Τὰ πρόσωπα τοῦ Γάμου,
σχέση καὶ ὑπακοὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
Προσέγγιση ἀπὸ ἐπιλογὲς τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ Ἀρραβῶνα καὶ τοῦ Γάμου

τοῦ Παναγιώτη Ἀ. Μπούρδαλα (1)


1. Εἰσαγωγή

Πολὺ μελάνι ἔχει χυθεῖ τοὺς τελευταίους αἰῶνες γιὰ τὶς λεγόμενες «σχέσεις τῶν δυὸ φύλων» γενικῶς καὶ τῶν προγαμιαίων καὶ μεταγαμιαίων σχέσεων εἰδικῶς. Καὶ ἂν στὴν κοσμικὴ ἀντίληψη καὶ ζωὴ κυριαρχεῖ ὁ ἐρωτισμός (2) καὶ ὁ σεξισμός (3), στὴν θρησκευτικὴ κυριαρχεῖ ὁ ἠθικισμός (4) καὶ ὁ εὐσεβισμός (5).

Καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ τάσεις ἀπουσιάζει συνήθως ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀντίληψη καὶ στόχευση (6). Σπάνια θεωρεῖται τὸ γαμήλιο ζευγάρι ὡς ζευγάρι δυὸ προσώπων, τὸ ἕνα ἀρσενικὸ καὶ τὸ ἄλλο θηλυκό, ἄνδρας καὶ γυναίκα. Συνήθως μιλᾶμε γιὰ ἄνδρα καὶ γυναίκα, ὅπου ὅμως στὴ σκέψη καὶ τὴν πρακτικὴ κυριαρχεῖ τὸ χαρακτηριστικό του φύλου καὶ ὄχι τὸ ἀνθρώπινο ὑποκείμενο - πρόσωπο. Ἀποτρόπαια ἀπόδειξη σ᾿ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἡ ἄμβλωση, ὡς τρόπος ἀντισύλληψης. Διότι μ᾿ αὐτὴ δὲν εἶναι μόνο τὰ δυὸ πρόσωπα ποὺ λειτουργοῦν μὲ τὸ χαρακτηριστικό του φύλου μόνο, ἀλλὰ καὶ ὁ πιθανὸς καρπὸς τῆς ἐρωτικῆς τους πράξης, τὸ ἔμβρυο, τὸ ὁποῖο φέρεται νὰ ἀποτελεῖ μία «μιὰ μάζα ἀπὸ ἱστούς»(7).

Μιὰ ἐκκλησιολογικὴ προσέγγιση μὲ πατερικὸ φρόνημα, θὰ μποροῦσε νὰ στηριχθεῖ στὶς ἀκολουθίες τοῦ Ἀρραβ-ωνα καὶ τοῦ Γάμου, ποὺ εἶναι καρπὸς τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ πατερικῆς ἐμπειρίας καὶ θεολογίας.


2. Οἱ θεμελιώδεις προσωπικὲς εὐχές
(ἀκολουθία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀρραβῶνα)

Ἡ ἀκολουθία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀρραβῶνα ἀποτελεῖ κατ᾿ ἀρχὴν μία σχετικὰ αὐτόνομη ἀκολουθία. Θὰ μποροῦσε μάλιστα νὰ γίνει μία εἰδικὴ καὶ ἐκτενὴς μελέτη γιὰ τὴν ἀκολουθία αὐτὴ στὴν ἱστορική της ἐξέλιξη, τὴ θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιολογική της σημασία γιὰ τὴν πορεία τοῦ ζευγαριοῦ καὶ τοὺς περίεργους λόγους ποὺ τὴν ἔφεραν νὰ χάνει αὐτὴ τὴν αὐτονομία.

Σήμερα σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ τὸ πλῆθος τῶν πολιτικῶν διαζυγίων ποὺ παίρνουν καὶ ἐκκλησιαστικὴ νομιμοποίηση ἀπὸ μόνο του αἴρει τὸ βασικὸ ἐπιχείρημα γιὰ τὴν μὴ ξεχωριστὴ ἱερολογία του ἀπὸ αὐτὴν τοῦ γάμου (8), ἡ ὁποία κρατάει ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ σχίσματος τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο (1833). Ἡ ἰδιαίτερη ἀντιμετώπιση αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας μπορεῖ νὰ δώσει διαστάσεις σὲ πολλὰ ζητήματα ποὺ ἀφοροῦν τὸ ζήτημα τῆς σχέσης δυὸ νέων ἀνθρώπων ἐντὸς τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ χωροχρόνου.

Πρὶν μπεῖ λοιπὸν τὸ «εὐλογητὸς ὁ Θεός…» γι᾿ αὐτὴ τὴν ἀκολουθία, τίθεται ὡς πρῶτο γεγονὸς ἀπὸ τὸν ἱερέα ἡ ὁμολογία κάθε ἑνὸς νεόνυμφου, ὅτι δηλαδὴ θέλει μὲ ἐλεύθερη βούληση τὴν ἐκκλησιολογικὴ σύζευξη, μὲ ὅ,τι αὐτὴ συνεπάγεται. Δυστυχῶς πολλὲς φορὲς στὴν ἐποχή μας καὶ στὴ χώρα μας παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο τῆς προσπέρασης αὐτῆς τῆς καθοριστικῆς ἐκκλησιαστικῆς φάσης. Σὲ μιὰ ἐποχὴ δηλαδὴ ποὺ συχνὰ δημοσιοποιοῦνται λόγοι «ἀνωτέρας βίας» ἢ συμφέροντα παντοειδῆ τὰ ὁποῖα βεβαίως ὁδηγοῦν σὲ εἰκονικοὺς γάμους ...

Μετὰ ἀπ᾿ αὐτό, ἀρχίζει ἡ καθ᾿ αὐτὸ ἀκολουθία τοῦ Ἀρραβῶνα (9) στὰ εἰρηνικά, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὴν συμβολικὴ τοποθέτηση τοῦ εἰσαγομένου ζεύγους στὸν χῶρο τῆς «κάθαρσης», ὅπου μετὰ τὶς τέσσερις γενικές, ἀναπτύσσονται οἱ ἕξι εἰδικὲς εὐχές.

Οἱ εὐχὲς αὐτές, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν «σωτηρία» ποὺ εἶναι ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς «ἐν Χριστῷ ζωῆς», συνεχίζουν μὲ φθίνουσα πνευματικὴ θεολογικὴ ἀξία, ὥστε νὰ καταλήξουν σὲ ἐκεῖνο τὸ στάδιο τοῦ ζεύγους, ποὺ σηματοδοτεῖ τὸ τέλος τῆς προσωπικῆς τους κάθαρσης καὶ τὴν ἀρχὴ τοῦ φωτισμοῦ τους, δηλαδὴ στὴν «πνευματικὴ παρθενία», ποὺ συμβολίζει ἡ ἀκολουθία τῶν στεφάνων (γάμου).

Ἡ πρώτη εἰδικὴ εὐχὴ (10) στοχεύει λοιπὸν στὴ σωτηρία τῶν δυὸ προσώπων ὀνομαστικά. Πρόκειται γιὰ τὴν εὐχὴ ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὸ κεντρικὸ στόχο τῶν δυὸ προσώπων μετὰ τὸ βάπτισμά τους, ὥστε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι πάντα ὁ ἀπλανὴς ἀστέρας τοῦ νέου ζευγαριοῦ.

Ἡ δεύτερη (11) ἀναφέρεται στὴν παροχὴ (ἀπὸ τὸ Κύριο) τέκνων «εἰς διαδοχὴν γένους» καὶ σὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ αἰτήματα, τὰ σχετικά με τὸ στόχο τῆς προσωπικῆς σωτηρίας. Ἡ παροχὴ τέκνων πρὸς αὐτὸ τὸ «συμφέρον (12)», μὲ τὴν ἀπαιτούμενη καλλιτεκνία (13), δημιουργεῖ ἐκεῖνο τὸ συλλογικὸ ὑποκείμενο μικρῆς κλίμακας, ἀντίστοιχο τοῦ μοναστικοῦ (14) κοινοβίου, ποὺ δύναται νὰ ὁδηγήσει τὰ πρόσωπα στὸν εἰκονισμὸ (15) τῆς Ἐκκλησίας, ἔχοντας ὡς ὁρατὸ κριτήριο τὴν καλλιτεκνία...

Ἀξίζει ἐδῶ νὰ σημειώσουμε πὼς οὔτε εὐχὴ γιὰ τὸ πλῆθος τῶν τέκνων ἀναφέρεται, οὔτε ἔχομε εἰδικὴ ἀναφορὰ γιὰ συγκεκριμένο γένος. Αὐτὸ μένει ἐλεύθερο καὶ ἀπροσδιόριστο. Πιθανὰ ἀφορᾶ τὸ ἐν γένει ἀνθρώπινο γένος.

Στὴν τρίτη προσωπικὴ εὐχὴ (16) ἐπιζητεῖται τόσο ἡ ἀγάπη ἡ τέλεια, ποὺ εἶναι ὡς γνωστὸ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ ὅλα τὰ βαθιὰ εἰρηνικὰ χαρακτηριστικά της, ἀλλὰ καὶ ἡ καταπεμπόμενη θεία βοήθεια, δηλαδὴ ὅλες ἐκεῖνες οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό.

Ἐπειδὴ τὰ θεῖα χαρίσματα δὲν δεσμεύονται, μὲ διαλεκτικὴ συνέργεια ἐπιζητεῖται στὴν τέταρτη εὐχὴ (17) ἡ διαφύλαξη τῶν προηγουμένων καὶ ἡ συνεχὴς αὔξησή τους (εὐλογία), στὸ βαθμὸ ποὺ τὰ δυὸ πρόσωπα συνεισφέρουν ἀμοιβαία ἐσωτερικὴ ὁμόνοια (ψυχῶν καὶ σωμάτων(18)) καὶ βέβαιη πίστη καὶ ἐμπιστοσύνη μεταξύ τους.

Ἡ πέμπτη εὐχὴ (19) ἀναφέρεται στὸ συνολικὸ βίο τῶν δυὸ προσώπων, τόσο στὸ ἐπίπεδο τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων (20) (βιωτή), ὅσο καὶ στὸ εὐρύτερο κοινωνικὸ ἐπίπεδο (21) (πολιτεία). Ἡ εὐχὴ καὶ ἀναφορὰ αὐτὴ ἐπιζητᾶ καὶ στὰ δυὸ ἐπίπεδα τὸ «ἄμεμπτο», δηλαδὴ τὸ ἀψεγάδιαστο καὶ ἀνεπίληπτο τοῦ ἤθους, χωρὶς παράπονα δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς τρίτους.

Ἡ ἕκτη καὶ τελευταία προσωπικὴ εὐχὴ (22) τῶν εἰρηνικῶν, ἀναφέρεται στὸ ἀνώτατο χάρισμα γιὰ τὴν «πνευματικὴ κάθαρση» στὸ ζευγάρι, στὸ χάρισμα τοῦ «τίμιου» (23) γάμου καὶ τῆς «ἀμίαντης» κοίτης.

Πρόκειται, γιὰ ἐκεῖνο τὸ στάδιο «κάθαρσης» τῶν προσώπων τοῦ ζεύγους, ὅπου τοὺς χαρίζεται ἡ πνευματικὴ «παρθενία» (24) καὶ ὁδηγεῖται τὸ ζεῦγος στὸν «εἰκονισμό» (25) τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας.

Μακάρια εἶναι τὰ ὀρθόδοξα ζευγάρια ποὺ εἴτε μὲ ἀκραῖο (26) νηπτικὸ δρόμο, εἴτε μὲ ἐνδιάμεσα (27) στάδια οἰκονομίας τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα τους, γίνονται τελικὰ δέκτες τέτοιων οὐράνιων χαρισμάτων, ἀπαρχὴ τοῦ σταδίου τοῦ «θείου φωτισμοῦ».


3. Ἡ ὁριζόντια καὶ κάθετη ὑπακοὴ ὡς σχέση ἐλευθερίας
(ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἀκολουθίας τοῦ γάμου)

α) Οἱ στίχοι 20-33 τοῦ Ε´ κεφ. τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἀπ. Παύλου, ἀποτελοῦν τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα στὴν Ἀκολουθία τοῦ Γάμου. Κατανοοῦμε ἑπομένως τὴν ἰδιάζουσα σημασία τους. Τὸ κείμενο εἶναι διδακτικό, μὲ τεράστια προβολὴ στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ δόγματος, ἑπομένως καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους καὶ φρονήματος. Γιὰ τὴ μελέτη του μπορεῖ νὰ χωριστεῖ σὲ τρεῖς ἑνότητες.

Στὴν πρώτη (22-24) θίγεται τὸ νόημα τῆς (πάντα με ἐλευθερία) ὑποταγῆς τῆς γυναίκας στὸν ἄνδρα της, «ὡς τῷ Κυρίῳ». Στὴν δεύτερη (25-31) ἀναλύεται ἡ «ὑποταγή» τοῦ ἄνδρα στὴ γυναίκα, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη του πρὸς αὐτήν.

Στὴν τρίτη καὶ τελευταῖα (32-33) ἐντάσσεται ὁ γάμος στὸ Ἕνα Μυστήριο τῆς Ἐνανθρώπησης, στὴ σχέση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησία Του καὶ στὸν εἰκονισμὸ τῆς διὰ τῆς σχέσης τῶν συζύγων, ποὺ παίρνουν καινούργιο πιὰ περιεχόμενο, μέσα ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν προοπτική.

Πάντως τὸ ὅλο νόημα τῆς περικοπῆς εὑρίσκεται μέσα στὸ ὅλο διδακτικὸ μέρος τοῦ Ε´ κεφ. τῆς ἐπιστολῆς καὶ εἰδικότερα στοὺς δυὸ προηγούμενους στίχους (20-21). Πάνω σ᾿ αὐτοὺς δείχνεται ἡ στενὴ σχέση τῆς Εὐχαριστιακῆς ζωῆς τῶν πιστῶν μὲ τὴν ἀλληλο-υποταγή τους. Γιὰ ὅλα τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ Πατέρα (κτιστὰ καὶ ἄκτιστα) ἡ Εὐχαριστία γίνεται πάντοτε «ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (28) (ἔμμεσος ὑπαινιγμὸς τῆς νοερᾶς εὐχῆς). Καὶ γίνεται διὰ τῆς ὑποταγῆς τοῦ ἑνὸς στὸν ἄλλον, ἀλλὰ πάντοτε «ἐν φόβῳ Χριστοῦ».

Ὁ «φόβος Χριστοῦ» νοηματοδοτεῖ ὅλο τὸ πνεῦμα τῆς ἀλληλο-υποταγῆς τῶν πιστῶν. Καὶ ὑποδηλώνει τὸν προσωπικό, σταδιακό, ἀσκητικό, ἐλεύθερο καὶ «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» τρόπο ἔνταξης τοῦ ἴδιου θελήματος (29) τοῦ ἑνὸς πιστοῦ στὸν ἄλλο.

Εἰδική, ἀλλὰ κεντρικὴ περίπτωση στὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος, ἔχομε στὸ γαμήλιο ζευγάρι ἐντὸς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γάμου ἄνδρα καὶ γυναίκας. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀμέσως εἰσχωρεῖ σ᾿ αὐτὸ τὸ χῶρο καὶ θὰ δεῖ τὸ ζήτημα τόσο πρακτικά, ὅσο καὶ μεστά σε δογματικὸ περιεχόμενο.

β) Στὴν πρώτη ἑνότητα ὁ δάσκαλος Παῦλος πρῶτα ἀπευθύνεται στὴ γυναίκα. Τῆς φανερώνει πὼς πέρα ἀπὸ κάθε ἄλλη ὑποταγὴ ὡς πιστοῦ προσώπου στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, σημασία ζωῆς καὶ θανάτου ἔχει ἡ ὑποταγὴ στὸν καθ᾿ αὐτὸ «πλησίον» της, τὸν δικό της – «ἴδιο» ἄνδρα. Τονίζεται δὲ πὼς αὐτὴ γίνεται «ὡς τῷ Κυρίῳ», δηλαδὴ καὶ μὲ ἐλευθερία (30). Σκανδαλίζει προκλητικά, καὶ ἰδίως στὴ σημερινὴ ἐποχὴ τῶν «ἀτομικῶν δικαιωμάτων» (31), ἐκ πρώτης ὄψεως μία τέτοια ὑποταγὴ τῆς γυναίκας πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ μάλιστα «ὅπως στὸν Χριστό».

Ὅμως, ὁ βαθὺς γνώστης τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων Παῦλος, πρὶν κλείσει τὴν συντακτικὴ περίοδο, σπεύδει νὰ ἐξηγήσει τὴν πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέει αὐτὴ ἡ ἰδιαίτερη «ὑποταγή». Θεωρώντας τὸ ἀνδρόγυνο ὡς ἕναν ἀνθρώπινο ὀργανισμό, φανερώνει πὼς σ᾿ αὐτὸν ὁ ἄνδρας λειτουργεῖ (ὀφείλει νὰ λειτουργεῖ κυρίως) ὡς κεφαλή.

Δεδομένου ὅτι ἡ κεφαλὴ θεωρεῖται τὸ κέντρο τοῦ νευρικοῦ συστήματος καὶ ὁ χῶρος προφύλαξης τοῦ ἐγκεφάλου, ὁ ἄνδρας θεωρεῖται συμβολικὰ ὁ χῶρος προφύλαξης καὶ τὸ κέντρο τῆς νοήσεως, τῆς λογικῆς, τῆς διάνοιας τοῦ νέου ὀργανισμοῦ. Ἡ γυναίκα (του) φανερώνεται σὰν τὸ ὑπόλοιπο καὶ ὅλον κορμὶ τοῦ ὀργανισμοῦ, ποὺ προφυλάσσει τὸ κέντρο τοῦ κυκλοφορικοῦ συστήματος, τὴν καρδιά, τὸ νωτιαῖο μυελό, τοὺς πνεύμονες, κ.λπ., ὡς ὁ χῶρος δηλαδὴ ποὺ συμβολίζει τὴ κυκλοφορία τῆς ζωῆς. Νὰ μὴ ξεχνᾶμε πὼς Εὔα, ἡ πρώτη γυναίκα τοῦ γήινου παραδείσου, σημαίνει Ζωή. Καὶ ὅτι μέσα στὸν Ἀδὰμ ὑπῆρχε ἤδη ἡ Εὔα (32).

Κατόπιν ὁ Παῦλος βάζει ἕνα πιὸ τολμηρὸ ἐπίπεδο προσέγγισης. Παραλληλίζει αὐτὴ τὴ σχέση μὲ αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ «Νυμφίος» Χριστός, μέγας ἐραστὴς τῆς ἀνθρωπότητας, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, εἶναι ἡ κεφαλή, ὡς Λόγος, τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸν περιθωριακὸ τρόπο ἐνανθρώπησής Του, τὸν ξεχωριστὸ βίο Του καὶ ἀποκορύφωμα τὸ θεῖο πάθος Του ἑλκύει πρὸς Αὐτὸν κάθε λογικὸ ἄνθρωπο ποὺ τὸν ποθεῖ ἢ τὸν ἀνιχνεύει. Ἡ ἐλεύθερη αὐτὴ ἐμπιστοσύνη – πίστη μετατρέπεται σὲ ὑποταγὴ «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» (33), μεταμορφώνεται σὲ ἀδελφοποίηση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ καταλήγει στὸ τέλος σὲ υἱοθεσία ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα.

Στὸ συλλογικὸ ἐπίπεδο ἐκφράζεται ὡς ὑποταγὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας στὸ Χριστό (34), ὡς ὑποταγὴ τῶν Ἁγίων, ὡς ὑποταγὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸ Χριστὸ - Κεφαλή. Καὶ αὐτὴ ἡ πορεία, πάντα σταδιακὴ (κάθαρση – φωτισμὸς – θέωση) εἶναι ἄλλου εἴδους ἀπὸ τὶς αὐταρχικὲς καὶ ἐπιβαλλόμενες ὑποταγὲς στὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο.

Μάλιστα, ἀφοῦ ἡ «ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ» (35) ὑποταγὴ δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀξεπέραστο, ἡ ὑποταγὴ τῆς γυναίκας στὸν ἄνδρα, ὅπως τῆς Ἐκκλησίας στὸ Χριστό, μπορεῖ νὰ γίνει στὴν πορεία «φυσικὴ ἐπιλογή της». Τότε μεταμορφώνεται «ἐν παντί», ἀφοῦ τὸν ἄνδρα της αὐτὴ τὸν ἐπέλεξε ἀρχικὰ καὶ συνεχίζει νὰ ἀποδέχεται, πάντα με ἰσότιμο τρόπο. Ὁ «ἴδιος ἀνήρ» γίνεται τότε γι᾿ αὐτὴν μιὰ ὁρατὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἔστω καὶ ἀρκετὰ φθαρμένη, ἐφόσον κάθε ἄνθρωπος εἶναι μία τέτοια εἰκόνα. Καὶ ὅσο ἡ ἁγιότητα αὐξάνει, τόσο αὐτὴ ἡ εἰκόνα καθαρίζει καὶ τόσο ἡ ὑποταγὴ αὐξάνει.

Εἶναι ἐπίσης αὐτονόητο πὼς ἀνάλογα τὸ βαθμὸ ποὺ ὁ ἄνδρας της τὴν ἐπηρεάζει στὸν βιορυθμό της, ἐπηρεάζει καὶ τὸν τρόπο ὑποταγῆς της σ᾿ αὐτόν. Οἱ ἀστοχίες – ἁμαρτίες τοῦ ἄνδρα ὅμως ἐπηρεάζουν καὶ ἀρνητικὰ αὐτὴ τὴν ὑποταγή, ποὺ στὴν ἐποχή μας ὁδηγοῦν συχνὰ μέχρι καὶ τὸν πλήρη μηδενισμό της, δηλαδὴ ὁδηγοῦν σὲ πλῆθος διαζυγίων, ὡς ἀπόδειξη τῆς ἀποτυχίας τῆς ὑγιοῦς ὑποταγῆς.

Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Παῦλος ὡς διακριτικὸς γέροντας ἀπευθύνεται στὴ γυναίκα γιὰ νὰ ζητήσει τὴν ὑποταγή της στὸν ἄνδρα της καὶ ὄχι στὸν ἄνδρα, γιὰ νομιμοποίηση ἐξουσιαστικοῦ δικαιώματος πάνω της. Ἔτσι μιὰ τέτοια ἐλεύθερη ὑποταγή, ὡς καρπὸς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, συμβολίζει καὶ ἐκφράζει ἕνα νέο ἐπίπεδο ἀπόταξης τοῦ σατανᾶ, ὡς διαβολέα στὴν δημιουργία μιᾶς ἀγαπητικῆς σχέσης. Πρόκειται γιὰ ἀπόταξη τῆς σατανικῆς ἐπιρροῆς μὲ ἀπομάκρυνση τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος, δηλαδὴ τοῦ ἰδίου θελήματος.

Βλέπουμε λοιπὸν πὼς ἐδῶ ἔμμεσα ὁ Παῦλος, ὡς διακριτικός, διεισδύει στὴ ρίζα τοῦ προσωπικοῦ κακοῦ, ἴδια μὲ τὴν πτώση στὸν γήινο παράδεισο ποὺ ἦταν ἡ ψευδαίσθηση ἐλπίδας θέωσης μέσῳ τῆς ἀποκλειστικῆς χρήσης τοῦ καρποῦ τῆς κτιστῆς φύσης, μέσῳ τῆς ἐγωιστικῆς – διανοητικῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἰδίου θελήματος τῆς Εὔας. Κατὰ τὸ κείμενο οὔτε κἂν ὁ Ἀδὰμ ἐρωτήθηκε γι᾿ αὐτὴ τὴν ἀπόφαση…, μετὰ τὴν ἀπόρριψη ἐντὸς τῆς τοῦ δημιουργικοῦ συμβολαίου θέωσης. Δηλαδὴ ἡ μὴ θόλωση τοῦ νοῦ τῆς γυναίκας ὡς τάση, ἔχει ὡς ἀπαραίτητο ὅρο, ἐντὸς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γάμου, τὴν ἀποδοχὴ τουλάχιστον τοῦ νοῦ τοῦ ἄνδρα της «ὡς τῷ Κυρίῳ», ὡς σταθεροῦ δεύτερου πόλου. Γι᾿ αὐτὸ προβάλλεται στὴ γυναίκα πάντα στὴν ὀρθόδοξη παράδοση τὸ πρότυπο τῆς Παναγίας, ὡς τῆς γυναίκας τῆς ἀπεριόριστης ὑπακοῆς καὶ τῆς πονεμένης μητέρας.

γ) Ἡ δεύτερη ἑνότητα, παρότι μεγαλύτερη σὲ στίχους καὶ λέξεις, θίγει τὸν ἕτερο πόλο τῆς ἀνδρόγυνης σχέσης. Ἡ λαθεμένης προοπτικῆς «ἀγάπη» τοῦ Ἀδὰμ στὴν πρόταση τῆς Εὔας γιὰ ἀποδοχὴ τοῦ κτιστοῦ καρποῦ ὡς τρόπου θέωσης, συναισθηματικῆς καὶ αἰσθητικῆς μόνο διάστασης, ἀποδεικνύει μία ἄλλη ὄψη ἀπολυτοποίησης τοῦ ἰδίου θελήματος. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀλλοῦ δείχνει πὼς ἕνα πρῶτο ἀλλὰ θεμελιῶδες ἐπίπεδο διάρρηξης τοῦ ἰδίου θελήματος εἶναι ἡ συμφωνία (36) στὴν πνευματικὴ ζωή. Μιὰ συμφωνία ἡ ὁποία ἄρχεται ἀπὸ τὴν ἐρωτικὴ πράξη - συνουσία καὶ ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ τὴν πνευματικὴ ἀνέλιξη τοῦ ζεύγους. Ἐξάλλου ἡ ἀγάπη τοῦ ἄνδρα πρὸς τὴ γυναίκα του - «τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου. Αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τῆς σαρκός μου ἐλήφθη αὐτὴ (37)» - ὁδηγεῖ στὴ θέωση μόνο ἐφόσον ὁ τρίτος πόλος εἶναι ἡ Πνοὴ Ζωῆς, δηλαδὴ οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ κτιστὸς καρπὸς τῆς γῆς δὲν εἶναι πόλος, εἶναι ἁπλὰ πεδίο καὶ μέσον.

Ὁ Ἀδὰμ λοιπὸν ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει τὸ ἴδιον θέλημά του, μπροστὰ στὸ θέλγητρο τόσο τοῦ γήινου καρποῦ, ὅσο καὶ τῆς φθοροποιοῦ παράκλησης – πρόκλησης τῆς Εὔας. Ὁ Ἀδὰμ ἀγάπησε μὲ ἄστοχο τρόπο τὴν Εὔα του, γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄνδρας ἔχει ἀνάγκη ἕνα ἄλλο πρότυπο ἄνδρα, αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια ὁ Ἀδὰμ ἀπέτυχε νὰ γίνει ἱερέας τῆς κτίσης, νὰ διεισδύσει στὴ σάρκα τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὴν ἀναφέρει στὸ δημιουργικὸ κέντρο, τὸν Τριαδικὸ δημιουργό. Ἀντίστοιχα ἡ Εὔα - Ζωὴ δὲν κατάφερε νὰ προφυλάξει, νὰ ζωοποιήσει καὶ νὰ προστατεύσει τὴν ἀνδρικὴ προσπάθεια τοῦ Ἀδάμ (38).

Ὁ Χριστὸς δὲν ἐμποδίστηκε λοιπὸν ἀπὸ τὰ γερασμένα καὶ ἀντιαισθητικὰ στοιχεῖα τῆς ἀνθρωπότητας (ἱστορικὲς ρυτίδες) οὔτε ἀπὸ τὶς ἐγωιστικὲς καὶ χρησιμοθηρικὲς ἰδιοτροπίες τῶν ἀνθρώπων (σπίλους) γιὰ νὰ δείξει τὴν ἀγάπη του σ᾿ αὐτήν. Ἀγάπησε τὸ βαθύτερο εἶναι της, στὸ πρόσωπο ὅσων δὲν βολεύονται μὲ λίγο ἥλιο καὶ θυσιάστηκε μέχρι σταυρικοῦ θανάτου.

Ἡ ἀντίρροπη πορεία τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὴν ἀληθῆ ἀγάπη ἀπαιτεῖ νὰ γίνει «ἐν ρήματι» ἐλεύθερης ἀναζήτησης καὶ ἀποφασιστικῆς ἀποδοχῆς τῆς Ἀλήθειας. Εἶτε αὐτὴ γίνεται σπερματικά (με ἀποκορύφωμα τὴν Παναγία), εἶτε νοερὰ (νοερὰ προσευχή), εἶτε εὐχαριστιακὰ στὰ «σὰ ἐκ τῶν σῶν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα» στὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ κοινότητα.

Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο προτρέπει ὁ Παῦλος τὸν ἄνδρα νὰ ἀγαπᾶ τὴν γυναίκα του καὶ νὰ ζωογονεῖ κάθε «ρῆμα» ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀνάπτυξη τῆς τρίπολης σχέσης (ἄνδρας – Χριστὸς - γυναίκα) (39) καὶ νὰ ἀρνεῖται ἀγαπητικὰ κάθε «ρῆμα» ποὺ ὁδηγεῖ στὴ διάρρηξή της. Πρόκειται γιὰ μία δύσκολη ἀποστολὴ τοῦ ἄνδρα, ἐξίσου δύσκολη μὲ τὴν «ὑποταγή» τῆς γυναίκας του…

Ἔτσι αὐτὸς ὁ τρόπος ἀγάπης τοῦ ἄνδρα στὴ γυναίκα του ἀποτελεῖ παράλληλο σκάνδαλο, εἰδικὰ γιὰ τὴν ἐποχή μας, ποὺ ἔχει ἀναγάγει σὲ μέγιστο ἀγαθὸ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἀτομικὴ ἐλευθερία, χωρὶς ὑποψία γιὰ τὸ ὅτι αὐτὴ εἶναι μιὰ ἀλλοτριωμένη ἀντίληψη γιὰ τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ γυναίκα γιὰ τὸν ἄνδρα δὲν εἶναι λοιπὸν ἕνα ἀντι-κείμενο σῶμα, ἀλλὰ τὸ δικό του σῶμα, μέρος τοῦ τριπολικοῦ ἑαυτοῦ του.

Ἔτσι δὲν εἶναι ὀρθὸ νὰ ἀντικειμενοποιεῖ τὸ «δικό του σῶμα», νὰ τὸ ἐκμεταλλεύεται, νὰ τὸ ἐξουσιάζει, νὰ τὸ καταπιέζει, πολὺ δὲ περισσότερο νὰ τὸ ἐμπορευματοποιεῖ. Ἀντίθετα εἶναι φυσικὸ νὰ τὸ περιποιεῖται, νὰ τιμᾶ, νὰ θυσιάζεται, νὰ ἀγαπᾶ. Ὑπόδειγμα γι᾿ αὐτὸ εἶναι ὁ τρόπος ποὺ φέρεται ὁ Χριστὸς στὴν Ἐκκλησία Του.

Πῶς ἀλλιῶς ἄλλωστε θὰ εὕρισκε νόημα τὸ γραφικό: «ἀντὶ τούτου ἐγκαταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκοληθήσεται πρὸς τὴ γυναίκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκαν μίαν» (40), ὅταν ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἄνδρα μέσα σὲ μιὰ ἀνδροκρατικὴ καὶ πατριαρχικὴ κοινωνία, ὅταν νυμφεύεται; Πῶς θὰ εἶχε νόημα ἡ διαδικασία ἑνοποίησης σὲ μία σάρκα; Αὐτὴ λοιπὸν ἡ διάφανη ἀγάπη ποὺ ὀφείλει νὰ καλλιεργεῖ ὁ ἄνδρας «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» πρὸς τὴ γυναίκα του, ὅσο δύσκολη φαντάζει, τόσο θεραπευτικὴ ἀποδεικνύεται γιὰ τὸ ζευγάρι. Κριτήριο εἶναι ἡ καλλιτεκνία τῶν παιδιῶν τους, ποὺ ἀνατρέφονται ἔτσι «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» μέσῳ τοῦ ὑποδείγματος τῶν γονέων τους, μὲ ἐλάχιστα λόγια κατήχησης…

Τὰ λόγια του Παύλου πρὸς τὸν ἄνδρα εἶναι πολὺ περισσότερα ἀπ᾿ ὅτι στὴ γυναίκα γιὰ πολλοὺς λόγους. Τὸ γεγονὸς τῆς ἀνδροκρατικῆς καὶ πατριαρχικῆς συνήθως ἀνατροφῆς δημιουργεῖ τὸ σύνδρομο τῆς ἐξουσίας τοῦ ἄνδρα πάνω στὴ γυναίκα. Γι᾿ αὐτὸ ἡ θυσιαστικοῦ προσανατολισμοῦ ἀγάπη εἶναι μία πολὺ δύσκολη ὑπόθεση, ποὺ δὲν ἐπιτυγχάνεται σὲ γρήγορο χρονικὸ διάστημα. Ἀπαιτεῖται μακροχρόνια ἀσκητικὴ διαδικασία, ὑπομονὴ καὶ φάσεις μετάνοιας ἀπὸ τὶς συχνὲς ἀστοχίες. Γι᾿ αὐτὸ τὸ πρότυπο, ὁ σταυρωθεὶς καὶ ἀναστὰς Ἰησοῦς Χριστός, προβάλλεται μπροστὰ στὸν ἄνδρα ὡς ἕνα ὁρατὸ συνεχές. Εἶναι τυχαῖο τὸ ὅ,τι προβάλλεται στὸ τέμπλο τῶν ὀρθοδόξων ναῶν μπροστὰ στὰ μάτια τῶν ἀνδρῶν;

δ) Διδάσκοντας ὁ Παῦλος καὶ τοὺς δυὸ ἀσθενεῖς καὶ ἡμιτελεῖς στὰ πνευματικὰ πόλους τοῦ ἑνὸς ἀνδρογύνου ὀργανισμοῦ, μᾶς ὁδηγεῖ ἐκ παραλλήλου καὶ στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο (41) κάθε ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Παρόμοια θεραπευτικὴ ἀκολουθεῖται γιὰ τὴν ἑνότητα τοῦ νοῦ (ἄνδρας) καὶ καρδιᾶς (γυναίκα) (42) κάθε νηπτικοῦ ὀρθοδόξου. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ τονίσουμε ὅτι ἡ πνευματικὴ «καρδιά» δὲν ἐντοπίζεται στὸ σωματικὸ ὄργανο, ἀλλὰ σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξη (43).

Ἡ θεραπευτικὴ αὐτὴ (44) εἶναι ἡ κύρια διεργασία προσωπικῆς κλίμακας στὴν ἀσκητικὴ τῶν μοναχῶν μέσῳ τῆς νοερᾶς εὐχῆς (45). Καὶ ἂν ἡ εὐχὴ αὐτὴ εἶναι ἀναγκαία καὶ γιὰ τοὺς ἔγγαμους, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ὑποταγὴ τῶν μοναχῶν στὸν ἐπιλεγμένο γέροντά τους ἀντικαθιστᾶ τὴν ἔλλειψη ἐρωτικοῦ καὶ γαμικοῦ συντρόφου γιὰ τὴν καταπολέμηση τοῦ ἰδίου θελήματος (46).

Κατανοοῦμε λοιπὸν πὼς τὸ μυστήριό του γάμου εἶναι μέγα, γιατὶ εἰκονίζει οὐσιαστικὰ ἔμπρακτα καὶ ὁρατὰ τὸ Ἕνα καὶ Μέγα Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, τὸ μυστήριο τοῦ «γάμου τοῦ Ἀρνίου μὲ τὴν Ἐκκλησία»(47). Δηλαδὴ τὸ μυστήριο τῆς διαδικασίας ὀντολογικῆς ἕνωσης τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους σὲ προσωπικὸ καὶ κοινωνικὸ ἐπίπεδο. Τὸ πρῶτο ἔχει ὡς ὑπόδειγμα τῆς ἕνωσής Του μὲ τὸν ὀρθόδοξο ἀσκητὴ μοναχό/μοναχὴ καὶ τὸ δεύτερο μὲ τὸ ὀρθόδοξο ἀσκητικὸ ἔγγαμο ζευγάρι.

Ἀναλογιζόμενοι αὐτοὺς τοὺς ὀντολογικοὺς εἰκονισμούς, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι εἶναι στὸ κέντρο τῆς πνευματικῆς πορείας. Στὸν γάμο ἔχομε τὸ τρίπολο ἄνδρας – Χριστὸς – γυναίκα καὶ στὸ μοναχισμὸ γέροντας – Χριστὸς – μοναχός/μοναχή. Μέσῳ αὐτῆς τῆς ὀντολογικῆς ἄρνησης τοῦ ἀτομισμοῦ πορεύεται ὁ πιστὸς στὸ δρόμο τῆς κάθαρσης – φωτισμοῦ – θέωσης σὲ μιὰ ἀέναη πορεία. Τὸ ἀνδρόγυνο λοιπὸν γίνεται τὸ πιὸ ὁρατὸ τρίπολο εἰκόνισμα τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, μέσα στὸν ὁποῖο κινεῖται αἰσθητά, ἀλλὰ καὶ πνευματικὰ στὸ χωρόχρονο τοῦ Γάμου τοῦ Ἀρνίου.

Καὶ ἐπειδὴ «τὸ δέντρο ἐκ τοῦ καρποῦ γιγνώσκεται», χωρὶς νὰ μιλᾶμε ἀπόλυτα, ἡ καρποφορία φαίνεται κατ᾿ ἀρχὴν ἀπὸ τὴν καλλιτεκνία τῶν παιδιῶν (48), ὅπως φαίνεται καὶ ἡ καλλιτεκνία τῶν πνευματικοπαίδων ὑποτακτικῶν στὸ μοναχισμό. Ὅταν ὁ καρπὸς αὐτὸς εἶναι ὑπαρκτός, τίποτα δὲν σταματᾶ τὴν πορεία ἀγάπης πρὸς τὴν κοινωνία, ποὺ ξεδιπλώνεται σὲ πολλὰ ἐπίπεδα ἀγάπης καὶ ἀγώνα. Τὰ ἱστορικὰ φαινόμενα τῆς φιλοξενίας, τῆς ἀλληλεγγύης (49), τῆς (ἐ)ξέλασης, τῆς ἀνάπτυξης συλλογικοτήτων, τῶν ἀντιστασιακῶν ἀγώνων εἶναι εὐρύτεροι καρποὶ ποὺ ἔχουν σχέση καὶ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ πορεία τῶν γάμων. Ἂν στὴν ἐποχή μας βλέπουμε μία μείωση αὐτῶν τῶν ἐκφράσεων, ἂς ἀναλογιστοῦμε τὸ πόσοι γάμοι εἶναι ἀληθινοὶ καὶ μεταξὺ τῶν «ὀρθοδόξων λαῶν»...

ε) Μένει ἕνα τελευταῖο ἐρώτημα: Τί ἄραγε νὰ σημαίνει ἡ λέξη φόβος ποὺ μεταχειρίζεται ὁ Παῦλος καὶ μὲ τὸν ὁποῖο τελειώνει τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα στὴν ἱερολογία τοῦ ὀρθόδοξου γάμου; Σημαίνει ἁπλὰ ἕνα σεβασμὸ τῆς γυναίκας στὸ πρόσωπό του ἄνδρα της; Ἔχω τὴν ἐντύπωση πὼς κάτι πολὺ βαθύτερο συμβαίνει γιὰ μία τέτοια ἔκφραση (50). Ὁ φόβος τῆς γυναίκας δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴν ἴδια καὶ τὴν εὐθύνη της γιὰ μία παθητικὴ ὑποταγή της στὸν ἄνδρα.

Πρόκειται γιὰ μία τελευταία παρακαταθήκη ποὺ ἀφήνεται στὰ χέρια της, στὴν καρδιά της, στὴ σκέψη της, στὴν πρακτικὴ καὶ προσευχή της. Ἀπὸ τὴ μιὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ βρίσκεται σὲ συνεχῆ ἐγρήγορση γιὰ νὰ διακρίνει πότε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ὑποτάσσεται ἀσυζητητί, πότε μὲ δικές της ἀμφιβολίες, πότε μὲ προσθήκη δικῶν της σκέψεων, προτάσεων, πρακτικῶν. Συχνὰ μάλιστα εἶναι ἀνάγκη, λόγω αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ φόβου (51), νὰ ὑπερβαίνει τὸν «ρόλο» της καὶ νὰ ἡγεῖται αὐτὴ στὸ ταξίδι τοῦ γάμου. Τέτοιες δυσκολίες γιὰ νὰ ἐκφράσει δημιουργικὰ τὸ φόβο της εἶχε ὡς γνωστὸ ἡ γυναίκα τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου (52), ἡ ὁποία δὲν ἦταν ἱκανὴ νὰ ὑποταχθεῖ στὰ τεράστια βήματα ἀγάπης ποὺ ξεχείλιζαν ἀπὸ τὴν ἁγία ζωὴ τοῦ ἄνδρα της.

Πολὺ δὲ περισσότερο νὰ μὴν ὑποτάσσεται καὶ νὰ φοβᾶται, ὅταν ὁ ἄνδρας τῆς ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ὀφείλει νὰ ἀναπτύσσει σ᾿ αὐτὴν «ἐν Κυρίῳ» καὶ νὰ ἀρνεῖται νὰ ἀκολουθήσει τέτοιες ἀστοχίες, παραμένοντας προσηλωμένη καὶ σταθερὴ στὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ πρακτική. Ἕνα τέτοιο καθῆκον ἔδειξαν πολλὲς τέτοιες γυναῖκες, μένοντας δίπλα σὲ δύστροπους (53) ἢ καὶ ἄπιστους συζύγους, χωρὶς νὰ ἀφήσουν τὴν πίστη τους στὰ σκουπίδια. Ἡ ζωὴ τῆς βασίλισσας Θεοδώρας (54), καὶ ὄχι μόνο, μᾶς τὸ θυμίζει κάθε Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας…


Ἐπίλογος

Ζοῦμε σὲ μία ἐποχὴ ὅπου τὰ διαζύγια τῶν ὀρθοδόξων κοσμικῶν πληθαίνουν καὶ στὴ χώρα μας (55) μὲ τρομερὴ τάση αὔξησης στοὺς νέους γάμους. Τὸ τραγικὸ εἶναι πὼς πέρα ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ προβλήματα ποὺ συνεπάγονται, συνεπάγονται μία ἀκόμη κρίση στὸ χῶρο τῆς ἱστορικῆς καὶ «θεσμικῆς» ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Τὸ ἰδεολόγημα τῆς ἀπαγόρευσης τῆς ξεχωριστῆς ἱερολογίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀρραβῶνα, μὲ ἀπειλῆ ποινῆς στὸν ἱερέα ποὺ θὰ τὸ κάνει, μὲ ἐπιχείρημα τί θὰ συμβεῖ ἐκκλησιολογικὰ μὲ τοὺς διαλυμένους ἀρραβῶνες ἔχει ἤδη καταρρεύσει. Οἱ χιλιάδες διαλυμένοι καὶ «πνευματικά» γάμοι τὸ ἀποδεικνύουν (56).

Τὸ μεγάλο πρόβλημα μᾶλλον εἶναι ἡ «εὐκολία» μὲ τὴν ὁποία πραγματοποιοῦνται, χωρὶς ἐκκλησιολογικὴ κατεύθυνση, χωρὶς νὰ γνωρίζουν συνειδητὰ οἱ νεόνυμφοι τὸ περιεχόμενο τοῦ – μαρτυρικοῦ (57) - χοροῦ τοῦ Ἡσαΐα. Εἶναι τυχαῖο ἐπίσης ὅτι χιλιάδες γάμοι πραγματοποιοῦνται σὲ περιόδους ἐπίσημης νηστείας ἢ σὲ ἡμέρα Παρασκευή; Καὶ ἂν οἱ θεωρίες γιὰ ἱερολογικὴ ἀνανέωση φαντάζουν ὡς νέα ἤθη, ἡ παγίωση τοῦ προβληματικοῦ περιεχομένου τῶν «γάμων», μὲ ἔνδυμα ἐκκλησιαστικό, δὲν ἀποτελεῖ μεῖζον ζήτημα;

Φτάνει νὰ δοῦν τὰ ζευγάρια ποὺ παλεύουν μόνο τὸν ἑαυτό τους; Μήπως χρειάζεται νὰ δοῦμε τὸ γάμο μὲ ὅλα τὰ θεολογικά του στοιχεῖα, σὲ μιὰ βάση ποὺ ταυτόχρονα θὰ διαφυλάσσει τὸν ἐκκλησιολογικό του χαρακτήρα, ἀλλὰ ταυτόχρονα θὰ ἀντιμετωπίζει πολυεπίπεδα τὴν ἀπόσταση αὐτοῦ τοῦ χαρακτήρα ἀπὸ τὸ μέσο θρησκευτικὸ γάμο, ποὺ συνήθως ἢ διαλύεται ἢ σαπίζει;

Ἡ εὐθύνη μᾶλλον δὲν βαρύνει μόνο τοὺς θεσμικὰ ὑπεύθυνους. Τουλάχιστον βαραίνει ἐμᾶς τοὺς ἐγγάμους, εἰδικὰ μάλιστα ὅταν στὴν εὐθύνη μας μεγαλώνουμε καὶ παιδιά. Παιδιὰ σὲ μιὰ νέα ἐποχὴ ποὺ μᾶλλον διεισδύει καὶ ἐντὸς τῶν τειχῶν τῆς θεσμικῆς ἐκκλησίας μὲ ἀπρόβλεπτες συνέπειες…

Τὸ πρῶτο ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι ἰσχυροποιήσουμε ἐν Χριστῷ τὸ δικό μας γάμο (58) καὶ τὸ δεύτερο νὰ ἐξωτερικεύσουμε αὐτὴ τὴν κραυγὴ πόνου στοὺς πνευματικούς, καὶ νὰ ἀφήσουμε στὴ διαμάχη τοὺς συντηρητικοὺς καὶ φιλελεύθερους ποὺ γιὰ ἄλλα ἀγωνιοῦν…

Ἡ αὔξηση τῆς συμφωνίας, τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς ἀγάπης, τῆς εὐτεκνίας καὶ τῆς καλλιτεκνίας, τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς τοῦ ζεύγους, ἀλλὰ ἰδίως τῆς εὐχαριστιακῆς τους ἐπικέντρωσης παραμένουν ἐκκλησιολογικὰ τὸ βαρύκεντρο τοῦ ὀρθόδοξου γάμου, ὅ,τι καὶ ἂν συμβεῖ…


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ὁ Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας εἶναι ἔγγαμος, καθηγ. φυσικῆς, πτ. θεολογίας καὶ συμμέτοχος τοπικῶν καὶ συνδικαλιστικῶν κινήσεων.

2. Δημήτρης Καραγιάννης, Περιοδικὸ «ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ» τεῦχος 52, στὸ http://forum.athos.gr/index.php/topic,242.0.html, «Ὅταν κάποιος ἐρωτεύεται, κινδυνεύει νὰ ἐρωτεύεται τὴν εἰκόνα τοῦ ἄλλου καὶ ὄχι τὸν ἄλλο. Ὁ ἔρωτάς του εἶναι πρὸς τὴν φαντασίωσή του καὶ ὄχι πρὸς τὸν πραγματικὸ ἄλλο. Ὅμως ὁ πραγματικὸς ἄλλος τοῦ τὴν διαλύει. Δὲν εἶναι τότε ἡ εἰκόνα ποὺ εἶχε φανταστεῖ. Ἐδῶ εἶναι ποὺ κάποιοι δὲν ἀντέχουν. Ὅταν χαλάσει ἡ εἰκόνα τοῦ ἄλλου καὶ ἀρχίζουν νὰ ἔρχονται σὲ σχέση μὲ τὸν πραγματικὸ ἄλλο, τότε ἀλλάζουν σύντροφο. Εἶναι ἀνασφαλεῖς καὶ ἀδύνατοι καθὼς δὲν διαθέτουν τὴν δύναμη νὰ ἐπηρεάζουν τὴν ζωή τους. Ἀνώριμα ἀνασφαλῆ ἄτομα ποὺ ἔχουν μάθει μόνο νὰ τὰ φροντίζουν, μὲ συνέπεια ὅμως τὴν ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας τους. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἀποτελεῖ πραγματικὰ στόχο τῆς ἄσκησης, εἶναι νὰ αὐξήσουν τὴν δυνατότητα ν᾿ ἀγαποῦν. Ὄχι ἁπλῶς συναισθηματικά, ἀλλὰ ὀντολογικά, ὑπαρξιακά. Ὑπάρχουν κάποιοι πραγματικοὶ σταυροὶ μέσα στὸν γάμο. Μιὰ ἀρρώστια, ἡ γήρανση. Ὁ ἄλλος ἔχει σῶμα ποὺ ὅσο καὶ ἂν τὸ φροντίζει ἀλλάζει, γερνάει. Αὐτὸ κινδυνεύει ἀσυνείδητα νὰ ἐκλαμβάνεται σὰν προδοσία καὶ ἡ σχέση καταρρέει ἂν δὲν περιλαμβάνει καὶ ἄλλα στοιχεῖα ποὺ νὰ τὴν νοηματοδοτοῦν…»

3. Ἑβδομαδιαία ἐφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ, 16 Ἰανουαρίου 2005, φ. 751, σελ. 18, ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑFALDA: «Sexi (ισμός) and the city ἐκστρατεία ποὺ ξεκινάει ἡ ὁμάδα Mafalda στὰ πανεπιστήμια καὶ σὲ χώρους νεολαίας, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκαλύψει τὴ σεξιστικὴ κουλτούρα καὶ τὰ πρότυπα καὶ τὸ πῶς αὐτὰ σήμερα κυριαρχοῦν καὶ ἐπηρεάζουν τὴν κοινωνία, ἀλλὰ κυρίως τὶς νέες καὶ τοὺς νέους. Στόχος τῆς ὁμάδας εἶναι ἡ δημιουργία…».

4. Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ, ἐκδ. τέταρτη, ἐκδ. «ΑΣΤΗΡ», ΑΘΗΝΑΙ 1979, σελ. 271: «… Ἀλλὰ κατὰ τὴν ὀρθόδοξον πνευματικὴν παράδοσιν, τὸ προβάδισμα πρέπει νὰ κατέχει ὁ εἰρηνεύων καὶ χαροποιῶν ἐξαγιασμὸς τῆς καρδίας, καὶ τὰ ἔργα οὐδὲν ἕτερον εἶναι, εἰμὴ αὐτὴ ἡ ἁγιότης ἐξωτερικευομένη ὑπὸ τὴν βίαν τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης…».

5. Ἀρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση, Η ΕΠ᾿ ΕΚΚΛΗΣΙΑΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΕΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ, http://www.sitemaker.gr/christosd/: «Ἀσφαλῶς ἕνα μέρος τῶν Χριστιανῶν σήμερα, γαλουχημένον εἰς τὰ νάματα τοῦ θρησκευτικοῦ νέο-ελληνικοῦ διαφωτισμοῦ – εὐσεβισμοῦ, ὅπως αὐτὸς ἄρχισε νὰ εἰσβάλλει εἰς τὴν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολὴ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἤδη τῶν μακαρίων Κολλυβάδων, …».

6. Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος – γάμου, εἰρηνικὸ 7ο: «Ὑπὲρ τοῦ παρασχεθῆναι αὐτοῖς σωφροσύνη, καὶ καρπὸν κοιλίας πρὸς τὸ συμφέρον, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

7. Ἔκτρωση: Δικαιώματα καὶ ...ἀδικήματα τῶν γυναικῶν, Κείμενο τῆς Frederica Mathewes-Green, http://www.unborn.gr/unborn1/unborn/index.php?id=12,31,0,0,1,0, «Γιὰ χρόνια υἱοθέτησα τὴν ἄποψη ὅτι τὸ ἀγέννητο παιδὶ ἦταν μόνο μιὰ μάζα ἀπὸ ἱστούς. Ὅταν συμπτωματικὰ ἔμαθα τὰ σχετικὰ μὲ μιὰ ἔκτρωση σὲ περίπτωση προχωρημένης ἐγκυμοσύνης, τρόμαξα ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τῆς σύριγγας ποὺ τὸ στόμιό της χοροπηδοῦσε μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας, καθὼς τὸ παιδί της περνοῦσε τὶς ὀδύνες τοῦ θανάτου. Ἔμαθα ἀκόμα ὅτι οἱ ἐκτρώσεις σὲ πρώιμα στάδια ἐγκυμοσύνης δὲν εἶναι πιὸ εὐγενικές. Τὸ παιδὶ τεμαχίζεται καὶ κομμάτι -κομμάτι καὶ ἀπορροφᾶται μέσῳ ἑνὸς αὐλοῦ σὲ μιὰ σακούλα γεμάτη αἷμα…»

8. Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ν. Ὑπ᾿ ἀρ. 590, 28-5-1977, κεφ. ΙΗ´, ΠΕΡΙ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ, Ἄρθρον 49. 3: «Ἡ κεχωρισμένως ἀπὸ τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου ἱερολογία τῆς μνηστείας ἀπαγορεύεται κηρύσσεται δὲ πνευματικῶς ἄκυρος ὑπὸ τοῦ Ἀρχιερέως τοῦ τόπου ἔνθα αὕτη ἐτελέσθη. Εἰς τὸν τελέσαντα τὴν ἱερολογίαν ἱερέα ἐπιβάλλεται ποινὴ ἀργίας μέχρις ἑνὸς ἔτους καὶ στέρησις τοῦ ἡμίσεως τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ, ὡς καὶ φυλάκισις ἑνὸς ἔτους».

9. ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ΑΘΗΝΑ 1978, σελ. 5.

10. «Ὑπὲρ τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ (τοῦδε) καὶ τῆς δούλης τοῦ Θεοῦ (τῆσδε) τῶν νῦν μνηστευομένων ἀλλήλοις, καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

11. «Ὑπὲρ τοῦ παρασχεθῆναι αὐτοῖς τέκνα εἰς διαδοχὴν γένους, καὶ πάντα τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα».

12. ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, ὅπ. προηγ., εἰρηνικὰ τῆς ἀκολουθίας τοῦ Γάμου, τρίτη προσωπικὴ εὐχή, σελ. 12.

13. ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, ὅπ. προηγ., Β´ εὐχὴ τοῦ Γάμου, σελ. 17: «… Δὸς αὐτοῖς καρπὸν κοιλίας, καλλιτεκνίαν, ὁμόνοιαν ψυχῶν καὶ σωμάτων...».

14. ΚΛΙΜΑΞ, ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, ἐκδ. «ΑΣΤΗΡ», ΑΘΗΝΑΙ 1976, Λόγος ΚΣΤ´, Περὶ διακρίσεως κλπ, κγ´, σελ. 287: «Λοιπὸν ἂς κοπιάζωσι καὶ ἂς ἀγωνίζωνται ὅλοι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ καὶ μοναχοὶ νὰ γίνονται τίμιοι καὶ ἄξιοι, καὶ νὰ ἔχωσι λόγια καὶ ἔργα πνευματικὰ θεάρεστα, διὰ νὰ φωτίζονται καὶ οἱ κοσμικοὶ ἐκ μέρους τους, καὶ νὰ τρέχωσιν εἰς τὰς ἀρετὰς πρόθυμοι…».

15. ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, ὅπ. προηγ., Β´ εὐχὴ τοῦ Γάμου, σελ. 15: «Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τοῦ μυστικοῦ καὶ ἀχράντου γάμου ἱερουργὸς καὶ τοῦ σωματικοῦ νομοθέτης,…» καὶ κυρίως ὅλο τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, σελ. 21, μὲ εἰδικὴ βαρύτητα τὸ στίχο: «ταύτην ἐποίησε τὴν ἀρχὴν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐφανέρωσε τὴν δόξαν αὐτοῦ, …».

16. «Ὑπὲρ τοῦ καταπεμφθῆναι αὐτοῖς ἀγάπην τελείαν, εἰρηνικήν, καὶ βοήθειαν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

17. «Ὑπὲρ τοῦ φυλαχθῆναι καὶ εὐλογηθῆναι αὐτοὺς ἐν ὁμονοίᾳ καὶ βεβαίᾳ πίστει, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

18. Ἐπισκ. Διονυσίου (Λ. Ψαριανοῦ), πρ. Μητρ. Σερβίων καὶ Κοζάνης, Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΑΜΟΣ, ἐκδ. Ἀπ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ΑΘΗΝΑΙ 1964, σελ. 57-62, πρβλ. ὑποσημείωση 8.

19. «Ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι αὐτοὺς ἐν ἀμέμπτῳ βιοτῇ καὶ πολιτείᾳ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

20. ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, ὅπ. προηγ., εἰρηνικὰ τοῦ Γάμου, Πέμπτη προσωπικὴ εὐχή, σελ. 12: «Ὑπὲρ τοῦ δωρηθῆναι αὐτοῖς εὐτεκνίας ἀπόλαυσιν, καὶ ἀκατάγνωστον διαγωγήν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

21. ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, ὅπ. προηγ., Α´ εὐχὴ τοῦ Γάμου, σελ. 16: «… Ἔμπλησον τοὺς οἴκους αὐτῶν σίτου, οἴνου καὶ ἐλαίου καὶ πάσης ἀγαθωσύνης, ἵνα μεταδιδώσι καὶ τοῖς χρείαν ἔχουσι, …».

22. «Ὅπως ὁ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν χαρίσηται αὐτοῖς τίμιον τὸν γάμον, καὶ τὴν κοίτην ἀμίαντον, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

23. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΙΒ´, εἰς Κολασαεῖς, Ε.Π.Ε. τόμ. 22, σελ. 344, 342, 388, 346: «Πῶς οὖν δὲ καὶ γίνονται εἰς σάρκαν μίαν; Καθάπερ χρυσοῦ τὸ καθαρώτατον ἂν ἀφέλης καὶ ἑτέρῳ ἀναμίξης χρυσῷ, οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα τὸ πιότατον καθάπερ τῆς ἡδονῆς χωνευούσης ἡ γυνὴ δεχομένη τρέφει καὶ θάλπει, καὶ τὰ παρ᾿ ἑαυτῆς συνεισεγκομένη ἄνδρα ἀποδίδωσι… ἂν οἱ δυὸ μὴ γένωνται ἕν, οὐκ ἐργάζονται πολλούς, ἕως ἂν δυὸ μένωσιν. Ὅταν δὲ εἰς ἑνότητα ἔλθωσι, τότε ἐργάζονται… Τί οὖν, ὅταν παιδίον μὴ ἢ οὐκ ἔσονται εἷς οἱ δυό; Εὔδηλον. Ἡ μίξις γὰρ τοῦτο ἐργάζεται ἀναχέασα καὶ ἀναμίξασα ἀμφότερα τὰ σώματα. Καὶ ὥσπερ εἰς ἔλαιον μύρον ἐμβαλῶν, τὸ πᾶν ἐποίησεν ἕν, οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα… Τί αἰσχύνη τῷ τιμίῳ; Τί ἐρυθριᾶς ἐπὶ τῷ ἀμιάντῳ; Ταῦτα τῶν αἱρετικῶν ἐστι….».

24. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ΙΔ´ ἐπιστολὰς τοῦ Ἀπ. Παύλου, τόμ. Α´, ἐκδ. «Ἅγιος Νικόδημος», ΑΘΗΝΑ 1971, Ἑρμηνεία εἰς τὴν Α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή, κεφ. Ζ, στίχ. 5, σχόλ. 1, σελ. 255: «Καὶ ὁ Ζωναρᾶς δὲ καὶ ὁ Βαλσαμῶν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Γ´ κανόνος τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, τὴν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου διοριζομένην ἐδῶ προσευχήν, τὴν σπουδαιοτέραν ἐνόησαν συμφώνως τῷ Θεοφυλάκτῳ, καὶ τὴν μὲ κακοπάθειαν, καὶ δάκρυα γινομένην. Ὁ δὲ Θεοδώριτος λέγει, ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει τὰ ἀνδρόγυνα νὰ μὴ σμίγουν ἐν τῷ καιρῷ τῆς νηστείας, καὶ προσευχῆς, διὰ νὰ τιμοῦν τὴν νηστείαν, καὶ προσευχὴν μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ καθαρότητα τοῦ σώματός των».

25. Τοῦ ἰδίου, στὴν ἴδια σειρὰ τόμ. Γ´, Ἑρμηνεία εἰς τὴν Α´ πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, κεφ. ΙΓ´, στίχ. 4, σχόλ. 2, σελ. 439-440: «…Τίμιος δὲ λέγεται ὁ γάμος καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος, ὅταν οἱ κατὰ γάμον συναπτόμενοι, εἴτε ὁ ἄνδρας εἴτε ἡ γυναίκα, ὄχι μόνον δὲν μολύνονται μοιχικῶς μὲ ἄλλα ξένα πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ ὅταν αὐτοὶ δὲν μολύνονται μὲ παρανόμους μίξεις εἰς τὸ παρὰ φύσιν, ὅταν σμίγουν, ὄχι διὰ φιληδονίαν καὶ ἀκρασίαν, ἀλλὰ διὰ μόνην παιδοποιίαν, καὶ ὅταν λογιάζουν τὴν σαρκικὴν σχέσιν ἕνα σημεῖον τῆς πνευματικῆς ἑνώσεως αὐτῶν μετὰ τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδὴ ὁ γάμος τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν, δὲν εἶναι μόνον σαρκικός, …, ἀλλὰ ἔχει καρπὸν πνευματικῆς ἐπαγγελίας, ὡς λέγει ὁ σοφὸς Μελέτιος ὁ Πηγᾶς…..». Καὶ «…καὶ τὴν κατὰ σάρκα αὔξησιν καὶ ἐπίδοσιν, ὡς Χριστοῦ ἑνώσεως, καὶ εἰς Χριστὸν αὐξήσεως, καὶ ἐπιδόσεως, μυστικῆς, οἶον τί σύμβολον. Τοιοῦτον γὰρ τί ἐστὶ τὸ μυστήριον τουτί…».

26. ΚΛΙΜΑΞ, ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, ἐκδ. «ΑΣΤΗΡ», ΑΘΗΝΑΙ 1976, Λόγος Ε´, Περὶ Μετανοίας, κζ´, σελ. 100: «Βλέπε καλῶς ἐσὺ ὁποῦ νομίζεις οὕτω, καὶ στοχάζου ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸν Θεὸν ἀπὸ τὴν ὁδὸν τῆς ὀκνηρίας, ὁποῦ μᾶς ἐδίωξε καὶ μᾶς ἐμάκρυνεν ἀπὸ τὸ θεῖον του πρόσωπον, ἀλλ᾿ ἀπὸ ἄλλην συντομωτέραν. Ἤγουν ἀπὸ προθυμίαν καὶ κακοπάθειαν, ἀπὸ ἀδιάλειπτον προσευχήν, καὶ ἀπὸ τὴν ταχείαν καὶ συντετριμμένην ἐξομολόγησιν,…».

27. Τοῦ ἰδίου, Λόγος ΚΣΤ´, νθ´, σελ. 303: «Διὰ τοῦτο εἶναι καιροὶ διαμερισμένοι. Καὶ ἄλλος καιρὸς εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον χρεωστεῖ τις νὰ κακοπαθῆ καὶ νὰ μάχεται, καὶ ἄλλος καιρὸς νὰ κάθηται καὶ νὰ ἀναπαύηται. Καιρὸς νὰ δακρύη καὶ νὰ κλαίη, καὶ καιρὸς νὰ εὑρίσκεται σκληροκάρδιος. Καιρὸς νὰ προστάζη, καὶ καιρὸς νὰ προστάζεται καὶ νὰ ὑποτάσσεται. Καιρὸς νὰ νηστεύη, καὶ καιρὸς νὰ τρώγη μετὰ διακρίσεως… Καιρὸς νὰ μολύνεται, ἴσως ἐκ τῆς ὑπερηφανίας του, καὶ καιρὸς νὰ καθαρίζεται διὰ τῆς βαθυτάτης του ταπεινώσεως καὶ ἐξομολογήσεως…».

28. Μητροπολίτης Ναυπάκτου +Ἱερόθεος, Ὁ χορὸς τοῦ Ἡσαΐα στὸ μυστήριο τοῦ γάμου, http://forum.athos.gr/index.php/topic,607.0.html, «Ἄλλωστε ὅλα τὰ μυστήρια ἔχουν σκοπὸ νὰ ὁδηγήσουν τοὺς ἀνθρώπους στὴν θεία Εὐχαριστία, στὴν θεία Κοινωνία, ἀφοῦ τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι τὸ κέντρο καὶ ὁ σκοπὸς ὅλων τῶν μυστηρίων. Χωρὶς τὸν Χριστὸ κανένα πράγμα δὲν ἔχει ἀξία. Μὲ τὸν Χριστό, ὅλα τὰ πράγματα καὶ ὅλες οἱ στιγμὲς καὶ οἱ πτυχὲς τοῦ ἀνθρώπινου βίου λαμβάνουν νόημα καὶ σκοπό. Ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνδρογύνου πρέπει νὰ ἐμπνευσθεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ οἱ δυσκολίες καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ γάμου πρέπει νὰ λαμβάνει δύναμη ἀπὸ τὴν κένωση καὶ τὴν θυσιαστικὴ προσφορὰ τοῦ Χριστοῦ».

29. Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ Ἡσυχαστῆ, τὸ ἴδιον θέλημα καὶ ἡ ὑπακοὴ (Μνήμη τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου), http://img.pathfinder.gr/clubs/files/70304/7.html, «Οἱ ἀναγνώσεις τῶν βίων δυὸ κορυφαίων Πατέρων, τοῦ Ἁγίου Παχωμίου καὶ τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου, μᾶς δίδουν ἀφορμὴ νὰ σχολιάσωμε θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὸ πρακτικό μας καθῆκο… Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία νὰ προσέξωμε στὸν βίο καὶ τῶν δυὸ Πατέρων, εἶναι τὸ ὅτι μᾶς συνιστοῦν τὴν ἀκρίβεια τῆς συνειδήσεως τοῦ πρακτικοῦ μας καθήκοντος καὶ ἰδιαίτερα τὴν ἀποφυγὴ τοῦ «ἰδίου θελήματος». Τὸ θέλημα γίνεται μὲ πολλοὺς τρόπους, ἀλλὰ οἱ κεντρικοὶ εἶναι δυό. Τὸ ἕνα εἶναι τὸ «ἐκ δεξιῶν». Χάριν δῆθεν εὐλαβείας κάνει κάποιος τὸ θέλημά του. Τὸ ἄλλο εἶναι τὸ «ἐξ ἀριστερῶν». Πιὸ ἐπικίνδυνο ὅμως εἶναι τὸ «ἐκ δεξιῶν». Τὸ «ἐξ ἀριστερῶν» εἶναι καταφανές. Ἐκεῖνος ποὺ κάνει τὸ θέλημά του γιὰ ἡδυπάθεια, ἔχει μαζὶ καὶ τὴν ἐντροπή. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ κάνει τὸ θέλημά του ἀπὸ τὰ δεξιά, εἶναι σχεδὸν ἀνίατος, διότι εἶναι δύσκολο νὰ τὸν πείσης ὅτι σφάλλει, καθ᾿ ἣν στιγμὴ στηρίζεται στὸ καύχημα ὅτι εὐσεβεῖ, ὅτι ἀγωνίζεται…»

30. Γαλ. ε´, 13: «Ὑμεῖς γὰρ ἐπ᾿ ἐλευθερία ἐκκλήθητε, ἀδελφοί. Μόνο μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις»

31. Γιῶργος Βαλσάμης, Καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἄπτεσθαι, σημείωση 8, http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/valsamis_marriage.html, «Μόνο ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀγάπη γίνεται λόγος γιὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις. Ἡ ἔλλειψη ἀγάπης ὑποπτεύεται τὴ διαφορὰ καὶ συγχέει τὴν ἰσοτιμία μὲ τὴν ἰσοπέδωση. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ὅτι σ᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἐπιστολή, ὅπου προβάλλεται ἡ ἀρχὴ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ, τοῦ ἀνδρὸς διὰ τῆς γυναικός, κ.λπ., σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ ὑπάρχει καὶ ὁ περίφημος ὕμνος στὴν ἀγάπη, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Παῦλος λέει, ὅτι δὲν ἔχει δικαιώματα, δὲν ζηλεύει καὶ δὲν σκέπτεται τὸ κακό, ὅτι πιστεύει, ἐλπίζει, καὶ χαίρεται μὲ τὴν ἀλήθεια...».

32. Γέν. α´ 27, β´ 18-25. Ματθ. ιθ´ 3-4: «… οὐκ ἀνέγνωτε ὅτι ὁ κτίσας ἀπ᾿ ἀρχῆς ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς;»

33. Α´ Κορ. ιβ´, 3: «… Καὶ οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ».

34. Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, Λόγος ἕκτος, στίχ. 5: «… εἴ τις τῷ Χριστῷ μὴ κοινωνὸς εἴη τῆς γνώμης, ἀλλ᾿ οἷς ἐκεῖνος ἐπιτάττει πρὸς παλινωδίαν ἐξάγοι, τὴν ἑαυτοῦ ζωὴν οὐ πρὸς τὴν αὐτὴν ἐκείνῳ τάττει καρδίαν, ἀλλὰ δῆλός ἐστι καρδίας ἐξηρτημένος ἑτέρας… Εἰ δὲ ζῆν μὲν οὐκ ἔστι μὴ τῆς καρδίας ἐξηρτημένους ἐκείνης, ἐξηρτῆσθαι δὲ οὐκ ἂν εἴη μὴ τὰ αὐτὰ βουλομένους, ἵνα ζῆν δυνηθῶμεν, σκοπῶμεν ὅπως τῶν αὐτῶν ἐρᾶν τῷ Χριστῷ καὶ τοῖς αὐτοῖς ἐκείνῳ δυνησόμεθα χαίρειν». Βλ. καὶ Φιλοκαλία τῶν νηπτικῶν καὶ ἀσκητικῶν, τόμ. 22, Νικόλαος Καβάσιλας. ἐκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1979, σελ. 514.

35. Ὁ Γάμος ὡς μυστήριο, τοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἐγχειρίδιο αἱρέσεων καὶ παραχριστιανικῶν ὁμάδων, http://www.oodegr.com/oode/koinwnia/oikogeneia/gamos1.htm. «… Ἔτσι ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγαθότητά Του θέσπισε τὸ γάμο, μέσα στὸν ὁποῖο οἱ σύζυγοι ξεπερνοῦν τὸν ἑαυτό τους, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν πτώση, καὶ διδάσκονται τὴν ἐπιστρoφὴ στὴν ἑνότητα, ἡ ὁποία συνεχῶς εὐρύνεται καὶ ἀγκαλιάζει ὅλο καὶ περισσότερα πρόσωπα. Ὁ γάμος ποὺ Τελεῖται «ἐν Κυρίῳ» (Α´ Κορ. ζ´ 39) προσλαμβάνεται σὰν δεσμὸς στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔτσι δὲν ἐκφράζει ἁπλῶς τὴν ἕνωση τοῦ Χριστoῦ μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ δεσμὸς τοῦ γάμου «ἐν Κυρίῳ» γίνεται Ἐκκλησία: «ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν» (Ἐφεσ. ε´ 23).
Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ φυσικοῦ δεσμοῦ καὶ τοῦ γάμου «ἐν Κυρίῳ» εἶναι ἀκριβῶς αὐτή: ὅτι μὲ τὸ μυστήριo, ἡ Ἐκκλησία προσλαμβάνει τὸ δεσμὸ αὐτὸ στὸ σῶμα Της καὶ τὸν ἐντάσσει στὴν ὑπηρεσία τῆς αἰώνιας ἀγάπης. Οἱ σύζυγοι ξεπερνοῦν τὸν ἐγωκεντρισμό τους καὶ ξανατοποθετοῦνται στὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κοινωνία προσώπων, στὴν ἑνότητα τῆς μιᾶς ἀνθρώπινης φύσης, «εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν». Ἀντίθετα ὁ γάμος ποὺ δὲν συνάπτεται «ἐν Κυρίῳ», ὁ φυσικὸς δηλαδὴ δεσμός, τελειώνει στὸν τάφο…».

36. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἱερὰ Παράλληλα, τίτλος ΙΑ´, Περὶ Πορνείας, Migne 96, 257: «… Μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μὴ τί ἂν ἐκ συμφώνου. Ἐγκρατεύη, καὶ οὐ θέλεις καθευδῆσαι μετὰ τοῦ ἀνδρός σου; Ἐκεῖνος δὲ οὐκ ἀπολαύων σου ἀπέρχεται, λοιπὸν ἁμαρτάνει, καὶ ἡ ἁμαρτία ἐκείνου ἐγκράτεια λογίζεται. Τί βέλτιον; Μετὰ σοῦ αὐτὸν καθευδῆσαι, ἢ μετὰ πόρνης; Ἡ ἀπόλαυσίς του οὐ κεκώλυται. Μετὰ σοῦ ἐὰν καθεύδη, οὐκ ἔστιν ἔγκλημα. Μετ᾿ ἐκείνης δὲ ἐὰν καθευδήσει, ἀπώλεσάς σου τὰ μέλη…
Ὁρᾶς ὅτι διὰ τοῦτο ἔλαβες γυναίκα καὶ σὺ ἔλαβες ἄνδρα, ἵνα συμφωνεῖτε, καὶ θέλεις ἐγκρατεύεσθαι; Δρᾶμε ὅσον δύνη. Ὅταν ἀτονήσεις, λάβε φάρμακον τὴν συνουσίαν, ἵνα μὴ πειράση ὑμᾶς ὁ Σατανᾶς».

37. Γέν. β´, 23.

38. Παῦλος Εὐδοκίμωφ, Ἡ γυναίκα καὶ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου, ἐκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σελ.313.

39. Δημήτρης Καραγιάννης, Περιοδικὸ «ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ» τεῦχος 52, http://forum.athos.gr/index.php/topic,242.0.html, «Χρειαζόμαστε στήριγμα πάνω στὸ ὁποῖο νὰ πατᾶμε, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἐμεῖς. Δὲν μπορεῖς ἀπὸ μόνος σου νὰ στηρίζεσαι στὸν ἑαυτό σου. Χρειάζεσαι κάπου ἀπ᾿ ἔξω νὰ πατᾶς. Ἂν οἱ δυὸ σύντροφοι γίνουν ἕνα κλειστὸ σύστημα, τότε ὅλα τὰ ἀρνητικὰ στοιχεῖα ποὺ ἀναφέρονται γιὰ ἕνα ἀπομονωμένο ἄτομο μπορεῖ νὰ ὑπάρξουν σὲ μία σχέση μὲ ψευδοαμοιβαιότητα π.χ. ὁ Νάρκισσος καὶ ἡ Ἠχώ. Ἡ Ἠχὼ ἐπαναλαμβάνει αὐτὰ ποὺ θέλει νὰ ἀκούσει ὁ Νάρκισσος. Ἑπομένως ἐνῶ ἐμφανίζονται ἐπιφανειακὰ ὡς μιὰ ἰδανικὴ σχέση ζευγαριοῦ, στὴν οὐσία ὑπάρχει ἀπουσία σχέσης. Καὶ αὐτὸ γίνεται γιατὶ εἶναι κλεισμένοι ἀνάμεσά τους καὶ δὲν διαθέτουν σημεῖο ἀναφορᾶς πέρα ἀπὸ αὐτούς. Εἶναι μία κλειστὴ δυαδικότητα ξεκομμένη καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὅλα εἶναι ἰδανικά, ἀλλὰ τίποτα πραγματικό…».

40. Ἐφεσ. ε´, 31 καὶ Ματθ. ιθ´, 5.

41. Πρωτοπρ. Π. Κων/νου Στρατηγόπουλου, Προγαμιαῖες σχέσεις Μεταγαμιαίων ἀνθρώπων, ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΛΑΣΜΑ, ἀπὸ τὸ βιβλίο «Τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ κῆπος τῶν τέρψεων» τῶν ἐκδόσεων Ἐγρήγορση, http://www.imglyfadas.gr/theologia01.asp, «Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι πλάσμα ἐρωτικό. Ἔχει τὴν τάση νὰ κινεῖται πρὸς ἕνωση. Τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο πραγματοποιεῖται ἡ ἕνωση αὐτὴ εἶναι τριπλό. Κινεῖται πρὸς ἕνωση μὲ τὸ Θεό, μὲ τὸ συνάνθρωπο, καὶ ἑνώνει μὲ τὰ ψυχικὰ καὶ διανοητικά του χαρίσματα ὅλες τὶς δυναμικὲς ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν προσωπικότητά του. Πιὸ πρακτικὰ δοσμένο αὐτὸ τὸ σχῆμα θέλει τὸν ἄνθρωπο
α) Νὰ ἔχει ἀναζητήσεις γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο καὶ γιὰ τὰ πέρα ἀπὸ τὴν ὁριζόντια πραγματικότητα
β) Νὰ θέλει νὰ ἔχει κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους
γ) Νὰ προσπαθεῖ νὰ ξεπεράσει τοὺς ἐσωτερικοὺς διχασμοὺς ποὺ τὸν ταράσσουν καὶ τὸν κομματιάζουν.
Ἡ προσπάθεια γιὰ τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ προηγούμενα εἶναι ἐρωτική. Ἡ ἐρωτικὴ πορεία κρύβει πάντα μέσα της μιὰ ἔξοδο. Ἔξοδο πρὸς τὸ Θεό, τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὴν ἐγωιστικὴ αὐταρέσκειά μας…»

42. Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, πρὸς Θαλάσσιον, περὶ διαφόρων ἀπόρων, ἐρώτ. ΚΕ´, στίχ. 20-25: «Οὐκοῦν κατὰ μίαν ἐπιβολήν, τῷ τῆς ἀναγωγῆς προσβαίνοντες λόγῳ, φαμὲν ἄνδρα εἶναι τὸν πρακτικὸν νοῦν, κεφαλὴν ἔχοντα τὸν λόγον τῆς πίστεως. Πρὸς ὃν ὡς Χριστὸν ἀφορῶν, ταῖς τῶν ἐντολῶν χάρισιν ὠκοδομημένον διὰ τῆς πράξεως τὸν οἰκεῖον συνίστησιν βίον ὁ νοῦς,… Γυναίκα δὲ τοῦ τοιούτου νοὸς εἶναι φαμὲν αὐτὴν τὴν ἕξιν τῆς πράξεως, πολλοῖς καὶ διαφόροις κομώσάν τε καὶ κατακεκαλυμμένην πρακτικοῖς λογισμοῖς τε καὶ ἤθεσι,…»

43. Παύλου Εὐδοκίμωφ, Ἡ γυναίκα καὶ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου, ἐκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σελ. 62: « Ἡ καρδιὰ εἶναι τὸ κέντρο ποὺ ἀκτινοβολεῖ καὶ διαποτίζει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο. Συνάμα εἶναι κρυμμένη μέσα στὸ ἴδιο τὸ βάθος της. Ἡ προτροπὴ «Γνῶθι σαυτόν» ἀπευθύνεται πρὸ παντὸς ἄλλου σ᾿ αὐτὸ τὸ βάθος…».

44. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Περὶ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ἀπόκρ, β´, 3, 15-20: «... Ἐν τῷ ἡγεμονικῷ ὀργάνῳ, ἐν τῷ τῆς χάριτος θρόνῳ, ὅπου ὁ νοῦς καὶ οἱ λογισμοὶ πάντες τῆς ψυχῆς, ἐν τῇ καρδίᾳ δηλαδή. Ὁρᾶς πὼς ἀναγκαιότατον τοῖς προηρημένοις ἐν ἡσυχίᾳ προσέχειν ἑαυτοῖς ἐπαναγάγειν καὶ ἐμπερικλείειν τῷ σώματι τὸν νοῦν, καὶ μάλιστα τῷ ἐν σώματι ἐνδοτάτῳ σώματι, ὃ καρδίαν ὀνομάζομεν».

45. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Περὶ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ἀπόκρ, γ´, 2, 10-15: «Ἀφεῖθαι μὲν γὰρ τοὺς ἀρχομένους ἡσυχάζειν μακρᾶς ἀναγνώσεως καὶ προσανέχειν τῇ μονολογίστῳ προσευχῇ, μέχρις ἂν ἕξιν τινὰ σχοῖεν τοῦ ταύτης ἀδιαλείπτως ἔχεσθαι κατὰ διάνοιαν, κἂν ἄλλο τί τὸ σῶμα πράττη, ὅ τε ἅγιος Διάδοχος καὶ Φιλήμων ὁ μέγας καὶ ὁ πολὺς τὰ θεῖα Νεῖλος καὶ ὁ τῆς Κλίμακος Ἰωάννης καὶ πολλοὶ τῶν ζώντων εἰσηγοῦνται πατέρων, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ἀνοήτου καὶ πονηρᾶς…»

46. Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ Ἡσυχαστῆ, τὸ ἴδιον θέλημα καὶ ἡ ὑπακοὴ (Μνήμη τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου), http://img.pathfinder.gr/clubs/files/70304/7.html, «Ἄρα ἡ ὑπακοὴ εἶναι πραγματικὸ δεῖγμα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης. Στὴν ὑπακοὴ καὶ μόνο γίνεται ἡ διαπίστωσι τῆς πραγματικῆς ἀγάπης. Βλέπετε μόνοι σὰς ὅτι, ὅταν ἀγαπᾶτε κάποιον, πόσο εἶσθε ἕτοιμοι καὶ τὸν προκαλεῖτε νὰ ἐκδηλώση τὸ θέλημά του, γιὰ νὰ τὸ ἐφαρμόσετε ἀμέσως. Καὶ τότε εὑρίσκετε ἀνάπαυσι. Ἡ ὑπακοή, ἕνας ἀπὸ τοὺς βασικοὺς θεσμοὺς τῆς μοναστικῆς μας ἰδιότητος, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ πρακτικὴ ἀγάπη. Ἐπειδὴ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τὸν ἰδοῦμε μὲ τὰ αἰσθητήρια του κόσμου τούτου, ἀντὶ Αὐτοῦ ἔχομε τὴν Ἐκκλησία, ἔχομε τοὺς Πατέρες. «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ, ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με», λέγει ὁ Ἰησοῦς μας (Λουκ. 10,16). Τὸ ἐνδιαφέρο μας εἶναι πῶς νὰ ἀναπαύσωμε αὐτὸν ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐξαρτώμεθα. Ἡ ὅλη ἐξάρτησί μας ἀπὸ τὸν πνευματικό μας πατέρα, τὸν Γέροντα, ἔχει ὡς θεμέλιο καὶ βάσι τὴν πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπη μας. Ὁ ὑποτακτικὸς πάντοτε ἔχει μπροστά του ὡς παράδειγμα τὸν Ἰησοῦ μας, ὁ ὁποῖος ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ Σταυροῦ» (Φιλιπ. 2,8)…»

47. Ἀποκ. Ἰωάννη, κεφ. ιθ´, 9: «Καὶ λέγει μοι. Γράψον, μακάριοι οἱ εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ ἀρνίου κεκλημένοι…»

48. Ἀρχιμανδρίτου Σαράντη Σαραντου, Ἡ ἱερολογία τοῦ Γάμου καὶ τὰ συναφῆ προβλήματα, http://www.alopsis.gr/alopsis/gamos.htm, «...Εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ αὐτονόητα, ὅτι τὰ παιδιὰ ὅλων τῶν ἡλικιῶν χαίρονται, ὅταν βλέπουν τοὺς γονεῖς τους ἀγαπημένους καὶ ἑνωμένους. Ἡ ἑνότητα τῶν δύο συζύγων, τοῦ πατέρα καὶ τῆς μητέρας ἀποτελεῖ καὶ τὸ βασικὸ ἀρχέτυπο μιᾶς ἑνοποιημένης καὶ ὄχι διασπασμένης προσωπικότητας στὰ παιδιά. Αὐτονόητο ἐπίσης εἶναι - καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἀπὸ τὴν πικρὴ πείρα τῶν διαζευγμένων συζύγων - ὅτι ὁ χωρισμὸς τῶν γονέων δρᾶ καταλυτικὰ καὶ διασπαστικὰ στὴν προσωπικότητα τῶν παιδιῶν…».

49. Ἀκολουθία στεφανώματος – γάμου, τέλος πρώτη εὐχῆς: «… καὶ δὸς αὐτοῖς ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ ἄνωθεν, καὶ ἀπὸ τῆς πιότητος τῆς γῆς. Ἔμπλησον τοὺς οἴκους αὐτῶν σίτου, οἴνου καὶ ἐλαίου καὶ πάσης ἀγαθοσύνης, ἵνα μεταδιδόσι καὶ τοῖς χροίαν ἔχουσι, δωρούμενος ἅμα καὶ πάντα τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα».

50. Ἐφεσ. ε´ 33: «…, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβεῖται τὸν ἄνδρα.»

51. Διονύσης Παπαχριστοδούλου, http://www.vic.com/~tscon/dion/01.htm#_Toc94760942: «Θεωρεῖ ὁ ἀπόστολος δεδομένη τὴν ἀγάπη στὴ γυναίκα, δὲν τῆς ζητᾶ νὰ ἀγαπάει τὸν ἄνδρα της. Τὴν προτρέπει νὰ τὸν φοβᾶται. Νὰ φοβᾶται μήπως ἐκεῖνος ἐκμεταλλευτεῖ τὴν ἀγάπη της. Νὰ φοβᾶται μήπως ἐκείνη ἐκμεταλλευτεῖ τὴν ἀγάπη της· μήπως ἀπὸ τὴν πολλή της τὴν ἀγάπη φέρεται ἀδιάκριτα, μὲ παρρησία, ἄθελά της τὸν προσβάλλει, γενικὰ ὑπερβάλλει καὶ σβήνει καὶ τὴ λίγη ἀγάπη ποὺ τυχὸν ἔχει ὁ ἄντρας της· «οὐδὲν οὕτω διαλύειν ἀγάπην ὡς ἡ παρρησία, πέφυκε, καὶ μίσος ἐργάζεσθαι» (ΚΛΙΜΑΞ) «Φόβου γὰρ καθ᾿ ἑαυτὴν κεχωρισμένη ἡ ἀγάπη εἰς καταφρόνησιν πέφυκεν ὡς τὰ πολλὰ μεταπίπτειν, μὴ οἶον στομουμένης φόβῳ τῆς ἐξ αὐτῆς τικτομένης φυσικῶς παρρησίας» (ἅγιος Μάξιμος).
Πολὺ βαρύτερη λοιπὸν ἡ ἀσθένεια τοῦ ἄνδρα. Πολὺ ἰσχυρότερο τὸ φάρμακο ποὺ τοῦ δίνει. Ἀγάπα, ἀγάπα, ἀγάπα, ἀγάπα. Κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ αἰσθάνονται οἱ ἄνδρες προσβεβλημένοι ἀπὸ τὸ ἀνάγνωσμα· δηλαδὴ τί; Εἶναι πέτρες ψυχρὲς καὶ παγερές, δὲν ἔχουνε καθόλου ἀγάπη; Διαβάζουμε ὅμως τὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς νὰ γνωρίζουμε τὶς προϋποθέσεις της καὶ τὰ παρεξηγοῦμε. Τὰ καταλαβαίνουμε κοινωνικὰ καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ ὑπάρχει τιμὴ ἐμεῖς βλέπουμε ὑποτίμηση. Πατάει τὸ πόδι ἡ ἐλαφρόμυαλη, τρώει τὴ σφαλιάρα καὶ διαλύεται ὁ γάμος πρὶν καλὰ-καλὰ ἀρχίσει.
Ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα. Δυὸ στὸ τετράγωνο ἴσον τέσσερα «ἀγάπα» γιὰ τὸν ἄνδρα. Χωρὶς φιλαυτία, ὄχι πρὸς ἴδιον τέλος, ὄχι ἀπὸ συμφέρον, γιὰ καλοπέραση, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Τέσσερα ἀγάπα γιὰ τὸν ἄνδρα καὶ ἕνα φοβοῦ γιὰ τὴ γυναίκα. Ἀγάπη μετὰ φόβου καί, ὅταν ἔρθη μὲ τὸ καλὸ ἡ ἀγάπη ποὺ ἔξω βάλλει τὸ φόβο, ἡ ἀγάπη ποὺ οὐδέποτε πίπτει, ἀγάπα καὶ κάνε ὅ,τι θέλεις.»

52. Συναξαριστὴς Δεκεμβρίου, Ματθαίου Λαγγῆ, Ἀθήνα 1982, σελ. 17-30, 1η Δεκεμβρίου.

53.Αμαλία Κ Ἠλιάδη, Γάμος καὶ ἁγιότητα στὴ Μέση Βυζαντινὴ Περίοδο, http://www.archive.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=145 «Στὸ Βίο τῆς ἁγίας Θωμαΐδος τῆς Λεσβίας, ποὺ διαδραματίζεται στὴν Μυτιλήνη καὶ στὴν Κων/πολη τοῦ 10ου αἰώνα, θίγεται ὁ ξυλοδαρμὸς τῶν γυναικῶν ἀπ᾿ τοὺς συζύγους τους ὡς κοινωνικὴ πληγὴ τῆς ἐποχῆς. Οἱ γονεῖς τῆς ἁγίας Θωμαΐδος εὐτύχησαν στὸ γάμο τους καὶ ὁ βιογράφος τῆς ἁγίας τοὺς ὀνομάζει «ζεῦγος χρυσοῦν, ζεῦγος τρισευδαῖμον καὶ μακάριον», ἐνῶ ἡ Θωμαΐδα ἀτύχησε στὸ γάμο της, ὁ ὁποῖος ἀπέβη ἀγκάθινο στεφάνι γι᾿ αὐτή. Οἱ γονεῖς της, ὄντας εὐκατάστατοι καὶ εὐσεβεῖς, τὴν πάντρεψαν σὲ ἡλικία 24 ἐτῶν μὲ ἕνα νέο ὀνόματι Στέφανο. Ἡ Θωμαΐδα, παρότι διακρινόταν ὡς ἐνάρετη, καλὴ καὶ ὑποδειγματικὴ σύζυγος καὶ νοικοκυρὰ καὶ δίχως νὰ δίνει καμιὰ ἀφορμή, ἀντιμετώπιζε χείριστο τρόπο συμπεριφορᾶς ἐκ μέρους τοῦ συζύγου της. Ὁ ἀτυχής της γάμος ἀνάγκασε τοὺς θλιμμένους γονεῖς της νὰ ἀναχωρήσουν ἀπ᾿ τὴ Μυτιλήνη γιὰ τὰ μέρη τῆς Κων/πολης. Ὁ πατέρας της, μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, πέθανε καὶ ἡ μητέρα της ἔγινε μοναχὴ καὶ ἀργότερα ἡγουμένη.
Ὁ σύζυγος τῆς Θωμαΐδας, ἀπ᾿ τὴν φιλαργυρία καὶ τὴν πλεονεξία του, εἰρωνευόταν καὶ ἔβριζε τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν φιλοστοργία της. Μάλιστα τὴν χτυποῦσε βάναυσα σ᾿ ὅλο της τὸ σῶμα. Στὸ τέλος ἡ ἁγία πεθαίνει ἀπ᾿ τὰ τραύματα ποὺ τῆς προξένησε ὁ βάρβαρος σύζυγός της. Ἔζησε δεκατρία χρόνια μαρτυρικοῦ συζυγικοῦ βίου καὶ πέθανε σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν. Τάφηκε στὸ μοναστήρι ποὺ ἦταν ἡγουμένη ἡ μητέρα της…»

54. Συναξαριστὴς Τριῳδίου, Ματθαίου Λαγγῆ, Ἀθήνα 1983, σελ. 245-251, Κυριακὴ Α´ τῆς Ὀρθοδοξίας,

55. «Σύμφωνα μὲ τὴν ΕΣΥΕ, ὁ «ἀκαθάριστος δείκτης γαμηλιότητας» μειώθηκε τὸ 2004 σὲ 4,6 γάμους ἀνὰ 1.000 κατοίκους, ἀπὸ 5,3 τὸ 2002. Στὴν ἀρχὴ τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 καταγράφηκαν 7,3 γάμοι ἀνὰ 1.000 κατοίκους. Παράλληλα ὁ ὁλικὸς δείκτης διαζυγίων παρουσιάζει αὐξητικὲς τάσεις, οἱ ὁποῖες ὀφείλονται κυρίως στὴν ἁπλοποίηση τῆς διαδικασίας μὲ τὴν καθιέρωση τοῦ συναινετικοῦ διαζυγίου. Ἔτσι, τὸ 1984 κατατραφόταν 8 διαζύγια ἀνὰ 100 γάμους, δέκα διαζύγια τὸ 1994 καὶ 21 τὸ 2004. Ὁ ἀριθμὸς τῶν γεννήσεων ἐκτὸς γάμου παρουσιάζει αὔξηση, φθάνοντας τὸ 2004 στὶς 5.382 μὲ ἀναλογία 50,9 ἐπὶ 1.000 γεννήσεων.» ΠΗΓΗ: http://tech.pathfinder.gr/tech/216961.html

56. «Τὰ στοιχεῖα ποὺ ζητήσαμε καὶ πήραμε ἀπὸ τὴν Μητρόπολη τῆς Βέροιας καὶ ἀφοροῦν περιπτώσεις ποὺ ἔχουν τελεσιδικήσει μὲ ἀποτέλεσμα νὰ λυθεῖ ὁ γάμος, εἶναι ἐνδεικτικά της τάσης στὴν σημερινὴ κοινωνία τὴν τελευταία δεκαετία:
Τὸ 1996 ὑπογράφηκαν 774 γάμοι καὶ 88 διαζύγια, τὸ 1997: 915 γάμοι καὶ 100 διαζύγια, τὸ 1998: 838 γάμοι καὶ 91 διαζύγια, τὸ 1999: 941 γάμοι καὶ 124 διαζύγια, τὸ 2000: 765 γάμοι καὶ 112 διαζύγια, τὸ 2001: 832 γάμοι καὶ 120 διαζύγια, τὸ 2002: 847 γάμοι καὶ 129 διαζύγια, τὸ 2003: 828 γάμοι καὶ 125 διαζύγια, τὸ 2004: 785 γάμοι καὶ 144 διαζύγια καὶ τὸ 2005: 764 γάμοι καὶ 135 διαζύγια.», ἐφημ. ΛΑΟΣ Ἠμαθίας, http://www.laosver.gr/news/local/4668.html

57. Μητροπολίτης Ναυπάκτου +Ἱερόθεος, Ὁ χορὸς τοῦ Ἡσαΐα στὸ μυστήριο τοῦ γάμου, http://forum.athos.gr/index.php/topic,607.0.html, «Στὸ τέλος τῆς τελετῆς γίνεται ὁ λεγόμενος χορὸς τοῦ Ἡσαΐα καὶ μαζὶ μὲ ἄλλα τροπάρια ψάλλεται καὶ τὸ τροπάριο «ἅγιοι Μάρτυρες οἱ καλῶς ἀθλήσαντες καὶ στεφανωθέντες πρεσβεύσατε πρὸς Κύριον ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Μάλιστα τοῦ χοροῦ προηγεῖται ὁ ἱερεὺς κρατώντας τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Αὐτὸ θέλει νὰ πεῖ ὅτι τὰ βήματα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνδρογύνου θὰ εἶναι μαρτυρικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπικαλούμαστε τὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων Μαρτύρων. Γιὰ νὰ μπορέσει τὸ ἀνδρόγυνο νὰ βαδίσει αἰσίως τὸν δρόμο αὐτόν, ἀπαιτεῖται νὰ προηγῆται τῆς ζωῆς του ὁ πνευματικὸς πατέρας, ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς καθοδηγεῖ μὲ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, δηλαδὴ μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ…»

58. Μητροπολίτου Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου, ΠΩΣ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΤΑΙ ΜΙΑ ΑΡΜΟΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΝΔΡΟΓΥΝΟ, http://www.imlemesou.org/dev/index.php?option=com_content&task=view&id=920&Itemid=163, «… Τὸ πιὸ μεγάλο δῶρο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε στὰ παιδιά μας εἶναι τὴν παρουσία μας. Εἶναι τὴν ἁρμονία τῆς οἰκογένειάς μας. Γι᾿ αὐτὴ τὴν ἁρμονία πρέπει νὰ θυσιάσουμε πράγματα τὰ ὁποῖα κάνουμε. Ἀκόμη καὶ πράγματα τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ μᾶς φαίνονται ἀπαραίτητα, γιατὶ πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι τὸ πιὸ ἀπαραίτητο πράγμα εἶναι αὐτὴ ἡ εἰρήνη, αὐτὸς ὁ πλοῦτος ποὺ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐξωτερικὰ πράγματα…»