Παναγία ἡ Φιλωτίτισσα

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Παναγιώτας Κωνσταντοπούλου-Δωρῆ,
Ἡ πωλυώνυμη Δέσποινα
, Τόμος Β´, §69, σελ. 250-255, Ἀθήνα 2001

Περικαλλὴς ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ «Φιλώτι» (Φιλώτιον) τῆς νήσου Νάξου, κείμενος εἰς τὸ κέντρον (πλατεῖαν) τῶν συγκροτούντων τὸ Φιλώτιον σήμερον δύο χωρίων Κλέφαρος (Βλέβαρον) καὶ Ῥαχίδιον, τιμώμενος ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (15 Αὐγ.). Ἡ προσωνυμία του εἶναι Παναγία ἡ Φιλωτίτισσα, προερχομένη σαφῶς ἐκ τοῦ ὀνόματος τοῦ χωριοῦ. Δὲν εἶναι γνωστὸν πότε προσεδόθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἡ ὀνομασία αὕτη. Φαίνεται μᾶλλον πιθανόν, ὅτι προσεδόθη ἔκπαλαι, δηλαδή, ἀπὸ τῆς ἀρχικῆς ἱδρύσεως τοῦ ναοῦ, δοθέντος ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ χωριοῦ εἶναι ἀρχαῖον.

Ὡς χρόνος ἀρχικῆς ἱδρύσεως τοῦ ναοῦ, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Νικ. Κεφαλληνιάδη («Παναγία ἡ Φιλιώτισσα» 1971, σ.7 ἔπ.) ὑποστηριζόμενην ἄποψιν καὶ τὰς παρ᾿ αὐτοῦ ἐπικαλουμένας ἱστορικὰς πηγάς, ἐν αἶς κυρίως τὸ ὑπὸ χρονολογίαν 17 Ὀκτωβρίου 1714 ἱκετήριον γράμμα τῶν Φιλωτιτῶν πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Κοσμᾶν τὸν ἀπὸ Ἀλεξανδρείας, δέον νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081-1118) ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, γενικῶς, ἡ διάρκεια τῆς δυναστείας τῶν Κομνηνῶν (1071-1204). Ἡ Ἐκκλησία αὕτη, κατὰ τὰς αὐτὰς ὡς ἄνω ἱστορικὰς πηγᾶς, ὑφίστατο μέχρι τοῦ 1544, ὅτε κατεστράφη ὑπὸ πειρατῶν, παραμείνασα ἔκτοτε ἐν ἐρειπώσει ἐπὶ μακρόν. Εἰς τὴν θέσιν ταύτης ἀνηγέρθη βραδύτερον ὁ σημερινὸς ναός, ἐγκαινιασθείς, ὡς κατωτέρω ἐκτίθεται, τὴν 1ην Αὐγούστου 1718. Πρόκειται οὐσιαστικῶς περὶ ἀνεγέρσεως, εἰς τὴν θέσιν τοῦ παλαιοῦ ναοῦ, νέου περικαλλοῦς οἰκοδομήματος, ὑπὸ τὸ αὐτὸ ὅμως ὄνομα καὶ ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἅγιον, δηλονότι τὴν Παναγίαν τὴν Φιλωτίτισσαν. Εἶναι ἐνδιαφέρον, πρὸ τῆς περιγραφῆς τοῦ σημερινοῦ ναοῦ, νὰ ἐκτεθῆ τὸ λίαν συγκλονιστικὸν ἱστορικόν της ἀνεγέρσεως τοῦ ναοῦ τούτου, ἁπτόμενον καὶ τῶν ἐθνικῶν ἐξάρσεων τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν περίοδον τῆς δουλείας καὶ τοῦ μεγαλείου της ἑλληνικῆς ψυχῆς, ὡς τὸ ἱστορικὸν τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ προαναφερομένου βιβλίου τοῦ Νίκ. Κεφαλληνιάδη, ἔχοντος ἐν συνόψει ὡς ἑξῆς:

Κατὰ τὴν παράδοσιν, τῷ 1690 καὶ δὴ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου (23 Ἀπρ.), εἰς τὴν ἀγροτικὴν περιοχὴν τοῦ Καλαντοῦ (κατὰ τὸ νότιον ἄκρον τῆς νήσου), ἐξέσπασε μία ξαφνικὴ καὶ ἀσυνήθης διὰ τὴν ἐποχὴν κακοκαιρία, καθ᾿ ἣν ἄγριος νότιος ἄνεμος μετὰ καταρρακτώδους βροχῆς ἐσάρωνε τὰ πάντα, οἱ δὲ κάτοικοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ποιμένες, ἔντρομοι εἶχον καταφύγει εἰς τὰς καλύβας των σταυροκοπούμενοι καὶ ἱκετεύοντες τὸν Θεὸν νὰ τοὺς σώσῃ ἀπὸ τὴν καταστροφὴν ποὺ τοὺς ἀπειλοῦσε. Μεταξὺ τούτων ἦτο καὶ ὁ Στέφανος Ψαρρᾶς ἢ Λούμπας, ἀπὸ τὸ Φιλώτι, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐκεῖ κτήματα καὶ τὰ γιδοπρόβατά του. Ἦτο γενναῖος καὶ φιλόξενος ἄνθρωπος καὶ ἐκ τῶν πρώτων νοικοκυραίων τοῦ Φιλωτίου. Τὸν ἔλεγαν ἀκόμη καὶ Ἀναγνώστην, ἐπειδὴ ἐγνώριζεν ὀλίγα γράμματα καὶ ἐβοήθει τὸν ἱερέα τοῦ χωριοῦ εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Ἐκκλησίας.

Τὴν ὥραν τῆς κακοκαιρίας ἔρριψε τὸ βλέμμα του πρὸς τὴν θάλασσαν μεταξὺ Νάξου καὶ Ἴου καὶ παρετήρησεν ἕνα ἱστιοφόρον νὰ κλυδωνίζεται εἰς τὰ πελώρια κύματα καὶ νὰ ὠθῆται πρὸς τὰ βράχια της ἀκτῆς. Ἀντελήφθη ἀμέσως, ὅτι τὸ πλοῖον διέτρεχεν ἄμεσον κίνδυνον νὰ προσκρούσῃ ἐπὶ τῶν βραχοῦν καὶ νὰ καταστραφῇ. Χωρὶς νὰ χάσῃ χρόνον, ἐξῆλθε ἀμέσως ἀπὸ τὴν καλύβην του, ἐκάλεσε καὶ ἄλλους γείτονας τοῦ ποιμένας καὶ ἔτρεξαν ὅλοι πρὸς τὸ μέρος, ὁποὺ ὠθεῖτο τὸ πλοῖον. Δὲν ἠδυνήθησαν ὅμως νὰ προλάβουν, καὶ τὸ σκάφος μετὰ πάταγου ἐπέπεσεν εἰς τοὺς βράχους καὶ ἐκόπηκε εἰς τὰ τρία. Ὅλοι οἱ ἐπιβαίνοντες ἔπεσαν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπὸ τοὺς τριάκοντα ἐπιβάτας ἐσώθησαν μόνον δέκα, καὶ αὐτοὶ τραυματισμένοι καὶ μισοπεθαμένοι. Τὸ πλοῖον ἦτο τουρκικὸν καὶ οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦρκοι.

Ὁ Ψαρρᾶς μὲ τοὺς δύο συντρόφους του, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ᾿ ὄψει του, ὅτι οἱ ναυαγοὶ ἦσαν προαιώνιοι ἐχθροί, τοὺς περισυνέλεξαν, τοὺς ἐβοήθησαν καὶ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τὰς καλύβας, ὅπου τοὺς προσέφεραν ροῦχα, τροφὴν καὶ περίθαλψιν. Μεταξὺ τῶν ναυαγῶν ἦτο καὶ ἕνα τουρκόπουλον δώδεκα ἐτῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε τραυματισθῆ βαρύτερον τῶν ἄλλων καὶ ἠσθάνετο πολὺ ἐξουθενωμένον. Ὠνομάζετο Χουσεῒν καὶ αὐτὸ ὁ Ψαρρᾶς τὸ ἐπεριποιήθη καλύτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὡσὰν νὰ ἦτο ἰδικόν του παιδί. Τὴν ἑπομένην οἱ ναυαγοί, ἀνακτήσαντες τὸ ἠθικόν των, ἀπεφάσισαν νὰ φύγουν καὶ ἀφοῦ ὁ Ψαρρᾶς τοὺς ὡδήγησε πῶς θὰ φθάσουν εἰς τὴν Χώραν τῆς Νάξου, ὅπου θὰ συνῆντον τὸν βοεβόδαν, διὰ νὰ τοὺς συντρέξῃ νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν πατρίδα των καὶ ἀφοῦ τοὺς ἐφοδίασε μὲ τρόφιμα διὰ τὸν δρόμον, ἐξεκίνησαν εὐχαριστήσαντες διὰ τὴν φιλοξενίαν καὶ τὴν συνδρομήν.

Ὁ Ψαρρᾶς ὅμως τοὺς παρεκάλεσε νὰ μείνῃ τὸ παιδὶ ὀλίγας ἡμέρας, ἕως ὅτου συνέλθῃ ἀπὸ τὰ τραύματά του καὶ τὴν ταλαιπωρίαν του, ὑποσχεθεὶς ὅτι θὰ τὸ παραδώση ἀσφαλῶς εἰς τὸν βοεβόδαν, μόλις γίνῃ καλά. Ἀτυχῶς διὰ τοὺς ἀναχωρήσαντας ναυαγούς, ἡ μοῖρα τοὺς ἐπεφύλασσε τὸ μοιραῖον. Ὅταν ἐπλησίασαν εἰς τὸ χωριὸ Σαγκρί, ἐξελήφθησαν ὡς πειραταί, καί, ἄοπλοι ὅπως ἦσαν, ἐσφάγησαν ἀπὸ τοὺς Σαγκριῶτας, πρὸς μεγάλην λύπην ὅλων καὶ πρὸ πάντων τοῦ Ψαρρᾶ. Οἱ Σαγκριῶτες ἐζήτησαν συγγνώμην ἀπὸ τὸν βοεβόδαν καὶ τὸ ζήτημα ἐσταμάτησεν ἐκεῖ καὶ δὲν ἠκολούθησαν ἀντίποινα τῶν τούρκων.

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ψαρρᾶς ὡδήγησε τὸν μικρὸν Χουσεῒν εἰς τὸ χωριὸ (Φιλώτι), ὅπου ὅμως ἡ σύζυγός του Πλυτὼ δὲν τὸν εἶδε μὲ καλὸ μάτι, διότι ἦτο τουρκάκι. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχε μῖσος ἀγεφύρωτον μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων καὶ οἱ Ἕλληνες ἀπεχθάνοντο τοὺς τούρκους.

Ὁ Ψαρρᾶς, καλοκάγαθος, ὅπως ἦτο, προσεπάθει νὰ μεταπείσῃ τὴν σύζυγόν του ἀπέναντι τοῦ Χουσεΐν, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο παιδὶ μὲ καλὴν ἀνατροφὴν καὶ εὐγενικὰ αἰσθήματα. «Κᾶνε τὸ καλὸ καὶ ρίχτο στὸ γιαλό», ἔλεγε στερεοτύπως εἰς τὴν Πλυτώ, ποὺ καὶ ἐκείνη ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ συμπαθῇ τὸν Χουσεΐν. Ὁ Ψαρρᾶς τὸν εἶχε πάντοτε μαζί του εἰς τὸν Καλαντὸ καὶ ὁ Χουσεῒν τὸν ἐβοηθοῦσεν εἰς ὅλας τὰς ἐργασίας (εἰς τὰ γιδοπρόβατα, εἰς τὰ χωράφια καὶ παντοῦ). Τὸν ἐθεώρει ὡσὰν παιδί του καὶ ἐκεῖνο τὸν ἠσθάνετο ὡς πατέρα του καὶ μάλιστα τὸν ἀπεκάλει «πατέρα». Τὸ ἴδιον εἶχε συμβῇ καὶ μὲ τὴν Πλυτώ, ἡ ὁποία μετέβαλε τὴν ἄρχικην προδιάθεσιν καὶ ἠγάπησε τὸν Χουσεΐν, ὡς ἴδικόν της παιδί. Ἔμαθε τὰ ἑλληνικὰ καὶ ἐζήτησε νὰ βαπτισθῇ, νὰ γίνῃ Χριστιανὸς καὶ νὰ φοιτήσῃ εἰς τὸ σχολεῖον μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ τοῦ χωριοῦ. Καὶ πράγματι τὸν ἐβάπτισαν καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Γεώργιος, ἐπειδὴ ἡ σωτηρία του ἀπὸ τὸ ναυάγιο ἔλαβε χώραν τὴν ἥμεράν της ἑορτῆς τοῦ Ἁγ. Γεωργίου.

Ἐπέρασαν χρόνια ἓξ (6) καὶ ὁ Γεώργιος (Χουσεῒν) ἔγινε 18 ἐτῶν, ὅποτε αἰφνιδίως μίαν ἡμέραν ἐνεφανίσθη ὁ βοεβόδας τῆς Νάξου εἰς τὸ Φιλώτι, συνοδευόμενος ἀπὸ τοῦρκον ἀπεσταλμένον ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἀνεζήτησε τὸν Χουσεΐν (Γεώργιον) ἀπὸ τὸν Ψαρᾶν, εἰπὼν εἰς αὐτόν, ὅτι εἶναι υἱὸς προύχοντος τούρκου καὶ ὅτι ἔχει διαταγὴν νὰ τὸν ἀποστείλῃ εἰς τὸν πατέρα του. Ὁ Ψαρρᾶς καὶ ἡ σύζυγός του ἐστενοχωρήθησαν πολύ, διότι τὸν εἶχον ἀγαπήσει ὡς ἰδικόν των παιδὶ καὶ δὲν ἤθελον νὰ τὸν ἀποχωρισθοῦν. Ὁ βοεβόδας ἐπεχείρησε νὰ προσφέρῃ ὡς ἀνταμοιβὴν χρηματικὸν ποσὸν εἰς τὸν Ψαρρᾶν, ἀλλ᾿ ἡ σύζυγός του δὲν τὸ ἐδέχθη, εἰποῦσα εἰς αὐτόν: «ἐμεῖς θέλουμε τὸ παιδὶ καὶ δὲν θέλουμε τὰ χρήματα». Τελικῶς, ἐν μέσῳ δακρύων ἑκατέρωθεν, ὁ Χουσεῒν-Γεώργιος ἀπεχαιρέτησε τοὺς ψυχογονεῖς του καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Πόλιν.

Ἀλλ᾿ ὁ Στέφανος Ψαρρᾶς καὶ ἡ σύζυγός του Πλυτὼ οὐδέποτε ἐλησμόνησαν τὸ παιδὶ ποὺ ἐμεγάλωσαν καὶ ἠγάπησαν ὡς ἰδικόν των. Δὲν εἶχε σημασίαν δι᾿ αὐτούς, ἐὰν αὐτὸ δὲν κατήγετο ἀπὸ τὸ γένος των, δὲν ἦτο ἑλληνόπουλον. Κάθε φορὰν ποὺ ἐπρόφεραν τὸ ὄνομά του, ἕνας βαθὺς ἀναστεναγμὸς ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ψυχήν των.

Ἐπέρασαν χρόνια καὶ ποτὲ δὲν ἔμαθαν τίποτε διὰ τὸ παιδί. Πολλάκις ὁ Ψαρρᾶς ἀνελογίζετο «τί νὰ ἀπέγινεν αὐτὸ τὸ παιδί;» Ἄλλαι περιστάσεις, ἄλλοι καιροὶ τότε! Τῷ 1710 οἱ προεστοὶ τοῦ Φιλωτίου, ἐν οἶς πρῶτος ὁ Στέφανος Ψαρρᾶς, ἀπεφάσισαν μαζὶ μὲ ὅλους τους χριστιανοὺς τοῦ χωριοῦ νὰ κτίσουν νέαν καὶ μεγάλην ἐκκλησίαν, διότι ἡ παλαιὰ ἦτο μικρὴ καὶ δὲν ἐξυπηρετοῦσε τὰς θρησκευτικὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων. Εἰς τὸ μέσον του Φιλωτίου ὑπῆρχεν ἕνας λαχανόκηπος, εἰς τὴν ἄκρην τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε Φράγκικη Ἐκκλησία καὶ παραπλεύρως αὐτῆς κατέκειντο τὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεοος τῆς Θεοτόκου, ἐκείνου δηλαδὴ τὸν ὁποῖον εἶχε κτίσει ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος Κομνηνὸς καὶ τὸν ὁποῖον εἶχον καταστρέψει, ὡς προαναφέρεται, τοῦρκοι πειραταὶ τῷ 1544.

Ὁ λαχανόκηπος οὗτος ἦτο κτῆμα τοῦ Φράγκου ἄρχοντος Χρύσανθου Μπαρότζι. Ἀλλ᾿ ὁ Φράγκος προύχων καὶ τιμαριώτης οὗτος ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ παρεχώρει ἢ ἐπώλει τὸ ἀναγκαῖον τμῆμα χώρου, οὐδὲ κἂν τὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ ναοῦ, διὰ νὰ κτισθῇ ἡ νέα Ἐκκλησία. Μίαν ὅμως ἡμεραν, οἱ ζωηρότεροι ἀπό τους προκρίτους τοῦ χωριοῦ, εἰς οὓς περιελαμβάνετο καὶ ὁ Ψαρρᾶς, εἰσῆλθον αὐθαιρέτως εἰς τὸν χῶρον καὶ ἤρχισαν νὰ ἀνοίγουν θεμέλια διὰ νὰ κτίσουν τὸν ναόν. Ὁ Μπαρότζι ἐπεχείρησε νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ, ἀλλ᾿ οἱ κάτοικοι τὸν ἐξεδίωξαν, ἀποφασισμένοι νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔργον των. Ἐπὶ κεφαλῆς τῶν χωρικῶν ἦτο ὁ Ψαρρᾶς, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔφερε μαζί του τὸ γιαταγάνι του ἀπειλῶν τὸν Μπαρότζι ὅτι «θὰ ἐσκώτωνε ὅ,ποιον θὰ ἐπλησίαζε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐργασίαν».

Ὁ Μπαρότζι, θεωρήσας προσβολὴν τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν τῶν κατοίκων καὶ πρὸ πάντων του «ξιφουλκίσαντος» Ψαρρᾶ, κατέφυγεν εἰς τὸν βοεβόδαν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὅμως μὴ «δικαιωθείς», προσέφυγεν εἰς τὸν ἐν Νάξῳ Γάλλον Πρόξενον, ὅστις διὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Γάλλου Πρεσβευτοῦ ἀνεφέρθη εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, ἀπαιτήσας τὴν τιμωρίαν τῶν αὐθαιρετούντων Φιλωτιτῶν καὶ ἰδίως τοῦ Ψαρρᾶ.

Ἡ Ὑψηλὴ Πύλη πράγματι διέταξε τὸν βοεβόδαν νὰ σταματήση τὴν αὐθαιρεσίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ συλλαβὴ τὸν Ψαρᾶν καὶ νὰ τὸν ἀπόστειλη σιδηροδέσμιον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν διὰ νὰ δικασθῇ. Ὅταν συνελήφθη ὁ Ψαρρᾶς, «ὅλο τὸ χωριὸ τὸν ἔκλαψε», διότι ἦτο πλέον βέβαιον, ὅτι τὸν ἐπερίμενεν ἀποκεφαλισμός. Ὡδηγήθη εἰς τὴν τρομερὰν Φυλακήν, ὁποὺ παρέμεινεν ἐπὶ δύο μῆνας ὑπὸ ἀπανθρώπους συνθήκας. Ἀλλὰ καθὼς ἦτο «γερὸ κόκκαλο», κατώρθωσε ν᾿ ἀνθέξῃ τὰ βασανιστήρια καὶ νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸ δικαστήριον. Εἰς αὐτὸ παρίστατο καὶ ὁ Μπαρότζι, συνοδευόμενος καὶ ἀπὸ Γραμματέα τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας ἐν Κωνσταντινουπόλει.

Ἀρξαμένης τῆς δίκης, ὁ δικαστὴς ἤνοιξε τὴν δικογραφίαν καὶ ἀνέγνωσε τὸ ὄνομα τοῦ κατηγορουμένου: Ἀναγνώστης Στέφανος Ψαρρᾶς. «Ἔκπληκτος ὕψωσε τὴν κεφαλήν του καὶ ἀτενίσας πρὸς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου ἀνεγνώρισε τὸν ψυχοπατέρα του ἀπὸ τὸ Φιλώτι καὶ Σωτῆρα του εἰς τὸ ναυάγιον τοῦ Καλαντοῦ. Ἦταν τὸ δωδεκάχρονον τουρκάκι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Ψαρρᾶς εἶχε περιθάλψει κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ναυαγίου, ἦταν ὁ Γιώργης (Χουσεΐν) ποὺ διέμεινεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ψαρρᾶ ὡς πραγματικὸν παιδὶ του ἐπὶ ἓξ χρόνια καὶ τὸ ὁποῖον ἔγινε δικαστής. Ἡ Παναγία τὸν ἔστειλε εἰς τὴν κρίσιμον αὐτὴν ὥραν τοῦ Ψαρρᾶ; Ὁ δικαστὴς διέταξεν ἀμέσως νὰ λύσουν τὸν γέροντα κατηγορούμενον καὶ ἐκάλεσε τὸν Μπαρότζι ν᾿ ἀναπτύξῃ τὴν κατηγορίαν του. Ἐνῷ ὁ Μπαρότζι ἠγόρευε, ὁ δικαστὴς Χουσεῒν μπέης εἶχεν ἐστραμμένα τὰ μάτια του πρὸς τὸν κατηγορούμενον, μὲ μεγάλην συγκίνησιν, χωρὶς νὰ παρακολουθῇ τὰ ὅσα τοῦ καταμαρτυροῦσε ὁ Μπαρότζι· ἀναπολοῦσε ἴσως στιγμὰς ποὺ ἔζησε μαζὶ μὲ τὸν ψυχοπατέρα του, τὴν ψυχομητέρα του, τὰ ἄλλα παιδιὰ τοῦ Φιλωτίου, ἀκόμη καὶ μὲ τὰ γιδοπρόβατα εἰς τὸ Καλαντὸν κ.ἄ.

Μόλις ἐτελείωσεν ὁ Μπαρότζι τὴν κατηγορίαν, ὁ δικαστής, χωρὶς κἂν νὰ καλέσῃ τὸν κατηγορούμενον νὰ ἀπολογηθῇ, ἠγέρθη καὶ μὲ φωνὴν παλλόμενης ἀπήγγειλε τὴν ἀπόφασίν του εἰς ἄλλην περίπτωσιν θὰ ἔλεγεν ἁπλῶς «ἔνοχος» καὶ καταδίκη «εἰς θάνατον». Ἀντ᾿ αὐτοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς: «Ἐν ὀνόματι τοῦ Σεπτοῦ ἡμῶν Ἄνακτος Σουλτάνου Ἀχμέτι τοῦ Γ´ (Σελὶμ) κηρύττω ἀθῷον τὸν κατηγορουμενον καὶ λαμβάνω τὴν ἀπόφασιν νὰ τελειώσῃ τὴν ἐκκλησίαν τοῦ χωρίου του χωρὶς νὰ τὸν ἐμποδίσῃ κανείς».

Μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, ὁ μὲν Μπαρότζι μὲ τὸν Γάλλον διπλωμάτην ἀπῆλθον κατησχημένοι «μὲ τὴν οὐρὰν ὑπὸ τὰ σκέλη», ὁ δὲ γέρων Ψαρρᾶς ἔμεινεν ἀποσβολωμένος ἀπὸ ἔκπληξιν καὶ συγκίνησιν, ἀναμεμιγμένων μὲ ἀπορίαν καὶ χαράν. Δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀντιληφθῇ πόθεν ἐπέμφθη τὸ θεῖον δῶρον. Ἐνῷ προηγουμένως τὸ θολὸν καὶ ἄπελπιν βλέμμα του ἔβλεπε τὸ σκότος, ἤδη φῶς ἱλαρὸν περιέλουσε τὸ πρόσωπόν του. Ἔμεινεν ἀκίνητος, μὴ δυνάμενος ν᾿ ἀντιληφθῇ ποῖος ἅγιος «τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι», μέχρις ὅτου τὸν ἐπλησίασεν ὁ δικαστὴς μὲ τὰ μάτια πλήρους χαρᾶς καὶ συγκινήσεως καὶ τοῦ εἶπε: «Κᾶμε τὸ καλὸ καὶ ρίχτο στὸ γιαλό!», «πατέρα Στέφανε, δὲν μὲ γνωρίζεις;»· «Εἶμαι ὁ Χουσεΐν, ὁ Γιώργης, τὸ ψυχοπαίδι σου". Ὁ Ψαρρᾶς ἔμεινεν ἄφοβος. Ἐπηκολούθησαν σκηναὶ ἀφάτου συγκινήσεως μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν. Ἔμειναν ἐναγκαλισμένοι κλαίοντες ἀπὸ χαρὰν καὶ συγκίνησιν. Τὸ βλέμμα τοῦ «γερόλυκου» Ψαρρᾶ ἔλαμψε καὶ τότε κατάλαβε ἀπὸ ποῦ προῆλθεν ἡ σωτηρία του. Ηὐχαρίστησε τὸν Θεὸν καὶ τὴν Παναγίαν, διότι τοῦ ἔστειλαν τὸν Σωτῆρα του καὶ μάλιστα ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ τούτου τοῦ παιδιοῦ του. «Μέγας εἶσαι Κύριε καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου», ἐψιθύρισεν ὁ γερο-Ψαρρᾶς.

Ὁ Χουσεῒν Μπέης ὡδήγησε τὸν Ψαρρᾶν εἰς τὸ ἀνάκτορό του καὶ τὸν ἐφιλοξένησεν ἐπὶ ἕνα μήνα καὶ ὅταν ἡτοιμάσθη νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ τὴν Νάξον τοῦ ἔδωσε δύο «κασέλες» γεμάτες δῶρα, μία σακκούλα φλουριά, μία κουμπούρα καὶ ἕνα σουλτανικὸν φιρμάνι διὰ νὰ μὴ τὸν πειράζῃ κανείς. «Πατέρα», τοῦ εἶπε, «μὲ τὰ φλουριὰ θὰ χτίσης τὴν Ἐκκλησία μὲ ἕνα μεγάλο καμπαναριὸ καὶ μὲ τὸ φιρμάνι πᾶρε ὅσον τόπον θέλεις καὶ ὅταν βγῇς στὴ Χώρα ρῖχνε μερικὲς κουμπουριὲς εἰς πεῖσμα τῶν Φράγκων καὶ ἂν σὲ πειράζῃ τοῦρκος δεῖξε τὸ φιρμάνι». Τοῦ ἐνοικίασε ἕνα μεγάλο καΐκι καὶ τὸν κατευώδωσε. «Ὢ πόσον διάφορος ἦτο ἡ συμπεριφορὰ ἑνὸς ἄλλου εὐεργετηθέντος τουρκόπαιδος, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν εὐεργέτην καὶ Σωτῆρα του Ἕλληνα, τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀγχόνην (βλ. ἐν τόμ. 3, Κρήτη, Ῥέθυμνον, ὑπὸ «Μηλιώτισσα» ἀρ. 34).

Ὅταν ὁ Ψαρρᾶς ἔφθασεν εἰς τὴν Νάξον καὶ ἐβγῆκε καλοντυμένος καὶ μὲ τὴν κουμπούραν εἰς τὴν μέσην, ἐγένετο ἀντιληπτὸς ἀπὸ τὸν βοεβόδαν, ὁ ὁποῖος μὲ δύο τούρκους τσελεπῆδες τὸν ἐπλησίασαν, διὰ νὰ τοῦ ζητήσουν τὸν φόρον διὰ τὰ πράγματα ποὺ ἔφερε (τελωνειακὸν δασμὸν) καὶ διὰ νὰ τοῦ πάρουν τὴν κουμπούραν ποὺ ἔφερεν εἰς τὴν μέσην του. Μόλις ὅμως ὁ Ψαρρᾶς τοὺς ἔδειξε τὸ φιρμάνι τοῦ Σουλτάνου, ἐκεῖνοι ἔσκυψαν καὶ τὸν ἐπροσκύνησαν. Ἡ εἴδησις ὅτι ὁ Ψαρρᾶς ἔφθασεν εἰς τὴν Νάξον διεδόθη εἰς ὅλο τὸ νησὶ καὶ οἱ Φιλωτίτες τοῦ ἐπεφύλαξαν ἐνθουσιώδη ὑποδοχὴν μὲ τσαμποῦνες, τουμπάκια, τραγούδια καὶ μπιστολιές».

Τὴν ἑπόμενην ὁ Ψαρρᾶς κατέσχεσεν ὁλόκληρον τὸν λαχανόκηπον τοῦ Μπαρότζι καὶ ἐκήρυξε αὐτὸ κτῆμα τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ ἕνα ἀκόμη κτῆμα διὰ νεκροταφείου. Οὕτω μὲ τὰ χρήματα τοῦ Χουσέιν Μπέη ποὺ ἔφερεν ὁ Ψαρρᾶς κατεσκευάσθη ὁ περικαλλέστατος ναὸς τῆς Παναγίας τῆς Φιλωτίτισσας μὲ τὸ ὡραιότατον κωδωνοστάσιον, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι καλλωπισμοί, ἐτελέσθησαν δὲ τὰ ἐγκαίνια τὴν 15ην Αὐγούστου 1718. Εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν φλογερὸν καὶ ἐνάρετον πατριώτην Στέφανον Ψαρρᾶν, οἱ συμπατριῶται του Φιλωτίτες ἐνετοίχισαν ἐπὶ τοῦ κωδωνοστασίου μαρμαρίνην πλάκα μὲ τὴν μορφήν του, ἥτις καὶ σώζεται μέχρι σήμερον διὰ νὰ ὑπενθυμίζῃ τὸ ρητὸν τοῦ ἁπλοϊκοῦ καὶ μεγαλοψύχου ἐκείνου συγχωριανοῦ των, ποὺ τόσην εὖρεν ἐπαλήθευσιν: «κᾶμε τὸ καλὸ καὶ ρίχ᾿ το στὸ γιαλό».

Ἀναφέρεται ἀκόμη καὶ μία ἄλλη, σχετικὴ μὲ τὴν προσπάθειαν τῶν Φιλωτιτῶν νὰ ἀνεγείρουν τὸν ναόν, παράδοσις: Τῷ 1714, ὅτε οἱ Φιλωτίται διεξήγαγον τὸν κατὰ τοῦ Μπαρότζι ἀγῶνα των, διὰ νὰ ἀνακτήσουν τὸν χῶρον, ὅπου θὰ ἀνήγειρον τὸν ναόν των, ἤτοι ἀναμφισβητήτως εἰς χρόνον πρὸ τῆς προεκτιθεμένης περιπέτειας τοῦ Ψαρρᾶ, ἀπέστειλαν πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Κοσμᾶν τὸν ἀπὸ Ἀλεξανδρείας, μεθ᾿ ἱκετηρίου γράμματος τῶν κατοίκων τοῦ Φιλωτίου, πρεσβείαν ἐκ τῶν ἱερέων Γεωργίου Γρατσία καὶ Νικ. Ψαρρᾶ, ἵνα ὁ Παναγιώτατος εὐδοκήσῃ καὶ ἀπαλλάξη τὸν ὑπὸ οἰκοδόμησιν ναὸν ἀπὸ τῆς ἁρπάγης τοῦ φεουδάρχου Μπαρότζι. Κατὰ τὸν Νικ. Κεφαλληνιάδην (ἔνθ᾿ ἀνωτ. σ.18), δὲν εἶναι γνωστὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῶν Φιλωτιτῶν. Τὸ πιθανώτερον πάντως εἶναι ν᾿ ἀπέβη ἄκαρπος ἡ ἐνέργεια αὕτη, δι᾿ ὃ καὶ ἠκολούθησεν ἡ «αὐθαιρεσία» τῶν Φιλωτιτῶν καὶ ἡ δίωξις τοῦ Ψαρρᾶ καὶ τὰ ἐπακολουθήσαντα.

Ὁ ναὸς τῆς Παναγίας τῆς Φιλωτίτισσας κεῖται ἐπὶ τῆς πλατείας τοῦ Φιλωτίου, σκιαζομένης ὑπὸ μεγάλων πλατάνων. Εἶναι τρίκλιτος βασιλικὴ καὶ θεωρεῖται ἓν ἐκ τῶν σημαντικωτέρων θρησκευτικῶν μνημείων τῆς Νάξου. Ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν προκαλοῦν τὰ ὑψούμενα τρία κωδωνοστάσια. Τὸ κεντρικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ὡς προαναφέρεται, ἔχει ἐντοιχισθῆ ἡ πλὰξ μὲ τὴν μορφήν τοῦ Στεφάνου Ψαρρᾶ, φέρει τὴν χρονολογίαν 1810 καὶ γλυπτὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας βρεφοκρατούσης· ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ ἀναγράφεται ἡ χρονολογία 1873, ἐπὶ δὲ τοῦ ἀριστεροῦ ὑπάρχει ἡ ἐπιγραφή: «Δωρεὰ Μ.Α. Λεοντίου 1958». Ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ τοίχου ὑπάρχει ἐντοιχισμένη θαυμασία γλυπτὴ εἰκὼν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, εἰς τὸ ἄνω μέρος τῆς ὁποίας παριστῶνται ἄγγελοι, εἰς τὸ μέσον ἡ Κοίμησις καὶ ἡ χρονολογία 1779 καὶ εἰς τὸ κάτω μέρος ὁ δικέφαλος βυζαντινὸς ἀετός, πλαισιούμενος ἀπὸ διακοσμητικὰ φυτά. Ἐπὶ τῆς κεντρικῆς πύλης τοῦ ναοῦ ἀναγράφεται ἡ χρονολογία 1874, εἰς δὲ τὴν ἀριστερὰν ἡ χρονολογία 1718, ἥτις, κατὰ τὰ προεκτιθέμενα, εἶναι ἡ τοιαύτη τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ.

Ἐσωτερικῶς, ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ τέμπλον, κατασκευασμένον ἐκ φαιοῦ μαρμάρου, ἑξαιρετικῶς διακεκοσμημένον. Εἶναι ὑψηλόν, σχεδὸν ἐγγίζον τὸν θόλον, καθ᾿ ὅλον δ᾿ αὐτοῦ τὸ μῆκος ὑπάρχουν κιονίσκοι συνδεόμενοι μὲ τὸ τέμπλον διὰ φουρουσίων (καλλιτεχνικῶν καμπυλῶν). Τὸ Βημόθυρον εἶναι ἁγιογραφημένον, ἀπολῆγον εἰς μεγάλον ξύλινον σταυρόν, ἑκατέρωθεν τοῦ ὁποίου εἰκονίζονται τὰ λυπηρά. Ἡ τιμωμένη εἰκὼν τῆς Παναγίας τῆς Φιλωτίτισσας φέρει ἀργυροῦν κάλυμμα καὶ τὴν ἐπιγραφήν: «Διὰ χειρὸς Σεβαστιανοῦ Σμυρναίου 1800», ἡ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν τοιαύτην: «τῶν εὑρισκομένων συνδρομητῶν ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ Ναξίων τὸ ἀφιερώνουν εἰς χωρίον Φιλότι, 1873», νοουμένων τῶν ἐν Σμύρνη βουτσάδων (βαρελοποιῶν). Ὁ Ἄμβων εἶναι ἐπίσης μαρμάρινος, ὁμοιάζων πρὸς ἐκεῖνον τῆς Ἀπεραθίτισσας (Παναγίας τῆς Ἀπειράνθου, ἀνωτ. ἀρ.8). Εἶναι ὡσαύτως μαρμάρινος καὶ ὁ Δεσποτικὸς Θρόνος, φέρων δύο κιονίσκους Κορινθιακοῦ ρυθμοῦ καὶ ἑκατέρωθεν δύο μαρμάρινους καθιστοὺς λέοντας.

Κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Κοιμήσεως (15 Αὐγ.) λαμβάνει χώραν Παναξιακὸς πανηγυρικὸς ἑορτασμός, προσερχομένων πάντων τῶν Φιλωτιτῶν, ἀκόμη καὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων, τῶν ναυτιλλομένων καὶ πολλῶν ἐξ ἁπανταχοῦ της Ἑλλάδος, ὅπου πάντες μὲ εὐλάβειαν «συναθροίζονται ἐκ περάτων», διὰ νὰ προσκυνήσουν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ τόπου των, τὴν Φιλωτίτισσαν, νὰ ἀνταλλάξουν νοσταλγικὸν χαιρετισμὸν μὲ τοὺς συμπατριῶτάς των καὶ νὰ χορέψουν ὅλοι τὴν Ναξιώτικην σούσταν.