Ἡ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ τὸ Τυπικόν της

(ΟΜΙΛΙΑ ΤΩΝ ΣΑΒΒΑΪΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΠΟΥ ΕΣΤΑΛΗ ΣΤΟ ΕΤΗΣΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΟΝΑΧΩΝ-ΜΟΝΑΖΟΥΣΩΝ ΣΤΟ ΣΟΥΠΡΑΣΛ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012)

Πηγή: http://www.jp-newsgate.net/gr/2012/09/03/6581

Ἡ Ἱερὰ καὶ Σεβάσμια Λαύρα τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου στὴν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας ἀποτελεῖ μοναδικὸ φαινόμενο στὴν Ἐκκλησιαστική μας Ἱστορία. Ἐπὶ 1.500 καὶ πλέον ἔτη συνεχοῦς μοναστικῆς ζωῆς ὑπῆρξεν ἀναμφιβόλως μία θεόκτιστος ἔπαλξις καὶ φάρος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ζωῆς. Ὅπως πολὺ σωστὰ ἔχει ἐπισημανθεῖ, ἡ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα εἶναι ἡ πριγκίπισσα πασῶν τῶν Μονῶν καὶ τὸ πρότυπο παράδειγμα μοναχικῆς βιοτῆς.

Ὑπῆρξε πρωτοπόρος στὴν διαμόρφωση τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας, τοῦ Τυπικοῦ καὶ τῆς Ἱερᾶς Ὑμνογραφίας. Ἀνέδειξε στὸ νοητὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας μας πλῆθος ἁγίων, Ἱεραρχῶν, Ὁμολογητῶν, Ἀναχωρητῶν, Ὁσίων Κοινοβιατῶν, Διδασκάλων, Θεολόγων καὶ Μαρτύρων.

Ἅγιοι τῆς Λαύρας -ἐκτὸς τοῦ Ὁσίου, Θεοφόρου Πατρὸς καὶ κτήτορος αὐτῆς, Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου- εἶναι:

- ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Μέγας Δογματικὸς Θεολόγος, Ὁμολογητὴς καὶ Ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας (4 Δεκεμβρίου)

- ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Μελωδός, ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ, θετὸς ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Δαμασκηνοῦ καὶ Μέγας -ἐπίσης- Ὑμνογράφος (14 Ὀκτωβρίου)

- ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ἐπίσκοπος Κολωνίας, ὁ Ἡσυχαστὴς (3 Δεκεμβρίου)

- οἱ Ὅσιοι αὐτάδελφοι καὶ Ὁμολογηταὶ Θεόδωρος καὶ Θεοφάνης, οἱ Γραπτοί (11 Ὀκτωβρίου)

- ὁ ἅγιος Θεόδωρος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἐδέσσης τῆς Συρίας, ὁ θαυματουργὸς καὶ συγγραφεύς (19 Ἰουλίου)

- ὁ ἅγιος Μιχαήλ, ὁ Ὁσιομάρτυς καὶ ἀνηψιὸς τοῦ ἁγίου Θεοδώρου (19 Ἰουλίου)

- ὁ ὅσιος Ξενοφῶν, μετὰ τῆς συμβίας του Μαρίας καὶ τῶν υἱῶν αὐτῶν, Ἀρκαδίου καὶ Ἰωάννου (26 Ἰανουαρίου)

- ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης, ὁ Ἱεροσολυμίτης καὶ ποιητὴς τοῦ Μεγάλου Κανόνος (4 Ἰουλίου)

- οἱ ἅγιοι Στέφανοι (ὁ Μελωδὸς καὶ ὁ θαυματουργὸς)

- ὁ ὅσιος Ἀντίοχος, ὁ Πανδέκτης (24 Δεκεμβρίου)

- ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος, ὁ Πέρσης (22 Ἰανουαρίου)

-ἡ ὁσία Σοφία, ἡ μήτηρ τοῦ ἁγίου Σάββα

- τὸ πλῆθος τῶν Ὁσιομαρτύρων Ἀββάδων, τῶν ἀναιρεθέντων ὑπὸ διαφόρων βαρβάρων ἐπιδρομέων καὶ πολλοὶ ἐπιπλέον ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι Ὅσιοι Πατέρες καὶ Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἑορτάζονται πανηγυρικῶς σὲ κοινὴ Σύναξη τὴν Γ´ Κυριακήν, μετὰ τὴν Πεντηκοστήν.

Ὅλοι τους συναποτελοῦν τὴν δόξα καὶ τὸ καύχημα τῆς Λαύρας καὶ μέχρι σήμερα στηρίζουν, εὐλογοῦν καὶ ἁγιάζουν -διὰ τῶν Ἱερῶν τους λειψάνων- τοὺς ἑκάστοτε ἐνασκουμένους πατέρες.

Ἂν θελήσουμε -ἐν συντομία- νὰ χαρακτηρίσουμε τὴν Ἱστορία τῆς Λαύρας, θὰ λέγαμε ὅτι συγκροτεῖται ἀπὸ τρία κυρίως στοιχεῖα: ἱδρῶτες, δάκρυα καὶ αἵματα.

Καὶ πρῶτα ἔρχονται οἱ ἱδρῶτες πάντων τῶν -ἐξ ἀρχῆς μέχρι σήμερα- ἀσκησαμένων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἐκοπίασαν μέσα στὸν καύσωνα τῆς ἐρήμου καὶ ὡς ποταμοὺς προσέφεραν -καὶ προσφέρουν- στὸν Κύριο τοὺς κόπους τῆς ἀσκήσεως, τῆς διακονίας καὶ τῆς μετανοίας.

Ἔπειτα ἔρχονται οἱ πηγὲς τῶν δακρύων, οἱ ὁποῖες ἑνωμένες μὲ τὸ -κατὰ Θεὸν- πένθος, τὴν μετάνοια καὶ τοὺς ἱδρῶτες τῆς ἀσκήσεως, ἐγεώργησαν τὸ ἄγονον τῆς ἐρήμου τῶν ψυχῶν καὶ ἐκαρποφόρησαν ἑκατονταπλάσια τοὺς καρποὺς τῶν ἐνθέων ἀρετῶν.

Εἶναι ἀκόμη καὶ τὰ πάνσεπτα μαρτυρικὰ αἵματα, τῆς ἀθλήσεως τῶν μακαρίων Ἀββάδων, οἱ ὁποῖοι ἐτελείωσαν τὸν καλὸν τους ἀγώνα ἢ μᾶλλον ἐτελειώθησαν διὰ τοῦ μαρτυρίου στὴν -κατὰ τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον- ἀγάπη.

Κάθε σπιθαμὴ γῆς, κάθε ὀπὴ καὶ σπήλαιον τῆς ἐρήμου, κάθε πέτρα καὶ σχισμὴ βράχου, εἶναι ποτισμένα μὲ τὰ αἵματα, τὰ δάκρυα καὶ μὲ τοὺς ἱδρῶτες τῶν θεοφόρων Πατέρων καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀποτελοῦν ἑστίες ἁγιασμοῦ γιὰ τὸν κάθε πιστὸν προσκυνητὴν τῆς Ἁγίας Γῆς.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ὑπῆρξε ἡ αἰτία καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς θαυμαστῆς Ἱστορίας τῆς Λαύρας -ἀνὰ τοὺς αἰῶνες- εἶναι ἀσφαλῶς ὁ Μέγας καὶ Θεοφόρος Πατὴρ ἡμῶν Σάββας ὁ Ἡγιασμένος, τὸ καύχημα τῶν ἀναχωρητῶν, ἡ δόξα τῶν Μοναχῶν, ὁ φωστὴρ τῆς Οἰκουμένης, ὁ ὁποῖος μὲ πλῆθος θαυμάτων φωτίζει κάθ᾿ ἑκάστην τὰ σύμπαντα καὶ διὰ τοῦ ἀφθάρτου αὐτοῦ Λειψάνου καθωραϊζει, ἁγιάζει καὶ στηρίζει τὴν Ἱερὰ Λαύρα καὶ τοὺς Μοναχούς της.

Ὁ πρῶτος πυρήνας τῆς Λαύρας δημιουργεῖται ἀπὸ ἑβδομήντα ἀναχωρητές, οἱ ὁποῖοι συγκεντρώθηκαν γύρω ἀπὸ τὸν ἅγιο, περὶ τὸ 483 μ.Χ. καὶ ἑξῆς. Ἡ Λαύρα τότε μεταφέρεται στὴν δυτικὴ πλευρὰ τοῦ Χειμάῤῥου τῶν Κέδρων, ὅπου καὶ κτίζεται ἡ «Θεόκτιστος» Ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Λίγο ἀργότερα οἰκοδομεῖται ὁ μεγάλος κεντρικὸς ναὸς (τὸ καθολικὸ), ἀφιερωμένος στὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου, καὶ τὰ ὑπόλοιπα κτίσματα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ αὐξανομένου πλήθους τῶν Μοναχῶν.

Ἡ Μεγίστη Λαύρα ἀπετέλεσε τὸ πρότυπο κατὰ τὸν βίον καὶ τὸ λειτουργικὸ τυπικό της καὶ γιὰ τὶς ἄλλες τρεῖς λαῦρες καὶ τὰ ἕξι κοινόβια, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Σάββας ἵδρυσε μέχρι τὸν θάνατό του.

ζωὴ τοῦ ἁγίου ὑπῆρξεν ὄντως πανοσία καὶ ἀγγελική. Ἀπὸ τὴν νηπιακήν του ἡλικία ὁ ἅγιος Σάββας ἀφιερώθηκε στὸν Θεό. Ἀπὸ τὰ ὀκτώ του χρόνια εἰσῆλθε στὸ κοινόβιο τῶν Φλαβιανῶν, στὴν πατρίδα του τὴν Καππαδοκία. Πάντοτε, καὶ μέχρι τέλους τῆς ἐπιγείου βιοτῆς του, ὑπῆρξε παράδειγμα ἐγκράτειας, ὑπακοῆς καὶ ταπεινοφροσύνης.

Ὅταν ἦταν νέος μοναχὸς ἐπιθύμησε, ἐκτὸς τῆς εὐλογημένης ὥρας τοῦ φαγητοῦ, ἕνα μῆλο ἀπὸ τὸν κῆπο. Τότε τιμωρώντας τὸν ἑαυτόν του, γιὰ τὴν παράκαιρη ἐπιθυμία αὐτή, ἔβαλε κανόνα τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς του νὰ μὴν ξαναφάγει ποτὲ μῆλο, γεγονὸς ποὺ τηρεῖται μέχρι σήμερα ἀπὸ ὅλους τοὺς Μοναχοὺς τῆς Λαύρας.

Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁ ἅγιος ἀκολουθώντας τὶς διατάξεις τῶν παλαιοτέρων Ἁγίων -Ἀντωνίου, Παχωμίου καὶ Βασιλείου τῶν Μεγάλων- ὅρισε ἡ Μονὴ (ἡ Λαύρα) νὰ εἶναι ἄβατος γιὰ πρόσωπα τοῦ γυναικείου φύλου. Αὐτὴ ἐξάλλου ὑπῆρξε ἀνέκαθεν ἡ ἐπίσημη βασικὴ γραμμὴ στὴν Ἐκκλησιαστικὴ ἀλλὰ καὶ στὴν πολιτικὴ νομοθεσία, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰουστινιανοῦ (Νεαρὰ 133, κανόνες 47 & 18 τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων Πενθέκτης & Ζ´ ἀντιστοίχως), καὶ μέχρι τὶς ἡμέρες μας διατηρεῖται σὲ πλῆθος Ἱερῶν Μονῶν. Ὅλα σχεδὸν τὰ Μοναστηριακὰ Τυπικὰ υἱοθετοῦν καὶ ὑπογραμμίζουν τὴν αὐστηρὴ ἀρχὴ τοῦ «ἀβάτου» σὲ πρόσωπα τοῦ ἄλλου φύλου, ἄνδρες ἢ γυναῖκες.

Κυρίως ὅμως τὸ «ἄβατον» ἀποῤῥέει θεμελιωδῶς ἀπὸ τὴν μοναχικὴν ὑπόσχεσην κάθε Ὀρθοδόξου Μοναχοῦ ἢ Μοναχῆς κατὰ τὴν κουρὰ του/της, νὰ τηρήσει τὴν παρθενία (ἁγνεία σώματος καὶ ψυχῆς). Ἡ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα μέχρι σήμερα, πιστὴ κατὰ πάντα στὴν παράδοση τῶν Θεοφόρων Πατέρων, τηρεῖ ἀνεξαιρέτως τὴν ἀρχὴν τοῦ «ἀβάτου», ὄχι ἀπὸ μίσος ἢ ἀποστροφὴ πρὸς τὶς γυναῖκες –ὅπως ὑποστηρίζουν οἱ κατήγοροι, οὔτε ἁπλῶς ὡς θέμα ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἢ ὡς ἱστορικὸ καὶ πολιτιστικὸ κειμήλιο, ἀλλὰ θέλοντας νὰ προβάλλει καὶ τὴν βαθιὰ θεολογικὴ καὶ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως στὸν σύγχρονο ἐκκοσμικευμένο κόσμο.

Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα προβλήματα γιὰ τὴν Λαύρα ὑπῆρξε ἀπαρχῆς ἡ ἔλλειψις νεροῦ. Ὁ ἅγιος ἀναγκάζεται νὰ καταφύγει στὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς προσευχῆς, καὶ ὢ τοῦ θαύματος!, στὴν βάση τῆς Μονῆς, δίπλα ἀπὸ τὸν χείμαῤῥο, βλέπει ἕναν ἄγριο ὄνο νὰ σκάβει τὸ μέρος καὶ ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα ἀναβλύζει μέσα ἀπὸ τὸν ἄγονο βράχο νερό, διαυγέστατο καὶ δροσερό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πάντοτε ἔπιναν καὶ πίνουν οἱ ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς.

Εἶναι τὸ λεγόμενο Ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Σάββα, τὸ ὁποῖο μεταφέρεται καθημερινὰ μὲ κόπο σὲ δοχεῖα τῶν 20-30 λίτρων ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς, καὶ δίνεται ὡς εὐλογία στοὺς προσκυνητές. Ἔχει -μεταξὺ τῶν ἄλλων- καὶ ἰαματικὲς ἰδιότητες. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἁγίασμα εἶναι ἐλάχιστο καὶ χρησιμεύει πρὸς πόσιν μόνον ἀπὸ τοὺς Μοναχούς, ἡ Λαύρα διαθέτει μεγάλες δεξαμενὲς νεροῦ (=στέρνες), στὶς ὁποῖες συγκεντρώνεται βρόχινο νερό, τὸ ὁποῖο προορίζεται γιὰ πότισμα, χώρους ἀναγκαίους καὶ ἄλλες ἐργασίες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πλῆθος τῶν προσκυνητῶν, ἰδιαιτέρως τὰ τελευταῖα ἔτη (ὡς πόσιμο, δηλαδή, νερὸ).

Ἀξίζει ἐδῶ -παρεμβατικὰ- νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ στὸ θέμα τῆς ἀλουσίας τῶν Μοναχῶν τῆς Λαύρας, μία εὐλαβικὴ ἀσκητικὴ συνήθεια αἰώνων, ποὺ στὶς ἡμέρες μας τείνει δυστυχῶς -στὰ μοναστήρια τοῦ κόσμου- νὰ ἐκλείψει. Οἱ Πατέρες, ὅπως σὲ ὅλα τὰ θέματα τῆς ἀσκήσεως, πρόσεχαν ἰδιαιτέρως νὰ περικόπτουν τὴν σωματικὴ ἀνάπαυση καὶ περιποίηση, τὴν ὑπὲρ τὸ δέον. Γι᾿ αὐτό, μαζὶ μὲ τὴν ἐγκράτεια στὶς τροφές, στὰ λόγια καὶ γενικὰ σὲ ὅλες τὶς αἰσθήσεις, ἀρνοῦνταν ἑκουσίως νὰ γυμνώσουν τὸ σῶμα, νὰ τὸ ἐγγίζουν ἢ καὶ νὰ βλέπουν τὰ γυμνὰ μέλη του, ἀποσκοπώντας νὰ διαφυλάξουν ἀμόλυντη τὴν σωφροσύνη καὶ νὰ ἔχουν ὅλον τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδία τους στὴν προσευχὴ καὶ τὴν θεωρία τῶν Οὐρανίων.

Ποιός μπορεῖ νὰ διηγηθεῖ ἐπαξίως καὶ ἐπακριβῶς τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες, τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰ θαύματα ποὺ ὁ Θεὸς ἐνεργοῦσε καὶ ἐνεργεῖ μέχρι τώρα, διὰ μέσου τοῦ ἁγίου Του;

Μὲ πολλὴ συντομία ἀναφέρουμε:

α) Τοὺς μεγάλους ἀγῶνες του γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ. Μὲ τὴν κινητοποίηση ὅλων τῶν Μοναχῶν τῆς ἐρήμου κατόρθωσε νὰ στηρίξει τοὺς Ὀρθόδοξους Πατριάρχες Ἠλία καὶ Ἰωάννη, καθ᾿ ἣν στιγμὴν οἱ Ἐκκλησίες Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας καὶ Ἀντιοχείας εἶχαν περιέλθει σὲ Μονοφυσίτες Πατριάρχες.

Ἀλλὰ καὶ ἀργότερα, τὸ 808 μ.Χ., ἡ Λαύρα ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ εὐλαβοῦς Ἡγουμένου της Ἰωάννου πρωτοστάτησε ἐπίμονα στὴν ἀπόκρουση τῆς πρωτοεμφανισθείσης προσθήκης τοῦ Filioque ἀπὸ Βενεδικτίνους Μοναχοὺς τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, μισὸν αἰώνα περίπου προτοῦ λάβει κυρίαρχη θέση στὶς ἐπίσημες θεολογικὲς διενέξεις Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν.

β) Τὴν δύναμιν τῆς ἐνοικούσης -στὸν Ἅγιο Σάββα- Θείας Χάριτος, μὲ τὴν ὁποίαν ἔλυσεν πενταετῆ ἀνομβρία στὰ Ἱεροσόλυμα, ἐξεδίωξε τοὺς δαίμονες ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρες περιοχές, στὶς ὁποῖες ἱδρύθηκαν κοινόβια. Ἀμέτρητες εἶναι οἱ θεραπεῖες τῶν ἀσθενειῶν, οἱ ὁποῖες συνεχίζονται καὶ στὶς ἡμέρες μας. Ἰδιαιτέρως δέ, ὅσες σχετίζονται μὲ τὴν πολυώδυνο νόσον τοῦ καρκίνου. Σημειώνουμε ἐδῶ, τὴν ἰαματικὴ χάρη τοῦ φοίνικα καὶ τῶν καρπῶν του, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος φύτεψε, καὶ μέχρι σήμερα -δι᾿ εὐχῶν του- λύεται σὲ πολλοὺς ἄτεκνους συζύγους ἡ στείρωση.

γ) Τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ Ἁγίου στὴν Λαύρα, τὸ 533 μ.Χ. Τὸ τίμιο Λείψανό του, μετὰ ἀπὸ 15 ἔτη, βρέθηκε ἄφθορο καὶ εὐωδιάζον. Κατόπιν μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Βενετία τὸ 1204, μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους. Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1965 ἐπεστράφη ὁριστικὰ στὴν Λαύρα μὲ πολλὴ ἐπισημότητα καὶ πλῆθος ἐπακολουθούντων σημείων (πρό, κατὰ καὶ μετὰ τὴν ἐπανακομιδὴν).

Τὸ γεγονὸς ἀποτελεῖ τὴν δεύτερη μεγάλη πανήγυρη τῆς Μονῆς καὶ ἑορτάζεται μὲ τὴν παρουσία τοῦ Πατριάρχου, Ἱεραρχῶν καὶ φυσικὰ μὲ ὁλονύκτια ἀγρυπνία, στὶς 13/26 Ὀκτωβρίου, κάθε χρόνο.

Δὲν θὰ παραλείψουμε ἐδῶ νὰ τονίσουμε ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ ζωντανὰ θαύματα τῆς Πίστεώς μας, παρατεινόμενο στοὺς αἰῶνες καὶ μοναδικὸ στὸ εἶδος του, εἶναι γιὰ τὴν Λαύρα ὁ τρόπος ταφῆς τῶν Μοναχῶν. Ὄχι πως τελεῖται κάποια διαφορετικὴ ἀκολουθία, ἀλλὰ ἐνῶ ὁ χῶρος ποὺ κατατίθενται τὰ σώματα τῶν Πατέρων εἶναι ἕνα στενὸ ὑπόγειο σπήλαιο, μὲ πέτρινες θῆκες στὸ προαύλιο τοῦ Καθολικοῦ, κατὰ τὴν ἀποσύνθεση δὲν παρατηρεῖται ἡ ἐλάχιστη δυσοσμία. Καὶ μπορεῖ ὁ καθεὶς ποὺ θὰ παρευρεθεῖ στὴν κηδεία ἑνὸς ἀποθανόντος ἀδελφοῦ, νὰ θαυμάσει τὴ θεωρία τῶν προαπελθόντων πατέρων, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ὅλοι ὡς ἅγια λείψανα.

Ὑπάρχει βέβαια εἰδικὸς χῶρος (εἴσοδος καὶ σπήλαιο) ποὺ κατατίθενται τὰ σώματα τῶν Μεγαλοσχήμων Μοναχῶν καὶ Ἱερέων-Ἡγουμένων τῆς Λαύρας, ἐνῶ πιὸ δίπλα μία ξεχωριστὴ καταπακτὴ (εἴσοδος) σὲ παραπλήσιο σπήλαιο γιὰ τοὺς ὑπολοίπους Πατέρας, καὶ οἱ δύο ὅμως τόποι ἔχουν τὴν ἰδία χάρη. Πρόκειται ἐμφανῶς γιὰ ἕνα θαυμαστὸ φαινόμενο καὶ γιὰ ἕνα μεγάλο χάρισμα ἐκ Θεοῦ, στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα. Νὰ διευκρινίσουμε ὅτι τὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων Πατέρων δὲν θάπτονται στὸ χῶμα, καὶ ὅτι ἡ εἴσοδος τοῦ κοιμητηρίου σφραγίζεται καὶ ἀνοίγει μόνον γιὰ τὴν ταφὴ ἑκάστου ἀδελφοῦ τῆς Μονῆς.

Καρπὸς ὄντως ἐπάξιος τῆς ἀγγελικῆς βιοτῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα εἶναι ὅλη ἡ περαιτέρω πορεία καὶ Ἱστορία τῆς Λαύρας, τῆς ὁποίας ἡ ἀπήχηση τοῦ Μοναχικοῦ τρόπου ζωῆς ὑπῆρξε πρότυπο στὴν διαμόρφωση -ὅπως προαναφέραμε- τοῦ λειτουργικοῦ Τυπικοῦ καὶ τῆς ἐν γένει Μοναχικῆς ἀσκήσεως, ἀνὰ τὴν οἰκουμένην.

Ἐδῶ γράφονται καὶ ψάλλονται -γιὰ πρώτη φορὰ- οἱ ὑπεροχώτεροι ὕμνοι τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας μας ἀπὸ τοὺς ὄντως θεολήπτους ἁγίους ὑμνογράφους καὶ ποιητές, τὸ «Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ…» καὶ τὸ «Χριστὸς γεννᾶται…» (τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Μελωδοῦ), τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα…» (τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ), ἀλλὰ καὶ τὰ πλεῖστα των Κανόνων καὶ Τροπαρίων τῆς Παρακλητικῆς καὶ τῶν Μεγάλων Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν Ἑορτῶν.

Ἀκόμη καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἡ καθιέρωση τῆς μνήμης του λειτουργικὰ κάθε Πέμπτη μαζὶ μὲ τοὺς τιμωμένους καθημέραν Ἁγίους στὸ λειτουργικό μας τυπικό, καθορίζονται σταδιακὰ ἐδῶ, ἡ γένεση τῆς ἀγρυπνίας τῆς Κυριακῆς, ὁ χωρισμὸς τοῦ Ψαλτηρίου σὲ καθίσματα, ἡ ἀκολουθία τῆς εὐλογήσεως τῶν ἄρτων (ἀρτοκλασία), καὶ τόσα ἄλλα, διαμορφώνονται σταδιακὰ ἀπὸ τοὺς Ἅγιους Πατέρες τῆς Λαύρας.

Ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα διαδόθηκε τάχιστα σὲ ὅλα μήκη καὶ τὰ πλάτη τῆς γῆς. Οἱ διάδοχοί του -στὴν ἡγουμενία- ἀνέδειξαν πραγματικῶς τὴν Λαύρα προπύργιον τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Παλαιστίνη κατὰ τοῦ Ὠριγενισμοῦ, τοῦ Μονοθελητισμοῦ, τῆς Εἰκονομαχίας καὶ τοῦ Παπισμοῦ -μὲ πανορθόδοξη ἐμβέλεια. Μετὰ δὲ τοὺς μέσους χρόνους, ἡ Λαύρα ἀναδείχθηκε ἀκόμη καὶ παιδευτήριον τῆς Ἁγιοταφικῆς Ἀδελφότητος, τὰ μέλη τῆς ὁποίας καταρτίζονταν διὰ τῆς πείρας τῆς μοναχικῆς ἀσκήσεως στὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἁρμόδια.

Εἶναι πραγματικὰ ἀληθινὸς ὁ χαρακτηρισμὸς ὅτι ἡ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα εἶχε τὸ αὐστηρότερο τυπικὸ καὶ τὸν πιὸ ἀσκητικὸ τρόπο ζωῆς. Μὴν ξεχνοῦμε ὅτι μέχρι τὸ 1965 (ἔτος ἐπανακομιδὴς τοῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγίου) δὲν ὑπῆρχε ὁδικὴ πρόσβαση στὴν Λαύρα, οἱ προσκυνητὲς ἦταν ἐλάχιστοι, τὸ καλντερίμι (=πέτρινος παλαιὸς δρόμος) ἦταν ἡ μόνη ὁδὸς γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα, εἴτε πεζή, εἴτε μὲ τὰ ζῶα (μουλάρια, καὶ καμῆλες παλαιότερα).

Ἀκόμη ὅμως καὶ σήμερα, παρόλο ποὺ ὁ κόσμος κατακλύζει τὰ προσκυνήματα καὶ ἡ τεχνολογία ἔχει εἰσβάλει σὲ κάθε τόπο, ἡ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα διατηρεῖ -ὅσο εἶναι δυνατὸν- τὴν ἁπλότητα τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, χωρὶς τὶς πολυτέλειες καὶ ἀνέσεις τοῦ κόσμου.

Ἔτσι ὁ νέος δόκιμος Μοναχὸς -καὶ σήμερα- χρειάζεται ὁπωσδήποτε νὰ εἶναι ἐξαρχῆς ὁπλισμένος μὲ τελεία αὐταπάρνηση, ὑπομονὴ καὶ πίστη στὸ ξεκίνημα τῆς Μοναχικῆς του ζωῆς. Τὸ στάδιο τοῦ δοκίμου Μοναχοῦ ποικίλει κατὰ τὸν χρόνο ἀνάλογα μὲ τὴν περίπτωση, τὴν πρόοδο στὴν ὑπακοὴ καὶ στὸν ζῆλο γιὰ τὴν πολυειδὴ ἄσκηση, κυμαίνεται ὅμως ἀπὸ ἕνα ἕως καὶ τρία ἔτη.

Κατόπιν ὁ δόκιμος Μοναχὸς φορὰ τὰ ῥάσα, τὰ ὁποῖα εὐλογοῦνται μὲ μία εἰδικὴ δέηση μπροστὰ στὸ Σκήνωμα τοῦ Ἁγίου. Ἀργότερα, ἀκολουθεῖ ἡ κουρὰ τοῦ λεγομένου Μικροσχήμου Μοναχοῦ, ὅπου κατ᾿ οὐσίαν ἁπλῶς διαβάζεται ἡ εἰδικὴ εὐχὴ καὶ ὁ νέος Μοναχὸς λαμβάνει -γιὰ πρώτη φορὰ- τὸ καινούργιο Μοναχικό του ὄνομα. Ὅλα αὐτὰ τὰ στάδια ὁπωσδήποτε ἔχουν καὶ ἕνα μυστικὸ χαρακτήρα, προϋποθέτουν δηλ. τὴν προκοπὴ καὶ τὴν ἄνοδο τῆς κλίμακας τῶν ἀρετῶν.

Τὸ ἀποκορύφωμα καὶ τὸ μέγα μυστήριο τῆς Μοναχικῆς τελειώσεως βέβαια εἶναι ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου καὶ Ἀγγελικοῦ Σχήματος, τὸ ὁποῖον δίδεται σὲ ὥριμη ἡλικία, μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ ἔτη παραμονῆς στὴν Μονή. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη -ἐπὶ γῆς- χαρὰ τοῦ Μοναχοῦ. Συνάπτει ἐπισήμως τὸν πνευματικὸν γάμον μὲ τὸν Οὐράνιον Νυμφίον Χριστόν, ἐνδύεται ἅπασαν τὴν πανοπλίαν, γίνεται Στρατιώτης Χριστοῦ, δίνει τὶς συγκλονιστικὲς καὶ φρικτὲς ὑποσχέσεις τῆς -μέχρι θανάτου- ὑπακοῆς, παρθενίας καὶ ἀκτημοσύνης. Ὅλα βέβαια γίνονται κατόπιν τῆς εὐλογίας τοῦ Πατριάρχου.

Ὑπάρχει μάλιστα καὶ «τυπικὸ» γιὰ τὸν νεόκουρο Μεγαλόσχημο Μοναχὸ. Νὰ παραμένει σὲ τέλεια ἡσυχία καὶ ἀποχὴ ἀπὸ τὰ καθιερωμένα διακονήματα γιὰ ἑπτὰ συνεχεῖς ἡμέρες στὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Νικολάου, προσευχόμενος ἀδιαλείπτως καὶ ἀπολαμβάνοντας τὴν χάρη τοῦ Μεγάλου καὶ Ἀγγελικοῦ Σχήματος, ἡ ὁποία συνήθως καὶ ἑξαιρέτως τὸν ἐπισκιάζει τὶς πρῶτες ἡμέρες.

Ἀξίζει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸ Σχῆμα δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ἐπιβράβευση τῆς ἐναρέτου ζωῆς τοῦ Μοναχοῦ, ἀλλὰ κυρίως τὸ Μυστήριο μὲ τὸ ὁποῖο δίνεται πλουσία ἡ χάρις καὶ ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν μεγαλυτέρων πνευματικῶν ἀγώνων ποὺ ἀκολουθοῦν. Εἶναι καὶ νέο βάπτισμα, ποὺ ἀφαιρεῖ καὶ ἑξαλοίφει ὅλες τὶς -μετὰ τὸ πρῶτο βάπτισμα- ἁμαρτίες καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ πολλοὺς ἅγιους Πατέρες ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὅτι ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερο -ἐπὶ γῆς- δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο.

Εἶναι ἀκόμη καὶ ἀνεξάλειπτο, δηλαδὴ καὶ στὴν περίπτωση ποὺ κάποιος ἐγκαταλείψει τὸ Μοναστήρι καὶ ἐπιστρέψει στὸν κόσμο ἢ δημιουργήσει οἰκογένεια, φέρει πάντοτε στὴν ψυχή του ἀνεξάλειπτη τὴν σφραγίδα τοῦ Σχήματος. Καὶ στὴν φοβερὴ ὥρα τῆς κρίσεως θὰ λογοδοτήσει ἐνώπιον τοῦ Κυρίου γιὰ τὸ πόσο ἀγωνίστηκε νὰ τηρήσει μὲ μετάνοια καὶ ἄσκηση τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωσε ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου θυσιαστηρίου.

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς συστάσεως τοῦ Κοινοβιακοῦ Μοναχισμοῦ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὅρισαν τὴν διάκριση τῶν διακονημάτων μέσα στὴν Μονή, ἀνάλογα βέβαια μὲ τὶς ἱκανότητες καὶ μὲ τὴν δύναμη κάθε ἀδελφοῦ. Τὸ διακόνημα στὸ κοινόβιο εἶναι πάντοτε ἱερὸ καὶ ἅγιο, ἐφόσον δὲν ὑπηρετοῦνται ἁπλῶς οἱ ἀδελφοὶ ἢ κάποιοι προσκυνητές, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Τὰ πάντα ἔχουν τὴν ἀναφορὰ τους στὸν Κύριο. Κάθε πράγμα -καὶ τὸ πλέον ἀσήμαντο στὴν Μονὴ- εἶναι ἱερό, ἀφιερωμένο στὸν Θεό, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπαιτεῖται περισσὴ ἐπιμέλεια καὶ σεβασμὸς σὲ ὅλα.

Ἡ διακονία μάλιστα θεωρεῖται -μετὰ τὴν κοινὴ λατρεία- τὸ σημαντικότερο μέρος τῆς ζωῆς τοῦ Μοναχοῦ, ἀνώτερο καὶ ἀπὸ τὸν προσωπικό του κανόνα. Σήμερα στὴν Λαύρα, λόγω καὶ τοῦ περιορισμένου ἀριθμοῦ τῶν Μοναχῶν, τὰ διακονήματα εἶναι τὰ συνήθη ἑνὸς κοινοβίου.

Ὑπάρχει ὁ πορτάρης, ὁ ὁποῖος ἐπιβλέπει τὴν εἴσοδο τῶν ξένων καὶ εἶναι ἐπιφορτωμένος μὲ τὴν ὑποδοχὴ τῶν γυναικῶν ἔξωθεν τῆς Μονῆς. Διακόνημα δύσκολο, τὸ ὁποῖο ἀπαιτεῖ μεγάλη ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ἀντοχὴ -ἰδιαιτέρως στὶς ἡμέρες μας- ὅπου οἱ προσκυνητὲς συῤῥέουν ἀσταμάτητα.

Στὸ Μαγειρεῖο διακονεῖ ὁ μάγειρας μὲ τοὺς βοηθούς του, γιὰ τὴν παρασκευὴ καὶ ἑτοιμασία τοῦ καθημερινοῦ φαγητοῦ. Ἡ τάξη τῆς Μονῆς θέλει -μέχρι σήμερα- νὰ γίνεται μία φορὰ τράπεζα τὴν ἡμέρα (λίγο πρὶν τὸ μεσημέρι), ἐκτὸς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς, ὅπου παρατίθενται δύο τράπεζες (ἡ δεύτερη μετὰ τὸν Ἑσπερινό). Ἐπίσης σὲ κάθε Μεγάλη Δεσποτικὴ καὶ Θεομητορικὴ ἑορτὴ γίνονται δύο τράπεζες.

Τὸ φαγητὸ εἶναι ἀρτύσιμο στὶς ἡμέρες ποὺ ὑπάρχει κατάλυση. Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ εἶναι νηστήσιμο (=ἄλαδο), ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Νὰ ποῦμε ὅτι ἡ νηστεία τῆς Δευτέρας γίνεται πρὸς τιμὴν τῶν Ἀρχαγγέλων (ποὺ εἶναι οἱ Προστάτες τῶν Μοναχῶν) καὶ εἶναι καθαρὰ Μοναχικὴ νηστεία.

Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κρέας εἶναι ἀρχαιότατη, καθιερωμένη σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ Μοναχικὰ Τυπικὰ καὶ τὶς διατάξεις τῶν θεοφόρων Πατέρων, δὲν ἀποτελεῖ ἕνα καθῆκον ἢ μία συμμόρφωση σὲ κάποιες Ἀποστολικὲς ἐντολές, ἀλλὰ εἶναι προσφορὰ ἑκούσια τοῦ Μοναχοῦ πρὸς τὸν Κύριον, ὡς δῶρο καὶ εὐγνωμοσύνη, ἐφαρμόζεται μάλιστα καὶ στὴν Δεσποτικὴ ἐντολή: «Ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. 5,20).

Ὑπάρχει καὶ ἡ εὐλογημένη συνήθεια κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καθὼς καὶ τῆς Νηστείας τοῦ Δεκαπενταύγουστου (τῆς Παναγίας) νὰ ἔχουμε ὄχι μαγειρευμένο φαγητό, ἀλλὰ ξηροφαγία (ψωμί, ἐλιές, λαχανικὰ καὶ φροῦτα). Μάλιστα, στὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ αὐτὸ γίνεται μετὰ τὴν ἐνάτη. Ὅλον ὅμως τὸν ὑπόλοιπο χρόνο ὑπάρχει ἕνα πρωινὸ ῥόφημα μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ -προαιρετικὰ- μετὰ τὸν Ἑσπερινό.

Συνεχίζοντας τὴν ἀπαρίθμηση τῶν διακονημάτων ἐρχόμαστε στὸν ἀρχοντάρη, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιφορτισμένος μὲ τὴν ὑποδοχή, τὴν ξενάγηση καὶ τὸ κέρασμα τῶν προσκυνητῶν. Ὅταν οἱ ὁμάδες τῶν προσκυνητῶν εἶναι πολλὲς μαζί, χρειάζονται ὁπωσδήποτε δύο ἢ καὶ τρεῖς ἀδελφοὶ γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ξένων. Εἶναι διακόνημα ἐξίσου δύσκολο, χρειάζεται γλωσσομάθεια καὶ ὑπομονὴ πολλή, διότι ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ ἀνθρώπους κάθε γλώσσας καὶ θρησκείας.

Σὲ ὅσους ἐπιθυμοῦν νὰ διανυκτερεύσουν στην Μονή, τοὺς παρατίθεται τράπεζα (=φαγητὸ), τοὺς δίνεται ἕνα δωμάτιο διαμονῆς καὶ ἀκολουθοῦν -μαζὶ μὲ τοὺς Μοναχούς- το πρόγραμμα τῶν κοινῶν λατρευτικῶν Συνάξεων (=Ἀκολουθιῶν) τοῦ νυχθημέρου. Ἐπειδὴ στὴν Λαύρα τὰ τελευταῖα χρόνια ἔγιναν καὶ γίνονται μεγάλες ἀνακαινιστικὲς ἐργασίες καὶ ἐργασίες συντήρησης, ὑπάρχει ἱκανὸς ἀριθμὸς δωματίων φιλοξενίας. Τὴν καθαριότητα καὶ ἐπίβλεψη ὅλων αὐτῶν ἀναλαμβάνει ἕνας Μοναχός, ποὺ φροντίζει πάντοτε νὰ ὑπάρχουν ἕτοιμοι χῶροι ὑποδοχῆς γιὰ ὅλους τοὺς ξένους.

Τὴν διακονία τῆς καθαριότητας καὶ τῆς γενικῆς φροντίδας τοῦ Ναοῦ ἀναλαμβάνει ὁ ἐκκλησιαστικὸς (ἕνας ἢ δύο ἀδελφοὶ). Αὐτὸς εἶναι ποὺ -μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Γέροντος- κάθε ἡμέρα ξυπνᾶ τοὺς ἀδελφούς, κτυπᾶ τὸ «τάλαντο» καὶ τὶς καμπάνες γιὰ νὰ ξεκινήσουν οἱ ἀκολουθίες, ἀνάβει τὰ καντήλια τῆς Ἐκκλησίας, διακονεῖ τὸν ἐφημέριο ἱερέα στὸ Ἱερὸ καὶ φροντίζει γιὰ τὴν εὐπρέπεια καὶ τὴν τάξη σὲ ὅλα.

Δέχεται ἐπίσης καὶ τακτοποιεῖ τὶς προσφορὲς τῶν προσκυνητῶν (πρόσφορα, κεριά, θυμίαμα, λάδι). Εἶναι -θὰ λέγαμε- τὸ πιὸ εὐλογημένο καὶ ἱερὸ διακόνημα, διότι σχετίζεται μὲ τὴν ἄμεση διακονία τῆς Θείας Λατρείας. Ὅλη τὴν ἡμέρα ὁ ἐκκλησιαστικὸς κινεῖται στὸν Ναό, μόνος μὲ τοὺς ἁγίους, ἀπερίσπαστος ἀπὸ ταραχὲς καὶ θορύβους. Χρειάζεται βέβαια πολλὴ σωματικὴ ἀντοχή, μεγάλη εὐλάβεια, φόβος Θεοῦ, σωφροσύνη καὶ καθαρότητα, προσοχὴ καὶ καλὴ γνώση τοῦ τυπικοῦ καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων.

μάγκιπας (=ἀρτοποιὸς) προετοιμάζει, ζυμώνει καὶ ψήνει τὸν ἄρτον (=ψωμὶ).

προσφοράρης εἶναι ἀφιερωμένος ἀποκλειστικὰ γιὰ τὴν παρασκευὴ τῶν προσφόρων.

Εἰδικὸ γιὰ τὴν Λαύρα διακόνημα εἶναι ἡ κάθοδος στὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγιάσματος, ἡ παραλαβὴ τοῦ Ἁγιάσματος καὶ τὸ ἀνέβασμὰ του πάλι στὴν Μονή, διακόνημα κοπιαστικό, μὰ πολὺ εὐλογημένο.

Ὅταν ὑπάρχει ἱκανὸς ἀριθμὸς Μοναχῶν, τὰ διακονήματα αὐξάνονται, μὲ ἐργόχειρα ξυλογλυπτικῆς, κατασκευὴ θυμιάματος κ.ἄ. Κατὰ καιροὺς πλάθεται μεγάλη ποσότητα καὶ ποικιλία καθαρῶν λαμπάδων ἀπὸ ἁγνὸ κερί.

Ἡ Μονὴ διαθέτει ἀκόμη χώρους μὲ πλήρη τεχνικὸ ἐξοπλισμό, ξυλουργεῖο καὶ ἁγιογραφεῖο.

Ὑπάρχουν βέβαια καὶ πολλὰ ἀφανῆ καὶ μικρά, ἀλλὰ πολὺ σημαντικὰ καθημερινὰ διακονήματα, ὅπως ἡ περιποίηση τῶν λυχνιῶν (=φαναριῶν τοῦ πετρελαίου) γιὰ τὸν φωτισμὸ τῆς νύκτας, ἡ καθαριότητα τῶν ἀναγκαίων χώρων κ.ἄ.

Εἶναι ἀκόμη καὶ ἡ ἀλληλογραφία τῆς Μονῆς ποὺ ἀπαιτεῖ ἰδιαίτερη φροντίδα, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ ἐξωτερικὲς ἀποστολὲς (οἱ ὁποῖες γίνονται μὲ τὸ αὐτοκίνητο τῆς Λαύρας) καὶ σχετίζονται μὲ ἀναγκαῖες ἐπισκέψεις σὲ ἰατροὺς ἢ νοσοκομεῖα, στὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα, στὸ ἀεροδρόμιο καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες δημόσιες ὑπηρεσίες.

Τὸ πρόγραμμα τῶν Ἀκολουθιῶν καὶ ἡ ἐν γένει ζωὴ ἐντὸς τῆς Λαύρας ῥυθμίζονται κατὰ τὴν λεγομένη Βυζαντινὴ Ὥρα, ὅπως καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο βοηθεῖται ὁ Μοναχὸς τίποτε νὰ μὴν τοῦ θυμίζει τὸν κόσμο. Εἶναι πολὺ βασικὸ αὐτὸ τὸ θέμα καὶ ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ μία παρέκβαση. Ὁ Μοναχός, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, «οὐ μεριμνᾶ τὰ τοῦ κόσμου», γι᾿ αὐτὸ καὶ τίποτε δὲν πρέπει νὰ τοῦ θυμίζει τὴν κοσμικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ δῆθεν «πνευματικὲς» -καλὲς δηλαδή, κατὰ τὴν κρίση του- συνήθειες τῆς προτέρας ζωῆς του, τὶς ἀφήνει χάριν τοῦ νέου περιβάλλοντος τῆς Μονῆς.

Ἐδῶ ξεκινᾶ μία νέα ζωή. Νέα ἐνδυμασία καὶ μάλιστα κοινὴ γιὰ ὅλους. Κανεὶς δὲν πρέπει νὰ ξεχωρίζει σὲ τίποτε. Νέες συνήθειες καὶ ἀρχές, συνομιλίες, ἀναγνώσεις, ὅλα νέα καὶ ὅλα κοινά. Τίποτε ἀτομικό, «προσωπικό», τίποτε περιττό. Ὅλα τὰ τοῦ Μοναχοῦ εἶναι λιτά, ἀπέριττα, φτωχικὰ καὶ τὰ ἀναγκαῖα. Ἡ ἀκτημοσύνη -ἃς μὴν ξεχνᾶμε- εἶναι κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ἐλεημοσύνη, καὶ ἡ ἐν γνώσει σιωπὴ τοῦ Μοναχοῦ, τὸ πένθος καὶ τὰ δάκρυα, τὸ κομποσχοίνι καὶ οἱ ἐκ βάθους στεναγμοὶ γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴν σωτηρία ὅλων, εἶναι ἡ ἀνώτερη ἱεραποστολὴ.

Ὁ Μοναχὸς ἐνθυμούμενος τό, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «Μέγα τὸ περὶ Θεοῦ λαλεῖν, μεῖζον δὲ τὸ ἑαυτὸν καθαίρειν τῷ Θεῶ», συνεχῶς φροντίζει τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς του, διὰ τῆς μετανοίας καὶ τῆς τελείας ἐκκοπῆς τῶν ἰδίων θελημάτων.

Δὲν ξεχνᾶ ὅτι τὸ Σχῆμα ποὺ φέρει, εἶναι Σχῆμα Ὑπακοῆς καὶ Ταπεινοφροσύνης. Γι᾿ αὐτὸ ἀκόμη καὶ σήμερα, ἐποχὴ γενικῆς καταπτώσεως τῆς πνευματικῆς ζωῆς, χαλαρώσεως τῆς ἀσκήσεως καὶ ἀνατροπῆς τῶν παραδεδομένων, ἡ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα προσπαθεῖ νὰ κρατήσει τὸ μέτρο καὶ τὴν ἀποφυγὴ κοσμικῶν συνηθειῶν, οἱ ὁποῖες θὰ ἀλλοιώσουν τὸν ἀσκητικὸ χαρακτήρα της.

Ἔτσι τηρεῖται ἡ ἀνάγνωση -στὴν τράπεζα- τῶν βίων τῶν Ἁγίων, ὅπως καὶ παλαιὰ ἢ ἡ ἀνάγνωση ἄλλων Πατερικῶν Ἀναγνωσμάτων. Δὲν ὑπάρχει ῥεῦμα, ὑπολογιστές, διαδίκτυο καὶ τὰ συναφῆ. Τὰ ψυγεῖα ποὺ λειτουργοῦν εἶναι μὲ ὑγραέριο. Κάποιες ἀναγκαῖες ἐργασίες τροφοδοτοῦνται ἀπὸ γεννήτρια. Στὰ κελλιὰ τῶν Μοναχῶν ὑπάρχουν τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα.

Ὅλα πρέπει νὰ γίνονται μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντος καὶ τίποτε στὰ κρυφά. Ὅλα καταθέτονται στὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴ συχνὴ ἐξαγόρευση τῶν λογισμῶν (τρεῖς φορὲς τὴν ἑβδομάδα) καὶ ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ προσέρχονται στὴν Μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων τρεῖς φορὲς περίπου τὴν ἑβδομάδα (Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο), ὅπως ἐπίσης καὶ στὶς Μεγάλες Ἑορτὲς καὶ τὶς Ἀγρυπνίες.

Γίνεται μεγάλη προσπάθεια -ὅσο τὸ δυνατὸν- νὰ περιορίζονται οἱ ἀνέσεις, ποὺ εἶναι θάνατος γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ βλάψουν περισσότερο καὶ ἀπὸ τοὺς δαίμονες τὸν Μοναχὸ (ἀββᾶς Ἰσαὰκ). Ὅλα φαίνονται -καὶ εἶναι- ἁπλά, πάντα κατὰ τὸ μέτρο, χωρὶς ὑπερβολὲς καὶ κατὰ τὴν ἑκάστου ἰδίαν δύναμιν.

Τὸ τηλέφωνο ὑπηρετεῖ ἀποκλειστικὰ ἀναγκαῖες ὑποθέσεις τῆς Μονῆς. Ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὴν Μονὴ δὲν ἐπιτρέπεται, παρεκτὸς διὰ λόγους ὑγείας ἢ ἄλλης ἀνάγκης. Ἡ ἀλληλογραφία εἶναι περιορισμένη καὶ ἡ ἐπικοινωνία τῶν ἀδελφῶν μὲ τὸν κόσμο σχεδὸν μηδαμινή. Ὅλα ὅμως οἰκονομοῦνται κατὰ τὴν διάκριση τοῦ Γέροντος.

Ὁπωσδήποτε δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σύγκριση τῆς ἀσκήσεως σήμερα, μὲ αὐτῆς τῶν Πατέρων τῆς Λαύρας πρὶν ἀπὸ 30-40 χρόνια. Ὅμως ἀκόμη καὶ σήμερα, μὲ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς μας, οἱ Μοναχοὶ τῆς Λαύρας ἀγωνίζονται -τὸ κατὰ δύναμιν- μὲ ὅσο τὸ δυνατὸν λιγότερες ἀνέσεις. Ὅλοι ἀγαποῦν τὸν κόπο, διότι ὁ Μοναχὸς σὲ ὅλα κοπιά. Πάνω ἀπὸ ὅλα ὅμως εἶναι -καὶ ἐπιδιώκεται- ἡ μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν τελεία καὶ εἰλικρινὴς ἀγάπη, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ -ἀπὸ καρδίας- προσφορὰ ἀγάπης καὶ φιλοξενίας στοὺς προσκυνητές.

Ἐκκλησιαστικὴ ἡμέρα ξεκινᾶ μὲ τὸν Ἑσπερινό. Η Θ´ Ὣρα ποὺ προηγεῖται, εἶναι ἡ τελευταία Ἀκολουθία τῆς ἡμέρας. Ὁ ἐκκλησιαστικὸς κτυπᾶ τὸ ξύλο (=τάλαντο) δύο ἢ τρεῖς φορὲς ἀναλόγως τὴν ἑορτὴ καί, ἐν συνεχεία, κρούει τὸν κόπανο μαζὶ μὲ τὸ σίδερο καὶ τὶς καμπάνες, ὅταν ὑπάρχει Δοξολογία. Τὶς ἄλλες ἡμέρες κτυπᾶ τὴν μικρὴ καμπάνα.

Ὁ Ἑσπερινὸς ξεκινάει στὶς 2 (χειμερινὴ ὥρα) καὶ στὶς 5 (θερινὴ ὥρα). Τὸ μικρὸ Ἀπόδειπνο διαβάζεται στὸν εὐρύχωρο χῶρο ἀριστερὰ τοῦ Καθολικοῦ, μαζὶ μὲ τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας ἢ τὸν κανόνα ἀπὸ τὸ Θεοτοκάριον ἢ καὶ τὸ Μηναῖον (ποὺ παραλείπεται). Τὸ Ἀπόδειπνο τελειώνει πάντοτε μὲ τὴν δύση τοῦ ἡλίου (12η Βυζαντινὴ Ὣρα) καὶ μετὰ οἱ Μοναχοί, ἐν σιωπή, ἀποσύρονται στὰ κελλιά τους.

Στὰ τελευταῖα χρόνια ἐπικράτησε ἡ εὐλογημένη συνήθεια νὰ γίνεται μικρὴ κοινὴ σύναξις τῶν ἀδελφῶν, στὴν ὁποία ὁ Γέροντας διαβάζει, σὲ συνέχειες, ὠφέλιμα πνευματικὰ βιβλία.

Στὶς 1 μετὰ τὰ μεσάνυκτα (τὶς καθημερινὲς), ἐνῶ πιὸ νωρὶς τὸ Σαββατοκύριακο, ὁ ταχθεῖς ἀδελφὸς κτυπᾶ τὸ ξυπνητήρι (δηλ. μία μεγάλη καμπάνα) 33 φορές, λίγο ἀργά. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο εἰδοποιοῦνται ὅλοι οἱ Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι διασκορπισμένοι στὰ κελλιὰ τῆς Λαύρας.

Εἶναι ἡ ὥρα ποὺ ὁ κάθε ἀδελφὸς ἐγείρεται γιὰ τὸν προσωπικό του κανόνα, ὁ ὁποῖος συνίσταται σὲ μετάνοιες μεγάλες (=στρωτὲς) καὶ σταυρωτὰ κομποσχοίνια. Ὁ κανόνας ὁ γενικὸς γιὰ τὸν ἁπλὸ Μοναχὸ (τὸν μὴ Μεγαλόσχημο) εἶναι 150 μετάνοιες καὶ 12 κομποσχοίνια ἑκατοστάρια.

Ὁ Μεγαλόσχημος Μοναχὸς ἔχει τὸν διπλάσιο κανόνα.

Πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι ἡ ὥρα τοῦ κανόνα γιὰ τὸν Μοναχὸ δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ τυπικὸ καθῆκον, κάτι σὰν ἀγγαρεία, ποὺ πρέπει δηλαδὴ νὰ γίνει. Εἶναι ἕνα ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης του πρὸς τὸν Νυμφίον Χριστόν, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν εὐλαβικὴ προσκύνηση καὶ ἐκζήτηση τοῦ Θείου ἐλέους, κατὰ τὴν ἱερὴ ἡσυχία τῆς νύκτας, ὅταν ὅλα ἀναπαύονται. Ὁ Μοναχὸς πάντοτε νήφει, ἀγρυπνᾶ καὶ προσεύχεται, κλαίει καὶ ἐπικαλεῖται τὸ γλυκύτατο καὶ σωτήριο Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ζητώντας ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ ἔλεος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο.

Στὶς 2 περίπου μετὰ τὰ μεσάνυκτα ὁ ἴδιος Μοναχὸς (ὁ ἐκκλησιαστικὸς) κτυπᾶ τὸ ξυπνητήρι (δηλ. μία μεγάλη καμπάνα) 12 φορὲς σύντομα, καὶ ξεκινᾶ μὲ τὸ τάλαντο νὰ καλεῖ τοὺς ἀδελφοὺς στὴν Ἐκκλησία. Πρόκειται γιὰ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ἡ ὁποία συμβολίζει τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἐπακολουθήσασα παγκόσμια κρίση. Οἱ Μοναχοί, ὅπως ἀπὸ τοὺς τάφους, ἔτσι σηκώνονται καὶ τρέχουν στὸν Ναὸ πρὸς ὑπάντησιν τοῦ Νυμφίου. Ὅλα συμβολίζουν ἐκείνην τὴν ἐσχάτην ἡμέρα.

Ἡ Βραδυνὴ Ἀκολουθία διαρκεῖ περίπου 4 ὧρες, σὲ μεγάλες ἑορτὲς διαρκεῖ 5-6 ὧρες, καὶ στὶς ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες 8-10 ὧρες. Ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν θὰ τελεστεῖ Ἀγρυπνία, τὸ Τυπικὸ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικό. Ξεκινᾶ πάντοτε στὶς 3, Βυζαντινὴ Ὣρα (δηλαδὴ 8μ.μ. χειμερινὴ & 11μ.μ. θερινή), καὶ διαρκεῖ συνεχόμενα μέχρι τὸ πρωί.

Στὴν καθημερινὴ 4ωρη Βραδυνὴ Ἀκολουθία -μετὰ τὸ Μεσονυκτικὸ- ἀκολουθεῖ ὁ Ὄρθρος, στὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἐπισυνάπτεται ἡ Α´ Ὥρα καὶ ἕπεται ἡ Θεία Λειτουργία. Στὸ τέλος καὶ γιὰ λίγα λεπτὰ παρατίθεται στὸ χέρι καὶ σιωπηρῶς ἕνα ῥόφημα-γλύκισμα.

Ἑπόμενη κοινὴ σύναξη-ἀκολουθία ἔχουμε λίγο πρὶν τὴν τράπεζα, γιὰ νὰ διαβαστοῦν ἡ Γ´ καὶ ἡ Στ᾿ Ὣρα, ἀντίστοιχα. Ὅλες οἱ ὧρες ποὺ μεσολαβοῦν διατίθενται γιὰ τὰ διάφορα διακονήματα καὶ τὴν ἀνάπαυση.

Ἀξίζει γιὰ λίγο νὰ ἀναφέρουμε τὸ πρόγραμμα κατὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ, τὸ ὁποῖο θυμίζει πραγματικὰ παλαιοὺς χρόνους καὶ ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητα τὴν πιὸ ὠφέλιμη καὶ ἀσκητικὴ περίοδο τῆς χρονιᾶς. Καταρχὴν ὑπάρχει πάντοτε σχεδὸν ξηροφαγία, πλὴν Σαββάτου καὶ Κυριακῆς. Μέχρι τὴν Ἀπόλυση τῆς Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας ἢ τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὅταν δὲν τελεῖται Θεία Λειτουργία, δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε νερὸ νὰ πιεῖ κανείς. Τότε δίνεται τὸ ἀντίδωρο καὶ ἀκολουθεῖ ἡ μία κοινὴ τράπεζα καὶ μοναδική, μὲ ἀνάγνωση στὴν Κλίμακα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου.

Τὶς περισσότερες ἡμέρες τελεῖται Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. Ἐννοεῖται ὅτι, ἐκτὸς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται καθημερινά. Ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τηρεῖται σιωπὴ μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν. Ὁ Μοναχὸς ἔχει πολλὲς ὧρες νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ πνευματικά του, τὸ πρόγραμμα εἶναι ἄκρως ἡσυχαστικό, γι᾿ αὐτὸ καὶ πολὺ ἀγαπητὸ ἀπὸ τοὺς Πατέρες.

Κάθε Κυριακὴ γίνεται Ἀγρυπνία καὶ ἡ Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Στὶς καθημερινὲς ἀκολουθεῖται αὐστηρὰ ἡ τάξις τοῦ Τυπικοῦ, μὲ πρόσθετες ἀναγνώσεις ἐκ τοῦ Λαυσαϊκοῦ, τοῦ Λειμωναρίου καὶ ἄλλων Ἀσκητικῶν Συγγραμμάτων, οἱ ὁποῖες διανθίζουν τὶς ἤδη «γεμάτες» ἀκολουθίες. Προσπαθοῦμε -τὸ κατὰ δύναμιν- τίποτε νὰ μὴν παραλείπεται, ὄχι μόνον κατὰ τὴν Σαρακοστή, ἀλλὰ καὶ καθ᾿ ὅλον τὸν ὑπόλοιπον χρόνον.

Ὑπάρχει βεβαίως στὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τὸ λεγόμενο τριήμερο, δηλαδὴ ἡ τελεία ἀποχὴ τροφῆς καὶ νεροῦ μέχρι τὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, τὸ ἑσπέρας τῆς Τετάρτης. Ἐπίσης μετὰ τὴν τράπεζα τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἕως καὶ τὴν Ἀνάσταση ἔχουμε πάλι τελεία νηστεία, ἑξαιρέσει τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅπου μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου (περίπου τὸ μεσημέρι) δίνονται στοὺς ἀδελφοὺς μικρὰ σταφιδόψωμα, σταφίδες, λουκούμια καὶ λίγα φροῦτα, γιὰ ἐνίσχυση τοῦ μεγάλου κόπου τῶν ἡμερῶν.

Τρία ἀκόμη ἰδιαίτερα Ἁγιοσαββαϊτικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν καθημερινῶν ἀκολουθιῶν τοῦ ἔτους εἶναι:

α) ὅτι ὅλοι οἱ κανόνες τοῦ Ὄρθρου ψάλλονται -καὶ μάλιστα μαζὶ μὲ τὴν καθιερωμένη Στιχολογία- ἐκ τοῦ Ψαλτηρίου,

β) ὅτι διαβάζεται τὸ Συναξάρι τῆς ἡμέρας, δηλαδὴ οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων (τουλάχιστον δύο ἐξ αὐτῶν), καὶ

γ) ὅτι στὸ τέλος κάθε ἀκολουθίας ψάλλεται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς τὸ κατανυκτικὸ Θεοτοκίο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς «Ὑπὸ τὴν σὴν εὐσπλαχνίαν καταφεύγομεν Θεοτόκε…».

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶχε παρουσιαστεῖ στὸν Ἅγιο Σάββα καὶ τοῦ εἶχε πεῖ ὅτι ἐκείνη θὰ εἶναι ἡ προστάτις, ἡ ἔφορος καὶ ἡ οἰκονόμος τῆς Μονῆς, ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, μέχρι Δευτέρας Παρουσίας.

Τὴν Κυριακὴ τὸ ἑσπέρας, στὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, τελεῖται Παράκλησις μπροστὰ στὴν λάρνακα τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ μνημονεύονται πολλὰ ὀνόματα ἀσθενῶν καί, ἐχόντων ἀνάγκην θείας βοηθείας, θλιβομένων ἀδελφῶν.

Τὴν Δευτέρα τῆς Διακαινησίμου, μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, γίνεται Μικρὸς Ἁγιασμὸς καὶ ἀκολουθεῖ λιτανεία πέριξ τῆς Λαύρας, συνοδεία Ἱερῶν Εἰκόνων καὶ Ἁγίων Λειψάνων, ἐνῶ ψάλλονται Ἀναστάσιμοι Ὕμνοι.

Ἐπίσης στὴν ἑορτὴ τοῦ Ὅσιου Ξενοφῶντος καὶ τῆς συνοδείας αὐτοῦ (26 Ἰανουαρίου), ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ πηγαίνουν στὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀρκαδίου, ὅπου ψάλλονται ἡ Παράκλησις καὶ οἱ Χαιρετισμοὶ τῶν Ἁγίων.

Τὸ ἴδιο σκηνικὸ ἐπαναλαμβάνεται καὶ στὴν μνήμη τῆς Ὁσίας Σοφίας, μητρὸς τοῦ Ἁγίου Σάββα. Στὸ κοντινὸ ἡσυχαστήριο-κάθισμα τῆς Ὁσίας, ψάλλονται οἱ Χαιρετισμοὶ καὶ ἡ Παράκλησή της.

Ξεχωριστὲς στιγμὲς ἀποτελοῦν οἱ κοινὲς συνάξεις (παγκοινιὲς) τῶν Μοναχῶν γιὰ τὸν καθαρισμὸ τῶν «καναλιῶν» τοῦ νεροῦ ἐκτὸς τῆς Μονῆς, στὶς ἀρχὲς τοῦ Νοεμβρίου, ἐνῶ τὴν ἴδια περίοδο ἔχουμε τὴν συγκομιδὴ καὶ τὴν διαλογὴ τῶν ἐλαιῶν.

Γιὰ τὴν ἀναψυχὴ τῶν ἀδελφῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν τροφοδοσία τῆς Μονῆς σὲ κηπευτικά, φροῦτα καὶ λοιπὰ εἴδη διατροφῆς, δημιουργήθηκε τὰ τελευταῖα χρόνια ἕνα μικρὸ «μετόχι», στὸ χωριὸ τῶν Ποιμένων, σὲ παλαιὸ μεγάλο κτῆμα τῆς Λαύρας, ὅπου ὑπάρχει ἐλαιώνας, κῆποι, μεγάλη δεξαμενὴ νεροῦ, χῶρος πρασίνου καὶ στὸ ὁποῖο διαμένουν μονίμως δύο ἀδελφοὶ Σαββαϊται, οἱ ὁποῖοι διακονοῦν στὶς ἐξωτερικὲς ἐργασίες καὶ τὶς ὑποχρεώσεις τῆς Μονῆς. Ὁ χῶρος εἶναι περιφραγμένος, ὑπάρχει ἀναστηλωμένος καὶ ἀνακαινισμένος ἕνας παλαιὸς Πύργος, ἐνῶ δημιουργήθηκαν ἐξ ἀρχῆς Ἱερὸς Ναός, εὐρύχωρο ἀρχονταρίκι καὶ κελλιὰ γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Λαύρας.

Παρόλη τὴ ῥαγδαία εἰσβολὴ -τῶν τελευταίων ἐτῶν- τῆς τεχνολογίας καὶ τῆς ἐκκοσμίκευσης σὲ κάθε χῶρο -ἀκόμη καὶ μέσα στὰ μοναστήρια- ἡ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα εἶναι ἕνας τόπος ἀπαράκλητος, ξένος πρὸς τὴν ζωὴ τῆς ἀνέσεως, προσφιλὴς ὅμως σὲ ὅσους ἀγαποῦν τὸν Θεόν. Τὸ μάτι τοῦ Μοναχοῦ ἐδῶ δὲν παρηγορεῖται ἀπὸ τὴν θέα τῆς ὄμορφης φύσεως (θάλασσα ἢ πράσινο), βοηθιέται ὅμως ὁ νοῦς νὰ συγκεντρωθεῖ, νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν θέα τῶν ματαίων καὶ νὰ εἰσέλθει στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς, καθαρίζοντας κάθε ἀκαθαρσία, μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου.

Ἐδῶ ἡ παρηγοριὰ τοῦ Μοναχοῦ εἶναι νὰ κοπιᾷ, νὰ θυσιάζεται γιὰ τὸν ἄλλον ἀδελφό, νὰ καταγίνεται στὴν μελέτη τοῦ θανάτου, στὴν προσδοκία τοῦ Παραδείσου, νὰ ὑμνεῖ καὶ δοξάζει ἀκατάπαυστα τὸν Τριαδικό μας Θεό.

Ἐδῶ ὁ Μοναχὸς προγεύεται μυστικὰ τὴν ἀτελεύτητη χαρὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, βιώνει σταδιακὰ τὴν σωτήριο κάθαρση τῆς μετανοίας, ἐξέρχεται τοῦ παρόντος χρόνου καί, ζώντας τὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἁγίους, ἀποστρέφεται ἀκόμη περισσότερο κάθε ἡδονὴ καὶ πρόσκαιρη ἀπόλαυση.

Ὅμως ὁ Πανάγαθος Θεὸς δὲν σταματᾶ καὶ τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ πλούσια νὰ τὰ δίνει στοὺς πιστοὺς δούλους Του, ἀκόμη καὶ μέσα στὴν ἔρημο. Ἡ ζωή μας μέσα στὸ τρισευλογημένο κοινόβιο δὲν εἶναι -ὅπως νομίζουν οἱ περισσότεροι- μονότονη. Κάθε ἡμέρα εἶναι τὸ κυνήγι μίας νέας ἐμπειρίας ἐν Χριστῷ, ἡ ἀρχὴ ἑνὸς νέου ἀγῶνος, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ πάντοτε ἀνανεώνει, ποτὲ δὲν κουράζει τὸν ἀγωνιστὴ Μοναχό, ὁ ὁποῖος ἔχει στραμμένο τὸ βλέμμα του διαρκῶς στὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο «ἐξῆλθε» καὶ στὸ ἀγαπητότερο πρόσωπο τοῦ κόσμου, τὸν Νυμφίο Χριστό.

Ἐνῶ στερεῖται τὶς ἐπίγειες χαρές, εἶναι πλημμυρισμένος ἀπὸ τὴν Χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία καὶ σκορπᾶ μὲ λόγια καὶ ἔργα ἀγάπης. Ὅλα εἶναι δῶρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιὰ ὅλα εὐχαριστεῖ καὶ δοξολογεῖ, καὶ μὲ χαρὰ ὑπομένει κάθε λύπη καὶ προσβολὴ τοῦ πονηροῦ. Τὰ λιγοστὰ δένδρα καὶ λουλούδια ἐντὸς τῆς Μονῆς, τὸ πλῆθος τῶν πουλιῶν καὶ πτηνῶν μὲ τὸ κελάηδημά τους, τὸ κελάρυσμα ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ χειμάῤῥου, ὁ καταγάλανος οὐρανός, τὰ κατοικίδια ζῶα, τὰ πουλάκια, ὅλα τὰ δέχεται ὡς δῶρα καὶ παρηγοριές, ποὺ τὸν βοηθοῦν νὰ ἑνώνεται -διὰ τῆς προσευχῆς- μὲ τὸν Δημιουργὸ καὶ αὐξάνουν τὴν δοξολογητική του διάθεση.

Ζεῖ σὲ ὅλο τὸ βάθος τὸ ψαλμικὸ «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν …, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ» καὶ αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ὁ πιὸ εὐτυχισμένος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου.

Ἡ κοινὴ Ἀκολουθία, ἡ κοινὴ τράπεζα, ἡ κοινὴ -σὲ ὅλα- ζωὴ εἶναι πρόξενος μεγίστης παρηγορίας καὶ χαρᾶς. Ἡ μεγαλύτερη ἐξάλλου χαρὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ τὴν βιώνεις ὄχι μόνος σου, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς. Ἔτσι τὸ κοινόβιο γίνεται ἕνα Μετόχι τοῦ Παραδείσου. Ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν σημερινὸ νέο δόκιμο Μοναχό, ὁ ὁποῖος προέρχεται μέσα ἀπὸ μία ὄντως σατανοκίνητη κοινωνία, μαθημένο μὲ ὅλες τὶς ἀνέσεις καὶ ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου, εἶναι κατορθωτὴ ἡ ἔνταξή του σὲ μία τόσο «αὐστηρὴ» καὶ ἀσκητικὴ ζωή, ἀρκεῖ νὰ ἀγαπᾶ ἐξ ὅλης καρδίας τὸν Χριστό μας. Τότε -μὲ τὴν Χάρη Του- ὅλα γίνονται εὔκολα καὶ ὁ πόθος τοῦ Θεοῦ σβήνει σιγὰ-σιγὰ τὴν φλόγα τῶν παθῶν.

Μόνον ποὺ χρειάζεται -ἐξαρχῆς- ἀπόφαση θανάτου (δηλ. αὐταπάρνηση), ὑπακοὴ καὶ ὑπομονὴ μέχρι τέλους.

Τελικά, μέσα σὲ ἕναν τόσο περιορισμένο τόπο κλεισμένος ὁ Ἁγιοσαββίτης Μοναχός, δίχως κοσμικὲς παρηγορίες καὶ χαρές, ὄχι μόνον δὲν ἀθυμεῖ καὶ λυπεῖται, ἀλλὰ πλημμυρίζει ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Εὐεργέτη καὶ Λυτρωτὴ Κύριο, ποὺ τόσο τὸν τίμησε μὲ τὴν κλήση νὰ γίνει ἕνας Ἁγιοταφίτης καὶ μάλιστα Ἁγιοσαββίτης Μοναχὸς.

Εἶναι ἀλλεπάλληλες καὶ ἀνεξάντλητες οἱ πνευματικὲς παρηγορίες καὶ χαρές, ποὺ καθημερινὰ βιώνει. Καὶ μόνον τὸ νὰ ἀνήκει κανεὶς στὴν χορεία των, ἀπ᾿ αἰῶνος, ἀσκησαμένων Σαββαϊτῶν Πατέρων καὶ Ἁγίων, νὰ ἔχει διαρκῶς τὶς προσευχές τους, τὴν φροντίδα καὶ τὴν σκέπη τους, καὶ νὰ ζεῖ τὴν ζωντανὴ παρουσία τους διὰ τῶν Ἱερῶν Λειψάνων, δὲν εἶναι αὐτὸ μεγίστη παρηγορία, τιμὴ καὶ ἐνίσχυση γιὰ νὰ συνεχίσει νὰ ἀγωνίζεται μὲ μεγαλύτερη θέρμη;

Τίποτε πραγματικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Μονὴ τῆς μετανοίας του. Οὔτε ὁ παρατεταμένος καύσωνας τοῦ καλοκαιριοῦ τὸν λυγίζει. Οὔτε τὸ ἐχθρικὸ περιβάλλον τῶν ἀλλοθρήσκων περιοίκων, οὔτε καὶ ὁ ὑπερβολικὸς ἀριθμὸς τῶν προσκυνητῶν, τὸν ταράσσει. Γιατὶ γνωρίζει καλὰ ὅτι ζεῖ μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅ,τι Αὐτὸς τοῦ στέλνει τὸ δέχεται πάντα μὲ εὐχαριστία καὶ ὑπομονή. Στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀγαπᾶ ἐξ ὅλης καρδίας τὸν Θεὸν -καὶ ἐξαιρέτως στὸν Μοναχὸ ποὺ ἐδόθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὴ λατρεία Του- ἡ ὑπεράγαθη Πρόνοια τοῦ Ἐλεήμονος Κυρίου, πάντοτε καὶ παντοῦ καὶ σὲ ὅλα τὸν ἀκολουθεῖ, τὸν προστατεύει, τὸν ὁδηγεῖ, τὸν φωτίζει, τὸν εὐλογεῖ. Ἔτσι περίπου αἰσθάνεται καὶ σήμερα ὁ Ἁγιοσαββίτης Μοναχός.

Θὰ ἦταν σημαντικὴ παράλειψη τὸ νὰ μὴν ἀναφερθοῦμε στὴν Πανήγυρη τῆς Λαύρας, ἡ ὁποία γίνεται μὲ κάθε ἐπισημότητα καὶ λαμπρότητα, τὸ τριήμερο ἀπὸ τὶς 4 ἕως καὶ τὶς 6 Δεκεμβρίου. Ἡ πανήγυρις περιλαμβάνει τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ γίνεται παρουσία τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου, Ἀρχιερέων καὶ Ἱερομονάχων Ἁγιοταφιτῶν Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν καὶ φίλων τῆς Μονῆς. Τοῦ Ἁγίου Σάββα γίνεται ὁλονύκτιος ἀγρυπνία, ἐνῶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ ὄρθρος βαθύς.

Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου εἶναι ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, καὶ ὅτι στὴν Λαύρα τὸν ἀντικαθιστᾶ ὁ Πνευματικὸς (Ἀρχιμανδρίτης) τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ χρέη Ἡγουμένου καὶ εἶναι καὶ ὁ Σκευοφύλαξ τῆς Μονῆς-Λαύρας.

Κατακλείοντας τὴν ἀναφορά μας στὰ Τυπικὰ καὶ στὸν τρόπο ζωῆς στὴν Λαύρα, σημειώνουμε ἕνα νεώτερο «ἀναγκαστικὸ» τυπικὸ τοῦ προγράμματος τῆς Μονῆς. Λόγω τῆς ἀνεξέλεγκτης συνεχοῦς ῥοῆς προσκυνητῶν τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀποφασίστηκε νὰ κλείνει ἐντελῶς τὸ Μοναστήρι δύο ἡμέρες τὴν ἑβδομάδα -τὴν Τετάρτη καὶ τὴν Παρασκευὴ- ἐκτὸς βέβαια τῶν περιόδων τῶν Μεγάλων Ἑορτῶν (Δωδεκαήμερο, Μεγάλη Ἑβδομάδα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστος). Καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ διαφυλαχθεῖ ὁ ἡσυχαστικὸς χαρακτήρας τῆς Λαύρας, νὰ ξεκουράζονται κάπως οἱ Πατέρες καὶ νὰ περιορίζεται ἡ ἄτακτη καὶ ὁρμητικὴ προσέλευση τοῦ κόσμου.

Αὐτὴ εἶναι -πολὺ συνοπτικὰ- ἡ θαυμαστὴ Ἱστορία καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀσκήσεως τῶν Ἁγιοσαββιτῶν Μοναχῶν σήμερα.

Ἂς δοξάσουμε ἐξ ὅλης καρδίας τὸν Ἐλεήμονα καὶ Παντοκράτορα Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν, διότι ἀκόμη καὶ στὰ ἔσχατα καὶ ἀποκαλυπτικὰ χρόνια τῆς γενεᾶς μας, διαφυλάττει στὴν ταραγμένη καὶ πολύπαθη Γῆ τῆς Παλαιστίνης, ἕνα ἐργαστήριο ἁγιασμοῦ, ἕνα θησαυροφυλάκιο εἰρήνης, μία ὄαση πνευματική.

Ἂς εὐχαριστήσουμε θερμότατα τὴν Ὑπερένδοξον Δέσποινά μας, τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, γιὰ τὴν στοργική, ἄφατο καὶ ἀνέκφραστη μητρικὴ Της Προστασία καὶ Σκέπη, μαζὶ δὲ καὶ τὸν Προστάτη μας Ὅσιο Σάββα τὸν Ἡγιασμένο καὶ πάντας τοὺς Σαββαϊτας ἁγίους.

Ἂς προσπέσουμε μὲ ταπείνωση καὶ συντριβὴ καρδίας παρακαλοῦντες καὶ δεόμενοι τοῦ Κυρίου νὰ παρατείνει τὸ ἔλεός Του ἐφ᾿ ἡμᾶς -τοὺς ἐλαχιστοτάτους καὶ ἀναξιοτάτους Μοναχούς, νὰ μᾶς φωτίζει καὶ νὰ μᾶς στηρίζει στὴν ὁδὸν τῆς Μετανοίας -τὴν στενὴ καὶ τεθλιμμένη, νὰ μᾶς ἐνδυναμώσει νὰ κρατήσουμε -ἔργω καὶ λόγω- στερεὴ καὶ ἀνόθευτη τὴν μία καὶ μόνην Ἀλήθεια, τὴν Ὀρθόδοξον Πίστη μας, τὴν πίστη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, τὴν πίστη ποὺ στήριξε, στηρίζει καὶ θὰ στηρίζει τὴν Οἰκουμένη.

Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα καὶ ἡ προσευχή μας: «Νὰ κρατήσουμε ὅλοι μας -Κληρικοί, Μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ- τὸν τρόπο τῆς ἐπιγείου ζωῆς μας:

α) ἀσκητικό, δηλαδὴ μὲ συνεχῆ μετάνοια καὶ συμμετοχὴ στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ

β) ἀληθινὰ καὶ Ὀρθόδοξα Χριστιανικὸ, δηλαδὴ δίχως συγχρωτισμοὺς καὶ ἐρωτοτροπίες μὲ τὴν πανσπερμία τῶν Αἱρέσεων ποὺ μᾶς κατακλύζουν.».

Μόνον τότε θὰ ἔχει ἀξία ἡ ἄσκηση καὶ ἡ ἐν γένει πνευματική μας βιοτή. Αὐτὸ μᾶς καλοῦν νὰ κρατήσουμε ὁ ἴδιος ὁ Κύριὸς μας καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοί Του. Τὴν μαρτυρία τῆς ἀληθείας καὶ -ἂν χρειαστεῖ- τὸ μαρτύριο γι᾿ αὐτήν: «Γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοὶ τὸν στέφανον τῆς ζωῆς» (Ἀποκ. Β,10). Ἀμήν. Γένοιτο.

 Ἀρχιμανδρίτου Εὐδοκίμου, Πνευματικοῦ τῆς Ἱ. Λαύρας Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, π. Εὐφροσύνου, Ἱερομονάχου καὶ Σαββαϊτῶν Πατέρων

Ἐπιμέλεια κειμένου: Ἀρχιμανδρίτης Ἰγνάτιος.