Παῦλος Εὐδοκίμωφ - Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Θεοφανείων

Μέχρι τὸν Δ´ αἰώνα, ἡ Γέννηση καὶ ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου ἑορτάζονταν τὴν ἴδια ἡμέρα. Ἡ ἑνότης τους εἶναι ἀκόμη ὁρατὴ στὴν παρόμοια σύσταση τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν τῶν δύο ἑορτῶν καὶ δείχνει μιὰ ὁρισμένη συμπλήρωση τοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως σ᾿ἐκεῖνο τῆς Βαπτίσεως. Στὴ Γέννησή του, λέγει ὁ ἅγιος Ἰερώνυμος, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦλθε στὸν κόσμο μὲ κρυφὸ τρόπο, στὴν Βάπτισή του ἐμφανίστηκε μὲ φανερὸ τρόπο. Ἐπίσης ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Τὰ Θεοφάνεια δὲν εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως ἀλλὰ τῆς Βαπτίσεως. Πρὶν ἦταν ἄγνωστη ἀπὸ τὸ λαό, μὲ τὴ Βάπτιση, ἀποκαλύπτεται σὲ ὅλους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀναπαύεται αἰώνια ἐπάνω στὸν Υἱὸ ἐκδηλωτικὴ δύναμη ἀποκαλύπτει τὸν Υἱὸ στὸν Πατέρα καὶ τὸν Πατέρα στὸν Υἱὸ καὶ πραγματοποιεῖ ἔτσι τὴ θεία γενεαλογία, εἶναι ἡ αἰώνια χαρὰ… ὅπου οἱ τρεῖς χαίρονται μαζί. Ἡ ἐνσάρκωση ῥιζώνεται στὴν ἴδια πράξη γενεαλογίας ἀλλὰ ποὺ καλύπτει προοδευτικὰ τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ. Στὴ Γέννηση, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατεβαίνει στὴν Παρθένο καὶ τὴν κάνει πραγματικὰ Θεοτόκο, Μητέρα τοῦ Θεοῦ: «τὸ γενώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ» (Λουκ. 1, 35).

«Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε… καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτό» (Λουκ. 2, 40). «Καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι» (Λουκ. 2, 52). Γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ περνᾶ ἀπὸ τὴ φυσικὴ καὶ προοδευτικὴ ἀνάπτυξή της· ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος τὴ συνοδεύει, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ Ὑπόσταση τοῦ Πνεύματος ποὺ ἀναπαύεται σ αὐτὸν ὅπως αὐτὴ ἀναπαύεται αἰώνια στὴ θεότητά του. Λοιπόν, μιλώντας γιὰ τὴ Βάπτιση, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἰεροσολύμων καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς ἀναφέρουν τὶς Πράξεις (10, 38): «Ἰησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ, ὡς ἔχρισεν αὐτὸν ὁ Θεὸς Πνεύματι Ἁγίῳ», καὶ ὑπογραμμίζουν στὸ γεγονὸς τὸ ὕψιστο σημεῖο τῆς ὡριμότητος, τὴν κατακόρυφη ἐκδήλωση τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τότε ἐντελῶς θεοποιημένη. Εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Κεχρισμένος· τὸ πνεῦμα ἀποκαλύπτει τὴν Ἀνθρωπότητά του στὸν Πατέρα, καὶ ὁ Πατὴρ τὴ δέχεται σὰν τὸν Υἱό του: «Καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα: οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ. 3, 17).

Τὸ πνεῦμα κατεβαίνει στὸν σαρκωθέντα Υἱὸ σὰν ἡ πνοὴ υἱοθεσίας κατὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ὅπου ὁ Πατὴρ λέγει: «ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε». Ἡ στοργή μου ἢ ἡ εὔνοιά μου εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ποὺ ἀπὸ τότε ἀναπαύεται στὸ Χριστὸ στὴν ὑποστατικὴ κάθοδο τοῦ Πνεύματος. Ὁ Θεὸς – Ἄνθρωπος ἀποκαλύπτεται πραγματικὰ Υἱὸς στὶς δύο φύσεις του καὶ αὐτὸ τὸ πλήρωμα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου θὰ διαβεβαιωθεῖ πάλι κατὰ τὸ χρόνο τῆς Μεταμορφώσεως σὰν ἐνέργεια πιὰ ἐκδηλωμένη στὴ Βάπτιση: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Γι᾿ αὐτὸ ἡ Βάπτιση ὀνομάζεται Θεοφάνεια, Ἐπιφάνεια, ἐκδήλωση τῶν Τριῶν Προσώπων στὴν ὁμόφωνη μαρτυρία τους. Ἐὰν τὸ τροπάριο τῆς Μεταμορφώσεως λέγει: Μεταμορφώθηκες γιὰ νὰ δείξεις στοὺς μαθητές σου τὴ δόξα σου, τὸ τροπάριο τῆς Βαπτίσεως ἀναγγέλει: Κατὰ τὴν Βάπτισή σου στὸν Ἰορδάνη, Χριστὲ… ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς σὲ μαρτύρησε δίνοντάς σου τὸ ὄνομα τοῦ ἀγαπημένου Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ περιστεριοῦ, διαβεβαίωσε τὴν ἀναμφισβήτητη ἀλήθεια αὐτοῦ τοῦ λόγου… Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς αὐξάνει μέχρι τὴν ὡριμότητά του «καὶ αὐτὸς ἦν ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα» (Λουκ. 3, 23) — ὅταν στὴ συναγωγὴ τῆς Ναζαρὲτ ἀναγγέλει αὐτὸς ὁ ἴδιος πανηγυρικά. «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με» (Λουκ. 4, 18). Εἶναι ἐκεῖ τὸ ἴδιο τὸ μυστήριο στὴν Ἐνσάρκωση.

Ἡ ἀνθρωπότης τοῦ Χριστοῦ περνᾶ ἀπὸ τὸν ἐλεύθερο προσδιορισμό του. Ὁ Ἰησοῦς ἀφιερώνεται συνειδητὰ στὴν ἐπίγεια ἀποστολή του, ὑποτάσσεται ὁλοκληρωτικὰ στὴ θέληση τοῦ Πατρὸς καὶ ὁ Πατὴρ τοῦ ἀπαντᾶ ἀποστέλλοντας σ᾿ αὐτὸν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅλος, ὁ πυκνὸς καὶ συγκεντρωμένος συμβολισμὸς τῆς Βαπτίσεως ποὺ ἡ εἰκόνα τῆς ἑορτῆς μᾶς δείχνει, κάνει νὰ κατανοήσουμε τὴ φοβερὴ ἔκταση αὐτῆς τῆς πράξεως. Εἶναι πιὰ ὁ θάνατος ἐπάνω στὸ Σταυρό· ὁ Χριστὸς λέγοντας στὸν ἅγιο Ἰωάννη: «οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. 3, 15) προλαβαίνει τὸν τελευταῖο λόγο ποὺ θὰ ἀντηχήσει στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ: «Πάτερ, γενηθήτω τὸ θέλημά σου…». Ἡ λειτουργικὴ ἀνταπόκριση τῶν ἑορτῶν τὸ ὑπογραμμίζει ῥητά: ἔτσι οἱ ψαλμωδίες τῆς ἀκολουθίας τῆς 3ης Ἰανουαρίου παρουσιάζουν μιὰ ἐκπληκτικὴ ἀναλογία μὲ ἐκεῖνες τῆς Μεγάλης Τετάρτης, ἡ ἀκολουθία τῆς 4ης Ἰανουαρίου μὲ ἐκείνη τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ ἡ ἀκολουθία τῆς 5ης Ἰανουαρίου μὲ ἐκείνη τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἔχει χρισθεῖ μὲ μιὰ ὑπηρεσία μαρτυρίας: εἶναι ὁ μάρτυρας τῆς ὑποταγῆς τοῦ Χριστοῦ, τῆς τελευταίας κένωσεώς του. Ἀλλὰ στὸν Ἰωάννη Βαπτιστὴ σὰν Ἀρχέτυπο, σὰν ἀντιπρόσωπο τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, εἶναι ὅλη ἡ Ἀνθρωπότης ποὺ εἶναι ὁ μάρτυρας τῆς θείας Ἀγάπης.

Ἡ «Φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ» μεσουρανεῖ στὴν πράξη τῆς Βαπτίσεως, «ἐκπλήρωση τῆς δικαιοσύνης», μὲ τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση στὸ τέλος ἐκπλήρωση τῆς προαιώνιας ἀποφάσεως ποὺ ἔχουμε παρατηρήσει στὴν εἰκόνα τῆς Τριάδος. «Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ βαπτισθῆναι ἅπαντα τὸν λαὸν καὶ Ἰησοῦ βαπτισθέντος» (Λουκ. 3, 21). Ὁ Λόγος ἔρχεται ἐπάνω στὴ γῆ, πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἐμεῖς εἴμαστε παρόντες τῆς πιὸ συνταρακτικῆς Συναντήσεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἀνθρωπότητος «ὅλος ὁ λαός». Μυστικά, στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀναγνωρίζονται υἱοὶ μέσα στὸν Υἱό, οἱ ἀγαπημένοι υἱοὶ στὸν ἀγαπημένο Υἱὸ καὶ ἄρα οἱ φίλοι τοῦ Νυμφίου, οἱ μάρτυρες. Τὸ γένοιτο τῆς Παρθένου ὑπῆρξε τὸ ναὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων στὴν Ἐνσάρκωση, στὴν ἔλευση τοῦ Θεοῦ στοὺς δικούς του. Στὸν ἅγιο Ἰωάννη, αὐτὸν τὸν ἄλλο τῶν «δικῶν του», ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λέγουν «γένοιτο» στὴν Συνάντηση, στὴ θεία Φιλία, στὴ Φιλανθρωπία τοῦ Πατρός, φίλου τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως ὁ Συμεὼν ὠθούμενος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα συναντᾶ καὶ δέχεται τὸν Ἰησοῦ-βρέφος, ἐπίσης ὁ Ἰωάννης συναντᾶ καὶ δέχεται τὸν Ἰησοῦ-Μεσσία: «Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννης· οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι᾿ αὐτοῦ» (Ἰω. 1, 6-7). Μαρτυρεῖ γιὰ ὅλους, στὴ θέση ὅλων καὶ αὐτὴ ἡ μαρτυρία εἶναι ἕνα γεγονὸς στὸ ἐσωτερικὸ ὁλοκλήρου τῆς Ἀνθρωπότητος καὶ ἀφορᾶ ὅλο τὸν ἄνθρωπο.

Τὸ Δ´ εὐαγγέλιο μιλᾶ γιὰ τὸν Ἰωάννη στὸν πρόλογό του, ἀμέσως μετὰ τὸ Λόγο, ποὺ εἶναι στὴν ἀρχή, καὶ ὅταν διαβάζει κανεὶς ὑπῆρχε ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸ Θεό, αἰσθάνεται ὅτι ἡ ἔλευσή του, σὲ μιὰ ὁρισμένη ἔννοια ἔρχεται ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν αἰωνιότητα. Ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει μπροστὰ ἀπὸ αὐτὸν καὶ μαρτυρεῖ: «ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτὸν… οὗτός ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 29-34)· σ᾿ αὐτὸ τὸν σύντομο λόγο εἶναι πιά, μὲ μιὰ μορφὴ περιορισμένη ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Ἰωάννης εἶναι αὐτὸς ποὺ γνωρίζει, προσδιορίζει τὸν Ἀμνὸ γιατὶ εἶναι μυημένος στὸ μυστήριο τοῦ «ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἀπὸ καταβολῆς κόσμου…». Ὁ Ἰωάννης δὲν ἔχει τίποτε προαγγείλει καὶ εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος προφήτης, ὅπως ὁ δάκτυλος τοῦ Θεοῦ προσδιορίζει τὸν Χριστό. Εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος διότι εἶναι ὁ πιὸ μικρός, αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ πεῖ ἀπελεύθερος ἀπὸ τὴν ἴδια του ἐπάρκεια γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μένει ἐκεῖ, ἐκεῖνος ποῦ τέρπεται ἀκούοντας τὴ φωνὴ τοῦ Νυμφίου, καὶ ἡ χαρά του εἶναι μεγάλη χωρὶς μέτρο. Εἶναι ἡ πιὸ ἐνδόμυχη ἐγγύτης ὅπου ὁ Λόγος ἀντηχεῖ· εἶναι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ ποὺ δὲν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου παρὰ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός· εἶναι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Πνεύματος γιατὶ δὲν λέγει τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ μιλᾶ στὸ ὄνομα Αὐτοῦ ποὺ ἔχει ἔλθει. Εἶναι αὐτὸς ὁ ὁρμητικὸς ποὺ ἁρπάζει τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ μαρτύριό του λαμπρύνει θαυμαστὰ ἕνα ἀρχαῖο μοναστικὸ λόγιο: Δῶσε τὸ αἷμα σου καὶ πάρε τὸ Πνεῦμα… Μὲ τὴ Θεοτόκο περιβάλλει τὸ Χριστὸ Κριτὴ καὶ μεσιτεύει γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Μπορεῖ νὰ τὸ κάνει γιατὶ ἡ φιλία του φθάνει τὸ ἐπίπεδο ἑνὸς ἄλλου μεγάλου πνευματικοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία μᾶς ἔχει ἀναφερθεῖ στὰ Ἀποφθέγματα τῶν Πατέρων.

Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Μέγας προσευχόταν γιὰ τὸν μαθητή του ποὺ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό, καὶ ὅταν προσευχόταν, ὁ Κύριος τοῦ ἐμφανίστηκε καὶ τοῦ λέγει: «Παΐσιε, γιὰ ποῖον προσεύχεσαι; Δὲν γνωρίζεις ὅτι μὲ ἔχει ἀρνηθεῖ;». Ἀλλὰ ὁ ἅγιος δὲν ἔπαυε νὰ ἔχει ἔλεος καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ τὸν μαθητή του, καὶ λοιπὸν ὁ Κύριος τοῦ λέγει: Παΐσιε, ἔχεις ἐξομοιωθεῖ μὲ ἐμένα μὲ τὴν ἀγάπη σου… Ἡ λειτουργία ὀνομάζει τὸν Ἰωάννη: κήρυκα, ἄγγελο καὶ ἀπόστολο. Μαρτυρεῖ καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Νυμφίου προκαλεῖ τὴν πρώτη ἀποστολικὴ κλήση: «Ἀνδρέας καὶ Ἰωάννης ἀκολουθοῦν τὸν Ἰησοῦν» (Ἰω. 1, 37). Πιὸ ἀργά, ἐγκαταλείπει αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ κατεβαίνει στὸν Ἅδη σὰν Πρόδρομος τῆς Καλῆς Ἀγγελίας. Τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη πρὸ τῶν Θεοφανείων δὲν ἦταν παρὰ ἕνα «βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Λουκ. 3, 3), ἦταν ἡ μεταβολὴ τῆς τελευταίας ἀναμονῆς. Πηγαίνοντας στὸν Ἰορδάνη, ὁ Ἰησοῦς δὲν πῆγε νὰ μετανοήσει ἀφοῦ ἦταν χωρὶς ἁμάρτημα· νὰ ποῦμε ὅτι ἔδωσε τὸ παράδειγμα τῆς ταπεινότητος δὲν ἀπαντᾶ ἀκόμη στὸ μέγεθος τοῦ γεγονότος. Ἡ βάπτιση τοὺ Ἰησοῦ εἶναι ἡ προσωπικὴ Πεντηκοστή του, ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὰ τριαδικὰ Θεοφάνεια: Κατὰ τὸ χρόνο τῆς βαπτίσεώς σου στὸν Ἰορδάνη, Κύριε, ἐκδηλώθηκε ἡ προσκύνηση ποὺ χρειαζόταν στὴν ἁγία Τριάδα (τροπάριο ἑορτῆς).

Εἶναι ἀπὸ αὐτὸ τὸ πλήρωμα ποὺ ἔρχεται τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, αὐτὸ τὸ ὄνομα καθορίζεται, ἄμεσα στὸν πλήρη βαπτιστικὸ τύπο: «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τὰ λειτουργικὰ κείμενα ὀνομάζουν τὴν ἑορτὴ τὸ μεγάλο Νέο Ἔτος γιατὶ τὸ συμβὰν ἐπανέρχεται στὸ φῶς τῆς Τριάδος. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ στιγμὴ ποὺ οἱ Ἐπίσκοποι ἐξέλεγαν γιὰ νὰ ἀναγγείλουν στὶς ἐκκλησίες τὸ χρόνο τῆς μεγάλης τεσσαρακοστῆς καὶ τὴ χρονολογία τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων προσφέρει τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση ἀλλὰ προσθέτει μερικὲς λεπτομέρειες ποὺ ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ στὴ λειτουργία τῆς ἑορτῆς καὶ δείχνει αὐτὸ ποὺ ὁ Ἰωάννης θὰ μποροῦσε νὰ διηγηθεῖ. Ἐπάνω στὴν εἰκόνα ἕνα τμῆμα ἑνὸς κύκλου παριστᾶ τοὺς οὐρανοὺς ποὺ ἀνοίγουν, καὶ κάποτε ἀπὸ μιὰ διπλὴ πτυχὴ ποὺ ὁμοιάζει μὲ κροσσὸ ἑνὸς σύννεφου, βγαίνει τὸ χέρι τοῦ Πατρὸς ποὺ εὐλογεῖ. Ἀπὸ αὐτὸ τὸν κύκλο ἀναχωροῦν ἀκτῖνες φωτός, χαρακτηριστικὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ποὺ φωτίζουν τὸ περιστέρι. Αὐτόματη ἀνάμνηση τοῦ ἀρχικοῦ λόγου «καὶ ἐγένετο φῶς», ἡ ἐκδηλωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, ἀποκαλύπτει τὸν τριαδικὸ Θεό: Ἡ Τριάδα, ὁ Θεός μας, μᾶς ἐκδηλώνεται χωρὶς διαίρεση.

Ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ποὺ φωτίζει αὐτοὺς ποὺ κάθονταν στὰ σκοτάδια (Ματθ. 4, 16) ἀπὸ ἐκεῖ δὲ τὸ ὄνομα τῆς «Ἑορτῆς τῶν φώτων». Ἐνῶ ὁ Χριστὸς κατέβαινε στὰ νερά, ἡ φωτιὰ ἄναψε μέσα στὸν Ἰορδάνη, εἶναι ἡ Πεντηκοστὴ τοῦ Κυρίου καὶ ὁ προεικονισμένος Λόγος, μὲ στύλο φωτὸς δείχνει ὅτι τὸ βάπτισμα εἶναι φωτισμός, γέννηση τῆς ὑπάρξεως στὸ θεῖο φῶς. Ἄλλοτε τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς γινόταν τὸ βάπτισμα τῶν κατηχουμένων καὶ ὁ ναὸς ἦταν πλημμυρισμένος ἀπὸ φῶς, σημεῖο μυήσεως στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ μάρτυρας αὐτοῦ τοῦ φωτός, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι δοσμένος στὸ γεγονὸς γιατὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων» καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν «ἀγαλλιαθῆναι ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ» (Ἰω. 5, 35). Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς περιστεριοῦ ἐκφράζει τὴν κίνηση τοῦ Πατρὸς ποὺ φέρεται πρὸς τὸν Υἱό του. Ἐξ ἄλλου, ἐξηγεῖται, κατὰ τοὺς Πατέρες, κατ᾿ ἀναλογία μὲ τὸν κατακλυσμὸ καὶ τὸ περιστέρι μὲ τὸν κλάδο ἐλαίας, σημεῖο τῆς εἰρήνης. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ φέρεται ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἀρχέγονα νερὰ ἀνέδειξε τὴ Ζωή, ἐπίσης αὐτὸ ποὺ αἰωρεῖται ἐπάνω στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, προκαλεῖ τὴ δεύτερη γέννηση τοῦ νέου δημιουργήματος. Ὁ Χριστὸς παριστάνεται ὀρθὸς ἐνάντια πρὸς τὸ βυθὸ τοῦ νεροῦ σκεπασμένος ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ Ἰορδάνη. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀποστολῆς του, ὁ Ἰησοῦς ἀντιμετωπίζει τὰ κοσμικὰ στοιχεῖα ποὺ περιέχουν σκοτεινὲς δυνάμεις: τὸ νερό, τὸν ἀέρα καὶ τὴν ἔρημο.

Ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης εἶναι ἀπὸ τὶς μορφὲς τοῦ βαπτίσματος: ἡ νίκη ἀπὸ τὸ Θεὸ τοῦ δράκοντος τῆς θαλάσσης, τοῦ τέρατος Rahab. Ἕνα ἰδιόμελο τῆς ἑορτῆς κάνει νὰ κατανοήσουμε τὸν Κύριο λέγοντας στὸν Ἰωάννη Βαπτιστή: Προφήτη, ἔλα νὰ μὲ βαπτίσεις… Βιάζομαι νὰ χαθεῖ ὁ κρυμμένος στὰ νερὰ ἐχθρός, ὁ πρίγκηπας τοῦ σκότους, γιὰ νὰ ἀπελευθερώσω τὸν κόσμο ἀπὸ τὰ δίχτυα του παραχωρώντας του τὴν αἰώνια ζωή. Ἔτσι, μπαίνοντας στὸν Ἰορδάνη ὁ Κύριος, καθαρίζει τὰ νερά: Σήμερα τὰ κύματα τοῦ Ἰορδάνη μεταβάλλονται σὲ φάρμακο καὶ ὅλη ἡ δημιουργία ποτίζεται μὲ μυστικὰ κύματα… (εὐχὴ ἁγίου Σωφρονίου). Εἶναι ὅλο τὸ σύμπαν ποὺ δέχεται τὴν ἁγιοποίησή του: Ὁ Χριστὸς βαπτίζεται· βγαίνει ἀπὸ τὸ νερὸ καὶ μὲ αὐτὸ ἀποκαλύπτει τὸν κόσμο (ἰδιόμελο τοῦ Κοσμᾶ). Σπάζει τὸ κεφάλι τῶν δρακόντων καὶ ἀναζωογονεῖ τὸν Ἀδάμ, εἶναι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ἡ ἀναγέννησή της στὸ καθαριστικὸ λουτρὸ τοῦ μυστηρίου. Ὁ Δίδυμος Τυφλὸς καθορίζει: «ὁ δὲ Κύριος ἔδωκέ μοι μητέρα τὴν κολυμβήθραν (Ἐκκλησία), πατέρα τὸν Ὕψιστον, ἀδελφὸν τὸν δι᾿ ἡμᾶς βαπτισθέντα Σωτῆρα». Στὴν εἰκόνα μὲ τὸ δεξιό του χέρι ὁ Χριστὸς εὐλογεῖ τὰ νερὰ καὶ τὰ ἑτοιμάζει νὰ γίνουν τὰ νερὰ τῆς βαπτίσεως ποὺ ἁγιάζει μὲ τὴν ἴδια του κατάδυση. Τὸ νερὸ ἀλλάζει σημασία, ἄλλοτε εἰκόνα τοῦ θανάτου (κατακλυσμὸς), εἶναι τώρα ἡ πηγὴ τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς (Ἀποκ. 21, 6· Ἰω. 4, 14).

Μυσταγωγικὰ τὸ νερὸ τῆς βαπτίσεως δέχεται τὴν ἀξία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, ἡ εἰκόνα δείχνει δύο μικρὲς ἀνθρώπινες μορφές, εἰκονογράφηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν κειμένων ποὺ ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἀκολουθίας: «τί σοί ἐστι, θάλασσα ὅτι ἔφυγες, καὶ σὺ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὁπίσω» (Ψαλμ.113, 5). Τὸ τροπάριο (ἦχος Δ´) ἐξηγεῖ: «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιοὺ καὶ διῃρεῖτο τὰ ὕδατα ἔνθεν καὶ ἔνθεν· καὶ γέγονεν αὐτῷ ξηρὰ ὁδὸς ἡ ὑγρὰ εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι᾿ οὗ ἡμεῖς τὴν ῥέουσαν τοῦ βίου διαπερῶμεν διάβασιν». Εἰκόνα συμβολικὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ τὴ μετάνοια ἀκόμη ἀόρατη τῆς κοσμικῆς φύσεως, τῆς μεταστροφῆς τῆς ὀντολογίας της. Ἡ εὐλογία τῆς ὑδρόβιας φύσεως ἁγιάζει τὴν ἴδια ἀρχὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Γι᾿ αὐτό, μετὰ τὴ θεία λειτουργία γίνεται ὁ μεγάλος ἁγιασμὸς τῶν ὑδάτων (ἑνὸς ποταμοῦ, μιᾶς πηγῆς ἢ ἐντελῶς ἁπλὰ ἑνὸς δοχείου τοποθετημένου μέσα στὴν ἐκκλησία). Μιλώντας γιὰ τὰ μὴ ἁγιασμένα νερά, εἰκόνα τοῦ θανάτου – κατακλυσ-μοῦ ἡ λειτουργία τὰ ὀνομάζει ὑδατόστρωτο τάφο.

Πραγματικά, ἡ εἰκόνα δείχνει τὸν Ἰησοῦ νὰ εἰσέρχεται στὰ νερά, στὸν ὑγρὸ τάφο. Αὐτὸς ἐδῶ ἔχει τὴ μορφὴ ἑνὸς σκοτεινοῦ σπηλαίου (εἰκονογραφικὴ μορφὴ τοῦ ἅδη) περιέχοντας ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου (εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, ποὺ προσφέρεται στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος μὲ ὁλικὴ κατάδυση, μορφὴ τοῦ πασχαλίου τριημέρου), γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὸν ἀρχηγὸ τῆς φυλῆς μας στὴ ζοφερὴ διαμονή. Συνεχίζοντας τὸν προκαταβολικὸ συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τὴν προκάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη: «καταβὰς ἐν τοῖς ὕδασιν ἔδησε τὸν ἰσχυρόν». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σχολιάζει: ἡ κατάδυση καὶ ἡ ἀνάδυση εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου στὸν ἅδη καὶ τῆς ἀναστάσεως.

Ὁ Χριστὸς παριστάνεται γυμνός, εἶναι ντυμένος μὲ τὴν ἀδαμικὴ γυμνότητα καὶ ἔτσι ἀποδίδει στὴν ἀνθρωπότητα τὸ ἔνδοξο παραδεισιακὸ ἔνδυμά της. Γιὰ νὰ δείξει τὴν ὑπέρτατη πρωτοβουλία του παριστάνεται βαδίζοντας ἢ κάνοντας ἕνα βῆμα πρὸς τὸν ἅγιο Ἰωάννη: ἐλεύθερα ἔρχεται καὶ κλίνει τὸ κεφάλι. Ὁ Ἰωάννης εἶναι ταραγμένος: ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; »… Ὁ Ἰησοῦς τὸν διατάζει: «ἄφες ἄρτι». Ὁ Ἰωάννης τείνει τὸ δεξιό του χέρι σὲ μιὰ τελετουργικὴ χειρονομία, στὸ ἀριστερὸ κρατεῖ ἕνα εἰλητάριο, κείμενο τοῦ κηρύγματός του. Οἱ ἄγγελοι τῆς Ἐνσαρκώσεως εἶναι σὲ μιὰ στάση προσκυνήσεως, τὰ σκεπασμένα χέρια τους σὲ ἔνδειξη σεβασμοῦ. Συμβολίζουν ἐπίσης καὶ εἰκονογραφοῦν τὸ λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Γαλατ. 3, 27) :«Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε…».