Μητροπολίτου Προικοννήσου Ἰωσὴφ (Χαρκιολάκη)

ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Α´
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΑΔΑΓΑΣΚΑΡΗΣ
(1952-2004)

Ἀφιέρωμα σὲ ἐκδήλωση ποὺ πραγματοποίησε ἡ
ΟΜΑΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ
«Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΩΣΙΠΑΤΡΟΣ»
ΑΙΓΙΟΝ 2008


Τὸ ὄνομά του νέκταρ γλυκύ: Νεκτάριος. Γεώργιος στὸ ἅγιο βάπτισμα. Γεωργήθηκε καλὰ ἀπὸ τὴν Δωδεκαννησιακὴ εὐσέβεια τῶν γονέων του, τοῦ Στέργου καὶ τῆς Παναγιώτας Κελλῆ. Καὶ μὲ τὴ φροντίδα τῶν πνευματικῶν του πατέρων: τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας Ἰεζεκιὴλ Τσουκαλᾶ, τοῦ Ἱερομονάχου Γερβασίου Καμπουράκη καὶ τοῦ Ἁγιορείτου Γέροντος Σπυρίδωνος Ξένου, ποὺ τώρα τὸν ὑποδέχονται στὴν ἄλλη ὄχθη.

Ἀπὸ μικρὸς ἔσκαψε κι ὁ ἴδιος φιλότιμα τὸν μέσα του ἄνθρωπο. Τὸν ξεβοτάνισε, τὸν καλλιέργησε, τὸν ἔκαμε χωράφι παχύ, πλούσιο, ἀποδοτικό. Ὅσο ἐγκατέλειψε τὸ σῶμα του -ἕνα σαρκίο ἀραχνῶδες, ἀσθενικό, ταλαίπωρο, τόσο ἐστόλισε τὴν ψυχή του: Μὲ ἀνθρωπιά. Μὲ ταπείνωσι. Μὲ σεμνότητα. Μὲ σχολαστικὴ παρθενικὴ καθαρότητα. Μὲ ἀγάπη - διπλῆ ἀγάπη: γιὰ τὸ Θεὸ καὶ γιὰ τὴν εἰκονά του Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο.

Τὸν γνώρισα στὴν Ἀθήνα. Ἕνα ξανθὸ μακρυμάλλικο ἀγόρι μὲ δυὸ ἔξυπνα μάτια ποὺ δὲν τὰ σήκωνε νὰ σὲ κυττάξη κατὰ πρόσωπο. Συνεσταλμένος. Ντυμένος φτωχικά, παληομοδίτικα, ὅπως φτωχικὰ καὶ παληομοδίτικα ἦταν καὶ τὰ ἑλληνικά του. Τὄχε σκάσει ἀπὸ τὴν Ἀδελαΐδα, κρυφὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του. Ἐγκατέλειψε τὴν Τράπεζα ὅπου ἐργαζόταν (κοινό μας στοιχεῖο) κ᾿ ἦρθε γιὰ νὰ σπουδάσῃ Θεολογία καὶ νὰ γίνῃ παπᾶς. Ἡ ξαφνικὴ καὶ μυστικὴ αὐτὴ φυγὴ του ἐπρόκειτο νὰ στοιχίσῃ ἀκριβὰ στὴν ὑγεία τῶν γονιῶν του. Βρῆκε καταφύγιο στὴν ἀγάπη καὶ τὴν πατρικὴ μέριμνα τοῦ τότε Μητροπολίτη Πισιδίας Ἰεζεκιήλ, τοῦ μέχρι πρὶν λίγο Ἀρχιεπίσκοπου Αὐστραλίας. Ἐκεῖ, στὸ γνωστό, ταπεινό, φιλόξενο, καλογηρικὸ διαμέρισμά του στὸν Βύρωνα. Ἄρχισε νὰ βελτιώνῃ τὰ ἑλληνικά του καὶ νὰ ζεσταίνεται στὴ λειτουργικὴ ζωὴ στὸ Σίμωνοπετρίτικο Μετόχι τῆς Ἀναλήψεως λίγο παραπάνω. Ἀργότερα ἐκάρη ἀπὸ τὸν ἀοίδιμο Ἰεζεκιὴλ Μοναχὸς στὴ Μονὴ Ξενοφῶντος, παραμονὴ τῆς γιορτῆς τοῦ προστάτη του Ἁγίου Γεωργίου (1978) κι ἔτσι συνδέθηκε μὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ξενοφῶντος ἀνέπτυξε δεσμοὺς καὶ μὲ τὴ Νέα Σκήτη καὶ τὸν πολυσέβαστο παπᾶ-Σπυρίδωνα Ξένο, τὸν Πνευματικό. Μετὰ φόρεσε τὸ διακονικὸ ὀράριο, χειροτονημένος ἀπὸ τὰ ἅγια χέρια καὶ πάλι τοῦ Γέροντός του Ἀρχιεπισκόπου Ἰεζεκιήλ. Σπούδασε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν. Ἄρχισε τότε ποὺ ἐγὼ ἀποφοιτοῦσα. Μᾶς ἦρθε μὲ τὰ ράσα του. Τοῦ ἔβαλα μετάνοια καὶ τοῦ φίλησα τὸ χέρι -λαϊκὸς ἀκόμη ἐγώ. Τὸ θυμήθηκε χρόνια κατόπιν, ὅταν μὲ ὑποδέχθηκε ὡς Ἐπίσκοπο Νέας Ζηλανδίας στὴν Ἀδελαΐδα κι ἔβαλε ἐκεῖνος μετάνοια, μέσα σὲ ἀπερίγραπτη καὶ τῶν δυό μας συγκίνησι...

Χώρισαν οἱ δρόμοι μας γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἐγὼ Λευκάδα, Ἰθάκη καὶ Κρήτη. Ἐκεῖνος Ἀθήνα, κοντὰ στὸ Γέροντά του καὶ λίγο Κῶ, κι ἀργότερα, μετὰ βασάνων στὴν Αὐστραλία. Εἶχε κατέβει γιὰ τὸ γάμο τοῦ ἀδελφοῦ του. Διάκονος. Δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ λάβῃ μέρος στὸ Μυστήριο. Ἦταν «ξένος». Ἦταν «ἀντάρτης». Ἦταν «λεπρός». Ἦταν «ἀποσυνάγωγος»! Τὸ κατάπιε καί, χριστιανικώτατα, τὸ ξέχασε. Δὲν μνησικάκησε. Κι ὅταν τὸν εἶχαν ἀνάγκη καὶ τοῦ ζήτησαν νἄρθῃ νὰ διακονήσῃ στοὺς Ἀντίποδες, ἦρθε. Δὲν θυμήθηκε τὴν ἀτίμωσι. Ἐργάστηκε στὸ Γκὸλτ Κόουστ τῆς Κουηνσλάνδης ταπεινά, ἱεραποστολικά, καρποφόρα. Κατέβηκε στὴ Νότια Αὐστραλία ὅταν τὸν χρειάστηκαν. Βουτήχτηκε στὴ γραφειοκρατία τῶν Γραφείων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, κάτω ἀπὸ προϊσταμένους ἀπαιτητικούς. Δούλεψε μὲ φιλότιμο. Τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁη-Παντελεήμονα, ἡ Ἐνορία τοῦ Γκλενὲλγκ ἦταν οἱ πρῶτες ἐπάλξεις του καὶ οἱ πρῶτοι καρποὶ τοῦ ἔργου του. Ἔστησε ἀπογευματινὸ Ἑλληνικὸ Σχολεῖο, ὅπως καὶ στὸ Κρόϋντον Πάρκ, ὅπου μετατέθηκε κατόπιν. Ἀνακαίνισε, ἐπεξέτεινε τὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου· τὸν ἔκαμε ἀγνώριστο. Ἀγόρασε τὸ παρακείμενο σπίτι καὶ τὸ οἰκόπεδο, ὅπου κατόπιν χτίστηκε τὸ Γηροκομεῖο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Μάζεψε γύρω του τὴ νεολαία, ποὺ τὸν λάτρεψε. Καὶ τὴ «γερολαία», ὅπως τὸν πείραζα, ποὺ κρεμόντουσαν ἀπὸ τὰ χείλη καὶ τὸ πετραχήλι του, γιατὶ εἶδαν στὸ πρόσωπό του ὄχι ἕναν ἐπαγγελματικὸ ἱερωμενο, μὰ ἕναν παπᾶ=πατέρα, ἀδελφό, φίλο, ὁδηγὸ ὁλοφώτεινο. Ἐξέδωσε τὸν Orthodox Messenger, τὸ μόνο ἀγγλόφωνο Ὀρθόδοξο περιοδικὸ γιὰ νέους στὴν Αὐστραλία. Ἀλλὰ καὶ τὸν ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ στὰ ἑλληνικά, γιὰ ὅλους τοὺς ἐνορίτες. Στὸ Κολλέγιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Θέμπαρτον, τῆς Ἐνορίας τῶν παιδικῶν του χρόνων, ἔδωσε τὸ παρόν, μὲ πολλὴ ἀγάπη. Ἔτρεξε, ἐστήριξε, ἐμάζεψε, περιμάζεψε, παρηγόρησε, ἔχαρισε πίστι καὶ χαρά. Φουριόζος πάντα, πάντα πνιγμένος καὶ γεμάτος φροντίδες, ξεχνοῦσε καὶ νὰ φάη συχνά, ἐνῶ μὲ τὰ τρεξίματά του εἶχε βάλει σὲ μπελάδες τοὺς τροχονόμους, ποὺ κάποτε ἔφτασαν σχεδὸν νὰ τοῦ πάρουν τὴν ἄδεια ὁδηγήσεως. Τὸν ἀστειευόμουν: -Οὔτε γράμμα δὲν στέλνω μὲ σέναν!.. Γιὰ νὰ τὰ προλάβη ὅλα. Γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσῃ ὅλους!... Συμπλήρωσε ταυτόχρονα καὶ τὶς σπουδές του. Ἀπέκτησε νέους ἀκαδημαϊκους τίτλους, ποὺ ποτὲ δὲν τοὺς φανέρωσε. Τὰ ξέρει τὸ Πανεπιστήμιο Flinders... Ἀπὸ τὰ χέρια του πέρασαν πάρα πολλὰ χρήματα. Ἦταν φτωχὸς κι ἔμεινε ὡς τὸ τέλος φτωχός, πιστὸς στὴν «ἔντιμον πενίαν» του. Μπῆκε φτωχὸς στὴν Ἱερωσύνη καὶ ἐξῆλθε ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ πένης!..

Ἦρθαν φουρτοῦνες. Παρεξηγήσεις. Μικρότητες ἀπὸ ῾κεῖ ποὺ δὲν τὸ περίμενε. Δὲν ἦταν ἄνθρωπος τῶν συγκρούσεων. Μίλησε, ζήτησε σεμνὰ τὸ δίκιο του. Ὑπέμεινε ὅσο μπόρεσε. Κι ὅταν τὰ πράγματα στὰ μάτια του φάνηκαν ἀδιόρθωτα, ζήτησε νὰ φύγῃ γιὰ τὴν Ἱεραποστολὴ στὴ Μαδαγασκάρη. Τὸν ἐμπόδισα ζωηρά. Ἂς μὴ μοῦ στήσῃ ὁ Θεὸς αὐτὴ τὴν ἁμαρτία. Τὸν ἐμπόδισα ἀπὸ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἡ Αὐστραλία πίστευα ὅτι τὸν εἶχε πραγματικὰ ἀνάγκη. Δὲν μὲ ἄκουσε. Ἄλλο ἦταν -ὅπως ἀποδείχτηκε περίτρανα ἐκ τῶν ὑστέρων- τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Παραμέρισα. Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις, διδαχθήκαμε. Ἔτσι τὸν κέρδισε ἡ Μαδαγασκάρη. Ἐκεῖ βρῆκε τὸν ἑαυτό του. Στὰ μεγαλοπρεπῆ ἐρείπια τῆς πάλαι ποτὲ Ἑλληνικῆς Κοίνοτητος Ἀνταναναρίβης. Στὰ μαυράκια του, τὰ ὀρφανά του. Μαζὶ μὲ τοὺς φτωχότερους τῶν φτωχῶν, τὸ «φακὶρ φουκαρᾶ» τοῦ Τρίτου Κόσμου. Μέσα στὴν πεῖνα, τὴ χολέρα, τὴν ἐλονοσία, τὴ δυσεντερία, τὶς ἐπιδημίες, τοὺς πυρετούς, τὸ καθημερινὸ φάσμα τοῦ θανάτου. Μὲ μισὸ παπούτσι πάντα ὁ ἴδιος. Νηστικός, ἀναμαλλιασμένος, ἀτιμέλητος, διέτρεξε ἀμέτρητες φορὲς τὴν ἀχανὴ Μαδαγασκάρη ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο ὡς τὸ ἄλλο. Ἀγχώδης, «νευρόσπαστο» κάποτε, λιγόψυχος μερικὲς φορές, μὰ ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του. Γιὰ τὸ ἔργο του. Γιὰ τοὺς φτωχούς του. Γιὰ τὰ ὀρφανά του. Θεμέλιωσε πάνω ἀπὸ 65 Ἐνορίες. Χιλιάδες ἐκατήχησε κι ἐβάφτισε. Χωριὰ ὁλόκληρα μὲ 200, 300, 500 κατοίκους, ἀμιγῶς Ὀρθόδοξα! Ἔστησε Ἱερατικὸ Σεμινάριο κι ἑτοίμασε τοὺς Ἱερεῖς του. Ἐχειροτόνησε Ἱερεῖς, ψηφισμένους ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν Ἐνοριτῶν τῆς Ἐνορίας, στὴν ὁποία θὰ διακονοῦσαν. Τοὺς ἀπέστειλε νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Πονεμένης Ὀρθοδοξίας. Τοὺς ἐξασφάλισε στοιχειώδη μισθὸ ἀπὸ τὰ μετόπισθεν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Αὐστραλίας. Ἔχτισε Ἐκκλησίες καὶ σχολειὰ ἐκεῖ ποὺ ἄλλοτε ἦταν ἀδιανόητο. Ἄνοιξε πηγάδια καὶ ξεδίψασε χωριὰ ὁλόκληρα. Μάζεψε γύρω του ἑκατοντάδες ὀρφανά. Τἄντυσε, τὰ πόδησε, τὰ τάϊσε, τἄστειλε στὸ σχολειό. Θυμήθηκε τοὺς φυλακισμένους. Πολλὲς φορὲς γεύτηκαν τὴν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας -καὶ τὸ φαγητό Της- μάλιστα σὲ μεγάλες μέρες. Ὅλοι ἀνεξαιρέτως. Δημιούργησε κλινικὴ μὲ ὅλα τὰ χρειαζούμενα, μέχρι καὶ ὀδοντιατρεῖο, μέχρι καὶ μοντέρνο ἀσθενοφόρο ποὺ τοῦ χάρισε ἡ Citroen ἐκτιμώντας τὸ ἔργο του. Ἔντυσε, ὑπόδησε, ἔθρεψε, «ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα». Ἡ Μαδαγασκάρη ἀκούστηκε παντοῦ. Στὸ πρόσωπό του τὸ ἑλληνικὸ ὄνομα δοξάστηκε στὸν ἀγρὸ τῆς Ἱεραποστολῆς. Οἱ Χριστιανοὶ τῆς Αὐστραλίας, ξαφνιασμένοι ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις του καὶ τὸ ἔργο του, ἄρχισαν νὰ ψάχνωνται. Ξύπνησαν συνειδήσεις, κεντρίστηκε τὸ φιλότιμο, ἄνοιξαν οἱ καρδιὲς καὶ τὰ πορτοφόλια. Τόνοι ὁλόκληροι τροφίμων, φαρμάκων, ἰατρικονοσηλευτικοῦ ὑλικοῦ, ἐκκλησιαστικῶν καὶ σχολικῶν εἰδῶν, διοχετεύτηκαν ἀπὸ Ἀδελαΐδα, Σύδνεϋ, Μελβούρνη, Πέρθη, ἀλλὰ κι ἀπὸ Ἀθήνα καὶ Θεσσαλονίκη, στὴν Ἄνταναναρίβη. Καὶ μαζί, ἀρκετὸ χρῆμα. Τὸ κομπόδεμα τοῦ συνταξιούχου, τὸ ὑστέρημα τοῦ φτωχοῦ, το φιλότιμο τοῦ ἐργάτη, τὸ χαρτζιλίκι τοῦ φοιτητή, ἡ ἀγάπη τοῦ ἱερωμένου. Κ᾿ οἱ λογαριασμοί του πάντα πεντακάθαροι. Ἐννοοῦσε νὰ δίνη λογαριασμὸ καὶ γιὰ τὸ τελευταῖο δολλάριο ποὺ περνοῦσε ἀπὸ τὰ χέρια του.

Ἦρθε ὥρα ἅγια κι ἀνέβηκε στὸ Θρόνο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου ὁ μαρτυρικὸς Πέτρος ὁ Ζ´, ὁ Κύπριος. Παλαιὸς συμφοιτητὴς καὶ φίλος, ζηλωτὴς καὶ καλὸς Ποιμένας, ἔμπειρος Ἱεραπόστολος ὁ ἴδιος, μὲ ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρον καὶ πολλὴ ἀγωνία γιὰ τὴν Ἱεραποστολή. Ἄνθρωπος μὲ ἀγάπη καὶ πόνο γιὰ τὴν Ἀφρικὴ καὶ τοὺς Λαούς της, προσγειωμένος, φωτισμένος, ἀκούραστος, ὁραματιστής, στολίδι τῆς σύγχρονης Ἐκκλησίας. Θυμήθηκε τὸν ταπεινὸ Νεκτάριο. Τὸν ἀγαποῦσε ἐξ ἀρχῆς. Εἶδε τὸ ἔργο του καὶ τὴν αὐταπάρνησή του. Τὰ ἐκτίμησε. Ἕνας καλὸς φιλικὸς λόγος συνηγορίας ἄρκεσε γιὰ νὰ πάρῃ τὴν ἱστορικὴ ἀπόφασι. Ἡ Μαδαγασκάρη, μαζὶ μὲ τὰ νησιὰ τοῦ Μαυρίκιου ἔγινε χωριστὴ Ἐπισκοπὴ τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας καὶ πρῶτος Ἐπίσκοπος της ἀναδείχθηκε ὁ Νεκτάριος Κελλῆς, ὁ Ρόδιος, ὁ Ἑλληνοαυστραλός, ὁ Φτωχούλης τοῦ Θεοῦ, ὁ ταπεινὸς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου Του. Πρῶτος Ἐπίσκοπος Μαδαγασκάρης. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Ο Α´. Πρῶτος στὸ ἔργο, πρῶτος στὴ διακονία, πρῶτος στὴ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρῶτος στὴ θυσία, πρῶτος σὲ ὅλα.

Ἂν τὸν θυμόντουσαν γιὰ κανένα ράσο ἢ ζωστικὸ ἢ καμμιὰ ἀρχιερατικὴ στολή, θὰ εἶχε νὰ φορέσῃ. Ἂν ὄχι, τὰ Ἱερορραφεῖα δὲν τὸν γνώρισαν ποτέ. Οὔτε τὰ καταστήματα μὲ τὰ περίτεχνα «ἀξεσουὰρ» τῆς ἀρχιερατικῆς ἐμφανίσεως. Οὔτε κατὰ ποῦ πέφτουν δὲν εἶχε ἰδέα! Ἡ ἀγωνία του: Βιβλία στὴ Γαλλικὴ γιὰ τοὺς νεοφὼτιστους, ἱερὰ σκεύη γιὰ τοὺς καινούργιους ναούς, φάρμακα γιὰ τοὺς ἀρρώστους του, ροῦχα καὶ φαγητὸ γιὰ τὰ ὀρφανά του! Νὰ βρεθῆ κάποιος καλὸς συνεργάτης, γνώστης τῆς Γαλλικῆς, ἱερωμένος ἢ γιατρός, μὲ ζῆλο καὶ διάθεσι προσφορᾶς, νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Ἱεραποστολικὸ κλιμάκιο, νὰ ἀναλάβῃ ἕνα μέρος τοῦ ἔργου, νὰ ὑπάρχῃ στὸ μέλλον προοπτικὴ γιὰ καλὴ συνέχεια. Τίποτε ἄλλο!

Διακοπὲς δὲν ἤξερε. Ὅταν λάβαινε τὴν ἐτήσια ἄδεια του τὴν ἀξιοποιοῦσε πραγματοποιώντας «ἱερὰν ζητείαν» ἀνὰ τὴν Αὐστραλία καὶ κάποτε ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀθόρυβα χωρὶς τυμπανοκρουσίες, χωρὶς βεντετισμούς. Μιὰ ἁπλῆ Θεία Λειτουργία, χωρὶς «χοροστασία», δυὸ λόγια ἀπὸ τὴν καρδιά, μιὰ προβολὴ κάποιας βιντεοταινίας, κι αὐτὸ ἦταν ὅλο. Δὲν ντύθηκε ποτὲ τὰ ἀρχιερατικά του, ψαλλομένου τοῦ «Ἄνωθεν οἱ Προφῆται». Δὲν ἔσπευσε σὲ πανηγύρια καὶ τραπεζώματα. Δὲν πλησίασε τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς. Κυκλοφοροῦσε χωρὶς ἐγκόλπιο. Ταπεινὸ καλογεράκι, ποὺ λὲς καὶ ντρεπόταν ποὺ ἦταν ὑποχρεωμένο νὰ κυκλοφορῆ μέσα στὸν κόσμο. Ἂν ζητοῦσες νὰ τὸν παρουσιάσῃς κάπου, νὰ τὸν προβάλῃς, «ξίνιζε» τὸ πρόσωπο κ᾿ ἦταν ἕτοιμος νὰ ἐξαφανιστῆ. Τὸ μόνο ποὺ δὲν ἀντιδροῦσε ἦταν νὰ δῆ τοὺς γιατρούς του, νὰ κυττάξη λίγο στὴν Αὐστραλία τὴν ὑγεία του, γιὰ νὰ μὴν ὀρφανέψουν πρόωρα γιὰ δεύτερη φορὰ τὰ ὄρφανα του, πρᾶγμα ποὺ τελικὰ δὲν κατάφερε νὰ τὸ ἀποφύγῃ. Ἀλλὰ κι ἐδῶ δὲν χασομεροῦσε. Ἦταν στὴν Ἀθήνα. Παρουσίασε πρόβλημα στὴν καρδιά. Φίλοι ἐξασφάλισαν εἰσαγωγὴ στὸ «Ὠνάσειο». Μεγάλο ὄνομα τῆς καρδιοχειρουργικῆς τὸν ἀνέλαβε. Μὰ μόλις τοῦ εἶπε ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ λίγες μέρες στὸ Νοσοκομεῖο γιὰ σοβαρὲς ἐξετάσεις, πέταξε τὶς πυτζάμες, φόρεσε τὸ φτωχόρασό του κι ἐξαφανίστηκε. «-Ἔχω πολλὲς δουλειὲς στὴ Μαδαγασκάρη, ποὺ περιμένουν!... Δὲν μπορῶ νὰ μένω στὰ Νοσοκομεῖα κοιτάζοντας τὸν ἑαυτό μου!...» Τραβοῦσαν τὰ μαλλιά τους οἱ γιατροί, μὰ ὁ Νεκτάριος σκεφτόταν τὰ παιδιά του, ποὺ τὰ μάτια τους, «ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, ὡς ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας τῆς κυρίας αὐτῆς, οὕτως οἱ ὀφθαλμοί» τους πρὸς τὸν ἴδιο, καὶ δι᾿ αὐτοῦ «πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν».

Ἦρθε ὁ φοβερὸς Σεπτέμβριος τοῦ 2004. Τὸ Ἅγιον Ὄρος προσκάλεσε τὸν Πατριάρχη Πέτρο νὰ πραγματοποίησῃ ἐπίσημη ἐπίσκεψι. Νὰ ἐγκαινιάσῃ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὴ Μονὴ Ἁγίου Παύλου, νὰ λειτουργήσῃ στὴ Μονὴ Γρηγορίου, ποὺ τροφοδοτεῖ μὲ Ἱεραποστόλους τὸ Πατριαρχεῖο κι ἐνισχύει πολυποίκιλα τὸ ἔργο του, καὶ νὰ γιορτάσῃ τὴ μεγάλη πανήγυρι τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου στὸ τρανὸ Μοναστήρι τοῦ Βατοπαιδίου, ὅπου ἡγουμενεύει ὁ συμφοιτητὴς καὶ φίλος του Ἐφραίμ, ὁ Κύπριος. Θυμήθηκε τὸν σεμνὸ Ἐπίσκοπο Νεκτάριο ὁ Πατριάρχης. Θέλησε νὰ τὸν τιμήσῃ καὶ τοῦ ζήτησε νὰ πάῃ μαζί του. Ἔκαμε ὑπακοὴ καὶ ξεκίνησε, στὴ σκιὰ τοῦ Πατριάρχη του, νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ πρῶτο ἐπισκοπικὸ προσκύνημά του στὸ Ἅγιον Ὄρος. Δὲν πάτησαν ὅμως τὰ πόδια τοὺς στὸ ἁγιασμένο βουνό. Πάτωσαν κ᾿ οἱ δυό τους στὴν ἁγιορείτικη θάλασσα. Τὸ χῶμα εἶχε ἁγιαστῆ ἀπὸ πολλοὺς Ἁγίους. Ἔπρεπε ν᾿ ἀγιαστῇ καὶ τὸ πέλαγο. Καὶ ἁγιάστηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Πέτρο τὸν Ζ´, τὸν μεγάλο Ἱεραπόστολο τῆς Ἀφρικῆς, τὸν πρῶτο στὴν κυριολεξία Ἱεραπόστολο Πατριάρχη. Καὶ ἀπὸ τὸν ταπεινὸ Ἐπίσκοπο Νεκτάριο, τὸν Ἱεραπόστολο καὶ Πατέρα τῆς Μαδαγασκάρης. Κι ἀπὸ τοὺς σὺν αὐτοῖς βεβαίως, τῶν ὁποίων τὸν ἔπαινο θὰ τὸν ἐξαγγείλῃ ἡ Ἐκκλησία. Μὰ πιὸ πολὺ ἴσως ἀπ᾿ ὅλους ἀπὸ τὸν Μαδαγασκάρης, τὸ λείψανο τοῦ ὁποίου, ὡς τὴν ὥρα ποὺ χαράσσονται τοῦτες οἱ γραμμές, ἡ θάλασσα δὲν εὐδόκησε νὰ τὸ ἀποδώσῃ, κι αὐτὸ κάνει ἀκόμα πιὸ ἀβάσταχτο τὸν πόνο μας καὶ τὸν καημό μας!...

Πῶς νὰ σοῦ φτιάξουμε κόλλυβο, Νεκτάριε, ἀδελφὲ ἀγαπημένε; Πῶς νὰ σὲ μνημονεύσουμε στοὺς κεκοιμημένους; Πῶς νὰ σκεφτοῦμε τὰ ὀρφανά σου, δυὸ φορὲς πιὰ ὀρφανά; Πῶς νὰ λογιάσουμε τοὺς Ἱερεῖς σου στὴν πιὸ φρικτή τους ἀπόγνωσι; Πῶς νὰ στοχαστοῦμε τὴ Μαδαγασκάρη χωρὶς τὴν παρουσία σου; Πονᾶμε γιὰ τὸ χωρισμὸ σου, ἐνῶ ξέρουμε ποῦ βρίσκεσαι. Μπορεῖ τὸ ἁγιασμένο παρθενικό σου σκῆνος νὰ μὴ βγῆκε ἀκόμη ἀπὸ τὰ αἰώνια νερά, νἆναι ἀκόμη ἁγιαστικὸ τῆς ἁγιορείτικης θάλασσας καὶ πάντων τῶν ἐν αὐτῇ, μὰ ἡ ὡραία σου ψυχῆ ἔχει κιόλας τὴ θέσι τῆς ἀνάμεσα στοὺς Ἀγγέλους καὶ στοὺς Πατέρες, στοὺς καλοὺς Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς Ἀποστόλους καὶ στοὺς Μάρτυρες τοῦ Ἀρνίου. Σὲ βλέπω ἐκεῖ, νὰ προσπαθῆς νὰ κρυφτῆς, κρατημένος σὰν παιδάκι ἀπὸ τὸ Σάκκο τοῦ μαρτυρικοῦ Πατριάρχη σου, τοῦ Πατριάρχη ποὺ σοῦ μετέδωσε τὴν Ἀρχιερωσύνη. Τοῦ Πατριάρχη ποὺ συνώδεψες στὸ φοβερὸ ταξείδι. Τοῦ Πατριάρχη ποὺ συνώδεψες στὴν αἰωνιότητα! Καὶ βλέπω τὸν Χριστὸ νὰ σὲ ψάχνῃ, νὰ σὲ ζητάῃ ὀνομαστικά, καὶ νὰ σὲ στεφανώνῃ μὲ τὸ ζόρι ὁ Δικαιοκρίτης καὶ Μισθαποδότης!

Ἡ Μαδαγασκάρη, τὸ Πατριαρχεῖο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νεκτάριου, τοῦ προστάτου σου, ὁ κόσμος τῆς Ἱεραποστολῆς, καὶ μαζὶ ἡ Αὐστραλία, ἡ Ρόδος, τ᾿ Ἅγιον Ὄρος, ἡ Ἑλλάδα, ὅσοι σὲ ζήσαμε ἀπὸ κοντὰ καὶ σὲ καταλάβαμε, ὅσοι ἔλαχε νἄχουμε μιὰ καρδιὰ συντονισμένη στοὺς παλμοὺς τῆς δικῆς σου, θρηνοῦμε καὶ κλαῖμε καὶ πονοῦμε κ᾿ ὑποφέρουμε γιὰ τὸ χωρισμό σου. Μαζὶ μὲ τοὺς σεβάσμιους γονεῖς σου καὶ τὸν ἀδελφό σου. Καὶ πιὸ πολὺ ποὺ δὲν μᾶς ἀξίωσες νὰ σοῦ δώσουμε τὸν τελευταῖο ἀσπασμό. Νὰ φιλήσουμε τὸ καθαρό σου χέρι καὶ νὰ λάβουμε τὴν ἅγια εὐχή σου. Μὰ καὶ χαιρόμαστε ταυτόχρονα μυστικά, γιατί, «τελειωθεῖς ἐν ὀλιγῳ, ἐπληρωσες χρόνους μακρούς. Ἀρεστὴ γὰρ ἦν τῷ Κυρίῳ ἡ ψυχή σου». Κι ἐκεῖ ποὺ βρίσκεσαι «μετὰ πάντων τῶν τῷ Θεῷ εὐαρεστησάντων», ἔχεις λόγο καὶ παρρησία.

Μὴ μὲ ξεφωνίσῃς, Παιδί μου καὶ Ἀδελφὲ καὶ Φίλε καὶ Συλλειτουργέ μου καὶ Πατέρα μου, ποὺ κάθισα καὶ διέπραξα ἐτοῦτο τὸ γραφτό. Μὴ μὲ παρεξηγήσῃ ἡ σεμνότητά σου καὶ ἡ κρυφή σου ἀρετή. Τώρα πιὰ σὲ νοιώθουμε ταχυδρόμο τῶν προσευχῶν καὶ τῶν δεήσεών μας, τῶν δακρύων καὶ τῶν ἐκ βάθους στεναγμῶν μας. Κάμε, ἀκόμα μιὰ φορά, ὑπακοὴ στὸν παλαιὸ φίλο καὶ ἐπὶ κάμποσα χρόνια Ἐπισκοπό σου, ξέχασε ὅσες πίκρες σὲ ποτίσαμε -πάντα ἀμνησίκακος ἤσουν- καὶ πάρε τοῦτο τὸ γραφτό, σὰν γράμμα, σὰν προσευχή, ὅπως θέλεις, καὶ προώθησέ το εἰς τὸν πρὸς Ὃν ὅρον -τὸν Ἀρχηγὸ τῆς Ἱερωσύνης μας καὶ Τελειωτὴ τοῦ ἀγῶνος μας. Ἐκεῖνος θὰ καταλάβῃ... Δυὸ σπυριὰ μοσχολίβανο στὴ μνήμη σου, γιὰ τὴ δική Του δόξα, εἶναι. Ἀμήν.-