ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

«Ὁ Νόμος ἠσθένησεν, ἀργεῖ τὸ Εὐαγγέλιον,
Γραφὴ δὲ πᾶσα, ἐν σοὶ παρημέληται,
Προφῆται ἠτόνησαν, καὶ πᾶς δικαίου λόγος».
(Μέγας Κανών)

Τὰ ἀνωτέρω ἔγραφεν εἰς τὸν Μεγάλον Κανόνα ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἅτινα ἐπαληθεύουν εἰς τὰς ἡμέρας μας ὅπου τὰ μέσα ἐνημερώσεως (Ἐφημερίδες, Περιοδικά, Τηλεόρασις, Ραδιόφωνο) ἀπομακρύνουν τοὺς Χριστιανοὺς ἀπὸ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐκ τούτου ὁ Οἰκουμενισμὸς ὀργιάζει διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς πανθρησκείας τοῦ ἀντιχρίστου, ἡ Κοινωνία παραπαίει, ἡ οἰκογένεια ταράσσεται καὶ συγκλονίζεται καὶ ἀπὸ τοὺς τρομακτικοὺς κινδύνους ἀντιμετωπίζει ἀπαρηγορήτους θλίψεις.

Οἱ Ζηλωταὶ Ἁγιορεῖται Πατέρες ἐκδίδουν τὸ μικρὸν φυλλάδιον αὐτὸ διὰ νὰ βοηθήσουν τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ ἀδελφοὺς νὰ αὐτοεξετάσουν τὸν ἐσωτερικό τους κόσμον καὶ διὰ τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως καὶ τῶν Θείων Μυστηρίων νὰ ἐξαγνίσουν τὴν ψυχήν τους καὶ θὰ τοὺς χαρίσῃ ὁ Κύριος τὴν αἰώνιον Ζωήν.

Τὸ φυλλάδιον αὐτὸ εἶναι εἰλημένον ἀπὸ χειρογράφους Κώδικας τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἔχει δημοσιευθῆ εἰς τὸ περιοδικὸν «Ἁγιορειτικὴ Βιβλιοθήκη», ἐπανεξεδόθη ἐν Ἀθήναις τὸ ἔτος 1948 ὑπὸ τοῦ Μοναχοῦ Θεοδοσίου, καὶ νῦν ἐν ψηφιακῇ μορφῇ.


ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ

(Ἐκ της Βιβλιοθήκης τοῦ Ἁγίου Ὄρους)

Πρὸς πάντα ἄνθρωπον, Κληρικὸν καὶ λαϊκόν, μικρόν τε καὶ μεγάλον, παῖδας καὶ παιδίσκας.

Διὰ νὰ γνωρίσῃς, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, τὸν ἑαυτόν σου, πρέπει νὰ ἐξετάσῃς ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβέστερον τὰ ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα διέπραξες καθ᾿ ὅλον τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἔζησες ἐν ἀμελείᾳ καὶ ἀδιαφορίᾳ εἰς τὴν ζωὴν τῆς ἁμαρτίας· ἀκόμη δὲ νὰ ἐξετάσῃς καὶ τὰ πάθη, τὰς κακίας, τὰς κλίσεις, καὶ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἁμαρτία ἔχει μορφώσει εἰς τὴν ψυχήν σου καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ἔχει δέσει τὸν νοῦν σου καὶ τὴν καρδίαν σου καὶ τὸ σῶμά σου. Ἐπίσης νὰ ἐξετάσῃς καὶ ὅλους τοὺς λογισμοὺς καὶ σκέψεις σου, αἱ ὁποῖαι ἐσωτερικῶς σὲ παρακινοῦν εἰς τὸ κακὸν μέχρι καὶ τῶν ἐλαχιστοτάτων.

Διὰ νὰ εὐκολυνθῇς δέ, ἀγαπητέ μου ἀναγνώστα, εἰς τὴν αὐτοεξέτασιν ταύτην, σοὶ γράφω, ὅσα καὶ ἐγὼ παρὰ τοῦ πνευματικοῦ ἐδιδάχθην καὶ παρακαλῶ ἀναγίνωσκε συνεχῶς καὶ μετὰ προσοχῆς ταῦτα μελέτα, καὶ τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος θὰ γνωρίσῃς ἀκριβῶς τὸν ἑαυτόν σου, θὰ διορθώσῃς εὐκόλως τὰ ἐλαττώματά σου καὶ θὰ βαδίσῃς ἀνδρείως καὶ εὐσταλῶς τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς.

Ἐξέτασον ἀγαπητέ, τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχεις διὰ τὴν σωτηρίαν σου. Ἐπειδὴ εἰς τὰς μεγάλας καὶ δυσκόλους πράξεις, πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἄνθρωπος καὶ μίαν μεγάλην ἐπιθυμίαν καὶ οὕτως ἀποβαίνει εὐτυχὲς τὸ τέλος τῶν πράξεών του· διότι ἄλλως δὲν νικᾷ ὁ ἄνθρωπος τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα ἀντιστέκονται εἰς αὐτὸν εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμεῖ.

Ἐξέτασον λοιπὸν τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχεις διὰ τὴν σωτηρίαν σου, πρῶτον ἐὰν εἶναι τόσον ἰσχυρὰ ὥστε νὰ σὲ παρακινῇ εἰς τὰ καλὰ ἔργα· δεύτερον ἐὰν εἶναι θερμὴ καὶ ὑπερβολική· διότι ἀληθῶς εἶναι ἐντροπὴ μεγάλη, νὰ ἐπιθυμῇς μὲν μὲ τόσην ἀδιαφορίαν καὶ ψυχρότητα τὸ αἰώνιον ἔργον τῆς σωτηρίας σου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαιότερον ὅλων τῶν ἄλλων· νὰ ἐπιθυμῇς δὲ ἀπ᾿ ἐναντίας μὲ τόσην θερμότητα τὰ προσωρινὰ καλά, τὰ ὁποῖα δὲν σοῦ χρησιμεύουν οὐδόλως· τρίτον ἐξέτασον ἐὰν ἡ ἑπιθυμία σου αὕτη εἶναι μόνη, δηλαδὴ ἐὰν ἐπιθυμῇς μόνην καὶ μόνην τὴν σωτηρίαν σου, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα πράγματα, τόσον μόνον τὰ ἐπιθυμῇς, ὅσον συμβάλλουν εἰς τὴν σωτηρίαν σου· ὅσα δὲ εἶναι ἐναντία εἰς αὐτήν, τὰ μισῇς καὶ τὰ ἀποστρέφεσαι.

Ἐξέτασον ποῖα μέσα μεταχειρίζεσαι διὰ νὰ σωθῇς· ποῖα ἔργα προκοπῆς προσθέτεις, διὰ νὰ βάλῃς εἰς περισσοτέραν ἀσφάλειαν τὴν σωτηρίαν σου, καὶ ἐὰν φυλάττῃς ὅλα αὐτὰ εἰς τὸ μέλλον καὶ μάλιστα ὅταν εὑρίσκῃς δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ κάμνῃς τὸ καλόν, διὰ τὴν συνήθειαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβες εἰς τὸ κακὸν ἢ ἐὰν συμπεραίνῃς τὸν καιρὸν διὰ νὰ κάμῃς τὰ καλά, περιμένων νὰ τὰ κάμῃς εἰς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου σου, ἡ ὁποία εἶναι τόσον ἀβέβαιος καὶ ἔχει τόσα ἐμπόδια.

Ἐξέτασον εἰς ποίους κινδύνους εὑρίσκεσαι νὰ ἀπολέσῃς τὴν ψυχήν σου, ἐὰν καὶ πηγαίνῃς γυρεύοντας μόνος σου τὰς ἀφορμὰς τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἐὰν σοὶ φαίνεται ὅτι εὑρίσκεσαι εἰς ἀσφάλειαν, ὅταν εὑρίσκεσαι πολὺν καιρὸν εἰς καμμίαν θανάσιμον ἁμαρτίαν ἀνεξομολόγητος, ἐν ᾧ πρέπει νὰ τρέμῃς ὅλος, πηγαίνων καὶ μίαν μόνην φορὰν νὰ κοιμηθῇς ἀνεξομολόγητος μὲ αὐτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν.

Ἐξέτασον ἐὰν ἔχῃς καμμίαν γνώμην καὶ ἰδέαν ὅλως ἐναντίαν εἰς τὴν σωτηρίαν σου, καθὼς εἶναι, τὸ νὰ νομίζῃς ὅτι ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός, ἠμπορεῖς ἐσὺ νὰ ἁμαρτάνῃς χωρὶς φόβον καὶ ὅτι ἡ ἀγαθότης καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ δὲν τὸν ἀφίνουν νὰ σὲ κολάσῃ. Ἢ καὶ ὅτι δύνασαι νὰ ζῇς κατὰ τὴν ὀρεξίν σου καὶ ἀρκεῖ μόνον, ἐὰν μετὰ ταῦτα έξομολογηθῇς. Καὶ ὅτι ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπον νὰ εἶναι ἁμαρτωλός, νὰ εἶναι ὅμως ταπεινός. Καὶ ὅτι πρέπει νὰ διασκεδάζῃς καὶ χαίρεις τώρα ὅτε εἶσαι νέος, καὶ ὕστερον μετανοεῖς καὶ σώζεσαι. Καὶ ἄλλας ἀκόμη παρομοίας γνώμας καὶ ἰδέας ἐναντίας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἑπομένως ἀπατηλὰς καὶ πεπλανημένας, τὰς ὁποίας σπείρει ὁ διάβολος, εἰς τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων διὰ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν ἀπώλειαν· ἐσὺ ὅμως πρέπει νὰ τὰς φοβῆσαι, καθὼς φοβεῖσαι καὶ αὐτὸν τὸν διάβολον· διότι ἐὰν ἡ θέλησις μόνον διαφθαρῇ, δύναται ὁ νοῦς ὡς ἀνώτερος νὰ τὴν διορθώσῃ μὲ τὸν ὀρθὸν λογισμόν· ἀλλ᾿ ἐὰν διαφθαρῇ ὁ νοῦς, καὶ ἔχῃ τοιαύτας προλήψεις καὶ πλάνας, ποῖος πλέον θὰ εὑρεθῇ νὰ τὸν διορθώσῃ; ἢ ποία δύναται νὰ εἷναι ἡ θεραπεία του; «Εἰ τὸ φως τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον»; (Μτθ. γ´ 23).

Ἐξέτασον τὴν κατάστασιν τῶν παθῶν σου δηλαδὴ τὰς ἀτάκτους κινήσεις της αἰσθητικῆς σου ὀρέξεως, αἱ ὁποῖαι προξενοῦν κάθε κακὸν εἰς τὴν ψυχήν. Καὶ πρῶτον μὲν ἰδὲ ποῖα πάθη εὑρίσκονται εἰς σὲ καὶ ποίαν δύναμιν ἔχουν· δεύτερον δὲ ἐξέτασον ἐὰν εἶναι κανὲν πάθος ἐξ αὐτῶν, τὸ ὁποῖον νὰ σὲ κυριεύῃ καὶ ἕως πόσο σὲ κυριεύει· τρίτον δὲ ἐξέτασον εἰς ποίας ἁμαρτίας σὲ φέρει τόσον ἐκεῖνο τὸ πάθος, ὅσον καὶ τὰ ἄλλα· καὶ τέταρτον ἐρεύνησον ὁποίαν ἀντίστασιν καὶ πόλεμον κάμνεις εἰς αὐτὰ καὶ ποίαν γνώμην καὶ ἀπόφασιν ἔχεις διὰ νὰ νικήσῃς. Ὅθεν καὶ βάλλε ὅλην σου τὴν προθυμίαν καὶ τὸν ἀγῶνα διὰ νὰ τὰ πολεμήσῃς καὶ νὰ τὰ νικήσῃς συνεργούσης τῆς θείας χάριτος, καὶ μάλιστα ἐκεῖνα τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα περισσότερον σὲ πολεμοῦν καὶ σὲ κυριεύουν.

Ἐξέτασον τὸν ἑαυτόν σου διὰ τὰ πάθη τὰ ὁποῖα ἔχεις, μερικῶς. Ἐξέτασον ἐὰν λέγῃς ψεύματα εἴτε εἰς τὰς συζητήσεις καὶ συνομιλίας σου μὲ ἄλλους, εἴτε εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἔργου σου καὶ ἐπαγγέλματός σου· καὶ ἐὰν ἐπὶ πολὺν χρόνον ψεύδεσαι καὶ ἔγινε τοῦτο συνήθεια καὶ πάθος. Πρέπει νὰ γνωρίζῃς ὅτι τὸ ψεῦδος εἶναι ἐκ τῶν μεγαλυτέρων ἁμαρτημάτων, τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς τῆς ἀληθείας ἀποστρέφεται καὶ τιμωρεῖ ὡς γέννημα καὶ προϊὸν τοῦ διαβόλου (Ἰωάν. η´ 44). «Ἀπολεῖς πάντας τοὺς λαλοῦντας τὸ ψεῦδος (ψαλμ. ε´ 6).

Εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέξῃς, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, εἰς τὸ ἁμάρτημα τοῦτο, διότι εἰς τὴν σημερινὴν κοινωνίαν ἔχει τόσον διαδοθῇ, ὥστε οἱ πολλοὶ δὲν τὸ θεωροῦν σοβαρόν, πολλάκις δὲ νομίζουν ὅτι εἶναι καὶ ὑποχρεωμένοι νὰ ψεύδωνται, διότι ἄλλως δὲν ἠμποροῦν νὰ ζήσουν! εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ἀστήρικτος αὐτὴ ἡ ἰδέα.

Ἐπίσης ἐξέτασον ἐὰν τὸ πάθος τοῦ ψεύδους σὲ παρέσυρεν ὥστε νὰ φθάσῃς μέχρι διαβολῆς καὶ συκοφαντίας, ὁπότε ἡ ἐνοχή σου εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔβλαψες ἁπλῶς τὸ ὑλικὸν συμφέρον τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψίν του, τὸν ἐπλήγωσες ἢ καὶ τὸν ἐθανάτωσες ἠθικῶς.

Ἀκόμη δὲ βαρύτερον τοῦ ψεύδους ἁμάρτημα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ προσέξῃς μήπως ὑπέπεσες, εἶναι ἡ ἐπιορκία καὶ ἡ ψευδορκία, δηλαδή, ἐὰν ἔδωκες ὑπόσχεσιν καὶ ὡρκίσθης ὅτι θὰ τηρήσῃς καὶ θὰ ἐκτελέσῃς αὐτήν· ἢ ἐὰν ὡρκίσθῃς διὰ νὰ βεβαιώσῃς τὴν ἀλήθειαν, εἴτε ἐνώπιον δικαστηρίου, εἴτε καὶ εἰς ἰδιωτικὴν συνομιλίαν καὶ ἐψεύσθης, ἐπικαλεσθεὶς ὡς μάρτυρα καὶ αὐτὸν τὸν Θεὸν τὸν ὕψιστον, ὅτι θὰ εἴπῃς τὴν ἀλήθειαν. Φοβερόν, ἀδελφέ μου, τὸ ἁμάρτημα τοῦτο καὶ ἄξιον αἰωνίου καταδίκης· διότι τολμᾷ ἀναιδῶς καὶ ἀναισχύντως ὸ ἄνθρωπος, ὄχι μόνον νὰ ψευσθῇ ἀλλὰ νὰ μεταχειρίζηται καὶ αὐτὸν τὸν Θεὸν εἰς βεβαίωσιν του ψεύδους του!

Ἐξέτασον ἐπίσης ἐὰν κακῆς συνηθείας εἰς τὰς καθημερινὰς συζητήσεις σου κάμνῃς ὅρκους τυχαίους, ἔστω καὶ ἂν οἱ ὅρκοι σου εἶναι ἀληθεῖς. Οἱ ὅρκοι αὐτοὶ ἀποδεικνύουν ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἀπαγορεύονται ὡρισμένως ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ· «Οὐ λήψῃ τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ» (Ἔξοδ.) «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὁμόσαι ὅλως» (Ματθ. ε´ 34).

Ἐξέτασον ἐπίσης ἐὰν ἐσυνήθισες νὰ λέγῃς λέξεις ἀπρεπεῖς, αἰσχράς, ὑβριστικάς, εἴτε χάριν ἀστειότητος, εἴτε διὰ νὰ ὑβρίσῃς καὶ ἐξευτελίσῃς ἄλλον διότι «αἰσχρότης καὶ μωρολογία ἢ εὐτραπελία» καὶ «πᾶς λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω» (Ἐφεσ. δ´ 29, ε´ 4). Ἐὰν ἐσυνήθισες νὰ κατακρίνῃς καὶ νὰ κατηγορῇς καὶ νὰ δυσφημῇς ἄλλους ἀπόντας, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀληθεῖς αἱ κατηγορίαι· εἶναι καὶ τοῦτο ἁμάρτημα· τόσον σοβαρὸν ὥστε ὁ Χριστὸς ἀπειλεῖ ὅτι θὰ κατακρίνῃ καὶ θὰ καταδικάσῃ τοὺς κρίνοντας μὲ τὴν αὐτὴν αὐστηρότητα, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτοὶ κατέκρινον, καὶ κατεδίκαζον τοὺς ἄλλους. «Μὴ κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε· ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνεται, κριθήσεσθαι· καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ´ 1).

Ἐξέτασον ἀκόμη ἐὰν ἔφθασες εἰς τὸ θλιβερὸν ἐκεῖνο σημεῖον νὰ ὑβρίσῃς καὶ νὰ βλασφημήσῃς ἔστω καὶ μίαν φοράν, τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἢ τὰ ἱερὰ καὶ θεῖα γενικῶς, ἢ ὁπωσδήποτε νὰ ἐκφράσῃς δυσαρέσκειαν καὶ ἀγανάκτησιν κατὰ τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ!

Τὸ ἁμάρτημα τοῦτο, ἀδελφέ μου, εἶναι ἀπὸ τὰ ἀπαισιώτερα καὶ φρικτότερα· εἶναι ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖον μολύνει καὶ δηλητηριάζει καὶ γλῶσσαν καὶ ψυχὴν διότι τολμᾷ ὁ ἄνθρωπος νὰ ὑβρίσῃ τὸν δημιουργόν του, τὸν εὐεργέτην του, τὸν Θεὸν τὸν ὕψιστον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου παρίστανται μὲ φόβον καὶ τρόμον οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἀρχάγγελοι καὶ πᾶσαι αἱ οὺράνιαι δυνάμεις.

Ἐξέτασον ἐπίσης ἐὰν ἔχῃς τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς, ἐὰν εἷσαι εὐερέθιστος καὶ παράφορος καὶ ἕτοιμος εἰς φιλονεικίας καὶ ταραχὰς καὶ μάχας· ἐρεύνησον ἐὰν καὶ μὲ μικρὰς αἰτίας ὀργίζεσαι καὶ ταράσσεσαι ἐσωτερικῶς, καὶ ἕως πόσον, ἐὰν διαφυλάττῃς πολὺν καιρὸν αὐτὸν τὸν θυμόν, καὶ ἐὰν κρατῇς πολὺν καιρὸν τὴν ἐνθύμησιν τῶν ἀδικιῶν, τὰς ὁποίας νομίζεις ὅτι σοὶ ἔκαμαν. Ἐὰν ἐκτύπησες καὶ ἐπλήγωσες ἢ ὁπωσδήποτε ἔβλαψες ἄλλον, εἴτε ἐκ θυμοῦ σφοδροῦ, εἴτε ἐξ ἐκδικήσεως· ἐὰν μετέδωκες εἰς ἄλλους εἴτε ἀπὸ ἀμέλειαν εἴτε ἀπὸ κακὴν πρόθεσιν ἢ ἀσθένειαν κολλητικήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔπασχες· πολὺ δὲ περισσότερον ἐὰν διέπραξες τὸ ἔγκλημα τοῦ φόνου· δηλαδὴ ἐὰν ἐθανάτωσες ἄνθρωπον εἴτε μὲ ὅπλον φονικόν, εἴτε μὲ δηλητήριον, εἴτε μὲ οἰονδήποτε ἄλλο μέσον ἀφήρεσες ζωὴν ἀνθρώπου. Εἰς τοὺς τοιούτους φονεῖς καὶ ἐγκληματίας ὑπάγονται καὶ αἱ μητέρες, αἱ ὁποῖαι κάμνουν ἐκτρώσεις, δηλαδὴ φονεύουν καὶ ἀποβάλλουν βιαίως τὸ ἔμβρυον, τὸ ὁποῖον ἔχουν εἰς τὴν κοιλίαν των· ἐπίσης καὶ οἱ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκθέτουν εἰς τοὺς δρόμους ἢ ὁπωσδήποτε ἐγκαταλείπουν τὰ νήπια, τέκνα των. Ὡσαύτως ἐγκληματοῦν οἱ γονεῖς ἐκεῖνοι, οἱ όποῖοι ἀποφεύγουν τὴν γέννησιν τέκνων, μεταχειριζόμενοι φάρμακα ἢ μέσα στειρωτικὰ καὶ ἐμποδίζοντα τὴν τεκνογονίαν.

Ἐξέτασον ἐπίσης τὸν ἑαυτόν σου, ἐὰν ἐσκανδάλισες ἄλλον εἴτε μὲ λόγια ἀπρεπῆ καὶ ἀσεβῆ, ἢ παρεκίνησες διὰ τοῦ παραδείγματός σου, διὰ τοῦ ἀσέμνου καὶ ἁμαρτωλοῦ τρόπου σου καὶ τῆς σκανδαλώδους ἐνδυμασίας καὶ συμπεριφορᾶς σου εἰς ἁμαρτίαν καὶ οὕτω συνετέλεσες εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ τὴν ψυχικὴν ἀπώλειαν τοῦ ἄλλου.

Ἐξέτασον ἐὰν καταλύῃς τὰς νηστείας χωρὶς ἀσθένειαν καὶ ἀνάγκην σοβαράν, ἀλλ᾿ ἐξ ἀδιαφορίας καὶ περιφρονήσεως πρὸς αὐτὰς καὶ ἐκ λαιμαργίας καὶ κοιλιοδουλείας.

Ἁμαρτήματα δὲ ἐπίσης σοβαρά, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξετάσῃς τὸν ἑαυτόν σου διὰ νὰ ἵδῃς μήπως εὑρέθης ἔνοχος, εἶναι ἡ μέθη, αἱ ἁμαρτωλαὶ διασκεδάσεις, ἡ χαρτοπαιξία, ἡ ἀπασχόλησις εἰς ἀναγνώσματα καὶ θεάματα αἰσχρὰ καὶ ἀνήθικα, εἰς χοροὺς ἀσέμνους καὶ ἀνηθίκους καὶ γενικῶς εἰς πράξεις της ἀσωτείας· «Τίνι οὐαί; τίνι θόρυβος; τίνος πελιδνοὶ οἱ ὀφθαλμοί; οὐ τῶν ἐγχρονιζόντων ἐν οἴνοις; οὐχὶ τῶν ἰχνευόντων ποῦ πότοι γίνονται;» (Παροιμ. κγ´ 30).

Ἐρεύνησον ἀκόμη, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, ἐὰν ὑπέπεσες εἰς τὰ ἁμαρτήματα τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν, τῆς πορνείας, καὶ τὰς ἄλλας ποικίλας καὶ ἀκατονομάστους πράξεις. Ἤξευρε ὅμως ὅτι τὰ αἰσχρὰ ἔργα τῆς σαρκὸς δὲν χρειάζονται ἔρευναν, ἀλλὰ μετάνοιαν· διότι εἶναι πολὺ φανερὰ ἀφ᾿ ἑαυτῶν μὲ τὴν δυσωδίαν των, καὶ διότι καὶ μόνη ἡ ἐνθύμησίς των βλάπτει τὴν ψυχήν.

Πρέπει νὰ ἐξετάσῃς, ἀδελφέ, καὶ καθήκοντα ὡρισμένα, τὰ ὁποῖα ὅταν παραβαίνῃ καὶ δὲν τηρῇ ὁ χριστιανός, διαπράττει ἁμαρτίαν καὶ γίνεται ἔνοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δηλαδὴ ἐὰν δὲν πηγαίνῃς τακτικὰ εἰς τὴν ἐκκλησίαν τὰς Κυριακὰς καὶ ἑορτάς· ἐὰν παραλείπῃς τὸ καθῆκον τῆς προσευχῆς τῆς καθημερινῆς· ἐὰν δὲν ἀργῇς τὴν Κυριακήν, ἀλλὰ καταγίνεσαι εἰς ἐργασίας περιφρονῶν τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει νὰ παύωμεν πᾶσαν ἐργασίαν βιοποριστικήν, καὶ νὰ ἀφιερώνωμεν τὴν Κυριακὴν εἰς τὴν λατρείαν τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὰ ἔργα της πρὸς τὸν πλησίον βοηθείας καὶ ἀγάπης.

Ἐπίσης ἐξέτασον ἐὰν παρέβης τὸ καθῆκον τοῦ σεβασμοῦ καί τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ ἠσέβησες πρὸς αὐτοὺς μὲ ὕβρεις ἢ μὲ ὁποιονδήποτε τρόπον τοὺς ἐλύπησες καὶ τοὺς ἐπίκρανες· ἀκόμη δὲ ἐὰν δὲν τιμᾷς τοὺς πνευματικούς σου πατέρας, τοὺς διδασκάλους σου, τοὺς προϊσταμένους σου καὶ τοὺς εὐεργέτας σου.

Ἐξέτασον ἐπίσης ἐὰν ἀπεμακρύνθης ἀπὸ τὴν πίστιν τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἠκολούθησες διδασκαλίας καὶ πλάνας αἱρετικῶν (καὶ σχισματικῶν)· ἐὰν ἐξώκειλες εἰς ἀπιστίαν· ἐὰν κατέφυγες εἰς μαντείας (δηλαδὴ κλήδονας, χειρομαντείαν, χαρτομαντείαν (ρίξιμον τῶν χαρτιῶν), ὀνειροσκοπείαν τῶν ὀνειροκριτῶν, οἰωνοσκοπείαν, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πλάτην τοῦ ἀρνιοῦ ἢ τὴν καρέναν τῆς κότας, ἀπὸ τὴν λαλιὰν πουλιῶν ἢ ἀπὸ ἄλλα σημεῖα) καὶ εἰς γοητείας, ἐπίσης ἐὰν κατέφυγες εἰς τὸν πνευματισμὸν καὶ ὑπνωτισμὸν καὶ πιστεύῃς καὶ ἀσχολῆσαι εἰς τὰ ἔργα ταῦτα. Πρέπει νὰ γνωρίζῃς, ἀγαπητέ, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἔργα ταῦτα ἐνεργοῦν αἱ πονηραὶ δυνάμεις, ἐνεργεῖ ὁ σατανᾶς. Διὰ τὰ ἔργα ταῦτα τῆς μαντείας καὶ τῆς μαγείας ἡ στ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (κανὼν ξα´) ἐπιβάλλει βαρύτιμα ἐπιτίμια, καθὼς καὶ πάντες οἱ κατὰ μέρος Πατέρες διότι ὅσοι ἐνεργοῦν ἢ συμβουλεύονται αὐτά, προσκυνοῦν αὐτὸν τὸν σατανᾶν.

Ἐξέτασον μήπως κατέχεσαι ἀπὸ τὸ πάθος τῆς ὀλιγοπιστίας καὶ ἕνεκα τούτου ἀνησυχεῖς διὰ τὴν συντήρησίν σου καὶ διὰ τὸ μέλλον σου γενικῶς, καὶ δὲν ἐμπιστεύεσαι εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπόσχεται διὰ πολλῶν βεβαιώσεων, ὅτι προνοεῖ πατρικῶς καὶ ἐνδιαφέρεται δι᾿ ἕκαστον ἄνθρωπον, ἰδιαιτέρως δὲ δι᾿ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταφεύγουν εἰς αὐτὸν μὲ μετάνοιαν καὶ πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν.

Ἐπίσης ἐξέτασον μήπως κατέχεσαι ἀπὸ τὴν ἀνυπομονησίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ταράσσεσαι καὶ ἀγανακτεῖς καὶ γογγύζεις κατὰ τοῦ Θεοῦ, ὁσάκις θλίψεις καὶ δοκιμασίαι σὲ συναντοῦν εἰς τὴν ζωήν σου. Μήπως ἀπελπίζεσαι καὶ ἔρχεσαι εἰς ἀπόγνωσιν διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς σου. Γνώριζε, ἀδελφέ μου, ὅτι διὰ τὴν σωτηρίαν μας ὁ Θεὸς παρέδωκεν εἰς θάνατον καὶ αὐτὸν τὸν Υἱόν του καὶ διὰ τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ σώζονται πάντες οἱ μετανοοῦντες ἁμαρτωλοί.

Ἐξέτασον ἐπίσης μήπως κατέχεσαι ἀπὸ τὸ πάθος τῆς ἀσυμπαθείας καὶ ἀδιαφορίας καὶ ἀσπλαγχνίας πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν δυστυχίαν τοῦ πλησίον. Μήπως κρατεῖς μνησικακίαν καὶ μῖσος εἰς τὴν ψυχήν σου κατὰ παντός, ὅστις σὲ ἔβλαψε καὶ δὲν θέλεις νὰ τὸν συγχωρήσῃς.

Ἐξέτασον ὡσαύτως ἐὰν ἔχῃς τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας καὶ πλεονεξίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔχεις προσκεκολλημένην τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν σου εἰς τὸν μαμμωνᾶν, δηλαδὴ εἰς τὸν πλοῦτον καὶ τὰ ὑλικὰ πράγματα· ἢ ἐὰν φροντίζῃς μὲ κάθε μέσον, δηλαδὴ λέγῃς ψεύματα, κάμνῃς ὅρκους, καταφρονῇς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, δυναστεύῃς τοὺς πτωχούς, μάχεσαι καὶ φιλονεικῇς νὰ κερδίζῃς ἀχόρταστα καὶ νὰ πολλαπλασιάζῃς τὴν περιουσίαν σου. «Ρίζα πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία» (Α´ Τιμ. στ´ 10) «... τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρεία» (Κολοσ. γ´ 5). Ἐὰν λυπῆσαι ὑπερβολικά, ὅταν χάσῃς κάτι ἰδικόν σου ἢ ὅταν ζημιωθῇς, ἐὰν ἀναβάλλῃς τὸν καιρὸν εἰς τὸ νὰ δώσῃς τὸ ξένον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔχεις εἰς χεῖράς σου ἢ τὸ χρέος σου ἢ τὸν μισθὸν τῶν μισθωτῶν σου· ἐὰν δὲν δίδῃς ἐλεημοσύνην καθὼς πρέπει καὶ πλουσιοπαρόχως (δυνατοῦ σου ὄντος νὰ δίδῃς), ἀλλὰ φειδομένως.

Τέλος ἐξέτασον ἀκριβῶς μήπως κατέχεσαι ἀπὸ τὸ πάθος τῆς κενοδοξίας καὶ ὑπερηφανίας καὶ διὰ τοῦτο σκέπτεσαι καὶ φροντίζεις νὰ ἐπιδεικνύεσαι πάντοτε, εἴτε μὲ λόγια, εἴτε μὲ τὴν θέσιν σου καὶ τὸ ἀξίωμά σου, εἴτε μὲ τὰ ἐνδύματά σου τὰ πολυτελῆ καὶ τὰ κοσμήματά σου, εἴτε μὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον τρόπον προσπαθεῖς νὰ ἑλκύῃς τὸν ἔπαινον καὶ τὸν θαυμασμὸν τῶν ἄλλων· ἐὰν ἐπιθυμῇς νὰ ἀρέσῃς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἢ νὰ ἐπαινῆσαι ὑπ᾿ αὐτῶν, ἢ νὰ ἐξουσιάζῃς ἄλλους καὶ ἐὰν ὅλα σου τὰ ἔργα τὰ κάμνῃς διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν· ἐὰν σκέπτεσαι διὰ τὸν ἑαυτόν σου μεγάλα πράγματα ἢ ὅτι εἶσαι ἐνάρετος καὶ καλός· ἐὰν εἶσαι αὐθάδης εἰς τὴν γνώμην σου καὶ δὲν θέλῃς νὰ ὑπακούσῃς εἰς τοὺς ἄλλους καὶ μάλιστα εἰς τοὺς προεστῶτας· ἐὰν καταφρονῇς τοὺς ἄλλους ἢ μικροτέρους ἢ ἴσους ἢ καὶ μεγαλυτέρους σου.

Τὰ πάθη αὐτά, ἀγαπητέ, εἷναι ἱκανὰ νὰ έξαναγκάσουν τὸν ἄνθρωπον ὥστε νὰ συμμορφώνεται καὶ νὰ ἀκολουθῇ πᾶσαν ματαίαν καὶ ἁμαρτωλὴν ἀπαίτησιν τοῦ κόσμου, ἔτι δὲ καὶ νὰ τὸν σπρώξουν εἰς τὰ μεγαλύτερα ἐγκλήματα.

Ἐξέτασον ἀκόμη μήπως κυριεύεσαι ἀπὸ τὸν ἐγωισμόν, καὶ θέλεις πάντοτε καὶ πανταχοῦ ὅλοι καὶ ὅλα νὰ ὑποτάσσωνται καὶ νὰ δουλεύουν εἰς τὸ ἰδικόν σου ἐγώ.

Τὸ πάθος τοῦτο, ἀδελφέ μου, ἡ ρίζα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν φυτρώνουν ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πηγάζουν ὅλα τὰ δηλητήρια της ἁμαρτίας, τὰ ὁποῖα καταστρέφουν σῶμα καὶ ψυχὴν καὶ ἑτοιμάζουν τὴν αἰωνίαν καταδίκην.

*
* *

Λοιπόν, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, γνῶθι σαὐτὸν ἐκ τῆς ἐξετάσεως ταύτης· γνώρισον ὅλα τὰ πάθη, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκεσαι· διὰ τῆς ἐρεύνης ταύτης ἀνακάλυψον τὰ ἐλαττώματά σου καὶ βδελύξου αὐτὰ ἀπὸ καρδίας καὶ μίσησον αὐτὰ καὶ ὅσον δύνασαι ἀγωνίζου διὰ νὰ τὰ πολεμῇς καὶ νὰ τὰ νεκρώνῃς, καθὼς ὁ θεῖος Παῦλος λέγει· «οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ, τὴν σάρκα ἐσταύρωσον σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλ. ε´ 24). Ξερίζωσον τὰς ρίζας τῆς ἁμαρτίας καὶ φύτευσον τὰ φυτὰ καὶ τὰ ἄνθη τῶν ἀρετῶν· «Νοῦς πνευματικὴν γνῶσιν πεπωκώς, τελείως καθαίρεται. Ἀγάπη δέ, τὰ φλεγμαίνοντα μόρια τοῦ θυμοῦ θεραπεύει, ἐπιθυμίας δ᾽ ἐπιῤῥεούσας ἵστησιν ἐγκράτεια» (ὅσιος Σεραπίων).

Ἐπειδὴ ὅμως νικητὴς καὶ νεκρωτὴς τοῦ κόσμου παθῶν ἐστάθη μόνος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ τοῦ σταυροῦ καὶ τοῦ θανάτου του· «ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. ις´ 33)· πρόστρεχε, ἀδελφέ, καθημερινῶς εἰς τὸν γλυκύτατόν μας Ἰησοῦν καὶ εἰς τὸν σταυρόν του καὶ φώναζε τὸ παμπόθητον ὄνομά του, λέγων μέσα εἰς τὸν νοῦν σου μὲ ὅλην τὴν ἀγάπην καὶ θερμότητα· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Παρακάλει αὐτὸν νὰ ἰατρεύσῃ τὰ πάθη σου διὰ τῶν Παθῶν του· καὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Σταυροῦ του νὰ σταυρώσῃ τὴν σάρκα καὶ τὰς ἐπιθυμίας σου, διὰ νὰ δύνασαι νὰ λέγῃς καὶ σὺ μετὰ παῤῥησίας ἐκεῖνο τὸ τοῦ Παύλου· «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι, εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· δι᾿ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται, κἀγὼ τῷ κόσμῳ...» (Γαλ. στ´ 14).

ΤΕΛΟΣ καὶ τῷ Θεῷ δόξα.


ΤΙ ΔΕΙ ΠΟΙΕΙΝ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ
(Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός)

Ἂς λογιάζῃ καλὰ ὁ χριστιανός, ὅταν ἐμβαίνῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, πῶς ἐμβαίνει μέσα εἰς ἕνα ἄλλον οὐρανόν. Ἡ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ μεγαλοπρέπεια, ποὺ εἶναι εἰς τὸν οὐρανόν, εἶναι καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν του· καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐμβαίνῃ μὲ φόβον καὶ εὐλάβειαν, καὶ ὄχι μὲ ὑπερηφάνειαν, μὲ ἔπαρσιν, μὲ φαντασίαν κοσμικήν, καὶ ὡς ἔτυχεν, ὡσὰν νὰ ἔμβαινεν εἰς τὸν οἶκον του. Οἱ ἄνθρωποι ἐμβαίνουσιν εἰς τὰ παλάτια τῶν Βασιλέων καὶ ἀρχόντων μὲ προσοχὴν καὶ εὐλάβειαν, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν εἶναι ἐκεῖνοι παρόντες· πόσον περισσότερον πρέπει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ αὐτὸς Χριστός, ὁ Βασιλεὺς τῶν Βασιλέων, εὑρίσκεται παρών, συντροφευόμενος, μὲ Ἀγγέλους καὶ μὲ Ἀρχαγγέλους καὶ μὲ ὅλην τὴν οὐράνιον μεγαλοπρέπειαν. Λογιάσατε, ὅτι ὑπάγετε εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου σας· ὑπάγετε νὰ παρασταθῆτε ἔμπροσθεν τοῦ Χριστοῦ μὲ ταπείνωσιν, νὰ τοῦ ζητήσητε συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν σας, βοήθειαν, νὰ μὴν πέσητε πάλιν εἰς ἁμαρτίας, δι᾿ ἀσθένειαν τῆς σαρκός σας· δύναμιν, νὰ ἀντιπολεμῆτε εἰς τοὺς πειρασμοὺς τοῦ Διαβόλου, τῆς σαρκὸς καὶ τοῦ κόσμου· χάριν, διὰ νὰ ζήσητε τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς σας μὲ εὐσέβειαν, νὰ κάμητε τὸ ἀγαθόν, καὶ νὰ τὸ άκολουθήσητε ἕως τέλους τῆς ζωῆς σας, διὰ νὰ παρασταθῆτε μετὰ θάνατον ἔμπροσθεν εἰς τὸ κριτήριον τοῦ Χριστοῦ μὲ παῤῥησίαν νὰ λάβητε τὸ βραβεῖον καὶ τὴν δόξαν, ὁμοῦ μὲ τοὺς λοιπούς του Ἁγίους.


Περὶ Ἐξομολογήσεως

Πᾶσα ἐξομολόγησις ταπεινοῖ τὴν ψυχήν. Διττὸς δὲ ἐστὶν ὁ τῆς ἐξομολογήσεως λόγος· ὁ μὲν ἐν εὐχαριστίᾳ τῶν δεδωρημένων ἀγαθῶν γενόμενος· ὁ δὲ ἐπὶ ἐλέγχῳ καὶ ἐτασμῷ τῶν κακῶς πεπραγμένων λεγόμενος. Ἐξομολόγησις γὰρ λέγεται καὶ ἡ τῶν εὖ πεπονθότων μετ᾿ εὐχαριστίας ἀπαρίθμησις τῶν θείων εὐεργεσιῶν· καὶ τῶν κακῶς πεπραγμένων ἐξαγόρευσις. Ἀμφότερα δὲ ταπεινώσεως ὑπάρχει ποιητικά, καὶ ὁ ἐπ᾿ ἀγαθῷ γὰρ εὐχαριστῶν ὁμοῦ, καὶ ὁ ἐπ᾿ ἐγκλήμασιν ἐταζόμενος ταπεινοῦται· ὁ μὲν ἑαυτὸν ἀνάξιον κρίνειν τῶν δωρηθέντων καλῶν, ὁ δὲ λαβεῖν ἄφεσιν τῶν πλημμεληθέντων δεόμενος. Ἔλεγε πάλιν· ὅτι ὁ Θεὸς ἐκεῖνα κρίνει, ἅπερ δι᾿ ἐξομολογήσεως εἰς φῶς οὐκ ἦλθον· ὅσα δὲ ἐξομολογήσονται οἱ ἄνθρωποι μετὰ δακρύων ἐν ταπεινώσει πολλῇ μετὰ στεναγμῶν καὶ παύσονται τῆς πονηρᾶς πράξεως, ὁ ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων Θεὸς οὐ λογίζεται αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν· ὁποίας δὲ κρύψει ὁ ἄνθρωπος, καὶ σὺν αὐταῖς ἀποθανὼν ἐκείνας κρινεῖ ὁ Θεὸς καὶ δημοσιεύσει ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως. Πᾶς ὁ βαπτισθεὶς ἀνενέργητος πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ὑπαρχέτω θεοφιλής, ἀποτασσόμενος ταῖς ἀπάταις καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις τοῦ σατανᾶ. Υἱὸς Θεοῦ κατὰ μέθεξιν προσευχόμενος ὡς υἱὸς Πατρὶ καὶ λέγων ὡς ἀπὸ κοινοῦ τῶν πιστῶν. Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς κ.τ.λ. ἵνα μὴ ἀναξίως Πατέρα ἑαυτοῦ καλοῦντος τὸν Θεὸν ὀνειδισθῇ.


ΟΠΤΑΣΙΑ ΜΟΝΑΧΟΥ

ΠΡΩΤΙΜΗΣΙΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ
ΜΕ ΦΡΙΚΤΟΥΣ ΠΟΝΟΥΣ ΤΡΙΩΝ ΕΤΩΝ
ΕΝΑΝΤΙ
ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΤΡΙΩΝ ΩΡΩΝ
ΕΙΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟΝ ΘΑΛΑΜΟΝ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εἰς τὰς ἐπικηδίους εὐχὰς καὶ εἰς τὰ μνημόσυνα ποὺ τελοῦν οἱ Χριστιανοί, ὁ ἱερεὺς παρακαλεῖ τὸν Θεὸν νὰ ἐλεήσῃ τὴν ψυχὴν διότι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἡμάρτησεν ἐπὶ τῆς γῆς. «Οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς, ὃς ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει». Μόνον ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἦτο ἀναμάρτητος.

Διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, ὁ Θεὸς μᾶς δοκιμάζει, ὑποβάλλοντας ἡμᾶς εἰς σωματικὴν ἀσθένειαν.

Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ δέχεται εὐχαρίστως τὴν ἀσθένειαν, νὰ ταπεινοῦται καὶ νὰ δοξάζῃ τὸν Θεὸν καὶ νὰ τὸν παρακαλῇ νὰ τοῦ δίδῃ ὑπομονὴν εἰς τὴν παιδαγωγικὴν τιμωρίαν.

Αἱ ἀσθένειαι ὅμως ποὺ μᾶς ἔρχονται εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν εἶναὶ μηδαμιναὶ ἔναντι τῶν αἰωνίων βασάνων τῆς ἀτελευτήτου κολάσεως.

Ἐκεῖ εἶναι ὁ ὀδυρμὸς καὶ ἡ ὠδίνη ὅπως τὴν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου.

Ἡ φρίκη τῆς κολάσεως εἶναι ἀπερίγραπτος. Εἰς τὴν παροῦσαν μελέτην περιγράφεται ἀμυδρῶς αὕτη ἀπὸ μοναχὸν ποὺ ἐδοκίμασεν αὐτὴν ἐπὶ χρονικὸν διάστημα μίας καὶ ἡμισείας ὥρας καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπομείνῃ ἄλλο τόσο χρονικὸ διάστημα ἐπροτίμησεν νὰ ὑποφέρῃ τὴν σωματικὴν ἀσθένειαν μὲ φρικτοὺς πόνους, κλινήρης ἐπὶ τρία ἔτη, παρὰ μίαν ὥραν εἰς τὴν κόλασιν.

ΟΠΤΑΣΙΑ ΜΟΝΑΧΟΥ
Ἡ προτίμησις τῆς ἀσθενείας

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐν σαρκὶ ἐπὶ τῆς γῆς ζωῆς Αὐτοῦ ἀνέστησε τὸν τεθνεῶτα Λάζαρον, τὸν καὶ τετραήμερον λεγόμενον, διότι εἶχε μείνει τέσσαρας ἡμέρας εἰς τὸν Ἅδην. Ὅμως ὁ εὐλογημένος αὺτὸς Λάζαρος, ἂν καὶ ἔζησε τριάκοντα χρόνους μετὰ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ δὲν εἶπε, οὔτε ἔγραψε τίποτε διὰ τὴν ἐν τῷ Ἅδῃ διαγωγὴν τῶν ψυχῶν. Δύο περιστατικὰ μόνον γνωρίζομεν δι᾿ αὐτόν, α´ ὅτι ποτὲ (καθ᾿ ὅλην τὴν 30ετῆ ζωὴν μετὰ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ) δὲν ἐγέλασε παρὰ μόνον ἐμειδίασε ὅταν εἶδεν ἄνθρωπον νὰ κλέπτῃ πήλινον ἀγγεῖον, καὶ μειδιῶν εἶπεν· ἰδοὺ ὁ πηλὸς κλέπτει πηλόν, καὶ β´ ὅτι μίαν συνεχῆ πικρότητα ἠσθάνετο εἰς τὸν φάρυγγα αὐτοῦ καὶ ποτὲ καμμία τροφή, κανένα φροῦτο δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν γλυκάνῃ. Ἄρα ἐκ τούτων συμπεραίνομεν ὅτι φοβερὰ πράγματα εἶδεν εἰς τὸν Ἅδην καὶ διὰ τοῦτο ποτὲ εἰς ὅλην τὴν ζωὴν αὐτοῦ δὲν ἐγέλασε, καὶ ὅτι πολλὴν πικρότητα ἠσθάνθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, ἡ ὁποία καὶ μετεδόθη εἰς τὸ σῶμα - τὸν φάρυγγα.

Ἔρχεται δὲ νὰ βεβαιώσῃ τὸν λόγον τοῦτον μία πρόσφατος ἱστορία ἥτις συνέβη εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος, ἤτοι τοῦ εἰκοστοῦ κατὰ τὴν πολιτικὴν χρονομέτρησιν, τὴν ὁποίαν ἱστορίαν εὕρομεν γεγραμμένην εἰς χειρόγραφον βιβλίον τοῦ Γέροντος Δαμασκηνοῦ Μοναχοῦ Ἁγιοβασιλειάτου, ὅστις καὶ εὑρίσκεται ἐν τῇ ζωῇ καὶ ὁ ἀμφιβάλλων δύναται νὰ τὸν ἐρωτήσῃ καὶ νὰ διαπιστώσῃ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές. Καλὸν ὅμως εἶναι πρὶν ἀρχίσωμεν τὴν νέαν αὐτὴν ἱστορίαν νὰ παρεμβάλωμεν περιληπτικῶς μίαν παλαιὰν ὁμοιάζουσαν τῇ νέᾳ, ὄχι κατὰ τὸ εἶδος, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔννοιαν.

Γνωρίζουν οἱ πολλοὶ διὰ τὸν Μοναχὸν ἐκεῖνον τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ὅστις εἶχε πόθον πολὺν νὰ μάθῃ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Δαυϊτικοῦ λόγου τοῦ ἐν τῷ Ψαλτηρίῳ· «χίλια ἔτη ἐν ὀψθαλμοῖς σου, Κύριε, ὡς ἡμέρα ἡ ἐχθές, ἥτις διῆλθε, καὶ φυλακὴ ἐν νυκτί», καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὰς προσευχὰς καὶ δεήσεις, εὑρισκομένου ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ παρουσιάσθη εἰς αὐτὸν Ἄγγελος Κυρίου ἐν σχήματι ἀετοῦ, ὁ ὁποῖος ἥλκυσε τὸν Μοναχόν, μετέφερεν αὐτὸν εἰς τὸ δάσος καὶ ἐκεῖ ἤρχισεν ἕνα φτερούγισμα, ἕνα κελάιδισμα διὰ τοῦ ὁποίου ἐκράτησεν ἐκεῖ τὸν Μοναχὸν πολλοὺς χρόνους. Κάποτε ἀπέπτη ὁ Ἄγγελος Κυρίου -ὁ ἀετός- καὶ ὁ Μοναχὸς εἶπεν· ἂς ἐπιστρέψω εἰς τὸ Μοναστήριόν μου, μήπως ἄργησα. Ἐπιστρέψας λοιπὸν εὗρεν ἐκεῖ ἄλλον Μοναχὸν θυρωρόν, ἄλλον Ἡγούμενον, ἄλλην ἀδελφότητα, ὅλα τὰ πρόσωπα ἄγνωστα εἰς αὐτόν. Καὶ ἐξετάσαντες τὸν Κατάλογον ὀνομάτων τῶν ἡγουμενευσάντων ἐν τῇ Μονῇ καὶ τῶν προζησάντων ἀδελφῶν εὗρον, κατὰ τὰ ὀνόματα ἅτινα ἔλεγεν ὁ Μοναχός, ὅτι ἡ ἀδελφότης αὐτὴ ὑπῆρξεν ἐν τῇ Μονῇ πρὸ τριακοσίων ἐτῶν! Ἄρα ὁ Μοναχὸς οὗτος ἔζησεν εἰς τὸ δάσος τριακοσίους χρόνους χωρὶς νὰ πεινάσῃ ἢ νὰ διψάσῃ, ἢ νὰ νυστάξῃ ἢ νὰ αἰσθανθῇ κάποιαν ἄλλην σωματικὴν ἀνάγκην, μὲ μόνην τροφὴν καὶ τρυφὴν τὸ κελάιδισμα τοῦ ἀετοῦ, ἢ καλλίτερον εἰπεῖν τὴν ψαλμωδίαν τοῦ Ἀγγέλου, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ψαλμικοῦ χωρίου «χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοῖς σου, Κύριε, ὡς ἡ ἡμέρα ἡ ἐχθὲς κ.τ.λ.» καὶ αὐτὴ εἶναι μία ἀσήμαντος, μία ἀμυδρὰ ὑποτύπωσις τῆς μελλούσης χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως τῶν Δικαίων εἰς τὸν Παράδεισον. Ὅτι οὗτω δηλαδὴ θὰ παρέρχωνται οἱ αἰῶνες χωρὶς νὰ τὸ ἀντιλαμβάνωνται καὶ χωρὶς νὰ αἰσθάνωνται οἱ Δίκαιοι καμμίαν ἀνάγκην, ὅπως ὸ Μοναχὸς οὗτος ἔζησε τριακόσια ἔτη ἐν τῇ εὐφροσύνῃ τῆς ψαλμωδίας τοῦ Ἀγγέλου καὶ ἐνόμισεν ὅτι παρῆλθον μόνον δύο ὧραι. Ἀλλὰ τώρα ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἰδικήν μας ἱστορίαν.

Ἕνας νέος, ῥῶσσος, εἰς τὴν Ῥωσσίαν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος, εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος, βλέπων τὴν ματαιότητα τῆς παρούσης ζωῆς, ποθῶν δὲ τῆς αἰωνίου ζωῆς ἐπιτυχεῖν, ἀπεφάσισε νὰ ἀρνηθῇ τὸν κόσμον, νὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ καὶ νὰ γίνῃ Μοναχός. Ἔχων δὲ ἡλικίαν ὑπερεικοσαετῆ καὶ ὑπ᾿ οὐδενὸς κωλυόμενος διὰ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ τὸν ἱερὸν τοῦτον καὶ σωτήριον, εὐθὺς μετὰ τὸ σκεφθῆναι καὶ ἀποφασίσαι τὸ ἔργον ἐπροχώρησε. Δὲν ἠθέλησεν ὅμως νὰ μείνῃ εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ Μοναστήρια τῆς πατρίδος του, ἀλλὰ ἀκλινῶς ἐπορεύθη πρὸς τὸν εὐλογημένον Ἄθωνα, τὸ Περιβόλι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τὸ Ἅγιον Ὄρος. Εἰσελθὼν λοιπὸν ἐπορεύθη εἰς Καρυάς, τὴν Πρωτεύουσαν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ κατευθείαν εἰσήχθη εἰς τὴν ἐντὸς τῶν Καρυῶν Σκήτην τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τὸ λεγόμενον Σεράγιον, ἔνθα, ὡς φαίνεται εἶχε συγγενῆ ἢ γνωστὸν τινα Μοναχόν.

Τὸ πολίτευμα τῆς Σκήτης αὐτῆς ἦτο κοινοβιακόν, εἶχε τὸν Ἡγούμενον -ὅστις κατὰ τὴν μοναχικὴν γλωσσαν καλεῖται Δικαῖος- καὶ εἰς αὐτὸν ὅλοι οἱ Μοναχοὶ τῆς Σκήτης ἔκαναν ὑπακοήν, ἦτο μία τράπεζα διὰ τὸ φαγητὸ καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ τὰ πάντα κοινοβιακά.

Εἰς ἕνα τοιοῦτον Κοινόβιον, λοιπόν, εἰσελθὼν καὶ καταταγεὶς ὁ νέος οὗτος ἐπεδείκνυε πᾶσαν σπουδὴν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν μοναχικῶν καθηκόντων καὶ διακονημάτων, τὴν ὑπακοὴν καὶ ταπείνωσιν, οὕτως ὥστε εἰς ὀλίγον καιρὸν ἔγινε ἕνα ζωντανὸν-φωτεινὸν παράδειγμα πρὸς μίμησιν ἀρετῆς. Ἐν τοιαύτῃ διαγωγῇ καὶ ὑγείᾳ σωματικῇ διήνυσεν εἰς τὴν Σκήτην ὁ ἀδελφὸς δέκα ὁλόκληρα ἔτη. Μετὰ δὲ ταῦτα ἠσθένησε καὶ μὴ θέλων νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Ἁγίου Ὄρους διὰ ἰατροὺς καὶ νοσοκομεῖα, εἴτε διότι ἦτο ξένος καὶ μὴ γνωρίζων τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, εἴτε διότι ἠσθάνετο τὰς δυνάμεις του ἱκανὰς πρὸς ὑπομονὴν τῆς ἀσθενείας, ἔμεινεν ἐκεῖ ὑποφέρων τοὺς πόνους καὶ τὰ ἄλλα ἐπακόλουθα τῆς ἀσθενείας. Ὀλίγον ὅμως κατ᾿ ὀλίγον ἐπιδεινωθείσης τῆς καταστάσεως τοῦ ἀδελφοῦ, ὡς μὴ λαμβάνοντος οὐδὲν φάρμακον ἔπεσεν εἰς τὸ στρῶμα, ἔμεινε δηλαδὴ κλινήρης μὴ δυνάμενος πλέον νὰ ἐξέλθῃ τοῦ κελλίου οὔτε διὰ τὴν ἐκκλησίαν οὔτε διὰ τὰ διακονήματα ἢ ἄλλην τινα ὑπηρεσίαν. Ἐδόθη δὲ εἰς αὐτὸν ἀδελφὸς νεώτερος διὰ νὰ τὸν ὑπηρετῇ εἰς ὅλας τὰς σωματικὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ὅστις καὶ διηγήθη εἰς τὸν Γέροντα Δαμασκηνὸν τὴν ἱστορίαν αὐτήν, ὅταν οὗτος ἐπεσκέφθη τὴν Σκήτην ταύτην. Ἔλεγε δὲ ὁ ἀδελφὸς οὗτος διὰ τὸν ἀσθενοῦντα Μοναχόν, ὅτι εἶχε μεγάλην ὑπομονήν, ἀδιάλειπτον εὐχὴν καὶ εὐχαριστίαν πρὸς Κύριον. Οὐδέποτε ἐγόγγυσεν, ἢ ἠγανάκτησεν, ἢ εἶπε λόγον σκληρὸν κατά τινος εἰς τὴν ὥραν τοῦ πόνου καὶ τῶν ἄλλων δεινῶν τῆς ἀσθενείας.

Οὕτω, λοιπόν, κλινήρου ὄντως τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ὑποφέροντος πόνους καὶ ἄλλας ταλαιπωρίας, παρῆλθον δέκα ἔτη, ὅσα δηλαδὴ παρῆλθον ἐν τῇ ὑγείᾳ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποταγῆς αὐτοῦ τόσα καὶ ἐν τῇ ἀσθενείᾳ. Κατ᾿ αὐτὰς τὰς ἡμέρας καθ᾿ ἃς συνεπληροῦντο τὰ δέκα ἔτη ἐν τῇ ἀσθενείᾳ, μίαν πρωΐαν αἴφνης παρίσταται ἔμπροσθεν αὐτοῦ Ἄγγελος Κυρίου. Ἐταράχθη ὁ Μοναχὸς καὶ ἐποίησε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἀλλὰ καὶ ὁ Ἄγγελος τὸν ἐμιμήθη, ὁπότε διεπίστωσεν ὁ Μοναχὸς ὅτι δὲν εἶναι φαντασία δαιμονική. Λέγει λοιπὸν πρὸς τὸν Μοναχόν· Ἄγγελος εἰμὶ Θεοῦ Παντοκράτορος καὶ ἀπεστάλην πρὸς σὲ εἰπεῖν σοι ταῦτα· Θέλημα Θεοῦ ἐστιν ἵνα ὑποφέρης ἔτι ὀλίγον καὶ ὕστερον νὰ εἰσέλθης εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου. Δύο δὲ τρόπους, δύο εἴδη κακώσεως θὰ σοὶ ὑποδείξω καὶ ὁποῖον ἂν ἐκλέξης ἐγὼ θὰ τὸ ἐκτελέσω ἀμέσως, ὡς ἔχων τοιαύτην ἐξουσίαν παρὰ Κυρίου. Πρῶτος τρόπος εἶναι· καθὼς ἔχεις ἐν τῇ ἀσθενείᾳ ταύτῃ δέκα χρόνους, νὰ ποιήσης ἄλλους τρεῖς ἐν τῇ αὐτῇ ἀσθενείᾳ, μὲ τοὺς αὐτοὺς πόνους καὶ τὰς αὐτὰς ταλαιπωρίας, καὶ κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν τριῶν χρόνων ἐγὼ ἔρχομαι, σὲ παραλαμβάνω καὶ σὲ ὑπάγω εἰς τὴν αἰωνίαν χαρὰν καὶ ἀπόλαυσιν, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος οὐδὲ ταλαιπωρία.

Δεύτερος τρόπος εἶναι· νὰ σὲ ὑπάγω κάτω εἰς τὸν Ἅδην, νὰ σὲ ἀφήσω εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς σκοτεινοὺς θαλάμους αὐτοῦ, νὰ μείνης ἐκεῖ τρεῖς ὥρας ἄνευ κολαστηρίων, ἄνευ βασάνων ἢ ἄλλης τινὸς ἐνοχλήσεως καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν τριῶν ὡρῶν ἐγὼ ἔρχομαι, σὲ παραλαμβάνω καὶ σὲ ὑπάγω εἰς τὸν Παράδεισον, ἔνθα τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερον καὶ χαρὰ ἡ ἀνέκφραστος. Μελέτησον ταῦτα κατὰ διάνοιαν, ἔκλεξαι ἕνα ἐκ τῶν δύο καὶ ἐγὼ θὰ τὸ ἐκτελέσω ἀμέσως.

Ἀρχίζει λοιπὸν ὁ Μοναχὸς νὰ σκέπτεται καὶ νὰ λέγῃ καθ᾿ ἑαυτόν. Ἔχω δέκα χρόνους ἐν τῇ ἀσθενείᾳ ὑποφέρων τόσους πόνους καὶ κόπους· μόνος ὁ Θεὸς γνωρίζει τί ὑπέμεινα· νὰ ὑπομείνω ἄλλα τρία ἔτη; πολὺ ἐστί. Νὰ ὑπάγω εἰς τὸν Ἅδην; σκοτεινὸς καὶ πικρός ἐστιν ὁ Ἅδης ἀλλὰ τρεῖς ὧραι δὲν εἶναι πολύ, συντόμως θὰ παρέλθουν καὶ οὕτω θὰ λάβουν τέλος ὅλα τὰ βάσανά μου. Καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Ἄγγελον λέγει· ἐκλέγω τὸ δεύτερον, ἤτοι τὸν Ἅδην. Εὐθὺς ἀμέσως ὁ Ἄγγελος παραλαμβάνει αὐτὸν καὶ τὸν μεταφέρει εἰς τὸν Ἅδην (εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐδεὶς οἶδεν εἰμὴ ὁ Θεός), εἰσάγει αὐτὸν εἰς ἕνα θάλαμον καὶ τοῦ λέγει· κάθου εἰς τοῦτον τὸν τόπον καὶ ἀνάμεινόν με, μετὰ τρεῖς ὥρας ἔρχομαι· καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾽ αὐτοῦ ὁ Ἄγγελος.

Ἂς σημειωθῇ ὅμως ὅτι, ἐν ὅσῳ ὁ Ἄγγελος εὑρίσκετο μετὰ τοῦ Μοναχοῦ εἰς τὸν Ἅδην, ὡς ὢν ὁ Ἄγγελος ὅλος φωτεινὸς καὶ ἐκπέμπων φῶς, ὁ Ἅδης ἀντὶ σκοτεινὸς ἐγένετο φωτεινότατος· καὶ μόλις τὸ φῶς τὸ ἀγγελικὸν ἐχάθη τότε εὑρέθη ὁ Μοναχὸς εἰς τὸ σκότος. Ἀλλὰ τί σκότος, ἀδελφοί μου; ἀφεγγὲς νὰ τὸ εἴπω; ἀλλὰ δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πραγματικότητα. Ψηλαφητόν; οὔτε αὐτό, ἀλλ᾿ οὺδὲ δύναταί τις νὰ εὕρῃ ὄνομα νὰ τοῦ δώσῃ. Ἦτο πάντως μία ἀπελπιστική, ἀνυπόφορος, ἀπαραμύθητος παραλύουσα τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν, μία πνιγηρὴ κατάστασις, μία ἄνευ κολαστηρίων Κόλασις. Καὶ τώρα, δι᾿ αὐτόν, ἡ κάθε στιγμὴ ποὺ περνᾷ εἶναι ἡμέρα μία καὶ τὸ λεπτὸν τῆς ὥρας διμηνία καὶ περισσότερον. Κάμνει ὅμως ὑπομονή, ὅτι θὰ παρέλθουν αἱ τρεῖς ὧραι καὶ θὰ ἔλθῃ ὁ Ἄγγελος νὰ ἀναγάγῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐξ ᾅδου κατωτάτου. Καὶ στενοχωρεῖται, ἀναμένει καὶ ἀδημονεῖ ὁ Μοναχός, ἀλλὰ ὁ Ἄγγελος δὲν φαίνεται.

Παρῆλθε μία ὥρα καὶ μισή· ἕως ἐδῶ εἶχε τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀπολυτρώσεως· κατ᾿ αὐτὴν τὴν ὥραν ἔχασε τὴν ὑπομονὴν αὐτοῦ καὶ περιέπεσεν εἰς ἀπόγνωσιν καὶ τελείαν ἀπελπισίαν. Δὲν πρόκειται νὰ ἔλθῃ ὁ Ἄγγελος, εἶπε καὶ ἀπηλπίσθη, ἢ μὲ μίαν λέξιν, ὁ Μοναχὸς «ἔπεσε».

Ὁ πανδερκέστατος ὀφθαλμὸς τοῦ Θεοῦ «ὃς πάνθ᾿ ὁρᾶ» ἤτοι τὰ πάντα βλέπει, εἷδε τὴν ἐν τῷ Ἅδῃ «πτῶσιν» του Μοναχοῦ, καλεῖ τὸν Ἄγγελον τὸν ὑπηρετοῦντα εἰς τὸ μυστήριον τοῦτο καὶ τοῦ λέγει· Ὕπαγε εἰς τὸν Ἅδην, εἰς τὸν Μοναχὸν ὃν ἀφῆκας ἐκεῖ, ἐρώτησον καὶ εἰπὲ αὐτῷ πῶς διάκεισαι; Ὁ̔͂ Ἄγγελος προσεκύνησε τῷ Κυρίῳ καὶ πάραυτα εὑρέθη εἰς τὸν Ἅδην. Εἰσελθὼν εἰς τὸν θάλαμον ἐκεῖνον τὸν σκοτεινότατον ἔλαμψεν ὅλος ἐκ τοῦ ἀγγελικοῦ φωτός, βλέπει δὲ τὸν Μοναχὸν ὅλον ἀπηλπισμένον καὶ ὡς εἰπεῖν ἕνα ψυχοσωματικὸν ῥάκος. Λέγει λοιπὸν πρὸς αὐτόν· Κύριος ὁ Θεὸς ἀπέστειλέ με πρὸς σὲ ἵνα ἐρωτήσω σε καὶ σοὶ εἴπω· πῶς διάκεισαι; Ὁ Μοναχός, ὡς ἐκ μεγάλης καταπτώσεως ὑψώσας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἄγγελον, βλοσυρῷ βλέμματι ἐκύτταξεν αὐτὸν καὶ ἐν ἀναβρασμῷ ψυχῆς λέγει πρὸς αὐτὸν μετ᾿ ὀργῆς: Εἶσαι σὺ Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ; εἶσαι σὺ ὑπηρέτης τῆς ἀληθείας; εἶσαι συνεπὴς εἰς τοὺς λόγους σου; Ἧλθες εἰς τὸ κελλίον μου, μοὶ ὑπέβαλες δύο ὅρους, δύο τρόπους παιδείας καὶ ἐγὼ ἐξέλεξα τὸν δεύτερον. Μὲ ἔφερες καὶ μὲ ἄφησες εἰς τὸν σκοτεινὸν καὶ ἀπαράκλητον τοῦτον τόπον λέγων μοι, ὅτι μετὰ τρεῖς ὥρας ἔρχομαι νὰ σὲ ἐξάξω καὶ νὰ σὲ ὑπάγω εἰς τὸν Παράδεισον. Ἔφυγες καὶ ἐγὼ περιμένω, περιμένω, περιμένω. Παρῆλθον διακόσια ἔτη καὶ τώρα ἦλθες καὶ μοὶ λέγεις· πῶς διάκεισαι;

Ὁ Ἄγγελος, ἀπὸ ὅ,τι ἐνήργησεν ὁ Κύριος, νὰ τὸν ἀποστείλῃ δηλαδὴ πρὸ τῆς ὡρισμένης ὥρας καὶ ἀπὸ ὅ,τι ἤκουσε τώρα ἀπὸ τὸν Μοναχὸν ἐννόησε τὴν ὅλην ἐσωτερικὴν κατάστασιν αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀπαντᾶ μὲ πραεῖαν φωνήν. Ναί, Μοναχέ, Ἄγγελος εἰμὶ τοῦ Θεοῦ, ὑπηρέτης τῆς ἀληθείας καὶ συνεπὴς εἰς τοὺς λόγους μου. Οὐδὲν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ ποιῶ ἀλλ᾿ ὅ,τι ἂν ἀκούσω καὶ προσταχθῶ ὑπὸ τοῦ Κυρίου, τοῦτο καὶ πράσσω. Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν εἶδε τὴν τῆς ψυχῆς σου κατάστασιν καὶ ἀπέστειλέ με ἵνα σὲ ἐρωτήσω καὶ σοὶ εἴπω· πῶς διάκεισαι; Ἄκουσον δὲ καὶ γνώρισον τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν ὁποία ἐστίν. Εἶπον σοι ὅτι θὰ μείνης εἰς τὸν τόπον τοῦτον τρεῖς ὥρας, καὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ὅπου ἔφυγον ἀπὸ σοῦ μέχρι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὅπου ἧλθον καὶ σοῦ ὁμιλῶ, παρῆλθε τὸ ἥμισυ του ὡρισθέντος χρονικοῦ διαστήματος, δηλαδὴ μόνον μία καὶ ἥμισυ ὥρα, καὶ ἔχεις νὰ μείνης εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἄλλο τόσον, ἤτοι ἄλλην μίαν καὶ μισὴν ὥραν. Ἧλθον διὰ νὰ σὲ ἴδω πῶς εὑρίσκεσαι, δὲν ἦλθον διὰ νὰ σὲ ἐξάγω τοῦ Ἅδου.

Ἐμβρόντητος ἔμεινε, ἐπίστευσεν ὅμως ὁ Μοναχὸς εἰς τοὺς λόγους τοῦ Ἀγγέλου, ἐννόησε τὸ μυστήριον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο, ἐγνώρισεν ἐμπράκτως τί ἐστιν Ἅδης, ἦλθεν εἰς ἑαυτὸν καὶ ἀφῆκε φωνὴν οἰκτρὰν καὶ ὀδυνηρὰν σφόδρα οὕτως εἰπών· Οὐαί, οὐαί, ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ἀνθρώπους οἵτινες θὰ κατακριθῶσι καὶ θὰ καταδικασθῶσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς Κολάσεως· διότι ἐὰν ἐγὼ διὰ δύο ὥρας ἐφαντάσθην ὅτι παρῆλθον δύο αἰῶνες, καίτοι ἔχων τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἔλθη ὁ Ἅγγελος νὰ μὲ λυτρώσῃ, πῶς θὰ ὑπομείνωσιν ἐκεῖνοι χιλιάδας αἰώνων καὶ χωρὶς καμμίαν ἐλπίδα ἀπολυτρώσεως; Καὶ ἐὰν ἐγὼ δίχα βασανιστηρίων ἢ καμμιᾶς ἐνοχλήσεως δὲν ἠδυνήθην νὰ ὑπομείνω τὸ σκότος, πῶς ἐκεῖνοι θὰ ὑποφέρωσι σὺν τῇ αἰωνιότητι καὶ τὰς διαφόρους βασάνους;

Καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Ἄγγελον λέγει· δέομαί σου, Ἄγγελε τοῦ Θεοῦ, συγχώρησόν μοι διὰ τὸν κακὸν τρόπον καὶ τὴν τραχύτητα τῶν λόγων μου διὰ τῶν ὁποίων σοὶ ὠμίλησα. Μετανοῶ διὰ ταῦτα, μετανοῶ καὶ διὰ τὴν ἐκλογήν μου νὰ μείνω εἰς τὸν Ἅδην τρεῖς ὥρας. Δέομαί σου, παρακαλῶ καὶ ἱκετεύω σε, ἔκβαλέ με ἐκ τοῦ πικροτάτου καὶ ἀνυποφόρου τόπου τούτου, ἆρον με εἰς τὸ κελλίον μου, ἐν τῇ ἀσθενείᾳ μου νὰ διανύσω τὰ τρία ἔτη καὶ μηδὲ ἕνα λεπτὸν τῆς ὥρας μὴ μὲ ἀφήσης ἐδῶ. Προτιμῶ τὴν ταλαιπωρίαν τῆς ἀσθενείας καὶ νὰ βλέπω φῶς, ἔστω τὸ ἡλιακὸν παρὰ τὸ σκότος τοῦτο. Καὶ ὁ Ἄγγελος, ὡς ἔχων ἐντολὴν νὰ ποιήσῃ τὸ θέλημα καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μοναχοῦ ἐδέχθη τὴν ἀναίρεσιν τῆς πρώτης ἐκλογῆς καὶ λαμβάνει αὐτόν, τὸν μεταφέρει εἰς τὸ κελλίον του, τὸν ἀφήνει εἰς τὴν κλίνην του καὶ τοῦ λέγει· μετὰ τρία ἔτη ἔρχομαι καὶ σὲ παραλαμβάνω· καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ ὁ Ἄγγελος.

Τότε, ὦ τότε! λυτρωθεὶς ὁ Μοναχὸς ἐκ τῆς ἀφορήτου καὶ φοβερὰς τοῦ ᾍδου κατοικίσεως ἀνέπεμψεν ἐκ βαθέων τῆς καρδίας αὐτοῦ δόξαν τῷ Θεῷ, εὐχαριστίαν μετὰ δακρύων καὶ ἱκεσίαν τοῦ μηδέποτε ἰδεῖν τὴν σκοτεινὴν καὶ μελανὴν τοῦ Ἅδου μορφήν. Ἠγάλλετο ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ὡς ἔβλεπε τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου καὶ διαλογιζόμενος ἔλεγε καθ᾿ ἑαυτόν· πῶς ἐπροτίμησα τὸ σκότος ἀντὶ τοῦ φωτός! τὴν ἀργίαν καὶ ἀπραξίαν ἀντὶ τῆς ὑπομονῆς μετὰ εὐχαριστίας! τὴν δαιμονικὴν ἀπελπισίαν ἀντὶ τῆς ἀγαθῆς ἐλπίδος! Κύριε, συγχώρησόν μοι. Κύριε, λύτρωσαί με τοῦ αἰωνίου σκότους καὶ ἀξίωσόν με τοῦ ἐν σοὶ φωτός.

Ἔμεινε λοιπὸν ὁ Μοναχὸς εἰς τὴν ἀσθένειαν τὰ τρία ἔτη, αὐξάνων καὶ πληθύνων τοὺς πνευματικοὺς καρποὺς διὰ τῆς ὑπομονῆς, τῆς εὐχαριστίας καὶ τῆς προσευχῆς· τὴν δὲ παραμονὴν τῆς τελευτῆς αὐτοῦ ἐκάλεσε τὸν Πνευματικόν, ἐξωμολογήθη πᾶσαν λεπτομέρειαν τοῦ βίου του καὶ παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ ἔλθῃ τὴν ἑπομένην νὰ τῷ μεταδώσῃ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ πολὺ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, νὰ φέρῃ δὲ μεθ᾿ ἑαυτοῦ καὶ τὸν ἀδελφὸν τὸν ὑπηρετοῦντα αὐτῷ εἰς τὴν ἀσθένειαν αὐτοῦ ἐπὶ δεκατρία ὁλόκληρα ἔτη, διὰ νὰ εἴπῃ εἰς αὐτοὺς ἕνα μεγάλον μυστικόν. Τὴν ἑπομένην ἐτέλεσε τὴν θείαν Λειτουργίαν ὁ Πνευματικὸς καὶ κατὰ τὴν αἴτησιν τοῦ Μοναχοῦ λίαν πρωὶ ἐπῆγε εἰς τὸ κελλίον του μετὰ τοῦ ὑπηρετοῦντος ἀδελφοῦ καὶ τῷ μετέδωσε τὰ θεῖα Μυστήρια, τὸ μέγα ἐφόδιον διὰ τὴν ἀνωφερῆ καὶ ἀνεπίστρεπτον πορεῖαν· καὶ καθίσαντες διηγήθη εἰς αὐτοὺς ὅλην τὴν ἀνωτέρω ἱστορίαν.

Ἐκ τούτου τοῦ Μοναχου τοῦ ὑπηρετήσαντος τὸν ἀσθενῆ καὶ αὐτηκόου μάρτυρος γενομένου τῆς θαυμαστῆς αὐτῆς ἱστορίας ἤκουσεν ὁ Γέρων Δαμασκηνὸς Ἁγιοβασιλειάτης καὶ ἔγραψεν αὐτὴν εἰς βιβλίον ἰδιόχειρον τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ἀναγνώσαντες μεταφέρομεν εἰς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην δι᾿ ὠφέλειαν τῶν ψυχῶν ὑμῶν.

Τὰ σχόλια νομίζομεν εἷναι περιττά, ἡ ἱστορία καὶ μόνη ἀφ᾿ ἑαυτῆς ὁμιλεῖ πολλά· διὰ τοῦτο ἕκαστος ἡμῶν ἂς ἐξετάσῃ τὴν πνευματικὴν πορεῖαν αὐτοῦ πρὸς τὰ ποῦ κατευθύνεται ἄνω εἰς τὸν Παράδεισον ἢ κάτω εἰς τὸν Ἅδην, φοβηθήτω τὴν αἰώνιον Κόλασιν καὶ ἐργασθήτω ἵνα ἀξιωθῇ τῆς οὐρανίου βασιλείας μετὰ πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος Δικαίων εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Μετ᾿ εὐχῶν καὶ εὐλογιῶν

Ο ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ
Ἀρχιμανδρίτης Εὐθύμιος
καὶ οἱ σὺν ἐμοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί

Σημ. Ὁ γέρων Δαμασκηνὸς ἀπεβίωσεν ἀλλὰ ἐκ τῆς συνοδείας αὐτοῦ δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε περὶ τῆς θαυμαστῆς αὐτῆς ἱστορίας.