ΝΕΟ-ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ
ΚΑΙ
Η ΑΛΗΘΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

Συγγραφή: Ἱερομόναχος π. Φιλόθεος Γρηγοριάτης

© Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους. ISBN 960-7553-18-7.
Δημοσιεύεται στὸ Διαδίκτυο κατόπιν εὐλογίας ποὺ ἔδωσε ὁ Καθηγούμενος
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης



Πρόλογος

Δίπλα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἀθηνῶν, ποὺ εἶναι κτίσμα τοῦ ἔτους 1862 καὶ ἔργο ξένων καὶ Ἑλλήνων ἀρχιτεκτόνων μὲ ἐμφανεῖς τὶς δυτικὲς ἐπιδράσεις, σώζεται τὸ Ναΰδριον, ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος (παλαιότερα τιμώμενο στὴ μνήμη τῆς Παναγίας τῆς Γοργοϋπηκόου), μνημεῖο τοῦ ια´ αἰῶνος, ἐκφραστικὸ τῆς Παραδόσεώς μας.

Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι στὴν τοιχοποιία τοῦ χαρίεντος αὐτοῦ Ναϋδρίου ἔχουν ἐνσωματωθῆ γλυπτὰ ἀπὸ ἀρχαίους Ναούς.

Αὐτὸ ἔκανε ἡ Ἐκκλησία: Ἀπεκάθηρε τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν παγανισμὸ καὶ τὴν προσέλαβε στὸ Σῶμα της, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ θεηγόρος Ἀπόστολος Παῦλος (ποὺ χρησιμοποιοῦσε τὸν ἐξελληνισμένο τύπο τοῦ ὀνόματὸς του ἀντὶ τοῦ ἑβραϊκοῦ Σαοὺλ) ἐκήρυξε τὸν ἄγνωστο Θεό, ποὺ ἐσέβοντο οἱ Ἀθηναῖοι χωρὶς νὰ Τὸν γνωρίζουν.

Ὁ Παρθενώνας ἔγινε ναὸς τῆς Παναγίας τῆς Ἀθηνιώτισσας.

Τὰ πολλὰ ὡραιότατα βυζαντινὰ Ἐκκλησάκια τῆς Μεσαιωνικῆς Ἀθήνας, ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ Παρθενῶνος, μαρτυροῦσαν τὸν ἑλληνικὸ καὶ χριστιανικὸ χαρακτῆρα τοῦ ἰοστεφοῦς ἄστεως.

Πολλὰ ἀπὸ τὰ ἐκκλησάκια αὐτὰ (περίπου 75) δυστυχῶς κατηδαφίσθησαν, γιὰ νὰ γίνῃ ἡ ρυμοτομία τῆς νέας πόλεως. Εὐτυχῶς ποὺ σώθηκαν ἔστω καὶ δέκα πέντε ἀπὸ αὐτά.

Οἱ βυζαντινοὶ καὶ μεταβυζαντινοὶ Ἕλληνες δὲν εἶχαν τὸ δίλημμα νὰ διαλέξουν μεταξὺ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ. Οὔτε ἔπασχαν ἀπὸ κάποια σχιζοφρένεια λόγῳ τῆς ἑλληνικῆς καὶ χριστιανικῆς τους ἰδιότητος.

Οἱ ξένοι «προστάται» μας πρῶτοι, θέλησαν τὸ νέο ἑλληνικὸ κράτος ὄχι συνέχεια τοῦ βυζαντινοῦ ἑλληνικοῦ ἀλλὰ μικρὸ εὐρωπαϊκὸ κράτος ἀποκομμένο ἀπὸ τὸ ἔνδοξο βυζαντινό του παρελθόν, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὶς ἰμπεριαλιστικές τους βλέψεις. Τὸ ὅραμα τῆς Ρωμηοσύνης ἀντικατέστησε τὸ μικρόπνοο σχῆμα τῆς Μικρᾶς Ἑλλάδος.

Δυστυχῶς τὴν νοοτροπία αὐτὴ υἱοθέτησαν καὶ μερικοὶ Νεοέλληνες ὅπως ὁ Κοραῆς, σπουδασμένος στὴν Γαλλία.

Γνήσιοι ὅμως Ἕλληνες καὶ ἀγωνισταί, ὅπως ὁ Μακρυγιάννης, ζοῦσαν τὴν ἑνότητα τῶν δύο κόσμων καὶ σ᾿ αὐτὴν εὕρισκαν τὴν ταυτότητά τους. Ἔτσι ἔνοιωθαν οἱ ἀγωνισταὶ τοῦ 1821 καὶ ὅλος ὁ ὑπὸ τοὺς Τούρκους ὑπόδουλος σωματικὰ ἀλλὰ ἐλεύθερος πνευματικὰ ὀρθόδοξος ἑλληνικὸς λαός.

Τελευταῖα ἄνθρωποι ἀνιστόρητοι καλοῦν τοὺς Ἕλληνες νὰ ἀποτινάξουν τὸν Χριστιανισμὸ καὶ νὰ ἐπανέλθουν στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα ἀκόμη καὶ στὴν εἰδωλολατρεία, διότι δῆθεν ὁ Χριστιανισμὸς ὡς Ἰουδαϊκῆς προελεύσεως κατέστρεψε τὴν ἑλληνικὴ παράδοσι καὶ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό.

Κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιὰ νὰ μᾶς πείσουν ὅτι ὁ Ἕλληνας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ Χριστιανός. Ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ τῶν χιλίων χρόνων τῆς ἐνδόξου βυζαντινῆς ἱστορίας μας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι Ἕλληνες. Εἰσάγουν μιὰ τεχνητὴ πόλωσι ποὺ ποτὲ δὲν ἐβιώσαμε οἱ Ἕλληνες στὴν μακρὰ ἱστορία μας.

Θέλουν μάλιστα νὰ μᾶς ἐπιβάλουν τὴν πόλωσι αὐτή. Γιατί; Γιὰ νὰ πλήξουν τὴν Ἐκκλησία. Νὰ ἀποχριστιανίσουν τοὺς Ἕλληνες.

Σὲ παρόμοια περίπτωσι ὁ Παῦλος εἶχε φωνάξει στοὺς Γαλάτας : «ὦ ἀνόητοι Γαλάται, τὶς ὑμᾶς ἐβάσκανε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι, οἷς κατ᾿ ὀφθαλμοὺς Ἰησοῦς Χριστὸς προεγράφη ἐν ὑμῖν ἐσταυρωμένος;» (Γαλ. γ´ 1)

Σήμερα θὰ ἔλεγε «ὦ ἀνόητοι Νεοέλληνες...»

«Ἀλλὰ τότε μὲν οὐκ εἰδότες Θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς μὴ φύσει οὖσι θεοῖς· νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ, πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, οἷς πάλιν ἄνωθεν δουλεύειν θέλετε; (Γαλ. δ´ 8-9)

Αὐτοὶ οἱ κατὰ τὸ φαινόμενο ὑπερασπισταὶ τῆς ἑλληνικότητός μας εἶναι στὴν πραγματικότητα ἐπίβουλοι, γιατὶ εὐνουχίζουν τὸν ἑλληνισμό. Ἀφαιροῦν ἀπὸ τὸν ἀρχαῖο ἑλληνισμὸ ὅ,τι πνευματικώτερο καὶ ὑψηλότερο εἶχε καὶ κρατοῦν τὴν χονδροειδῆ εἰδωλολατρία του. Ἀφαιροῦν ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμὸ μία μεγάλη καὶ ἀνεπανάληπτη περίοδό του, ὅπως εἶναι τὸ Βυζάντιο. Ὑπερυψώνουν τὸν Παρθενῶνα ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἰδοῦν τὸ πλήρωμά του στὴν Ἁγια-Σοφιά. Ἀγνοοῦν τὴν ἑλληνοχριστιανικὴ βυζαντινὴ ἀρχιτεκτονική, ζωγραφική, γλυπτική. Παίζουν τὸ παιχνίδι τῶν ξένων ποὺ μᾶς συρρίκνωσαν σὰν ἔθνος καὶ θέλουν περαιτέρω νὰ μᾶς συρρικνώσουν. Συμφωνοῦν μὲ τὸν Gibbon ποὺ ἐπέγραψε τὴν ἱστορία τῶν χιλίων χρόνων τοῦ Βυζαντίου ὡς ἱστορία τῆς πτώσεως τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (The fall of the Roman Empire). Ὢ τοῦ παραλογισμοῦ! Καμμία αὐτοκρατορία δὲν ὑπέστη τόσες ἐπιθέσεις καὶ δὲν ἄντεξε τόσα χρόνια ὅσο ἡ Βυζαντινή. Χίλια χρόνια, κατὰ τὸν Γίββωνα, κράτησε ἡ πτῶσις τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας!

Σὰν Ἕλληνες καὶ Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι γιὰ ὅλα αὐτὰ πονᾶμε καὶ διαμαρτυρόμεθα.

Δὲν θὰ ἀφήσωμε τοὺς Νεοπαγανιστὰς νὰ μᾶς περάσουν τὰ σχέδιά τους, τὰ ὁποῖα ἐξυπηρετοῦν τὸ κίνημα τῆς νέας ἐποχῆς καὶ τῆς παγκοσμιοποιήσεως, καὶ ποὺ τελικὰ γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶναι μόνο ἀντιχριστιανικὰ ἀλλὰ καὶ ἀνθελληνικά.

Μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα εἶναι γραμμένο καὶ τὸ πόνημα τοῦ ἀδελφοῦ τῆς Μονῆς μας Ἱερομονάχου Φιλοθέου.

Ὁ φωτιστής μας Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος μᾶς παραγγέλλει:

- Ἕλληνες, «τῇ ἐλευθερίᾳ ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε» (Γαλ. ε´ 1).

Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους

+ Ἀρχιμ. Γεώργιος


Αἴτια καὶ προσπάθειες γιὰ τὴν ἀναβίωσι τῆς ἀρχαίας εἰδωλολατρικῆς θρησκείας τῶν Ἑλλήνων

Μέσα στὴν ἀνεμοζάλη τῶν παντοειδῶν φιλοσοφικῶν ρευμάτων καὶ ἰδεῶν ποὺ κατακλύζουν τὸν σύγχρονο κόσμο μας, μέσα στὴν δίνη τῆς ἀπάνθρωπης καὶ ἰσοπεδωτικῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ τῆς ὁλοκληρωτικῆς παγκοσμιοποιήσεως, ὡς καὶ τῶν διαφόρων θρησκειῶν καὶ αἱρέσεων καὶ τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια μία νέα σχετικὰ γιὰ τὴν γενιά μας τάσις καὶ ἰδεολογία κάνει τὴν ἐμφάνισί της. Γιὰ νὰ ἀκριβολογοῦμε, ἐπανεμφανίζεται μετὰ ἀπὸ ὡρισμένες ἀποτυχημένες προσπάθειες στὸ παρελθόν, ἔχοντας ὡς στόχο τὴν ἐπικράτησι στὸν ἑλληνικὸ τουλάχιστον χῶρο.

Ἡ ἰδεολογικὴ αὐτὴ τάσις-κίνημα σχετίζεται μὲ τὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ θρησκεία καὶ ὡς σκοπὸ ἔχει τὴν ἀναβίωσί της, ὅπως μὲ ἔμφασι τονίζεται. Ἀποτελεῖ δηλαδὴ ἕνα εἶδος Νεο-παγανισμοῦ, ἐπιστροφῆς κατὰ τὰ λεγόμενα στὶς ἀρχαιοελληνικὲς εἰδωλολατρικὲς θρησκευτικὲς δοξασίες.

Εὑρίσκονται μάλιστα οἱ σημερινοὶ αὐτοὶ ὀπαδοὶ τοῦ ἐν Ἑλλάδι κινήματος ἢ ἰδεολογίας, σὲ σύνδεσι καὶ συνεργασία μὲ κάποιο διεθνὲς κίνημα καὶ ὀργάνωσι γιὰ τὴν ἀναγνώρισι, καταξίωσι καὶ ἀναζωπύρωσι τῶν κατὰ τόπους καὶ λαοὺς παγανιστικῶν ἀρχαίων θρησκειῶν (Ἵδρυσις τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐθνικῶν Θρησκειῶν», στὸ Βίλνιους τῆς Λιθουανίας, τὸ καλοκαίρι τοῦ 1998).

Ἴσως θὰ ἔλεγε κάποιος ὅτι σήμερα κυκλοφοροῦν τόσα πολλὰ ρεύματα καὶ ἰδέες, ὅπως ἤδη ἐλέχθη, ποὺ φυσικὸ θὰ ἦταν τρόπον τινα νὰ ἀκουστοῦν καὶ τέτοιου εἴδους θεωρίες καὶ φιλοσοφίες. Ὅμως ἐπειδὴ ἔχουμε γίνει κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μάρτυρες σκανδαλισμοῦ ἀδυνάτων ἀδελφῶν, καὶ γίναμε δέκτες πολλῶν καὶ ἐπανειλημμένων ἐρωτήσεων καὶ παρακλήσεων γιὰ πληροφόρησι σχετικὰ μὲ τὸ ἐν λόγῳ θέμα, θεωρήσαμε καθῆκον μας νὰ μὴ σιωπήσουμε ἀλλὰ νὰ ἐγκύψουμε καὶ νὰ ἀσχοληθοῦμε. Ἄλλωστε ἔχει ἄμεση σχέσι μὲ τὴν ἱστορία, τὴν καταγωγὴ καὶ τὴν διαχρονικὴ πορεία αὐτοῦ τοῦ τόπου.

Εἶναι δεδομένο ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου, καθὼς πλησιάζουμε πρὸς τὸ ὡρισμένο χρονικὸ σημεῖο γιὰ τὴν τέλεσι ἐν Ἀθήναις τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, οἱ ὁποῖοι εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὡς ἀθλητικὸ καὶ κοινωνικὸ γεγονὸς οὐδεμία σχεδὸν σχέσι ἔχουν μὲ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἐτελοῦντο κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ὁλονὲν καὶ ὀγκοῦται καὶ αὐξάνει ἡ διαφήμισις καὶ προβολὴ τῶν σχετικῶν ἀναφορῶν περὶ αὐτῆς τῆς Νεο-εἰδωλολατρείας. Λυπούμαστε ποὺ εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ δυστυχῶς γίνεται ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἐλάχιστα γνωρίζουν τὸ πραγματικὸ πνεῦμα καὶ τὶς διαστάσεις τοῦ ἀρχαίου πνεύματος, ὡς καὶ τὴν χρησιμότητά του στὴν σημερινὴ ἐν Χριστῷ πραγματικότητα.

Εἶναι λυπηρὸ καὶ συνάμα ἀνησυχητικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοί, ἀκόμη καὶ ἐπίσημοι ἄνθρωποι καὶ φορεῖς τῆς Πολιτείας, ἀντιμετωπίζουν τὸ θέμα αὐτὸ ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ, μὲ ἀποτέλεσμα ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἀμφιβάλλουν γιὰ τὴν σοβαρότητά του, ὄχι μόνο νὰ ἀνέχωνται καὶ νὰ ἐπιτρέπουν, ἀλλὰ καὶ νὰ προάγουν καὶ νὰ χρηματοδοτοῦν διάφορα προγράμματα σχετικὰ μὲ τὸν νεοεμφανισθέντα αὐτὸν παγανισμό. Ἔτσι σὺν τῷ χρόνῳ προβάλλονται καὶ καθιερώνονται στὴν ἑλληνικὴ ζωή, μὲ τὴν ἀνοχὴ ἢ τὴν ἀδιαφορία μας, θεσμοὶ καὶ πράξεις, ὡσὰν νὰ ἦσαν ἀπὸ ὅλους ἐκ παραδόσεως ἀποδεκτὰ καὶ θεμιτά.

Πληροφορούμαστε π.χ. γιὰ τὸ πόσο ἔχει ἐπιβληθεῖ σιγὰ-σιγὰ στὴν ἑλληνικὴ κοινὴ γνώμη ἀλλὰ καὶ διεθνῶς, τάχα χάριν κάποιας πολιτιστικῆς καὶ ἱστορικῆς γιὰ τὴν Ἑλλάδα διαφημίσεως, ἡ τελετὴ τῆς ἁφῆς τῆς φλόγας γιὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες. Καὶ ὅτι ἐνῶ ἀρχικὰ εἶχε τὴν μορφὴ καλλιτεχνικῆς, θεατρικῆς παραστάσεως, ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ ἐπίσημη τελετή, ὡσὰν νὰ ἦτο κάτι τὸ σοβαρὸ καὶ σεβαστό, μὲ ὁλονὲν αὐξανόμενη τάσι νὰ ἐπιτηδεύεται ἀναγνώρισις θρησκευτικῆς ἱερότητος.

Ὅλοι μας ἔχουμε εὐθύνη γιὰ τὰ ἀνωτέρω.

Πρώτιστα, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς, ποὺ δὲν εἴμαστε ὅπως θὰ μᾶς ἤθελε καὶ μᾶς παρήγγειλε ὁ ἅγιος Κύριος καὶ Θεός μας Ἰησοῦς Χριστός: ἅλας τῆς γῆς, φῶς τοῦ κόσμου, παράδειγμα ἤθους καὶ ζωῆς. Δὲν εἴμαστε δυστυχῶς ἄνθρωποι ταπεινοί, ἄνθρωποι ἀγάπης καὶ θυσίας, ὄντως πνευματικοί, μὲ μόνη ἐπιδίωξί μας τὴν διακονία τοῦ κόσμου πρὸς δόξαν Θεοῦ. Γινόμαστε ἔτσι σκάνδαλο, πρόσκομμα εἰς θάνατον πνευματικὸν γιὰ τοὺς ἀδυνάτους ἀδελφούς μας. Καὶ ἐξ αἰτίας μας ἀποξενώνονται ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καὶ καταφεύγουν σὲ ἀρχαῖες, μακρυνές, ξεπερασμένες, θολὲς πηγὲς γιὰ νὰ ξεδιψάσουν τὴν πνευματικὴ δίψα τους, ἐνῶ πλάϊ τους ρέει ἄφθονο τὸ ζωήρρυτο ὕδωρ τῆς ἀθανασίας.

Ἐπίσης κάποιοι πολιτικοὶ ἄρχοντες, ἐνῶ ἔχουν εὐθύνη γιὰ τὴν ἀληθινὰ πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ κληρονομιά μας ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὴν νὰ τροφοδοτοῦν πνευματικὰ τοὺς Νεοέλληνες, ἐντούτοις ἀδιαφοροῦν καὶ δηλητηριάζουν τὸν νοῦ καὶ τὶς ψυχὲς τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Οἱ δυνάμενοι πάλι νὰ κρίνουν ὀρθά, δὲν ἀντιδροῦν, τουλάχιστο ὅσο πρέπει, δὲν διαμαρτύρονται ὅπως ἁρμόζει σὲ ἐλεύθερες συνειδήσεις μέσα σὲ χώρα μὲ δημοκρατικοὺς θεσμοὺς καὶ νόμους.

Καὶ ἔτσι οἱ ἐπιτήδειοι καταφέρνουν νὰ ἐπιτυγχάνουν τοὺς στόχους τους.

Συμβάλλει καὶ βοηθεῖ σ᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἔξωθεν ἐπιβουλή.

Ποιός νοήμων σήμερα πιὰ ἀμφιβάλλει γιὰ τοὺς καταχθονίους σκοποὺς καὶ μεθοδεύσεις τῆς Νέας Ἐποχῆς; Πόση σύγχυσι ἐπιφέρει μὲ τὴν ἀνεκτικὴ καὶ συγκρητιστικὴ μέθοδὸ της στοὺς λαούς, στὶς μάζες τῶν ἀνθρώπων ὅπως λέγουν, ἔτσι ὥστε νὰ ἐπιβάλλη στὸν κατάλληλο χρόνο πλήρως τὴν φιλοσοφία καὶ ἰδεολογία της στὸ «ζαλισμένο κοπάδι»! Πόσο καὶ στὴν περίπτωσι αὐτὴ τῶν Ἑλλήνων Νεο-ειδωλολατρῶν φαίνεται νὰ συμβάλλη τὰ μέγιστα, σὲ συνδυασμὸ μὲ ἄλλους ἀκηρύκτους ἐχθροὺς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, στὴν διάλυσι τῶν δυνατωτέρων συνεκτικῶν δεσμῶν καὶ ἁρμῶν του, τὴν Ὀρθόδοξο Πίστι στὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία Ἑλληνορθόδοξο Παράδοσί μας, ποὺ χαρακτηρίζουν, συνδέουν καὶ συνέχουν ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες τὴν συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων!

Ἡ συστηματικὴ θεώρησις ἐξ ἄλλου τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου καὶ τῆς ἱστορίας ἀπὸ τοὺς ξένους (μὴ Ἕλληνες) καὶ δὴ Εὐρωπαίους μελετητές, ἐπηρεασμένους καὶ καθοδηγουμένους ἀπὸ τὸν Εὐρωπαϊκὸ (Γερμανικὸ) Ἰδεαλισμὸ καὶ Ρωμαντισμό, πιστεύουμε ὅτι ἐνισχύει τὸ νεοελληνικὸ αὐτὸ κίνημα. Μὲ τὰ ὀρθολογιστικὰ γυαλιὰ τῆς Εὐρώπης προσπάθησαν νὰ «διαβάσουν» τὴν καθ᾿ ἡμᾶς ἀρχαιότητα, ἑρμηνεύοντας κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ γι᾿ αὐτὸ παρερμηνεύοντας, τὴν οὐσία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ποὺ ἦταν μιὰ καλὴ ἀνησυχία γιὰ τὸν κόσμο, τὴν δημιουργία, τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς, καὶ τὸν Θεό.

Ὅπως εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ καθηγητὴς π. Γεώργιος Μεταλληνός: «Ἡ αὐτοθεοποίηση τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου ἔγινε μὲ τὸν ρατσιοναλισμό, τὴν ἀπολυτοποίηση τῆς διάνοιάς του. Μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες (αὐτ)απάτες τῆς εὐρωπαΐζουσας διανόησής μας εἶναι ἡ ἀναγωγὴ τοῦ δυτικοῦ ρατσιοναλισμοῦ στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα. Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ὅμως γνώριζε τὰ ὅρια τοῦ λόγου καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔδωσε ποτὲ ἀπόλυτη σημασία στὸ λόγο»1.

Ἀναφέρει δὲ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος πὼς ὁ ἀρχαιοελληνικὸς λόγος ρητὰ δηλώνει ὅτι: «Θεὸν νοῆσαι μὲν χαλεπόν, φράσαι δὲ ἀδύνατον»2, μὲ τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζονται τὰ περιορισμένα ὅρια καὶ οἱ δυνατότητες τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ καὶ λόγου .

Ἔτσι αὐτοὶ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τοῦ Ὀρθοῦ Λόγου, τώρα πάλι μὲ δικὲς τους ἄμεσες ἢ ἔμμεσες ἐξηγήσεις καὶ προτροπές, φαίνεται νὰ εἰσηγοῦνται καὶ σὲ κάποιους συγχρόνους Ἕλληνες τὴν ἀναβίωσι ἑνὸς νέου ἑλληνικοῦ παγανισμοῦ. Σὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν μποροῦν δυστυχῶς νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν ἀπὸ αἰώνων πνευματικὴ ἐνηλικίωσι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποὺ κατήργησε ὅσα ἔπραττε ὅταν ἦταν νήπιος. «Ὅταν... ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. Ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην. Ὅτε γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου»3.

Ἡ ἴδια τελικὴ κατάργησις ὅμως δὲν ἐπῆλθε, παρὰ τὶς προσπάθειες κάποιων καὶ στὸ παρελθόν, ὅσες φορὲς ἐπιχειρήθηκε ἡ ἴδια ἀναβίωσις τῆς εἰδωλολατρείας;

Τί συνέβη τὸ 361 μ.Χ. ἐπὶ Αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου!

Ἀνύπαρκτους θεοὺς καὶ ψεύδη τιμοῦσε καὶ ὁ Ἰουλιανὸς κατὰ τὴν ὀρθὴ γνώμη συγχρόνου μελετητοῦ: «Αὐτοὺς θαύμαζε καὶ σ᾿ αὐτοὺς θυσίαζε. Δὲν καταυγάστηκε ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλὰ σαγηνεύθηκε ἀπὸ τὴν παραφθορά του, τὴ λαϊκὴ καὶ ἀνωφελή του θρησκευτικότητα... Ἀκόμη καὶ σήμερα...(σ.σ. πολλοὶ) πολλὲς φορὲς σκέπτονται καὶ νοοῦν τὴν ἀρχαιότητα μέσα ἀπὸ προϋποθέσεις καὶ δεδομένα μεταγενέστερων ἐποχῶν, πιθανῶς καὶ ἄγνωστων στὸν κλασικὸ κόσμο. Ἡ ἐξιδανικευμένη εἰκόνα ποὺ ἔχουν γιὰ τὴν ἀρχαιότητα καλύπτει τὶς ἰδεολογικές τους περιπλανήσεις συνδυασμένες μὲ τὸ πλέον βυθῶδες μίσος γιὰ τὸν Χριστιανισμό. Ἀδικοῦν καὶ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη καὶ τὸν πολιτισμὸ ποὺ ἀκολούθησε καί, σὲ κάθε περίπτωση, ὅποιον διαφωνεῖ μαζί τους»4.

Κατὰ παρόμοιο σχεδὸν τρόπο ἐπίστευε, πολὺ ἀργότερα, λίγο πρὶν τὴν πτῶσι τῆς Βασιλευούσης στοὺς Τούρκους, καὶ «ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς (ἢ Πλήθων) ἀνὴρ σοφώτατος καὶ πολυμαθέστατος», ὅπως ἀναφέρει εὔστοχα ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζεται γιὰ τὴν ἀρχαιομάθεια καὶ ἑλληνομάθειά του, γνήσιος ἐκφραστὴς καὶ ὑμνητὴς τῆς Παραδόσεως καὶ πιστὸς Χριστιανός. «Παρὰ πᾶσαν», λέγει «τὴν σοφίαν καὶ πολυμάθειαν αὐτοῦ ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς ἥμαρτε, καὶ ἥμαρτε λίαν ἀδικαιολογήτως. Διότι ἐφαντάσθη ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανορθώση θεσμοὺς καὶ ἤθη ταφέντα ἐσαεὶ καὶ κείμενα ὑπὸ τὴν σεσωρευμένην σκωρίαν τοῦ χρόνου. Ἦτο ὁ ὀψιγενὴς Ἕλλην πλατωνικὸς τοῦ ΙΕ´ αἰῶνος, ὁ ὀνειροπολήσας νὰ ἀρχίση ἐκ νέου κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τὸ ἔργον τοῦ Ἰουλιανοῦ, ὁ μετὰ τὸν Παραβάτην δεύτερος Παραβάτης»5.

Καὶ ἐνθυμούμαστε τὸν ποιητὴ Κ. Καβάφη:

«Γιὰ τὲς θρησκευτικές μας δοξασίες -
ὁ κοῦφος Ἰουλιανὸς εἶπεν «Ἀνέγνων, ἔγνων,
κατέγνων». Τάχατες μᾶς ἐκμηδένισε
μὲ τὸ «κατέγνων"του, ὁ γελοιωδέστατος.

Τέτοιες ξυπνάδες ὅμως πέρασι δὲν ἔχουνε σ᾿ ἐμᾶς
τοὺς Χριστιανούς.»Ἀνέγνως, ἀλλ᾿ οὐκ ἔγνως· εἰ γὰρ ἔγνως,
οὐκ ἂν κατέγνως» ἀπαντήσαμεν ἀμέσως».6


Θέσεις - Κατηγορίες τῶν νεο-εἰδωλολατρῶν ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν

Πολὺ συνοπτικὰ θὰ ἀναφέρουμε μερικὲς ἀπὸ τὶς κυριώτερες, κατὰ τὴν γνώμη μας, θέσεις τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἑλληνικοῦ αὐτοῦ νεο-παγανιστικοῦ κινήματος, ποὺ εἶναι ἄλλωστε καὶ κατηγορίες τους πρὸς τὴν Χριστιανική μας Πίστι καὶ εὐσέβεια. Ἀπαντοῦμε πρὸς αὐτὲς δι᾿ ὀλίγων, μὲ ἀγάπη, εἰλικρίνεια καὶ καλὴ πρόθεσι, μὴ ἔχοντας ἄλλον στόχο καὶ σκοπό, παρὰ τὴν Ἀλήθεια, ποὺ βοηθεῖ καὶ ἐλευθερώνει ὅλους μας. Πιστεύουμε δὲ ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ὥστε νὰ πληροφορήσουν καὶ νὰ στηρίξουν ὅσους προβληματίζονται μὲ καλὴ διάθεσι.

Α. Καταφέρονται κατὰ τῆς Πίστεώς μας, ἰσχυριζόμενοι ὅτι τάχα ὁ Χριστιανισμὸς μὲ τὴν περὶ ἁμαρτίας καὶ πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία του, ὅσο καὶ μὲ τὴν ἀναγωγὴ τῆς ἀληθινῆς εὐτυχίας καὶ αἰωνίου ἀποκαταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο στὴν οὐράνιο βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κατέστρεψε μιὰ ἀνέμελη, γλυκειὰ καὶ ὡραία, ξέγνοιαστη ζωὴ ἐδῶ πάνω στὴν γῆ. Μιὰ ζωή, ὅπως λέγουν, τῆς χαρᾶς, τοῦ φωτός, τοῦ ἔρωτος. «Ὁ Χριστιανισμὸς -ἰσχυρίζονται- ἔστρεψε τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ ἐνθάδε στὸ ἐπέκεινα, ἀναβάλλοντας τὴν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου σὲ μιὰ μεταθανάτια ζωὴ καὶ ἀρνούμενος τὴν παροῦσα ζωὴ»7, καὶ ἐπιβάλλοντας δῆθεν ἕνα σκυθρωπὸ τρόπο ζωῆς, γεμᾶτο στερήσεις καὶ ἀπαγορεύσεις.

Κατ᾿ ἀρχὴν πρέπει νὰ σημειώσουμε, ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ στοιχεῖα ποὺ ἀποδεικνύουν γιὰ τὸν ἀρχαῖο κόσμο πὼς βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰ καὶ τὸ βάρος πολλῶν ἀρνητικῶν γιὰ τὴν ζωὴ ἀντιλήψεων.

Χωρὶς τὴν γνῶσι καὶ τὴν κοινωνία τοῦ ἐξ ἀποκαλύψεως ἀληθινοῦ Θεοῦ, τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου κυβερνᾶ μιὰ ἄτεγκτη εἰμαρμένη, στὴν ὁποία ὑποτάσσονται «θεοὶ» καὶ ἄνθρωποι, χωρὶς καμμία δυνατότητα καὶ ἐλπίδα διαφυγῆς. Ὅσο προσπαθεῖ ὁ δυστυχὴς καὶ ἄθλιος Οἰδίπους νὰ ἀποφύγη τὴν σκληρὴ μοῖρα του, τόσο πιὸ πολὺ ἐμπλέκεται στὰ δίκτυά της. Οἱ τραγικοὶ ἥρωες εἶναι εὐγενεῖς ἀλλὰ δυστυχεῖς ὑπάρξεις, τῶν ὁποίων ἡ ἀνταρσία στὴν ἀναπότρεπτη μοῖρα τους θὰ συντριβῆ ἀμείλικτα.

Ὁ ἄνθρωπος κατὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες εἶναι «βροτὸς», «θνητὸς», καὶ «σκιᾶς ὄναρ».

Ὅταν ὁ Διομήδης ἐρωτᾶ τὸν Γλαῦκο γιὰ τὸ γένος του, πρὸ τῆς μονομαχίας τους, δέχεται τὴν ἑξῆς ἀπάντησι, χαρακτηριστικὴ μιᾶς μελαγχολικῆς ἀντιλήψεως τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὴν ζωή: «Τυδεΐδη μεγάθυμε, τί ἢ γενεὴν ἐρεείνεις; οἴῃ περ φύλλων γενεή, τοίη δε καὶ ἀνδρῶν· φύλλα τὰ μὲν τ᾿ ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δὲ θ᾿ ὕλη τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ᾿ ἐπιγίνεται ὥρη· ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἡ μὲν φύει, ἡ δ᾿ ἀπολήγει».

Δηλ.: «Γιὲ τοῦ Τυδέα μεγαλόκαρδε, γιατί ρωτᾶς γιὰ τὴ γενιά μου; Τῶν ἀνθρώπων ἡ γενιὰ εἶναι σὰν τὴ γενιὰ τῶν φύλλων, ποὺ ἄλλα τὰ σκορπάει χάμω ὁ ἄνεμος, κι ἄλλα φουντώνουν μὲ τὴν ἄνοιξη στὰ πράσινα τὰ δέντρα. Ἔτσι εἶναι καὶ τῶν ἀνθρώπων ἡ γενιά. Ἡ μιὰ φυτρώνει κι᾿ ἡ ἄλλη ἀφανίζεται"8.

Ὁμοίως καὶ στὸν Ἡσίοδο ἡ ἀνθρωπίνη ἱστορία εἶναι μία διαρκὴς ἔκπτωσις ἀπὸ τὸ χρυσό, τὸ ἀργυρό, τὸ χαλκό, τὸ ἡρωικὸ καὶ τέλος τὸ σιδηροῦν γένος, ποὺ διέπει τὸν σύγχρονό του ἄνθρωπο. Ὁ μῦθος αὐτὸς ἀποδίδει τὴν ἀθλία μοῖρα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν προοδευτικὴ χειροτέρευσι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους9.

Κατὰ τὸν Φώτιο Σχοινᾶ: «Τὴν ἴδια μελαγχολικὴ καὶ ἀπαισιόδοξη ἀντίληψη τῆς ζωῆς ποὺ διαπερνᾶ τὴν ἑλληνικὴ ψυχὴ συναντοῦμε καὶ στὴν φιλοσοφία. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες φιλοσόφους ἐν γένει, ὁ αἰσθητὸς κόσμος εἶναι μία ἀνταύγεια, μία ὠχρὴ σκιὰ τοῦ νοητοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ ὄντως ὄν. Ὁ αἰσθητὸς κόσμος δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, ἀλλὰ συνιστᾶ ἕνα ὀντολογικὰ καὶ ἀξιολογικὰ ὑποδεέστερο τρόπο ὑπάρξεως. Ὁ χρόνος ὡς στοιχεῖο τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου εἶναι μία «κινητὴ εἰκόνα τῆς αἰωνιότητος» (Πλάτωνος Τίμαιος), ἡ ὁποία αἰωνιότης ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὸν νοητὸ κόσμο. Ὁμοίως μὲ τὸν αἰσθητὸ κόσμο καὶ ὁ χρόνος δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, ἀλλὰ ἀνακυκλοῦται ἀεννάως. Εἶναι ἕνας κύκλος ποὺ ἐπαναλαμβάνεται διαρκῶς καὶ περιοδικά. Ὅ, τι ὑπῆρξε, θὰ ξαναϋπάρξη τὸ ἴδιο ἀπαράλλακτα ἢ ἔστω παραπλήσια. Ἡ ψυχὴ ξέπεσε ἀπὸ τὸν νοητὸ κόσμο καὶ ἐγκλωβίστηκε στὸ σῶμα, ποὺ εἶναι ὁ τάφος της. Ἔτσι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν παρόντα κόσμο εἶναι μία ἔκπτωσις, ἕνας μειωμένος, ἕνας κατώτερος τρόπος ὑπάρξεως. Ὅ, τι ἀπομένει στὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ προσπαθήση νὰ διαφύγη ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄθλιο τρόπο ὑπάρξεως, νὰ λυτρωθῆ ἀπὸ τὸν ἐφιάλτη τῶν συνεχῶν ἀνακυκλήσεων καὶ νὰ μετατεθῆ στὴν ἀκίνητη, μόνιμη, ἀλλὰ καὶ παγερὴ αἰωνιότητα τοῦ νοητοῦ κόσμου»10.

Ἀναφέρει καὶ ὁ Πλούταρχος σὲ παραμυθητικὸ λόγο του ὅτι, κατὰ κάποια παράδοσι, ὅταν ὁ βασιλεὺς Μίδας συνέλαβε τὸν δαίμονα Σειληνὸ καὶ τὸν ἐρώτησε νὰ τοῦ πῆ, ποιό πρᾶγμα εἶναι τὸ πολυτιμώτερο στὸν κόσμο αὐτό, ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε:

«...δαίμονος ἐπιπόνου καὶ τύχης χαλεπῆς ἐφήμερον σπέρμα, τί με βιάζεσθε λέγειν ἃ ὑμῖν ἄρειον μὴ γνῶναι; μετ᾿ ἀγνοίας γὰρ τῶν οἰκείων κακῶν ἀλυπότατος ὁ βίος. ἀνθρώποις δὲ πάμπαν οὐκ ἔστι γενέσθαι τὸ πάντων ἄριστον οὐδὲ μετασχεῖν τῆς τοῦ βελτίστου φύσεως· ἄριστον γὰρ πᾶσι καὶ πάσαις τὸ μὴ γενέσθαι· τὸ μέντοι μετὰ τοῦτο καὶ πρῶτον τῶν ἀνθρώπῳ ἀνυστῶν, δεύτερον δέ, τὸ γενομένους ἀποθανεῖν ὡς τάχιστα»11.

Δηλ.: «ἐφήμερε ἄνθρωπε, τέκνο τῆς κακῆς τύχης καὶ τοῦ πόνου, γιατί μὲ πιέζεις νὰ σοῦ πῶ, αὐτὰ ποὺ θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ μὴ γνώριζες; ἀφοῦ ἡ ζωὴ θὰ ἦταν ἀσύγκριτα καλλίτερη, ἂν δὲν ἐγνώρίζε ὁ καθένας τὶς συμφορὲς καὶ τὶς θλίψεις του. Δὲν μποροῦν δὲ παντελῶς οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀποκτήσουν τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό, κι οὔτε νὰ χαροῦν τὸ ἀνώτερο ἀπ᾿ αὐτά· ἐπειδὴ τὸ καλλίτερο ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀγαθὰ γιὰ ἄνδρες καὶ γυναῖκες εἶναι τὸ νὰ μὴ εἶχαν ποτὲ γεννηθεῖ, νὰ μὴ εἶχαν ὑπάρξει. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐπιθυμητὸ ἀγαθὸ στοὺς ἀνθρώπους, σὲ δεύτερη μοῖρα ἔρχεται τὸ ἑξῆς: Ἀφοῦ γεννήθηκαν, νὰ πεθάνουν τὸ γρηγορώτερο».

Βέβαια, ἂς τονίσουμε, μέσα στὴν ἀρνητικότητα καὶ τὴν ἀπαισιοδοξία αὐτή, ἀποδεικνύεται καὶ περίτρανα διακηρύσσεται ὁ πόθος καὶ ἡ δίψα τοῦ Ἕλληνος γιὰ τὸ ὄντως «καλὸν κἀγαθὸν», τὸ τέλειο, τὸ ἀληθινὰ ὡραῖο καὶ ἄφθαρτο. Μὴ ἀναπαυόμενος στὶς πτωχὲς καὶ φθαρτὲς μετριότητες τῆς γηίνης χαρᾶς καὶ εὐδαιμονίας, χωρὶς νὰ γνωρίζη, ἀναζητεῖ κάτι ἀνώτερο· καὶ μὴ εὑρίσκοντάς το τότε ἀκόμη στὸν καιρὸ πρὸ τῆς Χάριτος, μελαγχολεῖ καὶ ἀπελπίζεται.

Πῶς λοιπὸν τώρα, μετὰ τὴν Θεία Ἀποκάλυψι καὶ Ἐπιφάνεια, ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας νὰ ἀποκρύψη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸ ὄντως χαρμόσυνο μήνυμα, τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, τὴν πραγματικὴ καὶ σωτήρια Θεολογία, κοσμολογία καὶ ἀνθρωπολογία, ποὺ Θεόθεν δέχθηκε; Πῶς νὰ μὴ ὁμιλήση καὶ κατευθύνη τοὺς πιστοὺς στὴν θέωσι, χάριν μιᾶς οὐτοπικῆς καὶ ψευδοῦς γηίνης ἀπολαύσεως;

Γιὰ μᾶς, τοὺς Χριστιανούς, δὲν ἰσχύει ἡ πλατωνικὴ φιλοσοφία ὅτι τὸ σῶμα εἶναι ἡ φυλακὴ τῆς ψυχῆς. Ὁ ὅλος ἄνθρωπος, ψυχὴ καὶ σῶμα, ἐνδεδυμένος τοὺς δερματίνους χιτῶνας, ἀγωνίζεται σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο γιὰ νὰ κερδίση τὴν αἰωνία συνοίκησι μὲ τὸν Θεό. Ὁ αἰσθητὸς κόσμος, ὁ χρόνος καὶ ἡ ζωὴ δὲν ἔχουν μία καταθλιπτικὴ διάστασι, δὲν εἶναι φορτία δυσβάστακτα γιὰ τὸν Χριστιανὸ ἄνθρωπο, ἀφοῦ ἐν Χριστῷ πλέον ἔχουν ἀποκτήσει οὐράνιες καὶ αἰώνιες διαστάσεις καὶ προεκτάσεις.

Ὅπως πολὺ οὐσιαστικὰ καὶ παραστατικὰ θεολογεῖ ὁ μακαριστὸς ἅγιος Γέροντας Ἰουστῖνος Πόποβιτς: «... ὁ Κύριος εἰσήγαγε τὸ ἀνθρώπινο γένος εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ τῆς ἀθανασίας, ὁ ὁποῖος ἐκβάλλει εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν. Καὶ ἀπὸ τότε καὶ αἱ σκέψεις καὶ αἱ αἰσθήσεις καὶ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων τοῦ Χριστοῦ, γίνονται ὅλα μικρὰ ρυάκια ἀθανασίας, τὰ ὁποῖα, καθὼς περνοῦν μέσα ἀπὸ τοὺς βράχους τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου, κελαρύζουν καὶ τρέχουν μὲ χαρὰν πρὸς τὸ χωρὶς ὄχθες πέλαγος τῆς θαυμαστῆς αἰωνιότητος καὶ θεανθρωπότητος τοῦ Χριστοῦ»12.

Ἀγνοοῦν οἱ Νεο-παγανιστὲς καὶ ὅσοι ἔχουν τὶς ἴδιες ἰδέες μ᾿ αὐτούς, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν καὶ ἡ ἕνωσίς τους μὲ τὸν Θεό, ἀρχίζει ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ κορυφώνεται στὴν μετὰ θάνατο ζωή. Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα: «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ φυτρώνει μὲν σ᾿ αὐτὸν τὸν βίο καὶ ἀπ᾿ αὐτὸν λαμβάνει τὴν ἀρχή της, ὁλοκληρώνεται ὅμως στὸν μέλλοντα, ὅταν φθάσουμε σ᾿ ἐκείνη τὴν ἡμέρα· καὶ οὔτε ὁ παρὼν βίος μπορεῖ νὰ τὴν ἐντυπώση τελείως στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, οὔτε ὁ μέλλων, ἂν δὲν λάβη ἀπὸ ἐδῶ τὶς ἀρχές...»13

Ὁ πιστὸς Χριστιανὸς δὲν μεταθέτει στὸ «μετὰ-θάνατον», στὸ ἐπέκεινα, τὴν χαρὰ καὶ τὴν εὐτυχία του, ἀλλὰ τὴν γεύεται ἀπὸ τώρα μέσα στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ τὸν ἐν Χριστῷ ἀγῶνα του. Ζῆ ἀπὸ τώρα, μέσα στὸν κόσμο αὐτό, μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, μία «ἐγκαινιασμένη» ἐσχατολογία. Πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ ὁ ἀγωνιζόμενος πιστὸς Χριστιανὸς προ-απολαμβάνει τοὺς ἀρραβῶνες, τὶς προγεύσεις τῆς οὐρανίου μακαριότητος, ἀνερχόμενος ἀπὸ τὴν παθητικὴ καὶ ὑλώδη ζωὴ διαδοχικὰ τὰ στάδια τῆς μετανοίας, καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως, κατὰ τὴν ἐμπειρία καὶ τὴν φωτισμένη διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων.

Δὲν ἀρνούμαστε αὐτὴν τὴν ζωή, δὲν μισοῦμε τὸν ὁρατὸ τοῦτο κόσμο. Εἶναι ἀνεκτίμητα δῶρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ πολὺ σεβόμαστε καὶ μὲ τὰ ὁποῖα -ἔχοντες τὶς καλὲς προτεραιότητες καὶ ἱεραρχήσεις- μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε τὴν «καλὴν ἐμπορίαν», νὰ κερδίσουμε τὴν «ἀγήρω μακαριότητα», τὴν αἰώνιο ζωή.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἀρχαίους Ἕλληνες φιλοσόφους ἀσχολήθηκαν ἰδιαίτερα μὲ τὰ μεταφυσικά, ἐπιθυμῶντας καὶ προσπαθῶντας νὰ ἐμβαθύνουν σὲ περισσότερο σταθεροὺς παράγοντες καὶ συνθῆκες τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας. Πολλοὶ φιλόσοφοι ἄνδρες τῆς ἀρχαιότητος ἀμφισβήτησαν τὴν πρόσκαιρη, φθαρτή, γήινη ἀπόλαυσι καὶ ἡδονή, διαβλέποντας καὶ διαισθανόμενοι τὴν ὕπαρξι μιᾶς ἄλλης οὐράνιας καὶ ἄφθαρτης, καὶ ἐλέγχοντας φανερὰ –καὶ πολλὲς φορὲς καὶ πολὺ σκωπτικὰ- τοὺς ὀπαδοὺς τῆς πρώτης μὲ τὶς χοϊκὲς καὶ παχυλὲς εἰδωλολατρικὲς δοξασίες τους. Ὁ Ξενοφάνης, οἱ Τραγικοί, οἱ Σοφιστές, ὁ Σωκράτης, ὁ Ἀριστοτέλης, οἱ Στωικοί, ὁ Πλούταρχος, εἶναι μερικοὶ ἀπ᾿ αὐτούς.

Κεντρικὸς καὶ κύριος ἐκπρόσωπος τούτων ὑπῆρξε ὁ Πλάτων, μὲ τὴν λίαν ἀξιόλογο σκέψι καὶ φιλοσοφία του, μὲ τὴν ὁποία «δίδει ὀντολογικὴ καὶ ἀξιολογικὴ προτεραιότητα στὸ Ἐπέκεινα ἔναντι τοῦ παρόντος αἰσθητοῦ, γήινου κόσμου». «Καταδικάζει τὴν τέχνη, τὸ θέατρο, τὴν ἄμετρη ἡδονή, γενικὰ τὸ Διονυσιακὸ Πνεῦμα...» Ὁ Φ. Νίτσε τὸ ἀναγνωρίζει αὐτό, κατηγορῶντας τὸν Πλάτωνα μὲ βαρειὲς ἐκφράσεις λέγοντας, ὅτι ἐπέφερε «τὴν «ἐκλογίκευσι» καὶ «ἠθικοποίησι» τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος. Μάλιστα ἀποκαλεῖ τὸν Πλάτωνα «κατάρα τῆς Εὐρώπης» καὶ πρὸ Χριστοῦ χριστιανὸ καὶ τοῦ καταλογίζει ὅτι ἀπὸ αὐτὸν προῆλθε ὁ ἐκφυλισμὸς τοῦ ἀρχαίου πνεύματος καὶ ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου»14.

Β. Κατηγοροῦν τοὺς Χριστιανοὺς οἱ Νεο-εἰδωλολάτρες γιὰ βαρβαρότητα καὶ ἀπαιδευσία, ἐπειδὴ φρονοῦν, ὅτι τάχα ἐν ὀνόματι τῆς πίστεως στὸν Χριστὸ κατέστρεψαν τὰ ἔξοχα ἔργα τέχνης τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ κόσμου καὶ πολιτισμοῦ.

Μὴ ἔχοντας διάθεσι νὰ καλύψουμε κάποιες μεμονωμένες ἐνέργειες, μέσα στὰ συγκεκριμένα πάντοτε δεδομένα τῆς τότε ἐποχῆς καὶ φυσικὰ (ἂς μὴ λησμονῆται αὐτὸ) μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἀπηνῶν διωγμῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ἀναφέρουμε σὲ ἀντιδιαστολὴ ὅτι ὑπάρχουν πολλὲς ἀναφορὲς γιὰ Χριστιανοὺς ποὺ μὲ προσωπική τους πρωτοβουλία ἔσωσαν καὶ διετήρησαν ἔργα τῆς ἀρχαιότητος.

«Ἡ Helen Saradi π.χ., καταδεικνύει ὅτι ἡ ἐχθρικὴ στάση τῶν χριστιανῶν πρὸς τὰ παγανιστικὰ ἱερὰ οὔτε γενικὸ φαινόμενο ὑπῆρξε, οὔτε συστηματικὴ πολιτική. Ἀφ᾿ ἑνός, πολλὰ παγανιστικὰ ἱερὰ ἐρήμωσαν ἐπειδὴ ἁπλούστατα ἐγκατελείφθησαν...» καὶ «Ἀφ᾿ ἑτέρου, πολλὰ ἱερὰ διατηρήθηκαν εἴτε ἐπειδὴ ἔγινε σεβαστὴ ἡ αἰσθητική τους ἀξία, εἴτε ἐπειδὴ συνέχισαν νὰ χρησιμοποιοῦνται μετατρεπόμενα σὲ χριστιανικὲς ἐκκλησίες»15.

Ὁ Ἱερὸς Αὐγουστῖνος μάλιστα τὸ 399 μ.Χ. ἀπευθυνόμενος στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Καρθαγένης, τοὺς ἀποτρέπει «ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ στὶς ἰδιοκτησίες τῶν ἐθνικῶν προκειμένου νὰ καταστρέψουν τὰ εἴδωλά τους. Εἶναι προτιμότερο ἔλεγε, νὰ ξερριζώσουμε τὰ εἴδωλα ἀπὸ τὶς καρδιὲς τους καὶ νὰ προσευχόμαστε γι᾿ αὐτούς, ἀντὶ νὰ ἀποπνέουμε μένος ἐναντίον τους»16.

Ἡ ἐκτίμησις πάλι πρὸς ὅλα τὰ ὡραῖα τῆς ἀρχαιότητος εἶναι δεδομένη γιὰ τοὺς Χριστιανούς. Νὰ τί λέγει πρὸς τοὺς νέους, ὁ Μέγας Ἕλληνας καὶ Χριστιανὸς Ἱεράρχης ἅγιος Βασίλειος, προτρέποντάς τους νὰ ἐπιλέγουν ὅ,τι καλὸ ὑπάρχει στὰ γράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων:

«... δὲν πρέπει εἰς ὅλα κατὰ σειρὰν τὰ διδάγματα αὐτῶν νὰ προσέχετε, ἀλλ᾿ ὅταν μὲν σᾶς διηγοῦνται κατορθώματα ἢ λόγους ἀνδρῶν ἀγαθῶν, πρέπει ν᾿ ἀγαπᾶτε καὶ νὰ μιμῆσθε αὐτοὺς καὶ νὰ προσπαθῆτε, ὅσον εἶναι δυνατόν, ὅμοιοι πρὸς τούτους νὰ εἶσθε· ὅταν ὅμως πονηροὺς εἰκονίζουν ἀνθρώπους, τὰς εἰκόνας ταύτας ν᾿ ἀποφεύγετε πρέπει, μὲ φραγμένα τὰ ὦτα, ὅπως ὁ Ὀδυσσεύς, κατὰ τὴν διήγησὶν των, ἀπέφυγε τὴν μουσικὴν τῶν Σειρήνων, διότι ἡ τῶν κακῶν λόγων συνήθεια καὶ πρὸς τὰς πράξεις τὰς πονηρὰς ὁδηγεῖ. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς πρέπει μὲ πάντα τρόπον τὴν ψυχήν μας νὰ προφυλάττωμεν, μήπως μὲ τῶν λόγων τὴν ἡδονὴν καὶ κακὸν τι ἀπὸ ἀπροσεξίαν δεχθῶμεν, ὅπως ὅσοι μὲ τὸ μέλι καταπίνουν καὶ δηλητήρια.

Δὲν θὰ ἐπαινέσωμεν λοιπὸν τοὺς ποιητὰς οὔτε ὅταν εἰκονίζουν ἀνθρώπους ὑβριστὰς ἢ ἐμπαίκτας ἢ ἐρωτευμένους ἢ μεθυσμένους, οὔτε ὅταν τὴν εὐτυχίαν περιορίζουν εἰς τράπεζαν πλουσίαν καὶ διεφθαρμένα ᾄσματα· δὲν θὰ προσέξωμεν δὲ καθόλου, ὅταν ὁμιλοῦν περὶ θεῶν καὶ πρὸ πάντων ὅταν διηγοῦνται ὅτι οὗτοι εἶναι πολλοὶ καὶ μάλιστα οὐδὲ εἰρηνεύουν μεταξὺ των· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἐκεῖνοι πολεμοῦν ἀδελφὸς πρὸς ἀδελφὸν καὶ πατὴρ τέκνα καὶ ταῦτα πάλιν κρυφὰ πολεμοῦν τοὺς γονεῖς των. Τὰς μοιχείας δὲ τῶν θεῶν καὶ τοὺς ἔρωτας καὶ τὰς φανερὰς σαρκικὰς αὐτῶν μείξεις, καὶ μάλιστα τοῦ κορυφαίου ὅλων -ὅπως λέγουν οἱ ποιηταὶ- καὶ ἀνωτάτου, τοῦ Διός, ὅσα καὶ περὶ ζώων δὲ θὰ ἔλεγε τις χωρὶς νὰ κοκκινήση, αὐτὰ θὰ τ᾿ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ θεάτρου.

Τὰ αὐτὰ ἀκριβῶς ἔχω νὰ εἴπω καὶ περὶ τῶν πεζογράφων, καὶ μάλιστα ὅταν συγγράφουν πρὸς διασκέδασιν τῶν ἀκροατῶν. Δὲν θὰ μιμηθῶμεν ἐπίσης καὶ τῶν ρητόρων τὴν τέχνην τῆς ψευδολογίας· διότι οὔτε εἰς τὰ δικαστήρια οὔτε εἰς τὰς ἄλλας πράξεις εἶναι τὸ ψεῦδος ὠφέλιμον, ἀφοῦ ἐπροτιμήσαμεν τὸν ὀρθὸν καὶ ἀληθινὸν δρόμον τῆς ζωῆς... Θὰ προτιμήσωμεν ὅμως νὰ παραδεχθῶμεν ἐκεῖνα τὰ διδάγματὰ των, εἰς τὰ ὁποῖα τὴν ἀρετὴν ἐπήνεσαν ἢ τὴν κακίαν κατέκριναν. Διότι, ὅπως ἡ ἀπόλαυσις τῶν ἀνθέων διὰ μὲν τοὺς ἄλλους εἰς μόνην τὴν εὐωδίαν καὶ τὸ χρῶμα περιορίζεται, ἐνῶ αἱ μέλισσαι, ὡς γνωστόν, καὶ μέλι ἀπὸ τούτων λαμβάνουν, ὁμοίως καὶ ἐδῶ, ὅσοι εἰς τὰ συγγράμματα ταῦτα δὲν ἐπιδιώκουν μόνον τὴν ἡδονὴν καὶ τὴν χάριν τοῦ λόγου, δύνανται καὶ ὠφέλειὰν τινα ἀπ᾿ αὐτῶν ν᾿ ἀποθησαυρίσουν εἰς τὴν ψυχήν.

Πρέπει λοιπὸν ἡμεῖς τὰ συγγράματα ταῦτα σύμφωνα πρὸς τὴν ὅλην εἰκόνα τῶν μελισσῶν νὰ μελετῶμεν· διότι καὶ ἐκεῖναι οὔτε εἰς ὅλα τὰ ἄνθη πετοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπον, οὔτε ὅπου ἐπικαθήσουν ὅλα νὰ λάβουν ἐπιχειροῦν· ἀλλ᾿ ἀφοῦ παραλάβουν ὅσον εἰς τὴν ἐργασίαν των χρήσιμον εἶναι, τὸ ἄλλο ἀφήνουν καὶ φεύγουν. Καὶ ἡμεῖς ἂν εἴμεθα φρόνιμοι, θὰ παραλάβωμεν ἀπὸ τούτων ὅσα μᾶς εἶναι κατάλληλα καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν συγγενῆ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον θὰ παρατρέξωμεν. Καὶ ὅπως τὸ τριαντάφυλλον κόπτομεν, ἀλλ᾿ ἀποφεύγομεν τὰς ἀκάνθας τοῦ θάμνου του, ὁμοίως καὶ τῶν συγγραμμάτων τούτων θὰ παραλάβωμεν ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμον, ἀλλὰ θὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τὰ βλαβερὰ»17.

Ἐπίσης ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐξανίσταται καὶ διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀπόφασι τοῦ Ἰουλιανοῦ νὰ στερήση τὴν ἑλληνικὴ παιδεία ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς18.

Δὲν θὰ ἔπρεπε πάλι νὰ παραβλέψουμε ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἑλληνικῶν χειρογράφων, καὶ ἔργα Ἑλλήνων φιλοσόφων, διεσώθησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ πιὸ συγκεκριμένα σὲ Μοναστήρια. Ἐπὶ παραδείγματι στὸ Ἅγιον Ὄρος σώζονται, συντηροῦνται καὶ διαφυλάσσονται περισσότερα ἀπὸ τὰ μισὰ ἑλληνικὰ χειρόγραφα ὅλου τοῦ κόσμου. Τοῦτο μάλιστα, κατὰ τὶς γνῶμες εἰδικῶν ἐπιστημόνων, ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σημαντικώτερες προσφορὲς τοῦ Ὀρθοδόξου Βυζαντίου στὸν πολιτισμὸ τοῦ Δυτικοῦ Κόσμου, ἂν ὄχι ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ διάσωσις δηλαδὴ καὶ παράδοσις τοῦ συνόλου σχεδὸν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας.

Γνωρίζουμε τὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων, ποιητῶν, τραγικῶν, ἱστορικῶν -ἀπὸ τὸν Ὄμηρο, τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Θουκυδίδη μέχρι τὸν Μένανδρο, τὸν Λογγίνο καὶ τὸν Πλωτῖνο- στὴν συντριπτική τους πλειοψηφία ἀπὸ χειρογράφους κώδικες ποὺ ἐγράφησαν κυρίως κατὰ τὴν μέση βυζαντινὴ περίοδο, ὅταν ἀνακαλύφθηκε ἡ μικρογράμματος ἐπισεσυρμένη γραφή. Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα σώζονται μόνον λίγοι πάπυροι ποὺ περιέχουν συνήθως ἀποσπάσματα τῶν συγγραμμάτων καὶ τῶν ἔργων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων σοφῶν καὶ ποιητῶν. Ἀρκεῖ νὰ συγκρίνη κανείς, σὲ μία κριτικὴ στερεότυπη ἔκδοσι (π.χ. τῆς Ὀξφόρδης), τὸ πλῆθος τῶν χειρογράφων κωδίκων ἀπὸ τὸν 11ο ἕως τὸν 15ο αἰῶνα μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀρχαίων παπύρων, γιὰ νὰ ἀντιληφθῆ τὸ μέγεθος τῆς προσφορᾶς τῶν Βυζαντινῶν ἀντιγραφέων ποὺ πολὺ ἀγαποῦσαν καὶ ἐκτιμοῦσαν τὸν ὡραῖο ἀρχαιοελληνικὸ πολιτισμό.

Δὲν μαρτυροῦν ὅλ᾿ αὐτὰ τὴν ἐγνωσμένη ἐκτίμησι καὶ ἀναγνώρισι τοῦ πλούτου τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων τῆς ἀρχαιότητος ἐκ μέρους τῶν Χριστιανῶν;

Ἂν οἱ εἰδωλολάτρες ἄδικα κατηγοροῦν τοὺς Χριστιανοὺς γιὰ συστηματικὲς βιαιότητες στὰ ἔργα τέχνης καὶ πολιτισμοῦ καὶ ἐν ὀνόματι μάλιστα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, οἱ Χριστιανοὶ ἀποκρούοντας καὶ ἀντιστρέφοντας τὶς κατηγορίες τοὺς καταγγέλλουμε γιὰ ἀνεπανάληπτες καὶ ἀμίμητες σ᾿ ὅλη τὴν Ἱστορία ὠμότητες καὶ φρικιαστικὲς ἐκτελέσεις ἑκατομμυρίων ἀνθρωπίνων προσώπων γιὰ λόγους καὶ μόνο συνειδήσεως καὶ πίστεως στὸν Χριστό.

Γ. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Νεο-παγανιστὲς μᾶς ἐγκαλοῦν ὅτι ἀμελήσαμε, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες Χριστιανοί, γιὰ τὶς τύχες τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἀφοσιωθήκαμε μὲ ζῆλο πολὺ στὰ Ἰουδαιο-χριστιανικὰ πράγματα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συντελέσουμε ἔτσι κατὰ πολὺ στὴν ὑποβάθμισι τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καὶ τὴν συρρίκνωσι τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Πόσο ἄστοχα ὁμιλοῦν, ὡσὰν νὰ μὴ ἔγινε τίποτε ἄλλο καλὸ σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο μετὰ τὴν ἀρχαιότητα!

Οἱ Χριστιανοὶ Ἕλληνες ἀγαπῶντας καὶ σεβόμενοι τὸν ἀληθινὸ Θεὸ δὲν παραμελοῦσαν, καὶ δὲν παραμελοῦμε, τὴν πατρίδα καὶ τὸν ὡραῖο πολιτισμό της.

Τὸ Χριστοκεντρικὸ Βυζάντιο, ποὺ τόσο πολέμησαν καὶ πολεμοῦν ἄνθρωποι ποὺ δὲν βλέπουν τὴν χριστιανικὴ συνέχεια τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ, ἔχει νὰ ἐπιδείξη ἄπειρα παραδείγματα φιλοπατρίας καὶ ἀγάπης πρὸς τὴν ἔνδοξη καταγωγή μας: Χριστιανῶν αὐτοκρατόρων, στρατιωτικῶν, λογίων, ὡς καὶ ἁπλῶν ἀνθρώπων.

Δόξα τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀρχαιότητα. Δόξα τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν εἶναι μόνο ἡ φιλοσοφία, οἱ τέχνες καὶ τὰ γράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Εἶναι, καὶ διαχρονικὰ μάλιστα, πολὺ ἀνώτερη δόξα καὶ τιμὴ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό:

α´. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς πολλῶν λαῶν ἀπὸ Ἕλληνες Ἱεραποστόλους, μὲ οἰκουμενικὸ πνεῦμα, μὲ σεβασμὸ στὰ ἰδιαίτερα δεδομένα τους.

β´. Ἡ θεολογία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων, οἱ ὡραῖοι ἀγῶνες τους κατὰ τῶν αἱρέσεων, ἡ ποιμαντικὴ μέριμνα «ὑπὲρ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν» καὶ ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου.

γ´. Ἡ Χριστιανικὴ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία τῶν Χριστιανῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων, ποὺ ἔχει περίοπτη θέσι δίπλα καὶ πάνω ἀπὸ τὴν θύραθεν ἀρχαία Ἑλληνικὴ φιλοσοφία, καὶ ἡ ὁποία μὲ τὸν ἀληθινὸ φωτισμὸ τοῦ Πνεύματος διακρίνει, ἑρμηνεύει καὶ προσφέρει τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια γιὰ τὸν κόσμο, τὸν ἄνθρωπο, τὸν Ὄντως Θεό.

δ´. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς καὶ ἐξανθρωπισμὸς τῶν ἠθῶν, τῆς παιδείας, τοῦ δικαίου.

ε´. Ἡ καταξίωσις τοῦ ἀπὸ Χριστοῦ σεβασμοῦ στὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο.

στ´. Ἡ κατάργησις τῆς δουλείας, τῶν φυλετικῶν διακρίσεων, τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας.

ζ´. Ἡ κοινωνικὴ ἀποδοχὴ περὶ τῆς ἰσότητος τῶν δύο φύλων.

η´. Ἡ ὡραία καὶ ἁρμονικὴ ἐν Χριστῷ κοινοτικὴ συμβίωσις μὲ κύρια ἔκφρασὶ της τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα ἑλληνικὰ μοναστήρια, καὶ τόσα ἄλλα κοινωνικὰ ἐπιτεύγματα, κατορθώματα, ἀληθινὴ δόξα καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διὰ τῶν Χριστιανῶν Ἑλλήνων.

θ´. Μετὰ τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὸ Βυζάντιο, καὶ στὰ δύσκολα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας δοξάσθηκε ὁ Χριστιανικὸς Ἑλληνισμός. Μὲ τὴν ἄρσι τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν δύναμι τῆς Ἀναστάσεως, τὸ ὑπόδουλο γένος χάριν τῆς εἰς Χριστὸν Πίστεως ἔδειξε μεγάλα ἀποθέματα ἀντοχῆς, καὶ ὑπεροχῆς ἔναντι τῶν βαρβάρων κατακτητῶν, πρᾶγμα ποὺ τὸ διετήρησε ἀλώβητο στὸ πέρασμα αἰώνων δεινῆς σκλαβιᾶς καὶ ἀτιμώσεων.

ι´. Τὰ Χριστιανικὰ κυρίως ἑλληνικὰ γράμματα, μὲ τὸν ἀπόδημο στὴν Ἑσπερία Ἑλληνισμὸ ἀνθοῦν καὶ τρέφουν τὶς ψυχὲς τῶν ὑποδούλων, γιὰ νὰ θεριέψη μέσα στὶς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν «ἐλεύθερων Πολιορκημένων» ἡ ἐλπίδα στὴν ἐξέγερσι καὶ τὴν ἐλευθερία.

ια´. Καὶ ἡ χριστιανικὴ δύναμις τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς γίνεται πάλι πόλος ἕλξεως πολλῶν ξένων, Φιλελλήνων, καὶ νέες δόξες καὶ στεφάνια διεθνῶς ἐπιγράφονται στὸν Ἑλληνισμὸ μὲ «τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ ῾21», «γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν Πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς Πατρίδος τὴν ἐλευθερία».

ιβ´. Γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν Νεώτερη Ἱστορία μας καὶ στὰ ἔπη τοῦ ῾40, μὲ τὶς ἐμφανίσεις τῆς Παναγίας μας στοὺς ἥρωες τῆς Πίνδου, καὶ τὸ παγκόσμια ἀμίμητο λεχθέν, πὼς «οἱ ἥρωες πολεμοῦν σὰν τοὺς Ἕλληνες» (Οὐίνστων Τσώρτσιλ) καὶ στὰ ἁγνὰ Χριστιανὰ λεβεντόπαιδα τῆς ΕΟΚΑ τῆς Κύπρου.

Ὅλα αὐτὰ μένουν στὴν Ἱστορία ὡς ἔπαινος πολλῶν ξένων διανοουμένων καὶ θεολόγων καὶ ἱστορικῶν γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, ἀφοῦ τίμια τέκνα του τὰ κατώρθωσαν.

Ὁ Ἑλληνισμὸς «"ὁλοκληρώθηκε μέσα στὴν Ἐκκλησία» καὶ μὲ τὴν νέα ταυτότητά του ὡς Ἑλληνορθοδοξία - ἢ καλύτερα Ὀρθοδοξία – δοξάσθηκε καὶ μεγαλούργησε στὴν κατοπινή του πορεία, ὡς «αἰωνία κατηγορία (σ.σ. δηλ. χαρακτηριστικὸ) τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως"» κατὰ τὴν ὁμολογία τοῦ μεγάλου Ρώσσου θεολόγου, π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ19.

Δὲν εἶναι στεφάνια δόξης ἀμάραντα ὅλ᾿ αὐτὰ γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ; Δὲν εἶναι αἰώνιος ἔπαινος τῶν Χριστιανῶν πατριωτῶν Ἑλλήνων ποὺ προστίθεται σ᾿ ἐκεῖνον τῶν ἀρχαίων προγόνων μας;

Ἡ ἀποστασιοποίησις ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἡ ἀγνωμοσύνη στὰ ἅγια αὐτὰ καὶ ἱερά, μὲ τὰ ὁποῖα δοξάσθηκε καὶ μεγαλούργησε τὸ ἔθνος, εἶναι καὶ ἡ κυριώτερη αἰτία γιὰ τὶς ὅποιες δύσκολες ἱστορικὲς στιγμὲς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Παιδεία καὶ πατρικὸς σωφρονισμὸς ποὺ ἀποβλέπει στὴν διόρθωσι καὶ ἐπιστροφὴ στὴν ὀρθὴ πορεία. «Υἱὲ μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδὲ ἐκλύου ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐλεγχόμενος. Ὃν γὰρ ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται»20.

Ἂς μὴ ἀπατώμεθα. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχουν οἱ ὑποδουλώσεις, οἱ καταστροφές, οἱ τραγωδίες. Ἐδῶ εὑρίσκεται ἡ ἀπάντησις καὶ στὴν σύγχρονη γεωγραφικὴ καὶ κοινωνικοπολιτικὴ συρρίκνωσι τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Δ. Μία ἄλλη κατηγορία κατὰ τῶν Χριστιανῶν εἶναι ὅτι τάχα εἴμαστε μισέλληνες.

Αὐτὴ βέβαια ἡ κατηγορία συνοδεύεται μὲ τὴν ἀπαράδεκτη ὅσο καὶ ἀστεία θεωρία ἐκ μέρους τῶν Νεο-παγανιστῶν περὶ τῆς ἀνωτερότητος τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἔναντι τῶν ἄλλων λαῶν. Τοῦτο τὸ τελευταῖο δὲν χρειάζεται καὶ διὰ πολλῶν νὰ ἀντικρουσθῆ, δεδομένων τῶν εὐρύτατα, ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς νοήμονες ἀνθρώπους, σήμερα στὴν ἀρχὴ τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰῶνος διαδεδομένων ἀντι-ἐθνικιστικῶν καὶ ἀντι-ρατσιστικῶν ἰδεῶν.

Καυχώμαστε, μὲ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἴμαστε Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ Ἕλληνες, μὲ μεγάλη πνευματικὴ εὐθύνη γιὰ τὴν σύγχρονη παρουσία μας στὸν κόσμο. Καυχώμαστε μὲ μία ταπεινὴ καύχησι, πρῶτα γιὰ τὴν ἀληθινὴ καὶ ἀμώμητο Πίστι στὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Ἂν καὶ βεβαίως «τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει»21, ὅμως κατὰ τὸ ἀνθρώπινο σεμνὰ καυχώμαστε καὶ γιὰ τὴν Πατρίδα μας, γιὰ τὴν ἔνδοξη καταγωγή μας, γιὰ τὴν παγκοσμίως καὶ διαχρονικὰ ἀνεγνωρισμένη προσφορὰ τῶν προγόνων μας στὸν πολιτισμό, τὶς τέχνες, τὶς ἐπιστῆμες, τὴν παιδεία, τὴν φιλοσοφία.

Ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, Πατριάρχης Κων/πόλεως κατὰ τὸν ιδ´ αἰῶνα, στὸν βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐγκωμιάζει τὴν πατρίδα τοῦ Ἁγίου, τὴν Βασιλεύουσα τῶν πόλεων, καὶ ταπεινὰ καυχᾶται γιὰ τὶς ἀρχαῖες, ὡραῖες πνευματικὲς ρίζες της (τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σοφίας), ἀλλὰ ποὺ βέβαια βαπτίσθηκαν στὰ νάματα τῆς Πίστεως:

«... τὸ βασιλεύουσαν ἁπασῶν φημι παρὰ πάντων αὐτὴν ἄνωθεν καὶ προσειρῆσθαι καὶ εἶναι καὶ πάσας ὑφ᾿ ἑαυτὴν ἔχειν καὶ ὁμοῦ τῶν ἁπασῶν ἐν ἅπασιν ὑπερέχειν, καὶ μεγέθει καὶ κάλλει καὶ θέσει καὶ κράσει στοιχείων καὶ ἀέρων ἐπιτηδειότητι καὶ ξηρᾷ καὶ θαλάσσῃ καὶ τὸ πανταχόθεν ἐκ γῆς τε καὶ θαλάσσης ὑφ᾿ Ἑλλήνων τε καὶ βαρβάρων καὶ παντὸς ὁμοῦ γένους δωροφορεῖσθαι. Τὸ δὲ κράτιστον καὶ ὑπερκείμενον τούτων, τὸ καὶ λόγων καὶ σοφίας ἄνωθεν χρηματίζειν ταύτην μητέρα καὶ οἰκητήριον Ἑλλήνων ἄντικρυς πεφηνέναι, τὴν πάλαι θρυλουμένην Στοὰν καὶ τοὺς Περιπάτους καὶ τὰς Ἀκαδημίας, εἰς ἑαυτὴν ὁμοῦ πάντα συναγαγοῦσαν μετὰ τῆς εὐσεβείας· καὶ τὴν μὲν ἀθεΐαν καὶ τοὺς μύθους καὶ τοὺς μακροὺς λήρους μετὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῶν παραλογισμῶν, καὶ τῆς συχνῆς ἀδολεσχίας καὶ τῆς ἀπάτης... ἀπορρίψασαν, τῇ δ᾿ ἀληθείᾳ, καὶ τῇ τοῦ ἑνὸς τρισυποστάτου καὶ παντοδυνάμου καὶ παντοκράτορος Θεοῦ πίστει, τῷ τε Σταυρῷ καὶ τῇ τοῦ Εὐαγγελίου ἁπλότητι κατακοσμήσασαν τὴν σοφίαν ἐκείνην καὶ δούλην εὐγνώμονα καὶ ὑπηρέτιν ἀναδείξασαν τῆς ἀληθινῆς καὶ πρώτης σοφίας»22.

Ἡ Κωνσταντινούπολις, λέγει «ἐπαινεῖται ἀπὸ ὅλους καὶ εἶναι βασιλίδα ὅλων τῶν πόλεων. Εὑρίσκεται σὲ ὑπεροχὴ ἀπὸ ὅλες καὶ σὲ ὅλα. Καὶ σὲ μέγεθος, καὶ σὲ ὀμορφιά, καὶ σχετικὰ μὲ τὴν τοποθεσία καὶ τὸν συνδυασμὸ τῶν φυσικῶν στοιχείων, καὶ τὴν εὐκρασία τῶν ἀέρων καὶ ἀπὸ τὴν ξηρὰ καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα, καὶ ὅτι ἀπὸ ὅλους τοὺς λαούς, καὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες καὶ ἀπὸ τοὺς Βαρβάρους καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς λαοὺς γενικῶς μεγαλύνεται καὶ λαμβάνει δῶρα καὶ τιμές. Θεωρεῖται ὅμως ἀνώτερο καὶ μεγαλύτερο ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, τὸ ὅτι εἶναι μητέρα πνευματικῶν λόγων καὶ τῆς ἄνωθεν σοφίας, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ οἰκητήριο τῶν Ἑλλήνων. Ἐπειδὴ συγκέντρωσε μέσα της τὴν παλαιὰ θρυλικὴ Στοά, τοὺς Περιπάτους καὶ τὶς Ἀκαδημίες (σ.σ. δηλαδὴ τὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ φιλοσοφία), ἁρμονικὰ ὅμως καὶ ὄμορφα συνδυασμένα ὅλ᾿ αὐτὰ μὲ τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια τῆς Ἔκκλησίας τοῦ Χριστοῦ· διότι ἀφοῦ μὲν ἀπέρριψε τὴν ἀθεΐα καὶ τοὺς μύθους καὶ τὶς ἀνιαρὲς ἀνοησίες μὲ τὰ ψεῦδη καὶ τοὺς παραλογισμοὺς καὶ τὶς συνεχεῖς φλυαρίες τους καὶ τὶς ἀπάτες, καταστόλισε τὴν κοσμικὴ ἐκείνη (καὶ θύραθεν) σοφία μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πίστι στὸν ἕνα καὶ τρισυπόστατο καὶ παντοδύναμο καὶ παντοκράτορα Θεό, μαζὶ μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν ἁπλότητα τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ ἔτσι τὴν ἀνέδειξε εὐγνώμονα δούλη καὶ ὑπηρέτρια τῆς ἀληθινῆς καὶ πρώτης σοφίας».

Διαφαίνεται ἄραγε πουθενὰ μισελληνισμὸς σὲ τέτοια ὡραῖα κείμενα Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας; Ἢ μήπως ἀντίθετα διακηρύσσεται μιὰ ταπεινὴ καὶ διακριτικὴ καύχησις, γιὰ ὅ,τι ὡραῖο καὶ σεμνὸ ἐδημιούργησε τὸ ἔνδοξο παρελθὸν τῆς πατρίδος μας, τὰ ὁποῖα ἔτι περισσότερο ἐλάμπρυνε ἡ εἰς Χριστὸν Πίστις καὶ ζωή;

Καυχώμαστε ἐπίσης ποὺ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πρόγονοί μας ἦσαν πολὺ θεοφοβούμενοι. Εἶναι γνωστὸ ὅτι πρὶν ἀπὸ κάθε τι μεγάλο προσηύχοντο, προσέφεραν θυσίες καὶ σπονδές, παρακαλοῦσαν τοὺς θεούς τους γιὰ τὴν καλὴ ἔκβασι τοῦ μέλλοντος. Εἶναι παροιμιώδης ἡ ἔκφρασις «ἀπὸ Θεοῦ ἄρχεσθαι» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἡ ζωή τους δὲν ἦταν ἀνθρωποκεντρική, ὅπως τόσων συγχρόνων μελετητῶν καὶ ἑρμηνευτῶν τους, ἀλλὰ θεοκεντρική. Εἶχαν σχεδὸν πάντοτε στὸν νοῦ καὶ στὸν λόγο τους τὴν ἀναφορά τους στὸν θεό. Πρότυπο καὶ παράδειγμα καὶ ἔλεγχος γιὰ τὸν σημερινὸ φίλαυτο, ἐγωκεντρικό, οὑμανιστή, σχεδὸν ἄθεο ἄνθρωπο.

Καυχώμαστε ποὺ καταγόμαστε ἀπὸ μιὰ τέτοια φυλὴ ποὺ μὲ τὸ ἀνήσυχο πνεῦμα της, πνεῦμα προβληματισμοῦ καὶ ἐρεύνης, δὲν ἀναπαυόταν σὲ μιὰ ὑλιστικὴ ζωή, μὲ ἀποκλειστικὰ γήινο καὶ ἐμπαθὲς περιεχόμενο, ἀλλὰ ἀναζητοῦσε τὸ ἀνώτερο, τὸ πνευματικό, τὸ οὐράνιο. Ἀπ᾿ αὐτούς, παρὰ τὸ σκότος τῆς ἀγνωσίας, ἀναπτύχθηκε ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, ὁ πόθος γιὰ τὸ ὄντως «καλὸν κἀγαθὸν».

Καυχώμαστε ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ Ἕλληνες ποὺ στὰ πρόσωπα τῶν μεγάλων ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων ἀναγνωρίζουμε τρόπον τινα Ἕλληνες πρὸ Χριστοῦ Προφῆτες καὶ τοὺς εἰκονίζουμε στοὺς ἐξωνάρθηκες τῶν Ἐκκλησιῶν μας.

Κατὰ τὸν Καθηγητὴ Ν. Ζία: «Ἡ μεγαλωσύνη τῆς Ὀρθοδοξίας ἔγκειται στὴ δυνατότητα πρόσληψης καὶ μεταμόρφωσης. Στὴ θετικὴ στάση ἀποδοχῆς. Ἡ ἀρνητικὴ στάση -ὅταν ὑπάρχη- δὲν εἶναι ἐχθρότητα ἢ βδέλυγμα ἀλλὰ περιχαράκωση καὶ περιφρούρηση ἀγάπης γιὰ τυχὸν ἀστοχία στὸν τελικὸ στόχο «ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσι...» Ἡ Νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ θρίαμβός της εἶναι ἡ κατάφαση τῆς εἰκόνας. Ἡ κατάφαση τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἀνθρώπου». Μέσα στὸ διακριτικὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας κατανοεῖται καὶ «ἡ ἱστόρηση τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων Φιλοσόφων στοὺς Ὀρθοδόξους ναοὺς καὶ κυρίως στοὺς Νάρθηκες καὶ τὶς Τράπεζες Μοναστηριῶν. Πέραν τοῦ ὅτι ὅλες οἱ σωζόμενες παραστάσεις ἀπαντοῦν κυρίως σὲ Μοναστήρια, ἰδιαίτερη σημασία ἔχει τὸ γεγονὸς ὅτι βρίσκονται ἱστορημένες μορφὲς τῶν Ἑλλήνων σοφῶν σὲ Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐκεῖ ποὺ διασώζεται αὐθεντικὰ ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση καὶ βιώνεται ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα μέσα στὴν εἰκοσιτετράωρη λειτουργικὴ ζωὴ»23.

Χαίρονται, πιστεύουμε, κι αὐτοὶ οἱ ἀγαθοὶ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ποὺ βέβαια θὰ ἐπίστευσαν στὸ κήρυγμα τοῦ τριημερεύσαντος στὸν τάφο Ἰησοῦ, καὶ θὰ καυχῶνται χωρὶς ἀμφιβολία γιὰ τὴν καλὴ ἐξέλιξι καὶ τὸν ἐγκεντρισμὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὴν καλλιέλαιο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ24.

Χαίρονται διότι ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἐδίστασε, στὰ πρόσωπα τῶν σοφῶν, Χριστιανῶν πλέον Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἐγερθῆ ἀπὸ τὸν ὕπνο τῆς ἀγνωσίας καὶ τῶν σκιῶν, καὶ νὰ παραλάβη τὸ Φῶς ἀπὸ τοὺς ἀγνώμονες Ἰουδαίους καὶ νὰ οἰκειοποιηθῆ τὴν θεία κληρονομία τους, ἀκούγοντας τὸ ἐγερτήριο κάλεσμα τῆς Ἐκκλησίας: «ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστὸς»25.

Καὶ ὄντως ἠγέρθη ὁ Ἑλληνισμός:

Ἀπὸ τὰ αἰνίγματα καὶ τοὺς μύθους, στὴν ἐξ οὐρανοῦ ἀποκάλυψι.
Ἀπὸ τὴν ἀσχημάτιστη, ἀόριστη ἐλπίδα, στὴν Προσδοκία τῶν Ἐθνῶν.
Ἀπὸ τὸν βωμὸ τοῦ ἀγνώστου Θεοῦ, στὸ ἱερὸ βῆμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὴν ἐμπειρία ὅτι ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν ἐστι, ὁ Ἐμμανουήλ.

Ε. Καταφέρονται ἐπίσης ἐναντίον μας οἱ Νεο-παγανιστὲς μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι οἱ ρίζες τῆς Πίστεώς μας, καὶ συγκεκριμένα ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, εἶναι δῆθεν ἁπλῶς Ἑβραϊκὴ Ἱστορία, συνεπῶς ἑβραϊκὴ ὑπόθεσις ποὺ δὲν ἀφορᾶ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες. «Ἂς στραφοῦμε, λοιπὸν», λέγουν, «στὴν δική μας καταγωγή, τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, μὲ τὸν πολιτισμό, τὴν φιλοσοφία, τὴν θρησκεία της».

Κατ᾿ ἀρχὰς πρέπει νὰ δηλώσουμε τὸ προφανές, ὅτι δηλαδὴ οἱ Χριστιανοὶ δὲν εἴμαστε ρατσιστὲς καὶ γι᾿ αὐτὸ οὔτε ἀντισημιτιστὲς (πῶς θὰ μπορούσαμε ἄλλωστε νὰ εἴμαστε;). Ὁ Ἑβραϊκὸς λαὸς εἶναι ἀνθρωπίνως συμπαθὴς σὲ ἐμᾶς, ὅπως ὅλοι οἱ λαοὶ τοῦ κόσμου καὶ μάλιστα ἐπειδὴ μᾶς προσέφερε τόσους Πατριάρχες, Δικαίους καὶ Προφῆτες τῆς Παλ. Διαθήκης, ὡς καὶ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς πρώτους Χριστιανοὺς στὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης, μὲ κορωνίδα βέβαια τὴν Πανάχραντο Κυρία Θεοτόκο, καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὸν Θεάνθρωπο Κύριο καὶ Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό.

Ὡστόσο ἡ Πίστις μας δὲν εἶναι «ἰουδαϊκὴ». Ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε σαφὲς καὶ ρητῶς ἐκφράσθηκε ἡ ξεκάθαρη τοποθέτησις τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ὅτι ἡ εἰς Χριστὸν πίστις εἶναι διάφορη τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, ἀφοῦ ὁ Κύριος «ἐξηγόρασεν ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ Αὐτοῦ αἵματι». Πλὴν τῶν σαφῶν παραπομπῶν τῆς Καινῆς Διαθήκης (Πράξεις τῶν Ἀποστόλων), ὅπου ἀναφέρονται στὴν ζωὴ τῶν νέων τότε Χριστιανῶν καταργήσεις παλαιῶν ἰουδαϊκῶν συνηθειῶν καὶ τυπικῶν, παραθέτουμε καὶ τὴν μαρτυρία τοῦ Ἱερομάρτυρος ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου, ἐπισκόπου Ἀντιοχείας κατὰ τὴν περίοδο 70-107 μ.Χ., ὁ ὁποῖος ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Μαγνησίας: «Ἄτοπον ἐστιν, Χριστὸν Ἰησοῦν λαλεῖν, καὶ ἰουδαΐζειν. Ὁ γὰρ Χριστιανισμὸς οὐκ εἰς Ἰουδαϊσμὸν ἐπίστευσεν, ἀλλὰ Ἰουδαϊσμὸς εἰς Χριστιανισμόν, ὡς πᾶσα γλῶσσα πιστεύσασα εἰς Θεὸν συνήχθη»26.

Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι ἡ ἱερὰ βίβλος τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ἰδίως πρὶν ἡ Ἐκκλησία ἀποφανθῆ γιὰ τὸν Κανόνα τῶν βιβλίων τῆς Καινῆς Διαθήκης. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ πρῶτοι πιστοὶ στὸν Χριστὸ δὲν διανοήθηκαν κἂν νὰ τὴν θεωρήσουν «Ἰουδαϊκὴ», ἡ ἁπλῶς ὡς μία συλλογὴ τῆς Ἑβραϊκῆς Ἱστορίας, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς τὴν ἔνοιωθαν ὡς «Λόγον Θεοῦ», τὴν περιέβαλλαν μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ κῦρος, καὶ τὰ ἀναγνώσματά της ἦσαν καὶ εἶναι ἰδιαίτερα προσφιλῆ καὶ ἐνισχυτικὰ στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα ὅλων τῶν Χριστιανῶν.

Ἀνάλογη εἶναι καὶ ἡ ἐπίδρασις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στὴν χριστιανικὴ εἰκονογραφία. Συχνὰ τὰ θέματα τῶν Χριστιανῶν εἰκονογράφων προέρχονται ἀπὸ παλαιοδιαθηκικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα προτυπώνουν ἢ συμβολίζουν γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Π.χ. ὁ Προφήτης Ἰωνᾶς στὴν κοιλία τοῦ κήτους, ποὺ προτυπώνει τὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου.

Οἱ σοφοὶ Χριστιανοὶ Ἕλληνες Πατέρες πάντοτε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἶχαν τὶς ἀναφορὲς τους καὶ τὰ συγγράματά τους γέμουν ἀπὸ παραπομπὲς σ᾿ αὐτήν. Δὲν γνώριζαν αὐτοὶ τότε τὰ πράγματα καλλίτερα, γιὰ νὰ φυλαχθοῦν (ἂν ὑπῆρχε λόγος ὑπονοίας) ἀπὸ κάποια ὑποτιθέμενη ἑβραϊκὴ δολιότητα καὶ ψεῦδος; Ἦσαν αὐτοὶ λιγώτερο Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἕλληνες ποὺ παρέμειναν δέσμιοι τῆς εἰδωλολατρίας;

Πλὴν τῶν ἄλλων ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μᾶς ὁμιλεῖ καὶ γιὰ τοὺς «ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ», τοὺς Προπάτορες τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸ ἀνθρώπινο, φανερώνοντας ἔτσι τὴν ἄρρηκτη συνέχειὰ της μὲ τὴν βίβλο τῆς ἐποχῆς τῆς Χάριτος. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι ἡ βάσις γιὰ τὴν Καινή. Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν ἔλευσι τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.

Εἶναι ἐπίσης πασίδηλος ὁ παγκόσμιος χαρακτήρας καὶ προοπτική της γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τοῦτο φαίνεται ἐμφανέστατα στοὺς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος κάνει μία ὡραία ὅσο καὶ ἀναλυτικώτατη μελέτη γιὰ τὸ ὅτι πράγματι τὰ περὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δὲν ἀναφέρονται ἀποκλειστικὰ στοὺς Ἑβραίους, ἀλλὰ ἀφοροῦν τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, πρὸς καταισχύνη μάλιστα αὐτῶν ποὺ ἀδιαφόρησαν καὶ ἀπέρριψαν τὴν εὐσέβεια πρὸς τὸν μόνο ἀληθῆ Θεό, καὶ δὲν ἐκαρπώθησαν τελικὰ τὶς εὐλογίες Του. Ἀναφέρει χαρακτηριστικά:

«Ὅτι μὴ ὡς ἔτυχεν μηδὲ μάτην τὰς παρ᾿ Ἑβραίοις προφητικὰς βίβλους διὰ πάσης σπουδῆς περιέπομεν... Ὅπως τὰ χρηστότερα περὶ ἡμῶν τῶν ἀλλοφύλων ἐθνῶν προλαβόντες οἱ παρ᾿ αὐτοῖς προφῆται ἐκήρυττον»27.

Δηλαδή: «Ὄχι χωρὶς λόγο, κι οὔτε μάταια, τιμοῦμε καὶ σεβόμαστε μὲ πόθο τὰ προφητικὰ βιβλία τῶν Ἑβραίων, ἀφοῦ τὰ λίαν ἐπωφελῆ καὶ εὐεργετικὰ γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες καὶ τὰ λοιπὰ ξένα πρὸς αὐτοὺς ἔθνη, οἱ Προφῆτες τους προανήγγειλλαν».

Καὶ μάλιστα οἱ Προφῆτες αὐτοί, γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ προετοίμαζαν μὲ τὶς διδασκαλίες καὶ προφητεῖες τους ὅλα τὰ ἔθνη, ὥστε νὰ ἀποκτήσουν τὴν γνῶσι καὶ εὐσέβεια τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μόνος ἐγνωρίζετο παλαιὰ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους28.

Οἱ ἅγιοι Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὶς προφητεῖες τους ἀποδεικνύουν, πὼς οἱ πολλὲς ὑποσχέσεις (ἐπαγγελίες) τοῦ Θεοῦ προεμήνυαν τὴν εὐλογία καὶ τὴν σωτηρία τῶν ἐθνῶν (σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸ Ἰουδαϊκὸ ἔθνος), καὶ ἔλεγαν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐκπληρωθοῦν οἱ ὑποσχέσεις Του παρὰ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ29. Σὲ ἐμᾶς δὲ τοὺς πρώην εἰδωλολάτρες (τὰ ἔθνη) ἁρμόζει νὰ λέγεται ἡ προσδοκία30 (γλυκειὰ προσμονὴ) γιὰ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀποδεικνύεται δὲ ἰσόρροπη (ἰσοδύναμη) ἡ ἐλπίδα γιὰ τὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ, ὥστε κατὰ τοῦτο καθόλου νὰ μὴ ὑστεροῦν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ὅσοι προέρχονται ἀπὸ τὰ λοιπὰ ἔθνη, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ σωθοῦν μὲ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ.

Στὴν συνέχεια ὁ Εὐσέβιος ἀναφέρει τὸ ἐκ τῆς Γενέσεως χωρίον περὶ τῆς εὐλογίας τοῦ φιλοθέου Ἀβραάμ:

«Ὁ δὲ Κύριος εἶπεν, «οὐ μὴ κρύψω ἀπὸ Ἀβραὰμ τοῦ παιδός μου ἃ ἐγὼ ποιῶ; Ἀβραὰμ γινόμενος ἔσται εἰς ἔθνος μέγα καὶ πολύ· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν αὐτῷ πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς"31. Λέγει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅτι δὲν θὰ κρύψει ἀπὸ τὸν θεοφιλῆ Ἀβραὰμ αὐτὸ ποὺ γιὰ τοὺς πολλοὺς ἦταν κρυφὸ καὶ μυστικό. Αὐτὸ δὲ ἦταν τὸ περὶ τῆς εὐλογίας ὅλων τῶν ἐθνῶν, ποὺ παλαιὰ μὲν ἦταν κρυμμένο ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Ἀβραάμ, ἐκρατοῦντο ἀπὸ ἀπερίγραπτη πλάνη δεισιδαιμονίας. Τώρα ὅμως αὐτὸ φανερώθηκε σὲ ἐμᾶς, ἀφοῦ μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ὅλα τὰ ἔθνη μετέχουν στὴν ἴδια εὐλογία μὲ τὸν Ἀβραάμ, ὅταν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο σέβωνται καὶ τιμοῦν τὸν ἀληθῆ Θεὸ»32.

Ἂς σημειώσουμε δὲ ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ἦταν Χαλδαῖος στὴν καταγωγὴ καὶ ἔζησε πολὺ πρὶν τῆς ἐμφανίσεως Ἑβραϊκοῦ ἔθνους, καὶ φυσικὰ πρὸ τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Ὁ ἅγιος Θεός, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς», δὲν εἶναι προσωπολήπτης. Ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅλους τοὺς λαούς. Ἀπευθύνει τὰ σωτήρια καλέσματὰ Του σὲ ὅλους ἀδιακρίτως καὶ εὐλογεῖ τοὺς «ἀγαθοὺς τῇ καρδίᾳ».

Εἶναι γεμάτη ὅλη ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μὲ σχετικὰ νοήματα, ποὺ ἀναφέρονται στὸν οἰκουμενικὸ καὶ παγκόσμιο αὐτὸν χαρακτῆρα τῆς μελλούσης σωτηρίας ὅλων τῶν λαῶν τῆς γῆς, διὰ τῆς εὐσεβείας πρὸς τὸν μόνο ἀληθῆ Θεό. Ἀναφέρουμε μερικά:

«Μνησθήσονται καὶ ἐπιστραφήσονται πρὸς κύριον πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς, καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον αὐτοῦ πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν· ὅτι τοῦ κυρίου ἡ βασιλεία, καὶ αὐτὸς δεσπόζει τῶν ἐθνῶν»33.

«Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας, ἀλαλάξατε τῷ θεῷ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως· ὅτι κύριος ὕψιστος, φοβερός, βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν»34.

«Ἀκούσατέ μου νῆσοι, καὶ προσέχετε ἔθνη. διὰ χρόνου πολλοῦ στήσεται, λέγει κύριος... ἰδοὺ δέδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν τοῦ εἶναί σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»35.

«Τέρπου καὶ εὐφραίνου, θύγατερ Σιών, διότι ἰδοὺ ἔρχομαι, καὶ κατασκηνώσω ἐν μέσῳ σου, λέγει κύριος· καὶ καταφεύξονται ἔθνη πολλὰ ἐπὶ τὸν κύριον τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἔσονται αὐτῷ εἰς λαόν. καὶ κατασκηνώσουσιν ἐν μέσῳ σου, καὶ γνώσῃ ὅτι κύριος παντοκράτωρ ἐξαπέστειλέ με πρός σε»36.

«Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου, καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι, καὶ ἔδωκά σε εἰς διαθήκην ἐθνῶν, τοῦ καταστῆσαι τὴν γῆν, καὶ κληρονομῆσαι κληρονομίας ἐρήμους, λέγοντα τοῖς ἐν δεσμοῖς, ἐξέλθετε, καὶ τοῖς ἐν τῷ σκότει, ἀνακαλυφθῆναι, καὶ ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς βοσκηθήσονται, καὶ ἐν πάσαις ταῖς τρίβοις ἡ νομὴ αὐτῶν· οὐ πεινάσουσιν οὐδὲ διψήσουσιν, οὐδὲ πατάξει αὐτοὺς καύσων οὐδὲ ὁ ἥλιος, ἀλλ᾿ ὁ ἐλεῶν παρακαλέσει, καὶ διὰ πηγῶν ὑδάτων ἄξει αὐτούς· καὶ θήσω πᾶν ὄρος εἰς ὁδὸν καὶ πᾶσαν τρίβον εἰς βόσκημα αὐτοῖς. ἰδοὺ οὖτοι πόρρωθεν ἥξουσιν, οὖτοι ἀπὸ βορρᾶ καὶ θαλάσσης, ἄλλοι δὲ ἐκ γῆς Περσῶν. εὐφράνθητε οὐρανοὶ καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ. ῥηξάτωσαν τὰ ὄρη εὐφροσύνην, ὅτι ἠλέησεν κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ τοὺς ταπεινοὺς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ παρεκάλεσεν»37.

Οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ ἐκαυχῶντο ὅτι τάχα μόνον αὐτοὺς (ὡς ἔθνος καὶ φυλὴ) ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ἔθνη προτίμησε ὁ Θεὸς καὶ ὅτι δῆθεν μόνον αὐτοὺς ἀξίωσε τῶν θείων ἐπαγγελιῶν Του, καταισχύνονται τώρα ἀπὸ τὶς ἀποδείξεις τοῦ ἐναντίου, ἀφοῦ μαρτυρεῖται (ἀπὸ τοὺς ἰδίους μάλιστα τοὺς Προφῆτες τους), πὼς δὲν τοὺς δόθηκε τίποτε περισσότερο ἢ ἀνώτερο ἀπ᾿ ὅ,τι σὲ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη38.

Μάλιστα προβλέποντες τὰ μέλλοντα, ὁμιλοῦν οἱ ἅγιοι Προφῆτες ἐν Πνεύματι ἁγίῳ γιὰ τὴν ἀποστροφὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀποστάτες Ἑβραίους, ὡς καὶ γιὰ τὴν ἐκπλήρωσι τῶν ἐπαγγελιῶν Του σὲ ὅλο τὸν κόσμο, σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, ποὺ θὰ δεχθοῦν καὶ θὰ ἐγκολπωθοῦν τὴν Ἀλήθειὰ Του: «Οὐκ ἔστι μου θέλημα ἐν ὑμῖν, λέγει κύριος παντοκράτωρ, καὶ θυσίαν οὐ προσδέξομαι ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν. διότι ἀπ᾿ ἀνατολῶν ἡλίου καὶ μέχρι δυσμῶν τὸ ὄνομα μου δεδόξασται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ θυμίαμα προσάγεται τῷ ὀνόματί μου, καὶ θυσία καθαρά. διότι μέγα τὸ ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσιν, λέγει κύριος παντοκράτωρ, ὑμεῖς δὲ βεβηλοῦτε αὐτὸ»39.

Νὰ τί λέγει καὶ ὁ Προφήτης Ἱερεμίας:

«Κύριε ἰσχύς μου καὶ βοήθειά μου καὶ καταφυγή μου ἐν ἡμέρᾳ κακῶν. πρὸς σὲ ἔθνη ἥξουσιν ἀπ᾿ ἐσχάτου τῆς γῆς, καὶ ἐροῦσιν: ὡς ψευδῆ ἐκτήσαντο οἱ πατέρες ἡμῶν εἴδωλα, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν αὐτοῖς ὠφέλεια. εἰ ποιήσει ἑαυτῷ ἄνθρωπος θεούς, καὶ οὖτοι οὐκ εἰσὶν θεοί. διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ δείξω αὐτοῖς ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ, γνωριῶ αὐτοῖς τὴν χεῖρά μου καὶ τὴν δύναμίν μου· καὶ γνώσονται ὅτι ὄνομά μοι κύριος.

Ἁμαρτία Ἰούδα ἐγγέγραπται ἐν γραφῇ ἐν ὄνυχι ἀδαμαντίνῳ, ἐγκεκολαμμένη ἐπὶ τοῦ στήθους τῆς καρδίας αὐτῶν, ἡνίκα ἂν μνησθῶσιν τὰ ἄλση αὐτῶν ἐπὶ ξύλου δασέος, καὶ ἐπὶ βουνῶν μετεώρων, καὶ ὀρέων ἐν ἀγρῷ. ἰσχύν σου καὶ θησαυρούς σου εἰς προνομὴν δώσω, καὶ τὰ ὑψηλά σου διὰ τὰς ἁμαρτίας σου τὰς ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις σου. καὶ ἀφεθήσῃ μόνῃ, καὶ ταπεινωθήσῃ ἀπὸ τῆς κληρονομίας σου, ἧς ἔδωκά σοι. καὶ καταδουλώσω σε τοῖς ἐχθροῖς σου ἐν τῇ γῇ ᾗ οὐκ ἔγνως»40.

Καὶ ὁ Προφήτης Μιχαίας:

«Ἀκούσατε δὴ ταῦτα οἱ ἡγούμενοι οἴκου Ἰακὼβ καὶ οἱ κατάλοιποι οἴκου Ἰσραήλ. οἱ βδελυσσόμενοι κρίμα, καὶ πάντα τὰ ὀρθὰ διαστρέφοντες, οἱ οἰκοδομοῦντες Σιὼν ἐν αἵμασι καὶ Ἱερουσαλὴμ ἐν ἀδικίαις. οἱ ἡγούμενοι αὐτῆς μετὰ δώρων ἔκρινον, καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτῆς μετὰ μισθοῦ ἀπεκρίναντο, καὶ οἱ προφῆται αὐτῆς μετὰ ἀργυρίου ἐμαντεύοντο, καὶ ἐπὶ τὸν κύριον ἐπανεπαύοντο, λέγοντες, οὐχὶ κύριος μεθ᾿ ἡμῶν ἐστιν; οὐ μὴ ἐπέλθη ἐφ᾿ ἡμᾶς κακά. διὰ τοῦτο δι᾿ ὑμᾶς Σιὼν ὡς ἀγρὸς ἀροτριαθήσεται, καὶ Ἱερουσαλὴμ ὡς ὀπωροφυλάκιον ἔσται, καὶ τὸ ὄρος τοῦ οἴκου εἰς ἄλσος δρυμοῦ.

Καὶ ἔσται ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν ἐμφανὲς τὸ ὄρος κυρίου, ἕτοιμον ἐπὶ τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων, καὶ μετεωρισθήσεται ὑπεράνω τῶν βουνῶν· καὶ σπεύσουσιν ἐπ᾿ αὐτὸ λαοί, καὶ πορεύσονται ἔθνη πολλὰ καὶ ἐροῦσι, δεῦτε καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος κυρίου καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ, καὶ δείξουσιν ἡμῖν τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ πορευσόμεθα ἐν ταῖς τρίβοις αὐτοῦ· ὅτι ἐκ Σιὼν ἐξελεύσεται νόμος, καὶ λόγος κυρίου ἐξ Ἱερουσαλὴμ»41.

Ἀλλὰ καὶ ἀργότερα ἀπὸ τοὺς ἐξ Ἑβραίων Χριστιανοὺς κατεδείχθη ἡ ἀντίθεσις τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ στενόκαρδο καὶ παραμορφωτικὸ πνεῦμα τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων. Ὁ πρωτομάρτυς Χριστιανὸς Στέφανος, κυριώτερος ἐκπρόσωπός τους, μὲ αὐστηρὴ γλῶσσα ἔλεγξε δριμύτατα στὸ συνέδριο αὐτοὺς τοὺς παρανόμους Ἰουδαίους, ποὺ ἐκαυχῶντο γιὰ τὴν φυλετικὴ καταγωγή τους ἀπὸ τοὺς Προφῆτες καὶ Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι ταῖς καρδίαις καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεἰ τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς. Τίνα τῶν Προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν;»42

Τέλος ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στοὺς φοβεροὺς ἐκείνους λόγους (μὲ τὰ «οὐαὶ") Του κατὰ τῶν ὑποκριτῶν Ἰουδαίων, τοὺς ἀποκαλύπτει ὡς μὴ ἔχοντας καμμία σχέσι πνευματικὴ μὲ τοὺς Ἁγίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ὣστε μαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς ὅτι υἱοὶ ἐστε τῶν φονευσάντων τοὺς προφήτας. Καὶ ὑμεῖς πληρώσατε τὸ μέτρον τῶν πατέρων ὑμῶν. Ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν!...»43

Ἀντιθέτως ὅσοι ἀποδεχόμαστε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ, (ὅπως καὶ ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες Χριστιανοὶ) καθιστάμεθα πραγματικοὶ υἱοὶ τῶν Πατέρων καὶ Δικαίων καὶ τῶν Προφητῶν αὐτῆς, καὶ γινόμαστε κληρονόμοι της, καὶ οἱ ὑποθέσεις καὶ τὰ νοήματὰ της γίνονται κληρονομιά μας πρὸς Θεογνωσία καὶ σωτηρία μας.

Σήμερα ἰδιαίτερα βλέπουμε νὰ ἐπαληθεύεται ἡ προφητεία τοῦ δικαίου Συμεὼν τοῦ Θεοδόχου, ποὺ κατὰ τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ ἀξιώθηκε νὰ ἰδῆ καὶ νὰ βαστάση στὰ χέρια του τὸν Σωτῆρα Κύριο καὶ νὰ Τὸν δοξάση λέγοντας:

«Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν. φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραὴλ».

Οἱ ἁγνοὶ καὶ ἀγαθοὶ Ἰσραηλῖτες, «ἐν οἷς δόλος οὐκ ἔστι», μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς λοιποὺς ταπεινούς, καὶ συνάμα δεκτικοὺς στὴν σοφία τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπους πάσης φυλῆς καὶ ἐθνικότητος, ἀναγνωρίζουν τὸν «Χριστὸν Κυρίου», Τὸν προσκυνοῦν, Τὸν δέχονται στὴν ζωή τους καὶ ἀνίστανται μὲ τὴν Χάρι Του στὸ ὕψος τῆς νέας, τῆς καινῆς ἐν Χριστῷ κτίσεως (εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις)44.

Ἀντιθέτως οἱ ὑπερήφανοι καὶ μὴ δεκτικοὶ παραμένουν στὴν πτῶσι τους ἀδυνατοῦντες νὰ χαροῦν τὴν προσωπικὴ κοινωνία μὲ τὸν φιλάνθρωπο Πατέρα.

«Καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπε πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον. καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοὶ»45.

Ἡ Ἱστορία ὄντως ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀλήθεια τῆς προφητείας τοῦ δικαίου Συμεών, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς σὲ κάθε ἐποχὴ εἶναι «σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Ἐνῶ δηλ. γιὰ ὅσους Τὸν πιστεύουν εἶναι ἀνάστασις, γιὰ ὅσους ἀπιστοῦν εἶναι «εἰς πτῶσιν».

Ἡ Πίστις μας δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Ἡ εὐσέβειά μας δὲν εἶναι ὑπόθεσις τῶν Ἑβραίων (ἄλλωστε αὐτοὶ τὴν κατεφρόνησαν). Δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοῦτο ἢ τὸ ἄλλο ἔθνος. Εἶναι πανανθρώπινη, ἀγκαλιάζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, σώζει ὅλον τὸν ἄνθρωπο, καὶ κατέχει τὴν πληρότητα καὶ ὁλότητα τῆς ἀληθείας. Γι᾿ αὐτὸ λέγεται «Καθολικὴ», ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ «Πιστεύω": «... εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν...»

Ἔτσι κι ἐμεῖς οἱ πρώην ἐθνικοί, εἰδωλολάτρες, Ἕλληνες δεχθήκαμε καὶ σεβόμαστε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, διότι ἔχει ὡς σκοπὸ καὶ προοπτική της τὴν πανανθρώπινη, τὴν παγκόσμιο σωτηρία. Γι᾿ αὐτὸ κατὰ Θεία οἰκονομία μεταφράσθηκε ἐνωρὶς (πρὸ Χριστοῦ) στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἀπὸ ἑλληνιστὲς Ἰουδαίους. Εἶναι ἡ γνωστὴ Μετάφρασις τῶν Ἑβδομήκοντα, ποὺ ἐπέχει πλέον θέσιν πρωτοτύπου σήμερα καὶ περιποιεῖ καὶ ἰδιαίτερη τιμὴ στὰ ἑλληνικὰ γράμματα καὶ τὸν Οἰκουμενικὸ Ἑλληνισμό.

Μὲ τὴν ἀποδοχὴ λοιπὸν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (ἔχοντὰς την ὡς στερεὰ βάσι), δὲν ἀπορρίψαμε τὸν Ναζωραῖο ἢ Γαλιλαῖο (ὅπως εἰρωνικὰ ἢ ὑποτιμητικὰ Τὸν ἀποκαλοῦν) Ἰησοῦν, τὸν Θεάνθρωπο Κύριο, ἀλλὰ Τὸν πιστεύσαμε, Τὸν ἀνεγνωρίσαμε ὡς Κύριο καὶ ἀγαθὸ Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος.

Τὸν ἀκολουθήσαμε μὲ ταπείνωσι ἀλλὰ καὶ σοφία, «ἀφέντες ἅπαντα» (τὰ εἴδωλα καὶ τὶς ἀνούσιες καὶ σκιώδεις δοξασίες), ὅπως οἱ Ἀπόστολοι46.

Μείναμε μαζὶ Του.

Φάγαμε τὸν ἄρτο τὸν ἡδὺ ποὺ μένει εἰς τὸν αἰῶνα.

Καὶ ἤπιαμε τὴν γλυκύτατη πόσι καὶ μεθύσαμε τὴν νηφάλιο μέθη τῶν Ἁγίων.

Καὶ ἐξέστημεν καὶ εἴπαμε:

«Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις»47.

Καὶ μείναμε καὶ γίναμε μαθητὲς Του καὶ Τὸν διακονήσαμε, γιὰ τὴν σωτηρία μας καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Καὶ ἔτσι μαζὶ μὲ τοὺς Πάρθους καὶ τοὺς Μήδους καὶ τοὺς Ἐλαμίτες καὶ τοὺς κατοικοῦντας τὴν Μεσοποταμίαν καὶ τὴν Ἰουδαίαν... καὶ τὴν Ἀσίαν... καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης, καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Ρωμαίους... καὶ τοὺς Ἄραβες...48 ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅλοι ἐμεῖς οἱ πρώην εἰδωλολάτρες γίναμε ὁ νέος ἐκλεκτὸς λαὸς Του, ἡ νεολαία Του, ὁ νέος Ἰσραὴλ τῆς Χάριτος.

Αὐτὴ εἶναι ἡ καταξίωσίς μας.

Ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν φοβήθηκε τὴν μωρία τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν πτοήθηκε τὴν αἰσχύνη τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ προχώρησε καὶ ἐξῆλθε ἔξω τῆς παρεμβολῆς, ἀκολούθησε τὸν Χριστό, φέροντας τὸν ὀνειδισμὸν Αὐτοῦ, εἰρωνεῖες, διωγμούς, μαρτύρια49. Καὶ μετὰ τὸ βάπτισμά του στὸν Χριστό, γέννησε διακόνους τῆς Χάριτὸς Του: Μάρτυρες, Ἱεράρχες, Ὁσίους, Ὁμολογητὲς καὶ Ἀπολογητές, ποὺ μαζὶ μὲ τοὺς παλαιοὺς Δικαίους καὶ Πατριάρχες καὶ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης συνιστοῦν τὴν χορεία τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ. Ὁ εἰλικρινὴς προβληματισμός, ἡ καλὴ ἀνησυχία ὑπῆρχε. Καὶ ὁ σπόρος ἔπεσε «ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν"50 καὶ καρποφόρησε καρπὸν τριάκοντα καὶ ἑξήκοντα καὶ ἑκατόν.

ΣΤ. Λέγουν ἐπίσης, οἱ Νεο-παγανιστὲς ὅτι ἡ ὅλη ἱερὰ Βίβλος τῶν Χριστιανῶν, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, εἶναι μία ἀπάτη, μία σκευωρία ποὺ κατασκευάσθηκε μὲ δόλο, στοχεύοντας στὴν ἐξαπάτησι τῶν ἀνθρώπων καὶ τελικὰ στὴν ἐπικράτησι τῶν Ἑβραίων. Ἔτσι, λέγουν, ἐπιχειρήθηκε καὶ κατορθώθηκε τὸ ξεθεμελίωμα τοῦ ὡραίου ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ κόσμου.

Γιὰ νὰ μὴ ἐπιμηκύνεται πολὺ ὁ λόγος, θὰ ἀναφέρω ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ λόγια ἑνὸς συγχρόνου ἁγίου, ὅσο καὶ ἑλληνομαθεστάτου καὶ σοφωτάτου ἀνδρός, τοῦ μακαριστοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, σχετικὰ μὲ τὴν ἀλήθεια τῆς Καινῆς Διαθήκης. Φρονοῦμε ὅτι ἀναλογικὰ ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν Παλαιά:

«Ὁ Pascal κάμνει ἕνα πολὺ ὡραῖο συλλογισμό. Λέγει λοιπόν, ὅτι μὲ τοὺς Ἀποστόλους συνέβη ἓν ἐκ τῶν τριῶν: Ἢ ἠπατήθησαν ἢ μᾶς ἐξηπάτησαν ἢ μᾶς εἶπαν τὴν ἀλήθεια.

Ἂς πάρουμε τὴν πρώτη ἐκδοχή. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἠπατήθησαν οἱ Ἀπόστολοι, διότι δὲν τὰ ἔμαθαν ἀπὸ ἄλλους. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἦσαν αὐτήκοοι καὶ αὐτόπται μάρτυρες τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ δεύτερη ἐκδοχή. Μήπως μᾶς ἐξηπάτησαν; Μήπως μᾶς εἶπαν ψέμματα; Ἀλλὰ γιατί νὰ μᾶς ἐξαπατήσουν; Τί θὰ κέρδιζαν λέγοντας ἕνα τέτοιο ψέμμα; Μήπως χρήματα; Μήπως ἀξιώματα; Μήπως δόξα; Γιὰ νὰ πῆ κάποιος ἕνα ψέμμα, περιμένει κάποιο ὄφελος. Ἀντιθέτως οἱ Ἀπόστολοι κηρύσσοντες Χριστὸν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον καὶ ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, τὰ μόνα ποὺ ἐξησφάλισαν ἦσαν ταλαιπωρίες, κόπους, μαστιγώσεις, λιθοβολισμούς, ναυάγια, πεῖνα, δίψα, γυμνότητα, κινδύνους ἀπὸ ληστές, ραβδισμούς, φυλακίσεις καὶ τέλος τὸν θάνατον. Κι᾿ ὅλα αὐτὰ γιὰ ἕνα ψέμμα;

Καὶ κάτι ἄλλο. Τί ἦσαν οἱ Ἀπόστολοι πρὶν τοὺς καλέσει ὁ Χριστὸς; Μήπως ἦσαν φιλόδοξοι πολιτικοὶ ἢ ὁραματιστὲς φιλοσοφικῶν καὶ κοινωνικῶν συστημάτων, ποὺ περίμεναν τὴν εὐκαιρία νὰ κατακτήσουν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ νὰ ἱκανοποιήσουν ἔτσι τὴν φιλοδοξία τους; Κάθε ἄλλο. Ἀγράμματοι ψαράδες ἦσαν. Καὶ τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἐνδιέφερε ἦταν νὰ πιάσουν κανένα ψάρι, γιὰ νὰ θρέψουν τὶς οἰκογένειές τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν σταύρωσι τοῦ Κυρίου, παρὰ τὰ ὅσα εἶχαν ἀκούσει καὶ ἰδῆ, ἐπέστρεψαν στὰ πλοιάριὰ τους καὶ τὰ δίκτυά τους. Δὲν ὑπῆρχε σ᾿ αὐτοὺς οὔτε ἴχνος προδιαθέσεως, γιὰ ὅσα ἀργότερα ἐπρόκειτο νὰ γίνουν. Καὶ μόνον μετὰ τὴν Πεντηκοστή, «ὅτε ἔλαβον δύναμιν ἐξ ὕψους», ἔγιναν οἱ διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης. Ἄρα δὲν εἶχαν λόγο νὰ μᾶς ἐξαπατήσουν οἱ Ἀπόστολοι.

Μένει ἑπομένως ἡ τρίτη ἐκδοχή. Ὅτι μᾶς εἶπαν τὴν ἀλήθεια»51.

Ζ. Μία ἄλλη κατηγορία τῶν Νεο-εἰδωλολατρῶν κατὰ τῆς Ἁγίας Γραφῆς -καὶ πιὸ συγκεκριμένα κατὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης- μὲ τὴν ὁποία προσπαθοῦν νὰ «σκανδαλίσουν» τοὺς πιστοὺς καὶ νὰ τοὺς δημιουργήσουν ἀμφιβολίες γιὰ τὶς ἱερές μας Γραφὲς καὶ τὴν Πίστι μας, εἶναι τὸ ὅτι τάχα περιέχει πολλὰ ἄτοπα, ἀπαράδεκτα ἤθη καὶ ἀνάρμοστες συμπεριφορὲς διαφόρων ἱερῶν γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς προσώπων. Ἐπειδὴ αὐτὸ ἐκφράζεται καὶ ἀπὸ στόματα καὶ γραφίδες καὶ ἄλλων ἐχθρῶν τῆς Πίστεώς μας, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰπωθοῦν γενικῶς καὶ δι᾿ ὀλίγων τὰ κάτωθι:

Κατ᾿ ἀρχήν, ἀδυναμίες καὶ πάθη ἀνθρώπων τὰ ὁποῖα περιγράφονται στὶς Ἅγιες Γραφές, μᾶς πείθουν εὐλόγως ὅτι δὲν ἐπινοήθηκε ἀπὸ ἀνθρώπινη προσπάθεια νὰ γραφοῦν κείμενα ποὺ νὰ παρουσιάζουν μιὰ ἰδεατή, τέλεια ἀνθρωπίνως κατάστασι, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπένευσε σὲ ἱεροὺς συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι συνέγραψαν τὰ θεόπνευστα κείμενὰ τους παραθέτοντας, μαζὶ μὲ τὰ ἅγια παραδείγματα καὶ διάφορες ἀτέλειες προσώπων, ποὺ δείχνουν πάντα τὴν ἀδυναμία καὶ φθορὰ τῆς πεπτωκυίας ἀνθρωπίνης φύσεως.

Ἐξ ἄλλου καὶ ἡ πνευματικὴ πρόοδος καὶ θέωσις βαθμηδὸν καὶ κατὰ στάδια συνήθως ἐνεργεῖται, καὶ ὄχι ἀθρόως καὶ ἐν μιᾷ ροπῇ.

Βλέπουμε π.χ. καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, πόσες ἀτέλειες ὑπῆρχαν στὴν ζωή, τὸν λόγο καὶ τὴν σκέψι τῶν ἁγίων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Παρὰ τὴν στενωτάτη κοινωνία μὲ τὸν Δεσπότη Χριστό, παρὰ τὶς θεῖες διδαχὲς ποὺ ἄκουγαν ἀπὸ τὰ πανάχραντα χείλη Του, παρὰ τὶς θαυματουργίες καὶ τὰ ἔνδοξα ποὺ ἀπόλαυσαν οἱ αἰσθήσεις τους, δὲν εἶχαν λάβει ἀκόμη τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν εἶχαν στερηθεῖ τελείως τῶν ἀθρωπίνων ἀδυναμιῶν καὶ ἀτελειῶν τους. Ὅλα αὐτὰ εἶναι περισσότερο ἀπὸ ἐμφανῆ μέσα ἀπὸ τὶς διηγήσεις τῶν ἁγίων Εὐαγγελιστῶν, ποὺ μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ μᾶς διέσωσαν τὸν θησαυρὸ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, ἔστω καὶ «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν», ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρωπίνων ἀσθενειῶν καὶ ἀδυναμιῶν, «ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν»52.

Ἂν κάποιος πραγματικὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν Χριστιανικὴ Πίστι καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ ἀπευθυνθῆ μὲ εἰλικρίνεια στοὺς ἁρμοδίους φορεῖς καὶ τὶς πηγές, ἀπ᾿ ὅπου μπορεῖ νὰ πληροφορηθῆ ἔγκυρα τὴν ὅλη ἀλήθεια. Καὶ ἡ πιὸ ἁρμόδια καὶ ἔγκυρος πηγὴ ἀληθείας εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἂν λοιπόν, ἐνῶ ἔχουμε καλὴ προαίρεσι, κάτι μᾶς «σκανδαλίζη» καὶ μᾶς ἐνοχλῆ, ἂς ρωτήσουμε τὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἐκείνη θὰ μᾶς βοηθήση νὰ καταλάβουμε, αὐτὸ ποὺ δὲν μπορούσαμε πρίν. Δὲν εἶναι ἄλλωστε εὔκολο καὶ δυνατὸ νὰ μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε, ἐμεῖς οἱ ἀδαεῖς καὶ ἀρχάριοι, ὅλες τὶς λεπτομέρειες, τὶς συνθῆκες τῶν γεγονότων καὶ τῶν λεγομένων τῶν Γραφῶν καὶ τὰ βαθύτατα νοήματὰ τους.

Ὅλοι οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες πιστοὶ Χριστιανοὶ πιστεύουν καὶ δέχονται τὶς Ἅγιες Γραφὲς ὡς θεόπνευστες καὶ ἱερές. Ἀνάμεσά τους καὶ πολλὰ σοφὰ καὶ ἀνήσυχα πνεύματα ποὺ δὲν ἀμφισβητοῦν τὰ ἀνωτέρω. Εὑρέθησαν ὅμως καὶ κάποιοι ποὺ στὴν προσπάθειά τους νὰ κατανοήσουν τὸ νόημά τους, σκανδαλίσθηκαν, παρερμήνευσαν καὶ διεστρέβλωσαν τὸ περιεχόμενό τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παρασυρθοῦν σὲ διδασκαλίες, ποὺ ἡ ἀνὰ τὸν κόσμο Οἰκουμενική, Ὀρθόδοξος, Καθολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ χαρακτήρισε ὡς αἱρετικές, καὶ τοὺς ἀμετανοήτους αὐτοὺς διδασκάλους τους αἱρετικούς. Διότι πολλὲς φορὲς τὰ πράγματα δὲν εἶναι ὅπως τὰ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ μιὰ πρώτη ἐντύπωσι, ἐξωτερικά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὴν Ὀρθόδοξο Πίστι μας διδασκόμαστε, χωρὶς μὲν νὰ καταργοῦμε τὴν λογικὴ καὶ τὴν νοητική μας δύναμι, νὰ συμβουλευώμαστε πρωτίστως τὴν ἁγία γνῶσι καὶ πεῖρα τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Ἁγίων.

Οἱ Ἅγιοι μέσα ἀπὸ τὸν ἀγῶνα τους γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων ἀπέκτησαν μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες μεγάλες ἀρετές, καὶ τὴν ἀληθινὴ σοφία, νὰ κατανοοῦν τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ τὰ κεκρυμμένα ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀμυήτων. Καὶ ἔτσι, ταπεινά, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώξουν ἔγιναν καὶ εἶναι οἱ ἀπλανεῖς μας διδάσκαλοι, φῶτα μετὰ τὸ Πρῶτο Φῶς. Κοντὰ σ᾿ αὐτοὺς αἰσθανόμαστε κι ἐμεῖς ἀσφαλεῖς. Διδασκόμαστε ἀπ᾿ αὐτοὺς τὴν πραγματική, αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, ἔτσι ὥστε ὄντως νὰ πληροφορῆται καὶ νὰ ἀναπαύεται ἡ ψυχή μας. Τότε καὶ εἰς βάθος κατανοοῦμε ὅσα πρὶν ἀπὸ λάθος μας παρερμηνεύαμε.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθή, ταπεινὴ καὶ εἰλικρινὴς πορεία Ὀρθοδοξίας, γιὰ ὅσους πράγματι ἐπιθυμοῦν τὴν κατανόησι τῆς ἀληθείας, καὶ δὲν προσπαθοῦν νὰ ἐφευρίσκουν καὶ νὰ κατασκευάζουν ἐπιχειρήματα περὶ τοῦ ἀντιθέτου.

Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι ὄντως ἐκ Θεοῦ, ἀληθῶς θεόπνευστος.

Ἂν γιὰ πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς, ποὺ εὑρισκόμαστε ἀκόμη στὴν ἀχλὺν τῶν παθῶν καὶ τὴν παχυλῆ σαρκικὴ ζωὴ τοῦ παρόντος αἰῶνος, δὲν εἶναι σὲ βάθος κατανοητὴ καὶ γι᾿ αὐτὸ στὰ ἄσοφα μάτια μας πολλὰ φαντάζουν «σκανδαλιστικὰ» καὶ ἀπαράδεκτα, τοῦτο ὄχι μόνο δὲν ἀποδεικνύει τὸ εὐάλωτο τάχα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον πείθει γιὰ τὴν ἀνάγκη ἀναλήψεως ἐκ μέρους μας ἐντατικώτερου ἀγῶνος γιὰ κάθαρσι καὶ φωτισμό.

Ἄλλωστε τὰ πάντα δὲν κατανοοῦνται πλήρως μόνο μὲ τὴν λογική. Αὐτὸ τὸ διδασκόμαστε ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ φυσικὰ καὶ ἀνθρώπινα πράγματα.

Ποιός κατανοεῖ πλήρως, μόνο μὲ τὴν λογική, τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς, τοῦ θανάτου; Ποιός κατέχει μόνο μὲ τὴν δύναμι τοῦ νοῦ του τὶς αἰτίες τῶν ὄντων; Πῶς κατανοεῖται λογικὰ καὶ πρακτικὰ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς, τὸ ἄπειρο τοῦ σύμπαντος, ἡ φυσικὴ ἁρμονία καὶ νομοτέλεια τοῦ μικροκόσμου καὶ μακροκόσμου; Πῶς δὲν ἀποδεικνύονται πολλὰ ἀξιώματα, ἐνῶ εἶναι προφανῆς ἡ ἰσχύς τους καὶ ἡ ἀναγκαιότητά τους στὴν φυσικὴ καὶ τὰ μαθηματικά; Κι ἂν αὐτὰ -καὶ τόσα ἄλλα- στὴν ζωὴ τοῦ ὁρατοῦ κόσμου τούτου, εἶναι δεδομένο ὅτι εἶναι ἀκατάληπτα καὶ ἀνερμήνευτα ἢ ἔστω ἐλάχιστα ἀποδεικνυόμενα μόνο μὲ τὴν λογική, πῶς θέλουμε νὰ κατανοοῦμε διὰ μιᾶς τὰ πάντα ἀπὸ τὰ πνευματικὰ καὶ ἀόρατα καὶ οὐράνια τοῦ χώρου τῆς Πίστεως;

Γιὰ τὴν κατανόησι πολλῶν ἀποριῶν ζητεῖται ἄλλη βάσις, πέραν τῆς ἐφθαρμένης λογικῆς μας καὶ πάνω ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα.

Ἔτσι ἐμπιστευόμαστε τὸν ἅγιο Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του.

Καὶ οἱ «θεοὶ» τῶν ἐθνῶν53 δὲν πέθαναν γιὰ τὴν σωτηρία μου, δὲν κοπίασαν, δὲν ἀγαποῦν, δὲν εἶναι κἂν θεοί, ἀλλὰ ψεύδονται, καὶ γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀπορρίπτω ἀπὸ τὴν ζωή μου, τοὺς ἀποστρέφομαι.

Ἐμπιστεύομαι ἀνεπιφύλακτα τὸν ἅγιο Θεὸ ποὺ εἶναι μόνο ἀγάπη. Ποὺ ἀγαπᾶ ἀληθινὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὸν Θεὸ καὶ εὐεργέτη μου, ποὺ ἐργάζεται γιὰ τὸ καλό μου, τὴν εὐτυχία μου, τὴν σωτηρία μου.

Ἐμπιστεύομαι τὸν Θεὸ πού, χωρὶς νὰ ἔχη κάποια ἀνάγκη ὁ ἴδιος (ἀνενδεὴς ὢν), χωρὶς νὰ ζητᾶ τίποτε ἀπὸ ἐμᾶς, ἀπέδειξε τρανῶς καὶ ἀποδεικνύει συνεχῶς τὴν ἐκστατικὴ ἀγάπη Του γιὰ τὸ πλάσμα Του, τὸν ἄνθρωπο.

Ἐμπιστεύομαι τὸν Θεὸ ποὺ ἔγινε, ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη, ὅμοιος μὲ ἐμένα, -χωρὶς νὰ τὸ ἀξίζω- γιὰ τὴν ἴασι καὶ σωτηρία μου.

Ἐμπιστεύομαι τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν Θεό μου ποὺ πέθανε καὶ ἐτάφη καὶ ἀνέστη γιὰ ἐμένα, γιὰ ὅλους μας.

Γι᾿ αὐτὸ πιστεύω, δηλαδὴ ἐμπιστεύομαι -κατὰ τὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ σημασία τοῦ ρήματος- τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του.

Ἔχοντας πάντοτε ὑπ᾿ ὄψιν τὶς ἰδιαίτερες κοινωνικές, πολιτιστικὲς καὶ γενικώτερα ἱστορικὲς συνθῆκες, μέσα στὶς χρονικὲς περιόδους ὅπου διαδραματίζονται τὰ γεγονότα, ἐντρυφοῦμε σὲ αὐτά, ὠφελούμαστε καὶ ἐνισχυόμαστε τὰ μέγιστα· γι᾿ αὐτὸ καὶ σεβόμαστε καὶ τιμοῦμε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Εἶναι ὁ ἱστορικὸς χωροχρόνος τῆς σκιώδους παρουσίας τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἑτοιμασίας τῶν ἀνθρώπων, γιὰ τὴν ἐξ ὕψους πλήρη ἀποκάλυψι τῆς Χάριτὸς Του ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

Η. Λέγουν πάλι ὅτι τάχα ὁ Χριστιανισμὸς μιμήθηκε τὶς θεωρίες, τοὺς μύθους καὶ τὶς τελετὲς τῶν ἀρχαίων εἰδωλολατρῶν, χωρὶς νὰ ἔχη σχεδὸν τίποτε αὐθεντικὰ δικὸ του.

Χρειάζεται ἄραγε προσπάθεια ἀνασκευῆς αὐτῆς τῆς κατηγορίας τους; Τί κοινὸ ὑπάρχει μεταξὺ Χριστοῦ καὶ εἰδώλων; Ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ὑποδείξη κάτι ἀνάλογο τῆς θείας Λειτουργίας τῶν Χριστιανῶν, ὅπου «τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται»; Ἢ κάτι ἀνάλογο μὲ τὸ «Πιστεύω» καὶ τὰ ἱερὰ δόγματα τῆς ἀμώμου Πίστεώς μας; Τί σχέσι ἔχουν οἱ μῦθοι τῶν εἰδωλολατρῶν μὲ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας; Πῶς μποροῦν νὰ συγκριθοῦν οἱ ἀναισχυντίες καὶ ἐμπάθειες τῶν ψευδοθεῶν τοῦ Ὀλύμπου μὲ τὸ μοναδικό, ἱστορικό, πανάγιο πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ»54, καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν σωτηρία μας ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ὑπέμεινε σταυρὸ ἑκουσίως;

Γράφει εὔστοχα καὶ ἀποδεικτικὰ ἀδελφὸς Ἱερομόναχος τῆς Μονῆς μας, γιὰ τὸ ἐν λόγῳ θέμα:

«Παρατηροῦμε ὅτι οἱ ἀρχέγονες πανανθρώπινες μνῆμες κατεγράφησαν ἀπὸ τοὺς λαοὺς ἀναλόγως πρὸς τὴν παιδεία καὶ τοὺς στόχους τους. Ἔτσι π.χ. θεωρῶ ὅτι οἱ περὶ θεογονίας ἀπόψεις τοῦ Πλάτωνος εἶναι «ἀθηνοκεντρικὲς», προβάλλουν μία ἀθηναϊκὴ ὑπεροχὴ (βλ. π.χ. περὶ Ἀτλαντίδος), τὴν ὁποία δὲν συμμερίζονται οὔτε ἄλλοι μεταγενέστεροι Ἕλληνες ἀρχαῖοι συγγραφεῖς (Διόδωρος ὁ Σικελιώτης). Ἐπίσης εἶναι φυσιοκεντρικές, καθόσον προσωποποιοῦν (καὶ θεοποιοῦν) στοιχεῖα τῆς φύσεως, καὶ ἐπιπλέον δὲν ἀνάγουν στὴν γνῶσι τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος γι᾿ αὐτὲς εἶναι αὐθύπαρκτος καὶ αἰώνιος καὶ οἱ θεοὶ καὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι μέρη αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Οἱ ἀρχαϊκὲς πανανθρώπινες προσδοκίες περιγράφηκαν ἀπὸ τοὺς λαοὺς ἀνάλογα καὶ μὲ τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία εἶναι γεμάτη μὲ θεοὺς καὶ θεὲς ποὺ προσωποποιοῦσαν τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων (Ἀφροδίτη, Ἄρης), τὶς προσδοκίες τους (Δήμητρα, Περσεφόνη), τὶς ἰδιότητές τους (Ἀθηνᾶ, Ἑρμῆς) ἢ ὅτι οἱ Ἕλληνες μυθολόγοι ἀποδίδουν τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων στοὺς θεοὺς (πολέμους μεταξὺ τῶν θεῶν, ἀσέλγειες, κλπ.);

Εἶναι πολὺ πετυχημένη ἡ ἄποψις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, στὸν κατὰ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου λόγο του, ὅτι ὁ Μωυσῆς ἔχοντας τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος περιέγραψε τὶς πανανθρώπινες ἀρχαῖες μνῆμες μὲ τρόπο ἁγιοπνευματικό, Χριστοκεντρικό. Στὶς ἐξωπαλαιοδιαθηκικὲς θεογονίες ὁ διάβολος καὶ οἱ δαίμονές του σφετερίζονται τὴν θεία ἐξουσία καὶ παρουσιάζονται νὰ χειρίζονται τὶς τῦχες τοῦ κόσμου μὲ τὶς μορφὲς τοῦ Δία ἢ τοῦ Ὄσιρι κλπ. Ἡ γνώμη τοῦ ἁγίου Κυρίλλου δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ χριστιανικὴ ἄποψις τοῦ θέματος, ἀλλὰ ἔχει ἐπιστημονικὴ βαρύτητα. Ἐξ ὅσων ἔχω μελετήσει ἀπὸ διάφορες πλευρές, ὑποστηρίζω τὴν ἄποψι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι πρῶτος ἔγραψε γιὰ τὰ θέματα αὐτὰ ὁ Μωυσῆς (τὸν 15ο π.Χ. αἰῶνα), οἱ δὲ Ἕλληνες ἔγραψαν πολὺ μεταγενέστερα (ὁ Ὅμηρος τὸν 8ο π.Χ. αἰῶνα)»55.

Ἐπίσης «... Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πιστεύη κανεὶς ἀβασάνιστα τὴν ἄποψι τοῦ καθενός, διότι ὑπάρχουν μεγάλα συμφέροντα. Ἡ Νέα Ἐποχὴ σήμερα ἔχει ὡς βασικὸ γνώρισμά της τὸν συγκρητισμὸ (τὴν ἐξίσωσι ὅλων τῶν θρησκειῶν) καὶ γιὰ νὰ ἐπιβληθῆ ἔχει ἐπιστρατεύσει ὅσες γνῶμες τῆς φαίνονται χρήσιμες. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια ἐγνώριζαν τὸ πρόβλημα. Ἡ ἀντίθεσίς τους πρὸς ὅλες τὶς ἄλλες μυστηριακὲς τελετουργίες (μιθραϊκές, ἐλευσίνιες, αἰγυπτιακές, κλπ.) δὲν στηριζόταν σὲ μελέτες σὰν τὶς δικὲς μας, βάσει χειρογράφων ἢ εὑρημάτων ἀπὸ ἀνασκαφές, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ζωντανὴ συναναστροφὴ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὶς τελοῦσαν. Εἶχαν γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο αὐθεντικὴ ἄποψι. Πῶς μποροῦσαν ἄλλωστε νὰ δεχθοῦν ἐπηρεασμοὺς ἀπὸ εἰδωλολατρικὲς τελετουργίες, ὅταν μὲ τόση ἀποστροφὴ ἀπέρριπταν τὴν εἰδωλολατρία καὶ ἑκατομμύρια Χριστιανοὶ ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ;

... Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει ὅτι τὰ χριστιανικὰ μυστήρια καὶ οἱ χριστιανικὲς τελετὲς εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ τελείωσις (ὁλοκλήρωσις) ὅσων ὁ Μωυσῆς καὶ οἱ Προφῆται σκιωδῶς εἶχαν ὁρίσει νὰ γίνωνται στὴν ἰουδαϊκὴ συναγωγή. Π.χ. ἀντὶ τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος ὁ χριστιανικὸς ναός, ἀντὶ τοῦ ἰουδαϊκοῦ πάσχα ἡ θεία Εὐχαριστία56.

Τὰ χριστιανικὰ μυστήρια δὲν εἶναι εἰδωλολατρικὰ δάνεια. Πῶς θὰ τὸ ἐδέχοντο αὐτὸ οἱ πρῶτοι ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανοί, οἱ ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος καὶ οἱ ἄμεσοι διάδοχοὶ των, ὅταν ἡ ἀπόστασις ποὺ τοὺς χώριζε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἦταν χαώδης; Εἶναι νὰ ἀπορῆ κανεὶς πῶς ἀβασάνιστα (ἴσως σκοπίμως) γράφονται βιβλία, τὰ ὁποῖα βρίσκουν «ἀρχαῖες εἰδωλολατρικὲς ἐπιβιώσεις»! στὰ χριστιανικὰ μυστήρια, π.χ. ναός, ἱερατεῖο, ἄμφια, τελετές, νηστεία, θυσία, λιβάνι, ἑορτές, ἀργίες, κλπ. Δὲν βλέπουν ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι θεσμοθετημένα ἀπὸ τὸν Μωυσῆ57 πολὺ πρὶν ὑπάρξουν γραπτὰ ἑλληνικὰ μνημεῖα (πολλῷ μᾶλλον τελετὲς); Δὲν βλέπουν ὅτι ὅλα αὐτὰ στὴν Ἐκκλησία λειτουργοῦν πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ στὶς εἰδωλολατρικὲς τελετὲς τάσσονται στὴν ὑπηρεσία τῶν δαιμόνων;

... Στὴν ἰουδαϊκὴ λατρεία ὁ Μωυσῆς εἶχε δώσει βαθύτερο πνευματικὸ (χριστοκεντρικὸ-σωτηριολογικὸ) νόημα, τὸ ὁποῖο συχνὰ ξεχνοῦσαν οἱ Ἑβραῖοι καὶ χρειαζόταν ἡ παρέμβασις τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν Προφητῶν πρὸς διόρθωσιν. Βλέπει κανεὶς θυσίες, ἀναφορὲς καὶ θυμιάματα, ὀργανικὰ στοιχεῖα τῆς Μωσαϊκῆς λατρείας, νὰ προκαλοῦν τὴν ἀποστροφὴ τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν σωτηριολογικὴ προοπτικὴ (ταπείνωσι, εἰρήνη αἰσθήσεων καὶ λογισμῶν, ὑπακοὴ καὶ ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ἐγωιστικὴ αὐτονομία ἀπὸ τὸν Θεὸ)58.

Ἐὰν κάποιοι ὑποστηρίζουν ὅτι στὸν Χριστιανισμὸ ὑπάρχουν στοιχεῖα ἀρχαιοελληνικῶν τελετῶν καὶ ἐθίμων, κάνουν λάθος... Καὶ μόνο οἱ ἀποφάσεις οἰκουμενικῶν καὶ ἄλλων συνόδων κατὰ τῶν ἑλληνικῶν ἐπιδράσεων στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀρκετὲς πρὸς ἀπόδειξιν.

... Οἱ αἱρετικοὶ καὶ οἱ ἐθνικοὶ ἔβλεπαν τὶς ὑπερφυσικὲς δυνάμεις τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων καὶ θέλησαν νὰ ἀπομιμηθοῦν τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τῶν ἐνεργειῶν τους. Ὅπως μέχρι σήμερα οἱ μάγοι καὶ μέντιουμ χρησιμοποιοῦν σταυροὺς καὶ εἰκόνες γιὰ νὰ κάνουν τὰ ξόρκια τους, γινόμενοι ὄργανα τῶν δαιμόνων παρὰ τοὺς σταυροὺς καὶ τὶς εἰκόνες»59.

Λέγει δὲ καὶ ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Ἀπολογητής, σ᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν γνωρίζουν τὸ βάθος τῶν πραγμάτων:

«...τὸν Ἰησοῦν λαβόντα ἄρτον καὶ εὐχαριστήσαντα εἰπεῖν: Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἀνάμνησίν μου, τοῦτ᾿ ἐστι τὸ σῶμά μου· καὶ τὸ ποτήριον ὁμοίως λαβόντα καὶ εὐχαριστήσαντα εἰπεῖν: Τοῦτο ἐστι τὸ αἷμά μου: καὶ μόνοις αὐτοῖς μεταδοῦναι. Ὅπερ καὶ ἐν τοῖς τοῦ Μίθρα μυστηρίοις παρέδωκαν γίγνεσθαι μιμησάμενοι οἱ πονηροὶ δαίμονες· ὅτι γὰρ ἄρτος καὶ ποτήριον ὕδατος τίθεται ἐν ταῖς τοῦ μυουμένου τελεταῖς... ἢ ἐπίστασθε ἢ μαθεῖν δύνασθε»60.

Δηλαδή:

«Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος νὰ κάνουμε «εἰς τὴν ἀνάμνησιν Αὐτοῦ», δηλ. στὴν θεία Λειτουργία, προσφέροντας ἄρτο καὶ οἶνο, αὐτὸ καὶ στὰ μυστήρια τοῦ ψευδοθεοῦ Μίθρα κατὰ μίμησι τῶν Χριστιανῶν ἐδίδαξαν νὰ γίνεται οἱ πονηροὶ δαίμονες· κι αὐτό, τὸ ὅτι δηλ. παρατίθεται ἄρτος καὶ ποτήριο ὕδατος... στὶς τελετές τους γιὰ τὴν μύησι κάποιου νέου μέλους, ἤδη τὸ γνωρίζετε ἢ μπορεῖτε νὰ τὸ μάθετε».

***********

Κοντὰ στὶς κατηγορίες αὐτὲς τῶν Νεο-παγανιστῶν ποὺ ἀναφέραμε, θὰ θέλαμε νὰ ἐπισημάνουμε καὶ τὰ ἑξῆς:

Ὑπάρχουν τόσες πολλὲς τάσεις καὶ διαφορὲς μέσα στὸ ὅλο φάσμα τῶν Νεο-εἰδωλολατρῶν, ποὺ εἶναι δύσκολο νὰ ἀναλυθοῦν ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ ἀναφερθοῦν συστηματικά. Ὑπάρχει δηλαδὴ μία μεγάλη ποικιλία ρευμάτων, αἱρέσεων, ποὺ ἡ μία σχεδὸν ἀναιρεῖ τὴν ἄλλη. Γιὰ παράδειγμα, πολλοὶ πιστεύουν στὸ δωδεκάθεο (δώδεκα θεοὶ τοῦ Ὀλύμπου), ἐνῶ ἄλλοι δὲν τὸ δέχονται αὐτό. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς πρώτους εἶναι κι αὐτοὶ ποὺ διαφωνοῦν ὡς πρὸς τὰ ὀνόματα τοῦ καταλόγου τῶν θεῶν. Κάποιοι θεωροῦν τοὺς θεοὺς ὡς πραγματικὲς ὀντότητες, ἐνῶ ἄλλοι ὡς σύμβολα χωρὶς καμμία ὀντολογικὴ ὕπαρξι. Πολλοὶ διέπονται ἀπὸ ἔντονες ἀντι-Χριστιανικὲς τάσεις, ἄλλοι εἶναι ὀπαδοὶ πιὸ συμβιβαστικῶν θεωριῶν. Κάποιοι τέλος δέχονται τὴν δεῖνα ἄποψι γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου, γιὰ τὸν ἄνθρωπο, κι ἄλλοι ποὺ πρεσβεύουν κάτι ἄλλο. Καὶ τὸ φάσμα τῶν διαφοροποιήσεων εἶναι μακρὺ καὶ σχεδὸν ἀτέλειωτο, ὅσο ἀτέλειωτος εἶναι καὶ ὁ κατάλογος τῶν ἀνυπάρκτων θεῶν τῆς ἀρχαιότητος.

Ἐνθυμούμαστε τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου γιὰ τὴν ἐν σκότει καὶ ἀγνωσίᾳ θρησκεία τῶν ἀρχαίων:

«... ἄλλοι ἐξ αὐτῶν», λέγει «ἐθεοποίησαν τὸν ἥλιο, τὴν σελήνη, τοὺς ἀστέρας. Ἄλλοι δὲ τὴν γῆν, τὸ ὕδωρ, τὸ πῦρ, τὸν ἀέρα, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ἀναγκαῖα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ζωή. Ἄλλοι θαυμάζοντας τοὺς δυνατοὺς ἢ τοὺς ρωμαλέους ἢ τοὺς ὡραίους, κατέληξαν σὺν τῷ χρόνῳ, στὴν θεοποίησι καὶ λατρεία τους. Οἱ πλέον ἐμπαθεῖς ἀπ᾿ αὐτοὺς θεοποίησαν τὰ πάθη, δηλ. τὸν θυμό, τὴν κακουργία, τὴν μέθη, τὴν ἀσέλγεια κλπ. Ἀπὸ τοὺς θεοὺς ἄλλους μὲν τοὺς ἐτοποθέτησαν στὴν γῆ, ἄλλους στὸν οὐρανὸ κι ἄλλους κάτω ἀπὸ τὴν γῆ (στὰ καταχθόνια). Ἡ τελευταία δὲ αὐτὴ τοποθέτησις ἦτο ἡ μόνη ὀρθὴ πρᾶξις τους.

Τοὺς ἐτίμησαν δὲ λέγει τοὺς θεούς τους κάνοντας ἀγάλματα, μὲ ζωοθυσίες, μὲ ἀσελγεῖς πράξεις, ἀκόμη καὶ μὲ ἀνθρωποθυσίες. Ἀκόμη ἐτίμησαν ὡς θεοὺς διάφορα τετράποδα καὶ ἑρπετά, γελοιοποιῶντας ἔτσι φοβερὰ τὸν ἑαυτό τους, ὥστε νὰ διερωτᾶται κάποιος: ποιοί ἀξίζουν περισσότερη περιφρόνησι, οἱ θεοὶ αὐτοὶ ἢ αὐτοὶ ποὺ προσκυνοῦν τέτοιους θεοὺς; Μᾶλλον δὲ οἱ δεύτεροι, διότι ἐνῶ ἔχουν λογικὴ φύσι, κατήντησαν σὲ τέτοια παραλογία καὶ ἔγιναν παιγνίδια στὰ χέρια τοῦ πονηροῦ διαβόλου»61.


Ἡ ἀδυναμία τῶν Ἑλλήνων νεο-εἰδωλολατρῶν νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν Χριστιανικὴ ἱστορικὴ συνέχεια τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ

Μᾶς κάνει ἐντύπωσι ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς Ἕλληνες Νεο-παγανιστὲς δὲν μποροῦν νὰ δοῦν τὴν συνέχεια καὶ τὴν ὡραία αὐτὴ ἐξέλιξι τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου, καὶ πέφτουν σὲ σοβαρὰ καὶ ἀντι-ἐπιστημονικὰ σφάλματα. Προκειμένου νὰ στηρίξουν μάλιστα κάποιες ἀστήρικτες θέσεις τους ἢ δὲν ἀποδεικνύουν κἂν τὰ λεγόμενά τους ἢ ἐπιστρατεύουν ἀνιστόρητες ἀποδείξεις καὶ ἐπιτυγχάνουν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ἀπ᾿ ὅ,τι ἐπιθυμοῦν. Ὄχι μόνο δὲν πείθουν μὲ τὰ παρατιθέμενα, ἀλλὰ ἐνισχύουν ὅσα αὐτοὶ κατακρίνουν καὶ καταδικάζουν.

Ἀναφέρεται σὲ κάποιο Περιοδικό τους:

«Τὸ Βατερλὼ τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπῆρξε ἡ λαϊκὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 γιὰ λευτεριὰ ἢ θάνατο ἢ ἡ ἀρχὴ τοῦ τέλους της. Καὶ μόνον ὅτι ὁ ἐξαθλιωμένος Ἕλληνας, τέως ραγιάς, ἀποφάσισε νὰ πεθάνει ἢ νὰ ζήσει λεύτερος (περίεργο νὰ μὴν τοῦ φτάνει ἡ Ὀρθοδοξία, πίστη, παράδεισοι, ἀναστάσεις) αὐτὸ ἀναιροῦσε στὴν πράξη τὴν Ὀρθοδοξία στὸ σύνολὸ της. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ἐπαναστατημένος Ἕλληνας καταφεύγει στὴν ἀπιστία!...

Εἶχε νὰ κάνει μ᾿ ἄλλα λόγια, μὲ τὴν τελεσίδικη ἀπόφασή τους, νὰ κερδίσουν τὴ λευτεριά τους ἢ νὰ πεθάνουν γράφοντας στὰ παλιά τους τὰ τσαρούχια τί ἦταν πίστη, ἢ τί ἔλεγε ἡ Ὀρθοδοξία...

Τὸ ὅτι γλυτώσαμε ἀπὸ τὰ πλοκάμια αὐτῆς τῆς κατάρας (χριστιανικὸς μεσαίωνας δυτικοῦ καὶ ἀνατολικοῦ τύπου) δὲν τὸ ὀφείλουμε σὲ κανένα θαῦμα, οὔτε στὸν θεούλη. Τὸ ὀφείλουμε στοὺς «ἄπιστους», τοὺς «αἱρετικοὺς», τοὺς «ἀμφισβητίες» καὶ πολλοὺς ἄλλους ποὺ ἔπαψαν νὰ προσκυνάνε τὴν ἐξουσία τῆς θρησκείας.

Τὸ ὀφείλουμε σ αὐτοὺς ποὺ ὕψωσαν τὸ ἀνάστημά τους στὸ σκοτάδι τῶν ρασοφόρων καὶ τοῦ «θεόθεν» δόγματός τους...

Ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ὀρθοδοξία, οὐδέποτε εἶχαν κατὰ νοῦ νὰ ὑπηρετήσουν τὴν βασικὴ ἀξία τῆς ζωῆς, τὴν ἐλευθερία... »62

Θεωροῦμε ὅτι κάθε νηφάλιος, προσεκτικὸς καὶ εὐσυνείδητος ἐρευνητὴς εὔκολα θὰ χαρακτήριζε τὰ ἀνωτέρω ὡς ἐμπαθῆ, ἄκρως ἀνακριβῆ, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀντι-ἐπιστημονικὰ καὶ συκοφαντικά, ἀφοῦ διαστρεβλώνουν τελείως καὶ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα.

Ἂς ἀναφέρουμε ὀλίγα ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια πρὸς ἀντιπαράθεσί τους. Νὰ τί πράγματι λέγει ἡ Ἱστορία, ἰδοὺ τὰ ἴδια τὰ λόγια τῶν Χριστιανῶν ἡρώων τοῦ ῾21:

Ὁ Μάρκος Μπότσαρης γράφει σὲ γράμμα του πρὸς τὸν γυιό του:

«Ποιά θὲ νἆναι ἡ χαρά σου, ὁπότε θ᾿ ἀφουγκράζεσαι, ὅτι τὰ πλιὸ ξακουστὰ παλληκάρια τοῦ καιροῦ μας ἔχουν τὴν μεταλαβιά τους, ἐπειδὴ δὲ γνωρίζουν ἁμαρτίες τοῦ κόσμου; Ὅτι τέτοιο εἶναι τὸ καλοσυνάτο τῆς ψυχῆς τους, ποὺ ἡ ντροπὴς τοὺς κοκκινίζει τὸ μάγουλο, σὰν κοκκινίζουν τὰ ἀνέβγαλτα κοράσια;

... Ἂς μὴν τοὺς μοιρολογοῦμε ὅσο πρέπει νὰ τοὺς χαιρόμασθε (σ.σ. ἐνν. τὰ παλληκάρια ποὺ ἔπεσαν στὴν μάχη). Γιατὶ εἰς τοῦτον τὸν κόσμο ἐδοξάσθηκαν, ὅσο θἆναι πολύτιμο τὸ αἷμα ποὺ χύνεται παλληκαρήσια διὰ τὴν πατρίδα, κι᾿ ἡ ψυχή τους πάλε στὸν κόρφο τοῦ Θεοῦ χαίρεται τὴν ἀθάνατη μακαριότητα. Τὴν αὐριανὴ τοῦ χαλασμοῦ ψήνονταν τὰ παλληκάρια στὰ τσαντήρια τὰ Τούρκικα, καὶ ἀδελφὲς καὶ μανάδες ἐγύριζαν τὲς σοῦβλες, καὶ τὰ φριμένα χείλη τῶν παλληκαριῶν ἄλλο δὲν ἔλεγαν εἰμὴ ἐτοῦτο: «Θεέ, θυμήσου μας, ὅτι ἐγγίζομε εἰς τὸ βασίλειό σου»63.

Ἀναφέρει ἐπίσης ὁ σύγχρονος τοῦ ἀγῶνος Τερτσέτης:

«... ἔπαινος μέγας τοῦ ἔθνους μας εἶναι ὅτι κυριευμένον ἀπὸ τοὺς ἀλλοφύλους, καὶ καλούμενον ἀπὸ τοὺς κατακτητάς του εἰς τὸ συμπόσιον τῶν ἡδονῶν, εἰς τὸ μεγαλεῖον τῆς ἐξουσίας, ἀρκοῦσε μόνον νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πίστιν τῶν Χριστιανῶν, τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπεστράφη τὴν προσφορὰν τοῦ νικητοῦ, ἐφύλαξε πίστιν εἰς τὸ πάτριον θρήσκευμα, καὶ εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸν ἕνα Χριστιανὸν ἔκοβε ὁ τότε βάρβαρος ἐχθρός, ὁ ἄλλος τὸν σταυρόν του ἔκανε, οἱ γλῶσσες κομμένες ἀπὸ τὸν ἄγριον στρατιώτην κειτώμενες εἰς τὸ αἱματωμένον χῶμα, ἀηδονολαλοῦσαν, νὰ εἰπῶ οὕτως, τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Αὐτό... εἶναι τὸ προτέρημα, τὸ ὁποῖον ἀποφασίζει καὶ τὰ μεγάλα δωρήματα τῶν θείων εὐεργετημάτων»64.

Καὶ ὁ Μακρυγιάννης ἔγραφε:

«... τέτοια ἠθικὴ εἴχετε ἐσεῖς καὶ προκοπή, τέτοιους καταντήσετε κ᾿ ἐμᾶς τοὺς δυστυχεῖς. Ὅμως τοῦ κάκου κοπιάζετε. Ἂν δὲν ὑπάρχει σ᾿ ἐσᾶς ἀρετή, ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη τοῦ μεγάλου Θεοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ βασιλέα. Ὅτι ἐκεινοῦ ἡ δικαιοσύνη μᾶς ἔσωσε καὶ θέλει μᾶς σώσῃ. Ὅτι ὅσα εἶπε αὐτὸς εἶναι ὅλα ἀληθινὰ καὶ δίκαια - καὶ τὰ δικά σας ψέματα δολερά...

... Ἐσὺ Κύριε, θ᾿ ἀναστήσῃς τοὺς πεθαμένους Ἕλληνες, τοὺς ἀπογόνους αὐτεινῶν τῶν περίφημων ἀνθρώπων, ὁποῦ στόλισαν τὴν ἀνθρωπότη μ᾿ ἀρετή. Καὶ μὲ τὴν δύναμὴ σου καὶ τὴν δικαιοσύνη σου θέλεις νὰ ξαναζωντανέψης τοὺς πεθαμένους. Καὶ ἡ ἀπόφασὴ σου ἡ δίκια εἶναι νὰ ματαειπωθῆ Ἑλλάς, νὰ λαμπρυνθῆ αὐτείνη καὶ ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ὑπάρξουν οἱ τίμιοι καὶ ἀγαθοὶ ἄνθρωποι, ὁποῦ ῾περασπίζονται τὸ δίκιον... »65.

Καὶ :

«Αὐτὰ τὰ ἔθιμα εἴχαμεν, αὐτὸν τὸν Χριστὸν φοβόμαστε... καὶ αὐτείνη ἡ θρησκεία μᾶς ξαναλευτέρωσε καὶ βήκαμεν εἰς τὴν κοινωνίαν τοῦ κόσμου, ὁποὺ ἤμαστε χαμένοι καὶ σβησμένοι ἀπὸ τὸν κατάλογον ὅλου τοῦ κόσμου τόσες αἰῶνες»66.

Ἄλλες φορὲς πάλι κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Ἕλληνες Νεο-παγανιστὲς χρησιμοποιοῦν φαντασίες καὶ σύγχρονες μυθολογικὲς ὑποθέσεις τους, γιὰ νὰ ἐξάγουν τάχα ἀκλόνητα συμπεράσματα, ὅπως τὰ κάτωθι φαιδρά:

«... ἡ θεὰ Ἀθηνὰ ἀντιπροσωπεύει τὸν Σείριο, ὅπως καὶ ἡ Ἴσις καὶ ἐξ αὐτῆς προῆλθε ὁ Ἐριχθόνιος ἢ ὁ Ὦρος, καὶ ἐξ αὐτοῦ κατάγονται οἱ Ἀθηναῖοι, καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν οἱ Ἕλληνες, τότε ἀποδεικνύεται ὅτι προέρχονται οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸν Σείριο (Οὐράνιο Ὄλυμπο), δηλαδὴ ἔχουν ἐξωγήινη προέλευση»67.

Ἤ:

«Οἱ Ἕλληνες λόγῳ καταστροφῶν καὶ πολέμων (ρωμαϊκὴ κατοχή, τουρκοκρατία), ἔχασαν τὰ ἀρχεῖα τους καὶ τὴν γνώση τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος τους. Τὰ ἀρχαιολογικὰ ὅμως στοιχεῖα ποὺ ἔρχονται στὴν ἐπιφάνεια καὶ τὰ ἀρχαῖα συγγράμματα φανερώνουν τὴν ἐξωγήινη προέλευση τῶν Ἑλλήνων.

Γι᾿ αὐτὸ οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, θὰ κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιὰ νὰ ἐμποδίσουν νὰ φανερωθεῖ ἡ ἀλήθεια.

Τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἔφτασε καὶ οἱ Ἀρχαῖοι Ἀργοναῦτες (Μόες) ἐπιστρέφουν. Οἱ ἱπτάμενοι δίσκοι ποὺ ἐμφανίζονται ἀνὰ τὴν γῆ, ἀφήνουν μαρτυρίες, ὅτι εἶναι ἀπόγονοι τῶν Ἑλλήνων, γι᾿ αὐτὸ κρατοῦν οἱ ἰθύνοντες μυστικὴ τὴν παρουσία τους καὶ προσπαθοῦν νὰ τοὺς καταρρίψουν...»68

Ἤ:

«Τὸ θέατρο στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα χρησίμευε ὡς μία δορυφορικὴ κεραία... Οἱ θεατρικὲς παραστάσεις ἔκρυβαν συγκλονιστικὰ μυστικά, τὰ ὁποῖα τὰ μετέφεραν στὸν Οὐράνιο Ὄλυμπο. Ὅταν γίνονταν οἱ θεατρικὲς παραστάσεις, οἱ ἱερεῖς εὑρίσκοντο πάντοτε στὴν πρώτη σειρά, ἐπειδὴ αὐτοὶ κατανοοῦσαν στὸ ἔπακρον τὴν ὑπόθεση τῆς παραστάσεως, καὶ ἰδιαίτερα βοηθοῦσαν νὰ μεταφερθῆ ἡ εἰκόνα ποὺ διαδραματιζόταν ἐπάνω στὴ σκηνὴ μὲ νοερὴ ὑποβολὴ ἐπάνω στὸν οὐρανὸ»69.

Γιὰ νὰ φθάσουμε ἔτσι στὸ τελικό, κατ᾿ αὐτοὺς σοβαροφανὲς συμπέρασμα, μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα παρόμοια, ὅτι:

«Ἐφόσον ἡ πορεία γιὰ τὸν ἐξανθρωπισμὸ τοῦ ἀνθρώπου περνᾶ ἀπὸ τὴν μύηση στὶς ἀρχὲς τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, κι ἐφόσον οἱ ἀρχὲς τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ἐκπορεύονται κατευθείαν ἀπὸ τοὺς κρουνοὺς τῆς Ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων θρησκείας, τί ἄλλο ἀπομένει παρὰ τὸ λουτρὸ στὰ ἱερὰ καθαρτήρια νερὰ τῆς πρωταρχικῆς Πηγῆς;»70

Τὰ λέγουν δὲ ὅλα αὐτὰ παρὰ τοὺς «δικούς» τους χρησμούς, ποὺ ἤδη ἔχουν λάβει πρὶν ἀπὸ δεκάδες αἰώνων ἀπὸ τοὺς «θεοὺς», στοὺς ὁποίους πιστεύουν, ὅτι:

«Χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά, οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβαν, οὐ μάντιδα δάφνην, οὐ παγὰν λαλέουσαν. Ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ»71.

Δὲν σχολιάζουμε καθόλου τὴν αἰσχρὴ γλῶσσα καὶ τὶς ἐμπαθεῖς ἐκφράσεις ποὺ χρησιμοποιοῦν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συμπαθεῖς Νεο-εἰδωλολάτρες, μὲ τὰ ὁποῖα γίνεται κατάδηλο τὸ μεγάλο καὶ βαθὺ μίσος τους κατὰ τῆς Πίστεώς μας.

Δυσκολευόμαστε νὰ παραθέσουμε ἐδῶ εὔγλωττα παραδείγματα, διότι «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν». Ὑπάρχουν ὅμως πολλά, εὔκαιρα πρὸς ἀπόδειξιν παντὶ τῷ αἰτοῦντι.

Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ συνδιαλεγώμαστε ἢ νὰ γράφουμε κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης, ὁ ἀρχηγὸς τῆς σωτηρίας μας, ὁ ἀδικημένος Ἰησοῦς, μᾶς ἐμπνέει μὲ τὸν σταυρὸ καὶ τὴν θυσία Του γιὰ τοὺς σταυρωτὲς Του:

«Ἐγὼ δὲ οὐκ ἀπειθῶ οὐδὲ ἀντιλέγω. Τὸν νῶτον μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τὰ δὲ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπὸ αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων»72.

Παρακολουθοῦμε τὰ γραφόμενα, λεγόμενα καὶ τελούμενα ἀπὸ τοὺς Νεο-παγανιστὲς συμπατριῶτες μας.

Δὲν ἀπορρίπτουμε τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ τὶς ἰδέες τους.

Δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδεχθοῦμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο προσεγγίζουν τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κόσμο καὶ πολιτισμό, τὶς παρερμηνεῖες τους γιὰ τὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ἢ ὁποιεσδήποτε ἄλλες παράξενες ὄντως θεωρίες τους. Ὡστόσο τοὺς ἴδιους τοὺς ἀγαπᾶμε. Καὶ γι᾿ αὐτοὺς λέγομε τὰ παρόντα. Ἴσως ὑπάρξουν μερικοὶ ποὺ θὰ ἀντιληφθοῦν τὴν καλὴ διάθεσι καὶ εἰλικρίνεια ἐκ μέρους μας καὶ δὲν θὰ μᾶς βλέπουν σὰν ἐχθροὺς καὶ μισητοὺς «ἀλλοεθνεῖς».

Καὶ ποιός γνωρίζει ἄραγε, πόσοι Παῦλοι καὶ Διονύσιοι καὶ Δαμάρεις θὰ ἐγερθοῦν στὸ μέλλον καὶ ἐκ μέσου αὐτῶν, καὶ θὰ ὑπερβάλουν πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς στὸν ζῆλο καὶ τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν δόξα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τὴν σωτηρία τῶν συνανθρώπων μας!

***********

Ὁ ἐν ἁγίοις πατὴρ ἡμῶν Νεκτάριος ἐπίσκοπος Πενταπόλεως ὁ θαυματουργός, ἀναφερόμενος σὲ ὅ,τι καλὸ ὑπάρχει στὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ φιλοσοφία, δηλ. τὸν «σπερματικὸ λόγο», γράφει:

«Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἔγινε γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ φυλὴ παιδαγωγὸς γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀποκαλύφθηκε. Ὁ ἔρωτας πρὸς τὴ φιλοσοφία ἔγινε ἔρωτας πρὸς τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἡ φιλοσοφία ἔγινε πίστη στὸ Χριστό... Ὁ Ἕλληνας, ἀφοῦ γνώρισε τί εἶναι καὶ ποιός ὀφείλει νὰ γίνει, ἔβαλε σκοπό του τὴν τελειοποίησή του. Ἔγινε ἐραστὴς τοῦ πνεύματος κι ἐδημιούργησε κόσμο πνευματικό, στὸν ὁποῖο ἤθελε νὰ ζεῖ... Τέτοιος πλάσθηκε νὰ εἶναι ὁ Ἕλληνας, κι ἔτσι διαμορφώθηκε ὁ ἠθικός του χαρακτήρας. Δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ ἐνθουσιασθεῖ ἀπ᾿ τὶς ἀρχὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ Χριστιανισμὸς ἦταν ἀγάπη, ὑποσχόταν νὰ διδάξει στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀλήθεια στὴν πιὸ τέλεια καὶ πλήρη μορφὴ της, νὰ ἐνισχύσει καὶ ν᾿ ἀνυψώσει τὴν φιλοσοφία στὴν πιὸ ὑψηλή της περιωπή. Νὰ ἀποκαλύψει στὴν φιλοσοφία τὰ μυστήρια ποὺ εἶχαν μείνει καλυμμένα, νὰ δώσει λύση στὰ αἰώνια προβλήματα, νὰ σηκώσει τὴν ὀμίχλη ποὺ σκέπαζε τὰ μάτια τῆς διάνοιας τοῦ ἀνθρώπου, νὰ τὸν σηκώσει ἀπὸ τὸν ὕπνο του, νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπ᾿ τὴν δεισιδαιμονία, νὰ συνδέσει τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὸ δεσμὸ τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης, νὰ τὸν ὁδηγήσει πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾿ τὴν καταπίεση τοῦ ἀντιπάλου του, χαρίζοντάς του στὴ μὲν παροῦσα ζωὴ τὴν ἀληθινὴ εὐτυχία, καὶ στὴν μέλλουσα ζωὴ τὴν αἰώνια μακαριότητα. Ὁ Ἕλληνας, ἀφοῦ βρῆκε στὸ Χριστιανισμὸ τὶς ἀληθινὲς ἀρχὲς καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ τέλειου καὶ ἰδανικοῦ του... τὸν υἱοθέτησε καὶ τὸν ἔκανε κτῆμα του. Ὁ Χριστιανισμός, σὰν πρῶτο δῶρο τοῦ δώρισε μιὰ νέα ζωή. Κι ὁ Ἕλληνας τὸν ὑποστήριξε μὲ τοὺς ἀγῶνες του καὶ τὸ αἷμα του.

Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία καθοδηγοῦσε τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος στὸν Χριστιανισμό... τὸ μαρτυρεῖ κι ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρέας ποὺ λέγει ὅτι ἡ φιλοσοφία «ἦταν μὲν πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου ἀναγκαία γιὰ τοὺς Ἕλληνες, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ στὴ δικαιοσύνη. Μετὰ δὲ ἀπ᾿ αὐτὴν γίνεται χρήσιμη γιὰ τὴν θεοσέβεια, ὄντας ἕνα εἶδος προπαίδειας γιὰ ὅσους ἀντιλαμβάνονται τὴν πίστη μὲ ἀποδείξεις... «Καὶ «παιδαγωγοῦσε (ἡ φιλοσοφία) κι αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος, ὅπως ὁ νόμος παιδαγωγοῦσε τοὺς Ἑβραίους εἰς Χριστὸν»73.

Θὰ ἀποροῦν τὰ πνεύματα τῶν ἀγαθῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ποὺ θὰ ἐπίστευσαν στὸ κήρυγμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸν Ἅδη, τοῦ σταυρωθέντος καὶ ἀναστάντος, καὶ θὰ οἰκτείρουν τοὺς συγχρόνους νεοέλληνες Παγανιστές, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν νὰ παραμένουν στὸ σκότος τῆς ἀγνωσίας τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς καὶ νὰ ἀδικοῦν τὸν ἑαυτό τους στερῶντας τον ἀπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητὸς Του.

Ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς ἀναφέρει σὲ σχετικὴ ὁμιλία του γιὰ κάποιο Γερμανὸ θελόγο ποὺ εἶπε, ὅτι ἂν ὁ Πλάτων ζοῦσε στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ Τὸν ἔβλεπε (τὸν Κύριο), θὰ ἔπεφτε στὰ πόδια Του καὶ θὰ ἀναφωνοῦσε σὰν τὸν ἀπόστολο Θωμᾶ: «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!»

Λέγει δὲ σὲ ἄλλη μελέτη του:

«Κάθε δίλημμα σήμερα τοῦ τύπου «Ὀρθοδοξία ἢ Ἑλληνισμὸς» εἶναι ὄχι μόνο πλαστό, ἀλλὰ καὶ ἐθνοκτόνο. Γιατὶ σημαίνει τάση ἐπιστροφῆς στὴν ἀτέλειά μας, στὴν παλαιὰ ἀγωνιώδη ἀναζήτησή μας. Ἐνῶ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, ποὺ διασώζει τὴν αὐτοσυνειδησία του, τὸ ζητούμενο εὑρέθη. Εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν... εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ!» «Εὕρομεν τὴν ἀλήθειαν!» Κάθε ἀποδέσμευση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν συνιστᾶ μόνο τραγικὸ διαμελισμὸ τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀλλὰ καὶ καθαρὸ παραλογισμό, ἀφοῦ ἡ τυχὸν ἐπιστροφὴ στὸν αὐθεντικὸ Ἑλληνισμό, θὰ καταλήξει ὁπωσδήποπτε στὴν γνήσια ἐκείνη ἀναζήτηση, ποὺ ὁδήγησε στὴν ἕνωσή του μὲ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἔξω ἀπὸ τὴ ζήτηση αὐτὴ ἔμεινε...ὁ παγανισμὸς καὶ ὁ διονυσιακὸς αἰσθησιασμὸς τοῦ Γραικύλου. Γι᾿ αὐτό, ὅπου χάνεται ἡ Ὀρθοδοξία χάνεται καὶ ὁ Ἑλληνισμός!»74

Ἐξ ἄλλου ὅπως ἔγραφε ὁ ἀείμνηστος ὀρθόδοξος θεολόγος Παναγιώτης Νέλλας:

«... τὴν πραγματικὴ συνέχεια τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας εἶναι προτιμότερο νὰ τὴν ἀναζητήσουμε στοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν πρόκειται βέβαια ἀκριβῶς γιὰ συνέχεια, ὅπως θὰ τὴν ἔβλεπε ἡ ἱστορία τῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ μᾶλλον γιὰ γονιμοποίηση. Ἡ ἀρχαία σκέψη γονιμοποιήθηκε ἀπὸ τὴν πίστη καὶ γέννησε τὴν πατερικὴ θεολογία. Βρισκόμαστε ὄχι μπροστὰ σὲ κατασκευὲς ἀλλὰ σὲ καρπούς, σὲ τέκνα. Ἔτσι προχωρεῖ ὅ,τι εἶναι γνήσιο καὶ ζωντανὸ μέσα στὴ ζωή... εἶναι ὁ δρόμος τῆς ζωῆς. Δρόμος ἀνοιχτὸς καὶ γιὰ μᾶς τοὺς σημερινοὺς Ἕλληνες»75.

Ἀναφέρει δὲ καὶ ὁ σεβαστὸς Γέροντάς μου, π. Γεώργιος, σχετικά:

«Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι ἔθεσαν τὰ θεμέλια τῆς Ἑλληνορθοδοξίας. Ἔγιναν οἱ πρωτεργάται τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦ Ἑλληνορθοδόξου πολιτισμοῦ μας.

Αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς δοκιμάσθηκε ἔκτοτε μέσα στοὺς αἰῶνας καὶ ἄντεξε. Καὶ εἶναι ζωντανὸς καὶ δημιουργικὸς μέχρι σήμερα.

Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχουν καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἐπιβουλεύονται καὶ θέλουν νὰ χωρίσουν τὸν Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, γιατὶ θέλουν νὰ διώξουν τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν Πατρίδα μας καὶ ἀπὸ ἄλλα ὀρθόδοξα ἔθνη. Καὶ τὸ ἀκόμη χειρότερο, νὰ ἐπαναφέρουν τὴν ἀθεΐα ἢ τὴν ἀρχαία εἰδωλολατρικὴ θρησκεία μὲ τοὺς ψευδεῖς Ὀλυμπίους θεούς, τὶς θυσίες καὶ τὶς τελετές της.

Θέλουν δηλ. νὰ ἐπαναφέρουν αὐτά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ Χριστὸς μᾶς ἐλύτρωσε καὶ αὐτὰ ποὺ μὲ ἀγῶνες πολλοὺς οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι καὶ τὸ μέγα νέφος τῶν Χριστιανῶν Μαρτύρων μὲ τὸ αἷμα τους ἐκαθάρισε.

Ἡ Ἐκκλησία προσέλαβε τὸν Ἕλληνα ἄνθρωπο, τὸν ἐβάπτισε, τὸν ἐκαθάρισε, τὸν ἐφώτισε καὶ τὸν ἔκανε Χριστιανὸ Ἕλληνα. Τώρα θέλουν τὸν φωτισμένο Ἕλληνα νὰ τὸν ξεβαπτίσουν καὶ νὰ τὸν ὑποτάξουν καὶ πάλι στὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρείας καὶ τῆς ἀθεΐας.

Ἀπορεῖ κανεὶς γιὰ τὸ τόλμημα.

Ὁ σοφὸς Blaise Pascal γράφει κάπου ὅτι ὁ ἄνθρωπος (προφανῶς ὁ ἄπιστος) εἶναι πρόθυμος νὰ πιστεύση τὴν οἱανδήποτε ἀνοησία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προφανῆ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου...

Εὐχαριστοῦμε τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας γιὰ τὸ πολύτιμο δῶρο ποὺ μᾶς παρέδωσαν, τὴν ἁγία Ἑλληνορθόδοξο Παράδοσί μας. Ζητοῦμε τὴν εὐλογία τους, νὰ μὴ φανοῦμε ἀχάριστοι στὴν προσφορά τους, ἀλλὰ νὰ τὴν κρατήσουμε, νὰ τὴν ἀξιοποιήσουμε καὶ νὰ τὴν παραδώσουμε στοὺς μεταγενεστέρους ὡς πολύτιμο κληρονομία»76.


Νέες ἐν Χριστῷ διαστάσεις καὶ διέξοδοι στὶς ἀνησυχίες καὶ τὰ προβλήματα τοῦ ἀρχαίου κόσμου

Παρὰ τὸ ἀξιόλογο τοῦ προβληματισμοῦ καὶ τῆς καλῆς ἐν γένει ἀνησυχίας τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου (κυρίως σχετικὰ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν Δημιουργία), νομίζουμε ὅτι διακρίνονται καθαρώτατα οἱ νέες ἀσύγκριτες διαστάσεις τῆς φιλοσοφίας στὸν ἐν Χριστῷ τώρα πλέον ἄνθρωπο. Ξεπερνῶνται ἐπίσης ὡρισμένα ὅρια καὶ ἀδιέξοδα, ποὺ ἦσαν ἀξεπέραστα γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴ πρὸ τῆς Χάριτος, καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐλύτρωσε ὁ Χριστός.

Ἂς δοῦμε μερικὰ ἀπ᾿ αὐτά:

α. Διαφοροποιεῖται ριζικὰ καὶ ἐμβαθύνει ἡ σχέσις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἡ κοινωνία αὐτὴ ἀποκτᾶ τὸ ὀρθὸ καὶ πνευματικὸ νόημά της, ὡς κοινωνία Φίλου πρὸς φίλους, Πατρὸς πρὸς τέκνα. Οἱ ἄνθρωποι μποροῦν τώρα ἐν Χριστῷ νὰ μετέχουν στὴν ζωὴ καὶ τὴν Χάρι τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, νὰ γεύωνται καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν τὴν ἀγάπη Του, καὶ μποροῦν ἔτσι νὰ ἔχουν οὐσιαστικὸ νόημα καὶ αἰώνιο σκοπὸ γιὰ ὅ,τι μεγάλο καὶ πνευματικὸ στὴν ζωὴ αὐτή.

Ὁ θεῖος ἔρως τῆς Ὀρθοδόξου ἐν Χριστῷ ζωῆς, μέθεξις στὴν θεία ἀγάπη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ποὺ ἕπεται τῆς μετανοίας, τῆς καθάρσεως καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός, ἀνοίγει ἄλλες, ἄγνωστες στὴν ἐποχὴ τῆς ἀρχαιότητος, ὁδοὺς θεοκοινωνίας, ξεπερνῶντας τὸν φόβο καὶ τὶς ἀπροσπέλαστες ἀποστάσεις τῶν εἰδωλικῶν ψευδοθεῶν. «Ἐγὼ οὐκέτι φοβοῦμαι τὸν Θεόν, ἀγαπῶ γὰρ αὐτόν· ἡ γὰρ ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Μεγ. Ἀντώνιος).

β. Ἡ ἀνδρεία, ἡ φιλοπατρία καὶ ἡ ἀρετή, μολονότι ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν ἐκπληκτικὰ παραδείγματα καὶ στὶς μεταγενέστερες γενεὲς καὶ στοὺς ἄλλους λαούς, ποὺ ὄντως ξεπέρασαν τὰ ὅρια τῆς ἐποχῆς τους, μένουν ὡστόσο μέχρι κάποιου σημείου, ἀδυνατῶντας νὰ φθάσουν τὸ ἦθος τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς κατὰ Χριστὸν ἀπαθείας, τῆς ταπεινώσεως, τῆς κενωτικῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης, ποὺ ἔχουν ἀπεριόριστες, αἰώνιες διαστάσεις στὴν ζωὴ τῶν χαριτωμένων Χριστιανῶν.

γ. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ φαίνεται πασίδηλο τὸ ἀξεπέραστο ἀδιέξοδο τοῦ ἀρχαίου κόσμου καὶ φιλοσοφίας εἶναι τὸ περὶ θανάτου πρόβλημα.

Εἶναι διάχυτη σ᾿ ὅλη τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία ἡ αἴσθησις τοῦ φόβου τοῦ θανάτου, ὁ θρῆνος γιὰ τὴν ἀπώλεια τῶν ἀγαπητῶν προσώπων καὶ συγγενῶν, ἡ ὀδύνη ἀπὸ τὴν τραυματικὴ ἐμπειρία τῆς τραγωδίας αὐτῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Πουθενὰ δὲν διαφαίνεται μελλοντικὴ προσδοκία γιὰ λύτρωσι ἀπὸ τὸ τρομερὸ ἀδιέξοδο τοῦ θανάτου, παρὰ μόνο κάποιες προφητικὲς ἐλπίδες-ψιθυρισμοὶ-ἀναστεναγμοί.

Λέγει σύγχρονος μελετητής:

«... ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας πίστευε ὅτι ἡ ζωὴ ποὺ ἀξίζει νὰ ζῆ κανεὶς εἶναι ἡ παροῦσα ζωή. Στὰ ὁμηρικὰ ἔπη ἡ ψυχὴ ἑνὸς σκοτωμένου δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἄσαρκο εἴδωλο, ἕνας ἀπαρηγόρητος ἴσκιος ποὺ περιφέρεται θρηνώντας στὸν κάτω κόσμο τὴν ἀπώλεια τῆς πραγματικῆς ζωῆς. Ἡ μεταθανάτια ζωὴ εἶναι μιὰ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν πραγματικὴ ζωή. Στὴ Νέκυια τῆς Ὀδύσσειας ὁ νεκρὸς Ἀχιλλεὺς λέγει στὸν ζωντανὸ Ὀδυσσέα ὅτι θὰ προτιμοῦσε νὰ εἶναι ὁ τελευταῖος τῶν ζωντανῶν στὸν πάνω κόσμο, παρὰ ὁ βασιλεὺς τῶν νεκρῶν στὸν κάτω κόσμο»77.

Διάφοροι φιλόσοφοι καὶ τραγωδοὶ ἐφιλοσόφησαν περὶ τοῦ θανάτου, στὴν προσπάθειὰ τους νὰ ἐρευνήσουν καὶ νὰ εὕρουν κάποια θετικὰ σημεῖα ἀναφορᾶς, προκειμένου νὰ ἀπαλύνουν τὸ φοβερὸ ὄντως αὐτὸ πρόβλημα γιὰ τὸν τότε ἄνθρωπο. Ὡστόσο ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου καλύπτει, παρὰ τὶς φιλότιμες αὐτὲς προσπάθειες, τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα στὸν ἀρχαῖο κόσμο.

«Ὁ φόβος τοῦ θανάτου εἶναι μιὰ πραγματικότητα. «Καθὼς ὁ ἄνθρωπος πλησιάζει τὴν προοπτικὴ τοῦ θανάτου», ἔγραφε ὁ Πλάτων, «μπαίνει στὴν ψυχή του δέος καὶ φροντίδα γιὰ πράγματα ποὺ ποτὲ πρὶν δὲν τὸν εἶχαν ἀπασχολήσει"»78.

Καὶ «ὁ θάνατος καὶ πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὰς τελευταίας στιγμὰς ἐθεωρεῖτο ὡς ἀπαίσιον, καὶ παρουσίαζε τρομερὰς ἰδέας· ἐν τοσούτῳ τὰς ἐξέφραζον διὰ λέξεων ἐμφαινουσῶν εὐάρεστὸν τι. Θνήσκειν, ἀποθνήσκειν ἀντικαθίστατο συχνάκις διὰ τοῦ ἀπογίνεσθαι, οἴχεσθαι, δηλοῦν ἐγκαταλείπειν τὴν κατοικίαν καὶ τὴν διαμονὴν79. Οἱ δὲ νεκροὶ ἐλέγοντο οἰχόμενοι. Ἐνίοτε τὸ ἀποθνήσκειν ἐλέγετο ἀπέρχεσθαι, δηλοῦν ἀναχωρεῖν εἰς ταξίδιον»80.

Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ «εἰς οὐδὲν ἕτερον ηὐκαίρουν ἢ λέγειν τι ἢ ἀκούειν καινότερον», κατ᾿ ἐξοχὴν φιλόσοφοι ἄνθρωποι, ὅταν ἄκουσαν τὸν ἅγιο ἀπόστολο Παῦλο νὰ τοὺς ὁμιλῆ περὶ ἀναστάσεως ἐκ νεκρῶν, «οἱ μὲν ἐχλεύαζον, οἱ δὲ εἶπον: ἀκουσόμεθά σου περὶ τούτου καὶ πάλιν»81, μὴ μπορῶντας νὰ ξεπεράσουν τὸ ἄλυτο καὶ ἀξεπέραστο ἀκόμη τότε τοῦ θανάτου.

Ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ Ἡσαΐου περὶ τοῦ Χριστοῦ ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα γιὰ ὅλο τὸν ἀρχαῖο (καὶ τὸν ἑλληνικὸ) κόσμο:

«Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει, ἴδετε φῶς μέγα· οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου, φῶς λάμψει ἐφ᾿ ὑμᾶς»... «ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν»82, ὁ σωτήρας Κύριος.

Γι᾿ αὐτὸ τὸ Πάσχα, ἡ διάβασις ἀπὸ τὴν ἐνταῦθα παθητὴ διαγωγὴ στὴν ἀντίπερα ὄχθη τῆς ἀπαθείας καὶ ἡ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου, γίνεται ἡ Λαμπρὰ τῶν Ὀρθοδόξων πανήγυρις, ἡ ἑορτὴ ἑορτῶν, κατὰ τὴν ὁποία «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν.»

Καὶ ὁ θάνατος γιὰ τοὺς πιστοὺς Χριστιανοὺς γίνεται γέφυρα, κατάπαυσις, ἡσυχία, κοίμησις, ἀπαρχὴ νέας ζωῆς.

************

Ἀπόγονοι ὄντες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ διατηρῶντας τὴν συνέχεια τῆς ἐνδόξου πράγματι ἀρχαίας παρουσίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, χαιρόμαστε καὶ καυχώμαστε, ὡς ἤδη ἐλέχθη, γιὰ τὴν σπουδαία προσφορά του στὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν ἀναζήτησι τῆς ἀληθείας μέσῳ τῆς καλῆς φιλοσοφίας του.

Ταυτόχρονα ὅμως δὲν τρέφουμε αὐταπάτες καὶ δὲν παραλογιζόμαστε: «Τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα»83.

Τὸν διπολικὸ καὶ διακριτικὸ αὐτὸν ἄξονα γνώμης, γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο περιστρέφεται μετὰ Χριστὸν καὶ ἡ ὀρθὴ ἐν γένει Ἑλληνικὴ σκέψις, νομίζουμε ὅτι ἀποδίδει καὶ ἡ ποιητικὴ ἔκφρασις δύο Βυζαντινῶν Ἑλλήνων.

Ὁ Γεώργιος Πισίδης, ποιητὴς καὶ ὑμνογράφος τοῦ ζ´ αἰῶνος, λόγιος ἄνθρωπος ποὺ διεκρίνετο γιὰ τὴν ἀρχαιογνωσία του, ἔγραφε γιὰ τὴν τελεσίδικη κατάπαυσι τῆς ἀρχαίας εἰδωλολατρίας:

«Παρῆλθεν ἡ νὺξ τῶν πλανήτων μὲν λόγων,
κέκμηκεν Ὀρφεὺς καὶ παρῆκε τὴν λύραν,
ὁ Φοῖβος αὐτῶν οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα,
μαραίνεται δρῦς, καὶ πεφίμωται τρίπους,
Πλάτων σιωπᾶ καὶ λαλεῖ σκυτεργάτης,
νοσεῖ Γαληνός, ἐκφοβεῖ δὲ τὰς νόσους
ὁ Πέτρος ἡμῶν τὰς σαγήνας ὁ πλέκων...»84

Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ νομισθῆ ὅτι ἐχθρικῶς διάκειται ἡ Ὀρθόδοξος Χριστιανικὴ Ἑλληνικὴ πίστις πρὸς τοὺς καλοὺς προγόνους μας, παραθέτουμε καὶ τὸ ὡραιότατο ποίημα-εὐχὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Μαυρόποδος, Ἐπισκόπου Εὐχαΐτων, (ὁ ὁποῖος καὶ πρῶτος ἐθέσπισε τὸν ἀπὸ κοινοῦ ἑορτασμὸ τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν) κατὰ τὸν ια´ αἰῶνα:

«Εἴπερ τινας βούλοιο τῶν ἀλλοτρίων
τῆς σῆς ἀπειλῆς ἐξελέσθαι, Χριστέ μου,
Πλάτωνα καὶ Πλούταρχον ἐξέλοιό μοι·
ἄμφω γὰρ εἰσι καὶ λόγον καὶ τὸν τρόπον
τοῖς σοῖς νόμοις ἔγγιστα προσπεφυκότες·
εἰ δ᾿ ἠγνόησαν ὡς Θεὸς σὺ τῶν ὅλων,
ἐνταῦθα τῆς σῆς χρηστότητος δεῖ μόνον
δι᾿ ἣν ἅπαντας δωρεὰν σώζειν θέλεις»85.

Δηλαδή:

«Ἂν κάποιους ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν εἶχαν τὴν εὐλογία νὰ σὲ γνωρίσουν, θὰ ἤθελες νὰ τοὺς ἐξαιρέσης, Χριστέ μου, ἀπὸ τὴν φοβερὴ ἀπειλή σου, νὰ μείνουν στὴν αἰωνιότητα μακρυὰ ἀπὸ τὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης σου, κάνε μου τὴν χάρι νὰ ἐξαιρέσης τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Πλούταρχο· ἐπειδὴ καὶ οἱ δύο αὐτοὶ βρίσκονται πολὺ κοντὰ στοὺς ἁγίους νόμους σου, καὶ κατὰ τοὺς λόγους τους ἀλλὰ καὶ σύμφωνα καὶ μὲ τὴν ζωή τους. Ἂν δὲ καὶ κάποια λάθη ἔπραξαν ἐξ ἀγνοίας, ἐδῶ χρειάζεται μόνο ἡ μεγάλη σου ἀγαθότητα, μὲ τὴν ὁποία σὺ ὡς Θεὸς τῶν ὅλων, θέλεις νὰ μᾶς σώζης ὅλους τοὺς ἀνθρώπους δωρεὰν».


Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν

Ἕνα ἀπὸ τὰ κυριώτερα προφητικὰ ἀναγνώσματα ποὺ ἀναγινώσκεται τὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου στὶς Ἐκκλησίες τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, καὶ ποὺ φυσικὰ ἀναφέρεται στὶς προτυπώσεις τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τὸ περὶ τῆς διασώσεως τῶν ἁγίων Τριῶν Παίδων τῶν ἐν Βαβυλῶνι86.

Κατὰ τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους οἱ Τρεῖς Παῖδες, Ἀνανίας, Ἀζαρίας καὶ Μισαήλ, Ἰουδαῖοι ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, καθίστανται ἐπιστάτες τῶν πραγμάτων τοῦ βασιλέως Ναβουχοδονόσορ, λόγῳ τῆς ἀρετῆς τους, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὁ Συναξαριστής τους τῆς 17ης Δεκεμβρίου. Τότε ὁ κενόδοξος Βασιλεὺς τῶν Βαβυλωνίων διέταξε νὰ κατασκευασθῆ ἕνα τεράστιο χρυσὸ ἄγαλμα καὶ νὰ στηθῆ σὲ μιὰ μεγάλη πεδιάδα, στὴν ὁποία ὄφειλαν νὰ προσαχθοῦν ὅλοι οἱ ἄρχοντες ὑπήκοοί του. Καθώρισε δὲ μὲ βασιλικό του διάταγμα, ὅτι ἔπρεπε σὲ κάποια συγκεκριμένη στιγμή, ὅταν θὰ ἠχοῦσαν οἱ σάλπιγγες κι ἄλλα μουσικὰ ὄργανα, ὅλοι νὰ πέσουν καὶ νὰ προσκυνήσουν αὐτὸ τὸ ἄγαλμα. Οἱ παραβάτες, ἂν τολμοῦσαν νὰ ὑπάρξουν, θὰ ἐτιμωροῦντο ἀμέσως μὲ ρίψιμο σὲ κάμινο πυρὸς ποὺ θὰ ἔκαιε κάπου ἐκεῖ κοντά.

Ἀφοῦ ὄντως ἔγιναν ὅλα, ὅπως διετάχθησαν ἀπὸ τὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσορα, ἔγινε ἀντιληπτὸ ἀπὸ τοὺς ὑπασπιστές του ὅτι ὅλοι προσεκύνησαν πλὴν τῶν Τριῶν Παίδων. Τότε ἀφοῦ μετεφέρθησαν αὐτοὶ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ ἐλέγχθησαν γιὰ τὴν παρακοή τους στὸ πρόσταγμά του ἀπεκρίθησαν:

- Βασιλεῦ, «Δὲν εἶναι ἔργο δικό μας τὸ νὰ ἀπαντήσουμε σὲ ἐσένα γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Διότι ὁ Θεός μας ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς, καὶ Τὸν Ὁποῖον ἐμεῖς λατρεύουμε, ἔχει τὴν δύναμι νὰ μᾶς ἐλευθερώση ἀπὸ τὴν κάμινο τοῦ πυρὸς τὴν καιομένη. Αὐτός, βασιλεῦ, θὰ μᾶς λυτρώσῃ καὶ ἀπὸ τὰ χέρια σου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ Θεός μας δὲν θελήση νὰ τὸ κάνη αὐτό, σοῦ δηλώνουμε ὅτι, οὔτε τοὺς θεούς σου λατρεύουμε οὔτε τὸ χρυσὸ ἄγαλμα ποὺ ἔστησες προσκυνοῦμε»87.

Τότε ὁ Ναβουχοδονόσορ κατελήφθη ἀπὸ θυμὸ καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ προσώπου του ἀλλοιώθηκαν. Διέταξε ἀμέσως νὰ καῇ πολὺ περισσότερο ἡ κάμινος καὶ νὰ ρίξουν μέσα σ᾿ αὐτὴν τοὺς Τρεῖς Παῖδας μὲ τὶς στολὲς καὶ τὰ ὑποδήματά τους. Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἔπαθαν τίποτε, ἀλλὰ μέσα στὴν κάμινο τοῦ πυρὸς προσευχήθηκαν ταπεινὰ ἀλλὰ καὶ μὲ ζῆλο πολὺ ὡς ἑξῆς:

«Εὐλογημένος καὶ δοξασμένος εἶσαι, Κύριε, Σὺ ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, καὶ ἄξιος γιὰ κάθε ὕμνο, καὶ τὸ ὄνομά σου εἶναι ἔνδοξο στοὺς αἰῶνες, διότι εἶσαι δίκαιος σὲ ὅλα ὅσα ἔκανες σὲ ἐμᾶς, καὶ ὅλα τὰ ἔργα σου εἶναι ἀλάθητα καὶ οἱ δρόμοι σου εἶναι εὐθεῖς καὶ ὅλες οἱ κρίσεις σου εἶναι ὀρθές, καὶ δίκαια ἀποφάσισες νὰ ἐπιφέρης ὅλες ἐκεῖνες τὶς τιμωρίες ἐναντίον μας καὶ ἐναντίον τῆς ἁγίας πόλεως Ἱερουσαλήμ, τῆς πόλεως τῶν πατέρων μας...

... Διότι ἁμαρτήσαμε καὶ παρεβήκαμε τὸν Νόμο Σου μὲ τὸ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ Ἐσένα καὶ εἴμαστε ἔνοχοι... οὔτε τηρήσαμε... οὔτε κάναμε ὅσα μᾶς παρήγγειλες... Καὶ τώρα δὲν ἔχουμε τὴν τόλμη νὰ ἀνοίξουμε τὸ στόμα μας...

... Ἀλλ᾿ ὅμως, χάριν τοῦ ἁγίου ὀνόματός Σου... μὴ μᾶς παραδώσῃς σὲ ὁλοκληρωτικὴ καταστροφὴ καὶ μὴ ἀκυρώσῃς τὴν συμφωνία ποὺ ἔκανες μὲ τοὺς πατέρες μας (νὰ εἶσαι Σὺ ὁ Θεός τους καὶ αὐτοὶ νὰ εἶναι λαός Σου) καὶ μὴ μᾶς στερήσῃς τοῦ ἐλέους Σου, (ὄχι διότι ἐμεῖς εἴμαστε ἄξιοι αὐτοῦ, ἀλλὰ) χάριν τοῦ ἀγαπημένου Σου Ἀβραὰμ καὶ χάριν τοῦ ἀφωσιωμένου δούλου Σου Ἰσαὰκ καὶ χάριν τοῦ ἁγίου Σου Ἰακώβ... ἂς γίνουμε δεκτοὶ ἀπὸ Ἐσένα προσφέροντας (ἀντὶ ἄλλης θυσίας) ψυχὴ συντετριμμένη καὶ ταπεινὸ φρόνημα. Ὡσὰν νὰ προσφέραμε ὁλοκαυτώματα κριῶν καὶ ταύρων... ἔτσι ἂς φανῇ ἐνώπιόν Σου σήμερα αὐτὴ ἡ θυσία μας... διότι ποτὲ δὲν καταισχύνονται ὅσοι στηρίζονται σὲ Ἐσένα.

Καὶ τώρα εἴμαστε μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας πιστοὶ δοῦλοι Σου, καὶ Σὲ σεβόμαστε καὶ ἐπιθυμοῦμε (νὰ ἰδοῦμε) τὸ πρόσωπό Σου. Μὴ μᾶς καταισχύνης, ἀλλὰ νὰ μᾶς συμπεριφερθῆς μὲ ἐπιείκια σύμφωνα μὲ τὴν ἄπειρη εὐσπλαγχνία Σου. Ἐλευθέρωσέ μας ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς μας καὶ δόξασε ἔτσι τὸ ὄνομά Σου, Κύριε. Ἂς ἐντραποῦν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ταλαιπωροῦν καὶ βασανίζουν τοὺς δούλους Σου... καὶ ἡ δύναμίς τους ἂς συντριβῆ. Γιὰ νὰ μάθουν ἔτσι ὅτι Ἐσὺ μόνος εἶσαι ὁ ἔνδοξος Κύριος καὶ Θεὸς σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη».

Καὶ δὲν σταματοῦσαν οἱ ὑπηρέτες τοῦ βασιλέως νὰ δυναμώνουν τὴν φωτιά, ὥστε ἔγινε τόσο δυνατή, ποὺ ἔκαυσε καὶ ἐφόνευσε ὅσους ἀπὸ τοὺς Χαλδαίους βρῆκε νὰ εἶναι πλησίον τῆς καμίνου. Ὅμως μέσα στὴν κάμινο κατέβηκε ἄγγελος Κυρίου, παρέμεινε μαζὶ μὲ τοὺς Τρεῖς Παῖδας καὶ μετέβαλε τὸ μέσον τῆς καμίνου σὲ δροσερὸ καὶ εὐχάριστο μέρος, ἔτσι ὥστε ἡ φωτιὰ οὔτε στὸ ἐλάχιστο δὲν τοὺς ἄγγιξε οὔτε τοὺς ἐνόχλησε. Τότε πάλι, σὰν μὲ ἕνα στόμα καὶ οἱ τρεῖς μέσα ἀπὸ τὴν κάμινο, μὲ πολὺ πόθο καὶ εὐγνωμοσύνη ἀνελύθησαν σὲ μιὰ δοξολογία καὶ ὑμνολογία πρὸς τὸν Θεὸ εὐλογῶντας Τον καὶ λέγοντας:

«Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετὸς καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ εὐλογημένον τὸ ὄνομα τῆς δόξης σου τὸ ἅγιον καὶ ὑπεραινετὸν καὶ ὑπερυψούμενον εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας...

... εὐλογημένος εἶ ὁ ἐπιβλέπων ἀβύσσους, καθήμενος ἐπὶ Χερουβεὶμ καὶ αἰνετὸς καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας...

... εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

... εὐλογείτε, οὐρανοί... ἄγγελοι... ὕδατα... ἥλιος καὶ σελήνη... δρόσοι καὶ νιφετοί... φῶς καὶ σκότος... ἀστραπαὶ καὶ νεφέλαι... γῆ... ὄρη καὶ βουνοί... θάλασσα καὶ ποταμοί... κήτη... πετεινά... πάντα τὰ θηρία καὶ τὰ κτήνη, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

... εὐλογεῖτε, υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων... ἱερεῖς... ψυχαὶ δικαίων... ὅσιοι καὶ ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ, τὸν Κύριον...

... ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ...»

Αὐτὰ ἔλεγαν, καὶ ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ τοὺς ἄκουσε ποὺ ὑμνοῦσαν τὸν Θεό, ἐθαύμασε καὶ ἐξεπλάγη λέγοντας στοὺς ὑπασπιστές του:

«Δὲν ἐρίξαμε ἐμεῖς τρεῖς ἄνδρες δεμένους μέσα στὴν κάμινο; Ὅμως ἐγὼ βλέπω τέσσερες ἄνδρες λυμένους νὰ περπατοῦν μέσα στὴν κάμινο χωρὶς νὰ ἔχουν καμμία φθορὰ ἀπὸ τὴν φωτιά. Ἡ δὲ μορφὴ τοῦ τετάρτου ἀνδρὸς φαίνεται νὰ ὁμοιάζη μὲ μορφὴ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ».

Κατόπιν τοὺς ἔβγαλαν τοὺς ἁγίους Τρεῖς Παῖδας ἀπὸ τὴν κάμινο καὶ ὄντως ἦσαν ἀκέραιοι καὶ χωρὶς κανένα σημάδι φωτιᾶς (ἀκόμη καὶ ὀσμῆς ἀπὸ τὸν καπνὸ).

Καὶ ἀνεγνώρισε ὁ Ναβουχοδονόσορ τὴν πραγματικὴ δύναμι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τῶν Τριῶν Παίδων καὶ ὡμολόγησε καὶ εἶπε:

«Εἶναι ἄξιος νὰ ὑμνῆται καὶ νὰ δοξάζεται ὁ Θεὸς τῶν Τριῶν Παίδων, ὁ Ὁποῖος ἀπέστειλε καὶ ἔσωσε τοὺς δούλους Του, ποὺ ἔμειναν πιστοὶ σὲ Αὐτὸν καὶ δὲν ὑπήκουσαν στὴν ἐντολὴ τοῦ βασιλέως, ἀλλὰ παρέδωσαν τὰ σώματά τους στὴν φωτιά, γιὰ νὰ μὴ λατρεύσουν οὔτε νὰ προσκυνήσουν ὁποιοδήποτε «θεὸ», παρὰ μόνο τὸν Θεό τους. Καὶ ἐγὼ ἐκδίδω διάταγμα μὲ τὸ ὁποῖο, κάθε λαός, φυλὴ καὶ ἔθνος, ποὺ θὰ βλασφημήση τὸν Θεὸ τῶν Τριῶν Παίδων, θὰ ἐξολοθρευθῆ, καὶ οἱ περιουσίες τους θὰ δημευθοῦν. Διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλος θεός, ποὺ νὰ μπορῆ νὰ σώζη ἔτσι τοὺς δούλους του».

Καὶ ὡδήγησε ὁ βασιλεὺς τοὺς Τρεῖς Παῖδας στὴν περιοχὴ τῆς Βαβυλῶνος καὶ τοὺς κατέστησε σὲ ἀνώτερη τιμή, ἀξιώνοντάς τους μάλιστα νὰ εἶναι ἡγέτες ὅλων τῶν Ἰουδαίων στὴν ἐπικράτειά του.

Κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν ἁγίων Πατέρων, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, μὲ μορφὴ ἀγγέλου, ἦταν αὐτὸς ποὺ ἦλθε καὶ ἐδρόσισε τὴν φλόγα καὶ παρέμεινε μέσα στὴν κάμινο μὲ τοὺς ἁγίους Τρεῖς Παῖδας εὐαρεστούμενος μὲ τὴν μαρτυρικὴ πίστι καὶ εὐσέβειά τους. Πολὺ ὡραῖα δὲ συνοψίζει τὴν ὅλη διήγησι αὐτή, τὸ ἀκόλουθο τροπάριο-εἱρμὸς στὴν ζ´ ᾠδὴ τῶν κανόνων τῆς ἀκολουθίας τοῦ ὄρθρου:

«Εἰκόνος χρυσῆς ἐν πεδίῳ Δεηρᾷ λατρευομένης οἱ τρεῖς σου Παῖδες κατεπάτησαν ἀθεωτάτου προστάγματος· μέσον δὲ πυρὸς ἐμβληθέντες δροσιζόμενοι ἔψαλλον· εὐλογητὸς εἶ ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν»88.

************

Πολλὰ σημεῖα, πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχουν στὴν σημερινὴ ἐποχή μας ποὺ εἶναι κοινὰ μὲ αὐτὰ τῆς ἀνωτέρω διηγήσεως.

Ἄραγε δὲν βλέπουμε καὶ δὲν ἀκοῦμε καὶ στὶς ἡμέρες μας ἄθεα προστάγματα κενοδόξων καὶ ματαιοφρόνων ἡγεμόνων, ποὺ θέλουν ὡς ἄλλοι Ναβουχοδονόσορες νὰ τοὺς προσκυνοῦν οἱ ὑπήκοοί τους;

Δὲν πλεονάζουν τὰ τυραννικὰ προστάγματα πού, ἔστω καὶ μὲ ἐξευγενισμένη μορφὴ δημοκρατικότητος καὶ τάχα γιὰ τὸ καλὸ τῶν πολιτῶν καὶ τῆς κοινωνίας, ἀπαιτοῦν καθολικὴ ὑποταγὴ καὶ συμμόρφωσι;

Καὶ ὅσο γιὰ εἴδωλα... Αὐτὰ εἶναι τόσο πολὺ διαδεδομένα καὶ εὐκολοεύρετα, σὲ τόση ποσότητα καὶ ποικιλία καὶ σχήματα καὶ εἴδη, ὥστε νὰ ταιριάζουν σὲ κάθε ἀπαίτησι, ἐπιθυμία, χαρακτῆρα καὶ προτίμησι τοῦ ὁποιουδήποτε.

Εἰκόνες χρυσές, ἀγάλματα ποὺ ἀπαιτοῦν λατρεία καὶ ἀφοσίωσι ὁλοκληρωτική. Ποὺ δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ μείνης ὄρθιος, ἀλλὰ «ὀφείλεις» νὰ πέσης (ἀφοῦ περὶ πτώσεως πρόκειται καὶ μάλιστα δεινῆς) καὶ νὰ τὰ προσκυνήσης.

Εἶναι χρυσά, γιὰ νὰ ἐντυπωσιάζουν. Γιὰ νὰ λάμπουν τὴν μάταια καὶ ρέουσα λάμψι, ἀφοῦ δὲν ἔχουν τὸ φῶς τὸ ἀληθινό. Γιὰ νὰ κρύβουν μὲ τὸ ἀκριβὸ γήινο ὑλικό, καὶ μάλιστα μὲ τὴν διακόσμησί τους, τὴν γύμνια καὶ τὴν φτώχεια τὴν πνευματική, αὐτῶν τῶν μορφῶν ποὺ εἰκονίζουν ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ποὺ τὰ κατασκεύασαν.

Τίθενται δὲ «ἐν πεδίῳ», σὲ κάποια εὐρύχωρη πεδιάδα. Φυσικὰ σὲ μέρος εὐρύχωρο καὶ πλατύ, ἐπειδὴ «πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν καὶ πολλοὶ εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι δι᾿ αὐτῆς»89.

Χαμηλὰ δὲ σὲ πεδιάδα, κι ὄχι ἐπάνω σὲ κάποιο ὑψηλὸ μέρος, γίνεται ἡ προσκύνησις, ἀφοῦ τὰ χαμερπῆ καὶ γήινα δὲν προϋποθέτουν τὸ «ὄρος τὸ ὑψηλὸν» τῆς θείας μεταμορφώσεως, τῆς θείας ἀναβάσεως, κατὰ τὴν ὁποία, «οἱ τῷ ὕψει τῶν ἀρετῶν διαπρέψαντες καὶ τῆς ἐνθέου δόξης ἀξιωθήσονται»90.

Πόσο ἀλήθεια ταιριάζει καὶ βολεύει τὴν διάδοσι καὶ ἀναζωπύρωσι τοῦ νέου αὐτοῦ παγανιστικοῦ κινήματος τῶν Νεο-εἰδωλολατρῶν, ἡ κατάπτωσις καὶ ἐξαχρείωσις τῶν ἠθῶν τῆς ἐποχῆς μας!

Πράγματι μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἔχασαν τὴν ἀνώτερη σκοπιὰ-θεώρησι τῆς ζωῆς, μποροῦν νὰ ἐπιθυμοῦν τὰ εἴδωλα.

Μόνο ὅσοι ἐξέπεσαν ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀναζήτησι καὶ ἀνωτερότητα σὲ μιὰ ὑλόφρονη καὶ φιλήδονη ζωή, μποροῦν νὰ παρασύρωνται ἀπὸ τὶς χιμαιρικὲς ἀπολαύσεις τῶν ψευδῶν καὶ ἀπατηλῶν «θεοτήτων».

Αὐτοὶ ποὺ ὡς σκοπὸ τῆς ζωῆς τους ἔχουν τὸ γνωστὸ «ἄρτον καὶ θεάματα», δηλαδὴ μία ὑλιστική, φθηνὴ ὅσο καὶ οὐτοπικὴ χαρὰ στὸν φθειρόμενο τοῦτο κόσμο, μποροῦν νὰ ἑλκύωνται ἀπὸ εἰκόνες χρυσές, ἀπὸ ἀγάλματα καὶ βωμούς, ἀπὸ ἀνόητες μυθοπλασἱες μὲ ἀνήκουστες αἰσχρότητες.

Πολλοὶ ὄντως ἔτσι θέλουν νὰ ζοῦν, χωρὶς ἠθική, χωρὶς ὅρια καὶ φραγμούς. Γι᾿ αὐτὸ προσπαθοῦν νὰ ἐφευρίσκουν θεωρίες-ἐπενδύσεις γιὰ τὰ πάθη τους καὶ νὰ ἀνακαλοῦν ἀπὸ τὸ νεκρὸ καὶ ξεπερασμένο ἤδη παρελθὸν ὅ,τι ἁρμόζει στὴν παχυλὴ καὶ χαμερπῆ πολιτεία τους.

Νὰ τί λέγει κάποιος Ἕλληνας Νεο-εἰδωλολάτρης ποὺ ἵδρυσε μάλιστα καὶ πολυθεϊστικὸ ναὸ στὸ Παρίσι, γιὰ τὴν λατρεία τῶν 12 θεῶν τοῦ Ὀλύμπου: ὁ πολυθεϊσμὸς «ἀπελευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἠθικὸ νόμο. Βάζει τὴν ἠθική του πάνω στὴ φύση καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ. Δὲν ἔχει τὴν ἔννοια τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Ὑπάρχει μόνο ἡ ἔννοια τοῦ ὡραίου καὶ τοῦ ἄσχημου... »91

Καὶ βέβαια, ὅπως ἐλέχθη, εἴδωλα δὲν εἶναι μόνο ὅσα ἔχουν ἄμεση ἀναφορὰ στὶς ψευδεῖς θεότητες τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Ὑπάρχουν πάμπολλα σύγχρονα εἴδωλα ποὺ προσκυνοῦνται ἀπὸ ἀνθρώπους, καὶ ποὺ ἔμμεσα θυμίζουν τὰ ἀρχαῖα εἴδωλα.

Ὅταν θεοποιῆται, παραδείγματος χάριν, τὸ σὲξ καὶ οἱ σωματικὲς ἡδονὲς κυριαρχοῦν στὰ ἐνδιαφέροντα καὶ τὶς ἀσχολίες τῶν ἀνθρώπων, ὅταν κάθε εἴδους ἀσέλγεια καὶ διαστροφὴ θεωροῦνται θεμιτὰ καὶ νόμιμα πράγματα, καὶ ἡ σαρκολατρία, γυμνῇ πλέον τῇ κεφαλῇ, ἔχη ἤδη λάβει διαστάσεις παγκοσμίας λοιμικῆς νόσου καὶ ἀναιδῶς διαφημίζεται καὶ κατὰ κόρον προβάλλεται, ἄραγε δὲν εἶναι σὰν νὰ προσκυνῆται τὸ ἄγαλμα τῆς ψευδοθεᾶς Ἀφροδίτης ἀπὸ τοὺς συγχρόνους ταλαιπώρους ἀνθρώπους;

Δὲν εἶναι σὰν νὰ θυσιάζουν ἔτσι ἔμμεσα οἱ πλανεμένοι αὐτοὶ ἄνθρωποι στὸν Διόνυσο ἢ Βάκχο, ἢ νὰ ἐπικαλοῦνται τοὺς αἰσχροὺς Σειλινούς, τοὺς Σατύρους καὶ τὶς Μαινάδες;

Ὅταν τὸ ὅραμα τῶν σημερινῶν δῆθεν Χριστιανῶν Ἑλλήνων καταντᾷ νὰ περιορίζεται στὰ πτωχὰ ὅρια τῆς οἰκονομικῆς ἀνακάμψεως τοῦ κράτους ἢ στὴν ἔνταξί του στὸν ἕνα διεθνῆ Ὀργανισμὸ ἢ στὸ ἄλλο Ἑταιρικὸ σχῆμα· ὅταν χάριν τούτου τοῦ δῆθεν μεγάλου ὁράματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ θυσιάζωνται ἱερὰ καὶ σεβάσμια τῆς Παραδόσεώς μας, τοῦ Ἑλληνορθοδόξου ἔθνους μας· ὅλα αὐτὰ δὲν ὁμοιάζουν μὲ θυσίες καὶ σπονδὲς στὸν ψευδοθεὸ Ἑρμῆ τοῦ δωδεκαθέου;

Ὅταν περιφρονῶντας τὶς ἅγιες ἐντολὲς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὶς συμβουλὲς τῆς Ἐκλησίας Του, καὶ τὰ τόσα ὠφέλιμα γιὰ μᾶς καὶ ὅλη τὴν κοινωνία παραδείγματα τῶν Ἁγίων μας, καταπατοῦμε τὴν μεγάλη ἀρετὴ τῆς ἀγάπης, καὶ ἔτσι μνησικακοῦμε, ἐχθρευώμαστε ἢ δὲν συγχωροῦμε τὸν πλησίον μας, δὲν ὁμοιάζουμε καὶ ἐμεῖς μὲ αὐτοὺς ποὺ λέγουν ὅτι «βομβαρδίζουν τάχα γιὰ τὴν εἰρήνη τῶν λαῶν» ἢ «ἐπιβάλλουν ὁλοκληρωτικὴ καὶ ἀναγκαστικὴ παρακολούθησι καὶ φακέλλωμα χάριν δῆθεν τῆς ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν;» Δὲν φαίνεται σὰν νὰ θυσιάζουμε καὶ ἐμεῖς -κατὰ τὴν εὐθύνη ποὺ μᾶς ἀναλογεῖ- στὸν ψευδοθεὸ Ἄρη, τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἐκδικήσεως;

Πόσα ἄλλα τέτοια εἴδωλα εἶναι δυνατὸν νὰ προσκυνοῦμε, ἂν ἀρνούμαστε τὸν ἀληθῆ Θεὸ καὶ τὶς ἅγιες ἐντολὲς Του! Νομίζουμε ὅτι εἶναι εὔκολο νὰ εὕρῃ ὁ καθένας μας σχήματα καὶ μορφὲς τέτοιων ψυδοθεῶν, εἴδωλα, ποὺ ἔχουν ἀναφορὰ στὰ ἀντίστοιχα πάθη τῶν ἀνθρώπων καὶ ποὺ συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα προσκυνοῦνται σήμερα στὶς ἀρχὲς τοῦ 21ου μετὰ Χριστὸν αἰῶνα μας, καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Νεο-παγανιστές.

*************

Ὡστόσο ὑπάρχουν καὶ σήμερα πολλὲς ἐπαινετὲς μορφὲς ποὺ ὁμοιάζοντας μὲ τοὺς Τρεῖς Παῖδας καταπατοῦν τὰ ὅποια ἀθεώτατα βασιλικὰ προστάγματα καὶ δὲν προσκυνοῦν εἴδωλα καὶ εἰκόνες χρυσές.

Ἔτσι ὁ σύγχρονος Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς Ἕλληνας περιφρονεῖ καὶ δὲν προσκυνᾶ παλαιὰ καὶ σημερινὰ εἴδωλα:

Ὅταν ἀγωνίζεται νὰ ἀρέση ἡ ζωή του στὸν ἅγιο Θεὸ καὶ νὰ μειώνη μέσα του κάθε ἀκάθαρτο πάθος καὶ ἀδυναμία.

Τοῦτο δὲ δὲν τὸ ἐπινόησε, μία «ἀρρωστημένη φαντασία τῶν στερήσεων»92, ὅπως δυστυχῶς ἀγνοῶντας συμπεραίνουν οἱ συμπαθεῖς Νεο-παγανιστές, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὴν μακραίωνα ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία γέννησε, γεννᾶ καὶ θὰ γεννᾶ Ἁγίους, ἀνθρώπους ποὺ μὲ τὸν ἐν Χριστῷ ἀγῶνα γίνονται καθαροί, χαριτωμένοι καὶ πραγματικοὶ ἄνθρωποι. Σὲ τέτοιους ἀνθρώπους ἔχει ἐφαρμογὴ τὸ τοῦ ἀρχαίου Μενάνδρου: «ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ».

Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς Ἕλληνας λατρεύει τὸν ζῶντα Θεὸ καὶ ὄχι ψευδεῖς θεούς:

Ὅταν προσπαθῆ νὰ ζῆ πάντοτε κατὰ συνείδησι, θέτοντας πάνω ἀπὸ ὅλα τὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὸ ἐκφράζεται στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὴν ζωὴ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας. Αὐτὸ εἶναι πάντοτε καὶ τὸ ἀλάθητο καὶ ἀκλόνητο κριτήριο ἀληθείας γιὰ ὅλα τὰ διλήμματα καὶ τὶς ἀπορίες στὴν ζωή.

Ὁ σύγχρονος Χριστιανὸς Ἕλληνας ὑπερβαίνει τὶς κοσμικὲς ἀντιλήψεις καὶ ὑπερνικᾶ τὶς προκλήσεις τῶν καιρῶν (καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων) μὴ τιμῶντας παράνομα εἰδωλικὰ προστάγματα:

Ὅταν στοιχοῖ καὶ ἀκολουθῆ τὴν Ἱερὰ Παράδοσι τοῦ Ἑλληνορθοδόξου γένους μας, μένει σταθερὸς στὶς ἐπιταγές της καὶ ἐν ὑπακοῇ Χριστοῦ βαδίζει τὴν «στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδὸν» ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καταξίωσι, τὴν σωτηρία, τὴν κατὰ Χάριν Θεοῦ θέωσι.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς τοῦ σταυρωθέντος καὶ ἀναστάντος Κυρίου, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων.

Οἱ ἅγιοι Τρεῖς Παῖδες ἐν τῷ μέσῳ τῆς φλογὸς παρεκάλεσαν δοξολόγησαν καὶ εὐχαρίστησαν τὸν ἀληθῆ Θεό, ψάλλοντας καὶ λέγοντας: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν».

Αὐτὸς ὁ Θεὸς τῶν ἁγίων Τριῶν Παίδων εἶναι καὶ δικός μας Θεός, ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων μας.

Δὲν εἶναι Αὐτός, σὰν τὰ εἴδωλα τῶν εἰδωλολατρῶν, «ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων», τὰ ὁποῖα «ὀφθαλμοὺς ἔχουσι καὶ οὐκ ὄψονται, ὦτα ἔχουσι καὶ οὐκ ἐνωτισθήσονται»93.

Δὲν εἶναι κάποιος νεώτερος, πρόσφατος θεὸς ποὺ ἐμεῖς ἢ κάποιοι ἄλλοι ἐποίησαν, κατεσκεύασαν, ἐφεῦραν.

Ἀλλὰ εἶναι ὁ Δημιουργὸς πάσης κτίσεως.

Εἶναι ὁ αἰώνιος ἀληθινὸς Θεός, Αὐτὸς ποὺ εἶπε στοὺς Ἰουδαίους: «πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγὼ εἰμὶ»94.

Εἶναι ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Ὁ Θεός:

Τῶν Πρωτοπλάστων Ἀδὰμ καὶ Εὔας. Αὐτῶν ποὺ παρήκουσαν στὴν ἐντολή Του, ἐξέπεσαν τῆς Χάριτὸς Του καὶ ἐξωρίσθησαν ἀπὸ τὴν τρυφὴ τοῦ Παραδείσου, τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ στὸν τραχὺ αὐτὸν κόσμο τῆς φθορᾶς. Ποὺ ὅμως ἔκλαυσαν, μετενόησαν, ἐπίστευσαν στὸ κήρυγμα τῆς ἀγάπης Του, καὶ ἐσώθησαν.

Τοῦ δικαίου Ἄβελ, υἱοῦ τοῦ Ἀδάμ, τοῦ πρώτου ἀδικοφονευθέντος, εἰς τύπον Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ σωθέντος.

Τῶν ἁγίων Πατριαρχῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῶν δικαίων Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ, Ἰωσήφ.

Τῶν ἁγίων Προφητῶν.

Τῶν δικαίων Ἰεσσαί, Μελχισεδέκ, Μωσέως, Ἰώβ.

Τοῦ ἁγίου Προφήτου καὶ βασιλέως Δαυίδ, ποὺ ἔγινε αἰώνιο παράδειγμα ἀληθοῦς μετανοίας.

Ὅλων τῶν ἁγίων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι καὶ τὸν ἅγιο Ἰωσήφ, τὸν Μνήστορα, ποὺ εὐαρέστησαν μὲ τὴν ζωή τους στὸν Θεὸ καὶ ἑτοίμασαν τὴν ὁδὸ τῆς τελείας ἀποκαλύψεως.

Ὁ Θεός μας εἶναι καὶ ὁ Θεὸς ὅλων τῶν Ἁγίων στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Εἶναι ὁ Θεός, πρώτιστα τῆς Παναγίας μας.

Τί τιμὴ καὶ εὐλογία, νὰ τιμοῦμε καὶ νὰ προσκυνοῦμε ὡς Θεό μας τὸν Υἱὸ καὶ Θεὸ τῆς Παναχράντου Θεοτόκου Μαρίας, νὰ ἀποκαλοῦμε Κύριο τὸν Θεάνθρωπο Κύριο καὶ Υἱὸ Της!

Ἂς ἐνθυμηθοῦμε μόνο, πῶς προφητικὰ μακαρίζει τὸν ἑαυτό της ἡ ἁγία Ἐλισάβετ, ἡ μητέρα τοῦ Προδρόμου, ὅταν τὴν ἐπισκέφθηκε ἡ Παναγία, καθ᾿ ὃν χρόνο ἦσαν καὶ οἱ δύο ἔγκυες: «Πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθη ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;»95

Ποιός δὲν θὰ μακαρίση ταπεινὰ τὸν ἑαυτό του γι᾿ αὐτὴν τὴν μεγάλη καταξίωσι, ἂν ἀναλογισθῆ ποιά εἶναι ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ «Τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφεὶμ», τὸ «μεθόριον κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου»!

Ὁ Θεός μας εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ «μείζονος ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», τοῦ ἁγίου Προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.

Τῶν μακαρίων καὶ ἁγίων Ἀποστόλων, τοῦ Μεγάλου Παύλου, τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν, τοῦ Πέτρου, τοῦ Ἰωάννου καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν. Αὐτῶν ποὺ ἔγιναν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι τοῦ Κυρίου, καὶ οἱ ὁποῖοι μὲ τὰ δίχτυα τοῦ κηρύγματος καὶ μὲ τὸ αἷμα τους ἁλίευσαν τὶς πρῶτες ψυχὲς πρὸς σωτηρία, καὶ διέδωσαν τὴν ἀληθινὴ πίστι τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο.

Ὁ Θεός μας εἶναι Θεός:

Ὅλων τῶν ἀναριθμήτων ἁγίων Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὁποίων οἱ εἰδωλολάτρες, ὁμοϊδεάτες πολλῶν σημερινῶν Νεο-παγανιστῶν, ἔχυσαν ποταμηδὸν τὸ τίμιο αἷμα, ποτίζοντας ἔτσι τὸν νεοφυτευθέντα ἀγρὸ τῆς Πίστεως.

Τοῦ Στεφάνου τοῦ καὶ πρωτομάρτυρος, τοῦ Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, τοῦ Πολυκάρπου, τοῦ Γεωργίου, τοῦ Δημητρίου, τοῦ Ἀρτεμίου καὶ τόσων ἄλλων.

Τῶν Πατέρων μας, τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν, καὶ δὴ τῶν Ἑλλήνων Μεγάλων καὶ Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων καὶ Ἱεραρχῶν, Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὡς καὶ πάντων τῶν λοιπῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι σὰν τοὺς Ἀποστόλους «καθ᾿ ἡμέραν ἀπέθνησκαν» γιὰ τὴν ὀρθοτόμησι τῆς ἀληθείας, γιὰ τὴν «μέριμνα πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν», γιὰ τὴν διαποίμανσι καὶ σωτηρία ψυχῶν.

Εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεὸς τῶν ὁσίων ἀσκητῶν, τῶν ἁγίων Μοναχῶν τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι πανσόφως ἐμπορεύθησαν τὴν καλὴ ἐμπορία, μαρτυρικὰ προτιμήσαντες ἀπὸ ὁ,τιδήποτε ἄλλο τὴν ἐν τῷ κρυπτῷ γλυκυτάτη μυστικὴ κοινωνία μὲ τὸν Νυμφίο Χριστό. Καὶ μὲ ταπείνωσι καὶ ἄσκησι καὶ νῆψι πολλὴ καθάρισαν τὸν ἔσω ἄνθρωπο, ἐφωτίσθησαν, ἁγιάσθησαν, ἔγιναν δοχεῖα τῆς Χάριτος, σκεύη ἐκλογῆς, φῶς τοῦ κόσμου καὶ ἅλας τῆς γῆς.

Ὁ Θεός μας εἶναι ὁ Θεὸς πάντων τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅλων τῶν αἰώνων.

Εἶναι καὶ ὁ Θεός, τῶν ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν χρόνων Ἁγίων, Ἑλλήνων καὶ μή, ὅπως τῶν ἁγίων ἐνδόξων Νεομαρτύρων κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας, ἀλλὰ καὶ τῶν νεωτέρων, ἁγίου Νεκταρίου ἐπισκόπου Πενταπόλεως, τοῦ θαυματουργοῦ, τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, τοῦ ἁγίου Νικολάου τοῦ Πλανᾶ, τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τοῦ ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου, τοῦ ἁγίου Σάββα τοῦ ἐν Καλύμνῳ, τοῦ ἁγίου Παναγῆ Μπασιᾶ, καὶ ὅσων ἄλλων προσφάτως καὶ ἐπισήμως ἀνεκηρύχθησαν ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.

Εἶναι ἐπίσης ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων μας, τῶν συγχρόνων χαριτωμένων καὶ ἁγίων ἀνδρῶν, ὅπως τῶν ἐξ Ἁγίου Ὄρους Γέροντος Παϊσίου, Ἐφραὶμ τοῦ Κατουνακιώτου, Ἰωσὴφ τοῦ Σπηλαιώτου, πατρὸς Πορφυρίου τοῦ ἐν Ἀθήναις, πατρὸς Σωφρονίου τοῦ ἐν Essex τῆς Ἀγγλίας, ὡς καὶ Φιλοθέου Ζερβάκου (μαθητοῦ τοῦ ἁγίου Νεκταρίου), Ἰακώβου τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ Ἐπιφανίου ἐν Ἀθήναις, καὶ τόσων ἄλλων, διὰ νὰ μὴ μακρύνουμε τὸν σχεδὸν ἀτέλειωτο κατάλογὸ τους, ποὺ ἔζησαν ἐν μέσῳ 20ου αἰῶνος καὶ εὐαρέστησαν Θεῷ καὶ ἀνθρώποις.

Μᾶς ἀξίωσε καὶ ἐμᾶς, τὰ εὐτελῆ τέκνα Του, ὁ ἐλεήμων Κύριος νὰ γνωρίσουμε μερικοὺς ἀπὸ τοὺς τελευταίους.

Καὶ ἀπολαύσαμε τὴν Χάρι ποὺ τοὺς δόθηκε.

Καρπωθήκαμε τὰ πλούσια δῶρα τῆς ἀγάπης τους.

Στερεωθήκαμε μὲ τοὺς λόγους τῆς σοφίας τους ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.

Γευθήκαμε τὴν γλυκύτητα τῆς πατρικῆς καρδιᾶς τους.

Προστατευθήκαμε καὶ δυναμώσαμε μὲ τὴν παρρησιασμένη προσευχή τους πρὸς τὸν οἰκεῖο Δεσπότη καὶ Κύριό τους.

Τοὺς εἴδαμε, τοὺς ἀκούσαμε, τοὺς χαρήκαμε νὰ προσεύχωνται, νὰ ὁμιλοῦν, νὰ σιωποῦν, νὰ στέκωνται, νὰ γονατίζουν, νὰ χαίρωνται καὶ νὰ λυποῦνται, πάντοτε γιὰ τὸν Χριστό.

Τοὺς εἴδαμε νὰ προσκυνοῦν μόνο τὸν ἀληθινὸ ἐν Τριάδι Θεό.

Καὶ περιγράφουμε «ἃ ἀκηκόαμεν, ἃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ἃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν»96.

Δὲν εὑρίσκονται τέτοιες μορφὲς ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

Δὲν ὑπάρχουν τέτοια ἀναστήματα μακρυὰ ἀπὸ τὸν Χριστό.

Δὲν ἔχουν νὰ μᾶς ἐπιδείξουν τέτοιες μορφὲς οἱ Νεο-εἰδωλωλάτρες, τέτοια πρόσωπα εἰρηνικά, φωτεινά, γλυκύτατα, πρᾶα, ἄδολα, μὲ τόση Χάρι, καὶ τόση ἀγάπη.

Αὐτοὶ δὲν εἶναι σὰν πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς. Δὲν ὁμιλοῦν ἀφ᾿ ἑαυτῶν.

Κινοῦνται ὑπὸ τοῦ Πνεύματος.

Στὸν καθαρὸ νοῦ, λόγο καὶ βίο τους ἀποτυπώνεται ἐναργῶς ἡ Ἀλήθεια, ὁ Χριστός.

Δὲν μπορεῖς νὰ ἀντισταθῆς διαλεκτικὰ ἢ νὰ ἀντιλέξης στὸν λόγο τους, ἐπειδὴ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας τους εἶναι τὸ ἀξιόπιστο τοῦ προσώπου καὶ τῆς ἁγίας ζωῆς τους.

«Βούλεται γὰρ ἡμῖν ὁ λόγος μὴ ἐξεῖναι διαπιστεῖν τοῖς ὑπὸ τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν εἰρημένοις, ἀλλ᾿ ἀπόδειξιν εἶναι τοῦ λόγου τὸ ἐκείνων ἀξιόπιστον, πάσης δυνάμεως λογικῆς καὶ ἀντιλογικῆς ἰσχυρότερον»97.

Καὶ βέβαια σὲ κάθε λόγο, μπορεῖς ἴσως νὰ ἀντιτάξης καὶ κάποιο ἀντίλογο. Τί ὅμως θὰ μπορέση νὰ ἀντιπαραθέση κανεὶς ἐμπρὸς στὴν ζωὴ ἑνὸς ἁγίου;

«Λόγῳ παλαίει πᾶς λόγος, βίῳ δὲ τὶς;»98

Ἔτσι οἱ Ἅγιοι πείθουν μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὴν ἁγιότητά τους.

Εἶναι οἱ σύμβουλοί μας, οἱ παρηγορητές μας, οἱ φίλοι μας, οἱ προστάτες μας.

Εἶναι οἱ Πατέρες μας.

Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν!

Ἀπὸ αὐτοὺς ὅλους, παλαιοὺς καὶ νέους, στηριζόμαστε κι ἐμεῖς καὶ ἐλπίζουμε.

Αὐτῶν τοὺς ἱεροὺς Ναοὺς τιμοῦμε καὶ σεβόμαστε.

Τὶς εἰκόνες τους κατασπαζόμαστε.

Τὰ ἅγια λείψανά τους προσκυνοῦμε.

Τὰ ἱερὰ συγγράμματά τους μελετοῦμε καὶ σ᾿ αὐτὰ κατατρυφοῦμε.

Ἀπ᾿ αὐτοὺς μαθαίνουμε πῶς νὰ πιστεύουμε, πῶς νὰ μετανοοῦμε, πῶς νὰ διαφυλάττουμε τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, πῶς νὰ ζοῦμε καὶ νὰ πεθαίνουμε ἐν Χριστῷ.

Κοντὰ σ᾿ ὅλους αὐτοὺς σπουδαία θέσι γιὰ τὸν καθένα μας πιστὸ ἔχει ἡ ἐν Χριστῷ σχέσις μας μὲ τὸν Γέροντα, τὸν πνευματικό μας Πατέρα.

Αὐτὸς εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ, γίνεται ὁ ὁδηγητής, ὁ διορθωτής, ὁ ἀλείπτης, ὁ νυμφαγωγός, ὁ Πατέρας.

Κατὰ τὸ ἀποστολικό: «ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα»99.

Αὐτὸν ποὺ μᾶς γέννησε πνευματικὰ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, θέλουμε καὶ ἐμεῖς νὰ μιμηθοῦμε, πάλι κατὰ τὴν Ἀποστολικὴ ἐπιταγή: «παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε»100.

Ἡ ὑπακοὴ καὶ εὐαρέστησις στὸν Γέροντα, στὸν Χριστὸ μεταβαίνει καὶ ἀναφέρεται. Ἔτσι καὶ ὁ λόγος καὶ ἡ εὐχή του, γιὰ τὸ πνευματικὸ τέκνο, τὸν ὑποτακτικό, ἔχουν τὴν ἰσχὺ καὶ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι ἐγνωσμένης ἀξίας πνευματικῆς ἡ ρῆσις εὐλαβῶν Χριστιανῶν καὶ δὴ μοναχῶν ὑποτακτικῶν:

«Ὁ Θεὸς τοῦ Πατρός μου, ἐλέησόν με!»

***********

Αὐτοὶ εἶναι οἱ Πατέρες μας, ἡ μετὰ τὸν Θεὸ καύχησίς μας, ἡ δόξα μας, ἡ ἁγία κληρονομιά μας.

Νά γιατί ἐμεῖς δὲν προσκυνοῦμε καὶ δὲν λατρεύουμε θεοὺς ἀλλοτρίους, παρὰ μόνο τὸν ἀληθῆ Θεό, τὸν Θεὸ τῶν Πατέρων ἡμῶν!

Αὐτὸν τὸν Θεό, ποὺ τοὺς ἐκάλεσε, ἐκαθάρισε, ἐφώτισε, ἁγίασε καὶ ἐδόξασε.

Αὐτὸν τὸν ἴδιο Θεὸ κι ἐμεῖς προσκυνοῦμε μὲ τὴν ἴδια Ὀρθόδοξο Πίστι καὶ εὐσέβεια, ὅπως καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μας.

Γι᾿ αὐτὸ ἀδιαφοροῦμε καὶ δὲν θέλουμε νὰ ἀκοῦμε γιὰ ψευδωνύμους ἄλλους θεούς, παλαιοὺς ἢ νέους, «οἳ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν οὐκ ἐποίησαν» καὶ γι᾿ αὐτὸ «ἀπολέσθωσαν»101.

Καὶ ἡ Ἐκκλησία, μακρυὰ ἀπὸ σύγχυσι κάθε εἰδωλικῆς πλάνης καὶ φαντασίας, σὲ πολλὰ σημεῖα στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες της, ἰδιαίτερα δὲ στὴν ἑβδόμη καὶ τὴν ὀγδόη ᾠδὴ τῶν κανόνων τοῦ ὄρθρου, ποὺ εἶναι καὶ ἀφιερωμένες στοὺς ἁγίους Τρεῖς Παῖδας, ἀναφέρει τὰ λόγια τῶν ὕμνων τους μὲ παράλληλα καὶ ἀντίστοιχα νοήματα, σχετικὰ καὶ μὲ τὴν μνήμη τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἑορταζομένων Ἁγίων.

«Ὁ τῶν Πατέρων Θεὸς εὐλογητὸς εἶ».

«Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».

Κατακλείει δὲ κάθε ἱερὰ σύναξί της λέγοντας τὴν ταπεινὴ εὐχή:

«Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς! Ἀμήν.»


Σὲ ἀναζήτησι τῆς ἀληθείας

Πολλὰ εἶναι τὰ ἀρνητικὰ ποὺ χαρακτηρίζουν μιὰ ἐποχή. Καὶ βέβαια θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι σχεδὸν πάντοτε οἱ ἴδιοι σ᾿ ὅλες τὶς ἐποχὲς (ἴδια ἡ φύσις, τὰ ἴδια πάθη, ἐγωισμοί, ματαιοδοξίες κλπ.). Ὡστόσο ὑπάρχουν πολλὲς διαφορὲς ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, ἀπὸ ἐποχὴ σὲ ἐποχή.

Ζῶντας στὴν ἐποχή μας καὶ βλέποντας καὶ πίσω στὴν Ἱστορία, νομίζω ὅτι μποροῦμε νὰ εὕρουμε κάτι ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν ταπεινὴ γνώμη μου χαρακτηρίζει κατὰ πολὺ τὴν γενιὰ ποὺ διερχόμαστε. Φρονῶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ ἄνευ ὅρων καταξίωσις τοῦ ὑποκειμενικοῦ, ἢ ἡ ἀπολυτοποίησις τοῦ σχετικοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια δηλαδή, πολλοὶ ἄνθρωποι σχεδὸν παραδέχονται ἀπουσία τῆς ἀπολύτου Ἀληθείας στὸν κόσμο.

Ἔτσι τοποθετεῖται ἀπὸ πολλοὺς στὴν ἴδια μοῖρα τὸ ψευδὲς μὲ τὸ ἀληθές, ἐξισώνεται τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, γίνεται ἀποδεκτὸ ἐπὶ ἴσοις ὅροις τὸ φαῦλο, τὸ ἄσχημο, τὸ διαστρεβλωμένο, τὸ ἐξωπραγματικὸ μὲ τὸ ἀγαθό, τὸ ὡραῖο, τὸ ἀκέραιο, τὸ πραγματικό.

Χωρὶς νὰ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἀναλύσουμε ἐδῶ σὲ βάθος τὰ αἴτια αὐτοῦ τοῦ φαινομένου, νομίζουμε ὅτι πηγάζει ἀπὸ μιὰ ἐπίπλαστη καὶ πονηρὴ ἀνεκτικότητα τῶν κάθε εἴδους ἰδεῶν καὶ γνωμῶν, μὲ σκοπὸ τὴν ἐξασφάλισι μιᾶς κατ᾿ ἐπίφασιν ἐλευθερίας καὶ κοσμικῆς ἀταραξίας ποὺ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν εὐμάρεια καὶ τὴν φιλαυτία.

Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, οἱ νέοι (κι ὄχι μόνο) ἄνθρωποι νὰ πέφτουν σὲ σύγχυσι μὴ μπορῶντας νὰ διακρίνουν μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν ζάλη καὶ τρικυμία τὸ γνήσιο, τὸ αὐθεντικὸ ἀπὸ τὸ νόθο. Καὶ συχνὰ πέφτουν πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς θύματα διαφόρων ἀρνητικῶν ἐπιρροῶν, ποὺ μὲ τεχνητοὺς συγχρόνους τρόπους προσπαθοῦν γιὰ ἰδιοτελεῖς σκοποὺς νὰ «πείσουν», νὰ ξεγελάσουν, νὰ ἀγρεύσουν ὀπαδούς.

Σκεπτόμενος κανεὶς ὅλα τὰ ἀνωτέρω, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἐνθυμηθῇ μιὰ ἐρώτησι ποὺ ἐτέθη στὴν ἱστορία ἀπὸ φιλοσοφοῦντα ἄρχοντα τῶν Ρωμαίων: «Τί ἐστιν ἀλήθεια;»102 καὶ στὴν ὁποία ἐρώτησι δὲν δόθηκε ποτὲ ἀπάντησις ἀπὸ τὸν Ἐρωτώμενο πρὸς τὸν ἐρωτῶντα Ἡγεμόνα.

Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἡγεμόνος ἐκείνου φαίνεται νὰ ἐρωτᾷ, ἄλλοτε ἐναγωνίως κι ἄλλοτε χωρὶς νὰ περιμένη συγκεκριμένη ἀπάντησι, ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος:

«Τί εἶναι ἀλήθεια; Ποιός μᾶς πείθει γιὰ τὸ τί πράγματι εἶναι τὸ ἀληθινό, τὸ σωστό, τὸ ἀντικειμενικὰ ὡραῖο, ἀγαθό, ἀκέραιο, τὸ ἀπόλυτο;

Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ μπορῇ νὰ τὰ ὁρίσῃ ὅλ᾿ αὐτά;

Τί εἶναι τέλος πάντων αὐτὴ ἡ ἀλήθεια;»

Κάθε ἄνθρωπος ποὺ σέβεται τὸν ἑαυτό του, ἀργὰ ἢ γρήγορα ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὰ ἐρωτήματα αὐτά.

Σημασία βέβαια ἔχει, νὰ μὴ ἐρωτοῦμε ἀδιάφορα, σχεδὸν νυσταγμένα, ὅπως ἐρώτησε τότε ἐκεῖνος ὁ Ρωμαῖος Ἡγεμόνας.

Περιμένουμε πράγματι ἀπάντησι;

Πιστεύουμε ὅτι μπορεῖ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἀπάντησι νὰ κριθοῦν πολλά, νὰ ἀλλάξη ἐνδεχομένως ὅλη ἡ ζωή μας;

Εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἀπαρνηθοῦμε τὴν γνώμη μας, τὰ δικά μας, τὸν ἑαυτό μας τὸν ἴδιο, ἂν ὄντως εἰλικρινὰ πεισθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀπάντησι αὐτή;

Ἢ μήπως ρωτοῦμε κι ἐμεῖς ἄραγε σὰν ἐκεῖνον τὸν Ἡγεμόνα;

«Τί ἐστιν ἀλήθεια;»

Τί κι ἂν πάρουμε ἀπάντησι; Δὲν ἀλλάζει τίποτε στὴν ζωή μας.

Ἐμεῖς γνωρίζουμε ἀπὸ πρὶν τί θὰ κάνουμε, ἀκόμη κι ἂν ἐλέγχωνται ὡς ψεύτικα τὰ δικά μας, οἱ γνῶμες μας:

« - Ἐγὼ σ᾿ ἐρωτῶ. Ἀπάντησέ μου ἐσύ, ἄσχετα ἂν δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ παραιτηθῶ ἀπὸ τὰ δικά μου.

Θὰ μοῦ λέγης ἐσύ, θὰ ἀπαντῶ ἐγὼ κάτι ἄλλο. Θὰ ὑπερασπίζωμαι τὴν γνώμη μου, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μὴ σ᾿ ἀφήσω νὰ νομίσης, ὅτι δὲν ἔχω κι ἐγὼ κάποια γνώμη, κάτι δικὸ μου. Δὲν μὲ πειράζει ποὺ μοῦ τὸ ἀποδεικνύεις ὅτι εἶναι λάθος. Ἐγὼ εἶμαι πιὸ «δημοκρατικὸς». Κρατῶ τὸ δικό μου, ἀλλὰ δέχομαι καὶ τὸ δικό σου, ἔστω κι ἂν φαίνεται ὅτι ἀναιρεῖ τὸ δικό μου. Δὲν μποροῦν στὸ κάτω-κάτω νὰ συνυπάρξουν καὶ τὰ δύο; Γιατί νὰ μὴ μποροῦν νὰ ζήσουν τὸ ἀληθινὸ μαζὶ μὲ τὸ ψεύτικο; Ἐμένα μὲ βολεύει τὸ δεύτερο. Ἐσὺ κράτα τὸ πρῶτο. Στὴν σημερινὴ «ἐλεύθερη ἀπὸ ἠθικὲς δεσμεύσεις» κοινωνία μας ὅλα εἶναι ἀποδεκτά, φιλικά, ὄμορφα. Μὴ μοῦ λὲς λοιπὸν νὰ θάψω τὴν γνώμη μου, γιατί ἔχω ἐπενδύσει σ᾿ αὐτήν, κι ἂς εἶναι νεκρή. Εἶναι ὅμως δική μου. Ἄφησέ με στὴν ἡσυχία μου. Δὲν θὰ ἀπαρνηθῶ τὸν ἑαυτό μου. Δὲν πρόκειται νὰ μὲ πείσης, κἂν μὲ πείσης».

«Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα»103.

Δὲν λαμβάνουμε ποτὲ ἀπάντησι, ὅταν ἐρωτοῦμε μὲ παρόμοιο τρόπο καὶ νόημα.

Οἱ ἀληθινὰ μεγάλοι ἄνθρωποι δὲν ἐρωτοῦν ἔτσι. Δὲν λέγουν τέτοια λόγια.

Δὲν μίλησε ἔτσι ὁ Σωκράτης, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν δέχτηκε νὰ ζήση μὲ ὑποκρισίες, ἀναιρῶντας τὸν ἑαυτό του καὶ συμβιβαζόμενος. Πίστευε σχεδὸν προφητικὰ ὅτι θὰ τὸν δικαίωνε, ὅποτε ἔκρινε σωστό, Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἐρχόταν γιὰ νὰ ξυπνήση τοὺς Ἀθηναίους καὶ ὅσους ἄλλους ἐκοιμῶντο τὸν ὕπνο τῆς ἀγνωσίας104.

Δὲν ἀντέδρασε ἔτσι ὁ Πλάτων, ποὺ συγκλονίστηκε ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ, ἁπλῆ ἀποδεικτικὴ μέθοδο τοῦ διδασκάλου του· ἀντιθέτως ἐγκατέλειψε ὅλα ὅσα ἔκαμε ἕως τότε καὶ τὸν ἀκολούθησε στὴν φιλοσοφία.

Δὲν ἔπραξαν ἔτσι ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ ἡ Δάμαρις, οἱ Ἀθηναῖοι, ὅταν ἄκουσαν γιὰ καινούργιο Θεὸ καὶ καινὴ κτίσι, ἐν μέσῳ τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου τους.

Δὲν ἐδίστασαν οἱ πτωχοὶ ἀλλὰ ἁγνοὶ ἁλιεῖς τῆς Γαλιλαίας, ὅταν ἐκλήθησαν νὰ γίνουν ἁλιεῖς ἀνθρώπων.

Δὲν ἔμεινε σὲ δικαιολογίες καὶ προφάσεις ὁ Σαούλ, ὅταν ἐννόησε ὅτι ἐβάδιζε ἀκριβῶς ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπε, κι ὅτι ὁ ζῆλος του μέχρι τότε ἦταν «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν».

Δὲν παρέμειναν στὶς πρώην εἰδωλολατρικές τους πεποιθήσεις τόσοι καὶ τόσοι εὐσυνείδητοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ μόλις ἀντελήφθησαν τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων, προσέτρεξαν μὲ ἀληθινὴ μετάνοια καὶ πόθο πολὺ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ πράγματι ἔκαναν ὁ ἅγιος Κυπριανὸς (πρώην μάγος καὶ θαυματοποιὸς), οἱ ἅγιοι Καλλίνικος, Ἴνδης, Ἀθανάσιος, Ἀναστάσιος (πρώην ἱερεῖς τῶν εἰδώλων), ἡ ἁγία Δόμνα (πρώην ἱέρεια τῶν εἰδώλων), ὁ ἅγιος Πορφύριος ὁ ἀπὸ μίμων (γελωτοποιὸς).

Ἐπιλήψει με ὁ χρόνος διηγούμενον τόσα καὶ τόσα παραπλήσια παραδείγματα, μαζὶ μ᾿ αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα ποὺ ἀνέφερα, ἀνθρώπων τῶν ὁποίων σημαδεύτηκε καὶ ἄλλαξε ριζικὰ ἡ ζωή, ἀπὸ τὸ χρονικὸ σημεῖο ποὺ ἔγινε ἡ συνάντησίς τους μὲ τὴν Ἀλήθεια. Καὶ ἡ ἀλλαγὴ τους αὐτὴ εἶχε πολλὲς κι ὄχι εὔκολες συνέπειες. Συνοδεύτηκε ἀπὸ εἰρωνεῖες, διωγμούς, βασανιστήρια, θάνατο. Ἐπειδὴ ὅλοι αὐτοὶ οἱ συνεπεῖς στὴν ἀπόλυτη Ἀλήθεια ἄνθρωποι ἐθεωρήθησαν προδότες τῶν πατρώων παραδόσεων, ἐπιλήσμονες τῶν ἰδανικῶν τῆς φυλῆς τους, ἀποβλητέα ὄντα ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν συμπατριωτῶν τους, παραδείγματα πρὸς ἀποφυγή, βδελυκτὲς προσωπικότητες ποὺ ἔπρεπε νὰ στιγματισθοῦν καὶ νὰ διωχθοῦν.

Καὶ γίνονται ὅλοι αὐτοὶ Μάρτυρες τῆς Ἀληθείας.

Ἔκαναν μία ἡρωικὴ ἔξοδο πρὸς τὴν ὄντως ἐλευθερία. Ἐξῆλθαν ἀπὸ τὴν μέχρι τότε δική τους γνώμη, τὰ πιστεύω τους, τὶς θεωρίες, τὶς παραδόσεις. Ἐπειδὴ ἄκουσαν τὴν φωνὴ τῆς Ἀληθείας νὰ τοὺς παραγγέλλη: «ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν ἣν ἄν σοι δείξω... καὶ εὐλογήσω σε καὶ μεγαλυνῶ τὸ ὄνομά σου καὶ ἔσῃ εὐλογημένος... »105

Σ᾿ αὐτοὺς καὶ τόσους ἄλλους ποὺ πραγματικὰ (μὲ συνέπεια) καὶ εἰλικρινῆ προαίρεσι καὶ ζῆλο ἐρώτησαν «τίς ἐστιν ἡ ἀλήθεια», «Ποιός» καὶ ὄχι ἁπλῶς «τί» εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐναργῶς ἀπάντησε στὴν καρδία τους:

«Ἐγὼ εἰμι ἡ Ἀλήθεια»106.

Καὶ εὐλογήθηκε ἡ ζωή τους, ἡ πορεία τους, ὁ λόγος τους. Ἐπειδὴ δὲν ἐδίστασαν νὰ περιφρονήσουν τὴν σχετικὴ ἀνθρωπίνη γνώμη τους, γιὰ νὰ ὑπακούσουν στὴν ἀπόλυτη Ἀλήθεια, ποὺ πράγματι ἐλευθέρωσε τοὺς ἴδιους, καὶ μ᾿ αὐτοὺς ὅλους ἐμᾶς τοὺς μεταγενεστέρους .

«Γνώσεσθε τὴν ἀλήθεια καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς»107.

Περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος ἔγραφε καὶ ὁ μακαριστὸς Ρῶσσος ἅγιος Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Essex, πρώην Ἁγιορείτης, ὁ ὁποῖος καὶ ἄφησε στὴν ἐσχάτη αὐτὴ γενιά μας, ὡς ἀτίμητη κληρονομία τὴν μακαρία ἐμπειρία του περὶ τῆς Ἀληθείας:

«Δὲν προτίθεμαι νὰ γράψω περὶ τινος Ἀληθείας ἀνακαλυφθείσης ὑπ᾿ ἐμοῦ καὶ ἀγνώστου μέχρι τοῦδε εἰς τὸν κόσμον. Γράφω περὶ τοῦ πῶς ἐδόθη εἰς ἐμὲ νὰ ζήσω τὴν μετάνοιὰν μου. Τὸ πνεῦμα ἡμῶν πεινᾷ καὶ διψᾷ νὰ γνωρίσῃ τὴν Ἀλήθειαν, τουτέστιν ἐκεῖνο τὸ Πρωταρχικὸν Ὄν, ὅπερ ὑπὸ οὐδενὸς περιορίζεται: τὸ ἀπόλυτον ὄντως Ὄν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν οἱ Προφῆται τῆς Παλαιᾶς καὶ ἐμαρτύρησαν οἱ Ἀπόστολοι τῆς Καινῆς Διαθήκης...

... Δὲν δημιουργοῦμεν ἡμεῖς τὸν Θεὸν «κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ἐν εὐλαβεῖ προσευχῇ ἀναμένομεν ὅτι Οὗτος θὰ εἰσακούσῃ τῆς κραυγῆς ἡμῶν καὶ θὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς περὶ Ἑαυτοῦ «σημεῖον». Ἐν τῇ ὀδύνῃ ἡμῶν διανοίγομεν ἑαυτούς, ἵνα λάβωμεν ἀπάντησιν-ἀποκάλυψιν προερχομένην ἐξ Αὐτοῦ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ «γνωρίσωμεν» Αὐτόν, τὸν Αἴτιον τοῦ εἶναι ἡμῶν, «καθώς ἐστιν». Ἀπεκαλύφθη εἰς τοὺς πατέρας καὶ προπάτορας ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς εὐλαβῶς διαφυλάττωμεν ὡς πολύτιμον μαργαρίτην τὴν κληρονομηθεῖσαν ἐξ αὐτῶν μαρτυρίαν. Ἐμπιστευόμενοι εἰς αὐτοὺς δίδομεν πίστιν εἰς τὴν παρακαταθήκην αὐτῶν, ἀλλὰ συγχρόνως, ὡς ὁ Μωϋσῆς, κράζομεν πρὸς Αὐτόν: «Δὸς ἡμῖν τοῦ γνῶναί Σε, καθὼς Σὺ εἶ ἐν τῇ αἰωνιότητί Σου». Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς» (Ρωμ. ι´ 17) καὶ ἐντελῶς ἄλλο «τὸ γνῶναί Σε»108.

Γι᾿ αὐτὴν τὴν ἀπόλυτη Ἀλήθεια, τὴν ἐνυπόστατη Ἀλήθεια, τὸν Θεὸ τῆς Ἀγάπης, τὸν Ναζωραῖο, Γαλιλαῖο (ἢ ὅπως ἀλλοιῶς εἰρωνικὰ καὶ χλευαστικὰ θέλουν νὰ Τὸν προσφωνοῦν καὶ οἱ Νεο-παγανιστὲς Ἕλληνες), τὸν Κύριο Ἰησοῦν, τὸν σταυρωθέντα καὶ ἀναστάντα, κι ἐμεῖς γίναμε καὶ μένουμε Χριστιανοί.

Δίπλα στοὺς μεγάλους, τοὺς ἁγίους, κι ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ τοῦ 21ου αἰῶνος, ἀνάλογα μὲ τὰ πνευματικὰ μέτρα μας, ζοῦμε καὶ χαιρόμαστε τὴν Πίστι μας μὲ μιὰ ταπεινή, ἀλλὰ ἀληθινὴ κι ὄχι πλαστὴ ἐμπειρία, τὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀπευθυνόμενοι σ᾿ ὅλους τοὺς συμπατριῶτες μας Ἕλληνες ποὺ δὲν γνώρισαν ἀκόμη ἀπὸ κοντὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ κυρίως στοὺς συμπαθεῖς Νεο-εἰδωλολάτρες, πιστεύουμε ὅτι, ὅσοι ἀπ᾿ αὐτοὺς καλοπροαίρετα ψάχνουν τὴν Ἀλήθεια, μὲ τὴν ἀνήσυχη καὶ εἰλικρινῆ Ἑλληνικὴ καρδιά τους, δὲν θὰ ἀργήσουν νὰ συναντήσουν στὴν Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τὸν Προσωπικὸ ἀληθινὸ Θεό. Αὐτὸς θὰ τοὺς βοηθήση νὰ εὕρουν τὸν χαμένο πολύτιμο ἑαυτό τους, τὴν ὄντως ἐλευθερία τους, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο, γιὰ νὰ ἀναπαυθοῦν μὲ μιὰ βαθειὰ ἀνάπαυσι, ποὺ δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».

Ἡ πίστις στὸν Χριστό, εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ πίστις ποὺ μπορεῖ νὰ ἀπαντήση στὰ σύγχρονα ἐρωτήματα τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἐξαγάγη ἀπὸ ἀδιέξοδα καὶ ἀπελπισίες, νὰ λυτρώσῃ ἀπὸ διλήμματα, ἀπὸ τρικυμίες καὶ ζάλες τῆς ζωῆς τὸν κάθε ἄνθρωπο.

Τοὺς προτείνουμε κι ἐμεῖς τὸν διαχρονικῆς ἀξίας λόγο ἀγάπης τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν, ἁγίου Παύλου, πρὸς τοὺς Ἀθηναίους109. Αὐτὸν ἂς ἀναγνώσουν μὲ μεγάλη προσοχή, χωρὶς προκαταλήψεις νὰ μελετήσουν, νὰ ἐμβαθύνουν καὶ μὲ ταπείνωσι νὰ φυλάξουν στὴν ψυχή τους. Καὶ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι τὰ σπέρματα τῆς ἀληθείας δὲν θὰ ἀργήσουν νὰ ἀποδώσουν ἀγαθοὺς καρποὺς εὐσεβείας.


Ἀγωνία γιὰ τὴν σημερινὴ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ

Μὲ πόση ὄντως προσευχή, πόνο καὶ ἀγωνία, γιὰ τὶς σημερινὲς τύχες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὀφείλουμε νὰ βλέπουμε τὴν σημερινὴ ἀποστασία καὶ ἀπιστία πολλῶν!

Τί πόνος, ἀλήθεια, νὰ βλέπη κανεὶς σήμερα, μετὰ ἀπὸ 20 αἰῶνες συνεποῦς καὶ ἀδιακόπου διακονίας στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ κινδυνεύη νὰ ἀποστατήση, νὰ γίνῃ ἐπιλήσμων τῆς ξεχωριστῆς αὐτῆς εὐλογίας του ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ ξεχνᾶ τὴν ἀληθινὴ δόξα του, καὶ νὰ ἀνοητεύη ἀποζητῶντας καὶ ἐπιθυμῶντας ψεύτικη δόξα παρ᾿ ἀνθρώπων!

Τί πόνος νὰ βλέπη κανεὶς κάποιους Ἕλληνες, ἄρχοντες καὶ διανοουμένους, νὰ ἐργάζωνται κατὰ τῆς Πίστεως, δουλεύοντας κατ᾿ οὐσίαν γιὰ ξένα συμφέροντα, γινόμενοι πατραλοῖες καὶ μητραλοῖες, πρὸς ἐξοβελισμὸ τῶν Χριστιανικῶν ἱερῶν Παραδόσεων καὶ ἠθῶν!

Καὶ δύναται ὁ Κύριος καὶ «ἐκ λίθων ἐγεῖραι τέκνα»110. Μπορεῖ καὶ δὲν εἶναι διόλου ἀπίθανο, ἂν δὲν ἀλλάξουμε τρόπο σκέψεως καὶ ζωῆς, νὰ ἐπαναλάβη ὁ ἅγιος Θεός, ὅ,τι ἔκανε καὶ μὲ τὸν παλαιὸ Ἰσραήλ, τὸν πάλαι ποτε ἐκλεκτὸ λαὸ Του.

Μὲ τί πόνο τοὺς ἔλεγε ὁ Κύριος: «... Λαέ μου, παιδιά μου, ἐσεῖς ποὺ φονεύατε τοὺς Προφῆτες Μου, καὶ λιθοβολούσατε αὐτοὺς ποὺ σᾶς ἔστελνα, πόσες φορὲς προσπάθησα νὰ σᾶς συνάξω, ὅπως ἀκριβῶς συνάγει ἡ ὄρνιθα τὰ πουλάκια της κάτω ἀπὸ τὰ φτερά της, ἀλλὰ δὲν τὸ θελήσατε! Λοιπόν, νὰ! Τώρα ὁ οἶκος σας μένει ἔρημος»111.

Ἢ : «Ὁ πρωτότοκος υἱός μου, ὁ Ἰσραήλ, (ὁ λαὸς δηλαδὴ ποὺ τὸν ἀγάπησα καὶ τὸν ἐτίμησα ἰδιαίτερα) μὲ ἐγκατέλειψε, ἐμένα ποὺ εἶμαι ἡ (ἀστείρευτη) πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναβλύζουν τὰ ὕδατα τῆς ζωῆς καὶ κατεσκεύασε γιὰ τὸν ἑαυτό του πηγάδι κατεστραμμένο (ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συγκρατήση τὸ νερὸ)... Δὲν σᾶς ὑποφέρω πλέον· θὰ καλέσω τοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ κι αὐτοὶ εἶναι πλάσματά μου, καὶ ἐκεῖνοι θὰ (γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας μου καὶ θὰ) μὲ δοξάσουν...»112

Τί φοβερὸ νὰ ἐπαναληφθοῦν οἱ λόγοι αὐτοὶ τοῦ Κυρίου καὶ σὲ μᾶς, τοὺς Ἕλληνες! Τί πόνος γιὰ τοὺς Ἕλληνες Ἁγίους ὅλων τῶν ἐποχῶν, νὰ βλέπουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τὴν πνευματικὴ (κι ὄχι μόνο) ἐρήμωσι τοῦ Ἑλληνισμοῦ!

Ἂν ἐπαναλάβουμε τὸ ἔγκλημα τοῦ Ἰσραήλ, τὴν ἀγνωμοσύνη καὶ τὴν προδοσία του, καὶ ἀπιστήσουμε κι ἐμεῖς ὅπως αὐτός, τότε ὄντως θὰ μείνουμε ἔρημοι κι ἐμεῖς ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν θὰ θιγῆ, ἡ νύμφη τοῦ Χριστοῦ δὲν φθείρεται. Ὁ Ἑλληνισμὸς θὰ θιγῆ, θὰ ἐρημωθῆ.

Ἄλλα ἔθνη θὰ λάβουν τὴν κληρονομιά μας καὶ τὴν Χάρι τῆς διακονίας. Μήπως εἶναι ἀπίθανο νὰ ἰδοῦμε ἄλλους λαούς, ποὺ τώρα οὔτε κἂν φανταζόμαστε, ὡς μελλοντικοὺς διακόνους τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου; Λαοὺς ἀπὸ τὴν Ἀφρικὴ ἢ τὴν Ἀσία ἢ τὴν Ἀμερικὴ ἢ ἀπὸ ἄλλα πολὺ ἀπομακρυσμένα ἀπὸ ἐμᾶς ἔθνη, ποὺ ταπεινὰ θὰ δεχθοῦν τὴν κλῆσι γιὰ τὴν συνέχισι τῆς διακονίας τοῦ Κυρίου;

*************

Ὅμως ζῆ Κύριος ὁ Θεός! Μὲ τὴν Χάρι Του δὲν θὰ γίνῃ τίποτε τέτοιο.

Ὑπάρχει τὸ ἐκλεκτὸ λεῖμμα τοῦ Θεοῦ.

Ὑπάρχουν πολὺ περισσότεροι ἀπὸ δέκα δίκαιοι στὸν ἁγιασμένο τόπο μας113. Ψυχὲς ποὺ ἀναπαύουν πολὺ τὸν Θεὸ μὲ τὴν ὅλη ζωή τους, χάριν τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἐπιτρέψη ἡ ἀγάπη Του τὴν ἐρήμωσι αὐτή. Δὲν θὰ ἐπιτρέψουμε νὰ γίνῃ τόπος ἐρημώσεως ὁ ἁγιασμένος τόπος τῆς Χριστιανικῆς Ἑλλάδος μας, ποὺ εἶναι ζυμωμένος σὲ κάθε σπιθαμή του μὲ αἵματα μαρτύρων, ἱδρῶτες Ὁσίων καὶ δάκρυα ἁγίων Χριστιανῶν. Πιστεύουμε ὅτι ὅλες οἱ δυσκολίες καὶ οἱ πειρασμοὶ εἶναι νεφύδρια ποὺ «θᾶττον παρελεύσονται», μὲ τὴν δύναμι τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐχὴ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων μας.

Οἱ ψυχὲς τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων διψοῦν καὶ ποθοῦν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τῶν Ὀρθοδόξων, ἔστω κι ἂν πολλοὶ βιωματικὰ ἀκόμη Τὸν ἀγνοοῦν.

Ἂν καὶ ἡ Πίστις μας δὲν βασίζεται σὲ στατιστικὲς καὶ ἐξωτερικὲς μετρήσεις καὶ σημεῖα, ἀφοῦ «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι» καὶ «οὐκ ἔρχεται... μετὰ παρατηρήσεως»114, ὡστόσο ἀναφέρουμε ὅτι ἔχουμε καὶ πολλὰ καλὰ σημάδια γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀνάνηψι πολλῶν Ἑλλήνων. Ἔχουμε μαρτυρίες καὶ ἀποδείξεις περὶ τούτου:

Κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτὲς τῆς Πίστεώς μας, καὶ δὴ τὸ Πάσχα, οἱ ἱεροὶ Ναοί μας κατακλύζονται ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν Χριστιανῶν, καὶ νέων μάλιστα ἀνθρώπων.

Στὶς καλὲς Ἐνορίες καὶ τὰ Μοναστήρια μας ἀναπαύονται πνευματικὰ καὶ ξεδιψοῦν πολλὲς ψυχὲς καθημερινά, μὲ τὴν ἐξομολόγησι καὶ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες.

Στὸ Ἅγιον Ὄρος πολλὲς χιλιάδες, νέων κυρίως, Ἑλλήνων καταφθάνουν κατ᾿ ἔτος, προσκυνητὲς τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Υἱοῦ της. Οἱ πλεῖστοι ἀπὸ αὐτοὺς ἐξομολογοῦνται, νηστεύουν, ἀγρυπνοῦν, προσεύχονται, ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του.

Πολλὲς νέες οἰκογένειες ἀγωνίζονται νὰ τηροῦν τὸν ἅγιο Νόμο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μὲ ἐξομολόγησι, μὲ τακτικὸ Ἐκκλησιασμό, μὲ τὶς νηστεῖες, συχνὴ θεία Κοινωνία.

Παρὰ τὴν πολεμικὴ καὶ ἐχθρότητα πολλῶν, ὁ Χριστὸς ζῆ στὶς ψυχὲς τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων.

Ἀγωνιζόμαστε καὶ θὰ ἀγωνιζώμαστε ὄχι γιὰ ἰδεολογίες, ὄχι γιὰ προσωπικὴ καταξίωσι καὶ δόξα, ὄχι γιὰ εὐτελεῖς, ἰδιοτελεῖς, ἐφήμερους σκοπούς. Ἀγωνιζόμαστε, ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, γιὰ νὰ παραδώσουμε τὴν εὐλογημένη Πατρίδα μας στὶς ἑπόμενες γενιές, ὅπως τὴν παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ἥρωὲς μας, ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ ἔθνους, ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ Διδασκάλους μας.

Κι ὅλα αὐτὰ γιὰ τὶς ἀθάνατες ψυχὲς τῶν συμπατριωτῶν μας Ἑλλήνων, ἀλλὰ κι ὅλου τοῦ κόσμου, τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος.


Ἀντὶ Ἐπιλόγου

Οἱ παλαιοὶ Πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τότε ἀκόμη ποὺ ἔφθινε ἀριθμητικὰ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, ἀγωνιοῦσαν μὲν γιὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου ἀλλὰ μὲ μιὰ ἡρεμία, ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνη τους στὴν Χάρι τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ τοῦ Υἱοῦ της.

Ἔλεγαν π.χ.: «Δικό της εἶναι τὸ Περιβόλι, ἂν θέλη νὰ ἐρημώσῃ, Περιβολάρισσα εἶναι, ποιὸς θὰ τὴν ἐλέγξη; Ἀλλὰ ἡ Παναγία τ᾿ ἀγαπᾶ τὸ Περιβολάκι της, δὲν θ᾿ ἀφήσῃ».

Δὲν ἀγωνιοῦσαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ἦσαν ἄλλωστε γεροντάκια οἱ περισσότεροι. Τί μποροῦσαν νὰ ἐλπίζουν στὸν κόσμο αὐτὸ; Εἶχαν ὅμως μέσα τους στενοχώρια γιὰ τὶς ἐπερχόμενες γενιές, ἂν τὸ Ὄρος ἔμενε χέρσο πνευματικά, ἂν ἐρήμωνε. Ἡ προσευχὴ καὶ ὁ πόνος τους ἦταν γιὰ τόσες ψυχὲς ποὺ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ χαροῦν πνευματικά, νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Χριστό, ἂν διεκόπτετο ἡ πνευματικὴ ζωὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Καὶ ἀνθρωπίνως ὄντως φαινόταν μὴ ἀναστρέψιμη ἡ λειψανδρία τῶν Ἱερῶν Μονῶν καὶ λοιπῶν ἱερῶν Καθιδρυμάτων του.

Εἶχαν δὲ ἐκπονηθῆ ἀπὸ δημόσια καὶ πολιτικὰ πρόσωπα προγράμματα, γιὰ τὴν συστηματικὴ μουσειοποίησι τοῦ Ἁγίου Ὄρους

Ὅμως «ἔχει ὁ Θεὸς καὶ ἡ Παναγία», ἔλεγαν οἱ Γέροντες στὸ Ὄρος.

Καὶ ἤξεραν αὐτοὶ καλλίτερα, καὶ δὲν διαψεύστηκαν.

Ἂν συμπονέσης τὸν συνάνθρωπο, τὸν ἀδελφό, γιὰ τὸν Χριστό, γιὰ τὴν σωτηρία του, σοῦ δίδεται ὡς δῶρο καὶ κατανοεῖς κάτι ἀπὸ τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κι ὅταν νοιώσης τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέσα σου, βιωματικά, τότε δὲν ἀπελπίζεσαι, ἀκόμη κι ὅταν ὅλα φαίνωνται δυσοίωνα γύρω σου.

Εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν καταισχύνει115.

Κάτι ἐλάχιστο ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀγάπη γιὰ τόσες ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» ἐκίνησε καὶ ἐμᾶς τοὺς ταπεινοὺς μοναχούς, νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ θέμα ποὺ ἀναπτύξαμε, ἀφήνοντας γιὰ λίγο τὴν φίλη ἡσυχία, γιὰ τὴν ὁποία καὶ «ἐξήλθομεν τοῦ κόσμου».

Γνωρίζουμε ὅτι δὲν εἴμαστε οἱ εἰδικοί, οἱ εἰδήμονες. Ὅτι ἄλλοι ἅγιοι ἀδελφοί, ἁρμόδιοι, μὲ χαρίσματα καὶ ἀρετὲς καὶ γνώσεις εἰδικές, μποροῦν καὶ πείθουν καὶ ἁλιεύουν τὶς ψυχὲς πρὸς σωτηρίαν.

Ὑπάρχουν ἐξ ἄλλου πολλὰ καὶ περιώνυμα συγγράμματα ἁγίων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων καὶ Ἀπολογητῶν τῆς Πίστεως, τὰ ὁποῖα ἀπαντοῦν σὲ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὶς θεωρίες τῶν συγχρόνων Νεο-εἰδωλολατρῶν, ἱκανὰ νὰ πείσουν ὅλους ὅσους διαθέτουν εἰλικρίνεια, εὐσυνειδησία καὶ συνέπεια στὴν σκέψι καὶ τὸν προβληματισμό τους.

Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε δὲν ἐπεχειρήσαμε συστηματικὴ ἐξέτασι καὶ ἀνάλυσι, ἀλλὰ πολὺ εὐσύνοπτα προσπαθήσαμε νὰ ἐκφράσουμε τὴν ἀγωνία μας, τὸν πόνο μας γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὶς ἀθάνατες ψυχὲς συμπατριωτῶν μας Ἑλλήνων, γιὰ ὅσους ἀφελῶς καὶ χωρὶς πολλὴ σκέψι ἐπηρεάζονται ἀπὸ σύγχρονες καὶ παλαιὲς εἰδωλικὲς πλάνες, οἱ ὁποῖες πνέουν σήμερα, ὡς μὴ ὤφελε, καὶ στὸν ἁγιοτόκο καὶ ἁγιασμένο τόπο μας.

Πιστεύουμε καὶ ἐλπίζουμε «ἡ θεία Χάρις, ἡ πάντοτε τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα», νὰ πληροφορήση τὶς ψυχές τους, παραβλέποντας τὰ δικά μας ὑστερήματα καὶ τὶς ἀδυναμίες, καὶ νὰ ἀποδώση πλουσίους καὶ πολλαπλασίους τοὺς καρποὺς ἀληθοῦς εὐσεβείας σ᾿ αὐτοὺς καὶ σ᾿ ὅλη τὴν φιλόχριστο Πατρίδα μας. Ἀμήν!

Ἱερομόναχος Φιλόθεος
Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Γρηγορίου
Ἅγιον Ὄρος
17 Δεκεμβρίου 2001
Ἑορτὴ τῶν ἁγίων Τριῶν Παίδων τῶν ἐν Βαβυλῶνι


Ἐπίμετρο

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΡΙΩΝ ΠΑΙΔΩΝ

«Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετὸς καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ εὐλογημένον τὸ ὄνομα τῆς δόξης σου τὸ ἅγιον καὶ ὑπεραινετὸν καὶ ὑπερυψούμενον εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

εὐλογημένος εἶ ἐν τῷ ναῷ τῆς ἁγίας δόξης σου καὶ ὑπερύμνητος καὶ ὑπερένδοξος εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογημένος εἶ ὁ ἐπιβλέπων ἀβύσσους, καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβὶμ καὶ αἰνετὸς καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογημένος εἶ ἐπὶ θρόνου τῆς βασιλείας σου καὶ ὑπερύμνητος καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογημένος εἶ ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὑμνητὸς καὶ δεδοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε οὐρανοὶ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε ἄγγελοι Κυρίου τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, ὕδατα πάντα τὰ ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, πᾶσαι αἱ δυνάμεις Κυρίου τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, ἥλιος καὶ σελήνη τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτω πᾶς ὄμβρος καὶ δρόσος τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, ὕδατα πάντα τὰ πνεύματα τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, πῦρ καὶ καῦμα τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, ψῦχος καὶ καύσων τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, δρόσοι καὶ νιφετοὶ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, νύκτες καὶ ἡμέραι τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, φῶς καὶ σκότος τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, ψῦχος καὶ καῦμα, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, πάχναι καὶ χιόνες, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, ἀστραπαὶ καὶ νεφέλαι τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτω ἡ γῆ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτω καὶ ὑπερυψούτω αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, ὄρη καὶ βουνοὶ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, πάντα τὰ φυόμενα ἐν τῇ γῇ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, θάλασσα καὶ ποταμοί, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, αἱ πηγαί, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, κήτη καὶ πάντα τὰ κινούμενα ἐν τοῖς ὕδασι, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, πάντα τὰ θηρία καὶ τὰ κτήνη, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, Ἰσραήλ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, ἱερεῖς Κυρίου, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, δοῦλοι Κυρίου, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, πνεύματα καὶ ψυχαὶ δικαίων, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, ὅσιοι καὶ ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

εὐλογεῖτε, Ἀνανία, Ἀζαρία, Μισαήλ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι ἐξείλετο ἡμᾶς ἐξ ᾅδου καὶ ἐκ χειρὸς θανάτου ἔσωσεν ἡμᾶς, ἐρρύσατο ἡμᾶς ἐκ μέσου καμίνου καιομένης φλογὸς καὶ ἐκ μέσου πυρὸς ἐρρύσατο ἡμᾶς.

ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

εὐλογεῖτε, πάντες οἱ σεβόμενοι τὸν Κύριον τὸν Θεὸν τῶν θεῶν, ὑμνεῖτε καὶ ἐξομολογεῖσθε, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ».


Παραπομπὲς

  1. π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Ἡ Διαμόρφωση Ἀνατολῆς - Δύσεως καὶ ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἐν Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία, ἐκδ. Ἱ. Ἱδρύμ. Εὐαγγελιστρίας Τήνου, Τῆνος 2000, σ. 98.
  2. ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Περὶ Θεολογίας, 4, 1.
  3. Ἀπ. Παύλου Α´ Κορ. ιγ´, 11.
  4. Στέφανος Καραχάλιας, «Ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ» - Ἀπέσβετο; - Ἀληθῶς ἀπέσβετο, Περ. Σύναξη, τ. 69, σ. 84.
  5. Ἀλεξ. Παπαδιαμάντη, Ἡ Γυφτοπούλα, Δόμος, 1981, τ. Α´, σ. 467.
  6. Κ. Π. Καβάφη, Οὐκ Ἔγνως, Ποιήματα Β´, ἐκδ. Ἴκαρος, 1970, σ. 62.
  7. Μαρίου Δημοπούλου - Ἀπολλωνίου, «Ἡ ἰδεολογικὴ δολοφονία τοῦ Διονύσου», Δαυλός, Αὐγ.-Σεπτ. 1998, σ. 1217-1252. Ἐν Φώτη Σχοινᾶ, «Ἑλληνισμὸς καὶ Χριστιανισμός: ρήξη ἢ ζεύξη; «, Περ. Σύναξη, τ. 69, σ. 29.
  8. Ὁμήρου Ἰλιάς, Ζ´ 145, μετάφρ. Ἀ. Παπαγιάννη, Ν. Σηφάκι, ἐκδ. Πάπυρος, Ἀθῆναι, 1970, σ. 299.
  9. βλ. Ἡσιόδου, Ἔργα καὶ Ἡμέραι.
  10. βλ. «Ἡ σύνθεση τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας καὶ τῆς Πατερικῆς σκέψεως στὸ θεολογικὸ ἔργο τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ», Περ. Σύναξη, τ. 64, σ. 57-74.
  11. Πλουτάρχου, Παραμυθητικὸς πρὸς Ἀπολλώνιον 115. D. 2.
  12. Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος – Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, μετάφρ. Ἱερομ. Ἀθαν. Γιέβτιτς, ἐκδ. Ἀστήρ, Ε´ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 1987, σ. 17.
  13. ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Ε.Π.Ε. Θεσ/νίκη 1979, σ. 267.
  14. Φώτη Σχοινᾶ, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σ. 33.
  15. Θαν. Παπαθανασίου, (Αὐτο) Κριτικὴ ἑρμηνεία τῆς καταστροφῆς παγανιστικῶν ἱερῶν ἀπὸ χριστιανούς, Περ. Σύναξη, τ. 69, σ. 55, (βλ. καὶ st. Bede, Ecclesiastical History of the English People, Penguin Books, 1955, σ. 91-92).
  16. Θαν. Παπαθανασίου, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σ. 62.
  17. Μεγάλου Βασιλείου, Πρὸς τοὺς Νέους, Ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, μεταφρ., ἐκδ. Πάπυρος, σ. 24-25.
  18. ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Κατὰ Ἰουλιανοῦ, λόγος Α´.
  19. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, τόμος Θεολογία, Ἀλήθεια καὶ Ζωή, Ἀθῆναι 1962, σ. 32, ἐν Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία, π. Γεωργ. Μεταλληνοῦ, ἔκδ. Ἱ. Ἱδρ. Εὐαγγελιστρίας Τήνου, Τῆνος 2000, σ. 33.
  20. Παρ. γ´ 11-12.
  21. Φιλιπ. γ´ 20.
  22. Δημ. Τσάμη, Ἁγ. Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Κοκκίνου, Λόγος εἰς τὸν ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, Ἁγιολογικὰ Ἔργα, Α´ Θεσσαλονικεῖς ἅγιοι, ἔκδ. Κέντρον Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 429-430.
  23. Ν. Ζία, Ἕλληνες Φιλόσοφοι Ἱστορημένοι σὲ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ Μονές, Περ. Τόλμη, τ. 13, Νοέμβριος 2001, σ. 40-41.
  24. βλ. Ρωμ. ια´ 24.
  25. Ἐφεσ. ε´ 14.
  26. Ἁγ. Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου, Μαγνησιεῦσι, 10, 3, PG 65, 672 A.
  27. Εὐσεβίου Καισαρείας, Εὐαγγελικὴ Ἀπόδειξις Β´, Ι, μέρος θ´, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1961, σ. 55.
  28. βλ. αὐτόθι σ. 56.
  29. βλ. αὐτόθι σ. 57.
  30. βλ. Γεν. μθ´ 10.
  31. Γεν. ιθ´ 17-18.
  32. Εὐσεβίου Καισαρείας, αὐτόθι σ. 58.
  33. Ψαλμ. κα´ 28-29.
  34. Ψαλμ. μστ´ 2-3.
  35. Ἡσ. μθ´ 1, 6.
  36. Ζαχ. β´ 14-15.
  37. Ἡσ. μθ´ 8-13.
  38. βλ. Εὐσεβίου Καισαρείας, αὐτόθι, σ. 60.
  39. Μαλ. α´ 10-11.
  40. Ἱερ. ιστ´ 19-21 καὶ ιζ´ 1-4.
  41. Μιχ. γ´ 9-12 καὶ δ´ 1-2.
  42. Πράξ. ζ´ 51.
  43. Ματθ. κβ´ 31, 32.
  44. Β´ Κορ. ε´ 17.
  45. βλ. Λουκ. β´ 29-35.
  46. Λουκ. ε´ 11.
  47. Ἰω. στ´ 68.
  48. πρβλ. Πράξ. β´ 9.
  49. πρβλ. Ἑβρ. ιγ´ 13.
  50. Ματθ. ιγ´ 8.
  51. Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Διάλογος μὲ ἕνα Μαρξιστή, Ἔκδ. Χριστιανικῆς Στέγης Καλαμάτας.
  52. Β´ Κορ. δ, 7.
  53. Ψαλμ. Ϟε´, 5.
  54. Α´ Πέτρ. β´, 22.
  55. Ἱερομ. Λουκᾶ Γρηγοριάτου, Ἀνέκδοτη ἐπιστολὴ γιὰ σχετικὰ θέματα.
  56. βλ. ἁγ. Ἰουστίνου Μάρτυρος, Διάλογος πρὸς Τρύφωνα.
  57. βλ. Λευιτικὸ καὶ Δευτερονόμιο.
  58. πρβλ. «ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου; ὁ δὲ ἄνομος ὁ θύων μοι μόσχον ὡς ὁ ἀποκτέννων κύνα, ὁ δὲ ἀναφέρων σεμίδαλιν ὡς αἷμα ὕειον, ὁ διδοὺς λίβανον εἰς μνημόσυνον ὡς βλάσφημος», Ἡσ. 66, 2-3.
  59. Ἱερομ. Λουκᾶ Γρηγοριάτου, αὐτόθι.
  60. ἁγ. Ἰουστίνου Μάρτυρος, Ἀπολογία, 66, 3, Ε.Π.Ε., Θεσ/νίκη 1985, σ. 192. Βλ. καὶ Ἀπολογία Α´, κεφ. 54.
  61. βλ. Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, ὁ ἱερὸς Γρηγόριος καὶ ἡ θύραθεν σοφία, Ἄρθρα, Μελέται, Ἐπιστολαί, τ. Α´, Ἀθῆναι 1986, σ. 56.
  62. Θεμιστοκλῆ Τσιρώνη, Περ. Ἑρμεῖον, Σεπτ.- Ὀκτ. 2001, σ. 58-62.
  63. Τερτσέτη Ἅπαντα, ἐκδ. Παρθενών, Ἀθήνα, 1958, τ. Α´, σ. 363.
  64. Τερτσέτη Ἅπαντα, Λόγος εἰς τὸ Λιβόρνο, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τ. Β, σ. 262
  65. Ἀπομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Ἐκδ. Χ. Κοσμαδάκη, Ἀθῆναι, σ. 293-295.
  66. Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, Ὁράματα καὶ θάματα, Μ.Ι.Ε.Τ., Ἀθήνα 1983, σ. 178.
  67. Περ. Ἱερὰ Ἑλλάς, Οἱ Ἕλληνες προέρχονται ἀπὸ τὰ ἄστρα, τ. Νοέμβρ.-Δεκεμβρ. 1999, τ. 7, σ. 28.
  68. αὐτόθι, σ. 30.
  69. Περ. Ἑλλάνιον Κέλευσμα, Νοεμβρ.-Δεκεμβρ. 1999, σ. 29- 30.
  70. αὐτόθι, σ. 30.
  71. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ὑπόμνημα Μαρτυρίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρτεμίου, Ε.Π.Ε. 1991, 35, σ. 370.
  72. Ἡσ. ν´, 6.
  73. Ἁγ. Νεκταρίου, Μελέτη περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας ὡς Προπαιδείας εὶς τὸν Χριστιανισμό, Πειραιᾶς 1990, σ. 1, 7-8.
  74. π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Ὀρθοδοξία καὶ Ἑλληνικὴ Αὐτοσυνειδησία, ἐν Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία, σ. 54.
  75. Παναγ. Νέλλα, Ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ Χριστιανικὴ θεολογία, Περ. Σύναξη, τ. 12. σ. 70.
  76. Ἀρχιμ. Γεωργίου, Ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ἡ κατὰ Χριστὸν Μόρφωσις κατὰ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας (Ὁμιλία).
  77. Ὀδύσσεια, ραψωδία λ´, Νέκυια – (Φώτη Σχοινᾶ, «Ἑλληνισμὸς καὶ Χριστιανισμός: ρήξη ἢ ζεύξη;», Περ. Σύναξη, τ. 69, σ. 30).
  78. Walter Burkert, Μυστηριακὲς Λατρεῖες τῆς Ἀρχαιότητας, ἐκδ. Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 1994, σ. 39.
  79. Εὐσταθ. εἰς Ἰλιάδ. Ε. Εὐριπ. Ἄλκ. στιχ. 316.
  80. Ἰωάννου Ποττέρου, Ἑλληνικὴ Ἀρχαιολογία, Μετάφρ. ἐκ τοῦ Γερμαν. ὑπὸ Γεωργίου Γώγου, Τυπογρ. Ε. Λαζαρίδου, Κων/πολις 1864, τ. Α´, σ. 130.
  81. Πράξ. ιζ´, 21 καὶ 32.
  82. Ἡσ. η´, 2.
  83. Β´ Κορ. ε´, 17
  84. Ν.Β. Τωμαδάκη, Κλεὶς τῆς Βυζαντινῆς Φιλολογίας, Ἀθῆναι, 1965, σ. 15.
  85. αὐτόθι σ. 17.
  86. Δαν. γ´.
  87. βλ. Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Ἰ. Θεοδωροπούλου, Ἡ Μεγάλη Ἑβδομὰς μετὰ Ἑρμηνείας, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἔκδ. Ε´, Ἀθῆναι 1988, σ. 639.
  88. Μηναῖα Ὀρθοδ. Ἐκκλησίας.
  89. Ματθ. ζ´, 1.
  90. βλ. ἑορτὴ Μεταμορφώσεως, Μηναῖον στ´ Αὐγούστου.
  91. Δωδεκαθεϊστὲς καὶ Νεοειδωλολάτρες, Περ. Πληροφόρηση, Νοεμβρ. 2001.
  92. Περ. Ἑρμεῖον, Σεπτ.-Ὀκτ. 2001, σ. 41.
  93. Ψαλμ. ρλε´, 15-16.
  94. Ἰω. η´, 58.
  95. Λουκ. α´, 43.
  96. Α´ Ἰω. α´, 1, 2.
  97. ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Κατὰ Ἰουλιανοῦ λόγος πρῶτος, PG 35, 637.
  98. τοῦ αὐτοῦ, Ἔπη ἠθικά, 929, 2.
  99. Α´ Κορ. δ´, 15.
  100. αὐτόθι, σ. 16.
  101. Ἰερεμ. ι´, 11.
  102. Ἰω. ιη´, 38.
  103. Ματθ. κς´, 63.
  104. βλ. Πλάτωνος, Ἀπολογία Σωκράτους, ἐκδ. Πάπυρος, 1975, 31, σ. 66.
  105. Γεν. ιβ´, 1, 2.
  106. βλ. Ἰω. ιδ´, 6.
  107. Ἰω. η´, 32.
  108. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, μεταφρ. ἐκ τοῦ Ρωσ. Ἱερομ. Ζαχαρίου, Ἱ. Πατρ. καὶ Σταυροπ. Μονὴ Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1992, σ. 393, 394, βλ. καὶ 391 ἕως τέλους.
  109. Πράξ. ιζ´, 22-31.
  110. πρβλ. Λουκ. γ´, 8.
  111. βλ. Ματθ. κγ´, 37-38.
  112. βλ. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομὰς μετὰ ἑρμηνείας, μεταφρ. Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, ἔκδ. Ε´, Ἀθῆναι 1988, σ. 358 καὶ 437.
  113. πρβλ. Γεν. ιη´, 30.
  114. Λουκ. ιζ´, 20-21.
  115. Ρωμ. ε, 5.