσα, έξω, δεξιά, αριστερά και κυκλικά. Δεν έχει δικό του φως, αλλά φωτίζεται από τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα και τη φωτιά. Και αυτό το βεβαιώνει ο λόγος της Γραφής, ότι «σκότος υπήρχε πάνω από την άβυσσο»· πράγμα που σημαίνει ότι ο αέρας δεν έχει δικό του φως, αλλά η ουσία του φωτός είναι κάποια άλλη. Ο άνεμος ακόμη είναι κίνηση του αέρα ή ρεύμα του αέρα που αλλάζει τις ονομασίες του από τους διαφορετικούς τόπους από τους οποίους φυσά. Αλλά και ο τόπος ανήκει στον αέρα· διότι ως τόπος θεωρείται η περιοχή κάθε σώματος. Και τί άλλο περιέχει τα σώματα, παρά ο αέρας; Υπάρχουν μάλιστα διάφοροι τόποι, απ’ όπου προέρχεται η κίνηση του αέρα και από τους οποίους οι άνεμοι παίρνουν τις ονομασίες τους· και όλοι οι άνεμοι είναι δώδεκα. Λένε ακόμη ότι ο αέρας είναι σβήσιμο φωτιάς ή ατμός νερού που έχει θερμανθεί. Ο αέρας, λοιπόν είναι θερμός στη φύση του, αλλά ψύχεται από την επαφή του με το νερό και το έδαφος, με αποτέλεσμα τα κάτω στρώματά του να είναι ψυχρά, ενώ τα πάνω θερμά. Άνεμοι φυσούν οι εξής: από τη θερινή ανατολή ο καικίας (=βορειοανατολικός), που ονομάζεται και μέσης, από την ισημερινή ανατολή ο απηλιώτης (=ανατολικός), από τη χειμερινή ανατολή ο εύρος (=ανατολικός- νοτιοανατολικός), από τη χειμερινή δύση ο λίβας (=νοτιοδυτικός), από την ισημερινή δύση ο ζέφυρος (=δυτικός), από τη θερινή δύση ο αργέστης (=βορειοδυτικός), δηλαδή ο Ολυμπίας, που λέγεται και Ιάπυξ. Έπειτα πνέουν αντίθετα μεταξύ τους ο νότος και ο απαρκτίας (=βόρειος). Ενδιάμεσος πάλι μεταξύ του απαρκτία και του καικία πνέει ο βορέας (=βόρειος-βορειοανατολικός). Ενδιάμεσος μεταξύ του εύρου και του νότου πνέει ο Φοίνιξ (=νότιος-νοτιοανατολικός), ο οποίος λέγεται ευρόνοτος. Ενδιάμεσος πάλι μεταξύ νότου και λίβα είναι ο λιβόνοτος, που λέγεται και λευκόνοτος (=νότιος-νοτιοδυτικός). Ενδιάμεσος τέλος μεταξύ απαρκτίου και αργέστου είναι ο θρασκίας (=βόρειος-βορειοδυτικός), που λέγεται κέρκιος από τους γύρω κατοίκους. (Τα άκρα του κόσμου τα κατοικούν τα εξής έθνη· προς τον απηλιώτη οι Βακτριανοί, προς τον εύρο οι Ινδοί· προς τον Φοίνικα βρίσκεται η Ερυθρά θάλασσα και η Αιθιοπία· προς τον λιβόνοτο οι Γαράμαντες που κατοικούν πάνω από τη Σύρτη· προς το λίβα οι Αιθίοπες και οι Υπέρμαυροι της δύσεως· προς τον ζέφυρο βρίσκονται οι Στήλες του Ηρακλέους και οι αρχές της Λιβύης και της Ευρώπης· προς τον αργέστη η Ιβηρία, η σημερινή Ισπανία· προς τον θρασκία οι Κέλτες και τα γειτονικά έθνη· προς τον απαρκτία οι Σκύθες που κατοικούν πάνω από τη Θράκη· προς το βορρά είναι ο Πόντος, η Μαιώτιδα και οι Σαρμάτες· προς τον καικία είναι η Κασπία θάλασσα και οι Σάκες). |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 23. Περὶ ὑδάτων Καὶ τὸ ὕδωρ δὲ ἓν τῶν στοιχείων τῶν τεσσάρων ἐστί, ποίημα Θεοῦ, κάλλιστον. Ὕδωρ ἐστὶ στοιχεῖον ὑγρόν τε καὶ ψυχρὸν, βαρύ τε καὶ κατωφερές, εὐδιάχυτον. Τούτου δὲ μνημονεύει ἡ θεία Γραφὴ λέγουσα· «Καὶ σκότος ἦν ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ Πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος»· ἄβυσσος γὰρ οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μὴ ὕδωρ πολύ, οὗ τὸ τέλος ἀκατάληπτον ἀνθρώποις. Ἐν ἀρχῇ μὲν οὖν τὸ ὕδωρ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἐπεπόλαζε. Καὶ πρῶτον μὲν ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα διαχωρίζον ἀναμέσον τοῦ ὕδατος τοῦ ἐπάνω τοῦ στερεώματος καὶ τοῦ ὕδατος τοῦ ὑποκάτω τοῦ στερεώματος· ἐν τῷ μέσῳ γὰρ τῆς ἀβύσσου τῶν ὑδάτων ἐστερεώθη τῷ δεσποτικῷ προστάγματι. Ὅθεν καὶ στερέωμα εἶπεν ὁ Θεὸς γενέσθαι, καὶ ἐγένετο. Τίνος δὲ χάριν ἐπάνω τοῦ στερεώματος ὕδωρ ὁ Θεὸς ἀπέθετο; Διὰ τὴν τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ αἰθέρος θερμοτάτην ἔκκαυσιν· εὐθέως γὰρ μετὰ τὸ στερέωμα ὁ αἰθὴρ ἐφήπλωται. Καὶ ὁ ἥλιος δὲ σὺν τῇ σελήνῃ καὶ τοῖς ἄστροις ἐν τῷ στερεώματί εἰσι· καὶ εἰ μὴ ἐπέκειτο ὕδωρ, ἐφλέχθη ἂν ὑπὸ τῆς θέρμης τὸ στερέωμα. Εἴτα προσέταξεν ὁ Θεὸς συναχθῆναι τὰ ὕδατα εἰς συναγωγὴν μίαν. Τὸ δὲ «μίαν συναγωγὴν» λέγειν οὐ δηλοῖ τὸ ἐν ἑνὶ τόπῳ συναχθῆναι αὐτά –ἰδοὺ γὰρ μετὰ ταῦτά φησι· «Καὶ τὰ συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας»–, ἀλλὰ τὸ ὁμοῦ καθ᾿ ἑαυτὰ κεχωρισμένα τῆς γῆς γενέσθαι τὰ ὕδατα ὁ λόγος ἐδήλωσε. «Συνήχθησαν τοίνυν τὰ ὕδατα εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν, καὶ ὤφθη ἡ ξηρά». Ἐντεῦθεν αἱ δύο θάλασσαι αἱ τὴν Αἴγυπτον περιέχουσαι –μέση γὰρ αὕτη τῶν δύο κεῖται θαλασσῶν– συνήχθησαν, διάφορα πελάγη καὶ ὄρη καὶ νήσους καὶ ἀγκῶνας καὶ λιμένας ἔχουσαι καὶ κόλπους διαφόρους περιέχουσαι αἰγιαλούς τε καὶ ἀκτάς –αἰγιαλὸς μὲν γὰρ ὁ ψαμμώδης λέγεται, ἀκτὴ δὲ ἡ πετρώδης καὶ ἀγχιβαθὴς, ἤτοι ἡ εὐθέως ἐν τῇ ἀρχῇ βάθος ἔχουσα. Ὁμοίως καὶ ἡ κατὰ τὴν ἀνατολήν, ἥτις λέγεται Ἰνδική, καὶ ἡ βορεινή, ἥτις λέγεται Κασπία· καὶ αἱ λίμναι δὲ ἐντεῦθεν συνήχθησαν. Ἔστιν οὖν ὁ μὲν Ὠκεανὸς οἷόν τις ποταμὸς κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν, περὶ οὗ εἴρηκεν, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ἡ Γραφή, ὅτι «ποταμὸς ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ παραδείσου», πότιμον καὶ γλυκὺ ὕδωρ ἔχων. Οὗτος χορηγεῖ τὸ ὕδωρ ταῖς θαλάσσαις, ὅπερ ἐν ταῖς θαλάσσαις χρονίζον καὶ ἑστὼς ἀκίνητον πικρὸν γίνεται, τοῦ ἡλίου ἀεὶ τὸ λεπτότερον ἀνιμωμένου καὶ τῶν σιφώνων, ὅθεν καὶ τὰ νέφη συνίστανται καὶ οἱ ὄμβροι γίνονται διὰ τῆς διηθήσεως γλυκαινομένου τοῦ ὕδατος. Οὗτος καὶ εἰς τέσσαρας ἀρχὰς, ἤτοι εἰς τέσσαρας ποταμοὺς διαιρεῖται. «Ὄνομα τῷ ἑνὶ Φεισών», τουτέστι Γάγγης ὁ Ἰνδικός. «Καὶ ὄνομα τῷ ἄλλῳ Γηών»· οὗτός ἐστιν ὁ Νεῖλος ὁ ἀπὸ Αἰθιοπίας εἰς Αἴγυπτον κατερχόμενος. Καὶ ὄνομα τῷ τρίτῳ Τίγρις. Καὶ ὄνομα τῷ τετάρτῳ Εὐφράτης. Εἰσὶ δὲ καὶ ἕτεροι πλεῖστοι καὶ μέγιστοι ποταμοί, ὧν οἱ μὲν εἰς τὴν θάλασσαν κενοῦνται, οἱ δὲ καὶ ἐν τῇ γῇ ἀναλίσκονται. Ὅμως καὶ πᾶσα ἡ γῆ διάτρητός ἐστι καὶ ὑπόνομος ὥσπερ τινὰς φλέβας ἔχουσα, δι᾿ ὧν ἐκ τῆς θαλάσσης δεχομένη τὰ ὕδατα τὰς πηγὰς ἀνίησι. Πρὸς οὖν τὴν ποιότητα τῆς γῆς καὶ τὸ τῶν πηγῶν ὕδωρ γίνεται. Διηθεῖται μὲν γὰρ καί διϋλίζεται διὰ τῆς γῆς τὸ θαλάττιον ὕδωρ καὶ οὕτω γλυκαίνεται. Εἰ δὲ ὁ τόπος, ὅθεν ἡ πηγὴ ἀναδίδοται, τύχοι πικρὸς ἢ ἁλμυρός, πρὸς τὴν γῆν καὶ τὸ ὕδωρ ἀνάγεται. Στενούμενον δὲ πολλάκις τὸ ὕδωρ καὶ βίᾳ ῥηγνύμενον θερμαίνεται, κἀντεῦθεν τὰ αὐτοφυῆ θερμὰ ἀνάγονται ὕδατα. Τῷ οὖν θείῳ προστάγματι κοιλώματα ἐν τῇ γῇ γεγόνασι, καὶ οὕτως εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν συνήχθη τὰ ὕδατα· ἐντεῦθεν καὶ τὰ ὄρη γεγόνασι. Πρώτῳ τοίνυν τῷ ὕδατι προσέταξεν ὁ Θεὸς ἐξαγαγεῖν ψυχὴν ζῶσαν, ἐπειδὴ ἤμελλε δι᾿ ὕδατος καὶ τοῦ ἐν ἀρχῇ ἐπιφερομένου τοῖς ὕδασιν Ἁγίου Πνεύματος ἀνακαινίζειν τὸν ἄνθρωπον. Τοῦτο γὰρ ὁ θεῖος ἔφη Βασίλειος. Ἐξήγαγε δὲ ζῷα μικρά τε καὶ μεγάλα, κήτη, δράκοντας, ἰχθύας ἐν τοῖς ὕδασιν ἕρποντας καὶ πετεινὰ πτερωτά. Διὰ τῶν πετεινῶν οὖν συνάπτεται τό τε ὕδωρ καὶ ἡ γῆ καὶ ὁ ἀήρ· ἐξ ὑδάτων μὲν γὰρ ταῦτα γέγονεν, ἐν τῇ γῇ δὲ διατρίβει καὶ ἐν ἀέρι ἵπταται. Κάλλιστον δὲ στοιχεῖον τὸ ὕδωρ καὶ πολύχρηστον καὶ ῥύπου καθάρσιον, οὐ μόνον μὲν σωματικοῦ, καὶ ψυχικοῦ δέ, εἰ προσλάβοι τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος. |
Για τα νερά. Και το νερό, επίσης, είναι ένα από τα τέσσερα στοιχεία το πιο ωραίο δημιούργημα του Θεού. Το νερό είναι στοιχείο υγρό και ψυχρό, βαρύ και με ροπή προς τα κάτω, που εύκολα χύνεται. Αυτό υπενθυμίζει η Αγία Γραφή όταν λέει: «Υπήρχε σκοτάδι πάνω από την άβυσσο και το Πνεύμα του Θεού βρισκόταν πάνω από τα νερά». Η άβυσσος δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα πολλά νερά, που το τέλος τους είναι ασύλληπτο για τον άνθρωπο. Στην αρχή, βέβαια, το νερό κυριαρχούσε σ’ όλη την επιφάνεια της γης. Και ο Θεός δημιούργησε πρώτα το στερέωμα, που χωρίζει το νερό που είναι πάνω από το στερέωμα από το νερό που είναι κάτω από το στερέωμα· διότι, με την εντολή του Δεσπότου Θεού, δημιουργήθηκε το στερέωμα στο μέσον της αβύσσου των νερών. Και γι’ αυτό, είπε ο Θεός να γίνει το στερέωμα, και έγινε. Για ποιό λόγο, όμως, ο Θεός τοποθέτησε νερό πάνω από το στερέωμα; Λόγω της υπερβολικής θερμότητος του ήλιου και του αιθέρα· καθώς, αμέσως μετά το στερέωμα, απλώνεται από κάτω ο αιθέρας. Αλλά και ο ήλιος και η σελήνη και τα άστρα βρίσκονται στο στερέωμα. Κι αν δεν είχε τοποθετηθεί νερό πάνω απ’ αυτό, το στερέωμα θα είχε ανάψει από θερμότητα. Κατόπιν, ο Θεός έδωσε εντολή να συγκεντρωθούν τα νερά σε μία συναγωγή. Η φράση «μία συναγωγή» δεν σημαίνει ότι αυτά συγκεντρώθηκαν σ’ ένα τόπο, –διότι λέει, στη συνέχεια, «τα συστήματα των νερών τα ονόμασε θάλασσες»–· η φράση δηλώνει ότι τα νερά συγκεντρώθηκαν όλα μαζί, ξεχωριστά από την ξηρά. «Τα νερά, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν στις δεξαμενές τους και φάνηκε η ξηρά». Έτσι σχηματίστηκαν οι δύο θάλασσες που περιβρέχουν την Αίγυπτο –καθόσον αυτή βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θάλασσες. (Οι θάλασσες) περιέχουν διάφορα πελάγη, βουνά, νησιά, κόλπους και λιμένες, που περιλαμβάνουν αιγιαλούς και ακτές –αιγιαλός λέγεται η παραλία που έχει άμμο, ενώ ακτή λέγεται αυτή που έχει πέτρες και είναι απότομη, δηλαδή αυτή που έχει βάθος από την αρχή της. Παρόμοια, σχηματίσθηκε θάλασσα στα ανατολικά και λέγεται Ινδική, καθώς και βόρεια και λέγεται Κασπία· αλλά και οι λίμνες σχηματίσθηκαν από τότε. Ο Ωκεανός, λοιπόν, είναι σαν ποταμός που περικυκλώνει όλη τη γη· γι’ αυτόν, όπως νομίζω, είπε η Αγία Γραφή, ότι «ένα ποτάμι πηγάζει από τον Παράδεισο» το οποίο έχει πόσιμο και γλυκό νερό. Αυτός χύνει στις θάλασσες το νερό του, το οποίο, όταν μείνει στάσιμο στις θάλασσες για πολύ χρόνο, γίνεται πικρό, επειδή ο ήλιος και οι σίφωνες αντλούν πάντοτε το πιο ελαφρό μέρος του· έτσι σχηματίζονται τα σύννεφα και πέφτουν οι βροχές, ενώ ταυτόχρονα το νερό γίνεται γλυκό και καθαρίζεται. Αυτός (ο Ωκεανός) διαιρείται σε τέσσερα μέρη, δηλαδή σε τέσσερις ποταμούς. Το όνομα του πρώτου είναι Φεισών, δηλαδή ο Γάγγης στην Ινδία. Το όνομα του δευτέρου είναι Γηών· αυτός είναι ο Νείλος, που πηγάζει από την Αιθιοπία και χύνεται στην Αίγυπτο. Το όνομα του τρίτου είναι Τίγρης και του τετάρτου Ευφράτης. Υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα μεγάλα ποτάμια, από τα οποία άλλα χύνονται στη θάλασσα και άλλα σκορπίζουν στην ξηρά. Γι’ αυτό όλη η ξηρά είναι διάτρητη και έχει υπόγεια νερά σαν φλέβες, μέσα από τις οποίες παίρνει τα θαλάσσια νερά και αναβλύζει τις πηγές. Και το νερό των πηγών είναι ανάλογο με την ποιότητα της γης. Διότι, το θαλασσινό νερό καθαρίζει και διϋλίζεται μέσα στη γη, και έτσι γίνεται γλυκό. Αν όμως το έδαφος του τόπου, απ’ όπου πηγάζει το νερό, είναι πικρό ή αλμυρό, τότε και το νερό είναι ανάλογο με το χώμα. Συχνά, επίσης, επειδή το νερό συμπιέζεται και εκτινάσσεται με πίεση, γίνεται ζεστό, και έτσι πηγάζουν τα φυσικά θερμά νερά. Με εντολή, λοιπόν, του Θεού υπάρχουν κοιλώματα στη γη, και μ’ αυτόν τον τρόπο τα νερά συγκεντρώθηκαν στις δεξαμενές τους· από εκεί δημιουργήθηκαν και τα βουνά. Πρώτα στο νερό, λοιπόν, έδωσε εντολή ο Θεός να βγάλει ζωντανούς οργανισμούς, επειδή επρόκειτο ν’ ανακαινίσει τον άνθρωπο με το νερό και με το Άγιο Πνεύμα, το οποίο στην αρχή της δημιουργίας κινούνταν πάνω από τα νερά. Αυτό βέβαια το είπε ο Μέγας Βασίλειος. Και έβγαλε το νερό μικρά και μεγάλα ζώα, θαλάσσια κήτη, δράκοντες, ιχθείς που έρπουν μέσα στα νερά και πτηνά που πετούν. Με τα πτηνά συνδέονται το νερό, η ξηρά και ο αέρας· διότι αυτά προήλθαν από τα νερά, ζουν στην ξηρά και πετούν στον αέρα. Το νερό μάλιστα είναι το πιο ωραίο στοιχείο της φύσεως και πολύ χρήσιμο· καθαρίζει, όχι μόνον τη σωματική βρωμιά, αλλά και την ψυχική, εφόσον δεχθεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 23. Περὶ πελαγῶν Διαδέχεται τὸ Αἰγαῖον πέλαγος Ἑλλήσποντος, λήγων εἰς Ἄβυδον καὶ Σηστόν· εἶτα ἡ Προποντὶς, λήγουσα εἰς Χαλκηδόνα καὶ Βυζάντιον, ἔνθα τὰ στενά, ἀφ᾿ ὧν ὁ Πόντος ἄρχεται· εἶτα ἡ Μαιῶτις λίμνη. Πάλιν δὲ ἀπ᾿ ἀρχῆς Εὐρώπης καὶ Λιβύης Ἰβηρικὸν, τὸ ἀπὸ Στηλῶν εἰς Πυρήνην τὸ ὄρος· Λιγυστικὸν δὲ, τὸ ἕως τῶν τῆς Τυρρηνίας περάτων· Σαρδώνιον δὲ, τὸ ὑπὲρ τὴν Σαρδὼ, νεῦον πρὸς τὴν Λιβύην κάτω· Τυρρηνικὸν δὲ, τὸ μέχρι Σικελίας λῆγον, ἀρχόμενον ἀπὸ τῶν τῆς Λιγυστικῆς ἄκρων· εἶτα Λιβυκόν· εἶτα Κρητικὸν καὶ Σικελικὸν καὶ Ἰόνιον καὶ Ἄδριον, τὸ δὲ ἀνακεχυμένον ἐκ τοῦ Σικελικοῦ πελάγους, ὃν καλοῦσιν Κορινθιακὸν κόλπον, ἤτοι Ἀλκυονίδα θάλασσαν. Τῷ δὲ Σουνίῳ καὶ Σκυλλαίῳ περιεχόμενον πέλαγος, Σαρωνικόν· εἶτα Μυρτῷον καὶ Ἰκάριον, ἐν ᾧ αἱ Κυκλάδες· εἶτα Καρπάθιον καὶ Παμφύλιον καὶ Αἰγύπτιον. Ὑπὲρ δὲ τὸ Ἰκάριον ἑξῆς ἀναχεῖται τὸ Αἰγαῖον. Ἔστι δὲ ὁ τῆς Εὐρώπης παράπλους ἀπὸ Τανάιδος ποταμοῦ ἐκβολῶν ἕως Ἡρακλέους στηλῶν στάδια Ϛθψθ΄· τῆς δὲ Λιβύης ἀπὸ Τίγγεως ἕως στόματος Κανωβικοῦ στάδια βθσνβ΄· τῆς δὲ Ἀσίας ἀπὸ Κανώβου ἕως Τανάιδος ποταμοῦ μετὰ τῶν κόλπων ὁ παράπλους στάδια δρια´. Ὁμοῦ παράλιος σὺν κόλποις τῆς καθ᾿ ἡμᾶς οἰκουμένης στάδια ιγθοβ´. |
Για τα πελάγη Ο Ελλήσποντος, που τελειώνει στην Άβυδο και τη Σηστό, διαδέχεται το Αιγαίο πέλαγος. Έπειτα είναι η Προποντίδα, η οποία καταλήγει στη Χαλκηδόνα και το Βυζάντιο, όπου είναι τα στενά από τα οποία αρχίζει ο Πόντος. Ακολουθεί η λίμνη Μαιώτις. Επίσης, στην άκρη της Ευρώπης και της Λιβύης είναι το Ιβηρικό πέλαγος, από τις Στήλες του Ηρακλή έως τα Πυρηναία Όρη. Μετά είναι το Λιγυστικό πέλαγος, που φθάνει στα πέρατα της Τυρηνίας. Μετά είναι το Σαρδόνιο πέλαγος, πάνω από την Σαρδηνία, και εκτείνεται κάτω προς τη Λιβύη· το Τυρρηνικό πέλαγος επίσης, που καταλήγει στη Σαρδηνία και αρχίζει από τα όρια της Λιγυστικής· έπειτα το Λυβικό πέλαγος· κατόπιν το Κρητικό, της Σικελίας, το Ιόνιο, της Αδριατικής, που απλώνεται στο πέλαγος της Σικελίας και που το ονομάζουν Κορινθιακό κόλπο ή Αλκυονίδα θάλασσα. Μετά είναι το Σαρωνικό πέλαγος, μεταξύ του Σουνίου και του Σκυλλαίου· ακολουθεί το Μυρτώο και Ικάριο πέλαγος, όπου βρίσκονται οι Κυκλάδες. Έπειτα είναι το Καρπάθιο, Παμφύλιο και Αιγυπτιακό πέλαγος. Ο παράπλους της Ευρώπης από τις εκβολές του ποταμού Τάναη (=Δον) έως τις Ηράκλειες στήλες είναι εξακόσια εννέα χιλιάδες επτακόσια εννέα στάδια· ο παράπλους της Λιβύης από τη Τίγγη (=Ταγγέρη) έως την είσοδο του Κανώβου (=Αβουκίρ) είναι διακόσια εννέα χιλιάδες διακόσια πενήντα δύο στάδια. Ο περίπλους της Ασίας από τον Κάνωβο έως τον ποταμό Τανάη με τις ακτές των κόλπων είναι τέσσερις χιλιάδες εκατόν ένδεκα στάδια. Παρόμοια, ο περίπλους όλης της οικουμένης μαζί με το μήκος των ακτών είναι ένα εκατομμύριο τριακόσιες εννέα χιλιάδες και εβδομήντα δύο στάδια. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 24. Περὶ γῆς καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς. Ἡ γῆ ἓν τῶν τεσσάρων στοιχείων ἐστὶ ξηρόν τε καὶ ψυχρὸν καὶ βαρὺ καὶ ἀκίνητον, ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ παρηγμένον. «Ἐν ἀρχῇ» γάρ, φησίν, «ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν», ἧς τὴν ἕδραν καὶ τὴν βάσιν οὐδεὶς τῶν ἀνθρώπων εἰπεῖν δεδύνηται. Οἱ μὲν γὰρ ἐπὶ ὑδάτων φασὶν ἡδράσθαι καὶ πεπῆχθαι αὐτήν, ὥς φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Τῷ στερεώσαντι τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων», οἱ δὲ ἐπὶ τοῦ ἀέρος. Ἄλλος δέ φησιν· «Ὁ ἑδράσας τὴν γῆν ἐπ᾿ οὐδενός». Καὶ πάλιν ὁ θεηγόρος Δαυὶδ ὡς ἐκ προσώπου τοῦ Δημιουργοῦ· «Ἐγώ», φησίν, «ἐστερέωσα τοὺς στύλους αὐτῆς», τὴν συνεκτικὴν αὐτῆς δύναμιν στύλους ὀνομάσας. Τὸ δὲ «ἐπὶ θαλασσῶν ἐθεμελίωσεν αὐτὴν» δηλοῖ τὸ πανταχόθεν περικεχύσθαι τῇ γῇ τὴν τοῦ ὕδατος φύσιν. Κἂν οὖν ἐφ᾿ ἑαυτῆς, κἂν ἐπὶ ἀέρος, κἂν ἐπὶ ὑδάτων, κἂν ἐπ᾿ οὐδενὸς δῶμεν ἡδράσθαι αὐτήν, χρὴ μὴ ἀφίστασθαι τῆς εὐσεβοῦς ἐννοίας, ἀλλὰ πάντα ὁμοῦ συγκρατεῖσθαι, ὁμολογεῖν καὶ συνέχεσθαι τῇ δυνάμει τοῦ κτίσαντος. Ἐν ἀρχῇ μὲν οὖν, καθώς φησιν ἡ θεία Γραφή, ὑπὸ ὑδάτων ἐκαλύπτετο καὶ ἀκατασκεύαστος, ἤτοι ἀκόσμητος ἦν. Τοῦ δὲ Θεοῦ προστάξαντος τὰ τῶν ὑδάτων δοχεῖα γεγόνασι, καὶ τότε τὰ ὄρη ὑπῆρξαν, τῷ τε θείῳ προστάγματι τὸν οἰκεῖον ἀνείληφε κόσμον παντοδαπέσι χλόαις καὶ φυτοῖς ὡραϊσθεῖσα, οἷς τὸ θεῖον ἐνέθηκε πρόσταγμα δύναμιν αὐξητικήν τε καὶ θρεπτικὴν καὶ σπερματικὴν, ἤτοι ὁμοίου γεννητικήν. Ἐξήγαγε δὲ τοῦ Δημιουργοῦ κελεύσαντος καὶ παντοῖα γένη ζῴων ἑρπετῶν τε καὶ θηρίων καὶ κτηνῶν. Πάντα μὲν πρὸς τὴν τοῦ ἀνθρώπου εὔκαιρον χρῆσιν, ἀλλὰ τούτων τὰ μὲν πρὸς βρῶσιν, οἷον ἐλάφους, πρόβατα, δορκάδας καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ δὲ πρὸς διακονίαν, οἷον καμήλους, βοῦς, ἵππους, ὄνους καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ δὲ πρὸς τέρψιν οἷον πιθήκους, καὶ τῶν ὀρνέων κίσσας τε καὶ ψιττακοὺς καὶ τὰ τοιαῦτα· καὶ τῶν φυτῶν δὲ καὶ βοτανῶν τὰ μὲν κάρπιμα καὶ ἐδώδιμα, τὰ δὲ εὐώδη καὶ ἀνθηρὰ πρὸς τέρψιν ἡμῖν δεδωρημένα, οἷον τὸ ῥόδον καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ δὲ πρὸς νοσημάτων ἴασιν. Οὐκ ἔστι γὰρ οὐδὲν ζῷον, οὐδὲ φυτόν, ἐν ᾧ οὐκ ἐνέργειάν τινα τῇ τῶν ἀνθρώπων χρείᾳ χρησιμεύουσαν ὁ Δημιουργὸς ἐναπέθετο. Ὁ γὰρ τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν ἐπιστάμενος εἰδώς, ὡς μέλλει ἐν αὐτεξουσίῳ παραβάσει ὁ ἄνθρωπος γενέσθαι καὶ τῇ φθορᾷ παραδίδοσθαι, πάντα πρὸς εὔκαιρον χρῆσιν αὐτοῦ, τά τε ἐν τῷ στερεώματι τά τε ἐν τῇ γῇ καὶ τὰ ἐν ὕδασιν ἔκτισε. Πρὸ μὲν οὖν τῆς παραβάσεως, πάντα ὑποχείρια τῷ ἀνθρώπῳ ἦν· ἄρχοντα γὰρ αὐτὸν κατέστησεν ὁ Θεὸς πάντων τῶν ἐν τῇ γῇ καὶ τῶν ἐν τοῖς ὕδασι. Καὶ ὁ ὄφις δὲ συνήθης τῷ ἀνθρώπῳ ἦν, μᾶλλον τῶν ἄλλων αὐτῷ προσερχόμενος καὶ τερπνοῖς προσομιλῶν τοῖς κινήμασιν. Ὅθεν δι᾿ αὐτοῦ τὴν κακίστην ὁ ἀρχέκακος Διάβολος ὑποθήκην τοῖς προπάτορσιν εἰσηγήσατο. Καὶ ἡ γῆ δὲ αὐτομάτη τοὺς καρποὺς ἔφερε πρὸς χρείαν τῶν ὑποχειρίων αὐτῷ ζῴων, καὶ οὔτε ὄμβρος ἦν τῇ γῇ οὔτε χειμών. Μετὰ δὲ τὴν παράβασιν, ἡνίκα «παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς», ἄρχειν ἐν ἑαυτῷ τὴν ἄλογον ἐπιθυμίαν τοῦ λογικοῦ νοῦ παρασκευάσας, παρήκοος τῆς τοῦ Δεσπότου ἐντολῆς γενόμενος, ἐπανέστη τῷ ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ χειροτονηθέντι ἄρχοντι ἡ ὑποχείριος κτίσις, καί ἐτάγη ἐν ἱδρῶτι ἐργάζεσθαι τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη. Ἀλλ᾿ οὐδὲ νῦν ἄχρηστος ἡ τῶν θηρίων χρῆσις ἐκφοβοῦσα καὶ πρὸς ἐπίγνωσιν καὶ ἐπίκλησιν τοῦ πεποιηκότος φέρουσα Θεοῦ. Καὶ ἡ ἄκανθα δὲ μετὰ τὴν παράβασιν ἐξεφύη τῆς γῆς κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου ἀπόφασιν, μεθ᾿ ἣν συνεζεύχθη καὶ τῇ ἀπολαύσει τοῦ ῥόδου ἡ ἄκανθα εἰς ὑπόμνησιν τῆς παραβάσεως ἡμᾶς ἄγουσα, δι᾿ ἣν ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἡ γῆ ἀνατέλλειν ἡμῖν κατεδικάσθη. Ὅτι μὲν ταῦτα οὕτως ἔχει, πιστευτέον ἐκ τοῦ καὶ μέχρι τοῦ νῦν τὴν τούτων διαμονὴν ἐνεργεῖν τὸν τοῦ Κυρίου λόγον· ἔφη γάρ· «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν». Σφαιροειδῆ δέ τινές φασι τὴν γῆν, ἕτεροι δὲ κωνοειδῆ. Ἥττων δὲ καὶ πάνυ σμικροτέρα ἐστὶ τοῦ οὐρανοῦ, ὥσπερ τις στιγμὴ ἐν μέσῳ τούτου κρεμαμένη. Καὶ αὐτὴ δὲ παρελεύσεται καὶ ἀλλαγήσεται. Μακάριος δέ ἐστιν ὁ τὴν τῶν πραέων γῆν κληρονομῶν· ἡ γὰρ μέλλουσα τοὺς ἁγίους ὑποδέχεσθαι γῆ ἀθάνατός ἐστι. Τίς οὖν ἀξίως τὴν ἄπειρόν τε καὶ ἀκατάληπτον τοῦ Δημιουργοῦ σοφίαν θαυμάσειεν; Ἢ τίς τῆς πρεπούσης εὐχαριστίας ἐφίκοιτο τοῦ δοτῆρος τῶν τοσούτων ἀγαθῶν; |
Για τη γη και για όσα προέρχονται απ’ αυτήν. Η γη είναι ένα από τέσσερα στοιχεία της φύσεως· είναι ξηρό, ψυχρό, βαρύ και ακίνητο. Ο Θεός τη δημιούργησε από το μηδέν την πρώτη ημέρα της δημιουργίας. Διότι, (η Γραφή) λέει «ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον ουρανό και τη γη»· και κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει τη θέση και τη βάση της γης. Άλλοι λένε ότι έχει στηριχθεί και σταθεροποιηθεί πάνω στα νερά, όπως λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Αυτός που τη στερέωσε πάνω στα νερά»· άλλοι πάλι λένε ότι στηρίζεται στον αέρα. Και άλλος λέει: «Αυτός που στήριξε τη γη πάνω στο τίποτε». Και πάλι ο προφήτης Δαβίδ λέει για λογαριασμό του Δημιουργού: «Εγώ στήριξα τους στύλους της γης»· και με τη λέξη «στύλοι» εννοεί τα θεμέλιά της που την συγκρατούν. Η φράση πάλι «θεμελίωσε τη γη στις θάλασσες» εννοεί ότι η γη περιβάλλεται από παντού με νερά. Έτσι, είτε δεχθούμε ότι η γη στηρίζεται στον εαυτό της, είτε στον αέρα, είτε στα νερά, είτε πάνω σε τίποτε, πρέπει να μην απομακρυνθούμε από τον ευσεβή λογισμό, αλλά να ομολογούμε ότι η δύναμη του Δημιουργού είναι που τα συγκρατεί όλα και τα συντηρεί. Στην αρχή, λοιπόν, όπως μας λέει η Αγία Γραφή, η γη καλυπτόταν από νερά και ήταν αδιαμόρφωτη, δηλαδή αστόλιστη. Όταν όμως έδωσε εντολή ο Θεός, σχηματίσθηκαν οι δεξαμενές των νερών και τότε φάνηκαν τα βουνά. Με τη θεία εντολή, η γη πήρε τον κατάλληλο στολισμό της, αφού ομόρφυνε με κάθε είδους χόρτα και φυτά. Μέσα σ’ αυτά ο Θεός, με εντολή του, έβαλε την αυξητική, θρεπτική και αναπαραγωγική δύναμη, που γεννά τα ίδια είδη. Επίσης, με πρόσταγμα του Δημιουργού, η γη έδωσε κάθε είδους ζώα, ερπετά, θηρία και κτήνη. Όλα, βέβαια, έγιναν για να τα έχει ο άνθρωπος στην αναγκαία χρήση· άλλα απ’ αυτά να τα έχει για φαγητό, όπως ελάφια, πρόβατα, ζαρκάδια και παρόμοια· άλλα να τα έχει για να τον υπηρετούν, όπως καμήλες, βόδια, άλογα, γαϊδούρια και τα όμοια· και άλλα να τα έχει για διασκέδαση, όπως τους πίθηκους και από τα πτηνά τις καρακάξες, τους παπαγάλους και τα παρόμοια. Από τα φυτά και τα βότανα, άλλα είναι καρποφόρα και φαγώσιμα, άλλα ευωδιαστά και ανθοστόλιστα, τα οποία μας έχουν δοθεί ως δώρα όπως τα τριαντάφυλλα και τα όμοια, και άλλα για θεραπεία από ασθένειες. Διότι δεν υπάρχει κανένα ζώο ούτε φυτό, μέσα στο οποίο ο Δημιουργός δεν έβαλε κάποια χρήσιμη ενέργεια για τις ανάγκες των ανθρώπων. Διότι ο Θεός, επειδή τα γνώριζε όλα πριν τα δημιουργήσει και γνώριζε επίσης ότι ο άνθρωπος πρόκειται θεληματικά να γίνει παραβάτης και να παραδοθεί στη φθορά, τα δημιούργησε όλα –αυτά που υπάρχουν στο στερέωμα, στη γη και το νερό– για να χρησιμοποιεί ο άνθρωπος κατάλληλα. Πριν, λοιπόν, από την παράβαση, όλα ήταν στην εξουσία του ανθρώπου, καθώς ο Θεός τον είχε καταστήσει άρχοντα όλων των κτισμάτων και της γης και των υδάτων. Και το φίδι μάλιστα ήταν εξοικειωμένο με τον άνθρωπο και τον πλησίαζε περισσότερο από τα άλλα ζώα και με ευχάριστες κινήσεις του σώματός του τον διασκέδαζε. Γι’ αυτό ο αρχέκακος Διάβολος μέσω αυτού εισηγήθηκε στους προπάτορες τη χειρότερη συμβουλή. Η γη πάλι αυτόματα παρήγαγε καρπούς για τις ανάγκες των ζώων που ήταν στην εξουσία του, και ούτε βροχή υπήρχε στη γη ούτε κακοκαιρία. Μετά την παράβαση όμως, όταν «μπλέχτηκε με τα ανόητα ζώα και έγινε όμοιος μ’ αυτά», έκανε ώστε η παράλογη επιθυμία να εξουσιάζει το λογικό νου του, διότι παράκουσε την εντολή του Δεσπότου. Τότε, η κτίση που ήταν κάτω από την εξουσία του ανθρώπου, καθώς είχε ορισθεί άρχοντάς της από το Δημιουργό, επαναστάτησε εναντίον του· έτσι πήρε την εντολή να εργάζεται με ιδρώτα τη γη, από την οποία προήλθε. Αλλά και η τωρινή χρησιμότητα των θηρίων δεν είναι χωρίς ωφέλεια, διότι μας προκαλούν φόβο και μας οδηγούν στην επίκληση της βοήθειας του Θεού. Και τα αγκάθια ακόμη που, σύμφωνα με απόφαση του Κυρίου, φύτρωσαν από τη γη μετά την παράβαση, μετά απ’ αυτήν συνδέθηκαν με την απόλαυση των τριαντάφυλλων, για να μας υπενθυμίζουν την παράβαση, εξαιτίας της οποίας η γη τιμωρήθηκε να βγάζει για μας αγκάθια και τριβόλια. Και ότι αυτά έτσι είναι, πρέπει να το πιστεύουμε από το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα ο λόγος του Κυρίου ενεργεί τη διατήρησή τους· διότι είπε: «Ν’ αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε και να γεμίσετε τη γη». Ορισμένοι λένε ότι η γη είναι σφαιρική, ενώ άλλοι κωνική. Είναι βέβαια πολύ πιο μικρή από τον ουρανό, σαν μια κουκίδα που αιωρείται στο μέσον του. Αλλάκαι αυτή θα παρέλθει και θα μεταβληθεί. Και είναι μακάριος αυτός που κληρονομεί τη γη των πράων ανθρώπων· διότι η μέλλουσα γη που θα υποδεχθεί τους αγίους είναι αθάνατη. Ποιός, λοιπόν, μπορεί να εκφράσει θαυμασμό όπως αξίζει για την άπειρη και ακατάληπτη σοφία του Δημιουργού; Ή, ποιός μπορεί να ευχαριστήσει επάξια τον δοτήρα τόσων μεγάλων αγαθών; |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 24. Εἰσὶ δὲ αἱ γνωσθεῖσαι ἐπαρχίαι τῆς γῆς ἤτοι
σατραπίαι αὗται· Εὐρώπης μὲν ἐπαρχίαι λ´, πίνακες ί· ά Ἰουβερνία, νῆσος Βρετανική ΄ Ἀλουίωνος νῆσος Βρετανική ΄ Ἱσπανία Βαιτική ΄ Ἱσπανία Λουσιτανία έ Ἱσπανία Ταρακωνησία ΄ Γαλλία Ἀκουιτανία ΄ Γαλλία Λουγδονησία ή Γαλλία Κελτική ΄ Γαλλία Ναρβωνησία ί Γερμανία μεγάλη ιά Ῥαιτία καὶ Οὐινδελικία ι΄ Νωρικόν ι΄ Παννονία ἡ ἄνω ι΄ Παννονία ἡ κάτω ιέ Ἰλλυρίς ι΄ Δελματία ι΄ Ἰταλία ιή Κύρνος νῆσος ι΄ Σαρδὼ νῆσος ΄ Σικελία νῆσος κά Σαρματία ἡ ἐν Εὐρώπῃ κ΄ Ταυρικὴ Χερσόνησος κ΄ Ἰάζυγες Μετανάσται κ΄ Δακία κέ Μυσία ἡ ἄνω κ΄ Μυσία ἡ κάτω κ΄ Θρᾴκη κή Χερσόνησος κ΄ Μακεδονία ΄ Ἤπειρος λά Ἀχαΐα λ΄ Εὔβοια νῆσος λ΄ Πελοπόννησος λ΄ Κρήτη νῆσος. Λιβύης ἐπαρχίαι ι´, πίνακες ή· ά Μαυριτανία Τιγγιτανή ΄ Μαυριτανία Καισαρηνσία ΄ Νουμιδία ΄ Ἀφρικὴ ὅλη έ Κυρηναϊκὴ πεντάπολις ΄ Μαρμαρική ΄ Λιβύη ή Αἴγυπτος ἡ κάτω ΄ Αἴγυπτος Θηβαΐς ί ἡ ἐντὸς Ἀφρικῆς Λιβύη ιά ἡ ἄνω Αἰγύπτου Αἰθιοπία ι΄ ἡ ἐντὸς τούτων πάντων νωτιωτάτη Αἰθιοπία. Ἀσίας ἠπείρου μεγάλης ἐπαρχίαι μή, κανόνες ι΄· ά Βιθυνία Πόντου ΄ Ἀσία ἡ ἰδίως, πρὸς τῇ Ἐφέσῳ ΄ Φρυγία μεγάλη ΄ Λυκία έ Γαλατία ΄ Παφλαγονία ΄ Παμφυλία ή Καππαδοκία ΄ Ἀρμενία μικρά ί Κιλικία ιά Σαρματία ἡ ἐντὸς Ἀσίας ι΄ Κολχίς ι΄ Ἰβηρία ι΄ Ἀλβανία ιέ Ἀρμενία μεγάλη ι΄ Κύπρος νῆσος ι΄ Συρία κοίλη ιή Συρία Φοινίκη ι΄ Συρία Παλαιστίνη ΄ Ἀραβία Πετραία κά Μεσοποταμία κ΄ Ἀραβία ἔρημος κ΄ Βαβυλωνία κ΄ Ἀσσυρία κέ Σουσιανή κ΄ Μηδία κ΄ Περσίς κή Παρθία κ΄ Καρμανία ἔρημος ΄ Καρμανία ἑτέρα λά Ἀραβία εὐδαίμων λ΄ Ὑρκανία λ΄ Μαργιανή λ΄ Βακτριανή λέ Σογδιανή λ΄ Σακῶν λ΄ Σκυθία ἡ ἐντὸς Ἰμάου ὄρους λή Σκυθία ἡ ἐκτὸς Ἰμάου ὄρους λ΄ Σηρική ΄ Ἀρεία μά Παροπανισάδαι μ΄ Δραγγιανή μ΄ Ἀραχωσία μ΄ Γεδρωσία μέ Ἰνδικὴ ἡ ἐντὸς Γάγγου τοῦ ποταμοῦ μ΄ Ἰνδικὴ ἡ ἐκτὸς Γάγγου τοῦ ποταμοῦ μ΄ Σῖναι μή Ταπροβάνη νῆσος. Ὁμοῦ γίνονται Εὐρώπης μὲν πίνακες ί, ἐπαρχίαι λ´, πόλεις ἐπίσημοι ριή Λιβύης δὲ πίνακες μὲν ή, χῶραι δὲ ι´, πόλεις ἐπίσημοι ν΄ Ἀσίας δὲ μεγάλης πίνακες μὲν ι´, ἐπαρχίαι δὲ μή, πόλεις ἐπίσημοι ρ΄ αἱ πᾶσαι τῆς οἰκουμένης χῶραι Ϟ´, πόλεις τ´. Ἔθνη δὲ οἰκεῖ τὰ πέρατα· κατ᾿ ἀπηλιώτην Βακτριανοί, κατ᾿ εὗρον Ἰνδοί, κατὰ Φοίνικα Ἐρυθρὰ θάλασσα καὶ Αἰθιοπία, κατὰ λευκόνοτον οἱ ὑπὲρ Σύρτιν Γεράμαντες, κατὰ λίβα Αἰθίοπες καὶ δυσμικοὶ Ὑπέρμαυροι, κατὰ ζέφυρον Στῆλαι καὶ ἀρχαὶ Λιβύης καὶ Εὐρώπης, κατὰ ἀργέστην Ἰβηρία ἡ νῦν Ἱσπανία, κατὰ δὲ θρασκίαν Κελτοὶ καὶ τὰ ὅμορα, κατὰ ἀπαρκτίαν οἱ ὑπὲρ Θρᾴκην Σκύθαι, κατὰ βορρᾶν Πόντος Μαιῶτις καὶ Σαρμάται, κατὰ καικίαν Κασπία θάλασσα καὶ Σάκες. |
|
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 25. Περὶ παραδείσου Ἐπειδὴ δὲ ἔμελλεν ὁ Θεὸς ἐξ ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου κτίσεως πλαστουργεῖν τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα τε καὶ ὁμοίωσιν, ὥσπερ τινὰ βασιλέα καὶ ἄρχοντα πάσης τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν αὐτῇ προκαθίστησιν αὐτῷ οἷόν τι βασίλειον, ἐν ᾧ διαιτώμενος μακαρίαν καὶ πανολβίαν ἕξει ζωήν. Οὗτός ἐστιν ὁ θεῖος παράδεισος, Θεοῦ χερσὶν ἐν Ἐδὲμ πεφυτευμένος, εὐφροσύνης καὶ θυμηδίας ἁπάσης ταμιεῖον. Ἐδὲμ γὰρ τρυφὴ ἑρμηνεύεται. Ἐν τῇ ἀνατολῇ μὲν πάσης τῆς γῆς ὑψηλότερος κείμενος, εὐκραὴς δὲ καὶ ἀέρι λεπτῷ καὶ καθαρωτάτῳ περιλαμπόμενος, φυτοῖς ἀειθαλέσι κομῶν, εὐωδίας πλήρης, φωτὸς ἔμπλεως, ὥρας ἁπάσης αἰσθητῆς καὶ κάλλους ὑπερβαίνων ἐπίνοιαν, θεῖον ὄντως χωρίον καὶ ἄξιον τοῦ κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐνδιαίτημα, ἐν ᾧ οὐδὲν τῶν ἀλόγων ηὐλίζετο, μόνος δὲ ὁ ἄνθρωπος, τῶν θείων χειρῶν τὸ πλαστούργημα. Ἐν μέσῳ τούτου ξύλον ζωῆς ὁ Θεὸς ἐφύτευσεν καὶ ξύλον τῆς γνώσεως. Τὸ μὲν ξύλον τῆς γνώσεως ἀπόπειράν τινα καὶ δοκιμὴν καὶ γυμνάσιον τῆς τοῦ ἀνθρώπου ὑπακοῆς καὶ παρακοῆς. Διὸ καὶ ξύλον τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν κέκληται, ἢ ὅτι δύναμιν ἐδίδου γνωστικὴν τοῖς μεταλαμβάνουσι τῆς οἰκείας φύσεως, ὅπερ καλὸν μὲν τοῖς τελείοις, κακὸν δὲ τοῖς ἀτελεστέροις, ἔτι καὶ τὴν ἔφεσιν λιχνοτέροις, ὥσπερ στερεὰ τροφὴ τοῖς ἀπαλοῖς ἔτι καί δεομένοις γάλακτος· οὐκ ἐβούλετο γὰρ ὁ κτίσας ἡμᾶς Θεὸς μεριμνᾶν καὶ περὶ πολλὰ τυρβάζεσθαι, οὐδὲ φροντιστὰς καὶ προνοητὰς τῆς ἰδίας ζωῆς γενέσθαι. Ὅπερ δὴ καὶ πέπονθεν ὁ Ἀδάμ· γευσάμενος γὰρ ἔγνω, ὅτι γυμνὸς ἦν, καὶ περίζωμα ἑαυτῷ περιεποιεῖτο· φύλλα γὰρ συκῆς λαβὼν περιεζώσατο. Πρὸ δὲ τῆς γεύσεως γυμνοὶ ἦσαν ἀμφότεροι, ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, καὶ οὐκ ᾐσχύνοντο. Τοιούτους δὲ ἀπαθεῖς ἐβούλετο εἶναι ἡμᾶς ὁ Θεός (ἀπαθείας γὰρ ἄκρας τοῦτό ἐστιν). Ἔτι δὲ καὶ ἀμερίμνους, ἓν ἔργον ἔχοντας, τὸ τῶν ἀγγέλων, ὑμνεῖν ἀλήκτως καὶ ἀδιαλείπτως τὸν κτίσαντα, καὶ τῆς αὐτοῦ κατατρυφᾶν θεωρίας καὶ αὐτῷ ἐπιρρίπτειν τὴν ἑαυτῶν μέριμναν. Ὅπερ καὶ διὰ τοῦ προφήτου Δαυὶδ πρὸς ἡμᾶς ἀπεφθέγξατο· «Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου», λέγων, «καὶ αὐτός σε διαθρέψει». Καὶ ἐν τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις τοὺς οἰκείους μαθητὰς διδάσκων φησί· «Μὴ μεριμνήσητε τῇ ψυχῇ ὑμῶν, τί φάγητε, καὶ τῷ σώματι ὑμῶν, τί ἐνδύσησθε». Καὶ πάλιν· «Αἰτεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Καὶ πρὸς τὴν Μάρθαν· «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά, ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία γὰρ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς»· τὸ καθῆσθαι δηλονότι παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἀκούειν τῶν λόγων αὐτοῦ. Τὸ δὲ τῆς ζωῆς ξύλον ἢ ξύλον ἔχον ἐνέργειαν ζωῆς παρεκτικὴν ἢ τοῖς τῆς ζωῆς ἀξίοις καὶ τῷ θανάτῳ οὐχ ὑποκειμένοις μόνοις ἐδώδιμον. Τινὲς μὲν οὖν αἰσθητὸν τὸν παράδεισον ἐφαντάσθησαν, ἕτεροι δὲ νοητόν. Πλὴν ἔμοιγε δοκεῖ, ὅτι ὥσπερ ὁ ἄνθρωπος αἰσθητὸς ἅμα καὶ νοητὸς δεδημιούργητο, οὕτω καὶ τὸ τούτου ἱερώτατον τέμενος αἰσθητὸν ἅμα καὶ νοητὸν καὶ διπλῆν ἔχον τὴν ἔμφασιν· τῷ γὰρ σώματι ἐν τῷ θειοτάτῳ χώρῳ καὶ ὑπερκαλλεῖ, καθὼς ἱστορήσαμεν, αὐλιζόμενος, τῇ ψυχῇ ἐν ὑπερτέρῳ καὶ ἀσυγκρίτῳ καὶ περικαλλεστέρῳ τόπῳ διέτριβε Θεὸν ἔχων οἶκον τὸν ἔνοικον καὶ αὐτὸν ἔχων εὐκλεὲς περιβόλαιον καὶ τὴν αὐτοῦ περιβεβλημένος χάριν καὶ τοῦ μόνου γλυκυτάτου καρποῦ τῆς αὐτοῦ θεωρίας κατατρυφῶν, οἷά τις ἄγγελος ἄλλος καὶ ταύτῃ τρεφόμενος. Ὅπερ δὴ καὶ ξύλον ζωῆς ἀξίως ὠνόμασται· ζωῆς γὰρ θανάτῳ μὴ διακοπτομένης ἡ γλυκύτης τῆς θείας μεθέξεως τοῖς μεταλαμβάνουσι μεταδίδωσιν. Ὃ δὴ καὶ πᾶν ξύλον ὁ Θεὸς ἐκάλεσεν· «Ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει», φησί, «φάγεσθε·» αὐτὸς γάρ ἐστι τὸ πᾶν, ἐν ᾧ καὶ δι᾿ οὗ τὸ πᾶν συνέστηκε. Τὸ δὲ τῆς τοῦ καλοῦ τε καὶ κακοῦ γνώσεως ξύλον ἡ τῆς πολυσχεδοῦς θεωρίας διάγνωσις. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ τῆς οἰκείας ἐπίγνωσις φύσεως, ἥτις καλὴ μὲν τοῖς τελείοις καὶ ἐν τῇ θείᾳ θεωρίᾳ βεβιωκόσιν, ἐξ ἑαυτῆς τὴν τοῦ Δημιουργοῦ μεγαλουργίαν δημοσιεύουσα, τοῖς μὴ δεδιόσι μετάπτωσιν διὰ τὸ ἐκ τοῦ χρόνου εἰς ἕξιν τινὰ τῆς τοιαύτης ἐληλακέναι θεωρίας, οὐ καλὴ δὲ τοῖς νέοις ἔτι καὶ τὴν ἔφεσιν λιχνοτέροις, οὓς διὰ τὸ ἀβέβαιον τῆς ἐν τῷ κρείττονι διαμονῆς καὶ μήπω παγίως ἐνεδρασθῆναι τῇ τοῦ μόνου καλοῦ προσεδρείᾳ ἡ τοῦ οἰκείου κηδεμονία σώματος πρὸς ἑαυτὴν ἀνθέλκειν καὶ περισπᾶν πέφυκεν. Οὕτω διπλοῦν οἶμαι τὸν θεῖον παράδεισον. Καὶ ἀληθῶς οἱ θεοφόροι Πατέρες παρέδωκαν οἵ τε οὕτως, οἵ τε ἐκείνως διδάξαντες. Δυνατὸν δὲ νοῆσαι πᾶν ξύλον τὴν ἐκ πάντων τῶν κτισμάτων τῆς θείας δυνάμεως γινομένην ἐπίγνωσιν, ὥς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται». Πασῶν δὲ τῶν ἐννοιῶν καὶ θεωριῶν τούτων ἡ καθ᾿ ἡμᾶς ὑψηλοτέρα πέφυκεν, ἡ τῆς ἡμετέρας φημὶ συστάσεως, ὥς φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Ἐθαυμαστώθη ἡ γνῶσίς σου ἐξ ἐμοῦ», τουτέστιν ἐκ τῆς ἐμῆς κατασκευῆς. Ἐπισφαλὴς δὲ αὕτη τῷ Ἀδὰμ ὑπῆρχε νεοπαγεῖ ὄντι, δι᾿ ἃς εἴπομεν αἰτίας. Ἤ ξύλον μὲν ζωῆς τὴν ἐκ πάντων τῶν αἰσθητῶν ἐγγινομένην θειοτέραν ἔννοιαν καὶ τὴν δι᾿ αὐτῶν ἐπὶ τὸν ἁπάντων γενεσιουργόν τε καὶ δημιουργὸν καὶ αἴτιον ἀναγωγήν, ὅπερ καὶ πᾶν ξύλον ὠνόμασε, τὸ πλῆρες καὶ ἀδιαίρετον, μόνην τε τοῦ καλοῦ φέρων τὴν μέθεξιν, ξύλον δὲ γνώσεως καλοῦ καὶ πονηροῦ τὴν αἰσθητὴν καὶ ἐνήδονον βρῶσιν, τὴν τῷ δοκεῖν μὲν γλυκαίνουσαν, τῷ ὄντι δὲ ἐν μετουσίᾳ κακῶν τὸν μετέχοντα καθιστῶσαν· φησὶ γὰρ ὁ Θεός· «Ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ», διὰ πάντων, οἶμαι, τῶν κτισμάτων ἐπ᾿ ἐμὲ τὸν ποιητὴν ἀναβιβάσθητι, λέγων, καὶ ἕνα καρπὸν ἐκ πάντων κάρπωσαι, ἐμὲ τὴν ὄντως ζωήν. Πάντα σοι ζωὴν καρποφορείτωσαν, καὶ τὴν ἐμὴν μέθεξιν ποιοῦ τῆς οἰκείας ὑπάρξεως σύστασιν· οὕτω γὰρ ἔσῃ ἀθάνατος. «Ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ. ᾟ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»· φυσικῶς γὰρ ἡ αἰσθητὴ βρῶσις τοῦ ὑπεκρεύσαντός ἐστιν ἀναπλήρωσις καὶ εἰς ἀφεδρῶνα χωρεῖ καὶ φθοράν· καὶ ἀμήχανον ἄφθαρτον διαμένειν τὸν αἰσθητῆς βρώσεως ἐν μετουσίᾳ γινόμενον. Ἢ ξύλον μὲν ζωῆς ἡ μετοχὴ τοῦ
θεοῦ, δι᾿ ἧς καὶ οἱ ἄγγελοι τρέφονται, δι᾿ |
Για τον Παράδεισο. Επειδή επρόκειτο ο Θεός να πλάσει τον άνθρωπο από ορατή και αόρατη φύση, σύμφωνα με τη δική του εικόνα και ομοιότητα, σαν κάποιο βασιλιά και άρχοντα όλης της γης και των αγαθών της, γι’ αυτό το λόγο προετοιμάζει γι’ αυτόν κάτι σαν παλάτι, μέσα στο οποίο αν κατοικεί θα έχει μακάρια και τρισευτυχισμένη ζωή. Αυτός ο τόπος είναι ο θείος παράδεισος, τον οποίο ο Θεός έχει φυτέψει με τα χέρια του, ταμείο κάθε χαράς και ευχαριστήσεως. Διότι η λέξη Εδέμ σημαίνει απόλαυση. Ήταν βέβαια στην ανατολή και βρισκόταν πιο ψηλά απ’ όλη τη γη, αλλά είχε εύκρατο κλίμα και ακτινοβολούσε από λεπτό και πολύ καθαρό αέρα· ήταν κατάφυτος από αειθαλή φυτά, γεμάτος από ευωδία και φως, ο οποίος ξεπερνά στη φαντασία κάθε εποχή του έτους και ομορφιά· είναι πράγματι θείος τόπος και άξια κατοικία του ανθρώπου που πλάσθηκε κατ’ εικόνα Θεού, μέσα στον οποίο δεν σύχναζε κανένα από τα άλογα ζώα, αλλά μόνον ο άνθρωπος, το πλαστούργημα του Θεού. Και στο μέσον του Παραδείσου ο Θεός φύτευσε το δένδρο της ζωής και το δένδρο της γνώσεως. Το δένδρο της γνώσεως δόθηκε ως αφορμή, δοκιμασία και άσκηση της υπακοής και παρακοής του ανθρώπου. Γι’ αυτό και πήρε το όνομα «ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού»· διότι έδινε σε όσους το δοκίμαζαν τη δύναμη να γνωρίσουν τη φύση τους· αυτό όμως ήταν καλό για τους τέλειους, αλλά κακό για τους ατελείς και τους επιρρεπείς στις επιθυμίες· ακριβώς όπως η ξηρά τροφή κάνει κακό στα βρέφη που τρέφονται ακόμη με γάλα. Διότι ο Θεός που μας έπλασε δεν ήθελε να μεριμνάμε και ν’ ασχολούμαστε με πολλά, ούτε ακόμη να φροντίζουμε και να προνοούμε για τη δική μας τη ζωή. Εδώ όμως την έπαθε ο Αδάμ· διότι, μόλις γεύθηκε τον καρπό του δένδρου, αισθάνθηκε τη γύμνια του και φρόντισε να βάλει ένδυμα· πήρε δηλαδή φύλλα συκιάς και ντύθηκε. Ενώ, πριν από τη γεύση, και οι δύο, ο Αδάμ και η Εύα, ήταν γυμνοί, αλλά δεν ντρέπονταν. Διότι, τόσο πολύ ο Θεός ήθελε να είμαστε απαθείς (διότι η γυμνότητα είναι χαρακτηριστικό της τέλειας απάθειας). Ήθελε ακόμη να είμαστε αμέριμνοι, έχοντας ένας έργο, το αγγελικό, να δοξολογούμε δηλαδή ακατάπαυστα τον Πλάστη μας, να εντρυφούμε στη δική του θεωρία και να εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν τη φροντίδα του εαυτού μας. Αυτό μας το είπε και με τον προφήτη Δαβίδ, με τα εξής λόγια: « Άφησε τη μέριμνά σου στον Κύριο και Αυτός θα σε αναθρέψει». Αλλά και στα ιερά Ευαγγέλια δίδασκε τους μαθητές του με τα ακόλουθα λόγια: «Μη φροντίσετε για την ψυχή σας τί θα φάει, και για το σώμα τί θα φορέσει». Και συνεχίζει: «Ζητάτε τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαίωση που Αυτός προσφέρει, και τα υπόλοιπα θα έλθουν στη ζωή σας». Και προς τη Μάρθα λέει: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και ασχολείσαι με πολλά, αλλά ένα είναι αναγκαίο· η Μαρία έκανε την καλή επιλογή, την οποία δε θα τη χάσει ποτέ». Ως επιλογή της εννοούσε βέβαια ότι καθόταν στα πόδια του και άκουγε τα λόγια του. Τό δένδρο όμως της ζωής ήταν δένδρο που είχε ζωοπάροχη ενέργεια και ήταν φαγώσιμο μόνον απ’ αυτούς που ήταν άξιοι της ζωής και δεν υπόκεινταν στο θάνατο. Ορισμένοι βέβαια θεωρούσαν αισθητό τον παράδεισο, ενώ άλλοι νοητό. Εγώ όμως έχω τη γνώμη ότι, όπως ο άνθρωπος πλάστηκε και αισθητός και νοητός, έτσι και το ιερώτατο τέμενός του δημιουργήθηκε ταυτόχρονα αισθητό και νοητό και με διπλή όψη. Διότι, όπως εξιστορήσαμε, κατοικούσε με το σώμα στο θεϊκό και πανέμορφο τόπο, ενώ με την ψυχή ζούσε σε ακόμη ανώτερο και ασύγκριτο και πανέμορφο τόπο, έχοντας ως ένοικο της κατοικίας του το Θεό και ως ένδοξο ένδυμα τον ίδιο το Θεό· ήταν ντυμένος με τη Χάρη του και απολάμβανε το μοναδικό γλυκύτατο καρπό, τη θεωρία του προσώπου του, η οποία τον έτρεφε σαν άλλο άγγελο. Γι’ αυτό το λόγο, πανάξια πήρε το όνομα «δένδρο της ζωής». Διότι η γλυκύτητα της κοινωνίας με το Θεό μεταδίδει στους μετόχους της ζωή που δεν διακόπτεται από το θάνατο. Ο Θεός αυτό το ονόμασε «κάθε δένδρο» και είπε: «Από κάθε δένδρο που βρίσκεται στον Παράδεισο θα τρώτε»· διότι ο Ίδιος είναι το παν και με τη δύναμή του σχημάτισε τα πάντα. Το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού είναι η διάκριση της κάθε είδους παρατηρήσεως. Και αυτή είναι η τέλεια γνώση της φύσεως, η οποία είναι βέβαια καλή για τους τέλειους και γι’ αυτούς που ζουν τη θεωρία του Θεού, διότι τους καθιστά γνωστή την παντοδυναμία του Δημιουργού και δεν φοβούνται την πτώση, καθώς με την πάροδο του χρόνου έχουν φθάσει σε κάποιο βαθμό αυτής της θεωρίας· δεν είναι όμως καλή για τους νέους και επιρρεπείς στις επιθυμίες, διότι η φροντίδα για το σώμα τους τραβά την προσοχή και τους αποσπά, καθώς είναι ασταθείς στην παραμονή στο αγαθό και δεν σταθεροποιήθηκαν ακόμη στην αφοσίωση στο μοναδικό καλό. Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο θείος Παράδεισος έχει δύο έννοιες. Και οι θεοφόροι Πατέρες μας παρέδωσαν την αλήθεια, είτε δίδαξαν τη μία είτε την άλλη έννοια. Μπορούμε μάλιστα να ερμηνεύσουμε ότι η έκφραση «παν ξύλον» σημαίνει την τέλεια γνώση που προέρχεται από τα δημιουργήματα της θείας δυνάμεως, όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Ο αόρατος κόσμος γίνεται αντιληπτός από τα κτιστά δημιουργήματα». Και απ’ όλες τις έννοιες και παρατηρήσεις πιο σπουδαία είναι αυτή που αναφέρεται σε μας, στη δική μας σύσταση, όπως λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Από την γνώση του εαυτού μου θαυμάζω τη σοφία σου»· δηλαδή, από την παρατήρηση της φύσεώς μου. Αυτή όμως η γνώση ήταν επικίνδυνη για τον Αδάμ, που ήταν άπειρος, για τους λόγους που εκθέσαμε. Ή πρέπει να θεωρήσουμε ως δένδρο της ζωής την πιο βαθιά έννοια για το Θεό που προέρχεται από τα κτιστά, και την αναγωγή μέσω αυτών στον Πλάστη, Δημιουργό και Αίτιο όλων των όντων· και αυτό το ονόμασε «παν ξύλον», εννοώντας δηλαδή την πληρότητα και την ενότητα, που μας παρέχει την μοναδική μετοχή του καλού· και «δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού» ονόμασε την αισθητή και ηδονική βρώση, η οποία φαίνεται γλυκιά, αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί αυτόν που την γεύεται στην μετοχή των κακών· διότι λέει ο Θεός: «Από κάθε δένδρο του Παραδείσου μπορείς να φας»· νομίζω είναι σαν να λέει ο Θεός, «με όλα τα κτιστά οδηγήσου σε μένα τον Πλάστη και δοκίμασε τον μοναδικό καρπό, εμένα,την όντως ζωή. Όλα ας σου προσφέρουν ως καρπό την ζωή, και την κοινωνία μαζί μου να την κάνεις συστατικό της υπάρξεώς σου· διότι έτσι θα γίνεις αθάνατος». «Και δεν θα φάτε από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού. Την ημέρα που θα φάτε απ’ αυτό, θα πεθάνετε». Διότι η αισθητή τροφή είναι από τη φύση της αναπλήρωση αυτών που αποβάλλονται και πηγαίνει στον αφεδρώνα και χάνεται· και είναι αδύνατον να μένει άφθαρτος αυτός που καταναλώνει την αισθητή τροφή. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 26. Περὶ ἀνθρώπου Οὕτω μὲν οὖν τὴν νοητὴν οὐσίαν ὑπεστήσατο ὁ Θεός, ἀγγέλους φημὶ καὶ πάντα τὰ κατ᾿ οὐρανὸν τάγματα –ταῦτα γὰρ ἀριδήλως νοερᾶς ἐστι καὶ ἀσωμάτου φύσεως· «ἀσωμάτου» δέ φημι συγκρινομένης πρὸς τὴν τῆς ὕλης παχύτητα· μόνον γὰρ ὄντως τὸ θεῖον ἄυλόν τε καὶ ἀσώματον–, ἔτι δὲ καὶ τὴν αἰσθητήν, οὐρανόν τε καὶ γῆν καὶ τὰ τούτων ἐν μέσῳ κείμενα· καὶ τὴν μὲν οἰκείαν (οἰκεία γὰρ Θεῷ ἡ λογικὴ φύσις καὶ νῷ μόνῳ ληπτή), τὴν δὲ πάντῃ που πορρωτάτω κειμένην, ὡς ὑπὸ τὴν αἴσθησιν δηλαδὴ πίπτουσαν. Ἔδει δὲ ἐξ ἀμφοτέρων μίξιν γενέσθαι, καί σοφίας μείζονος γνώρισμα καὶ τῆς περὶ τὰς φύσεις πολυτελείας, ὥς φησιν ὁ θεηγόρος Γρηγόριος, οἷόν τινα σύνδεσμον «τῆς ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου φύσεως». Τὸ δὲ «ἔδει», φημὶ, τὴν τοῦ Δημιουργοῦ ὑπεμφαίνων βούλησιν· αὕτη γὰρ θεσμὸς καὶ νόμος πρεπωδέστατος, καὶ οὐδεὶς ἐρεῖ τῷ πλαστουργῷ· «Τί με ἐποίησας οὕτως»; Ἐξουσίαν γὰρ ἔχει ὁ κεραμεὺς ἐκ τοῦ ἰδίου πηλοῦ διάφορα κατασκευάζειν σκεύη πρὸς ἔνδειξιν τῆς ἑαυτοῦ σοφίας. Ἐπεὶ δὲ ταῦτα οὕτως εἶχεν, ἐξ ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου φύσεως δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπον οἰκείαις χερσὶ κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα τε καὶ ὁμοίωσιν· ἐκ γῆς μὲν τὸ σῶμα διαπλάσας, ψυχὴν δὲ λογικὴν καὶ νοερὰν διὰ τοῦ οἰκείου ἐμφυσήματος δοὺς αὐτῷ, ὅπερ δὴ θείαν εἰκόνα φαμέν· τὸ μὲν γὰρ «κατ᾿ εἰκόνα» τὸ νοερὸν δηλοῖ καὶ αὐτεξούσιον, τὸ δὲ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τὴν τῆς ἀρετῆς κατὰ τὸ δυνατὸν ὁμοίωσιν. Ἅμα δὲ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ πέπλασται· οὐ τὸ μὲν πρῶτον, τὸ δὲ ὕστερον κατὰ τὰ Ὠριγένους ληρήματα. Ἐποίησεν οὖν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον ἄκακον, εὐθῆ, ἐνάρετον, ἄλυπον, ἀμέριμνον, πάσῃ ἀρετῇ κατηγλαϊσμένον, πᾶσιν ἀγαθοῖς κομῶντα, οἷόν τινα κόσμον δεύτερον, ἐν μεγάλῳ μικρόν, ἄγγελον ἄλλον, προσκυνητὴν μικτόν, ἐπόπτην τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μύστην τῆς νοουμένης, βασιλέα τῶν ἐπὶ γῆς, βασιλευόμενον ἄνωθεν, ἐπίγειον καὶ οὐράνιον, πρόσκαιρον καὶ ἀθάνατον, ὁρατὸν καὶ νοούμενον, μέσον μεγέθους καὶ ταπεινότητος, τὸν αὐτὸν πνεῦμα καὶ σάρκα· σάρκα διὰ τὴν ἔπαρσιν, πνεῦμα διὰ τὴν χάριν· τὸ μὲν ἵνα πάσχῃ καὶ πάσχων ὑπομιμνήσκηται καὶ παιδεύηται, τὸ δὲ ἵνα μένῃ καὶ δοξάζῃ τὸν εὐεργέτην, τῷ μεγέθει φιλοτιμούμενον, ζῷον ἐνταῦθα οἰκονομούμενον τουτέστιν ἐν τῷ παρόντι βίῳ, καὶ ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον ἐν τῷ αἰῶνι τῷ μέλλοντι, καί πέρας τοῦ μυστηρίου τῇ πρὸς Θεὸν νεύσει θεούμενον· θεούμενον δὲ τῇ μετοχῇ τῆς θείας ἐλλάμψεως καὶ οὐκ εἰς τὴν θείαν μεθιστάμενον οὐσίαν. Ἐποίησε δὲ αὐτὸν φύσιν ἀναμάρτητον καὶ θέλησιν αὐτεξούσιον. Ἀναμάρτητον δέ φημι οὐχ ὡς μὴ ἐπιδεχόμενον ἁμαρτίαν –μόνον γὰρ τὸ θεῖον ἁμαρτίας ἐστὶν ἀνεπίδεκτον–, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ἐν τῇ φύσει τὸ ἁμαρτάνειν ἔχοντα, ἐν τῇ προαιρέσει δὲ μᾶλλον, ἤτοι ἐξουσίαν ἔχοντα μένειν καὶ προκόπτειν ἐν τῷ ἀγαθῷ τῇ θείᾳ συνεργούμενον χάριτι, ὡσαύτως καὶ τρέπεσθαι ἐκ τοῦ καλοῦ καὶ ἐν τῷ κακῷ γίνεσθαι, τοῦ Θεοῦ παραχωροῦντος διὰ τὸ αὐτεξούσιον· οὐκ ἀρετὴ γὰρ τὸ βίᾳ γινόμενον. Ψυχὴ τοίνυν ἐστὶν οὐσία ζῶσα, ἁπλῆ, ἀσώματος, σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς κατ᾿ οἰκείαν φύσιν ἀόρατος, λογική τε καὶ νοερά, ἀσχημάτιστος, ὀργανικῷ κεχρημένη σώματι καὶ τούτῳ ζωῆς, αὐξήσεώς τε καὶ αἰσθήσεως καὶ γεννήσεως παρεκτική, οὐχ ἕτερον ἔχουσα παρ᾿ ἑαυτὴν τὸν νοῦν, ἀλλὰ μέρος αὐτῆς τὸ καθαρώτατον· ὥσπερ γὰρ ὀφθαλμὸς ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς· αὐτεξούσιος, θελητική τε καὶ ἐνεργητική, τρεπτὴ, ἤτοι ἐθελότρεπτος, ὅτι καὶ κτιστή. Πάντα ταῦτα κατὰ φύσιν ἐκ τῆς τοῦ δημιουργήσαντος αὐτὴν χάριτος εἰληφυῖα, ἐξ ἧς καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸ φύσει οὕτως εἶναι εἴληφεν. Ὁσαχῶς τό ἀσώματον Ἀσώματα δὲ καὶ ἀόρατα καὶ ἀσχημάτιστα κατὰ δύο τρόπους νοοῦμεν· τὰ μὲν κατ᾿ οὐσίαν, τὰ δὲ κατὰ χάριν· καὶ τὰ μὲν φύσει ὄντα, τὰ δὲ πρὸς τὴν τῆς ὕλης παχύτητα. Ἐπὶ Θεοῦ μὲν οὖν φύσει, ἐπὶ δὲ ἀγγέλων καὶ δαιμόνων καὶ ψυχῶν χάριτι, καὶ ὡς πρὸς τὴν τῆς ὕλης παχύτητα λέγεται ἀσώματον. Σῶμά ἐστι τὸ τριχῇ διαστατὸν ἤγουν τὸ ἔχον μῆκος καὶ πλάτος καὶ βάθος, ἤτοι πάχος. Πᾶν δὲ σῶμα ἐκ τῶν τεσσάρων στοιχείων συνίσταται, τὰ δὲ τῶν ζῴων σώματα ἐκ τῶν τεσσάρων χυμῶν. Χρὴ εἰδέναι, ὅτι τέσσαρα στοιχεῖά ἐστι· γῆ, ξηρὰ καὶ ψυχρά· ὕδωρ, ψυχρὸν καὶ ὑγρόν· ἀήρ, ὑγρὸς καὶ θερμός· πῦρ, θερμὸν καὶ ξηρόν. Ὁμοίως καὶ χυμοὶ τέσσαρες, ἀναλογοῦντες τοῖς τέσσαρσι στοιχείοις· μέλαινα χολὴ ἀναλογοῦσα τῇ γῇ (ξηρὰ γάρ ἐστι καὶ ψυχρά)· φλέγμα ἀναλογοῦν τῷ ὕδατι (ψυχρὸν γάρ ἐστι καὶ ὑγρόν)· αἷμα ἀναλογοῦν τῷ ἀέρι (ὑγρὸν γάρ ἐστι καὶ θερμόν)· ξανθὴ χολὴ ἀναλογοῦσα τῷ πυρί (θερμὴ γάρ ἐστι καὶ ξηρά). Οἱ μὲν οὖν καρποὶ ἐκ τῶν στοιχείων συνίστανται, οἱ δὲ χυμοὶ ἐκ τῶν καρπῶν, τὰ δὲ τῶν ζῴων σώματα ἐκ τῶν χυμῶν καὶ εἰς τὰ αὐτὰ ἀναλύεται· πᾶν γὰρ συντιθέμενον εἰς τὰ αὐτὰ ἀναλύεται, ἐξ ὧν συνετέθη. Ὅτι ὁ ἄνθρωπος κοινωνεῖ καί ἀψύχοις καί ἀλόγοις καί λογικοῖς. Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τοῖς ἀψύχοις κοινωνεῖ καὶ τῆς τῶν ἀλόγων μετέχει ζωῆς καὶ τῆς τῶν λογικῶν μετείληφε νοήσεως. Κοινωνεῖ γὰρ τοῖς μὲν ἀψύχοις κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ἀπὸ τῶν τεσσάρων στοιχείων κρᾶσιν, τοῖς δὲ φυτοῖς κατά τε ταῦτα καὶ τὴν θρεπτικὴν καὶ αὐξητικὴν καὶ σπερματικὴν, ἤγουν γεννητικὴν δύναμιν, τοῖς δὲ ἀλόγοις καὶ ἐν τούτοις μέν, ἐξ ἐπιμέτρου δὲ κατὰ τὴν ὄρεξιν, ἤγουν θυμὸν καὶ ἐπιθυμίαν καὶ κατὰ τὴν αἴσθησιν καὶ κατὰ τὴν καθ᾿ ὁρμὴν κίνησιν. Αἰσθήσεις μὲν οὖν εἰσι πέντε· ὅρασις, ἀκοή, ὄσφρησις, γεῦσις, ἁφή. Τῆς δὲ καθ᾿ ὁρμὴν κινήσεώς ἐστι τὸ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον μεταβατικὸν καὶ τὸ κινητικὸν ὅλου τοῦ σώματος καὶ τὸ φωνητικὸν καὶ ἀναπνευστικόν· ταῦτα γὰρ ἐν ἡμῖν ἐστι ποιεῖν καὶ μὴ ποιεῖν. Συνάπτεται δὲ διὰ τοῦ λογικοῦ ταῖς ἀσωμάτοις καὶ νοεραῖς φύσεσι λογιζόμενος καὶ νοῶν καὶ κρίνων ἕκαστα καὶ τὰς ἀρετὰς μεταδιώκων καὶ τῶν ἀρετῶν τὸν κολοφῶνα, τὴν εὐσέβειαν, ἀσπαζόμενος· διὸ καὶ μικρὸς κόσμος ὁ ἄνθρωπός ἐστιν. Χρὴ δὲ εἰδέναι, ὡς ἴδια μὲν τοῦ σώματος μόνου τομὴ καὶ ῥεῦσις καὶ μεταβολή. Μεταβολὴ μὲν ἡ κατὰ ποιότητα, ἤγουν θερμασίαν καὶ ψύξιν καὶ τὰ τοιαῦτα. Ῥεῦσις δὲ ἡ κατὰ κένωσιν· κενοῦται γὰρ ξηρὰ καὶ ὑγρὰ καὶ πνεύματα, ὧν χρῄζει τῆς ἀναπληρώσεως· ὥστε φυσικά εἰσι πάθη ἥ τε πεῖνα καὶ ἡ δίψα· τομή δέ ἡ τῶν χυμῶν ἀπ’ ἀλλήλων διαχώρισις καί ὁ εἰς εἶδος καί ὕλην μερισμός. Ἴδια δὲ τῆς ψυχῆς ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ νόησις. Κοινὰ δὲ ψυχῆς καὶ σώματος αἱ ἀρεταί, ἐχουσῶν καὶ τούτων ἐπὶ τὴν ψυχὴν τὴν ἀναφοράν, οἷον ψυχῆς προσχρωμένης σώματι. Χρὴ γινώσκειν, ὅτι τὸ λογικὸν φύσει κατάρχει τοῦ ἀλόγου· διαιροῦνται γὰρ αἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς εἰς λογικὸν καὶ ἄλογον. Τοῦ δὲ ἀλόγου μέρη εἰσὶ δύο· τὸ μὲν ἀνήκοόν ἐστι λόγου, ἤγουν οὐ πείθεται λόγῳ, τὸ δὲ κατήκοόν ἐστι καὶ ἐπιπειθὲς λόγῳ. Ἀνήκοον μὲν οὖν καὶ μὴ πειθόμενον λόγῳ ἐστὶ τὸ ζωτικόν, ὃ καὶ σφυγμικὸν καλεῖται, καὶ τὸ σπερματικὸν, ἤγουν γεννητικὸν καὶ τὸ φυτικόν, ὃ καὶ θρεπτικὸν καλεῖται· τούτου δέ ἐστι καὶ τὸ αὐξητικόν, τὸ καὶ διαπλάσσον τὰ σώματα. Ταῦτα γὰρ οὐ λόγῳ κυβερνῶνται, ἀλλὰ τῇ φύσει. Τὸ δὲ κατήκοον καὶ ἐπιπειθὲς λόγῳ διαιρεῖται εἰς ἐπιθυμίαν καὶ θυμόν. Καλεῖται δὲ κοινῶς τὸ ἄλογον μέρος τῆς ψυχῆς παθητικὸν καὶ ὀρεκτικόν. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι τοῦ ἐπιπειθοῦς λόγῳ ἐστὶ καὶ ἡ καθ᾿ ὁρμὴν κίνησις. Τοῦ δέ μή πειθομένου λόγῳ ἐστί τό θρεπτικόν καί γεννητικόν καί σφυγμικόν· καλεῖται δέ φυτικόν μέν τό αὐξητικόν καί τό θρεπτικόν καί τό γεννητικόν, ζωτικόν δέ τό σφυγμικόν. Τοῦ μέν οὖν θρεπτικοῦ δυνάμεις εἰσί τέσσαρες· ἑλκτική ἡ ἕλκουσα τήν τροφήν, καθεκτική ἡ κατέχουσα τήν τροφήν καί μή ἐῶσα αὐτήν εὐθέως ἐκκριθῆναι, ἀλλοιωτική ἡ ἀλλοιοῦσα τήν τροφήν εἰς τούς χυμούς, ἀποκριτική ἡ τό περίττωμα διά τοῦ ἀφεδρῶνος ἐκκρίνουσα καί ἐκβάλλουσα. Χρή δέ εἰδέναι, ὅτι τῶν κατά τό ζῶον δυνάμεων αἱ μέν εἰσι ψυχικαί, αἱ δέ φυσικαί, αἱ δέ ζωτικαί. Καί ψυχικαί μέν αἱ κατά προαίρεσιν, ἤγουν ἡ καθ’ ὁρμήν κίνησις καί ἡ αἴσθησις. Τῆς δέ καθ’ ὁρμήν κινήσεως ἐστι τό τε κατά τόπον μεταβατικόν καί κινητικόν ὅλου τοῦ σώματος καί φωνητικόν καί ἀναπνευστικόν· ἐν ἡμῖν γάρ ἐστι τό ποιῆσαι καί τό μή ποιῆσαι ταῦτα. Φυσικαί δέ καί ζωτικαί αἱ ἀπροαίρετοι. Καί φυσικαί μέν ἡ θρεπτική καί αὐξητική καί σπερματική, ζωτική δέ ἡ σφυγμική· αὗται γάρ καί θελόντων ἡμῶν καί μή θελόντων ἐνεργοῦσι. Δεῖ δέ γινώσκειν, ὅτι τῶν πραγμάτων τὰ μέν ἐστιν ἀγαθά, τὰ δὲ φαῦλα. Προσδοκώμενον μὲν οὖν ἀγαθὸν ἐπιθυμίαν συνιστᾷ, παρὸν δὲ ἡδονήν· ὁμοίως δὲ πάλιν προσδοκώμενον κακὸν φόβον, παρὸν δὲ λύπην. Δεῖ δὲ εἰδέναι, ὅτι ἀγαθὸν ἐνταῦθα εἰπόντες ἢ τὸ ὄντως ἀγαθὸν ἢ τὸ δοκοῦν ἀγαθὸν εἴπομεν· ὁμοίως καὶ κακόν. |
Για τον άνθρωπο. Έτσι, λοιπόν, δημιούργησε ο Θεός τις νοητές υπάρξεις, εννοώ τους αγγέλους και όλα τα ουράνια τάγματα –διότι αυτά ολοφάνερα έχουν νοερή και ασώματη φύση· λέγοντας «ασώματη φύση», την εννοώ σε σύγκριση με την παχύτητα της ύλης· διότι μόνον το θείο είναι πραγματικά άϋλο και ασώματο. Δημιούργησε ακόμη την αισθητή φύση, δηλαδή τον ουρανό, τη γη και τα ενδιάμεσά τους· και δημιούργησε από τη μια την νοητή φύση πλησιέστερη στο Θεό (διότι η λογική φύση είναι οικεία στο Θεό και γίνεται αντιληπτή μόνο με το νου) και από την άλλη την αισθητή φύση εντελώς μακριά του, επειδή γίνεται αντιληπτή μόνο με τις αισθήσεις. Αλλά έπρπε να δημιουργηθεί και σύνθεση από τις δύο φύσεις, ως γνώρισμα μεγαλύτερης σοφίας και γενναιοδωρίας προς τις φύσεις, όπως λέει ο θείος Γρηγόριος: σαν κάποιος σύνδεσμος «της ορατής και αόρατης φύσεως». Και λέω «έπρεπε», θέλοντας να δηλώσω τη θέληση του Δημιουργού· διότι αυτή αποτελεί τον πιο κατάλληλο θεσμό και νόμο, και κανείς δεν μπορεί να πει στον Πλάστη: «Γιατί μ’ έφτιαξες έτσι;». Διότι ο αγγειοπλάστης έχει τη δύναμη να φτιάχνει από την ίδια λάσπη διάφορα σκεύη, για να δείξει τη σοφία του. Όταν λοιπόν αυτά ήταν έτσι, ο Θεός δημιουργεί με τα χέρια του τον άνθρωπο και από ορατή και από αόρατη φύση, ν’ αποτελεί δική του εικόνα και ομοίωση· το σώμα το έπλασε από τη γη, ενώ με το δικό του φύσημα έδωσε τη λογική και νοερή ψυχή, πράγμα το οποίο το ονομάζουμε θεία εικόνα. Διότι το νοερό και το αυτεξούσιο του ανθρώπου δείχνει το «κατ’ εικόνα», ενώ η, όσο είναι δυνατόν, ομοιότητα στην αρετή δείχνει το «καθ’ ομοίωσιν». Και πλάσθηκαν συγχρόνως το σώμα και η ψυχή· όχι το ένα πρώτα και το άλλο έπειτα, σύμφωνα με τις φλυαρίες του Ωριγένη. Ο Θεός, λοιπόν, έπλασε τον άνθρωπο άκακο, απλό, ενάρετο, χαρούμενο, αμέριμνο, στολισμένο με κάθε αρετή, προικισμένα με όλα τα αγαθά, σαν κάποιον δεύτερο κόσμο, μικρό κόσμο μέσα σε μεγάλο, άλλο άγγελο, σύνθετο προσκυνητή, επόπτη της ορατής δημιουργίας, γνώστη των μυστηρίων της αόρατης, επίγειο βασιλιά που τον κυβερνά από ψηλά, ταυτόχρονα επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοητό, ενδιάμεσο μεταξύ μεγαλείου και μικρότητος, τον ίδιο και πνεύμα και σάρκα. Είναι σάρκα εξαιτίας της υπερηφάνειας και πνεύμα εξαιτίας της χάρης· το ένα, για να υποφέρει και υποφέροντας να θυμάται και να γίνεται συνετός, και το άλλο, για να μένει σταθερός και να δοξάζει τον ευεργέτη του φιλοτιμούμενος από το μεγαλείο του· τον έπλασε ζώσα ύπαρξη που κατ’ οικονομία ζει εδώ, δηλαδή στην παρούσα ζωή, αλλά που προορίζεται για αλλού, να μετοικήσει στη μέλλουσα ζωή· και το τέλος του μυστηρίου είναι ότι θεώνεται με την κίνησή του προς το Θεό· θεώνεται μάλιστα με την μετοχή στο θείο φωτισμό, αλλά χωρίς να μεταβάλλεται σε θεία ουσία. Και τον έπλασε αναμάρτητο στη φύση του και αυτεξούσιο στη θέλησή του. Λέγοντας «αναμάρτητο» δεν εννοώ ότι δεν είναι δεκτικός αμαρτίας –μόνον ο Θεός είναι ανεπίδεκτος αμαρτίας–, αλλά εννοώ ότι δεν έχει την αμαρτία στη φύση του, αλλά μάλλον στην προαίρεσή του· δηλαδή, έχει τη δύναμη να διατηρείται και να προοδεύει στο αγαθό, με τη βοήθεια της θείας χάριτος· και επίσης, μπορεί να παρεκτραπεί από το καλό και να οδηγηθεί στο κακό, με παραχώρηση του Θεού, εξαιτίας του αυτεξουσίου του· διότι, ό,τι γίνεται εξαναγκαστικά, δεν είναι αρετή. Η ψυχή, επίσης, είναι ζώσα ύπαρξη, απλή, ασώματη· η φύση της είναι αόρατη με τα μάτια του σώματος· είναι λογική και νοερή, χωρίς σχήμα· κατοικεί σε οργανικό σώμα και του παρέχει ζωή, ανάπτυξη, αντίληψη και γέννηση· δεν έχει τον νου σαν κάτι διαφορετικό από τον εαυτό της, αλλά σαν το πιο καθαρό στοιχείο της· διότι, όπως είναι το μάτι στο σώμα, έτσι είναι και ο νους για την ψυχή. Είναι αυτεξούσια και έχει θέληση και ενέργεια· είναι μεταβλητή, δηλαδή μεταβάλλεται σύμφωνα με τη θέλησή της, διότι είναι κτιστή. Όλα αυτά τα έχει λάβει με φυσική τάξη από τη χάρη του Δημιουργού της, η οποία της έδωσε και την ύπαρξη και τη φύση. Με πόσους τρόπους νοείται το ασώματο. Αντιλαμβανόμαστε τα ασώματα, τα αόρατα και τα άμορφα με δύο τρόπους: άλλα κατ’ ουσίαν και άλλα κατά χάριν· διότι τα πρώτα είναι από τη φύση τους, ενώ τα δεύτερα σε αντίθεση με την παχύτητα της ύλης. Για το Θεό βέβαια λέμε «ασώματος από τη φύση του», ενώ για τους αγγέλους, τους δαίμονες και τις ψυχές λέμε «ασώματοι χαριστικά και σε αντίθεση με την παχύτητα της ύλης». Σώμα είναι αυτό που έχει τρεις διαστάσεις, δηλαδή μήκος, πλάτος και βάθος ή πάχος. Καί κάθε σώμα συνίσταται από τέσσερα στοιχεία, ενώ τα σώματα των ζώων αποτελούνται από τέσσερις χυμούς. Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι τα τέσσερα στοιχεία είναι: η γη, που είναι ξερή και ψυχρή· το νερό, που είναι ψυχρό και υγρό· ο αέρας, που είναι υγρός και θερμός· η φωτιά, που είναι θερμή και ξερή. Το ίδιο και οι χυμοί είναι τέσσερις και αναλογούν στα τέσσερα στοιχεία: η μαύρη χολή, που αναλογεί στη γη (διότι είναι ξερή και ψυχρή)· το φλέγμα, που αναλογεί στο νερό (διότι είναι ψυχρό και υγρό)· το αίμα, που αναλογεί στον αέρα (διότι είναι υγρό και θερμό)· η ξανθή χολή, που αναλογεί στη φωτιά (διότι είναι θερμή και ξερή). Οι καρποί, λοιπόν, αποτελούνται από τα στοιχεία, οι χυμοί πάλι από τους καρπούς, ενώ τα σώματα των ζώων αποτελούνται από τους χυμούς, και αναλύονται σ’ αυτά· διότι καθετί που είναι σύνθετο, αναλύεται στα μέρη από τα οποία συντίθεται. Ότι ο άνθρωπος μετέχει και στα άψυχα και τα άλογα και τα λογικά όντα. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος έχει κοινά γνωρίσματα με τα άψυχα· ακόμη μετέχει στη ζωή των αλόγων ζώων και έχει πάρει τη νόηση από τα λογικά όντα. Τα κοινά, δηλαδή, γνωρίσματα με τα άψυχα είναι στο σώμα και στη σύνθεσή του από τέσσερα στοιχεία· με τα φυτά έχει κοινά στοιχεία τη θρεπτική δυνατότητα, την αυξητική και την σπερματική, δηλαδή την αναπαραγωγική· με τα άλογα ζώα έχει και τα παραπάνω, αλλά επιπλέον και τον πόθο, δηλαδή το θυμό και την επιθυμία, και ακόμη την αίσθηση και την ορμέμφυτη κίνηση. Οι αισθήσεις βέβαια είναι πέντε· η όραση, η ακοή, η όσφρηση, η γεύση, η αφή. Στην ορμέμφυτη όμως κίνηση ανήκει η ικανότητα να μεταβαίνει από τόπο σε σε τόπο, η ικανότητα της κινήσεως όλου του σώματος και η ικανότητα της φωνής και της αναπνοής· διότι από μας εξαρτάται να τα κάνουμε ή να μην τα κάνουμε. Ο άνθρωπος συνδέεται με το λογικό του με τις ασώματες και νοερές φύσεις, διότι συλλογίζεται, σκέφτεται και κρίνει το καθετί· επιδιώκει τις αρετές και ποθεί την κορωνίδα των αρετών, εννοώ την ευσέβεια· γι’ αυτό και ο άνθρωπος είναι ένας μικρός κόσμος. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι αποκλειστικά χαρακτηριστικές ιδιότητες του σώματος είναι η τομή, η ρεύση και η μεταβολή. Μεταβολή βέβαια είναι αυτή που γίνεται σχετικά με την ποιότητα, δηλαδή η θέρμανση, η ψύξη και τα παρόμοια. Ρεύση πάλι είναι αυτή που γίνεται με το άδειασμα· αδειάζουν δηλαδή τα στερεά, τα υγρά και τα αέρια, και χρειάζεται η αναπλήρωσή τους· επομένως, η πείνα και η δίψα είναι φυσιολογικές μεταβολές. Τομή πάλι είναι ο διαχωρισμός των χυμών μεταξύ τους και η διαίρεσή τους σύμφωνα με τη μορφή και την υλική τους σύσταση. Χαρακτηριστικές πάλι ιδιότητες της ψυχής είναι η ευσέβεια και η νόηση. Ενώ οι αρετές αποτελούν κοινές ιδιότητες της ψυχής και του σώματος· αποδίδονται όμως στην ψυχή, διότι η ψυχή κυβερνά το σώμα. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το λογικό από τη φύση του κυβερνά το άλογο· διότι οι δυνάμεις της ψυχής διαιρούνται σε λογικό και άλογο. Τα μέρη μάλιστα του αλόγου είναι δύο· το ένα είναι κουφό στη φωνή του λογικού, δεν υπακούει δηλαδή στη λογική, ενώ το άλλο είναι προσεκτικό και υπάκουο στη λογική. Ανυπάκουο βέβαια και απείθαρχο στη λογική είναι το ζωτικό μέρος της ψυχής, το οποίο ονομάζεται και σφυγμικό· επίσης και το σπερματικό μέρος, δηλαδή το αναπαραγωγικό και το φυτικό, το οποίο λέγεται και θρεπτικό· σ’ αυτό ανήκει και το αυξητικό μέρος, το οποίο και διαπλάθει το σώμα. Αυτά δεν τα εξουσιάζει η λογική, αλλά η φύση. Το μέρος πάλι της ψυχής που είναι προσεκτικό και υπάκουο στη λογική διαιρείται σε επιθυμία και θυμό. Μάλιστα, το άλογο μέρος της ψυχής ονομάζεται παθητικό και ορεκτικό (αυθόρμητο). Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ορμέμφυτη κίνηση ανήκει στο μέρος της ψυχής που υπακούει στη λογική. Σ’ αυτό όμως που δεν υπακούει στη λογική ανήκει το θρεπτικό, το γεννητικό και το σφυγμικό. Το αυξητικό, το θρεπτικό και το γεννητικό ονομάζονται «φυτικό», ενώ το σφυγμικό καλείται «ζωτικό». Το θρεπτικό έχει τέσσερις δυνάμεις: την ελκτική, που έλκει την τροφή· την καθεκτική που κρατεί την τροφή και δεν της επιτρέπει να αποβληθεί αμέσως· την αλλοιωτική, που μεταβάλλει την τροφή σε χυμούς· την αποκριτική, η οποία αποβάλλει τα περιττώματα μέσω του αφεδρώνα και τα απορρίπτει από τον οργανισμό. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι από τις δυνάμεις που υπάρχουν στα όντα άλλες είναι ψυχικές, άλλες φυσικές και άλλες ζωτικές. Ψυχικές είναι αυτές που ανήκουν στην προαίρεση, δηλαδή η επιθυμία και η αίσθηση. Στην επιθυμία ανήκει η ικανότητα μεταβάσεως από τόπο σε τόπο, η κίνηση όλου του σώματος, η φωνητική και αναπνευστική ικανότητα· από μας εξαρτάται να τα ενεργούμε αυτά ή να μην τα ενεργούμε. Φυσικές και ζωτικές δυνάμεις είναι αυτές που ενεργούν χωρίς τη θέλησή μας. Φυσικές είναι η θρεπτική, η αυξητική και η αναπαραγωγική· ζωτική είναι η σφυγμική. Αυτές ενεργούν είτε το θέλουμε είτε όχι. Επίσης, πρέπει να γνωρίζουμε ότι άλλα από τα πράγματα είναι αγαθά και άλλα κακά. Το αγαθό που προσδοκάμε γεννά την επιθυμία, ενώ αυτό που έχει πραγματοποιηθεί γεννά την ευχαρίστηση. Παρόμοια, το προσδοκώμενο κακό δημιουργεί φόβο, ενώ τα πραγματοποιημένο λύπη. Και να γνωρίζουμε ότι λέγοντας αγαθό εννοούμε και το αληθινό αγαθό και το θεωρούμενο· το ίδιο εννούμε και με το κακό. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 27. Περὶ ἡδονῶν. Τῶν ἡδονῶν αἱ μέν εἰσι ψυχικαί, αἱ δὲ σωματικαί. Καὶ ψυχικαὶ μέν, ὅσαι μόνης εἰσὶ τῆς ψυχῆς αὐτῆς καθ᾿ αὑτὴν ὡς αἱ περὶ τὰ μαθήματα καὶ τὴν θεωρίαν. Σωματικαὶ δὲ αἱ μετὰ κοινωνίας τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος γινόμεναι καὶ διὰ τοῦτο σωματικαὶ καλούμεναι ὡς αἱ περὶ τροφὰς καὶ συνουσίας καὶ τὰ τοιαῦτα. Μόνου δὲ τοῦ σώματος οὐκ ἂν εὕροι τις ἡδονάς. Πάλιν τῶν ἡδονῶν αἱ μέν εἰσιν ἀληθεῖς, αἱ δὲ ψευδεῖς· καὶ αἱ μὲν τῆς διανοίας μόνης κατ᾿ ἐπιστήμην καὶ θεωρίαν, αἱ δὲ μετὰ σώματος κατ᾿ αἴσθησιν. Καὶ τῶν μετὰ σώματος ἡδονῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαὶ ἅμα καὶ ἀναγκαῖαι, ὧν χωρὶς ζῆν ἀδύνατον, ὡς αἱ τροφαὶ αἱ τῆς ἐνδείας ἀναπληρωτικαὶ, καὶ τὰ ἐνδύματα ἀναγκαῖα, αἱ δὲ φυσικαὶ μέν, οὐκ ἀναγκαῖαι δέ, ὡς αἱ κατὰ φύσιν καὶ κατὰ νόμον μίξεις (αὗται γὰρ εἰς μὲν τὴν διαμονὴν τοῦ παντὸς γένους συντελοῦσι, δυνατὸν δὲ καὶ χωρὶς αὐτῶν ἐν παρθενίᾳ ζῆν)· αἱ δὲ οὔτε ἀναγκαῖαι οὔτε φυσικαὶ, ὡς μέθη καὶ λαγνεία καὶ πλησμοναὶ τὴν χρείαν ὑπερβαίνουσαι· οὔτε γὰρ εἰς σύστασιν τῆς ζωῆς ἡμῶν συντελοῦσιν οὔτε εἰς διαδοχὴν τοῦ γένους, τοὐναντίον δέ καὶ βλάπτουσιν. Τὸν τοίνυν κατὰ Θεὸν ζῶντα δεῖ μετέρχεσθαι τὰς ἀναγκαίας ἅμα καὶ φυσικάς, ἐν δευτέρᾳ δὲ τάξει τὰς φυσικὰς καὶ οὐκ ἀναγκαίας τίθεσθαι μετὰ τοῦ προσήκοντος καιροῦ καὶ τρόπου καὶ μέτρου γινομένας, τὰς δὲ ἄλλας χρὴ πάντως παραιτεῖσθαι. Καλὰς δὲ ἡδονὰς χρὴ ἡγεῖσθαι τὰς μὴ συμπεπλεγμένας λύπῃ, μήτε μεταμέλειαν ἐμποιούσας, μηδὲ ἑτέρας βλάβης γεννητικάς, μήτε τοῦ μετρίου πέραν χωρούσας, μηδέ τῶν σπουδαίων ἔργων ἡμᾶς ἀφελκούσας ἐπὶ πολὺ ἢ καταδουλούσας. |
Για τις ηδονές. Από τις ηδονές άλλες είναι ψυχικές και άλλες σωματικές. Ψυχικές βέβαια είναι όσες ανήκουν αποκλειστικά στην ίδια την ψυχή, όπως οι σχετικές με τις επιστήμες και τη γνώση. Σωματικές πάλι είναι αυτές που απολαμβάνει από κοινού η ψυχή με το σώμα και γι’ αυτό ονομάζονται σωματικές, όπως είναι οι σχετικές με την τροφή, τη συνουσία και τα παρόμοια. Αποκλειστικά μόνον σωματικές ηδονές δεν συναντάς. Άλλες πάλι ηδονές είναι πραγματικές και άλλες ψεύτικες· οι ηδονές αποκλειστικά του νου προέρχονται από τις επιστήμες και τη γνώση, ενώ οι σωματικές από τις αισθήσεις. Από τις σωματικές ηδονές άλλες είναι φυσιολογικές και αναγκαίες, διότι δεν υπάρχει ζωή χωρίς αυτές· τέτοιες είναι οι τροφές που χορταίνουν την πείνα και η απαραίτητη ένδυση. Άλλες είναι φυσιολογικές, όχι όμως απαραίτητες, όπως οι φυσικές και νόμιμες σαρκικές επαφές (διότι αυτές συντελούν στην αναπαραγωγή όλου του ανθρώπινου γένους· μπορεί όμωςνα ζήσει κάποια και με παρθενία). Άλλες πάλι ηδονές δεν είναι απαραίτητες ούτε φυσιολογικές, όπως η μέθη, η ακολασία και το υπερβολικό φαγητό· διότι δεν συντελούν ούτε στη διατήρηση της ζωής μας ούτε στην αναπαραγωγή του γένους· το αντίθετο, και βλάπτουν. Αυτός, λοιπόν, που ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει ν’ απολαμβάνει τις απαραίτητες και φυσιολογικές ηδονές, να βάζει σε δεύτερη μοίρα τις φυσιολογικές αλλά όχι απαραίτητες ηδονές, –στον κατάλληλο χρόνο, με τον ορθό τρόπο και μέτρο–, και ν’ αποφεύγει τελείως τις άλλες. Πρέπει να θεωρούμε καλές ηδονές αυτές που δεν συνδέονται με την λύπη· αυτές που δεν προξενούν μεταμέλεια, ούτε δημιουργούν άλλη βλάβη, ούτε προχωρούν πέρα από το κανονικό, ούτε μας αποσπούν πολύ χρόνο από τις σοβαρές ασχολίες ούτε μας κάνουν δούλους. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 28. Περὶ λύπης Τῆς δὲ λύπης εἴδη τέσσαρα· ἄχος, ἄχθος, φθόνος, ἔλεος. Ἄχος μὲν οὖν ἐστι λύπη ἀφωνίαν ἐμποιοῦσα, ἄχθος δὲ λύπη βαρύνουσα, φθόνος δὲ λύπη ἐπὶ ἀλλοτρίοις ἀγαθοῖς, ἔλεος δὲ λύπη ἐπὶ ἀλλοτρίοις κακοῖς. |
Για την λύπη. Τά είδη της λύπης είναι τέσσερα· η κατάθλιψη, η στενοχώρια, ο φθόνος και η συμπάθεια. Κατάθλιψη είναι η λύπη που μας αφαιρεί τη φωνή· στενοχώρια είναι η λύπη που βαραίνει την ψυχή· φθόνος είναι η λύπη για τα αγαθά των άλλων· και συμπάθεια είναι η λύπη για τη ξένη δυστυχία. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 29. Περὶ φόβου. Διαιρεῖται δὲ καὶ ὁ φόβος εἰς ἕξ· εἰς ὄκνον, εἰς αἰδῶ, εἰς αἰσχύνην, εἰς κατάπληξιν, εἰς ἔκπληξιν, εἰς ἀγωνίαν. Ὄκνος μὲν οὖν ἐστι φόβος μελλούσης ἐνεργείας. Αἰδὼς δὲ φόβος ἐπὶ προσδοκίᾳ ψόγου· κάλλιστον δὲ τοῦτο τὸ πάθος. Αἰσχύνη δὲ φόβος ἐπὶ αἰσχρῷ πεπραγμένῳ· οὐδὲ τοῦτο δὲ ἀνέλπιστον εἰς σωτηρίαν. Κατάπληξις δὲ φόβος ἐκ μεγάλης φαντασίας. Ἔκπληξις δὲ φόβος ἐξ ἀσυνήθους φαντασίας. Ἀγωνία δὲ φόβος διαπτώσεως, ἤγουν ἀποτυχίας· φοβούμενοι γὰρ ἀποτυχεῖν τῆς πράξεως ἀγωνιῶμεν. |
Για το φόβο. Και ο φόβος διαιρείται σε έξι είδη: στο δισταγμό, την ντροπή, την αισχύνη, την κατάπληξη, την έκπληξη και την αγωνία. Δισταγμός λοιπόν είναι ο φόβος για μια μελλοντική μας πράξη. Ντροπή είναι ο φόβος για προσδοκώμενη σε βάρος μας κατηγορία· αυτό το συναίσθημα μάλιστα είναι πολύ καλό. Αισχύνη είναι ο φόβος για αισχρές πράξεις· και αυτό το συναίσθημα καλλιεργεί τη σωτηρία μας. Κατάπληξη είναι ο φόβος απο μεγάλη φαντασίωση. Έκπληξη είναι ο φόβος από ασυνήθιστη φαντασία. Αγωνία είναι ο φόβος της πτώσεως, δηλαδή της αποτυχίας· έχουμε αγωνία από φόβο μήπως αποτύχουμε στις πράξεις μας. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 30. Περὶ θυμοῦ Θυμὸς δέ ἐστι ζέσις τοῦ περὶ καρδίαν αἵματος ἐξ ἀναθυμιάσεως τῆς χολῆς ἢ ἀναθολώσεως γινομένη. Διὸ καὶ χολὴ λέγεται καὶ χόλος. Ἔστι δέ, ὅτε ὁ θυμὸς καὶ ὄρεξίς ἐστιν ἀντιτιμωρήσεως· ἀδικούμενοι γὰρ ἢ νομίζοντες ἀδικεῖσθαι θυμούμεθα, καὶ γίνεται τότε μικτὸν τὸ πάθος ἐξ ἐπιθυμίας καὶ θυμοῦ. Εἴδη δὲ τοῦ θυμοῦ τρία· ὀργή, ἥτις καλεῖται χολὴ καὶ χόλος, καὶ μῆνις καὶ κότος. Θυμὸς μὲν γὰρ ἀρχὴν καὶ κίνησιν ἔχων, ὀργὴ καὶ χολὴ καὶ χόλος λέγεται. Μῆνις δὲ χολὴ ἐπιμένουσα, ἤγουν μνησικακία· εἴρηται δὲ παρὰ τὸ μένειν καὶ τῇ μνήμῃ παραδίδοσθαι. Κότος δὲ ὀργὴ ἐπιτηροῦσα καιρὸν εἰς τιμωρίαν· εἴρηται δὲ καὶ οὗτος παρὰ τὸ κεῖσθαι. Ἔστι δὲ ὁ θυμὸς τὸ δορυφορικὸν τοῦ λογισμοῦ, ἔκδικος τῆς ἐπιθυμίας· ὅταν γὰρ ἐπιθυμήσωμεν πράγματος καὶ κωλυθῶμεν ὑπό τινος, θυμούμεθα κατ᾿ αὐτοῦ ὡς ἀδικηθέντες, τοῦ λογισμοῦ δηλονότι κρίναντος ἄξιον ἀγανακτήσεως τὸ γινόμενον ἐπὶ τῶν φυλαττόντων κατὰ φύσιν τὴν οἰκείαν τάξιν. |
Για το θυμό. Ο θυμός είναι ο βρασμός του αίματος γύρω από την καρδιά και προέρχεται από ερεθισμό ή αναταραχή της χολής. Γι’ αυτό ονομάζεται και χολή και χόλος. Κάποτε ο θυμός είναι επιθυμία αντεκδικήσεως· όταν μας αδικούν ή νομίζουμε ότι μας αδικούν, τότε θυμώνουμε· στην περίπτωση αυτή έχουμε ανάμεικτο πάθος, από επιθυμία και θυμό. Τρία είναι τα είδη του θυμού: η οργή, που λέγεται και χολή και χόλος, η μήνη και ο κότος. Διότι ο θυμός που έχει αρχή και κίνηση, λέγεται και χολή και χόλος. Μήνη είναι θυμός που κρατάει, δηλαδή μνησικακία· λέγεται έτσι από το γεγονός ότι παραμένει και διατηρείται στη μνήμη. Κότος είναι η οργή που καιροφυλακτεί να εκδικηθεί· και έχει πάρει αυτή την ονομασία από το «κείσθαι» (έχει καθίσει). Είναι μάλιστα ο θυμός υπηρέτης του λογισμού, υπερασπιστής της επιθυμίας· όταν, δηλαδή, επιθυμήσουμε κάποιο πράγμα και κάποιος μας εμποδίσει, θυμώνουμε εναντίον του ότι μας αδίκησε· ο λογισμός, δηλαδή, βγάζει την απόφαση ότι αυτό που έγινε είναι άξιο να προκαλέσει αγανάκτηση σ’ αυτούς που από τη φύση τους προστατεύουν τη σχετική τάξη. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 31. Περὶ τοῦ φανταστικοῦ Φανταστικόν ἐστι δύναμις τῆς ἀλόγου ψυχῆς διὰ τῶν αἰσθητηρίων ἐνεργοῦσα, ἥτις λέγεται αἴσθησις. Φανταστὸν δὲ καὶ αἰσθητὸν τὸ τῇ φαντασίᾳ καὶ τῇ αἰσθήσει ὑποπῖπτον· ὡς ὅρασις μὲν αὐτὴ ἡ ὀπτικὴ δύναμις, ὁρατὸν δὲ τὸ ὑποπῖπτον τῇ ὁράσει, λίθος τυχὸν ἤ τι τῶν τοιούτων. Φαντασία δέ ἐστι πάθος τῆς ἀλόγου ψυχῆς ὑπὸ φανταστοῦ τινος γινόμενον, φάντασμα δὲ πάθος διάκενον ἐν τοῖς ἀλόγοις τῆς ψυχῆς ἀπ᾿ οὐδενὸς φανταστοῦ γινόμενον. Ὄργανον δὲ τοῦ φανταστικοῦ ἡ ἐμπρόσθιος κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου. |
Για τη φαντασία. Το φανταστικό είναι ικανότητα του αλόγου μέρους της ψυχής, που ενεργεί με τις αισθήσεις και λέγεται αίσθηση. Φανταστό και αισθητό είναι αυτό που υποπίπτει στη φαντασία και την αίσθηση· όπως όραση είναι η ίδια η οπτική δύναμη, και ορατό είναι αυτό που υποπίπτει στην όραση, για παράδειγμα κάποια πέτρα ή κάτι παρόμοιο. Φαντασία πάλι είναι πάθος του αλόγου μέρους της ψυχής που την προκαλεί κάποιο φανταστό· φάντασμα πάλι είναι πάθος χωρίς περιεχόμενο, στο χώρο του αλόγου μέρους της ψυχής, που δεν το προκαλεί κάποιο φανταστό. Όργανο του φανταστικού μέρους της ψυχής είναι η κοιλότητα στο μπροστά μέρος του εγκεφάλου. |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 32. Περὶ αἰσθήσεως Αἴσθησίς ἐστι δύναμις τῆς ψυχῆς ἀντιληπτικὴ τῶν ὑλῶν, ἤγουν διαγνωστική· αἰσθητήρια δὲ τὰ ὄργανα, ἤγουν τὰ μέλη, δι᾿ ὧν αἰσθανόμεθα· αἰσθητὰ δὲ τὰ τῇ αἰσθήσει ὑποπίπτοντα· αἰσθητικὸν δὲ τὸ ζῷον τὸ ἔχον τὴν αἴσθησιν. Εἰσὶ δὲ αἰσθήσεις πέντε, ὁμοίως καὶ αἰσθητήρια πέντε. Πρώτη αἴσθησις ὅρασις. Αἰσθητήρια δὲ καὶ ὄργανα τῆς ὁράσεως τὰ ἐξ ἐγκεφάλου νεῦρα καὶ οἱ ὀφθαλμοί. Αἰσθάνεται δὲ ἡ ὄψις κατὰ πρῶτον μὲν λόγον τοῦ χρώματος, συνδιαγινώσκει δὲ τῷ χρώματι καὶ τὸ κεχρωσμένον σῶμα καὶ τὸ μέγεθος αὐτοῦ καὶ τὸ σχῆμα καὶ τὸν τόπον, ἔνθα ἐστί, καὶ τὸ διάστημα τὸ μεταξὺ καὶ τὸν ἀριθμὸν, κίνησίν τε καὶ στάσιν καὶ τὸ τραχὺ καὶ λεῖον καὶ ὁμαλὸν καὶ ἀνώμαλον καὶ τὸ ὀξὺ καὶ τὸ ἀμβλὺ καὶ τὴν σύστασιν, εἴτε ὑδατώδης ἐστίν, εἴτε γεώδης ἤγουν ὑγρὰ ἢ ξηρά. Δευτέρα αἴσθησίς ἐστιν ἀκοὴ, τῶν φωνῶν καὶ τῶν ψόφων οὖσα αἰσθητική. Διαγινώσκει δὲ αὐτῶν τὴν ὀξύτητα καὶ τὴν βαρύτητα, λειότητά τε καὶ τραχύτητα καὶ μέγεθος. Ὄργανα δὲ αὐτῆς τὰ νεῦρα τὰ ἐξ ἐγκεφάλου τὰ μαλακὰ καὶ τῶν ὤτων ἡ κατασκευή. Μόνος δὲ ἄνθρωπος καὶ πίθηκος οὐ κινοῦσι τὰ ὦτα. Τρίτη αἴσθησις ὄσφρησις, ἥτις γίνεται μὲν διὰ τῶν ῥινῶν ἀναπεμπουσῶν τοὺς ἀτμοὺς ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον, περαίνεται δὲ εἰς τὰ πέρατα τῶν προσθίων κοιλιῶν τοῦ ἐγκεφάλου. Ἔστι δὲ αἰσθητικὴ καὶ ἀντιληπτικὴ τῶν ἀτμῶν. Τῶν δὲ ἀτμῶν ἡ γενικωτάτη διαφορά ἐστιν εὐωδία καὶ δυσωδία καὶ τὸ μέσον τούτων, ὃ μήτε εὐῶδές ἐστι μήτε δυσῶδες. Γίνεται δὲ εὐωδία τῶν ὑγρῶν τῶν ἐν τοῖς σώμασιν ἀκριβῶς πεφθέντων, μέσως δὲ μέση διάθεσις· καταδεέστερον δὲ ἢ μηδὲ ὅλως πεφθέντων ἡ δυσωδία γίνεται. Τετάρτη αἴσθησις ἡ γεῦσις. Ἔστι δὲ τῶν χυμῶν ἀντιληπτικὴ, ἤγουν αἰσθητική. Ὄργανα δὲ αὐτῆς ἡ γλῶσσα καὶ ταύτης πλέον τὸ ἄκρον καὶ ἡ ὑπερῴα, ἣν καλοῦσί τινες οὐρανίσκον, ἐν οἷς ἐστι τὰ ἐξ ἐγκεφάλου φερόμενα νεῦρα πεπλατυσμένα καὶ ἀπαγγέλλοντα τῷ ἡγεμονικῷ τὴν γενομένην ἀντίληψιν, ἤγουν αἴσθησιν. Αἱ δὲ καλούμεναι γευστικαὶ ποιότητες τῶν χυμῶν εἰσιν αὗται· γλυκύτης, δριμύτης, ὀξύτης, στρυφνότης, αὐστηρότης, πικρότης, ἁλμυρότης, λιπαρότης, γλισχρότης· τούτων γάρ ἐστιν ἡ γεῦσις διαγνωστική. Τὸ δὲ ὕδωρ ἄποιόν ἐστι κατὰ ταύτας τὰς ποιότητας· οὐδεμίαν γὰρ αὐτῶν ἔχει. Ἡ δὲ στρυφνότης ἐπίτασις καὶ πλεονασμός ἐστι τῆς αὐστηρότητος. Πέμπτη αἴσθησίς ἐστιν ἡ ἁφή, ἥτις κοινή ἐστι πάντων τῶν ζῴων· ἥτις γίνεται ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου πεμπομένων νεύρων εἰς ὅλον τὸ σῶμα. Διὸ καὶ ὅλον τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα αἰσθητήρια τὴν τῆς ἁφῆς ἔχουσιν αἴσθησιν. Ὑπόκειται δὲ τῇ ἁφῇ τὸ ψυχρὸν καὶ θερμόν, τό τε μαλακὸν καὶ σκληρὸν καὶ γλίσχρον καὶ κραῦρον, βαρύ τε καὶ κοῦφον· διὰ μόνης γὰρ ἁφῆς ταῦτα γνωρίζεται. Κοινὰ δὲ ἁφῆς καὶ ὄψεως τό τε τραχὺ καὶ λεῖον, τό τε ξηρὸν καὶ ὑγρόν, παχύ τε καὶ λεπτόν, ἄνω τε καὶ κάτω καὶ ὁ τόπος καὶ τὸ μέγεθος, ὅταν ᾖ τοιοῦτον, ὡς κατὰ μίαν προσβολὴν τῆς ἁφῆς περιλαμβάνεσθαι· καὶ τὸ πυκνόν τε καὶ μανὸν, ἤγουν ἀραιὸν καὶ τὸ στρογγύλον, ὅταν ᾖ μικρόν, καὶ ἄλλα τινὰ σχήματα. Ὁμοίως δὲ καὶ τοῦ πλησιάζοντος σώματος αἰσθάνεται, σὺν τῇ μνήμῃ δὲ καὶ τῇ διανοίᾳ· ὡσαύτως δὲ καὶ ἀριθμοῦ μέχρι δύο ἢ τριῶν καὶ τούτων μικρῶν καὶ ῥᾳδίως περιλαμβανομένων. Τούτων δὲ μᾶλλον τῆς ἁφῆς ἡ ὅρασις ἀντιλαμβάνεται. Χρὴ γινώσκειν, ὡς ἕκαστον τῶν ἄλλων αἰσθητηρίων διπλοῦν ὁ Δημιουργὸς κατεσκεύασεν, ἵνα τοῦ ἑνὸς βλαπτομένου τὸ ἕτερον ἀναπληροῖ τὴν χρείαν· δύο γὰρ ὀφθαλμοὺς καὶ δύο ὦτα καὶ δύο πόρους τῆς ῥινὸς καὶ δύο γλώσσας, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μὲν τῶν ζῴων διῃρημένας, ὡς ἐν τοῖς ὄφεσιν, ἐν τοῖς δὲ ἡνωμένας, ὡς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ· τὴν δὲ ἁφὴν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι πλὴν ὀστέων καὶ νεύρων, ὀνύχων τε καὶ κεράτων καὶ τριχῶν καὶ συνδέσμων καὶ ἄλλων τινῶν τοιούτων. Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν ὄψις κατ᾿ εὐθείας γραμμὰς ὁρᾷ, ἡ δὲ ὄσφρησις καὶ ἡ ἀκοὴ οὐ κατ᾿ εὐθεῖαν μόνον, ἀλλὰ πανταχόθεν. Ἡ δὲ ἁφὴ καὶ ἡ γεῦσις οὐδὲ κατ᾿ εὐθεῖαν οὐδὲ πανταχόθεν γνωρίζουσιν, ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν αὐτοῖς πλησιάσωσι τοῖς ἰδίοις αἰσθητοῖς. |
Για την αίσθηση. Η αίσθηση είναι δύναμη της ψυχής ικανή ν’ αντιλαμβάνεται τα υλικά πράγματα, δηλαδή διαγνωστική ικανότητα. Αισθητήρια πάλι είναι τα όργανα, δηλαδή τα μέλη του σώματος, με τα οποία αισθανόμαστε. Αισθητά είναι αυτά που υποπίπτουν στις αισθήσεις. Αισθητικό ον είναι αυτό που έχει αισθήσεις. Οι αισθήσεις είναι πέντε και τα αισθητήρια πέντε. Πρώτη αίσθηση είναι η όραση· αισθητήρια και όργανα της οράσεως είναι τα νεύρα του εγκεφάλου και τα μάτια. Η όραση πρώτα αντιλαμβάνεται το χρώμα, διακρίνει στη συνέχεια και το χρωματισμένο σώμα, το μέγεθος και το σχήμα του, τον τόπο όπου βρίσκεται, το ενδιάμεσο διάστημα, την ποσότητα, την κίνηση και τη στάση, το τραχύ και το λείο, το ομαλό και το ανώμαλο, το κοφτερό και το αμβλύ, τη σύνθεση, αν είναι υδάτινη ή χωματένια, δηλαδή ξερή ή υγρή. Δεύτερη αίσθηση είναι η ακοή, η οποία αντιλαμβάνεται τις φωνές και τους θορύβους. Διακρίνει τον οξύ ή βαρύ τόνο τους, την απαλότητα, την σκληρότητα και την ένταση. Όργανά της είναι τα μαλακά νεύρα του εγκεφάλου και η ιδιοσυστασία της κατασκευής των αυτιών. Μόνον ο άνθρωπος και ο πίθηκος δεν κινούν τα αυτιά τους. Τρίτη αίσθηση είναι η όσφρηση, η οποία παράγεται μέσα από τα ρουθούνια, τα οποία στέλνουν τις αναπνοές στον εγκέφαλο· η όσφρηση καταλήγει στα άκρα των εμπροσθίων κοιλοτήτων του εγκεφάλου. Η όσφρηση αισθάνεται και αντιλαμβάνεται τις οσμές. Η βασική διάκριση των οσμών είναι η ευωδία, η δυσωδία και το ενδιάμεσό τους, το οποίο δεν μυρίζει ούτε ωραία ούτε άσχημα. Ευωδία έχουμε, όταν τα υγρά που υπάρχουν στα σώματα εξατμίζονται αμέσως· ενδιάμεση κατάσταση, όταν εξατμίζονται μέτρια· και δυσωδία υπάρχει, όταν δεν εξατμίζονται καθόλου ή πολύ λίγο. Τέταρτη αίσθηση είναι η γεύση. Αυτή έχει την ιδιότητα ν’ αντιλαμβάνεται τους χυμούς, δηλαδή να τους αισθάνεται. Έχει ως όργανα τη γλώσσα και περισσότερο το άκρο της και την υπερώα, που ορισμένοι την ονομάζουν ουρανίσκο· σ’ αυτά βρίσκονται τα νεύρα που έρχονται από τον εγκέφαλο, τα οποία καταλαμβάνουν πολύ χώρο και ειδοποιούν τον ηγεμόνα νου για ό,τι αντιλήφθηκαν, δηλαδή αισθάνθηκαν. Οι ονομαζόμενες πάλι γευστικές ποιότητες των χυμών είναι οι εξής: η γλυκύτητα, η καυστικότητα, η οξύτητα, η αψάδα, η στυφότητα, η πικρότητα, η αλμυρότητα, η λιπαρότητα, η κολλητικότητα. Η γεύση έχει τη δυνατότητα όλες αυτές να τις διακρίνει. Το νερό όμως είναι δεν |