Νεκτάριος Μαμαλοῦγκος - Εἰκονογραφία καὶ ὑμνογραφία τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ

Ὁμιλία σὲ ἑορταστικὴ ἐκδήλωση, Κυριακή, 19-12-2004,
Ἀχαρναὶ Ἀττικῆς, Ἱερὸς Ναὸς Κοιμήσεως Θεοτόκου
κατόπιν προσκλήσεως Πολιτιστικοῦ Ὀργανισμοῦ Δήμου Ἀχαρνῶν


Α. Ἡ Εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ

Διδάσκοντας ὡς ἐπάγγελμα τοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴν φύσι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν παντοτινὴ ἰσχύ, ἐκτὸς κι ἂν βουληθεῖ ὁ Κύριος κάτι ἄλλο, θὰ ἀσχοληθοῦμε στὴν ὀλιγόλεπτη ὁμιλία αὐτή, μὲ τὸ πῶς γίνεται ἀντιληπτός μὲ τὶς αἰσθήσεις ὁ ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων, ἐπιμένοντας ἰδίως στὶς αἰσθήσεις ὄραση καὶ τὴν ἀκοή, ἀναφερόμενοι δηλαδὴ στὴν σχετικὴ εἰκόνα καὶ ὕμνους.

Αἰσθανθεῖτε λοιπόν, ἀκούοντας τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ διήγημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, «Στὸ Χριστὸ στὸ κάστρο», τὸ πῶς νιώθουν τὴν ἀτμόσφαιρα τῶν Χριστουγέννων στὶς ἀπαρχὲς τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους, δίχως ξενικὰ τζίνγκλ μπὲλ καὶ σάντα κλάους ἀναψυκτικῶν συμφερόντων.

...Ἔθεσαν τὸ πύραυνον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ῥίψασαι ἄφθονον λίβανον εἰς τοὺς ἄνθρακας. Καὶ ὠσφράνθη Κύριος ὁ Θεός, ὀσμὴν εὐωδίας. Ἔλαμψε δὲ τότε ὁ ναὸς ὅλος, καὶ ἤστραψε ἐπάνω εἰς τὸν θόλον ὁ Παντοκράτωρ μὲ τὴν μεγάλην κ᾿ ἐπιβλητικὴν μορφήν, καὶ ἠκτινοβόλησε τὸ ἐπίχρυσον καὶ λεπτουργημένον μὲ μυρίας γλυφὰς τέμπλον, μὲ τὰς περικαλλεῖς τῆς ἀρίστης βυζαντινῆς τέχνης εἰκόνας του, μὲ τὴν μεγάλην εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, ὅπου «Παρθένος καθέζεται τὰ Χερουβεὶμ μιμουμένη», ὅπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αἱ μορφαὶ τοῦ θείου Βρέφους καὶ τῆς ἀμώμου Λεχοῦς, ὅπου ζωνταναὶ παρίστανται αἱ ὄψεις τῶν ἀγγέλων, τῶν μάγων καὶ τῶν ποιμένων, ὅπου νομίζει τις ὅτι στίλβει ὁ χρυσός, εὐωδιάζει ὁ λίβανος καὶ βαλσαμώνει ἡ σμύρνα, καὶ ὅπου, ὡς ἐὰν ἡ γραφικὴ ἐλάλει, φαντάζεταί τις ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅτι ἀκούει τό, Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ!...

Ὁ ἑορτασμὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἐμφανίζεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, πιθανῶς στὴν ἀποστολικὴ ἐποχή. Οἱ ἀποστολικοὶ κανόνες προτρέπουν νὰ ἑορτάζεται ἡ ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ τὴν 25η Δεκεμβρίου, ἀνατολὴ τῆς νέας χρονιᾶς, δείχνοντας ἔτσι τὴ σημασία αὐτῆς τῆς ἑορτῆς γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

«Προσέξτε, ἀδελφοί, τὰς ἑορτάς· πρώτη τῶν ἑορτῶν, ἡ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ». Αὐτὴ ἡ ἰδιαίτερη μνεία τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων χαρακτηρίστηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια: «Καὶ δὲν θὰ ἔχει κάνει λάθος, αὐτὸς ποὺ θὰ ὀνομάσει τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων μητέρα ὅλων τῶν ἄλλων ἑορτῶν...». Ὅπως πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἴδια πηγὴ τὰ διάφορα ῥυάκια, ἔτσι κι ὅλες οἱ ἑορτὲς πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι σὰν μία καινούργια δημιουργία τοῦ κόσμου. Ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ποὺ ἑορτάζεται σ᾿ αὐτὴ τὴν ἑορτὴ γίνεται ἀκρογωνιαῖος λίθος· ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ χωρίζει μυστηριωδῶς τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Ἰωάννου: «Κάθε πνεῦμα ποὺ ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε σὰν ἄνθρωπος, εἶναι ἀπ᾿ τὸν Θεό, καὶ κάθε πνεῦμα ποὺ δὲν ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε σὰν ἄνθρωπος, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου...».

χρόνος ποὺ προηγεῖτο τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἦταν γεμάτος ἀπὸ τὸ βαθὺ αἴσθημα ἑνὸς ἀπροσδιόριστου κακοῦ... Κάθε στιγμὴ αἰσθανόταν κανεὶς τὴν ἀβεβαιότητα αὐτοῦ τοῦ χρόνου. Οἱ λαοὶ ποὺ ἔζησαν πρὶν τὴ Σάρκωση τοῦ Χριστοῦ εὑρίσκονταν σὲ μία συνεχὴ κίνηση. Ἡ πνευματικὴ κληρονομιὰ τῶν λαῶν δὲν διατηροῦσε μία στατικὴ ἰδιαιτερότητα, ἀλλὰ ἐμπλουτιζόταν καὶ ἕνωνε διαφορετικὰ στοιχεῖα. Οἱ πολιτισμοὶ διαφορετικῶν λαῶν εἰσέδυαν, ἐπηρέαζαν καὶ μετέβαλαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ὁ κόσμος πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μοιάζει μὲ καλοοργωμένο χωράφι, ἕτοιμο νὰ λάβει τὸν σπόρο τῆς αἰώνιας ζωῆς - ἀπαρχὴ τοῦ μέλλοντος Αἰῶνος.

εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στηρίζεται στὴ μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς παραδόσεως τῆς ἐκκλησίας μας καθὼς καὶ στὴν πλούσια λειτουργικὴ ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.

Ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος τῆς εἰκόνας τῆς Γεννήσεως πιστὸς στὰ δόγματα τῆς ἐκκλησίας ἔχει δυὸ σκοπούς: νὰ δείξει τὴν θεανθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου μας ποὺ ἀληθινὰ σαρκώθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία καὶ νὰ ὑποδηλωθεῖ ὁ πανηγυρισμὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ γενικότερα ὅλης τῆς κτίσης πρὸς τὸν Δημιουργό της. Σύμφωνα μὲ ὅσα διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ἡ Παναγία «ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλισεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ».

εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ περιέχεται μυστηριακὰ στὸ ὄνειρο τοῦ Ναβουχοδονόσορα καὶ ἐξηγεῖται προφητικὰ ἀπὸ τὸν προφήτη Δανιὴλ (κεφ.2). Ὁ βράχος ποὺ ξεριζώθηκε ἀπὸ τὸ ὄρος χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίξει ἀνθρώπινο χέρι καὶ κατέστρεψε τὸ μεγάλο εἴδωλο, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Συνήθως στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ Σωτῆρας ἔχει μία κάποια εἰκονικὴ ὁμοιότητα μὲ τὴν πέτρα ποὺ νίκησε καὶ κατέστρεψε τὸν τρομερὸ ἀνθρώπινο ἐγωισμὸ ὑπὸ τὴ μορφὴ τοῦ εἰδώλου.

Τὸ Παιδίον ἀναπαριστάνεται στὸ μέσο της εἰκόνας, σπαργανωμένο· τὸ μέγεθός του εἶναι ἐξαιρετικὰ μικρό. Συχνά, λόγω τῶν διαστάσεών της, ἡ ἀναπαράσταση τοῦ Σωτῆρα εἶναι πιὸ μικρὴ ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα πρόσωπα τῆς εἰκόνας, κι ὅμως, παρ᾿ ὅλα αὐτὰ παραμένει ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου - ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στὴν εἰκόνα ὁ Σωτῆρας καταλαμβάνει τὴ βασιλικὴ θέση τοῦ Δεσπότου.

Ὡστόσο, ἡ Θεοτόκος εἰκονίζεται πιὸ μεγάλη ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα πρόσωπα τῆς εἰκόνας κι ἐδῶ εἶναι ἀκριβῶς ποὺ ἑρμηνεύεται n προφητεία τοῦ Δανιήλ, διὰ μέσου τοῦ ὀνείρου τοῦ Ναβουχοδονόσορα. Ὁ τύπος τοῦ ὄρους καὶ τοῦ βράχου ποὺ ξεριζώθηκε ἀπὸ μόνος του εἶναι ἡ προφητικὴ εἰκόνα τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου. Εἶναι μισοξαπλωμένη καὶ μισοκαθισμένη καὶ ἡ στάση της ἀνάλαφρη γιὰ νὰ τονιστεῖ ἡ ἀπουσία τοῦ πόνου καὶ ἡ παρθενικὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

φάτνη εἰκονίζεται μέσα σὲ σκοτεινὸ σπήλαιο. Τὸ μαῦρο σπήλαιο συμβολίζει τὸν κόσμο ποὺ ἦταν σκοτισμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ἐπίσης συμβολίζει τὸν Ἅδη. Ἔτσι γιὰ νὰ πλησιάσει τὴν ἄβυσσο ὁ Χριστὸς τοποθετεῖ μυστικὰ τὴ γέννησή Του στὸ βάθος τοῦ χάσματος, ὅπου τὸ κακὸ ζεῖ στὴν τελευταία του πυκνότητα. Ὁ Χριστός, τὸ Φῶς τοῦ κόσμου, εἶναι ὁ καθήμενος «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου». Ἡ φάτνη, τὸ σπήλαιο, τὰ σπάργανα εἶναι ὅλα δείγματα τῆς κένωσης τῆς θεότητας καὶ τῆς ἄκρας ταπείνωσης. Μέσα στὸ σπήλαιο εἰκονίζονται ἕνα βόδι καὶ ἕνας ὄνος. Ὁ ἁγιογράφος ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα «ἔγνω βοὺς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ. Ἰσραὴλ δὲ μὲ οὐκ ἔγνω».

γῆ στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, δὲν παρουσιάζεται ὁμαλὴ κι ἐπίπεδη, ὄχι· εἶναι γεμάτη κίνηση, τινάγματα, λόφους, σκάμματα. Ἡ κίνηση αὐτὴ θυμίζει τὰ κύματα τῆς θάλασσας. Κι αὐτὸ τὸ ὀρεσίβιο στοιχεῖο, τὸ ἐπικίνδυνο, τῆς γήινης ἐπιφάνειας, δὲ μαρτυρεῖ μόνο τὸν ἐπικίνδυνο χαρακτῆρα τοῦ συγκεκριμένου τόπου κοντὰ στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ καὶ ἕνα ἄλλο μυστικὸ καὶ γενικότερο νόημα. Ἡ γῆ ἀναγνώρισε τὴν ἔλευση τοῦ Σωτῆρα καὶ ἀνταποκρίθηκε σ᾿ αὐτὴν ἀναγεννώμενη κι ἀναζωογονουμένη· σὰν ἕνα φύραμα ἄρχισε νὰ ζυμώνεται, διότι ἔνοιωσε μέσα τῆς τὴ μαγιὰ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Κι αὐτὲς οἱ κυματιστὲς ἀναδιπλώσεις τῆς γῆς καὶ τὰ τινάγματα τοῦ ἐδάφους γύρω ἀπὸ τὸ σπήλαιο δὲν εἶναι ἄδεια, ἀλλὰ γεμάτα ἀπὸ τὴν κατανόηση καὶ τὴ χαρὰ τοῦ γεγονότος.

Συνήθως, στὶς εἰκόνες τῆς Γεννήσεως εἰκονίζονται ἐπίσης οἱ ἄγγελοι, οἱ μάγοι καὶ οἱ βοσκοί. Οἱ ἄγγελοι, ὡς οἱ πρῶτοι ἀγγελιαφόροι καὶ μάρτυρες τῆς Καλῆς Ἀγγελίας τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ· οἱ μάγοι καὶ οἱ βοσκοί, ὡς τὸ ἀνθρώπινο γένος ποὺ καλεῖται νὰ προσκυνήσει τὸν Χριστό. Σημειωτέον, ὅτι οἱ μάγοι καὶ οἱ βοσκοὶ δὲν συνθέτουν μία κοινὴ σύναξη καὶ αὐτοὶ καθεαυτοὶ δὲν βρίσκονται κοντὰ μεταξύ τους.

Οἱ βοσκοὶ παρουσιάζουν τὸν ἐκλεκτὸ ἰουδαϊκὸ λαό· ὁ οὐρανὸς ἄνοιξε γι᾿ αὐτοὺς καὶ ἡ σύναξη τῶν ἀγγέλων ποὺ ψάλλουν ᾠδὴ στὸν Θεὸ ἔγινε ὁρατή. Ἐκλήθησαν νὰ προσκυνήσουν τὸν Χριστὸ στὸ ὄνομα τοῦ Ἰσραήλ. Δέχτηκαν κατευθείαν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους τὴν Καλὴ Ἀγγελία.

Οἱ μάγοι ποὺ εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου καὶ ἀνυψώνονται στὸ ὑψηλὸ ἐπίπεδο τῆς βαθείας κατανοήσεως τοῦ νοήματος τῆς Γεννήσεως μὲ ἕναν τρόπο, ὄχι ἁπλό, ἀλλὰ δύσκολο καὶ σύνθετο κι ἔρχονται νὰ προσκυνήσουν τὸν Χριστό, ὄχι ἀπὸ μέρη κοντινά, ἀλλὰ πολὺ μακρινά· κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ἀπὸ τὴν Περσία· ἡ πορεία τῶν μάγων, ποὺ ὁδηγοῦνται ἀπὸ ἕνα ἄστρο, εἶναι δύσκολη καὶ μακρινή. Δὲν ὁδηγήθηκαν ἀπὸ ἀγγέλους, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν κίνηση τοῦ ἀστέρος, χωρὶς ἐδῶ νὰ ἀποκαλυφθοῦν τὰ πάντα.

Ἔτσι, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι τὸ ἀστέρι ποὺ ὁδηγοῦσε τοὺς μάγους στὴ Βηθλεὲμ δὲν ἦταν ἕνα ἁπλὸ ἀστέρι, ἀλλὰ ἕνας ἄγγελος ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν ἄστρο καὶ ὁδηγοῦσε τοὺς μάγους τῆς ἀνατολῆς στὴν προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεὲμ διατηρήθηκε σὰν σύμβολο, ὄχι μόνο στὶς εἰκόνες τῆς Γεννήσεως, ἀλλὰ καὶ στὴ θεία λειτουργία. Ὅταν τελειώνει ἡ προσκομιδή, τοποθετεῖ ὁ ἱερέας στὸν «δίσκο» τὸν «ἀστέρα» πάνω ἀπὸ τὸν ἀμνὸ τοῦ ὑψωθέντος καὶ εὐλογηθέντος ἄρτου. Αὐτὸς ὁ ἀστέρας εἶναι σὲ ἀνάμνηση ἐκείνου ποὺ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὴ φάτνη, ὅπου ἀνακλίθηκε τὸ θεῖον βρέφος. Καὶ τὸ μανουάλι ποὺ τοποθετεῖται, τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, στὴ μέση της ἐκκλησίας, συμβολίζει τὸ ἄστρο της Γεννήσεως. Ἡ μοναδικὴ ἀκτίνα ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ καταλήγει στὸ σπήλαιο πάνω ἀπὸ τὸ βρέφος, σημαίνει τὴν μία οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ χωρίζεται σὲ τρεῖς λάμψεις, γιὰ νὰ προσδιορίσει τὴν συμμετοχὴ τῶν τριῶν προσώπων στὴν θεία οἰκονομία τῆς σωτηρίας. Τὸ ἄστρο εἶναι τὸ μυστικὸ ἀρχέτυπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μαρτυρεῖται στὴν Ἀποκάλυψη: «Εἶμαι ρίζα καὶ ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ - Ὁ φωτεινὸς καὶ πρωινὸς ἀστέρας».

Συνήθως, παρουσιάζουν στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τὸν Ἰωσήφ, τὸν μνηστῆρα τῆς Παρθένου, σκυμμένον ἀπὸ θλίψη, βασανιζόμενον ἀπὸ ἀμφιβολίες, μὴ ὄντας σὲ θέση νὰ ἀφομοιώσει τὸ μυστήριο τῆς Γεννήσεως υἱοῦ ἀπὸ Παρθένο. Μπροστά του στέκεται ὁ δαίμων μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς γέρου βοσκοῦ, ποὺ δοκιμάζει νὰ ταράξει τὸν Ἰωσήφ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πολλῶν εἰκόνων τῆς Γεννήσεως ὅτι ἡ Θεομήτωρ ἔχει τὸ πρόσωπο στραμμένο, ὄχι πρὸς τὸν Σωτῆρα, ἀλλὰ πρὸς τὸν Ἰωσὴφ μὲ μία ἔκφραση κατανόησης καὶ βαθιᾶς λύπης. Ἡ Θεομήτωρ μοιάζει νὰ θέλει νὰ βοηθήσει μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις της τὸν Ἰωσήφ· σ᾿ αὐτὴ τὴ φροντίδα προσδιορίζεται κιόλας τὸ ὑπούργημά της ὡς Βασίλισσας τῶν οὐρανῶν μεσίτριας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, αὐτῆς ποὺ φέρει τὶς θλίψεις τῶν ἀνθρώπων.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ εἰκονίζονται δυὸ γυναῖκες ποὺ ἑτοιμάζουν τὸ λουτρὸ τοῦ Θείου Βρέφους. Ἡ σκηνὴ εἶναι ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὰ ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια. Ἡ μαῖα εἶναι ἡ Σαλώμη καὶ ἡ ἄλλη ἡ βοηθός της, ποὺ τὶς προσκάλεσε ὁ Ἰωσὴφ γιὰ νὰ βοηθήσουν τὴν Θεοτόκο. Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφέρει ὅτι «τὸ δὲ νὰ ἱστοροῦνται γυναῖκές τινες πλύνουσαι τὸν Χριστὸν ἐν λεκάνῃ, ὡς ὀρᾶται ἐν πολλαῖς εἰκόσι της Χριστοῦ γεννήσεως, τοῦτο εἶναι παντάπασιν ἀτοπώτατον», ἀφοῦ ἡ Θεοτόκος δὲ γέννησε μὲ πόνους καὶ ὠδῖνες ὅπως οἱ ἄλλες γυναῖκες γιὰ νὰ χρειάζεται ἡ σκηνὴ τοῦ λουτροῦ.


Β. Ὁ ὑμνολογικὸς θησαυρὸς τῶν Χριστουγέννων

Ὁ συνολικὸς ὑμνολογικὸς πλοῦτος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι κατὰ γενικὴ ὁμολογία ἀνεπανάληπτος. Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναδείχθηκαν ταυτόχρονα καὶ σπουδαῖοι ποιητές. Περισσότεροι ἀπὸ πενήντα χιλιάδες ὑμνογραφικὰ ἀριστουργήματα κοσμοῦν τήν πολυποίκιλη λατρεία μας. Αὐτὰ εἶναι ἀναμφίβολα προϊόντα βαθείας πίστεως καὶ ὑγιοῦς θρησκευτικότητας, γνήσια ἀναθήματα τῆς ψυχῆς στὴν Ἐκκλησία.

Ἰδιαιτέρως οἱ ἱεροὶ ὑμνογράφοι ἐπιστράτευσαν ὅλη τὴν ποιητική τους ἔμπνευση γιὰ νὰ κοσμήσουν μὲ ὕμνους ἄφθαστης τελειότητας τὶς μεγάλες ἑορτὲς τοῦ ἐνιαυτοῦ. Πλῆθος ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι ὑμνογράφοι ἀπέδωσαν μὲ τοὺς ὕμνους τους τέλεια τὰ σωτήρια νοήματα τῶν ἑορτῶν αὐτῶν. Τὸ γεγονὸς αὐτό, τὸν τελευταῖο καιρό, ἔγινε ἀντικείμενο μελέτης ἀκόμη κι ἀπὸ ἑτερόδοξους μελετητές.

Ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, τὴν ὁποία θὰ ἑορτάσει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἡ Χριστιανοσύνη μὲ λαμπρότητα, ἔχει ἐμπλουτισθεῖ μὲ θαυμάσιους ὕμνους ἀπὸ ἐπωνύμους καὶ ἀνωνύμους ὑμνογράφους, οἱ ὁποῖοι μέσω αὐτῶν προσπάθησαν καὶ ἀπέδωσαν μὲ ἐπιτυχία τὸ μεγάλο καὶ ἀπερινόητο γεγονὸς τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως.

Στὴν συνέχεια, θὰ ἀκολουθήσουμε μία σύντομη διαδρομὴ στὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῶν Χριστουγέννων, ὡς σύντομη μνεία αὐτῆς τῆς ὑμνογραφίας τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῶν Χριστουγέννων, καὶ ὡς εἰσαγωγὴ τῶν πιστῶν στὴ μεγάλη καὶ σωτήρια αὐτὴ ἑορτή.

Α´ Μέρος - Ὕμνοι

Παρουσίαση Ὑμνων

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετὰ τὴν α´ Στιχολογίαν, Κάθισμα.
Ἦχος δ´. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.

Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός· ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ, μετὰ τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν Βασιλέων. Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ. Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ᾠδὴν ἐπάξιον, Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι, ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ Θεοτόκου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Στὸν Ὄρθρο, νωρὶς τὰ ξημερώματα, ἀλλοῦ γύρω στὰ μεσάνυχτα, ψάλλονται τὰ Καθίσματα. Μεγαλοπρεπέστατος ὁ ἦχος, δ´ νενανώ (λόγω τοῦ ἀπηχήματος, τῆς μικρῆς μουσικῆς φράσεως στὴν ἀρχὴ γιὰ τὴν ἐξοικείωση μὲ τὸν ἦχο). Λέγεται καὶ Μέλος Παλατινόν, ἀφοῦ ἀποτελοῦσε τὴν προτίμηση τῶν αὐτοκρατόρων ὡς μουσικὸ ἄκουσμα. Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, προσόμοιον μέλος τοῦ Κατεπλάγη Ἰωσήφ.

ᾨδὴ α´. Ἦχος α´. Ὁ Εἱρμός.

«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε. Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε. Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε. ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ, καὶ ἐν εὐφροσύνῃ, ἀνυμνήσατε λαοί, ὅτι δεδόξασται».

ᾨδὴ θ´.

Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν, καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
«Μυστήριον ξένον, ὁρῶ καὶ παράδοξον! οὐρανὸν τὸ Σπήλαιον· θρόνον Χερουβικόν, τὴν Παρθένον· τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλίθη ὁ ἀχώρητος, Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Καταβασίες, ἀρχὴ ἀλλὰ καὶ κορύφωση τῶν ᾠδῶν τοῦ Κανόνα. Ὁ κανών, εἶναι γενικῶς σειρὰ τροπαρίων, χωρισμένος σὲ ᾠδές, εἶναι κύριο ὑμνολογικὸ μέρος τοῦ ὄρθρου κάθε ἡμέρας. Ὁ δὲ παρὼν κανών, ἀριστούργημα μελωδίας καὶ στίχων, εἶναι ἔργο τοῦ ὑμνογράφου Κοσμᾶ. Εἱρμὸς Α´ ᾠδῆς, μεγαλυνάριον καὶ Εἱρμὸς Θ´ ᾠδῆς, σὲ ἦχο α´.

Ἐξαποστειλάριον.
Ἦχος γ´. Αὐτόμελον.

Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς, ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ἀνατολὴ ἀνατολῶν, καὶ οἱ ἐν σκότει καὶ σκιᾷ, εὕρομεν τὴν ἀλήθειαν· καὶ γὰρ ἐκ τῆς Παρθένου ἐτέχθη ὁ Κύριος. (Ἐκ γ´).

Εἰς τριπλοῦν στὸν ὄρθρο, ἐξαποστέλλεται στὸν Κύριο, τὸ μέλος ποὺ ἀκολουθεῖ, ποὺ ἀποδίδει τὴν βεβαιότητά μας γιὰ τὴν ἔλευση τῆς σωτηρίας μας. Εἶναι τὸ ἐξαποστειλάριο «Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς», αὐτόμελο σὲ γ´ ἦχο.

Ἡ ἐπίσκεψι τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν μία ἐνέργειά Του σὲ μιὰ συγκεκριμένη ἐποχή, ἀλλὰ ἔγινε πρὸς ὅλες τὶς γενεὲς τῶν ἀνθρώπων. Μᾶς ἐπεσκέφθη καὶ ἔμεινε μαζί μας. Ζοῦμε καὶ ἔχουμε τὸν Κύριο καὶ Θεό μας παρόντα καὶ ζῶντα στὴ ζωή μας.

Αἶνοι. Ἦχος δ´.

Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς Ὑψίστοις. Σοὶ πρέπει ὕμνος τῷ Θεῷ.

Εἰς τοὺς Αἴνους, ἱστῶμεν Στίχους δ´ καὶ ψάλλομεν Στιχηρά. Ἰδιόμελα.

Ἦχος δ´. Ἀνδρέου Ἱεροσολυμίτου.

Εὐφραίνεσθε Δίκαιοι· οὐρανοὶ ἀγαλλιᾶσθε· σκιρτήσατε τὰ ὄρη, Χριστοῦ γεννηθέντος· Παρθένος καθέζεται, τὰ Χερουβὶμ μιμουμένη, βαστάζουσα ἐν κόλποις, Θεὸν Λόγον σαρκωθέντα. Ποιμένες τὸν τεχθέντα δοξάζουσι. Μάγοι τῷ Δεσπότῃ δῶρα προσφέρουσιν. Ἄγγελοι ἀνυμνοῦντες λέγουσιν· Ἀκατάληπτε Κύριε, δόξα σοι.

Ἕπονται οἱ Αἶνοι, προηγούμενοι τῆς δοξολογίας. Λέγονται ἔτσι, διότι προέρχονται ἀπὸ τοὺς ψαλμοὺς 149-150, ὅπου ἀναφέρεται συχνὰ ἡ φράση «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον».

Τὸ στιχηρὸν ποὺ ἀκολουθεῖ «Εὐφραίνεσθε δίκαιοι», εἶναι μέλος τοῦ Ἀνδρέου τοῦ Ἱεροσολυμίτου, σὲ ἦχο δ´.

Κοντάκιον. Ἦχος γ´. Αὐτόμελον.
Ποίημα Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ.

Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει, καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτω προσάγει. Ἄγγελοι μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι. Μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι. Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Τὸ πασίγνωστο Κοντάκιον «Ἡ Παρθένος σήμερον» εἶναι μόνον ἡ ἀρχὴ μιᾶς σειρᾶς Οἴκων, θεματικῶν κεφαλαίων, ὅπως στὸν Ἀκάθιστο, μὲ πολλὴ μεγάλη ἱστορία, ἀπ᾿ ὅπου συνποπτικότατα ἀναφέρουμε τὴν μετάλλαξη ἑνὸς ἀρχικῶς κακόφωνου Ἀντιοχέως διακόνου, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Θεοτόκο κατὰ τὴν νύχτα τῶν Χριστουγέννων, στὸ πρόσωπο ποὺ ἐφεξῆς εὐστόχως ἀποκαλεῖται Πίνδαρος τῆς ὑμνολογίας: ὁ Ὅσιος Ῥωμανὸς ὁ Μελωδός, συνθέτης τοῦ Κοντακίου. Ἦχος γ´. Αὐτόμελον.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ´.

Ἡ γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν. Κύριε, δόξα σοι.

Ἡ θεογνωσία εἶναι ἡ πρώτη ἀφορμὴ πνευματικῆς χαρᾶς γι᾿ αὐτὸ καὶ ψάλλουμε πανηγυρικῶς «Ἡ γέννησίς Σου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως». Εἶναι πασίγνωστο αὐτὸ τὸ ἀπολυτίκιον, σὲ ἦχο δ´ λέγετο. Ὑπενθυμίζεται ὅτι Ἀπολυτίκιον καλεῖται τὸ κυριώτερο τροπάριο κάθε ἑορτῆς, ψαλλόμενο στὴν ἀπόλυση τοῦ ἑσπερινοῦ.

Β´ Μέρος - Κάλαντα

Παρουσίαση Καλάντων

1. Κάλαντα Χριστουγέννων Κρήτης.
Ἦχος πλ. δ´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

Καλὴν ἑσπέραν ἄρχοντες
κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν
νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον
ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται,
χαίρει κι ἡ φύσις ὅλη.

Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται,
ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων,
ὁ βασιλεὺς τῶν οὐρανῶν
καὶ ποιητής τῶν ὅλων.

Κυρὰ καμαροτράχηλη
καὶ φεγγαρομαγούλα,
ἁποὺ τὸν ἔχεις τὸν ὑγιό
τὸ μοσχοκανακάρη.

Λούζεις τον καὶ χτενίζεις τον
καὶ στὸ σχολειὸ τὸν πέμπεις,
κι ὁ δάσκαλος τὸν ἔδειρε
μ᾿ ἕνα χρυσὸ βεργάλι

και ἡ κυρὰ δασκάλισσα
μὲ τὸ μαργαριτάρι.
Εἴπαμε δὰ καὶ τῆς κερᾶς,
ἂς ποῦμε γιὰ τὴ βάγια.

Τὸ β´ μέρος τοῦ μουσικοῦ προγράμματος ξεκινᾷ μὲ τὰ κάλαντα τῆς Κρήτης. Οἱ γνωστοὶ σὲ ὅλους ἀρχικοὶ στίχοι ἕπονται ἀπὸ παινέματα στὴν κυρὰ τοῦ σπιτιοῦ. Ὁ ἦχος εἶναι πλ. δ´, ὁ ῥυθμὸς εἶναι τετράσημος.

2. Κάλαντα Χριστουγέννων Πόντου.
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς ἑξάσημος (ἰωνικός τρίμακρος).

Χριστὸς γεννέθεν, χαρὰ στὸν κόσμον,
ἀκαλὴ ὥρα καλή ση μέρα,
ἀκαλὸν παιδίον ὀψὲς γεννέθεν,
ψὲς γεννέθεν, οὐράνεστάθεν.

Τὸν ἐγέννησεν ἡ Παναΐα,
τὸν ἀνέσταισεν Ἀειπαρθένος.
Ἐκαβάλλκεψεν χρυσὸν πουλάριν,
ἐκατῆη στὸ σταυροδρόμιν.

Ἔρπαξαν ἀτὸν οἱ σκῦλ᾿ Ἑβραῖοι,
σκῦλ᾿ Ἑβραίοι καὶ μίλ᾿ Ἑβραῖοι.
Ἀς σ᾿ ἀρχόντικὰ κι ἀσ᾿ σὴν καρδίαν,
γαῖμαν ἔσταξεν, φλογὴν κι ἂσ᾿ ἐφάνθεν.

Ὅπου ἔσταξεν κι᾿ ἐμυροστάθεν,
ἐμύρισ᾿ ἀτὸν ὁ κόσμος ὅλος.
Νὰ μυρίσ᾿ ἀτὸν κι ἐσὺ ἀφέντα,
ἐκατῆη στὸ σταυροδρόμιν.

Ἔμπα σὸν νουντὰν κι᾿ ἔλα σὴν πόρτα,
ἔξου στέκουν τὰ παλληκάρια.
Ἔβγαλ᾿ τον κισὲ καὶ δὸς παράδας
ἔξου στέκουν τὰ παλληκάρια.

Καὶ θυμίζουν στὸν νοικοκύρην,
νοικοκύρην καὶ βασιλέαν.

Στὸν μακρινὸν κι ἡρωικὸν Πόντον ἡ ἑπόμενη στάση, μὲ τὸ γνωστὸ ἠχόχρωμα σὲ προφορὰ καὶ μελωδία. Ἦχος α´. Ῥυθμὸς ἑξάσημος (ἰωνικός τρίμακρος). Παρατηροῦμε τὴν συγγένεια ῥυθμῶν καὶ ἤχων σ᾿ ὅλους τοὺς τόπους καὶ χρόνους ποὺ ἔλλαμψε ὁ ἀδιάσπαστος ἑλληνικὸς πολιτισμός, γράμματα καὶ τέχνες, ποὺ ἰδιαιτέρως στὰ χρόνια τῆς Ῥωμανίας, τιμήθηκε ἀπὸ τοὺς πάντες, λόγιους Πατέρες καὶ λαό, σὲ κάθε ἐκδήλωση τῆς ζωῆς τους.

3. Κάλαντα Χριστουγέννων Κοτυόρων Πόντου.
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος

Ἄναρχος Θεὸς καταβέβηκεν καὶ ἐν τῇ Παρθένῳ κατώκοισεν
ερου ρεμ ερου ρεμ ρερου ρερου ρερου ρεμ
χαῖρε Ἄχραντε.

Βασιλεὺς τῶν ὅλων καὶ Κύριος ἦλθε τὸν Ἀδὰμ ἀναπλάσασθαι
ερου ρεμ ερου ρεμ ρερου ρε καὶ τενενά
χαῖρε Δέσποινα.

Γ - Δ - Ε - Σ - Φ - Ψ

Ὦ παρθενομῆτορ καὶ Δέσποινα· σῷζε τοὺς εἰς Σὲ καταφεύγοντας.
Ερου ρεμ ερου ρεμ ερου ερου ρεμ χαίρε άχραντε.
Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος ὑπάρχεις καὶ Κύριος.

Ἀπὸ τὰ Κοτύορα τοῦ Πόντου ἡ συνέχεια, μὲ τὰ Βυζαντινὰ κάλαντα σὲ ἦχο α´ καὶ ῥυθμὸ τετράσημο. Τὸ πρῶτο γράμμα κάθε στροφῆς σχηματίζει ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα, καὶ τὸ σύνολο τῶν 24 στροφῶν, σχηματίζει τὸ ἱστορικὸ τῆς Γεννήσεως, συνοδευόμενο ἀπὸ παραλλαγὲς τῶν γνωστῶν μελωδικῶν φράσεων τε-ρι-ρεμ, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν Μεθόδιο Καισαρείας, συμβολίζουν τὸν ἀκατάπαυστο ὕμνο τῶν Χερουβὶμ στὸν Κύριο.

4. Κάλαντα Χριστουγέννων Πελοποννήσου
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος

Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου,
γιὰ ἐβγᾶτε, δέστε, μάθετε, πὼς ὁ Χριστὸς γεννιέται,
γεννιέται κι᾿ ἀναθρέφεται στὸ μέλι καὶ στὸ γάλα,
τὸ μέλι τρῶν᾿ οἱ ἄρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀφεντάδες
καὶ τὸ μελισσοχόρταρο τὸ λούζουντ᾿ οἱ κυράδες.

Κυρὰ ψιλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ γαϊτανοφρύδα,
κυρὰ μ᾿ ὅταν στολίζεσαι νὰ πᾷς στὴν ἐκκλησιά σου,
βάζεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι ἀγκάλι
καὶ τὸν καθάριο αὐγερινὸ τὸν βάζεις δαχτυλίδι.

Ἐμεῖς ἐδῶ δὲν ἤρθαμε νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε,
μόνο σᾶς ἀγαπούσαμε κι᾿ ἤρθαμε νὰ σᾶς δοῦμε·
ἐδῶ ποὺ τραγουδήσαμε πέτρα νὰ μὴ ραγίσει
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ πολλοὺς χρόνους νὰ ζήσῃ.

Δῶστε μας καὶ τὸν κόκορα, δῶστε μας καὶ τὴν κότα,
δῶστε μας καὶ πέντ᾿ ἕξ᾿ αὐγά, νὰ πᾶμε σ᾿ ἄλλη πόρτα.

Εὐχάριστος καὶ χορευτικὸς ὁ τόνος ποὺ ἀποδίδουν τὰ ἑπόμενα Κάλαντα ποὺ τραγουδιοῦνταν στὴν Πελοπόννησο. Ὡς τόσον, πρωτο-τραγουδισμένα σὲ περιόδους ἰσχνῶν ἀγελάδων, γιὰ νὰ δείξουν τὴν εὐγνωμοσύνη στὸν Κύριο ποὺ ἔλαβε σάρκα θνητή, τοῦ προσφέρουν μέλι καὶ γάλα. Φυσικά, οἱ καλαντάρηδες δὲν λησμονοῦν νὰ αἰτηθοῦν ἐν τάχει καὶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ δικοῦ τους κόπου. Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

5. Κάλαντα Χριστουγέννων Σάμου.
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

Σένα σοῦ πρέπει ἀφέντη μου καρέκλα καρυδένια
γιὰ ν᾿ ἀκουμπᾶ ἡ μέση σου ἡ μαργαριταρένια.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου στὰ πεύκια νὰ κοιμᾶσαι,
νὰ πίνεις, νὰ δροσίζεσαι καὶ πάλι ἀφέντης νἆσαι.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου καράβι ν᾿ ἀρματώσεις,
καὶ τὰ πανιὰ τοῦ καραβιοῦ νὰ τὰ μαλαματώσεις.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Πολλά ῾παμε τ᾿ ἀφέντη μας, ἂς ποῦμε τσῆ κυρᾶς μας·
κυρὰ ψιλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ μαυροματοῦσα,
πὤχεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι ἀστήθη
καὶ τοῦ κοράκου τὸ φτερὸ τὤχεις καμπανοφρῦδι.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Ἂν ἔχεις κόρη ἔμορφη, βάλ᾿την νὰ μᾶς κεράσει,
νὰ τῆς ῾φχηθοῦμε ὅλοι μας, ν᾿ ἀσπρίσει, νὰ γεράσει.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Κι ἂν ἔχεις γυιὸ στὰ γράμματα, βάλ᾿τονε στὸ ψαλτήρι,
νὰ τ᾿ ἀξιώσει ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχήλι.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Ἀλλοῦ, τὰ αἰτήματα τῶν καλαντάρηδων ἀποτελοῦν τὸ σύνολο τοῦ κάλαντου, καὶ φαίνεται ὅτι διαφοροποιοῦνται ἀναλόγως τῶν τοπικῶν προϊόντων. «Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε» στὴν Σάμο, Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

6. Κάλαντα Χριστουγέννων Κοτυόρων Ἀργά.
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος

Ἀκολουθεῖ μία ἀργὴ παραλλαγὴ τῶν Βυζαντινῶν Καλάντων «Ἄναρχος Θεός».

7. Κάλαντα Χριστουγέννων Δωδεκανήσου.
Ἦχος γ´. Ῥυθμὸς τρίσημος.

Aὕτη εἶναι ἡ ἡμέρα,
ὅπου ἦρθ᾿ ὁ Λυτρωτῆς,
ἀπὸ Μαριὰμ Μητέρα,
ἐκ Παρθένου γεννηθείς. (δίς)

Ἄναρχος ἀρχὴν λαμβάνει,
καὶ σαρκοῦται ὁ Θεός,
ὁ Ἀγέννητος γεννᾶται
εἰς τὴν φάτνην ταπεινός. (δίς)

Ὅσοι ἔχετε στὰ ξένα,
νὰ δεχθῆτε μὲ καλό,
καὶ τοῦ χρόνου μὲ ὑγεία
τὸ Θεὸ παρακαλῶ. (δίς)

Ἀπὸ τὰ Δωδεκάνησα, σὲ τρίσημο ῥυθμό, καὶ ἦχο γ´, τὰ ἑπόμενα κάλαντα, μὲ καταληκτήρια εὐχὴ ποὺ ἁφορᾷ στὴν ἐπιστροφὴ τῶν ξενιτεμένων.

8. Κάλαντα Χριστουγέννων Μακεδονίας
Ἦχος πλ. β´. Ῥυθμὸς τετράσημος

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα,
τώρα Χριστός γιννιέτι (δίς)
Γιννιέτι κὶ βαφτίζιτι
στοὺς οὐρανοὺς ἀπάνου (δίς)
Ὅλοι οἱ Ἀγγέλοι χαίρουντι
κι ὅλοι δοξολογιοῦντι (δίς)
Καὶ τὰ δαιμόνια σκάζουνε,
καὶ σκάζουν καὶ πλαντάζουν (δίς)
Σὲ τοῦτ᾿ τὸ σπίτι ποὔρθαμε,
μὶ μάρμαρου στρουμένου (δίς)

Κι ἐνῷ εἶναι θαυμαστὴ ἡ ὁμοιότητα σὲ ἀντιδιαμετρικὲς περιοχές, ἐπιθυμητὴ παραμένει κι ἡ ποικιλία. Μακεδονικὰ Κάλαντα, Ἦχος πλ. β´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

9. Κάλαντα Χριστουγέννων Σμύρνης
Ἦχος πλ. β´. Ῥυθμὸς τετράσημος

Καλὴν ἐσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει.
Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων.

Κερὰ ψηλή, κερὰ λιγνή, κερὰ καμαροφρύδα.
Κερά μ᾿ ὅταν στολίζεσαι νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία.
Ἔχεις καὶ κόρην ἔμορφη ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία.

Μῆδε στὴν πόλη βρίσκεσαι, μῆδε στὴν Καισαρεία.
Ἔχεις καὶ γιὸν στὰ γράμματα, ὑγιὸν εἰς τὸ ψαλτήρι.
Νὰ τὸν ῾ξιώσει καὶ ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχήλι.

Ἡ ὑψηλὴ πολιτισμικὴ στάθμη καὶ ἡ ἀγάπη στὴν Ἐκκλησία τῶν Μικρασιατῶν ἀντικατοπτρίζεται ἀκόμη καὶ στὰ λαϊκὰ κάλαντα. «Ἔχεις καὶ γιὸν στὰ γράμματα, ὑγιὸν εἰς τὸ ψαλτήρι. Νὰ τὸν ῾ξιώσει καὶ ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχήλι.» Ἦχος πλ. β´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

10. Κάλαντα Χριστουγέννων Καππαδοκίας
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος

Καλὴν ἐσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει.

Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει κι ἡ φύσις ὅλη.

Ἐκ τῆς Περσίας ἔρχονται τρεῖς Μάγοι μὲ τὰ δῶρα,
ἄστρον λαμπρὸν τοὺς ὁδηγεῖ, χωρίς νὰ λείψῃ ὥρα.

Γονατιστοὶ τὸν προσκυνοῦν καὶ δῶρα τοῦ χαρίζουν,
σμύρνα, χρυσὸν καὶ λίβανον, Θεὸν τὸν εὐφημίζουν.

Καὶ ἐπληρώθη τὸ ῥηθέν, Προφήτου Ἡσαΐου,
μετὰ τῶν ἄλλων Προφητῶν καὶ τοῦ Ἱερεμίου.

Φωνὴ ἠκούσθη ἐν Ῥαμᾷ, Ῥαχὴλ τὰ τέκνα κλαίει,
παραμυθὴν οὐκ ἤθελεν, ὅτι αὐτὰ οὐκ ἔχει.

Ἰδοὺ ὅπως σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ, Γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Χρόνους πολλοὺς νὰ χαίρεσθε, πάντα εὐτυχισμένοι,
σωματικῶς καὶ ψυχικῶς νὰ εἶσθε πλουτισμένοι.

Κατηφορίζοντας πρὸς τὸ τέλος, ἀπ᾿ τὴν Ἁγιοτόκο Καππαδοκία, πατρίδα τοῦ Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου, τοῦ Ἀρσενίου, τοῦ Παϊσίου, τὰ ἑπόμενα

Κάλαντα, μὲ συχνὲς ἀναφορὲς στὴν Ἁγία Γραφή.

11. Χαρά.
Ἦχος πλ. α´. Ῥυθμὸς ἑπτάσημος

Χαρὰ στὰ μάτια ποὺ δακρύζουν
γιά κάποιον ἄλλον πού πονᾶ,
γιατὶ τὰ μάτια αὐτὰ θὰ δοῦνε
τοῦ Παραδείσου τ᾿ ἀγαθά. (δίς)

Xαρὰ στὰ χέρια ὅπου ντύνουν
μικρὰ παιδιὰ καὶ ὀρφανὰ,
γιατὶ τὰ χέρια αὐτὰ θὰ γίνουν
φτερὰ γιὰ νὰ πετοῦν ψηλά. (δίς)

Χαρὰ στὸ στόμα ὅπου λέγει
λόγια παρήγορα γλυκά,
γιατὶ τὸ στόμα αὐτὸ θὰ ψάλλει
μὲ τοὺς ἀγγέλους Ὠσαννά! (δίς)

Χαρὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἀνοίγει
τὴν πόρτα στὸ περαστικό,
γιατὶ ἡ πόρτα αὐτὴ ἀνοίγει
στὴν Παναγιὰ καὶ στὸ Χριστό. (δίς)

Κλείνουμε μὲ τὸ συγκινητικὸ τραγούδι «Χαρά», σὲ Ἦχο πλ. α´ καὶ ῥυθμὸ ἑπτάσημο, ποὺ ἑρμηνεύει ἡ χορωδία μας.

Χρόνια πολλά!


Ἀναφορές

Σημείωση: Γιὰ τὴν ἐξόρυξη ὑλικοῦ προκειμένου νὰ συντεθεῖ ἡ παρούσα ἐργασία χρησιμοποιήθηκαν διάφορες ἱστοσελίδες.


Μουσικοὶ Συντελεστὲς Ἐκδηλώσεως

Ψάλλει ἡ Βυζαντινὴ Χορωδία τοῦ Δημοτικοῦ Ὠδείου Ἀχαρνῶν

Διευθύνει: ὁ κ. Δημήτριος Καλομοίρης, Καθηγητὴς Βυζαντινῆς Μουσικῆς - Πρωτοψάλτης Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Κηφισιᾶς. www.kalomoiris.gr

Μέλη τῆς Χορωδίας:

  1. Κιαχόπουλος Ιωάννης
  2. Νίκας Ιωάννης
  3. Παπαγεωργίου Βασίλειος
  4. Αλεβιζάκης Σωτήριος
  5. Σώζος Θεόδωρος
  6. Τσίτσιλας Ιωάννης
  7. Νίκας Αναστάσιος
  8. Τσιάγκας Γεώργιος
  9. Κατσούλας Παντελεήμων
  10. Τζαβάρας Γεώργιος
  11. Τσαμπάς Στέφανος
  12. Δεληγιάννης Αλέξανδρος
  13. Δέδες Νικόλαος
  14. Δημάκος Αναστάσιος
  15. Καπώνης Ευστράτιος
  16. Χατζής Κωνσταντίνος
  17. Ζωγράφος Βασίλειος
  18. Σταλήμερος Γεώργιος
  19. Γεωργακόπουλος Γεώργιος
  20. Αλεβιζάκης Αθανάσιος
  21. Παπαγεωργίου Αναστάσιος
  22. Βανάκας Αντώνιος
  23. Δίελας Ιωάννης
  24. Δρακουλάκης Νικόλαος
  25. Κολιός Σωτήριος
  26. Μιχαηλίδης Ιωάννης
  27. Καλομοίρη Μαρία
  28. Δέδε Γεωργία
  29. Βαβουλιώτη Ευανθία
  30. Γιαννουλάκη Ευαγγελία
  31. Λιόση Σόνια
  32. Ντάλα Βασιλική
  33. Ντάλα Σοφία