ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ
καὶ ἀφήγησις τῶν θαυμάτων αὐτοῦ
(κατὰ τὴν Γραφήν)
ὑπὸ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδου
1925

«Ἐγκωμιαζομένου δικαίου, εὐφρανθήσονται λαοί», προαγγέλλει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον διὰ τοῦ Σολομῶντος. Καὶ τῷ ὄντι ποία κατὰ κόσμον εὐφροσύνη, ποία κατὰ κόσμον χαρά, συναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν εὐφροσύνην καὶ τὴν χαράν, τὴν ὁποίαν προξενοῦν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ χριστιανοῦ οἱ ἔπαινοι καὶ τὰ ἐγκώμια τῶν δικαίων; Διότι ἡ μὲν κατὰ κόσμον χαρὰ καὶ εὐφροσύνη εἶνε διὰ πρόσκαιρα καὶ μάταια, τὰ ὁποῖα ἀφοῦ παρέλθουν καὶ ἀφανισθοῦν, συμπαρέρχεται καὶ συναφανίζεται καὶ ἡ χαρὰ ὁποὺ εἴχαμεν δι᾿ αὐτά· ἡ δὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις ὁποὺ αἰσθάνεται κανείς, ὅταν ἀκούῃ τὰ ἐγκώμια τοῦ δικαίου, εἶνε ἀνεξάλειπτος καὶ διαρκής. Διότι ἐγκωμιάζων κανεὶς τὸν δίκαιον, αὐτὴν τὴν ἀρετὴν ἐγκωμιάζει. Ἡ δὲ ἀρετὴ εἶνε ἕνα πρᾶγμα διαρκὲς καὶ αἰώνιον. Λοιπὸν καὶ ἡ χαρὰ ὁποὺ μᾶς προξενοῦν τὰ πρὸς αὐτὴν ἐγκώμια εἶνε διαρκὴς καὶ ἀνεξάλειπτος. Οὕτω καὶ ὁ θεολόγος Γρηγόριος ἐγκωμιάζων τὸν μέγαν Ἀθανάσιον, μᾶς προαναγγέλλει εὐθὺς-εὐθὺς εἰς τὸ προοίμιον, ὅτι αὐτὴν τὴν ἀρετὴν θὰ ἐγκωμιάσῃ. «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν ἀρετὴν ἐπαινέσομαι» ἀναφωνεῖ ὁ μέγας Πατήρ.

Ὅλος ὁ βίος τῶν ἁγίων, Δικαίων, Πατριαρχῶν, Μαρτύρων καὶ Ὁσίων, ἦτο μία συνεχὴς καὶ ἀδιάκοπος ἀρετή. Μία ἐμμονὴ ἀκατανίκητος εἰς τὸ νὰ διατηρήσωσι τὸ φρόνημα τῶν ἀδούλωτον ἐνώπιον κάθε κινδύνου, ὅστις ἡμποροῦσε νὰ τοὺς παρασύρῃ ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς. Οὔτε τυράννους, οὔτε βασιλεῖς ἐπτοήθησαν, οὔτε βασανιστήρια ἐφοβήθησαν. Καὶ δὲν παρεξέκλιναν ἀπὸ τὴν ἀρετήν. Ὅταν λοιπὸν ἡμεῖς ἀναγινώσκοντες τοὺς βίους των, θαυμάζωμεν καὶ ἐξιστάμεθα διὰ τὴν ὑπομονὴν καὶ καρτερίαν των, διὰ τὴν ἀγάπην ὁποὺ εἶχον πρὸς τὸν Χριστὸν ὅστις τοὺς ἐδυνάμωνεν, ὁ θαυμασμός μας αὐτὸς εἶνε ἕνα πολὺ ὡραῖον ἐγκώμιον πρὸς ἀρετήν, τὸ ἄκρον αὐτὸ ἀγαθόν, ὁποὺ πρέπει κάθε χριστιανὸς νὰ τὸ ἀποκτήσῃ, ἵνα ζήσῃ εὐτυχὴς εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, κερδήσῃ δὲ καὶ τὸν αἰώνιον.

Καὶ ἡμεῖς λοιπὸν ἀδελφοί, παρακινημένοι ἀπὸ τὸν Σολομῶντα, συνήλθομεν σήμερον νὰ ἀκούσωμεν τὰ ἐγκώμια τοῦ ἐνδόξου Προφήτου Ἐλισσαίου, ἵνα εὐφρανθῶμεν ἐπὶ τῇ ἐτησίῳ αὐτοῦ πανηγύρει. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ὅλος ὁ βίος, ὅλη ἡ ζωή, ὅλη ἡ πολιτεία τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ Προφήτου εἶνε ἕνα ἀπαυστον καὶ ἀτελείωτον ἐγκώμιον. Μόνον νὰ ἀκούσωμεν ποίαν ὑψηλὴν ζωὴν ἔζησε, μὲ ποίας ἀρετὰς ἦτο στολισμένος· πόσην ἁγνότητα καὶ παρθενίαν εἶχε, ὁποίαν ἄϋλον ζωὴν ἐν ὑλικῷ σώματι ὡς ἄσαρκος ἠκολούθησε· πῶς διὰ τὴν καθαρότητά του αὐτὴν καὶ τὴν πρὸς τὰ ἐγκόσμια ἀπάρνησιν ἠξιώθη νὰ χρισθῇ Προφήτης κατὰ θείαν νεύσιν ἀπὸ αὐτὸν τὸν μέγαν Ἠλίαν· πῶς ἠξιώθη κατόπιν νὰ λάβῃ διπλῆν τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀνωτέραν ἀπὸ τὸν οὐράνιον ἐκεῖνον Διδάσκαλόν του· πῶς διέλαμψε διὰ τῶν παμμεγίστων αὐτοῦ θαυμάτων καὶ ἐξαισίων τερατουργημάτων, διαφημισθεὶς εἰς ὅλον τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραὴλ ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ χριστὸς Κυρίου. Ὅταν ἀκούσωμεν μὲ πόσην φιλανθρωπίαν ἦτο προικισμένος, πόσον εὔσπλαγχνον καὶ πονετικὴν καρδίαν εἶχε, καὶ τὸ ὕψιστον ἀγαθὸν καὶ σπάνιον, πόσην ἀκτημοσύνην, ἀνώτερος γενόμενος πάσης γήινου προσπαθείας, δι᾿ ὃ ἐδέχθη πλουσιώτατον τὸ προφητικὸν χάρισμα, προλέγων τὰ μέλλοντα καὶ ὡς παρόντα αὐτὰ δεικνύων, ὅταν, λέγω, ἀκούσωμεν τὴν ζωήν του αὐτὴν τὴν ὑπεράνθρωπον καὶ σχεδὸν ἀγγελικήν, ἥτις ἦτο μία ἀρετὴ ἀδιάκοπος, τότε εἶνε ὡσὰν νὰ ἐγκωμιάζωμεν αὐτὸν μὲ ὕμνους καὶ εὐχαριστηρίους φωνάς. Ἀλλὰ τότε θὰ αἰσθανθῶμεν συνάμα εὐφροσύνην καὶ χαρὰν ἀνεκλάλητον εἰς τὴν ψυχήν μας. «Ἐγκωμιαζομένου δικαίου, εὐφρανθήσονται λαοί».

Ἂς ἀκούσωμεν λοιπὸν μὲ προσοχὴν καὶ εὐλάβειαν τὸν ὡραῖον καὶ θαυμαστὸν βίον τοῦ μεγάλου Προφήτου μας.

Ὁ ἔνδοξος καὶ θαυμαστὸς οὗτος Προφήτης Ἐλισσαῖος, ἦτο υἱὸς Σαφάτ, ἀπὸ ἕνα χωρίον τῆς Σαμαρείας Ἀβελμαουλᾶ ὀνομαζόμενον, ἐκ τῆς γῆς τοῦ Πατριάρχου Ῥουβείμ. Συνέβη δὲ κατὰ τὴν γέννησίν του ἕνα πολὺ τεράστιον πρᾶγμα. Ὅταν δηλαδὴ ἐγεννήθη εἰς τὰ Γάλγαλα, ἡ χρυσὴ δάμαλις, τὴν ὁποίαν ἐπροσκυνοῦσαν ἐκεῖ οἱ ἄγνωστοι καὶ πεπλανημένοι ἄνθρωποι, ἐβόησε μὲ τόσην μεγάλην βοήν, ὥστε ἠκούσθη εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὁποὺ εἶναι μεγάλη ἀπόστασις. Ὁ δὲ Ἀρχιερεὺς τοῦ καιροῦ ἐκείνου παρατηρήσας τότε τὰς δύο μυστηριώδεις πέτρας ὁποὺ ἐκρέμαντο εἰς τὰ στήθη του, κατὰ τὸ ἔθος, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἡ μὲν μία ὠνομάζετο δήλωσις ἡ δὲ ἄλλη ἀλήθεια, εὗρε τὴν ἐξήγησιν τοῦ σημείου ἐκείνου καὶ εἶπε: Νὰ ἠξεύρετε ὅτι σήμερον ὁποὺ ἠκούσθη ἡ μακρυνὴ αὐτὴ βοή, ἐγεννήθη ἕνας Προφήτης εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ὁ ὁποῖος θὰ κρημνίσῃ τὰ γλυπτά, καὶ θὰ συντρίψη τὰ εἴδωλα. Ἀφοῦ δὲ ὁ Προφήτης οὗτος ἦλθεν εἰς ἡλικίαν, ἐπειδὴ ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἦτο μεγαλοκτηματίας, ἔχων πολλὰς ἐκτάσεις γαιῶν, ὁ Ἐλισσαῖος ἀφιερώθη ἀπὸ μικρὸς εἰς τὴν γεωργίαν, ἐποπτεύων ἰδίως καὶ διευθύνων τοὺς ἐργάτας οἱ ὁποῖοι ἐκαλλιέργουν τὰ πατρικά του ἐκεῖνα πολλὰ κτήματα.

Τὸν καιρὸν δὲ ἐκεῖνον, μέλλων ὁ Θεὸς νὰ παραλάβῃ ἀπὸ τὴν γῆν τὸν Προφήτην Ἠλίαν, ἀφοῦ ἔγεινε μέγας καὶ περιβόητος διὰ τὰς μεγάλας θαυματουργίας του, τοῦ λέγει εἰς τὸ ὄρος Χωρήβ, ὅπου ἦτο κρυμμένος εἰς ἕνα σπήλαιον, φεύγων τὴν ὀργὴν τῆς Ἰεζάβελ: Μὴ φοβῆσαι Ἠλία, γύρισε ὀπίσω, καὶ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς Δαμασκοῦ θὰ συναντήσῃς τὸν Ἐλισσαῖον τὸν υἱὸν τοῦ Σαφάτ· αὐτὸν νὰ χρίσῃς Προφήτην, νὰ μείνῃ εἰς τὴν γῆν ἀντὶ σοῦ. Ὁ Ἠλίας ἔκαμε καθὼς τοῦ εἶπεν ὁ Θεός, καὶ ἄρχισε τὴν ὁδοιπορίαν του, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Σαμάρειαν. Καθ᾿ ὁδὸν συναντᾷ τῳόντι τὸν Ἐλισσαῖον, ὁ ὁποῖος ὤργωνε τὰ χωράφια τοῦ πατρός του, διευθύνων δώδεκα ζεύγη βοῶν ἀροτήρων καὶ ὁδηγῶν τοὺς ἐργάτας του. Ἐκδύεται λοιπὸν πάραυτα ὁ Ἠλίας τὴν μηλωτὴν ὁποὺ ἐφοροῦσε πάντοτε, καὶ τὴν ῥίπτει εἰς τὸν ὦμον τοῦ Ἐλισσαίου, ὁ ὁποῖος ὡς καθαρὸς καὶ παρθένος, ὁποὺ ἦτο, ἔχων διάνοιαν διαυγεστάτην, καὶ φωτισμένος ὑπὸ τῆς θείας χάριτος, ἐννόησε πάραυτα τὸν σκοπὸν τὸν ἐδόμυχον τοῦ Θεσβίτου, ὅτι τὸν προσκαλεῖ δι᾿ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, καὶ ἀφήσας εὐθὺς τοὺς βόας του καὶ τὰ χωράφια, τρέχει πρὸς τὸν Ἠλίαν καὶ τοῦ λέγει: Νὰ ὑπάγω νὰ ἀποχαιρετίσω τὸν πατέρα μου καὶ τὴν μητέρα μου, καὶ νὰ ἔλθω νὰ σὲ ἀκολουθήσω. Λαβὼν δὲ τὴν ἄδειαν ἐπιστρέφει εἰς τὸ χωρίον του· καὶ σφάξας ἕνα ζεῦγος βοῶν ἔψησε τὸ κρέας μὲ τοῦ ἀρότρου τὰ ξύλα καὶ τὸ ἐμοίρασεν εἰς τοὺς πτωχοὺς συντοπίτας του· καὶ ἐλθὼν ἠκολούθησε τὸν Ἠλίαν καὶ τὸν ὑπηρετοῦσεν ἔκτοτε πανταχοῦ.

Ἀνεχώρησαν δὲ καὶ οἱ δύο ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἦλθον εἰς τὸ χωρίον Γάλγαλα. Τότε δὲ ἐπειδὴ ὁ Προφήτης Ἠλίας ἔμελλε νὰ ἀναληφθῇ ἐν συσσεισμῷ ὡσὰν εἰς τὸν οὐρανόν, λέγει εἰς τὸν μαθητήν του τὸν Ἐλισσαῖον: Ἀπόμεινε σὺ ἐδῶ, ὅτι ὁ Κύριος μὲ ἔστειλε νὰ ὑπάγω κάπου ἐδῶ πλησίον. Λέγει ὁ Ἐλισσαῖος: Νὰ μὴ τὸ δώσῃ ὁ Θεὸς νὰ σὲ ἀφήσω, ἀλλὰ ἔρχομαι καὶ ἐγὼ ὅπου καὶ ἂν ὑπάγῃς. Ἀνεχώρησαν λοιπὸν καὶ οἱ δύο τῶν ἀπὸ τὰ Γάλγαλα, καὶ ἦλθον εἰς τὴν Βαιθήλ. Ἐκεῖ ἦσαν τινὲς Προφῆται καὶ ἔλεγαν πρὸς τὸν Ἐλισσαῖον: Νὰ ἠξεύρῃς, ὁ Θεὸς θὰ παραλάβη τὸν διδάσκαλόν σου τὸν Ἠλίαν. Λέγει ὁ Ἐλισσαῖος: Τὸ ἠξεύρω καὶ ἐγώ· ἀλλὰ σιωπᾶτε. Πάλιν εἶπεν ὁ Προφήτης Ἠλίας πρὸς τὸν Ἐλισσαῖον, ἀφ᾿ οὗ ἔφθασαν εἰς τὴν Βαιθήλ: Ἀπόμεινε σὺ ἐνταῦθα, ἕως οὗ ὑπάγω ἐγὼ μόνος, ἐδῶ παραπέρα. Ἀλλ᾿ ὁ Ἐλισσαῖος δὲν ἤθελε νὰ τὸν ἀφήσῃ· διότι ἐφοβεῖτο μήπως τῳόντι ἀναληφθῇ, καὶ δὲν τὸν ἰδῇ. Ἀνεχώρησαν λοιπὸν καὶ οἱ δύο ἀπὸ τὴν Βαιθὴλ καὶ ἦλθον εἰς τὴν Ἱεριχώ. Ἦσαν δὲ καὶ τινὲς Προφῆται καὶ εἶπαν πρὸς τὸν Ἐλισσαῖον: Νὰ ἠξεύρης ὅτι θὰ παραλάβη ὁ Θεὸς τὸν διδάσκαλόν σου, τὸν Ἠλίαν. Ἀπεκρίθη πάλιν καὶ πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἐλισσαῖος: Τὸ ἠξεύρω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ σιωπᾶτε. Καὶ πάλιν τοῦ λέγει ὁ Ἠλίας: Περίμενε σὺ ἐδῶ, ἕως ὅτου νὰ ὑπάγω ἐγὼ μόνος εἰς τὸν Ἰορδάνην. Ἀπεκρίθη ὁ Ἐλισσαῖος: Νὰ μὴ τὸ δώσῃ ὁ Θεὸς νὰ σὲ ἀφήσω, ἀλλὰ ἔρχομαι καὶ ἐγὼ μαζύ σου ὅπου ὑπάγῃς. Τότε ἀνεχώρησαν καὶ οἱ δύο ἀπὸ τὴν Ἱεριχὼ ἔχοντες μαζύ των καὶ μίαν συνοδίαν ἀπὸ πενήντα ἀνθρώπους, ὅλους Προφήτας τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἔφθασαν λοιπὸν ὅλοι εἰς τὸν Ἰορδάνην καὶ ἐστάθησαν εἰς τὴν ὄχθην αὐτοῦ, θέλοντες νὰ περάσουν τὸν ποταμόν. Τότε ὁ Προφήτης Ἠλίας ἐκβαλὼν τὴν μηλωτήν του, τὴν ὁποίαν ἐφοροῦσε πάντοτε, ἐκτύπησε μὲ αὐτὴν τὸν Ἰορδάνην, καὶ παρευθὺς ἐσταμάτησε τὸ ρεῦμα του, τὰ ὕδατα διηρέθησαν εἰς δύο, καὶ ἐσχηματίσθη μία διάβασις ξηρά. Καὶ οἱ μὲν ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἱ πενήντα, ἀπέμειναν πέραν τοῦ ποταμοῦ· ὁ δὲ Προφήτης Ἠλίας μὲ τὸν Ἐλισσαῖον ἐπέρασαν εἰς τὴν ἄλλην ὄχθην, χωρὶς νὰ βραχῶσιν οἱ πόδες των ὅλως διόλου.

Τότε λέγει ὁ Ἠλίας πρὸς τὸν Ἐλισσαῖον: Ζήτησαι τί χάρισμα θέλεις νὰ λάβῃς ἀπὸ ἐμέ, πρὶν ἀναληφθῶ. Λέγει ὁ Ἐλισσαῖος: Θέλω, τὸ προφητικὸν χάρισμα, ὁποὺ ἔχεις, νὰ ἔλθῃ διπλοῦν εἰς ἐμένα. Τοῦ λέγει ὁ Ἠλίας: Πάρα πολὺ μεγάλον χάρισμα ἐζήτησες. Πλὴν ἐὰν μὲ ἰδῇς, ὅταν θὰ ἀναληφθῶ, νὰ τὸ λάβῃς αὐτὸ ὁποὺ ζητεῖς. Ἐκεῖ λοιπὸν ὁποὺ συνομιλοῦσαν, ἰδοὺ ἔξαφνα καὶ παρουσιάζεται ἕνα ἅρμα πύρινον μὲ τέσσαρας ἵππους πνέοντας πῦρ ἀπὸ τὸ στόμα των, καὶ ἅρπαξε τὸν Προφήτην Ἠλίαν ἀπεμπρὸς ἀπὸ τὸν Ἐλισσαῖον, ὅστις ἐπρόφθασε μόνον καὶ ἔλαβε τὴν μηλωτὴν τοῦ Προφήτου Ἠλία, ἡ ὁποία ἔπεσεν ἐπάνω του, καὶ σταθεὶς ἔκπληκτος ἔβλεπε τὸν Διδάσκαλόν του ὁποὺ ἀνέβαινεν εἰς τὸν οὐρανόν. Ἀφ᾿ οὗ δὲ τὸν ἔχασεν ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς του, ἠθέλησε νὰ ἐπιστρέψῃ ὀπίσω διερχόμενος ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην. Καὶ μὲ τὴν μηλωτὴν τοῦ διδασκάλου του ὁποὺ ἐκρατοῦσεν, ἐκτύπησε μίαν φορὰν τὸν Ἰορδάνην ποταμόν, ἀλλὰ δὲν ἐσχίσθη τὸ ῥεῦμα του, καθὼς ἐσχίσθη καὶ εἰς τὸν Ἠλίαν προτήτερα. Τότε λέγει ὁ Ἐλισσαῖος: Ποῦ εἶνε ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου, τοῦ Ἠλία; Καὶ κρούσας τὸν Ἰορδάνην δευτέραν φοράν, ἰδοὺ πάραυτα διεχωρίσθη εἰς δύο τὸ ῥεῦμα, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸν Ἠλίαν, καὶ ἐσχηματίσθη μία διάβασις πάλιν ξηράν· καὶ ἐπέρασε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἀντιπέραν ὄχθην, χωρὶς νὰ βραχῇ διόλου. Μερικοὶ δὲ προφῆται ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὸ θαῦμα αὐτὸ ὁποὺ ἐτέλεσεν ὁ Ἐλισσαῖος, εἶπον ὅτι ἀληθινὰ ἐπανεπαύθη τὸ πνεῦμα τοῦ Ἠλιοὺ εἰς τὸν Ἐλισσαῖον.

Διὰ τοῦτο ὁ Ἐλισσαῖος εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἱεριχώ, οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως τὸν προϋπήντησαν μὲ πολλὴν δόξαν καὶ τιμήν, τὸν προσεκύνησαν, καὶ τὸν παρεκάλεσαν νὰ καθαρίσῃ τὰ νερὰ τῆς πηγῆς των, ἐξ ἧς ἔπινον, διότι ἦσαν πολὺ βλαπτικὰ καὶ ἐπροξενοῦσαν νόσους καὶ στειρώσεις, ἐνῷ ἡ πόλις των ἦτο τόσον ὡραία καὶ εἶχεν ὑγιεινοὺς ἀέρας. Ὁ Ἐλισσαῖος εἰσήκουσε τὴν παράκλησίν των, καὶ τοὺς εἶπε νὰ λάβουν μίαν μικρὰν ὑδρίαν καινούργιαν, νὰ τὴν γεμίσουν ἅλας καὶ νὰ τοῦ τὴν φέρουν ἐκεῖ. Λαβὼν δὲ αὐτὴν μετέβη εἰς τὴν πηγὴν τῶν ἀκαθάρτων ἐκείνων ὑδάτων· ἔῤῥιψε μέσα εἰς αὐτὴν τὸ ἅλας, καὶ λέγει: Τάδε λέγει Κύριος. Νὰ εἶνε ἰατρευμένα πλέον τὰ ὕδατα αὐτά. Δὲν θὰ συμβῇ πλέον ἐξ αἰτίας αὐτῶν κανέναν κακόν, καὶ κανεὶς θάνατος· καὶ δὲν θὰ γίνωνται στείραι αἱ γυναῖκες ὁποὺ θὰ πίνουν ἀπὸ αὐτά.

Καὶ ἀληθῶς ἔκτοτε τὰ ὕδατα τῆς πηγῆς αὐτῆς ἔγειναν ὑγιεινότατα πλέον, καὶ δὲν ἐπροξένουν καμμίαν βλάβην εἰς τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως. Ἔκτοτε λοιπὸν εἶνε εὐλογημένα τὰ ὕδατα τῆς Ἱεριχοῦς. Καὶ μέχρι σήμερον ἡ πηγὴ αὕτη ἀναβλύζει ὡραῖον καὶ διαυγέστατον ὕδωρ, εἰς ἀπόστασιν 35 λεπτῶν της ὥρας ἀπὸ τὸ χωρίον Ῥόχα. Καὶ οἱ μὲν ἰδικοί μας χριστιανοὶ καλοῦσι τὴν πηγὴν αὐτὴν ἕως τώρα ὕδατα Ἐλισσαίου, οἱ δὲ ἐντόπιοι Ἄραβες Ἀῒν-Ἐσσουλτᾶν.

Ἐν ᾧ δὲ ὁ Ἐλισσαῖος ἀναχωρήσας ἀπὸ τὴν Ἱεριχὼ ἀνέβαινεν εἰς τὴν Βαιθήλ, μερικὰ παιδάρια ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν πόλιν κατὰ τὴν διάβασίν του καὶ τὸν ἐπεριγελοῦσαν καὶ ἐφώναζαν: Ἀνάβαινε, φαλακρέ· ἀνάβαινε, φαλακρέ. Ταραχθεὶς ὁ Προφήτης ἐγύρισε καὶ τὰ εἶδε· καὶ εἶπε: Τέκνα παρακοῆς καὶ ἀργίας! Καὶ ἰδοὺ ἔξαφνα μὲ τὸν λόγον αὐτὸν ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ δάσος δύο ἄρκτοι καὶ κατεσπάραξαν δύο ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ παιδία. Ἀπὸ ἐκεῖ δὲ ἀνέβη ὁ Προφήτης εἰς τὸ Καρμήλιον ὄρος· καὶ ἔπειτα ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Σαμάρειαν.

Ἐκ τῶν πολλῶν θαυμάτων τοῦ Προφήτου Ἐλλισαίου τινὰ μέν, ὡς τὸ ἀνωτέρω, ἀνάγονται εἰς τὴν παρὰ Θεοῦ δοθεῖσαν αὐτῷ χάριν τῆς Δυνάμεως, δι᾿ ἧς ἐτιμώρει τὴν κακίαν εἰς διόρθωσιν ἄλλων· τινὰ πάλιν εἶνε γεμάτα ἀπὸ τόσην φιλανθρωπίαν, καὶ ἀγάπην ἐν γένει πρὸς τὸν πλησίον, ὥστε διεγείρουν τὸν θαυμασμόν, καὶ κινοῦσιν εἰς κατάνυξιν τὸν ἀκούοντα.

Μίαν ἡμέραν ἦλθε πρὸς τὸν Προφήτην μία γυναῖκα χήρα, τῆς ὁποίας πρὸ ὀλίγου εἶχεν ἀποθάνει ὁ σύζυγος. Καὶ οὗτος ἀνῆκεν εἰς τὴν τάξιν τῶν Προφητῶν. Ἡ χήρα αὕτη συναντήσασα τὸν Προφήτην, λέγει πρὸς αὐτόν: Ὁ δοῦλός σου ὁ ἄνδρας μου ἀπέθανε· καὶ σὺ καλὰ γνωρίζεις πόσο ἦτο θεοφοβούμενος. Ἐχρεωστούσαμεν, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, καὶ ἦλθε σήμερον ὁ δανειστὴς νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ χρέος· καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχω νὰ πληρώσω, ζητεῖ νὰ λάβῃ τὰ δύο παιδιά μου, νὰ τὰ ἔχῃ δούλους του, σύμφωνα μὲ τὸν Νόμον τοῦ Μωϋσέως. Ὁ Ἐλισσαῖος συγκινηθεὶς ἀπὸ τὴν μεγάλην αὐτὴν δοκιμασίαν τῆς χήρας, τῆς λέγει: Τί νὰ σοῦ κάμω, ταλαίπωρε; Πές μου τί πράγματα ἔχεις εἰς τὴν οἰκίαν σου; Δὲν ἔχω τίποτε, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ἀπήντησεν ἡ χήρα. Εἶμαι πάμπτωχος. Μόνον ἕνα δοχεῖον γεμάτο λάδι ἔχω. Τῆς λέγει ὁ Ἐλισσαῖος. Πήγαινε καὶ ζήτησε ἀπὸ τοὺς γείτονάς σου νὰ σοῦ δώσουν μερικὰ δοχεῖα ἄδεια, ὅσα ἠμπορέσουν περισσότερα· καὶ ἀφοῦ τὰ λάβῃς, νὰ κλεισθῇς μόνη σου μὲ τὰ παιδιά σου μέσα εἰς τὴν οἰκίαν σου, καὶ νὰ τὰ γεμίσῃς αὐτὰ τὰ ἄδεια δοχεῖα ἔλαιον ἀπὸ τὸ δοχεῖον ὁποῦ ἔχεις γεμάτον. Ἡ χήρα ἔπραξε καθὼς τῆς εἶπεν ὁ Προφήτης. Τὰ παιδιά της ἐκρατοῦσαν τὰ ἄδεια ἐκεῖνα δοχεῖα, καὶ αὐτὴ τὰ ἐγέμιζεν ἔλαιον κατὰ σειρὰν ἀπὸ τὸ ἰδικόν της δοχεῖον. Καὶ τὰ ἐγέμισεν ὅλα. Τότε λέγει εἰς τὰ παιδιά της: Φέρετε καὶ ἄλλο δοχεῖον ἀκόμη νὰ τὸ γεμίζω· διότι τὸ δοχεῖον μας ἔχει λάδι ἀκόμη. Δὲν ἔχομεν ἄλλο, μητέρα μου, εἶπαν τὰ παιδία. Καὶ πάραυτα τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐτελείωσε καὶ τὸ ἔλαιον τοῦ ἰδικοῦ της δοχείου. Τότε ἡ χήρα γεμάτη ἀπὸ χαρὰν ἔσπευσε καὶ ἀνήγγειλε τὸ θαῦμα αὐτὸ εἰς τὸν Ἐλισσαῖον, ὅστις τῆς εἶπε: Πήγαινε τώρα, πώλησε τὸ ἔλαιον καὶ πλήρωσε τὸ χρέος σου, διὰ νὰ γλυτώσῃς τὰ παιδιά σου.

Ἡ χήρα πιστῶς ἀκολουθοῦσα τὰς συμβουλὰς τοῦ Ἐλισσαίου, τὸν ὁποῖον ἐπιστευσεν ὡς ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, καὶ ὡς ἕνα θαυματουργόν, ἔκαμε καθὼς τῆς εἶπεν ὁ Προφήτης. Ἐπλήρωσε τὸ χρέος της, καὶ τῆς ἔμεινε καὶ ἀρκετὸν ἀκόμη ἔλαιον, διὰ νὰ διαθρέψῃ τὰ παιδία της, ἵνα ζήσῃ καὶ αὐτή.

Συγκινητικώτατον ὁμοίως εἶνε καὶ τὸ ἐπεισόδιον μεταξὺ τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ Προφήτου καὶ τῆς Σωμανίτιδος γυναικὸς ἡ ὁποία ἦτο ἄτεκνος, ὅπερ διηγεῖται ἐν ἐκτάσει ἡ ἁγία Γραφή, προξενεῖ δὲ μεγάλην κατάνυξιν εἰς τὸν ἀκούοντα, ὅστις θαυμάζει ἐξ ἑνὸς μὲν τὴν μεγάλην συμπάθειαν καὶ φιλανθρωπίαν τοῦ Προφήτου, ἐξ ἄλλου δὲ τὴν μεγάλην θαυματουργὸν αὐτοῦ δύναμιν.

Ἡ εὐσεβὴς αὐτὴ καὶ φιλόθεος γυνὴ ἡλικιωμένη οὖσα ἐφιλοξένησε ποτε τὸν Ἐλισσαῖον πολλὰς ἡμέρας εἰς τὸν οἶκόν της. Καὶ λέγει μίαν ἡμέραν εἰς τὸν ἄνδρα της: Κύριέ μου, ἐγνώρισα ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὅπου φιλεύομεν εἰς τὴν τράπεζάν μας τόσας ἡμέρας, εἶνε ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἂς τοῦ ἑτοιμάσωμεν ἕνα δωμάτιον ἐπάνω εἰς τὸ ὑπερῷον, νὰ μένῃ καὶ νὰ κοιμᾶται ἐκεῖ, νὰ τὸν ἔχωμεν πάντοτε μαζί μας. Καὶ ἔτσι ἔγεινε. Καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ ὁ Προφήτης τὴν νύκτα ἐκείνην. Καὶ τὸ πρωὶ λέγει πρὸς τὸν ὑπηρέτην του τὸν Γιεζί. Φώναξε τὴν γυναῖκα αὐτὴν τὴν φιλόξενον. Καὶ ἐπαρουσιάσθη ἡ Σωμανίτις ἐνώπιόν του. Καὶ τῆς λέγει ὁ Προφήτης: Τί χάριν θέλεις νὰ σοῦ κάμω, διὰ τὸ καλὸ ὁποὺ μοῦ ἔκαμες; Θέλεις νὰ σοῦ συστήσω καμμίαν ὑπόθεσίν σου εἰς τὸν βασιλέα ἢ εἰς τὸν ἀρχιστράτηγόν σου; Εὐχαριστῶ, εἶπεν ἡ γυνή. Τότε λέγει ὁ Γιεζὶ πρὸς τὸν Ἐλισσαῖον. Ἡ γυναῖκα αὐτὴ δὲν ἔχει τέκνα, αὐθέντα, εἶνε στεῖρα καὶ ὁ σύζυγός της εἶνε γέρων. Τότε λέγει ὁ Ἐλισσαῖος πρὸς τὴν γυναῖκα τὴν Σωμανίτιδα: Ἀλήθειαν σοῦ λέγω· θὰ ἀποκτήσῃς υἱόν. Νὰ γίνῃ ὁ λόγος σου, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, εἶπε ἡ γυνή. Τῳόντι ἡ στείρα ἐκείνη καὶ γερόντισσα συνέλαβε κατόπιν καὶ ἐγέννησε παιδίον ἀρσενικόν.

Ἐπέρασε καιρὸς καὶ ἐμεγάλωσε τὸ παιδίον. Καὶ μίαν ἡμέραν ἐπῆγε νὰ συναντήσῃ τὸν πατέρα του εἰς τοὺς ἀγρούς, ὅπου ἐθέριζε μὲ τοὺς θεριστάς. Καὶ ἐπειδὴ ἦτο μεγάλον καῦμα, τοῦ ἦλθεν ἔξαφνα μία ζάλη καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζῃ· Ἂχ τὸ κεφαλάκι μου! τὸ κεφαλάκι μου! Τότε διέταξεν ὁ πατέρας του ἕναν ἀπὸ τοὺς θεριστὰς νὰ λάβῃ τὸ παιδίον· ὁ ὁποῖος βαστάζων αὐτὸ ἀναίσθητον τὸ ἐπῆγεν εἰς τὴν μητέρα του. Πόσον πόνον θαῤῥεῖτε νὰ ἐπῆρεν ἡ μητέρα τοῦ παιδίου! Τὸ ἔβαλεν εἰς τὰ γόνατά της καὶ τὸ ἐκοίμησε διὰ νὰ συνέλθῃ. Ἀλλὰ ἕως τὸ μεσημέρι ἀπέθανε τὸ παιδίον. Τότε θρηνοῦσα καὶ κλαίουσα ἡ γυναῖκα, ἀλλὰ πιστεύουσα εἰς τὸν Θεὸν μὲ ὅλην τὴν καρδίαν της, καὶ εἰς τὴν χάριν τοῦ Ἐλισσαίου, τὸν ὁποῖον ἐφιλοξένει, τὸ ἐπῆρε νεκρὸν καὶ τὸ ἀπέθεσεν εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Προφήτου ἐπάνω εἰς τὴν κλίνην του.

Καὶ ἀμέσως ἐπορεύθη εἰς τὸ Καρμήλιον ὄρος εἰς συνάντησίν του. Καὶ ὡς τὴν εἶδεν ὁ Ἐλισσαῖος, λέγει πρὸς τὸν ὑπηρέτην του τὸν Γιεζί. Τρέξε καὶ χαιρέτισε τὴν Σωμανίτιν ὁποὺ ἔρχεται καὶ εἰπέ της τὰς εὐχάς μου δι᾿ αὐτὴν καὶ διὰ τὸν ἄνδρα της καὶ διὰ τὸ τέκνον των καὶ ὁδήγησέ την ἐδῶ. Ἔσπευσε λοιπὸν ὁ Γιεζὶ καὶ ὡδήγησεν αὐτὴν πρὸς τὸν Ἐλισσαῖον, ἐπάνω εἰς τὸ ὄρος. Καὶ ἐκείνη ἔπεσεν ἀμέσως μὲ κλαυθμοὺς εἰς τοὺς πόδας του, ὁ δὲ Γιεζὶ ἤθελε νὰ τὴν ἐμποδίσῃ, νὰ μὴ στενοχωρῇ τὸν αὐθέντη του· ἀλλ᾿ ὁ Ἐλισσαῖος ὁποὺ εἶχε πολὺ πονετικὴν τὴν καρδίαν του, λέγει: Ἄφησέ την· ὅτι ἡ ψυχή της εἶνε πολὺ σπαραγμένη ἀπὸ τὸ πένθος ὁποὺ τὴν εὑρῆκε. Τότε τοῦ ἀνήγγειλεν ἡ γυνὴ μὲ πόνον τὸν θάνατον τοῦ παιδίου της. Ὁ δὲ Ἐλισσαῖος συγκινηθεὶς εἰς ἄκρον δίδει ἀμέσως τὴν βακτηρίαν του εἰς τὸν Γιεζὶ νὰ τρέξῃ ἀμέσως εἰς τὸν οἶκον τῆς Σωμανίτιδος, χωρὶς νὰ σταθῇ πουθενά, καὶ νὰ ἐγγίσῃ μὲ αὐτὴν τὴν βακτηρίαν τὸν νεκρὸν τοῦ παιδίου. Ἀνεχώρησε πάραυτα ὁ Γιεζί. Ἀλλ᾿ ἡ μητέρα τοῦ παιδίου ἔχουσα ὅλας τὰς ἐλπίδας της εἰς τὴν θαυματουργὸν δύναμιν τοῦ Προφήτου, ἐπέμενε μὲ δάκρυα παρακαλοῦσα αὐτὸν νὰ ἔλθῃ ὁ ἴδιος. Τότε ὁ Ἐλισσαῖος συγκινηθεὶς ἀπὸ τὰς ὀδυνηρὰς ἐκείνας παρακλήσεις τῆς μητρὸς ἀνεχώρησεν ἀμέσως νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν φιλόξενον οἰκίαν της· τὸν ἠκολούθει δὲ καὶ ἐκείνη· Ἀλλ᾿ ὁ Γιεζὶ ἔφθασε προτήτερα ἀπὸ αὐτούς. Καὶ ἐγγίσας τὴν ράβδον τοῦ Ἐλισσαίου εἰς τὸν νεκρὸν εἶδεν ὅτι δὲν ἔγινε κανένα σημεῖον. Δὲν ἠκούσθη καμμία φωνή, καμμία ἀκρόασις. Τὸ παιδίον ἦτο νεκρόν. Ἐνῷ δὲ ὁ Γιεζὶ ἔτρεξε νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Προφήτην ὅτι δὲν ἐσηκώθη τὸ παιδάριον, ἰδοὺ ἔφθασε καὶ οὗτος καὶ εὖρεν ἀληθῶς αὐτὸ ἀπαθαμένον, ἐπάνω εἰς τὴν κλίνην, ὅπου ἐκοιμᾶτο συνήθως ὁ Προφήτης. Βαθυτάτη συγκίνησις κατέλαβε τὴν ἁπαλὴν καρδίαν τοῦ φιλανθρώπου Προφήτου. Ἡ εὔσπλαχνος ψυχὴ τοῦ Ἐλισσαίου συνεσπαράχθη πρὸς τὸ θέαμα τοῦ νεκροῦ παιδαρίου, τὸ ὁποῖον μὲ τὰς εὐχάς του εἶχε χαρίση εἰς τὴν στείραν μητέρα νὰ τὸ ἔχῃ συντροφίαν καὶ παρηγορίαν.

Κλείει ἀμέσως τὴν θύραν τοῦ δωματίου, ἀπομείνας μόνος του, γονατίζει, καὶ ἀρχίζει νὰ παρακαλῇ τὸν Θεόν. Μετὰ μίαν δὲ ἐκτενῆ προσευχὴν ὁποὺ ἔκαμεν, ἔρχεται καὶ κατακλίνεται δίπλα εἰς τὸ νεκρὸν παιδίον. Θέτει τὸ στόμα του εἰς τὸ στόμα τοῦ παιδίου, τοὺς ὀφθαλμοὺς του εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ παιδίου, τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ παιδίου, καὶ συσφίγγει τὸν νεκρὸν καὶ συγκοιμᾶται μὲ αὐτόν. Μετ᾿ ὀλίγον ἄρχισε τῳόντι νὰ ζεσταίνεται ἡ σὰρξ τοῦ νεκροῦ παιδαρίου. Τότε ἐγείρεται ὁ Προφήτης καὶ κάμνει ὀλίγα βήματα ἐντὸς τῆς οἰκίας· καὶ πάλιν ἀναβαίνει εἰς τὸ ὑπερῷον ὅπου ἦτο ὁ νεκρός, καὶ ἐπανέλαβε πάλιν αὐτό, ἐναγκαλισθεὶς αὐτὸν καὶ ἐπισυναφθεὶς μὲ αὐτόν· καὶ τὸ ἐπανέλαβεν αὐτὸ ἕως ἑπτὰ φοράς. Καὶ ἰδοὺ πάραυτα ἄνοιξε τὰ ματάκια του τὸ νεκρὸν παιδίον. Τότε ἐφώναξεν ὁ Προφήτης τὸν Γιεζὶ καὶ τοῦ εἶπε μὲ χαρὰν νὰ σπεύσῃ νὰ καλέσῃ τὴν μητέρα τοῦ παιδίου, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐλθοῦσαν εἶπεν ὁ Ἐλισσαῖος: Λάβε τὸ παιδί σου ζωντανόν, φιλόξενος γύναι, καὶ μὴ κλαίῃς πλέον. Ὢ χαρὰ τῆς μητρὸς τὴν στιγμὴν ἐκείνην! Κλαίουσα ἀπὸ τὴν χαράν της ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Προφήτου καὶ τὸν ἐπροσκύνησε, βαλοῦσα μετάνοιαν ἕως τὴν γῆν ἀπὸ τὴν εὐγνωμοσύνην της, εὐλογοῦσα τὸν Θεὸν καὶ τὸν θαυματουργὸν Προφήτη της.

Μετὰ τὸ ἐξαίσιον αὐτὸ θαῦμα ὁ ἔνδοξος Προφήτης ἐπανῆλθεν εἰς τὰ Γάλγαλα. Καὶ κάμνει ἐκεῖ ἄλλο μέγιστον ὡσαύτως τεράστιον. Πεῖνα μεγάλη ἦτο τὰς ἡμέρας ἐκείνας εἰς τὰ Γάλγαλα· καὶ οἱ Προφῆται ὁποὺ εὑρίσκοντο ἐκεῖ, ὅταν ἔμαθον ὅτι ἦλθεν ὁ Ἐλισσαῖος, ἔτρεξαν ὅλοι καὶ τὸν περιεκύκλωσαν, ἀπηλπισμένοι ἀπὸ τὴν πεῖναν. Τότε λέγει ὁ Ἐλισσαῖος πρὸς τὸν Γιεζί: Λάβε τὸν μεγάλον λέβητα καὶ βράσε φαγητὸν νὰ φιλεύσωμεν τοὺς Προφήτας. Καὶ ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὰ χωράφια ὁ Γιεζὶ νὰ συνάξῃ χόρτα. Εὗρε δὲ ἐκεῖ μίαν ἄμπελον καὶ ἐμβῆκε μέσα καὶ ἐσύναξεν ἕνα φαρμακερὸν ἀγριόχορτον τολύπην καλούμενον, μίαν ποδιὰν γεμάτην. Καὶ ἐπιστρέψας τὸ ἔῤῥιψε μέσα εἰς τὸν λέβητα τὸ ἀγριόχορτον ἐκεῖνο καὶ ἔβρασε, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὅμως ὅτι εἶναι φαρμακερόν.

Καὶ ἐκάλεσε κατόπιν τοὺς προφήτας νὰ φάγουν. Τότε ἐκεῖνοι, ἐνῷ ἐκάθησαν νὰ φάγουν, ἰδόντες τὸ ἀγριόχορτον τὸ φαρμακερὸν ὁποὺ τὸ ἐγνώριζαν, ἐφώναξαν· Μὴ τρώγετε, ἀδελφοί, εἶνε θανατηφόρον· θάνατος ὑπάρχει μέσα εἰς τὸν λέβητα, ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ. Τότε χωρὶς νὰ ταραχθῇ διόλου ὁ Ἐλισσαῖος λέγει πρὸς αὐτούς· Λάβετε ἄλευρον καὶ ρίψατέ το μέσα εἰς τὸν λέβητα.

Καὶ λέγει πρὸς τὸν Γιεζί: Τώρα δός τους νὰ φάγῃ ὁ κόσμος ὁ πεινασμένος. Καὶ ἔφαγον ὅλοι, καὶ δὲν ἔπαθον τίποτε. Μετ᾿ ὀλίγον νά καὶ ἔρχεται ἕνας ἄνθρωπος καὶ προσφέρει εἰς τὸν Ἐλισσαῖον εἴκοσι κρίθινα ψωμία καὶ μίαν παλάθην σύκων. Καὶ λέγει ὁ Προφήτης πρὸς τὸν Γιεζί: Δὸς εἰς τὸν κόσμον τὸν πεινασμένον νὰ φάγουν. Καὶ λέγει ὁ Γιεζί: Τί θὰ κάμῃ, αὐθέντα, αὐτὸ τὸ ὀλίγον εἰς τόσον κόσμον, ὁποὺ εἶνε ἕως ἑκατὸν ἄνθρωποι; Λέγει πάλιν ὁ Ἐλισσαῖος· Δός τους, σοῦ λέγω, νὰ φάγουν· διότι τάδε λέγει ὁ Κύριος. Θὰ χορτάσουν ὅλοι καὶ θὰ περισσεύσουν ἀκόμη ἀρκετὰ ψωμία. Καὶ ἀληθῶς ἔφαγον ὅλοι καὶ ἐχόρτασαν καὶ ἐπερίσσευσαν ἀκόμη ψωμία. Ἀκούσατε ἄλλο θαῦμα.

Εἰς Συρίαν ἦτο ἕνας βασιλεύς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀρχιστράτηγον ἕνα ἀνδρεῖον πολεμιστὴν Νεεμὰν καλούμενον, ὅστις ὅμως ἦτο λεπρὸς εἰς τὸ πρόσωπον, ἡ ὁποία ἀσθένεια πολὺ τὸν ἐβασάνιζεν· Εἶχε δὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του μίαν αἰχμάλωτον Ἑβραίαν. Μίαν ἡμέραν δὲ βλέπουσα αὕτη τὸν αὐθέντην της στενοχωρημένον ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, εἶπε πρὸς τὴν κυρίαν της, τὴν γυναῖκα τοῦ Νεεμάν: Ἂν ἤθελεν εἶνε ὁ αὐθέντης μου εἰς τὴν Σαμάρειαν, ἤθελεν εἶνε τώρα θεραπευμένος. Τότε ἐκείνη λέγει εἰς τὸν ἄνδρα της τὸν Νεεμάν, ὅτι αὐτὸ καὶ αὐτὸ μοῦ εἶπεν ἡ σκλάβα μας, ὅτι ἂν ἤσουν εἰς τὴν Σαμάρειαν θὰ ἤσουν τώρα ἰατρευμένος. Τότε ὁ Νεεμάν, παρουσιάζεται εἰς τὸν βασιλέα καὶ τοῦ λέγει: Παρακαλῶ σε, βασιλεῦ, δός μου ἄδειαν νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Σαμάρειαν νὰ ἰατρευθῶ. Ὁ βασιλεὺς τοῦ δίδει ἀμέσως τὴν ἄδειαν, καὶ προσέτι δέκα τάλαντα ἄργυρον, ἤγουν χίλιαις πενήντα λίτραις ἀργύρου καὶ ἓξ χιλιάδες φλωρία, καὶ δέκα ἐνδυμασίας καινουργεῖς καὶ προσέτι καὶ γράμμα βασιλικὸν συστατικὸν πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Σαμάρειας.

Σηκόνεται λοιπὸν ὁ Νεεμὰν καὶ πηγαίνει εἰς τὴν Σαμάρειαν, καὶ παρουσιάζεται ἀμέσως εἰς τὸν βασιλέα τῆς Σαμαρείας. Καὶ καθὼς τὸν εἶδεν ἐκεῖνος ἔτσι λεπρόν, διέῤῥηξε τὰ ἱμάτιά του ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν του, καὶ εἶπε πρὸς τὸν Νεεμάν· μήπως εἶμαι ἐγὼ Θεὸς καὶ σὲ ἔστειλεν ὁ βασιλεὺς πρὸς ἐμένα νὰ σὲ ἰατρεύσω; Ἐδιάβασε καὶ τὸ γράμμα τοῦ βασιλέως τῆς Συρίας, καὶ εἶχε μεγάλην θλίψιν ὁ βασιλεὺς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ δὲν ἤξευρε τί νὰ κάμῃ δι᾿ ὅσα τὸν ἐπαρακαλοῦσεν ὁ βασιλεύς. Τότε ἤκουσεν ὁ Προφήτης Ἐλισσαῖος ὁποὺ ἦτο ἐκεῖ, πῶς ὁ βασιλεὺς διέῤῥηξε τὰ ἱμάτιά του ἀπὸ τὴν θλῖψίν του. Καὶ τοῦ παρήγγειλε· διατί λυπεῖσαι, βασιλεῦ; Ἂς ἔλθῃ εἰς ἐμένα νὰ τὸν ἰατρεύσω, διὰ νὰ γνωρίσῃ ὅτι μεγάλος Θεὸς εἶνε εἰς τὸ γένος μας. Ἐσηκώθη λοιπὸν ὁ ἄρχων Νεεμὰν καὶ ὑπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου, καὶ ἐστάθη ἔξω, εἰς τὴν θύραν, ἀναμένων, ὡς ἀρχιστράτηγος ὁποὺ ἦτο μέγας καὶ ὀνομαστός, νὰ ἐξέλθῃ ἔξω ὁ Προφήτης νὰ τὸν προϋπαντήσῃ. Ὁ δὲ Ἐλισσαῖος τοῦ ἐμήνυσε μὲ τὸν ὑπηρέτην του τὸν Γιεζί, νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Ἰορδάνην νὰ κάμῃ ἑπτὰ λουτρὰ μέσα εἰς τὸ ρεῦμά του καὶ θὰ καθαρισθῇ ἀμέσως ἀπὸ τὴν κακὴν ἀσθένειαν. Καὶ ὡς τὸ ἤκουσεν ὁ Νεεμάν, ἐθυμώθη, καὶ εἶπεν: Ἐγὼ ἐθαῤῥοῦσα νὰ ἔβγῃ ἔξω νὰ μὲ εὐλογήσῃ εἰς τὸ πρόσωπον καὶ νὰ ἰατρευθῶ· καὶ αὐτὸς μὲ στέλλει νὰ ὑπάγω εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμὸν νὰ λουσθῶ; Καὶ μήπως δὲν ὑπάρχουν καὶ ἀλλοῦ ποτάμια καλλίτερα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην; Δὲν εἶνε εἰς τὴν Συρίαν ὁ Ἀρβανᾶς καὶ ὁ Φαφάρ, τὰ δύο ποτάμια τῆς Δαμασκοῦ, καλλίτερα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην; Ἐγὼ θὰ ὑπάγω ἐκεῖ νὰ λουσθῶ.

Καὶ ἀπεφάσισε λοιπὸν νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Συρίαν τὴν πατρίδα του ὡργισμένος. Τότε τοῦ λέγουν οἱ ὑπηρέται του· καὶ τί σπουδαῖον λόγον, αὐθέντα, σοῦ εἶπεν ὁ Προφήτης καὶ δὲν ἀποφασίζεις νὰ τὸν κάμῃς; Τί μεγάλον πρᾶγμα εἶνε τάχα αὐτὸ ὁποὺ σοῦ εἶπε; Πήγαινε, αὐθέντα, εἰς τὸν Ἰορδάνην νὰ λουσθῇς. Δὲν παθαίνεις τίποτε. Ἤκουσεν ὁ Νεεμὰν τοὺς ὑπηρέτας του καὶ ὑπῆγεν εἰς τὸν Ἰορδάνην καὶ ἐλούσθη ἑπτὰ φοραῖς· καὶ παρευθὺς ἐκαθαρίσθη ἀπὸ τὴν λέπραν, καὶ ἔγινε τὸ πρόσωπόν του τρυφερὸν ὡς τοῦ μικροῦ παιδίου.

Τὸ μέγα αὐτὸ θαῦμα προεικόνιζε τὸ ἅγιον Βάπτισμα, ὁποὺ ἔμελλε νὰ καθαρίζῃ τοὺς χριστιανοὺς πνευματικῶς ἀπὸ τὰ ἠθικὰ τῆς ψυχῆς των ἁμαρτήματα, ἀνακαινῖζον αὐτούς.

Ὁ Νεεμὰν λοιπὸν καθαρισθεὶς πλέον ἀπὸ τὴν φοβερὰν νόσον ἔσπευσεν εἰς ἀπάντησιν τοῦ Προφήτου διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ. Ἦλθε δὲ εἰς τὴν Σαμάρειαν, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἐλισσαίου· τοῦ ἐξέφρασε τὴν βαθύτατην εὐγνωμοσύνην του, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ δεχθῇ μερικὰ δῶρα, τὰ ὁποῖα, καθὼς εἴπαμεν, ἐπῆρε μαζί του, ὅταν εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὴν Δαμασκόν. Ἀλλ᾿ ὁ Ἐλισσαῖος δὲν ἠθέλησε καμμίαν ἀμοιβὴν διὰ τὴν θείαν δωρεάν· ηὐχήθη δὲ μόνον καὶ εὐλόγησε τὸν Νεεμάν, ὅστις ἀνεχώρησε χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος. Ἄλλως δὲ ὁ Ἐλισσαῖος δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἀπὸ χρήματα· διότι ἐζοῦσε μίαν ζωὴν ὅλως διόλου ἀσκητικήν, ἄσκευος καὶ ἀμαγείρευτος διάγων πάντοτε ὡσὰν ἕνας ἄϋλος. Ὁ Γιεζὶ ὅμως ὁ ὑπηρέτης του κυριευθεὶς ἔξαφνα ἀπὸ ἕνα φοβερὸν πάθος φιλαργυρίας καὶ πλεονεξίας ἐγόγγυσε καὶ ἠγανάκτησε κατὰ τοῦ κυρίου του, ὅστις δὲν ἐδέχθη τὰ δῶρα ἑνὸς πλουσίου καὶ ἄρχοντος. Καὶ ἂν δὲν εἶχε ἀνάγκην αὐτός, ἔλεγε, δὲν τὰ ἔδιδεν εἰς ἐμένα ὁποὺ τὸν ὑπηρετῶ;

Τρέχει λοιπὸν κατόπιν καὶ προφθάνει τὸν Νεεμὰν εἰς τὸν δρόμον καὶ τὸν σταματᾷ. Καὶ τοῦ λέγει: Αὐτὴν τὴν ὥραν, αὐθέντα, ἦλθον εἰς τὸν οἶκόν μας δύο παιδάκια καὶ τέκνα προφήτου, καὶ μὲ ἔστειλεν ὁ κύριός μου νὰ μοῦ δώσῃς τάλαντον ἀργυρίου καὶ δύο ἐνδυμασίας διὰ τὰ παιδάκια αὐτά. Ὁ Νεεμὰν εὐχαριστηθείς, διότι παρουσιάσθη εὐκαιρία νὰ δείξῃ μὲ μεγαλοδωρεὰν τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Ἐλισσαῖον, βγάζει καὶ δίδει ἀμέσως εἰς τὸν Γιεζὶ δύο τάλαντα ἀντὶ ἑνὸς μέσα εἰς δύο σακκούλαις, καὶ δύο ὡραίας ἐνδυμασίας. Ὁ φιλάργυρος ὑπηρέτης ἔλαβεν αὐτὰ ἀμέσως καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν οἰκίαν. Τοῦ λέγει ὁ Ἐλισσαῖος, ὁ ὁποῖος φωτισμένος ἐξ ἁγίου Πνεύματος ἐγνώρισεν ὅσα ἔκαμεν ὁ Γιεζί. Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι Γιεζί; Δὲν ἐπῆγα πουθενά, αὐθέντα. Ὁ Γιεζὶ δὲν γυρίζει ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Τοῦ λέγει πάλιν ὁ Ἐλισσαῖος: Διατί ψεύδεσαι; Δὲν ἐπῆγες ἐσὺ τώρα δά, εἰς συνάντησιν τοῦ ἀναχωρήσαντος Νεεμὰν καὶ τοῦ εἶπες ψεύματα, ἐκ μέρους μου τάχα, καὶ σοῦ ἔδωκε χρήματα καὶ φορέματα; Ὁ Γιεζὶ τὰ ἔχασεν ἀπὸ τὸν τρόμον του. Ἐψεύδετο ὁ ἀναίσχυντος ἐνώπιον τοῦ Προφήτου. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἐφάνης, τοῦ λέγει ὁ Ἐλισσαῖος, ἐπειδὴ ἐφάνης παρήκοος καὶ ψεύστης καὶ φιλάργυρος, ἡ λέπρα τοῦ Νεεμὰν νὰ κολλήσῃ ἐπάνω σου, εἰς ἐσένα καὶ εἰς τὴν γενεάν σου εἰς αἰῶνας αἰώνων. Καὶ ἰδοὺ πάραυτα ὁ Γιεζὶ ἔγεινε λεπρὸς ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν, καὶ ἄσπρισε τὸ δέρμα του ὡσὰν χιόνι. Αὐτὸ παθαίνουν οἱ πονηροὶ δοῦλοι, ὅσοι ἐξαπατοῦν καὶ κλέπτουν τοὺς αὐθέντας των κυριευόμενοι ἀπὸ φιλαργυρίαν.

Εἰς καιρὸν τοῦ Ἐλισσαίου τοῦ Προφήτου ὑπῆγαν μερικοὶ ἐργᾶται εἰς τὰς ὄχθας τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ νὰ κόψωσι ξύλα· ὑπῆγε δὲ καὶ ὁ Ἐλισσαῖος μὲ ἐκείνους· ἐκεῖ δὲ ὁποὺ ἔκοπτον τὰ ξύλα, ἐπεσεν ἀπὸ τὸ στυλιάρι ὁ σιδηροῦς πέλεκυς μέσα εἰς τὸν ποταμόν. Ἔβαλε φωνὴν ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος ὁποὺ ἐκρατοῦσε τὸν πέλεκυν καὶ ἔκοπτε. Τότε ὁ Προφήτης Ἐλισσαῖος λαβὼν τὸ στυλιάριον, ἐτοποθέτησεν αὐτὸ εἰς τὸ χεῖλος τοῦ ποταμοῦ, καὶ εἶπε· Δεῖξε θαῦμα, Θεέ μου. Καὶ παρευθὺς ἀνεπήδηξεν ὁ σιδηροῦς πέλεκυς ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ ποταμοῦ καὶ ἐμβῆκε μόνος του εἰς τὸ στυλιάριον εἰς τὸ μέσον, καὶ ἔγεινεν ὡσὰν ἕνας Σταυρός. Αὐτὸ τὸ θαῦμα ἦτο προεικόνισμα τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, καὶ τοῦ τιμίου Σταυροῦ, καθὼς τὸ λέγει καὶ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ ὑμνογράφος εἰς ἕνα τροπάριον τοῦ Κανόνος τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ: «Ὁ βυθῷ κολπωσάμενος, τέμνουσαν ἐνέδωκεν Ἰορδάνης ξύλῳ, τῷ Σταυρῷ καὶ τῷ Βαπτίσματι, τὴν τομὴν τῆς πλάνης τεκμαιρόμενος». Ἤγουν ὁ Ἰορδάνης ποταμός, ὁποὺ ἐδέχθη μέσα του τὴν τέμνουσαν, δηλαδὴ τὸ σίδηρον ὁποὺ ἔκοπτε, πάλιν τὸ ἔδωκεν ὀπίσω εἰς τὸ ξύλον του. Ἐσήμαινε δὲ αὐτό, ὅτι καθὼς μὲ τὸν πέλεκυν ἔκοπταν τὰ ξύλα, ἔτζι ἐκόπη μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Σταυροῦ καὶ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἡ πλάνη τῶν εἰδώλων, ἡ πολύθεος εἰδωλολατρία.

Τοιαύτην δύναμιν θαυμάτων ἔλαβεν ὁ Προφήτης Ἐλισσαῖος, ἀδελφοί. Ἀλλὰ προσέχετε ἀκόμη νὰ ἀκούσητε καὶ ἄλλα ὡραῖα καὶ χαριέστατα θαύματά του.

Ὁ μέγας οὗτος Προφήτης, πλὴν τῆς μεγάλης του φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἀγαποῦσε πολὺ καὶ τὴν πατρίδα του, καὶ πολλὰς φορὰς τὴν ἐπροστάτευε καὶ τὴν ἔσωσεν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της. Μίαν φορὰν ἐξεστράτευσεν ἐναντίον τῆς Σαμαρείας ὁ βασιλεὺς τῆς Συρίας. Ὁ δὲ Προφήτης μὲ τὸ χάρισμα τὸ προφητικόν του ἐμάνθανεν ὅλα τὰ σχέδια τοῦ βασιλέως τῆς Συρίας, καὶ τὰ ἔκαμνε γνωστὰ εἰς τὸν βασιλέα του· ὅστις μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπροφυλάττετο ἀπὸ ὅλας τὰς ἐνέδρας τῶν ἐχθρῶν του. Μίαν φορὰν τοῦ λέγει ὁ Ἐλισσαῖος· Φυλάξου νὰ μὴ περάσῃς μὲ τὸ στράτευμά σου ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μέρος, διότι ἐκεῖ ἔχει ἐνέδραν ὁ βασιλεὺς τῆς Συρίας, νὰ ἐπιπέσῃ ἔξαφνα ἐναντίον σου καὶ νὰ σὲ ἀφανίσῃ. Ὁ βασιλεὺς ἔκουσε τὸν Ἐλισσαῖον· καὶ ἔτσι ἐσώθη. Αὐτὸ ἐπανελήφθη δύο καὶ τρεῖς φοράς. Τότε ὁ βασιλεὺς τῆς Συρίας γεμάτος ἀπὸ θυμὸν καὶ ὀργὴν φωνάζει τοὺς στρατηγούς του καὶ τοὺς λέγει· Δὲν μοῦ λέγετε, παρακαλῶ, ποίος ἀπὸ σᾶς μὲ προδίδει εἰς τὸν ἐχθρόν μου καὶ ματαιώνονται ὅλα τὰ σχέδια καὶ ἀριστουργήματά μου; Τότε ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς λαμβάνει τὸν λόγον μὲ θάῤῥος πολύ, καὶ τοῦ λέγει. Ὄχι, βασιλεῦ, ὄχι. Κανένας ἀπὸ ἡμᾶς δὲν σὲ προδίδει. Ἀλλ᾿ ὁ Προφήτης Ἐλισσαῖος τὰ γνωρίζει ὅλα τὰ σχέδιά σου, καὶ τὰ λόγια σου ἀκόμη ὅσα θὰ εἴπῃς ὁλομόναχος μέσα εἰς τὸν κοιτῶνά σου, καὶ τὰς σκέψεις σου· αὐτὸς εἶνε Προφήτης τοῦ Ἰσραήλ, καὶ τὰ φανερώνει ὅλα εἰς τὸν βασιλέα του.

Καὶ ἀποστέλλει ἀμέσως μίαν μεραρχίαν στρατοῦ καὶ ἅρματα καὶ ἱππεῖς καὶ περιεκύκλωσαν τὴν πόλιν Δωραείμ, νὰ συλλάβουν τὸν Προφήτην. Λίαν πρωὶ σηκώνεται ὁ ὑπηρέτης τοῦ Προφήτου καὶ βλέπει ὅτι ἡ πόλις ἦτο περικυκλωμένη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Καὶ λέγει εἰς τὸν Ἐλισσαῖον. Ἄχ! αὐθέντα μου, μᾶς πολιορκοῦν. Τί θὰ κάμωμεν; Μὴ φοβῆσαι, λέγει ὁ Ἐλισσαῖος· ὅτι περισσότερος στρατὸς εἶνε μαζί μας ἀπὸ ὅσους εἶνε μὲ ἐκέινους. Καὶ ἔκαμε προσευχὴν ἀμέσως ὁ Ἐλισσαῖος καὶ εἶπε: Κύριε, ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ὑπηρέτου μου νὰ ἰδῇ καλά. Καὶ εἶδε τότε ἀληθῶς ὁ ὑπηρέτης τοῦ Προφήτου, ὅτι τὸ βουνὸν ὅλον ἦτο γεμάτον ἀπὸ ἱππεῖς, καὶ ἕνα ἅρμα πύρινον ὑπῆρχε γύρω ἀπὸ τὸν Ἐλισσαῖον. Καὶ ἔκαμε ἄλλην προσευχὴν ὁ Προφήτης καὶ εἶπε: Κύριε, κᾶμε τους ὅλους αὐτοὺς τυφλούς, νὰ μὴ βλέπουν. Καὶ ἀμέσως ἐτυφλώθησαν ὅλοι οἱ ἐχθροί, ὅλον τὸ στράτευμά των, καὶ δὲν ἔβλεπον. Τότε τοὺς λέγει ὁ Ἐλισσαῖος νὰ λάβουν ὅλοι ἐκεῖνοι τὸ φῶς των. Καὶ ὁ Κύριος ὁποὺ ἤκουεν ἀμέσως τὰς προσευχὰς τοῦ ἔχοντος καθαρωτάτην τὴν καρδίαν Προφήτου, διήνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς των καὶ εἶδον ὅτι ἦσαν ὅλοι μέσα εἰς τὴν Σαμάρειαν, εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ Ἐλισσαίου. Τότε λέγει ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ πρὸς τὸν Προφήτην: Νὰ τοὺς φονεύσω ὅλους αὐτούς, πάτερ; ὄχι, τοῦ λέγει ὁ Προφήτης, ὄχι αὐτούς, ἀλλὰ μόνον ὅσους ἠχμαλώτισες μὲ τὸ σπαθί σου. Εἰς αὐτοὺς δὸς ψωμιὰ καὶ νερὸ νὰ φάγουν καὶ νὰ γυρίσουν ὀπίσω εἰς τὸν βασιλέα των. Ἐπανῆλθον λοιπὸν εἰς τὴν Συρίαν· καὶ ἀπὸ τότε δὲν ἐτόλμησεν ἐκεῖνος ὁ βασιλεὺς νὰ πλησιάσῃ πλέον ἐκεῖ.

Μετὰ καιρὸν ὅμως ἄλλος βασιλεὺς τῆς Συρίας, ὁ Ἄδερ, ἐλθὼν μὲ στρατὸν πολυάριθμον ἐπολιόρκησε τὴν Σαμάρειαν, τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἡμποροῦσε κανένας οὔτε νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν πόλιν, οὔτε νὰ ἐξέλθῃ, ἐνέσκηψεν εἰς αὐτὴν μεγάλη πεῖνα, ὡς εἶνε φυσικὸν νὰ συμβαίνῃ εἰς τὰς πολιορκίας ἐν καιρῷ πολέμου. Τόση πεῖνα, ὥστε ἄρχισαν οἱ ἄνθρωποι νὰ τρώγουν τὴν κόπρον τῶν περιστεριῶν καὶ ἄλλα ἀκάθαρτα ζῷα· αἱ δὲ μητέρες νὰ τρώγουν τὰ παιδιά των. Ὁ δὲ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ ἦτο ἐπάνω εἰς τὰ τείχη ἀποκλεισμένος καὶ ἐθεώρει τὴν παράταξιν τῶν ἐχθρῶν. Τότε τοῦ λέγει μία γυναῖκα: Σῶσον μας, κύριε βασιλεῦ! Ὅτι πεινοῦμεν καὶ εὑρισκόμεθα εἰς μεγάλην ἀπελπισίαν. Καὶ τὴν ἐρωτᾷ πάλιν ὁ βασιλεύς. Πῶς νὰ σᾶς σώσω; Μήπως ἔχω τὰ ἁλώνια μου γεμάτα καὶ τὰ πατητήρια μου; Καὶ τὴν ἐρωτᾷ πάλιν ὁ βασιλεύς. Τί θέλεις νὰ σοῦ δώσω; Λέγει ἡ γυνή· Δός μου τὸ παιδί σου νὰ τὸ φάγωμεν σήμερον, νὰ μὴ ἀποθάνωμεν ἀπὸ τὴν πεῖναν. Καὶ τὸ ἰδικόν μου παιδὶ θὰ τὸ φάγωμεν αὔριον. Καὶ ἐμαγειρεύσαμεν μάλιστα τὸν ἕνα υἱόν μου καὶ τὸν ἐφάγαμεν. Καὶ λέγουν τὴν ἄλλην ἡμέραν πρὸς αὐτὴν οἱ ἄνθρωποι πεινασμένοι. Δός μας τὸν υἱόν σου νὰ τὸν φάγωμεν. Καὶ αὐτὴ ἐπρόφθασε καὶ ἔκρυψε τὸν υἱόν της. Ἀφοῦ δὲ ὁ βασιλεὺς ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τῆς γυναικός, καὶ ἐπληροφορήθη ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἤρχισαν νὰ τρώγουν ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν μεγάλην πεῖναν, κατελήφθη ἀπὸ βαθυτάτην θλῖψιν· ἐπόνεσε βαθειὰ ἡ ψυχή του, διέῤῥηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ἐφόρεσε σάκκον πένθους καὶ ἤρχισε νὰ κλαίῃ πρὸς τὸν Θεὸν ζητῶν ἔλεος. Καὶ εἶδεν ὅλος ὁ λαὸς τὸν σάκκον ὁποὺ ἐφοροῦσεν ὁ βασιλεὺς ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν βασιλικὴν στολήν, κατάσαρκα.

Ὁ δὲ Ἐλισσαῖος ἐνῷ ὅλος ὁ λαὸς εὑρίσκετο εἰς μεγάλην ἀπελπισίαν, ἐκάθητο εἰς τὸν οἶκόν του μετὰ τῶν πρεσβυτέρων σφόδρα λυπημένος διὰ τὴν μεγάλην αὐτὴν συμφορὰν τῆς πατρίδος του. Τὴν νύκτα ἔκαμε μεγάλην δέησιν πρὸς τὸν Θεὸν νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ἀνάγκην ἐκείνην. Καὶ ἀκούονται ἀμέσως κρότοι ἰσχυροί, καὶ ταραχὴ μεγάλη μέσα εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ βασιλέως τῆς Συρίας ὁποὺ ἐπολιορκοῦσε τὴν πόλιν. Σὰν νὰ ἐπήρχετο ἐν ἐφόδῳ στρατὸς ἄλλος ἐναντίον των μὲ πλῆθος ἁμαξῶν καὶ ἱππέων. Ἐνόμισαν δὲ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ὅτι ἄλλοι στρατοὶ συμμαζοι ἦλθον ἐξ ὄπισθεν νὰ βοηθήσουν τὴν Σαμάρειαν, Χετταῖοι ἴσως καὶ Αἰγύπτιοι. Πανικὸς ἐνέσκυψε πάραυτα εἰς ὅλον ἐκεῖνο τὸ στράτευμα καὶ ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον φυγήν. Αὐτὸ τὸ ἔμαθεν ὁ βασιλεὺς ἀπὸ τέσσαρας λεπρούς, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ πλησιάσουν εἰς τὰς πύλας τῆς πόλεως καὶ ἀνήγγειλαν τὴν φυγὴν τῶν Σύρων. Ἀλλ᾿ ὁ βασιλεὺς ὑπώπτευσε μήπως αὐτὸ ἦτο κανένα τέχνασμα τῶν ἐχθρῶν, διὰ νὰ ἐξαπατήσουν τοὺς Ἰσραηλίτας. Ὅτι ἐκρύφθησαν ἴσως κάπου, διὰ νὰ ἀποπλανήσουν τὸν Ἰσραὴλ καὶ ἐξέλθῃ ἔξω, καὶ τότε νὰ ἐπιπέσωσιν αἴφνης καὶ νὰ κυριεύσωσι τὴν πόλιν. Ἀλλὰ τέσσαρες ἀγγελιοφόροι, τοὺς ὁποίους ἔστειλεν ὁ βασιλεὺς νὰ κατασκοπεύσουν καὶ ἴδουν ἂν ἦσαν ἀληθινὰ ὅσα τοῦ εἶπαν οἱ λεπροί, προχωρήσαντες μέχρι τοῦ Ἰορδάνου εὗρον τὴν ὁδὸν γεμάτην πράγματα· ἱμάτια καὶ σκεύη καὶ σκηνάς. Τότε ἐξῆλθε πλέον μὲ θάῤῥος ὁ πολιορκούμενος λαὸς καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἐστρατοπέδευον οἱ ἐχθροὶ καὶ διήρπασαν ὅλα τὰ πράγματα τῶν ὅσα ἄφησαν, καὶ εὗρον ἐκεῖ πλῆθος τροφίμων καὶ ἄλλων, καὶ σεμίδαλιν καὶ κριθὴν καὶ λοιπά· καὶ ἐσώθη οὕτω ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἡ Σαμάρεια διὰ τῆς προσευχῆς τοῦ φιλοπάτριδος Ἐλισσαίου· ὁ δὲ λαὸς μὲ εὐθυνοτάτην τιμὴν ἠγόρασε τροφάς.

Ὁ Ἐλισσαῖος ἐπάταξε καὶ τὸν οἶκον τοῦ Ἀχαὰβ καὶ τῆς Ἰεζάβελ τῆς φοβερᾶς ὁποὺ τόσον ἀπανθρώπως εἶχε καταδιώξει τὸν μέγαν διδάσκαλόν του, τὸν ζηλωτὴν Ἠλίαν· τὸν ἐπάταξε δὲ τὸν Ἀχαὰβ εἰς τὸν διάδοχόν του τὸν Ἰωράμ, πονηρὸν υἱὸν τῶν ἀσεβεστάτων ἐκείνων γονέων του. Ἀπέστειλε δηλαδὴ ἕνα προφήτην εἰς τὴν Ῥουμὼθ - Γαλάαδ καὶ ἔχρισεν ἀντὶ τοῦ Ἰωρὰμ βασιλέα τὸν Ἰηοῦ, υἱὸν τοῦ Ἰωσαφάτ. Ὁ δὲ Ἰηοῦ πατάξας τὸν Ἰωρὰμ μὲ βέλος τοῦ διεπέρασε τὴν καρδίαν καὶ ἐβασίλευσεν αὐτός.

Μεταξὺ ἄλλων ὁ Ἐλισσαῖος ἐπροφήτευσε καὶ περὶ τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἡ δὲ δρᾶσις αὐτοῦ ἐν τῷ βασιλείῳ τοῦ Ἰσραὴλ περιλαμβάνει ἕνα πολὺ μακρότατον διάστημα ἀπὸ τῶν βασιλέων Ἰωράμ, Ἰηοῦ, Ἰωάχαζ καὶ Ἰωᾶς, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ ὁποίου ἀπέθανεν.

Ὁ θάνατός του συνεκίνησεν ὅλον τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τοῦ Καρμήλου ἕως τῆς Σαμαρείας καὶ τοῦ Ἰορδάνου· καὶ τὸν ἔθαψαν δὲ εἰς τὴν Σεβαστούπολιν τῆς Σαμαρείας, ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ λαὸς μὲ ὀδυρμοὺς καὶ θρήνους, διότι ἔχασαν ἕνα μέγαν ὁδηγὸν καὶ προστάτην, ὅστις εἶχε μέγιστην χάριν παρὰ Θεῷ. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἱερὸν καὶ ἡγιασμένον καὶ παρθενικὸν τοῦ καθαρωτάτου Προφήτου λείψανον διετήρησε τὴν χάριν τῶν θαυμάτων πλουσιωτάτην καὶ ἔνθεον, καὶ ἐθαυματούργει ὅπως καὶ ὅταν ἦτο ζωντανὸς ὁ Προφήτης. Τὸ ἀκόλουθον ἔτος μετὰ τὸν θάνατόν του μερικοὶ ὅπου ἔφεραν ἕνα νεκρὸν νὰ τὸν θάψουν, κυριευθέντες ἀπὸ μέγαν φόβον ὁποὺ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐπέπεσαν ἔξαφνα ἐναντίον των οἱ Μωαβίται, μὴ ἔχοντες καιρὸν νὰ ἀνοίξουν τάφον, τὸν ἔῤῥιψαν τὸν νεκρόν των μέσα εἰς τὸν τάφον τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου. Μόλις δὲ ὁ νεκρὸς ἤγγισεν εἰς τὰ ὀστᾶ τοῦ Προφήτου, πάραυτα ἀνέστη εἰς ἔκπληξιν ὅλων καὶ τρόμον. Τὸ μέγα αὐτὸ καὶ ἀνήκουστον θαῦμα ἦτο προεικόνισμα τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν.

Γράφει δὲ ὁ Δοσίθεος εἰς τὴν Δωδεκάβιβλόν του ὅτι κατὰ τὸ ἕβδομον ἔτος τῆς βασιλείας Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, μετεφέρθη τὸ ἅγιον αὐτοῦ λείψανον ἀπὸ τὴν Σεβαστούπολιν τῆς Σαμαρείας εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, καὶ κατετέθη ἐκεῖ ἐν τῇ Μονῇ Παύλου τοῦ λεπροῦ καὶ πρεπόντως· διότι λεπρὸν ἰάτρευσε, τὸν Νεεμάν, λεπρὸν ἐποίησε τὸν Γιεζὶ καὶ τέλος ἐν τῇ Μονῇ λεπροῦ κατετέθη. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐκ τῆς Ἀλεξανδρείας μετεκομίσθησαν πάλιν τὰ ἅγια λείψανά του καὶ κατετέθησαν εἰς τὸν περίφημον Ναὸν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἡ ὁποία κατάθεσις ἑορτάζεται ἰδιαιτέρως κατὰ τὰς 20 τοῦ μηνὸς Ἰουνίου. Ἀλλ᾿ ὡς μαρτυρεῖται ἐν τῷ Συναξαριστῇ, φαίνεται ὅτι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὑπῆρχε καὶ ἰδιαίτερος Ναὸς ἀφιερωμένος εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ἐνδόξου Προφήτου Ἐλισσαίου, ὅπου κατ᾿ ἔτος ἐτελεῖτο μεγαλοπρεπῶς ἡ πανήγυρις τῆς ἑορτῆς του.

Αὐτὸς εἶναι ὁ θαυμαστὸς βίος τοῦ ἐνδόξου Προφήτου μας, αὐτὴ εἶνε ἡ δρᾶσις τοῦ ἐν μέσῳ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, αὐτὰ εἶναι τὰ μεγάλα αὐτοῦ θαύματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐλαμπρύνθη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δεχθεῖς εἰς τὴν καθαρωτάτην ψυχὴν τοῦ διπλὴν τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐδοξάσθη ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων, ζῶν καὶ μετὰ θάνατον. Ἀλλ᾿ ὦ φιλοχριστὸν ἄθροισμα τῶν πιστῶν, ὅσοι συνηθροίσθητε σήμερον νὰ συνεορτάσωμεν εἰς τὴν λαμπρὰν αὐτὴν πανήγυρίν του, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι οἱ βίοι τῶν ἁγίων ἀνδρῶν δὲν ἐγράφησαν διὰ νὰ τοὺς ἀναγινώσκωμεν μόνον καὶ νὰ τοὺς θαυμάζωμεν· ἐγράφησαν διὰ νὰ μιμώμεθα τὸ κατὰ δύναμιν τὰς ἀρετάς των, τοὺς τρόπους των, τὴν πολιτείαν των καὶ τὴν ζωὴν τῶν ἐν γένει, τὴν ὁποίαν ἔζησαν εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, προσπαθοῦντες πάντοτε νὰ φυλάττωσιν ἐπακριβῶς τοὺς θείους νόμους καὶ νὰ ἀκολουθῶσιν ἀείποτε τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φίλοι του Θεοῦ, ὁποὺ ἠγάπησαν τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἠγάπησεν. Αὐτοὶ εἶναι ὁποὺ ἠγάπησαν τὸν πλησίον ὡσὰν τὸν ἑαυτόν τους, ὁποὺ ἠγάπησαν τὸν Θεὸν μέχρις αἵματος καὶ θανάτου ἀντιπαραταχθέντες διὰ τὸ ὄνομά του τὸ Ἅγιον καὶ θαυμαστόν. Αὐτὴ τὴν πορείαν ἐβάδισαν ὅλοι οἱ Προφῆται, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον ὡς ἕνα μέσον εἰς τὸ νὰ καταπολεμηθῇ ἡ ἁμαρτία ὁποὺ εἶχε πλεονάσει, μεταξὺ τῶν ὁποίων διαπρεπῆ θέσιν κατέχει καὶ ὁ Ἐλισσαῖος, ὁ μέγας του Θεοῦ φίλος διὰ τὴν μεγάλην ἀγάπην του ὁποὺ ἔδειξε πρὸς αὐτόν, καθὼς ἠκούσατε.

Ὅταν προσεκλήθη ὑπὸ τοῦ Ἠλία νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, δὲν ἔδειξε κανένα δισταγμόν, διότι ἕνεκα τοῦ παρθενικοῦ του βίου, καθαρὸς καὶ ἅγιος ὧν κατὰ τὴν ψυχήν, ἐγνώρισεν ὅτι νεύσις Θεοῦ ἦτο ἡ πρόσκλησίς του ἐκείνη. Ἀμέσως ἄφησε τοὺς ἀγρούς του καὶ τὰ κτήματά του, ἄφησε τὰ ζεύγη τῶν βοῶν ὁποὺ τὴν ὥραν ἐκείνην διηύθυνεν ἐπιστατῶν ἐπάνω εἰς πολλοὺς ἐργάτας, καὶ ἠκολούθησε τὸν Ἠλίαν. Ἔτσι πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ κάμνωμεν. Νὰ μὴ δίδωμεν καμμίαν ἀναβολὴν ὅταν θεία ἐπισκίασις φωτίζουσα ἡμᾶς μᾶς προσκαλῇ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς. Ἠκούσαμεν πόσον εὔσπλαγχνον καρδίαν, πόσον πονετικὴν ψυχὴν εἶχεν ὁ Προφήτης, ἔτσι καὶ ἡμεῖς ἂς συμπαθῶμεν καὶ ἂς βοηθῶμεν τοὺς ἀδελφούς μας εἰς τὰς ἀναγκας των. Ἠκούσαμεν πόσον φιλόπατρις ἦτο ὁ Προφήτης καὶ πόσον ἐπροστάτευσε τὴν πατρίδα του, ἂς ἀγαπῶμεν καὶ ἡμεῖς πάντοτε τὴν πατρίδα μας καὶ ἂς κοπιάζωμεν διὰ τὸ καλόν της καὶ τὴν εὐτυχίαν της. Ὅταν ἡ πατρὶς εὐτυχῆ καὶ ἡμεῖς οἱ πολίται θὰ συνευτυχῶμεν μαζί της. Ἠκούσατε πόσον ἀπεστρέφετο καὶ ἐσυγχαίνετο τὸ ὄντως συγχαμερὸν πάθος τῆς φιλαργυρίας, καταρασθεὶς νὰ λεπρωθῇ ὁ φιλάργυρος ὑπηρέτης του ὁ Γιεζί, ὅστις καὶ ἐλεπρώθη πάραυτα· ἂς ἀποστρεφώμεθα καὶ ἡμεῖς τὸ πάθος αὐτὸ ὡς καὶ τὰ λοιπὰ πάθη, τὰ ὁποῖα εἶναι ὡσὰν μία λέπρα τῆς ψυχῆς μας. Κειμήλιον τῆς παρθενίας τὸν ὀνομάζουν οἱ ἐγκωμιασταί του, δι᾿ αὐτὸ καὶ ἠξιώθη νὰ λάβη διπλῆν τὴν χάριν τοῦ Διδασκάλου του, διὰ τὴν ἄκραν καθαρότητα. Ἂς διατηροῦμεν καὶ ἡμεῖς ἁγνὸν καὶ καθαρὸν τὸ σῶμα ἡμῶν, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ σωφροσύνης, διὰ νὰ ἐνοικήσῃ ἐντὸς ἡμῶν, πλουσία ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Ἠκούσατε πόσας εὐχάς, πόσας δεήσεις ἔκαμνε θερμοτάτας πρὸς τὸν Πανάγαθον Θεόν, ὁσάκις ἔμελλε νὰ ζητήσῃ τὴν θείαν του χάριν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν μεγάλων θαυμάτων του· ἂς ἱστάμεθα καὶ ἡμεῖς μὲ εὐλάβειαν καὶ μεγάλην προσοχήν· καὶ κατάνυξιν εἰς τὰς προσευχάς μας, καὶ μάλιστα ὁσάκις ἀγρυπνοῦμεν εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν Ναόν του, ἵνα μᾶς εἰσακούῃ ὁ Θεός, καὶ διὰ τῶν πρεσβειῶν τοῦ ἐνδόξου Προφήτου ἐκτελῇ τὰς αἰτήσεις μας. Τοῦ κάκου ὑποφέρουν τὴν ἀϋπνίαν καὶ τὸν κόπον ἐν γένει ὅσοι ἐνταῦθα ἀγρυπνοῦντες δὲν προσέχουν μὲ τὴν ἀπαιτούμενην εὐλάβειαν εἰς τοὺς ψαλλομένους ὕμνους· ἀλλὰ χωρὶς φόβον Θεοῦ ἀνοίγουν κοσμικὰς ὁμιλίας μὲ τοὺς πλησίον των καθημένους συζητοῦντες τὰς οἰκιακάς των ὑποθέσεις, καὶ τὸ χειρότερον ἀκόμη κακολογοῦντες καὶ ἐμπαίζοντες, ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία χαρμοσύνως ψάλλει τοὺς ὕμνους της, εἰς δόξαν τοῦ ἑορταζομένου ἁγίου. Ἀλλοίμονον εἰς αὐτοὺς τοὺς ταλαίπωρους. Γράφει ὁ μέγας Βασίλειος, ὅτι κατὰ τὰς ἱερὰς Ἀκολουθίας ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἀοράτως ἐπισκέπτονται τὸν Ναὸν καὶ παρατηροῦσι μὲ προσοχὴν τοὺς προσευχομένους Χριστιανοὺς κρατοῦντες καὶ κατάστιχα, εἰς τὰ ὁποῖα σημειώνουν τὰ ὀνόματα ἐκείνων ὁποὺ μὲ εὐλάβειαν καὶ κατάνυξιν παρίστανται εἰς τὴν ἱερὰν Ἀκολουθίαν, καὶ ἐκείνων ὁποὺ μὲ ἀφοβίαν ἵστανται ματαίως τυραννούμενοι ἀπὸ τὸν κόπον· οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον αὐτοὶ ζημιώνονται, ἀλλὰ βλάπτουν καὶ τοὺς παρακαθημένους τῶν· διότι μὲ τὰς ὁμιλίας τῶν δὲν τοὺς ἀφήνουν νὰ προσέξουν εἰς τοὺς ψαλλομένους ὕμνους. Καὶ ἂν δὲν ὠφελοῦντο, προσθέτει ὁ Μέγας Βασίλειος, τὸ κακὸν θὰ ἦτο παραμικρόν, ἀλλὰ βλάπτονται, οἱ τοιοῦτοι, καὶ εἶναι ὑπόδικοι κολάσεως.

Ἀλλ᾿ ὦ τρισένδοξε προφῆτα Ἐλισσαῖε, ἐπίσκεψαι καὶ ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς διὰ τῶν πρεσβειῶν σου πρὸς τὸν πολυεύσπλαχνον Θεόν, καὶ σῶσον ἡμᾶς ἀπὸ πᾶσαν θλῖψιν καὶ περιπέτειαν ἐν τῷ κόσμῳ τούτω, εἰς δὲ τὸν μέλλοντα αἰῶνα ἀξίωσόν μας νὰ ἴδωμεν τὴν δόξαν σου ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ


ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ
ΕΝΑ ΜΝΗΜΕΙΟ

Ἄρθρο τοῦ Κωστῆ Μπαστιᾶ, στὴν ἐφημερίδα Ἡ Βραδυνή, 16 Ἰανουαρίου 1963.

Ἐκεῖ πρὸς τοὺς Ἀγέρηδες κοντὰ στὴν παληὰ Στρατῶνα καὶ πάνω σ᾿ ἕνα ἰδιωτικὸ οἰκόπεδο εἶχε κτιστῆ ἡ Ἐκκλησία τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου. Ἤτανε ἕνας μικρὸς ναΐσκος. Μικρὲς ἰδιωτικὲς ἐκκλησίες ὑπήρχανε πολλὲς πρὶν ἀπὸ κάμποσα χρόνια καὶ στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα. Ζούσανε τότες ἁπλοὶ κι᾿ εὐλαβικοὶ ἄνθρωποι, ποὺ τὸ περίσσευμά τους καὶ συχνότερα τὸ ὑστέρημά τους τὸ μετατρέπανε σὲ αἶνο καὶ δοξολόγημα πρὸς τὸν Πλάστη τους, τιμώντας ἕναν ἀπὸ τοὺς ἁγίους του. Σήμερα ὅμως καὶ νὰ θέλῃ ἕνας εὐλαβὴς ἄνθρωπος νὰ χτίσῃ ἕνα ἐκκλησάκι καὶ νὰ τιμήσῃ ἕναν ἅγιο δὲν τὸ μπορεῖ. Χίλιοι νόμοι τὸν ἐμποδίζουνε. Χρειάζονται εἰδικὲς ἄδειες ποὺ δὲν τὶς δίνει κανείς, χρειάζεται ἔγκρισι σχεδίων κι᾿ ἕνα σωρὸ ἄλλες δυσκολίες ποὺ ἀπογοητεύουνε καὶ τὸν πιὸ ζηλωτή. Βάβαια πολλοὶ ἀπ᾿ τοὺς περιορισμούς, γιὰ νὰ λέμε καὶ τοῦ στραβοῦ τὸ δίκηο, εἶχαν ὡς ἀφορμὴ τὴν ἰδιοτελῆ ἐκμετάλλευσι ποὺ ἔκαναν μὲ μέσα αὐτὰ τὰ ἰδιωτικὰ ναΰδρια. Μερικοὶ τὰ εἶχαν μεταβάλλει σὲ ἐπιχειρήσεις ποὺ δὲν ἀπέδιδαν καὶ λίγα, καὶ ποὺ ἔκαναν κάποτε ἐπικίνδυνη ἀντίπραξι στοὺς ἐνοριακοὺς ναούς. Ἄλλο ὅμως αὐτό, ποὺ ὑπάρχουνε χίλιοι τρόποι ν᾿ ἀντιμετωπισθῆ καὶ ἄλλο ἡ κατάργησι τῆς μνήμης. Αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου εἶναι μιὰ ὁλόκληρος Ἱστορία. Ἕνας ἅγιος, ὁ παπα-Νικόλας ὁ Πλανᾶς τὸ ἐλειτούργησε χρόνια καὶ χρόνια καὶ ψάλτες του σταθήκανε δυὸ κορυφαῖες πνευματικὲς μορφές: Δεξιὸς ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, κι᾿ ἀριστερὸς ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης. Γύρω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ τριανδρία μιὰ πλειάδα ἀνθρώπων ποὺ ἔχουνε γράψει ὡραία Ἱστορία κι᾿ ἔχουνε ἀληθινὰ στολίσει τὸ Χρονικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ τὸν μισὸν εἰκοστό, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ποὺ σταθήκανε οἱ ἀνανεωτὲς καὶ τὰ φωτεινὰ στηρίγματα τοῦ μοναχικοῦ βίου στὸν ἀγῶνα μας. Ἱστορικὲς σταθήκανε οἱ ἀγρυπνίες στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο, μὲ λειτουργὸ τὸν παπα-Νικόλα Πλανᾷ καὶ ψάλτες τοὺς δύο Ἀλέξανδρους, τὸν Φιλόθεο Ζερβάκο, τὸν σημερινὸ καὶ ἀπὸ τόσα χρόνια ἡγούμενο τῆς θαυμαστῆς μονῆς τῆς Λογγοβάρδας τῆς Πάρου, τὸν παπα-Σταμάτη τῆς Βρύσης καὶ ἕνα πλῆθος ἄλλο εὐλαβῶν ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ποὺ κοσμήσανε τὸ νεοελληνικὸ μοναχικὸ βίο. Στὰ χρόνια τοῦ Παπαδιαμάντη τοῦτο τὸ ἐκκλησάκι τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου γνώρισε δόξες λειτουργικές, ἀποκάλυψε ὅλη τὴν ὀμορφιὰ τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπερίτμητων, γνώρισε θαυμαστοὺς ὄρθρους καὶ κατανυκτικοὺς ἑσπερινούς, ἀναρίθμητες παρακλήσεις, ἀγρυπνίες μοναδικές, ποὺ θὰ τὶς ζήλευε κι᾿ ἡ πιὸ αὐστηρὴ μοναστικὴ παράδοσι, ἐξομολογήσεις καὶ μνημόσυνα ἁπλῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ. Στάθηκε ἐντευκτήριο εὐλαβῶν ἀνθρώπων καὶ ἐπειδὴ ἔτυχε τέτοιες προσωπικότητες νὰ εἶναι μέτοχοι τῶν ἀκολουθιῶν μὲ ὀργανικὴ καὶ πολύτιμη συμμετοχὴ καὶ συμβολὴ κίνησε τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τῆς περίεργης ὀλιγοπιστίας, ποὺ μολονότι δὲν ἤτανε σὲ θέσι νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν οὐσία τοῦ τί συνέβαινε στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο, ἤτανε ἱκανὴ νὰ θαυμάσῃ τὴν ἱερὴ γραφικότητα, τὴν ἁπλὴ καὶ οὐσιαστικὴ ποίησι τῆς ἐκκλησίας, τοῦ λειτουργοῦ της καὶ τοῦ ἐκκλησιάσματος. Λόγιοι καὶ ἄνθρωποι κοσμικοί, ὁ περιπλανώμενος πλοῦτος καὶ ὁ κοινωνικὸς ἀρριβισμὸς σημείωσαν τὴν φευγαλέα παρουσία της καὶ χαρίσανε τὸν ἄβαθο ἔπαινό τους.

Αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι εἶχε καταστῇ ἕνα μνημεῖο ἀληθινῆς καὶ ἀνόθευτης Ὀρθοδοξίας καὶ κόσμημα καὶ πετράδι ἀμίμητο. Κάποτε ὅμως ἐκδημήσανε πρὸς Κύριον, ὁ παπα-Πλανᾶς, κι᾿ ὁ Παπαδιαμάντης, κι᾿ ὁ Μωραϊτίδης κι᾿ ἄλλοι τακτικοὶ ἀγρυπνοῦντες τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου κι᾿ ἕνα μεγάλο μέρος, ποὺ ἐπιζῇ, βρίσκεται στὰ μοναστήρια. Κανεὶς δὲν φρόντισε νὰ διατηρηθῇ αὐτὴ ἡ Κιβωτὸς μὲ τὴν τόσο ἱερὴ καὶ γόνιμη ἱστορία. Αὐτὸ τὸ φυτώριο, αὐτὸ τὸ ἱερὸ καταφύγιο ποὺ ἐθέρμανε τὶς ζωντανὲς ἐνσαρκώσεις καὶ ἐκφράσεις τῆς ὀρθοδοξίας, τὸ γκρέμισε ἡ σκαπάνη τῆς ὑλικῆς σκοπιμότητας. Ἤτανε τόση ἡ πίεσι τῶν συμφερόντων, τόσο ἐπιβλητικὸς ὁ Μαμωνᾶς, ὥστε ἕνα πρωῒ τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου δὲν ὑπῆρχε. Ὑπῆρχε ὅμως ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας, ὑπήρχανε ὑπηρεσίες τῶν ἁρμοδίων ὑπουργείων, ὑπήρχανε πολιτικὲς καὶ πνευματικὲς ἡγεσίες. Κανένας δὲν συγκινήθηκε, κανένας δὲν ἀγανάκτησε, καμμιὰ σοβαρὴ διαμαρτυρία δὲν ἀκούστηκε. Κι᾿ ὅμως μὲ λίγα χρήματα μποροῦσε ν᾿ ἀπαλλοτριωθῇ ὁ χῶρος καὶ μποροῦσε ἡ ἐκκλησία τοῦ Προφήτη Ἐλισσαίου νὰ χαρακτηρισθῇ μνημεῖο, ὅπου νὰ συνεχισθῇ ἡ παράδοσι ποὺ εἶχε ἐγκαινιάσει καὶ καθιερώσει ἡ καθαγιασμένη τριάδα τῶν δύο Ἀλεξάντρων καὶ τοῦ παπα-Πλανᾶ.

Ἀπέλιπεν ἡ μνήμη τοὺς ἀνθρώπους! Ὅταν πρὸ χρόνων βρέθηκα στὴ Φρανκφούρτη, ἕνας κρατικὸς ὑπάλληλος μᾶς πῆγε καὶ μᾶς ἔδειξε ἕνα σπίτι. Ἤτανε τὸ σπίτι ὅπου ὁ πρῶτος κατασκευαστὴς τῶν φημισμένων λουκάνικων τῆς Φρανκφούρτης κατεσκεύασε τὰ πρῶτα του λουκάνικα. Αὐτὸ τὸ σπίτι ποὺ στέγασε μιὰ ἀσήμαντη ἱστορία εἶχε μετατραπῆ σὲ μουσεῖο, εἶχε συντηρηθῆ, εἶχε τακτοποιηθῆ, μὲ ὅλα τὰ πρῶτα τεχνικὰ μέσα, ἀπὸ παλιὰ χύτρα ἕως τὴν κουτάλα. Τὰ λουκάνικα βρήκανε συντηρητὲς τῆς ἱστορίας τους. Μιὰ θαυμαστὴ καὶ ὑπέροχη ἱστορία πνευματικοῦ περιεχομένου οὔτε συντηρητὴ βρῆκε, οὔτε σταυροφόρο, οὔτε ἐνδιαφέρον μέγα. Ἀντίκρισε τὴν ἀδιαφορία, τὴ λησμοσύνη, τὴ διαγραφή, τὴ σκαπάνη τῆς καταστροφῆς. Μπράβο μας.