Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου - Ὁ παπα-Τύχων Ἁγιορείτης

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ»

{ὁ ἱερομόναχος Τύχων ἁγιοκατετάγη στὶς 11 Φεβρουαρίου 2026}

Ὁ παπα-Τύχων γεννήθηκε στὴ Ρωσία, στὴ Νόβια Μιχαλόσκα τὸ 1884. Οἱ γονεῖς του, ὁ Παῦλος καὶ ἡ Ἑλένη, ἦταν εὐλαβεῖς ἄνθρωποι, καὶ ἑπόμενο ἦταν καὶ ὁ καρπός τους, ὁ Τιμόθεος κατὰ κόσμον, νὰ ἔχῃ κληρονομικὴ τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ θέλη νὰ ἀφιερωθῇ στὸν Θεὸ ἀπὸ μικρὸ παιδί.

Ἔβλεπαν οἱ γονεῖς τὸν μεγάλο θεῖο ζῆλο τοῦ παιδιοῦ τους, ἀλλὰ δίσταζαν νὰ τοῦ δώσουν τὴν εὐχή τους νὰ πάῃ σὲ Μοναστήρι, ἐπειδὴ τὸν ἔβλεπαν εὔσωμο καὶ μὲ ζωηρὴ φύση. Ἤθελαν νὰ ὠριμάσῃ καὶ στὴν σκέψη καὶ μετὰ νὰ ἀποφασίσῃ μόνος του ὁ Τιμόθεος. Τοῦ ἔδωσαν ὅμως εὐλογία νὰ ἐπισκέπτεται τὶς Μονὲς κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἐτῶν, ἀπὸ δέκα ἑπτὰ μέχρι εἴκοσι χρονῶν. Τότε ἔκανε τὰ μεγάλα καὶ ἀτέλειωτα προσκυνήματα στὰ Μοναστήρια τῆς Ῥωσίας καὶ πέρασε περίπου ἀπὸ διακόσιες Μονές. Στὰ Μοναστήρια ποὺ πήγαινε, παρ' ὅλο ποὺ ἦταν κατάκοπος καὶ ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία του, ἀπέφευγε μὲ τρόπο τὴν φιλοξενία, γιὰ νὰ ἀσκεῖται ὁ ἴδιος καὶ νὰ μὴν ἐπιβαρύνῃ τοὺς ἄλλους.

Σὲ μιὰ ἐπαρχία ὅμως εἶχε ταλαιπωρηθῆ πολύ, γιατὶ οἱ κάτοικοι ἐκεῖ ἔτρωγαν ψωμὶ ἀπὸ βρίζα (σίκαλη). Ἐπειδὴ δὲ ὁ Τιμόθεος δὲν ἔτρωγε τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ψωμί, καὶ τὸ ψωμὶ τῆς σίκαλης ἔχει συνήθως μιὰ ἄσχημη μυρωδιὰ καὶ εἶναι σὰν λάσπη, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ φάῃ. Γι’ αὐτὸ εἶχε ἐξαντληθῆ ὁ νέος. Πηγαίνει λοιπὸν στὸν φούρναρη, ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχε ζητήσει καὶ ἄλλη φορά, νὰ τὸν ξαναπαρακαλέση γιὰ λίγο ἄσπρο ψωμί, ἐπειδὴ νόμιζε ὅτι θὰ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του καλὸ ψωμί. Ἐκεῖνος ὅμως, μόλις εἶδε τον Τιμόθεο ἀπὸ μακριὰ ἀκόμη, τοῦ εἶπε νὰ φύγῃ.

Λυπημένος καὶ ἐξαντλημένος ὅπως ἦταν ὁ νέος, ἔπιασε μιὰ ἄκρη καὶ μὲ ὅλη τὴν παιδική του ἁπλότητα ἔκανε προσευχὴ στὴν Παναγία: «Παναγία μου, θέλω νὰ μὲ βοηθήσῃς, γιατὶ θὰ πεθάνω στὸ δρόμο, πρὶν νὰ γίνω καλόγηρος, δὲν μπορῶ νὰ τὸ φάω αὐτὸ τὸ ψωμί». Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσῃ τὴν προσευχή του, καὶ ξαφνικὰ τοῦ παρουσιάζεται μιὰ κόρη μὲ λαμπερὸ πρόσωπο, τοῦ δίνει μιὰ φραντζόλα ἄσπρο ψωμὶ καὶ ἀμέσως ἐξαφανίζεται! Ἐκείνη τὴν στιγμὴ τἄχασε ὁ Τιμόθεος. Δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἐξηγήσῃ αὐτὸ τὸ γεγονός! Τοῦ περνοῦσαν διάφοροι λογισμοί. Ἕνας λογισμὸς ἦταν μήπως τὸν ἀκοῦσε ἡ κόρη τοῦ φούρναρη καὶ τὸν λυπήθηκε καὶ εἶπε στὸν πατέρα της νὰ τοῦ δώσῃ λίγο καλὸ ψωμί. Σηκώνεται πάλι ὁ νέος καὶ πηγαίνει νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ. Ἀλλὰ ὁ φούρναρης νόμιζε πῶς τὸν κορόϊδευε ὁ Τιμόθεος, καὶ τὸν ἔβρισε θυμωμένος.

Ἄντε, φύγε ἀπὸ ἐδῶ! οὔτε γυναῖκα ἔχω οὔτε κόρη. Ἀφοῦ ἔφαγε μετὰ ἀπὸ τὸ εὐλογημένο ἐκεῖνο ψωμὶ ὁ Τιμόθεος καὶ δυνάμωσε καὶ πνευματικά, συνέχισε τὸ προσκύνημά του καὶ στὰ ἐπίλοιπα Μοναστήρια, ἀλλ’ ὅμως τὸ ἀνεξήγητο ἐκεῖνο γεγονὸς συνέχεια τριγύριζε στὸ νοῦ του. Πέρασε ἀρκετὸ διάστημα μὲ τὴν ἀπορία αὐτή, ἀλλὰ ἀργότερα, ὅταν τοῦ ἔδωσε ἕνας Μοναχὸς ἕνα βιβλίο μὲ τὶς θαυματουργικὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας τῆς Ρωσίας, καὶ εἶδε τὴν Παναγία του Κρεμλίνου, σκίρτησε ἡ καρδιά του ἀπὸ εὐλάβεια, τὰ μάτια του πλημμύρισαν ἀπὸ δάκρυα εὐγνωμοσύνης, καὶ εἶπε: «Αὐτὴ ἡ Παναγία μοῦ ἔδωσε τὸ ἄσπρο ψωμί!» Ἀπὸ τότε πιὰ τὴν Παναγία τὴν ἔνιωθε πιὸ κοντά, ὅπως τὸ παιδὶ τὴν μάνα του.

Μετά, λοιπόν, ἀπὸ τὰ Μοναστήρια τῆς πατρίδος του, ἔκανε προσκύνημα στὸ Θεοβάδιστον Ὄρος τοῦ Σινᾶ, ὅπου παρέμεινε δύο μῆνες, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅπου καὶ ἀσκήτεψε ἕνα χρονικὸ διάστημα, πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποταμό. Ἐνῷ τὸν βοηθοῦσε ὁ Ἅγιος Τόπος, ἡσυχία ὅμως δὲν ἔβρισκε ἀπὸ τὸ ἀνήσυχο κοσμικὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ κατέστρεψε, δυστυχῶς, μὲ τὸν δῆθεν πολιτισμό της καὶ τὰ ἅγια ἀκόμη ἐρημικὰ μέρη, ποὺ γαληνεύουν καὶ ἁγιάζουν τὶς ψυχές. Γι’ αὐτὸ ἀναγκάστηκε νὰ φύγῃ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ὁ πειρασμὸς ὅμως, βλέποντας μὲ τὴν πολυχρόνιο πεῖρα του ὅτι ὁ εὐλαβὴς αὐτὸς νέος πολὺ θὰ προχωρήσῃ στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ πολλὲς ψυχὲς θὰ βοηθήση γιὰ νὰ σωθοῦν, βάλθηκε νὰ τὸν ἀχρηστέψῃ. Ἐνῷ εἶχε ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου στὴν Ἱερουσαλήμ, γιὰ νὰ ἑτοιμασθῇ καὶ νὰ προσκυνήσῃ γιὰ τελευταία φορὰ τὸν Πανάγιο Τάφο καὶ νὰ ἀποχαιρετήσῃ καὶ τοὺς γνωστούς του, χρησιμοποίησε ὁ πονηρὸς γιὰ ὄργανά του δύο ἀθεόφοβες γυναῖκες, πατριώτισσές του, οἱ ὁποῖες τὸν κάλεσαν στὸ σπίτι, ὅπου ἔμειναν, γιὰ νὰ τοῦ δώσουν δῆθεν ὀνόματα νὰ μνημονεύσῃ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ ἀπονήρευτος Τιμόθεος, ποὺ εἶχε ὅλο καλοὺς λογισμούς, τὸ πίστεψε καὶ πῆγε. Ἀλλά, ὅταν τὸν ἔκλεισαν μέσα στὸ σπίτι καὶ ὅρμησαν ἐπάνω του μὲ ἀνήθικες διαθέσεις, τἄχασε! Κοκκίνησε καὶ δίνει μιὰ σπρωξιὰ σ’ αὐτὲς καὶ ἄλλη μιὰ στὴν πόρτα καὶ ξέφυγε ἀπὸ τὰ νύχια τῶν γερακιῶν, σὰν νέος Ἰωσήφ, καὶ φυλάχτηκε ἁγνός.

Ἦρθε μετά, ὅπως ἦταν ἁγνὸ λουλούδι, καὶ φυτεύτηκε στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας καὶ πρόκοψε καὶ εὐωδίασε μὲ τὶς ἀρετές του, ὅπως θὰ ἰδοῦμε πιὸ κάτω. Ἡ πρώτη του μετάνοια ἦταν τὸ Κελλὶ τοῦ Μπουραζέρι, ὅπου καὶ παρέμεινε πέντε χρόνια. Ἐπειδὴ σ’ αὐτὸ δὲν εὕρισκε ἡσυχία ἀπὸ τοὺς πολλοὺς προσκυνητάς, Ῥώσους, πῆρε εὐλογία καὶ πῆγε στὰ Καρούλια καὶ ἐκεῖ ἀσκήτεψε δεκαπέντε χρόνια. Ὅλο τὸ διάστημα στὰ Καρούλια περνοῦσε μὲ σκληροὺς ἀγῶνες. Τὸ ἐργόχειρό του ἦταν οἱ μεγάλες καὶ οἱ μικρὲς μετάνοιες μαζὶ μὲ τὴν εὐχὴ καὶ τὴν μελέτη. Δανειζόταν βιβλία ἀπὸ τὶς Μονές, ἀπ’ ὅπου ἔπαιρνε καὶ εὐλογία, παξιμάδι, ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῶν κλασμάτων, γιὰ τὴν ὁποία ἔκανε κομποσχοίνι. Ἔτσι φιλότιμα ἀγωνιζόταν, γιὰ νὰ γίνη καὶ ἐσωτερικὰ Ἄγγελος καὶ ὄχι μόνο ἐξωτερικὰ μὲ τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα.

Μετὰ ἀπὸ τὰ Καρούλια ἦρθε στὴν ἄκρη της Καψάλας (πάνω ἀπὸ τὴν Καλιάγρα), σ’ ἕνα Κελλὶ Σταυρονικητιανό, καὶ γηροκόμησε ἕναν Γέροντα. Ἀφοῦ πέθανε τὸ Γεροντάκι, καὶ πῆρε τὴν εὐχή του, ἔμεινε μόνος του στὴν Καλύβη. Ἀπὸ τότε ὄχι μόνο δὲν ἀμέλησε τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες, ἀλλὰ τοὺς αὔξησε, καὶ ἑπόμενο ἦταν νὰ δεχθῇ πλούσια τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἀγωνιζόταν φιλότιμα καὶ μὲ πολλὴ ταπείνωση.

Ἡ Θεία Χάρις πιὰ τὸν φανέρωνε στοὺς ἀνθρώπους, κι ἔτρεχαν πολλοὶ πονεμένοι ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τὸν συμβουλευθοῦν καὶ νὰ παρηγορηθοῦν ἀπὸ τὴν πολλή του ἀγάπη. Ἄλλοι τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ἱερωθῇ, γιὰ νὰ βοηθάῃ πιὸ θετικὰ μὲ τὸ Μυστήριο τῆς θείας Ἐξομολογήσεως, ἀφοῦ θὰ ἔδινε καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Αὐτὴ τὴν ἀνάγκη, νὰ βοηθηθοῦν οἱ ἄλλοι, τὴν διεπίστωσε καὶ ὁ ἴδιος καὶ δέχτηκε νὰ χειροτονηθῇ.

Στὸ Κελλί του ὅμως Ναὸς δὲν ὑπῆρχε, ἐνῷ ἦταν πιὰ ἀπαραίτητος, οὔτε καὶ χρήματα εἶχε, ἀλλὰ εἶχε μεγάλη πίστη στὸν Θεό. Ἔκανε λοιπὸν προσευχὴ καὶ ξεκίνησε γιὰ τὶς Καρυὲς μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ ὅτι θὰ τοῦ οἰκονομοῦσε τὰ χρήματα, ποὺ θὰ χρειαζόταν γιὰ τὸν Ναό. Πρὶν φθάσῃ ἀκόμη στὶς Καρυές, τὸν εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν παπα-Τύχωνα ὁ Δικαῖος τοῦ Προφήτη Ἠλία (Ρωσικοῦ) καὶ τὸν φώναξε. Ὅταν πλησίασε κοντά, τοῦ εἶπε:

- Κάποιος καλὸς Χριστιανὸς ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ μοῦ ἔστειλε μερικὰ δολλάρια, νὰ τὰ δώσω σ’ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει Ναό, γιὰ νὰ κτίσῃ. Ἐσὺ δὲν ἔχεις Ναὸ πάρ’ τα καὶ φτιάξε.

Δάκρυσε ὁ Γέροντας ἀπὸ συγκίνηση καὶ εὐγνωμοσύνη στὸν Θεό, εὐχαρίστησε καὶ τὸν Δικαῖο καὶ εἶπε τὸ «Θεὸς συγχωρέσοι» γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ ποὺ τοῦ ἔστειλε τὴν εὐλογία. Ὁ καλὸς Θεός, σὰν καρδιογνώστης, εἶχε φροντίσει γιὰ τὸν Ναό του, πρὶν ἀκόμη τὸν παρακαλέσῃ ὁ Γέροντας, γιὰ νὰ τοῦ ἔχῃ ἕτοιμα τὰ χρήματα, τὴν ὥρα ποὺ θὰ τοῦ τὰ ζητοῦσε. Ἑπόμενο ἦταν νὰ τὸν ἀκούσῃ ὁ Θεός, ἀφοῦ ὁ Γέροντας ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἄκουγε καὶ τηροῦσε τὶς θεῖες ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ δεχόταν οὐράνιες εὐλογίες.

Στὴν συνέχεια βρίσκει δύο μοναχοὺς τεχνῖτες, γιὰ νὰ λένε καὶ τὴν εὐχὴ τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἐργάζωνται. Ὅταν, λοιπόν, τελείωσε ὁ Ναός, τὸν ἀφιέρωσε στὸν τίμιο Σταυρό, γιατὶ τὸν εἶχε σὲ εὐλάβεια, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀποφεύγῃ τὰ πανηγύρια μὲ τὸν φυσιολογικὸ αὐτὸν τρόπο, ἐπειδὴ τῆς ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ νηστεύουν, καὶ ἡ ἡμέρα εἶναι πένθιμη. Ὁ Γέροντας δὲν ἀναπαυόταν στὰ πανηγύρια, γιατὶ δημιουργοῦν ἀνησυχία καὶ περισπασμό, ἐνῷ αὐτὸς πανηγύριζε κάθε μέρα πνευματικὰ μὲ τὸ ἥσυχο Σταυροαναστάσιμο τυπικό του, μὲ τὴν πολλή του ἄσκηση καὶ μὲ τὴν καθόλου σχεδὸν ἀνθρώπινη παρηγοριὰ μέσα στὸ λάκκο της Καλιάγρας, ὅπου ἔβλεπε οὐρανὸ καὶ ζοῦσε παραδεισένιες χαρὲς μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους. Ὅταν τὸν ρωτοῦσε κανεὶς «μόνος σου μένεις ἐδῶ στὴν ἐρημιά», ἀπαντοῦσε ὁ Γέροντας:

- Ὄχι, ἐγὼ μένω μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους καὶ Ἀρχαγγέλους, μὲ τοὺς Ἁγίους Πάντες, μὲ τὴν Παναγία καὶ μὲ τὸν Χριστό.

Πράγματι τὴν ἔνιωθε τὴν παρουσία τῶν Ἁγίων καὶ τὴν βοήθεια τοῦ φύλακα Ἀγγέλου του. Μιὰ μέρα ποὺ τὸν εἶχα ἐπισκεφθῆ, ἐνῷ ἀνέβαινε τὰ σκαλάκια, ἔπεσε ἀνάποδα καὶ σφηνώθηκε στὴν πόρτα, γιατὶ φοροῦσε πολλὰ καπιά, καὶ δυσκολεύτηκα νὰ τὸν σηκώσω. Ὅταν τὸν ρώτησα μετὰ «τί θὰ ἔκανες, Γέροντα, μόνος σου, ἐὰν δὲν ἤμουν ἐδῶ», μὲ κοίταξε παράξενα καὶ μοῦ ἀπήντησε μὲ βεβαιότητα:

- Ὁ φύλακάς μου Ἄγγελος θὰ μὲ σήκωνε.

Ἐνῷ βρισκόταν σὲ ἔρημο τόπο, μόνος του, καὶ τὸ Κελλί του δὲν εἶχε σχεδὸν τίποτα, γιὰ νὰ ἔχῃ ὅμως τὸν Χριστὸ μέσα του, δὲν τοῦ χρειαζόταν τίποτα, γιατὶ ὅπου Χριστὸς ἐκεῖ Παράδεισος, καὶ γιὰ τὸν παπα-Τύχωνα τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας ἦταν ἐπίγειος Παράδεισος.

Εἶχε χρόνια ἀρκετὰ νὰ βγῇ στὸν κόσμο, ἀλλὰ χωρὶς νὰ τὸ θέλη, τὸν ἀνάγκασαν κάποτε, ποὺ εἶχε γίνει πυρκαϊὰ στὴν Καψάλα, μαζὶ μὲ ἄλλους Πατέρες νὰ πάῃ κι αὐτὸς ὡς μάρτυρας στὴν Θεσσαλονίκη. Ὅταν ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ Γέροντας, τὸν ρωτοῦσαν οἱ Πατέρες:

- Πῶς εἶδες τὴν πόλη καὶ τὸν κόσμο μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ποὺ εἶχες νὰ ἰδῇς τὸν κόσμο;

Ὁ Γέροντας ἀπήντησε:

- Ἐγὼ δὲν εἶδα πολιτεία μὲ ἀνθρώπους, ἀλλὰ δάσος μὲ καστανιές.

Ἔφθασε σ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ ἁγία κατάσταση ὁ Γέροντας, γιατὶ ἀγάπησε πολὺ τὸν Χριστό, τὴν ταπείνωση καὶ τὴν φτώχεια. Μέσα στὸ κελλὶ τοῦ Γέροντα δὲν ἔβλεπες οὔτε ἕνα πρᾶγμα τῆς προκοπῆς, ποὺ νὰ ἐξυπηρετῇ ἄνθρωπο. Ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἶχε μέσα στὸ κελλί του ἔβρισκε κανεὶς ὅσα ἤθελε πεταγμένα ἂπ’ ἔξω, στὸ λάκκο. Ἄλλα γιὰ τοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους, ὅ,τι παλιὸ καὶ ἐὰν εἶχε ὁ παπα-Τύχων, εἶχε μεγάλη ἀξία, γιατὶ ἦταν ἁγιασμένο. Ἀκόμη καὶ τὰ κουρέλια του τὰ ἔβλεπαν μὲ εὐλάβεια καὶ τὰ ἔπαιρναν γιὰ εὐλογία. Ὅ,τι ἐπίσης παλιὸ φοροῦσε ἢ ἀσουλούπωτο, δὲν φαινόταν ἄσχημο, γιατὶ ὀμόρφαινε καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς του. Γιὰ σκουφιὰ ἔραβε μόνος του μὲ τὴν σακοράφα κομμάτια ῥάσου, σὰν σακοῦλες, καὶ τὰ φοροῦσε, ἀλλὰ σκορποῦσαν περισσότερη χάρη ἀπὸ τὶς πολύτιμες μίτρες τὶς δεσποτικές (ὅταν, φυσικά, δὲν ὑπάρχῃ στὴν καρδιὰ τοῦ μητροπολίτου «ὁ πολύτιμος μαργαρίτης»).

Κάποτε τὸν φωτογράφισε ἕνας ἐπισκέπτης, ὅπως ἦταν μὲ τὴν σακούλα γιὰ σκουφὶ καὶ μὲ μιὰ πιτζάμα ποὺ τοῦ εἶχε ρίξει στὶς πλάτες του, γιατὶ εἶδε τὸν Γέροντα νὰ κρυώνῃ. Καὶ τώρα, ὅσοι βλέπουν στὴν φωτογραφία τὸν παπα-Τύχωνα, νομίζουν ὅτι φοροῦσε δεσποτικὸ μανδύα, ἐνῷ ἦταν μιὰ παλιὰ παρδαλὴ πιτζάμα.

Πολὺ ἀναπαυόταν στὰ φτωχὰ καὶ ταπεινὰ πράγματα καὶ πολὺ ἀγαποῦσε τὴν ἀκτημοσύνη, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἐλευθέρωσε καὶ τοῦ ἔδωσε τὰ πνευματικὰ φτερά, καὶ ἔτσι μὲ φτερουγισμένη ψυχὴ ἀγωνιζόταν πολύ, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται τὸν σωματικὸ κόπο, ὅπως τὸ παιδάκι δὲν νιώθει κούραση, ὅταν κάνῃ τὰ θελήματα τοῦ πατέρα του, ἀλλὰ νιώθει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν στοργὴ μὲ τὰ χάδια. Φυσικά, αὐτὰ δὲν συγκρίνονται μὲ τὰ θεϊκὰ χάδια τῆς χάριτος οὔτε κατὰ διάνοια.

Ὅπως ἀνέφερα, τὸ ἐργόχειρό του ἦταν οἱ πνευματικοὶ ἀγῶνες: νηστεία, ἀγρυπνία, εὐχή, μετάνοιες κ.α. ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλες τὶς ψυχὲς τοῦ κόσμου (ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους). Ὅταν πιὰ εἶχε γεράσει καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῇ, ὅταν ἔπεφτε κάτω μὲ τὶς στρωτὲς μετάνοιες, ἔδεσε ἕνα χονδρὸ σχοινὶ ψηλὰ καὶ τραβιόταν γιὰ νὰ σηκωθῇ. Ἔτσι, πάλι ἔκανε μετάνοιες καὶ προσκυνοῦσε τὸν Θεὸ μὲ εὐλάβεια. Αὐτὸ τὸ τυπικὸ τηροῦσε μέχρι ποὺ ἔπεσε πιὰ στὸ κρεβάτι, ὅπου ξεκουράστηκε γιὰ εἴκοσι μέρες, καὶ μετὰ ἔφυγε γιὰ τὴν ἀληθινὴ αἰώνια ζωή, ὅπου καὶ ξεκουράζεται πιὰ αἰώνια κοντὰ στὸν Χριστό.

Τὸ ἴδιο ἐπίσης τυπικὸ τῆς ξηροφαγίας, ποὺ εἶχε ἀπὸ νέος, τηροῦσε καὶ στὴν συνέχεια μέχρι τὰ γεράματα του. Τὴν μαγειρικὴ τὴν θεωροῦσε καὶ γιὰ σπατάλη χρόνου, ἐκτὸς ποὺ δὲν ταιριάζουν στὴν καλογερικὴ τὰ καλομαγειρευμένα φαγητά. Φυσικά, μετὰ ἀπὸ τόση ἄσκηση καὶ τέτοια πνευματικὴ κατάσταση δὲν τοῦ ἔκανε καμιὰ αἴσθηση ἡ καλὴ τροφή, Ἀφοῦ κατοικοῦσε μέσα του ὁ Χριστός, ποὺ τὸν γλύκαινε καὶ τὸν ἔτρεφε παραδεισένια.

Στὶς συζητήσεις του πάντα ἀνέφερε γιὰ τὸν γλυκὸ παράδεισο, καὶ ἀπὸ τὰ μάτια του κυλοῦσαν τὰ γλυκὰ δάκρυα, καὶ δὲν τοῦ ἔκανε καρδιὰ νὰ ἀσχολῆται μὲ μάταια πράγματα, ὅταν τὸν ρωτοῦσαν κοσμικοὶ ἄνθρωποι. Τὰ ἐλάχιστα πράγματα ποὺ τοῦ χρειάζονταν, γιὰ νὰ συντηρηθῇ, τὰ οἰκονομοῦσε ἀπὸ τὸ λίγο ἐργόχειρο ποὺ ἔκανε· ἁγιογραφοῦσε ἕναν Ἐπιτάφιο κάθε χρόνο καὶ τὸν ἔδινε πεντακόσιες ἢ ἑξακόσιες δραχμὲς καὶ μ’ αὐτὰ τὰ χρήματα περνοῦσε ὁλόκληρη τὴν χρονιά του.

Ὅπως ἀνέφερα, ἦταν πολὺ λιτοδίαιτος καὶ ὀλιγαρκής, ἀφοῦ ἕνα Ἀποστολιάτικο σῦκο τὸ ἔκοβε στὰ δύο καὶ τὸ ἔτρωγε δύο φορές. Μοῦ ἔλεγε: «Πά-πά-πά, παιδί μου! αὐτὸ εἶναι πολὺ μεγάλο!» ἐνῷ ἐγώ, γιὰ νὰ χορτάσω, ἔπρεπε νὰ φάω ἕνα κιλό.

Κάθε Χριστούγεννα ὁ Γέροντας θὰ οἰκονομοῦσε μιὰ ρέγκα, γιὰ νὰ περάσῃ ὅλες τὶς χαρμόσυνες ἡμέρες τοῦ Δωδεκαημέρου μὲ κατάλυση ἰχθύος. Τὴν δὲ ραχοκοκαλιά της ρέγκας δὲν τὴν πετοῦσε, ἀλλὰ τὴν κρεμοῦσε μὲ μιὰ κλωστὴ καί, ὅποτε ἦταν καμιὰ Δεσποτικὴ ἢ Θεομητορικὴ ἑορτὴ καὶ εἶχε κατάλυση ἰχθύος, ἔβραζε λίγο νερὸ σ’ ἕνα κονσερβοκούτι, βουτοῦσε τὴν ραχοκοκαλιὰ δυὸ-τρεῖς φορὲς στὸ νερό, γιὰ νὰ πάρῃ λίγη μυρωδιά, καὶ μετὰ ἔριχνε λίγο ρύζι. Ἔτσι ἔκανε κατάλυση καὶ κατηγοροῦσε καὶ τὸν ἑαυτό του ὅτι τρώει καὶ ψαρόσουπες στὴν ἔρημο! Τὴν ραχοκοκαλιὰ αὐτὴ τὴν κρεμοῦσε πάλι στὸ καρφὶ καὶ γιὰ ἄλλη κατάλυση, μέχρι ποὺ ἄσπριζε πιὰ καὶ τότε τὴν πετοῦσε.

Ὅταν ἔβλεπε τοὺς ἀνθρώπους νὰ τοῦ συμπεριφέρονται μὲ εὐλάβεια, αὐτὸ τὸν στενοχωροῦσε καὶ τοὺς ἔλεγε:

- Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀσκητής, ἀλλὰ ψεύτης ἀσκητής.

Μόνο στὰ τελευταῖα του πιὰ δέχθηκε λίγη περιποίηση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸν ἀγαποῦσαν ἰδιαίτερα, γιὰ νὰ μὴ τοὺς λυπήσῃ.

Ὅταν τοῦ ἔδινε κανεὶς εὐλογία ἀπὸ τρόφιμα, τὴν κρατοῦσε καὶ μετὰ τὴν ἔστελνε σὲ Γεροντάκια στὴν Καψάλα. Ἐὰν τοῦ ἔστελναν χρήματα, τὰ ἔδινε σ’ ἕναν εὐλαβῆ μπακάλη, γιὰ νὰ ἀγοράζῃ ψωμιὰ καὶ νὰ τὰ μοιράζῃ στοὺς φτωχούς.

Κάποτε τοῦ εἶχε στείλει κάποιος ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ μιὰ ἐπιταγή. Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ τὴν ἔπαιρνε ὁ Γέροντας ἀπὸ τὸ Ταχυδρομεῖο, τὸν εἶδε ἕνας κοσμικὸς καὶ νικήθηκε ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς φιλαργυρίας. Πῆγε λοιπὸν τὴν νύχτα στὸ Κελλὶ τοῦ Γέροντα, γιὰ νὰ τὸν ληστέψη, μὲ τὸν λογισμὸ ὅτι θὰ εὕρισκε καὶ ἄλλα χρήματα, χωρὶς νὰ ξέρῃ ὅτι καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε πάρει ὁ Γέροντας τὰ εἶχε δώσει τὴν ἴδια ὥρα στὸν κυρ-Θόδωρο, γιὰ νὰ πάρη ψωμιὰ γιὰ τοὺς φτωχούς. Ἀφοῦ τὸν βασάνισε ἀρκετὰ τὸν Γέροντα – τὸν ἔσφιγγε μὲ ἕνα σχοινὶ στὸν λαιμό του – διεπίστωσε ὅτι πράγματι δὲν εἶχε χρήματα καὶ ξεκίνησε νὰ φυγή. Ὁ παπα-Τύχων τοῦ εἶπε:

- Θεὸς συγχωρέσοι, παιδί μου. Ὁ κακοποιὸς αὐτὸς ἄνθρωπος πῆγε καὶ σὲ ἄλλον Γέροντα μὲ τὸν ἴδιο σκοπό, ἀλλὰ ἐκεῖ τὸν ἔπιασε ἡ Ἀστυνομία, καὶ ὁμολόγησε μόνος του ὅτι εἶχε πάει καὶ στὸν παπα-Τύχωνα. Ὁ Ἀστυνόμος ἔστειλε χωροφύλακα καὶ ζήτησε τὸν Γέροντα γιὰ ἀνάκριση, ἐπειδὴ θὰ γινόταν ἡ δίκη τοῦ κλέφτη. Ὁ Γέροντας στενοχωρέθηκε γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγε στὸν χωροφύλακα:

- Παιδί μου, ἐγὼ τὸν συγχώρεσα μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου τὸν κλέφτη.

Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἔδινε καθόλου σημασία στὰ λόγια τοῦ Γέροντα, γιατὶ ἐκτελοῦσε ἀνώτερη διαταγή, καὶ τὸν τραβοῦσε καὶ τοῦ ἔλεγε: – Ἄντε, γρήγορα, Γέροντα! ἐδῶ δὲν ἔχει συγχώρεση καὶ «εὐλόγησον».

Τελικὰ τὸν λυπήθηκε ὁ Διοικητὴς καὶ τὸν ἄφησε ἀπὸ τὴν Ἰερισσὸ νὰ γυρίσῃ στὸ Κελλί του, ἐπειδὴ ἔκλαιγε σὰν μωρὸ παιδί, γιατὶ νόμιζε ὅτι θὰ γίνῃ καὶ αὐτὸς αἰτία νὰ τιμωρηθῇ ὁ κλέφτης.

Ὅταν τὸ θυμόταν αὐτὸ τὸ περιστατικό, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ χωρέσῃ στὸ μυαλό του καὶ μοῦ ἔλεγε:

Πά-πά-πά, παιδί μου! αὐτοὶ οἱ κοσμικοὶ ἄλλο τυπικὸ ἔχουν· δὲν ἔχουν τὸ «εὐλόγησον», «Θεὸς συγχωρέσοι» – ἐνῷ ὁ Γέροντας τὴν λέξη «εὐλόγησον» τὴν χρησιμοποιοῦσε πάντα καὶ μὲ τὶς πολλὲς καλογερικὲς ἔννοιες, ὅπως τὸ «εὐλογεῖτε» ἢ «εὐλόγησον», ὅταν ζητοῦσε ταπεινὰ τὴν εὐλογία τοῦ ἄλλου, καὶ μετὰ θὰ ἔδινε καὶ αὐτὸς τὴν εὐλογία του μὲ τὴν εὐχὴ «Ὁ Κύριος νὰ σὲ εὐλογήσῃ». Μετὰ ἀπὸ τὸν συνηθισμένο χαιρετισμὸ ὁδηγοῦσε τοὺς ἐπισκέπτες στὸ Ναὸ καὶ ἔψαλλαν μαζὶ τὸ Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου καὶ τὸ Ἄξιον ἐστὶν καί, ἐὰν ἦταν καλὸς καιρός, ἔβγαιναν ἔξω, κάτω ἀπὸ τὴν ἐλιά, καὶ καθόταν μαζί τους πέντε λεπτά, μετὰ σηκωνόταν μὲ χαρὰ καὶ ἔλεγε:

- Ἐγὼ τώρα κεράσματα.

Ἔβγαζε νερὸ ἀπὸ τὴν στέρνα καὶ γέμιζε ἕνα κύπελλο γιὰ τὸν ἐπισκέπτη, ἔβαζε καὶ στὸ δικό του τενεκάκι (κονσερβοκούτι, ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦσε καὶ γιὰ μπρίκι) καὶ ἔψαχνε μετὰ νὰ βρῇ κανένα λουκούμι, ἄλλοτε κατάξηρο καὶ ἄλλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, τὸ ὁποῖο, ἐπειδὴ ἦταν εὐλογία του παπα-Τύχωνα, δὲν προξενοῦσε ἀηδία. Ἀφοῦ τὰ ἑτοίμαζε, ἔκανε τὸν Σταυρό του ὁ Γέροντας, ἔπαιρνε τὸ νερὸ καὶ ἔλεγε: «Πρῶτα ἐγώ· εὐλογεῖτε!» καὶ περίμενε νὰ τοῦ πῇ ὁ ἐπισκέπτης τὴν εὐχὴ «Ὁ Κύριος νὰ σὲ εὐλογήσῃ», ἀλλιῶς δὲν ἔπινε νερό. Μετὰ θὰ ἔδινε καὶ αὐτὸς τὴν εὐχή του. Τὴν εὐχὴ ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὴν αἰσθανόταν ὡς ἀνάγκη, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἱερωμένους ἢ μοναχούς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, μικροὺς καὶ μεγάλους στὴν ἡλικία.

Μετὰ ἀπὸ τὸ κέρασμα περίμενε νὰ ἰδῇ ἐὰν ἔχουν κανένα θέμα. Ὅταν ἔβλεπε ὅτι εἶναι ἀργόσχολος ἄνθρωπος καὶ ἦρθε μόνο γιὰ νὰ περάσῃ τὴν ὥρα του, τότε τοῦ ἔλεγε:

- Παιδί μου, στὴν κόλαση θὰ πᾶνε καὶ οἱ τεμπέληδες, ὄχι μόνο οἱ ἁμαρτωλοί.

Ἐὰν παρέμενε καὶ δὲν ἔφευγε, τὸν ἄφηνε ὁ Γέροντας καὶ ἔμπαινε στὸ Ναὸ καὶ προσευχόταν, καὶ ἔτσι ὁ ἐπισκέπτης ἀναγκαζόταν νὰ φύγῃ. Ὅταν πάλι ἤθελε νὰ ἐκμεταλλευθῇ κανεὶς τὴν ἁπλότητα τοῦ Γέροντα, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν ἄλφα ἢ βῆτα σκοπό του, τὸ καταλάβαινε μὲ τὴν θεία του φώτιση καὶ τοῦ ἔλεγε:

- Παιδί μου, ἐγὼ Ἑλληνικὰ δὲν ξέρω· πήγαινε σὲ κανέναν Ἕλληνα, γιὰ νὰ συνεννοηθῇς καλά.

Φυσικά, δὲν λυπόταν ποτὲ τὸν κόπο οὔτε τὸν χρόνο, ὅταν ἔβλεπε πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα στοὺς ἀνθρώπους. Ἐνῷ μὲ τὸ στόμα συμβούλευε, μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὸν νοῦ προσευχόταν. Ἡ προσευχή του ἦταν πιὰ αὐτοενέργητη, καρδιακή. Οἱ ἄνθρωποι, ποὺ τὸν πλησίαζαν, τὸ αἰσθάνονταν αὐτό, γιατὶ ἔφευγαν πολὺ δυναμωμένοι. Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς εὐλογοῦσε μέχρι νὰ κρυφτοῦν πιά.

Κάποτε τὸν εἶχε ἐπισκεφθῇ ὁ πατὴρ Ἀγαθάγγελος ὁ Ἰβηρίτης, ὡς διάκος. Ὅταν ἔφευγε, ἦταν σκοτάδι, δὲν εἶχε φωτίσει ἀκόμη. Ὁ παπα-Τύχων προεῖδε τὸν κίνδυνο, ποὺ θὰ διέτρεχε ὁ διάκος, καὶ ἀνέβηκε αὐτὴ τὴν φορὰ στὸ τοιχάκι τῆς μάνδρας καὶ εὐλογοῦσε συνέχεια. Ὅταν ἔφθασε ὁ διάκος στὴ ράχη καὶ εἶδε τὸν Γέροντα νὰ εὐλογῇ ἀκόμη, τὸν λυπήθηκε καὶ τοῦ φώναξε νὰ μὴ κουράζεται, νὰ μπῇ στὸ κελλί του. Αὐτὸς ὅμως ἀτάραχος μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια, σὰν τὸν Μωυσῆ, προσευχόταν καὶ εὐλογοῦσε. Ἐνῷ λοιπὸν βάδιζε ξένοιαστος ὁ διάκος, ξαφνικά, πέφτει πάνω σὲ καρτέρι κυνηγῶν, ποὺ περίμεναν ἀγριόχοιρους. Ἕνας κυνηγὸς τράβηξε νὰ ῥίξῃ, ἀλλὰ οἱ εὐχὲς τοῦ Γέροντα ἔσωσαν τὸν διάκο ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὸν κυνηγὸ ἀπὸ τὴν φυλακή. Γι’ αὐτὸ μοῦ ἔλεγε πάντα ὁ Γέροντας:

- Παιδί μου, νὰ μὴν ἔρχεσαι ποτὲ τὴν νύχτα, γιατὶ τὴν νύχτα τὰ θηρία περπατοῦν, καὶ οἱ κυνηγοὶ τὰ περιμένουν κρυμμένοι...

Ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἔλεγε στὸν μοναχό, ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσε καὶ θὰ ἔκανε τὸν ψάλτη, νὰ ἔρχεται τὸ πρωὶ μὲ τὸ φώτισμα. Τὴν ὥρα δὲ τῆς θείας λειτουργίας τοῦ ἔλεγε νὰ μένῃ στὸν μικρὸ διάδρομο, ἔξω ἀπὸ τὸν ναό, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ λέῃ τὸ Κύριε, ἐλέησαν, γιὰ νὰ νιώθῃ τελείως μόνος του καὶ νὰ κινῆται ἄνετα στὴν προσευχή του. Ὅταν ἔφθανε στὸ Χερουβικό, ὁ παπα-Τύχων ἡρπάζετο εἴκοσι ἕως τριάντα λεπτά, καὶ ὁ ψάλτης θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβῃ πολλὲς φορὲς τὸ Χερουβικό, μέχρι νὰ ἀκούσῃ τὶς περπατησιές του στὴν Μεγάλη Εἴσοδο. Ὅταν τὸν ρωτοῦσα μετὰ στὸ τέλος «τί βλέπεις, Γέροντα», ἐκεῖνος μοῦ ἀπαντοῦσε:

- Τὰ Χερουβεὶμ καὶ Σεραφεὶμ δοξολογοῦν τὸν Θεό.

Ἔλεγε ἐπίσης στὴν συνέχεια:

Ἐμένα μετὰ ἀπὸ μισὴ ὥρα μὲ κατεβάζει ὁ φύλακας μοῦ Ἄγγελος καὶ τότε συνεχίζω τὴν Θεία Λειτουργία.

Κάποτε, τὸν εἶχε ἐπισκεφθῆ ὁ π. Θεόκλητος ὁ Διονυσιάτης. Ἐπειδὴ ἡ πόρτα τοῦ παπα-Τύχωνα ἦταν κλειστή, καὶ ἀπὸ τὸν Ναὸ ἀκούγονταν γλυκιὲς ψαλμωδίες, δὲν θέλησε νὰ ἐνοχλήσῃ μὲ τὸ χτύπημα τῆς πόρτας, ἀλλὰ περίμενε νὰ τελειώσουν, γιατὶ νόμιζε ὅτι βρίσκονται στὸ «Κοινωνικό». Σὲ λίγο βγαίνει ὁ παπα-Τύχων καὶ ἀνοίγει τὴν πόρτα. Ὅταν μπῆκε ὁ π. Θεόκλητος, δὲν βρῆκε κανέναν ἄλλον ἐκτὸς ἀπὸ τὸν παπα-Τύχωνα. Τότε κατάλαβε ὅτι οἱ ψαλμωδίες ἐκεῖνες ἦταν ἀγγελικές.

Στὰ γεράματά του πιά, ἐπειδὴ ἔτρεμαν τὰ πόδια του, ἔρχονταν συνήθως καὶ λειτουργοῦσαν ὁ παπα-Μάξιμος καὶ ὁ παπα-Ἀγαθάγγελος, οἱ Ἰβηρίτες, ποὺ ἦταν πιὸ κοντά, καὶ τοῦ ἄφηναν καὶ ἅγιον ἄρτο, γιατὶ κοινωνοῦσε κάθε μέρα. Φυσικά, ἦταν προετοιμασμένος κάθε μέρα μὲ τὴν ἁγία του ζωή. Γιὰ τὸν παπα-Τύχωνα ὅλες σχεδὸν οἱ ἡμέρες τοῦ χρόνου ἦταν διακαινήσιμες, καὶ ζοῦσε πάντα τὴν πασχαλινὴ χαρά. Συνέχεια ἄκουγε κανεὶς ἀπὸ τὸ στόμα του τὸ Δόξα σοι ὁ Θεός, Δόξα σοι ὁ Θεός. Αὐτὸ συνιστοῦσε καὶ σὲ ὅλους: νὰ λέμε τὸ Δόξα σοι ὁ Θεός, ὄχι μόνο ὅταν περνᾶμε καλά, ἀλλὰ καὶ ὅταν περνᾶμε δοκιμασίες, γιατὶ καὶ τὶς δοκιμασίες τὶς ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς γιὰ φάρμακα τῆς ψυχῆς.

Πολὺ πονοῦσε γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ ὑπέφεραν στὸ ἄθεο καθεστὼς τῆς Ρωσίας. Μοῦ ἔλεγε μὲ δακρυσμένα μάτια:

- Παιδί μου, ἡ Ρωσία ἔχει ἀκόμη κανόνα ἀπὸ τὸν Θεό· θὰ πέραση ὅμως.

Γιὰ τὸν ἑαυτό του ὁ Γέροντας δὲν νοιαζόταν καθόλου οὔτε καὶ φοβόταν, γιατὶ εἶχε πολὺ φόβο Θεοῦ (θεία συστολὴ) καὶ εὐλάβεια. Ἐπειδὴ ἀγωνιζόταν καὶ μὲ πολλὴ ταπείνωση, δὲν διέτρεχε οὔτε τὸν πνευματικὸ κίνδυνο τῆς πτώσεως. Ἑπομένως, πῶς νὰ φοβηθῇ καὶ τί νὰ φοβηθῇ; Τοὺς δαίμονες, ποὺ τρέμουν ἀπὸ τὸν ταπεινὸ ἄνθρωπο, ἢ τὸν θάνατο, ποὺ συνέχεια τὸν μελετοῦσε καὶ ἑτοιμαζόταν χαρούμενος γι’ αὐτόν; Μάλιστα, εἶχε ἀνοίξει καὶ τὸν τάφο του μόνος του, γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος, καὶ ἔμπηξε καὶ τὸν Σταυρό, ποὺ καὶ αὐτὸν τὸν εἶχε κάνει ὁ ἴδιος, καὶ ἔγραψε τὰ ἑξῆς, ἀφοῦ εἶχε προαισθανθῇ τὸν θάνατο του: «Ἁμαρτωλὸς Τύχων, Ἱερομόναχος, 60 χρόνια στὸ Ἅγιον Ὄρος. Δόξα σοι ὁ Θεός».

Πάντα μὲ τὸ Δόξα σοι ὁ Θεὸς θὰ ἄρχιζε καὶ μὲ τὸ Δόξα σοι ὁ Θεὸς θὰ τελείωνε ὁ Γέροντας. Εἶχε συμφιλιωθῇ πιὰ μὲ τὸν Θεό, γι’ αὐτὸ χρησιμοποιοῦσε περισσότερο τὸ Δόξα σοι ὁ Θεὸς παρὰ τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με. Κινεῖτο, ὅπως εἴδαμε, στὸν θεῖο χῶρο, ἀφοῦ λάμβανε μέρος καὶ στὴν οὐράνια δοξολογία μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους τὴν ὥρα τῆς θείας λειτουργίας.

Ἐπειδὴ εἶχε ἀνάψει πιὰ ἡ φλόγα τοῦ θείου ἔρωτος μέσα στὴν καρδιά του, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὸν συγκινοῦσαν τὰ μάταια πράγματα, ὅπως ἀνέφερα. Τὸ κελλί του ἦταν καὶ αὐτὸ μικρό. Εἶχε ἕνα τραπεζάκι ποὺ ἀκουμποῦσε εἰκόνες, καθὼς καὶ τὸ ἀκοίμητο κανδήλι καὶ τὸ θυμιατήρι. Δίπλα εἶχε τὸ ἀγγελικό του σχῆμα καὶ τὸ τριμμένο του ράσο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ τοίχου εἶχε τον Ἐσταυρωμένο καὶ σὲ μιὰ ἄκρη εἶχε τρεῖς σανίδες γιὰ κρεβάτι μὲ μιὰ κουρελιασμένη κουβέρτα ἁπλωμένη γιὰ στρῶμα. Γιὰ σκέπασμα εἶχε ἕνα παλιὸ πάπλωμα μὲ τὰ βαμβάκια ἀπ’ ἔξω, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔπαιρναν καὶ τὰ ποντίκια βαμβάκι, γιὰ νὰ κάνουν τὶς φωλιές τους. Ἐπάνω στὸ δῆθεν μαξιλάρι του εἶχε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἕνα βιβλίο μὲ ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου. Τὸ δὲ πάτωμα τοῦ κελλιοῦ του ἦταν μὲν ἀπὸ σανίδες, ἀλλὰ φαινόταν σὰν σουβαντισμένο, ἐπειδὴ δὲν σκούπιζε ποτέ, καὶ οἱ λάσπες, ποὺ ἔμπαιναν ἀπὸ ἔξω, μὲ τὰ γένια καὶ τὰ μαλλιά, ποὺ ἔπεφταν κάτω χρόνια ὁλόκληρα, εἶχαν σχηματίσει κανονικὸ σουβᾶ.

Ὁ παπα-Τύχων δὲν ἔδινε καμιὰ σημασία στὸ καθάρισμα τοῦ κελλιοῦ του ἀλλὰ στὸ καθάρισμα τῆς ψυχῆς του, γι’ αὐτὸ καὶ κατόρθωσε νὰ γίνῃ δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια ἔπλενε τὴν ψυχή του μὲ τὰ πολλά του δάκρυα καὶ χρησιμοποιοῦσε χονδρὰ προσόψια, ἐπειδὴ τὰ συνηθισμένα μανδήλια δὲν τὸν ἐξυπηρετοῦσαν. Εἶχε φθάσει σὲ μεγάλη κατάσταση πνευματικὴ ὁ Γέροντας! Ἡ ψυχή του εἶχε γίνει πολὺ εὐαίσθητη, ἀλλά, γιὰ νὰ βρίσκεται ὁ νοῦς του συνέχεια στὸν Θεό, εἶχε φθάσει καὶ σὲ ἀναισθησία σωματική, ἀφοῦ δὲν αἰσθανόταν πιὰ καμιὰ ἐνόχληση ἀπὸ τὶς μῦγες, τὰ κουνούπια καὶ τοὺς ψύλλους, ποὺ εἶχε χιλιάδες. Τὸ κορμί του ἦταν κατατρυπημένο καὶ τὰ ροῦχα του γεμᾶτα ἀπὸ κόκκινα στίγματα. Μοῦ λέει ὁ λογισμός μου ὅτι καὶ μὲ τὶς σύριγγες νὰ τοῦ τραβοῦσαν τὸ αἷμα του τὰ ζουζούνια, πάλι δὲν θὰ τὸ αἰσθανόταν. Μέσα στὸ κελλί του κυκλοφοροῦσαν ὅλα ἐλεύθερα, ἀπὸ ζουζούνια μέχρι ποντίκια.

Κάποτε τοῦ εἶπε ἕνας μοναχός, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὰ ποντίκια νὰ χοροπηδοῦν:

- Γέροντα, θέλεις νὰ σοῦ φέρω μιὰ γάτα; Ἐκεῖνος ἀπήντησε:

Ὄχι, παιδί μου. Ἐγὼ ἔχω μιὰ γάτα, μιάμιση φορὰ μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν γάτα. Ἔρχεται ἐδῶ, τήν ταΐζω, τὴν χαϊδεύω, καὶ μετὰ πηγαίνει στὴν καλύβα της κάτω στὸ λάκκο καὶ ἡσυχάζει.

Ἦταν μιὰ ἀλεποῦ, ἡ ὁποῖα ἐπισκεπτόταν τὸν Γέροντα τακτικά, σὰν καλὸς γείτονας. Εἶχε ἐπίσης καὶ μία ἀγριόχοιρο, ποὺ γεννοῦσε κάθε χρόνο κοντὰ στὸ φράχτη τοῦ κήπου του, γιὰ νὰ τὴν προστατεύῃ ὁ Γέροντας.

Ὅταν ἔβλεπε κυνηγοὺς νὰ περνοῦν ἀπὸ τὴν περιοχή του, τοὺς ἔλεγε ὁ παπα-Τύχων:

- Παιδιά μου, ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα γουρούνια. Φύγετε.

Οἱ κυνηγοὶ νόμιζαν ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀγριόχοιροι στὴν περιοχή του καὶ ἔφευγαν.

Ὁ ἅγιος Γέροντας σὰν καλὸς πατέρας τοὺς μὲν ἀνθρώπους ἔτρεφε πνευματικά, τὰ δὲ μεγάλα ἄγρια ζῶα τὰ τάιζε ἀπὸ τὴν λίγη τροφὴ ποὺ εἶχε καὶ τὰ χόρταινε περισσότερο ἀπὸ τὴν πολλή του ἀγάπη, καὶ τὰ μικρὰ ζουζούνια τ’ ἄφηνε νὰ θηλάζουν ἀπὸ τὸ λίγο του αἷμα.

Εἶχε γερὴ κράση ὁ Γέροντας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πολλὴ ἄσκηση εἶχε ἐξαντληθῆ. Ὅταν τὸν ρωτοῦσε κανεὶς «τί κάνεις, Γέροντα, εἶσαι καλά», ἀπαντοῦσε:

- Δόξα σοι ὁ Θεός, καλὰ εἶμαι, παιδί μου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄρρωστος, ἀλλὰ ἀδυναμία ἔχω.

Πολὺ στενοχωριόταν, ὅταν ἔβλεπε καλοθρεμμένο νέο, καὶ περισσότερο, ὅταν ἔβλεπε καλοθρεμμένο καλόγηρο, ἐπειδὴ δὲν ταιριάζουν τὰ παχιὰ μὲ τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα. Μιὰ μέρα τὸν ἐπισκέφτηκε ἕνας λαϊκὸς πολὺ χονδρὸς καὶ τοῦ λέει:

- Γέροντα, ἔχω πόλεμο σαρκικὸ μὲ βρόμικους λογισμούς, ποὺ δὲν μ’ ἀφήνουν καθόλου νὰ ἡσυχάσω.

Ὁ παπα-Τύχων τοῦ εἶπε:

- Ἐάν, παιδί μου, ἐσὺ θὰ κάνης ὑπακοή, μὲ τὴν χάρη του Χριστοῦ ἐγὼ θὰ σὲ κάνω Ἄγγελο. Νὰ λές, παιδί μου, συνέχεια τὴν εὐχή, τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, καὶ νὰ περνᾶς ὅλες τὶς ἡμέρες μὲ ψωμὶ καὶ νερό, καὶ τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ νὰ τρῶς φαγητὸ μὲ λίγο λάδι. Νὰ κάνῃς καὶ ἀπὸ ἑκατὸν πενῆντα μετάνοιες τὴν νύκτα καὶ νὰ διαβάζῃς μετὰ τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας καὶ ἕνα κεφάλαιο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας. Μετὰ ἀπὸ ἕξι μῆνες, ποὺ τον ξαναεπισκέφτηκε, ὁ Γέροντας δὲν μπόρεσε νὰ τὸν γνωρίσῃ, γιατὶ εἶχαν φύγει ὅλα τὰ περίσσια παχιά, καὶ μὲ εὐκολία πιὰ χωροῦσε ἀπὸ τὴν στενὴ πόρτα τοῦ Ναοῦ του. Ὁ Γέροντας τὸν ρώτησε:

Πῶς περνᾶς τώρα, παιδί μου; Καὶ ἐκεῖνος ἀπήντησε:

- Τώρα νιώθω πραγματικὰ σὰν Ἄγγελος, γιατὶ δὲν ἔχω οὔτε σαρκικὲς ἐνοχλήσεις οὔτε καὶ βρώμικους λογισμοὺς καὶ αἰσθάνομαι πολὺ ἐλαφρός, ποὺ ἔφυγαν τὰ πάχη.

Μὲ τέτοιες πρακτικὲς συμβουλὲς νουθετοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοῦ ζητοῦσαν βοήθεια. Ἐκτός, φυσικά, ἀπὸ τὴν μεγάλη πεῖρα ποὺ εἶχε ἀποκτήσει, εἶχε λάβει καὶ θεῖο φωτισμὸ ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀσκητικούς του ἀγῶνες. Μετὰ ἀπὸ τὶς νουθεσίες του ἐπακολουθοῦσαν οἱ προσευχές του, ποὺ τὶς αἰσθάνονταν οἱ ἐπισκέπτες ἔντονα, ὅταν ἔφευγαν.

Τὸ πετραχήλι σχεδὸν ποτὲ δὲν τὸ ἔβγαζε, γιατὶ πολλες φορὲς τὸ σήκωνε ἀπὸ τὸν ἕναν ἄνθρωπο καὶ τὸ ἅπλωνε στὸν ἄλλον καὶ ἔπαιρνε τὶς ἁμαρτίες ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του καὶ τοὺς ξαλάφρωνε μὲ τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐξομολογήσεως. Τὶς ἐξομολογήσεις, ποὺ τοῦ ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι, τὶς ξεχνοῦσε ἀμέσως καὶ ἔτσι ἔβλεπε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πάντοτε καλοὺς καὶ ὅλο καλοὺς λογισμοὺς εἶχε γιὰ ὅλους, γιατὶ εἶχε ἐξαγνισθῆ πιὰ ἡ καρδιά του καὶ ὁ νοῦς του.

Κάποτε τὸν εἶχε ρωτήσει ἕνας ἡγούμενος:

- Γέροντα, ποιός ἀδελφὸς εἶναι πιὸ καθαρὸς μέσα στὸ κοινόβιο; Ὁ παπα-Τύχων ἀπήντησε:

Ἅγιε Καθηγούμενε, ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ εἶναι καθαροί. Ποτὲ δὲν πλήγωνε ἄνθρωπο, ἀλλὰ τοῦ θεράπευε τὰ τραύματα μὲ τὸ βάλσαμο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἔλεγε στὴν πονεμένη ψυχή:

- Παιδί μου, ἐσένα ὁ Χριστὸς σὲ ἀγαπάει, σὲ συγχώρεσε. Ὁ Χριστὸς ἀγαπάει περισσότερο τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν καὶ ζοῦν μὲ ταπείνωση.

Πάντα τόνιζε τὴν ταπείνωση καὶ ἔλεγε χαρακτηριστικά:

Ἕνας ταπεινὸς ἄνθρωπος ἔχει περισσότερη χάρη ἀπὸ πολλοὺς ἀνθρώπους. Κάθε πρωὶ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τὸν κόσμο μὲ τὸ ἕνα χέρι, ἀλλ’ ὅταν ἰδῇ κανέναν ταπεινὸ ἄνθρωπο, τὸν εὐλογεῖ μὲ τὰ δυό του χέρια. Πά-πά-πά, παιδί μου! ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μεγαλύτερη ταπείνωση, εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους.

Ἐπίσης, ἔλεγε γι’ αὐτοὺς ποὺ παρθενεύουν πῶς πρέπει νὰ ἔχουν καὶ ταπείνωση, γιατὶ ἀλλιῶς δὲν σώζονται μόνο μὲ τὴν παρθενία, διότι ἡ κόλαση εἶναι γεμάτη καὶ ἀπὸ ὑπερήφανους παρθένους.

Ὅταν καυχᾶται κανεὶς ὅτι εἶναι παρθένος – ἔλεγε -θὰ τοῦ πῇ ὁ Χριστός: «Ἐπειδὴ δὲν ἔχεις καὶ ταπείνωση, πήγαινε στὴν κόλαση». Ἐνῷ σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἦταν ἁμαρτωλὸς καὶ μετανόησε καὶ ζῆ ταπεινὰ μὲ συντριβὴ καρδίας καὶ ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, θὰ τοῦ πῇ ὁ Χριστός: «Ἔλα, παιδί μου, ἐδῶ στὸν γλυκὸ Παράδεισο».

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν μετάνοια τόνιζε πολὺ τὴν μελέτη τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου νὰ γυρίζῃ συνέχεια γύρω ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐπίσης, τόνιζε τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων: Εὐεργετινό, Φιλοκαλία, Ἅγιο Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Ἅγιο Μάξιμο, Συμεῶν Νέο Θεολόγο, Ἄββὰ Μακάριο καὶ Ἄββὰ Ἰσαάκ. «Ἡ μελέτη, ἔλεγε ὁ Γέροντας, θερμαίνει καὶ τὴν ψυχή, καθαρίζει καὶ τὸν νοῦ καὶ ἔτσι ἀσκεῖται μὲ προθυμία ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀποκτάει ἀρετές, ἐνῷ, ὅταν δὲν ἀσκῆται, ἀποκτάει πάθη».

Μιὰ μέρα μὲ ρώτησε:

- Ἐσύ, παιδί μου, τί βιβλία διαβάζεις; Τοῦ ἀπήντησα:

- Ἀββᾶ Ἰσαάκ.

- Πά-πά-πά, παιδί μου! αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι μεγάλος! Οὔτε ἕναν ψύλλο δὲν σκότωνε ὁ ἀββὰς Ἰσαάκ.

Ἤθελε μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπε νὰ τονίσῃ τὴν μεγάλη πνευματικὴ εὐαισθησία τοῦ Ἁγίου.

Ὁ παπα-Τύχων προσπαθοῦσε νὰ μιμηθῇ τὸν ἅγιο Ἰσαάκ, ὄχι μόνο στὸ ἡσυχαστικό του πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ στὴν εὐαισθησία τῆς πνευματικῆς του ἀρχοντιᾶς, καὶ δὲν ἐπιβάρυνε κανέναν ἄνθρωπο. Ἔλεγε στοὺς μοναχοὺς ὅτι πρέπει νὰ ζοῦν ἀσκητικά, γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὶς μέριμνες, καὶ ὄχι νὰ δουλεύουν σὰν ἐργάτες καὶ νὰ τρῶνε σὰν κοσμικοί. Γιατὶ τὸ ἔργο τοῦ μοναχοῦ εἶναι οἱ μετάνοιες, οἱ νηστεῖες, οἱ προσευχές, ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους, καὶ λίγη δουλειὰ γιὰ τὰ ἀπαραίτητα, γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνῃ τοὺς ἄλλους, διότι μὲ τὴν πολλὴ δουλειὰ καὶ μέριμνα ξεχνάει κανεὶς τὸν Θεό. Ἔλεγε χαρακτηριστικά:

- Ὁ Φαραὼ ἔδινε πολλὴ δουλειὰ καὶ πολὺ φαγητὸ στὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ ξεχάσουν τὸν Θεό.

Πρὶν ἀρχίσῃ τὶς συμβουλές του ὁ Γέροντας, εἶχε τυπικὸ νὰ κάνῃ πρῶτα προσευχή, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ τὸν φωτίσῃ, καὶ αὐτὸ συνιστοῦσε καὶ στοὺς ἄλλους. Ἔλεγε: «Ὁ Θεὸς ἄφησε τὸ ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ μᾶς φωτίζῃ. Αὐτὸ εἶναι νοικοκύρης. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μας ἀρχίζει μὲ τὸ Βασιλεῦ οὐράνιε, παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Ἐνῷ ἔλεγε αὐτὰ γιὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλοιωνόταν τὸ πρόσωπο του, καὶ πολλοὶ εὐλαβεῖς ἄνθρωποι τὴν ἔβλεπαν αὐτὴ τὴν ἀλλοίωση.

Μερικοὶ τὸν τραβοῦσαν καὶ καμιὰ φωτογραφία κρυφά. Ἄλλοι τοῦ ζητοῦσαν εὐλογία γιὰ νὰ τὸν φωτογραφίσουν, καὶ αὐτὸς τὸ δεχόταν ἁπλᾶ. Σηκωνόταν ἀμέσως, πήγαινε στὸ Ναὸ καὶ φοροῦσε τὸ Ἀγγελικό του Σχῆμα. Ἔπαιρνε καὶ τὸν Σταυρὸ στὸ ἕνα χέρι καὶ μὲ τὸ ἄλλο ξέπλεκε τὴν μεγάλη του γενειάδα, τὴν ὁποία ἔδενε κότσο, καὶ φαινόταν πράγματι σὰν τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, ἰδίως στὰ ὑστερνά του, ποὺ εἶχε γίνει ὁλόλευκος πιὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά. Ἀφοῦ λοιπὸν ἑτοιμαζόταν, στεκόταν κάτω ἀπὸ τὴν ἐλιά, γιὰ νὰ τὸν φωτογραφίσουν, καὶ ἔπαιρνε μιὰ στάση μικροῦ παιδιοῦ. Εἶχε ὡριμάσει πιὰ πνευματικὰ καὶ εἶχε γίνει σὰν μικρὸ παιδί, ὅπως μᾶς συνιστᾷ ὁ Χριστὸς νὰ γίνουμε σὰν τὰ ἄκακα παιδιά.

Οἱ πατέρες ποὺ τὸν συμβουλεύονταν, στὰ γεράματά του τὸν ἐπισκέπτονταν πιὸ τακτικά, γιὰ νὰ τοῦ προσφέρουν καμιὰ βοήθεια, καὶ τὸν ρωτοῦσαν:

- Γέροντα, μήπως θέλεις νὰ σοῦ κόψουμε ξύλα; Ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:

- Κάνετε ὑπομονή, ἐὰν δὲν πεθάνω τὸ καλοκαίρι, νὰ μοῦ κόψετε ξύλα γιὰ τὸν χειμῶνα.

Τὸ 1968 εἶχε προαισθανθῇ πιὰ τὸν θάνατο του, γιατὶ συνέχεια ἀνέφερε γιὰ τὸν θάνατο. Τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει καὶ οἱ λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετὰ τῆς Παναγίας (τὸν Δεκαπενταύγουστο) εἶχε πέσει στὸ κρεβάτι καὶ ἔπινε μόνο νερό, γιατὶ καιγόταν ἐσωτερικά. Παρ᾿ ὅλο ποὺ βρισκόταν σ` αὐτὴ τὴν κατάσταση, πάλι δὲν ἤθελε νὰ μένῃ ἄνθρωπος κοντά του, γιὰ νὰ μὴ τὸν περισπᾷ στὴν ἀδιάλειπτη προσευχή του.

Ὁταν εἶχε πλησιάσει ἡ τελευταία ἑβδομάδα τῆς ζωῆς του ἐπὶ τῆς γῆς, τότε μοῦ εἶπε νὰ καθήσω κοντά του, γιατὶ θὰ ἀποχωριζόμασταν πιά, ἀφοῦ θὰ ἔφευγε ἐκεῖνος γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ αὐτὲς τὶς δέκα ἡμέρες δὲν μὲ ἄφηνε νὰ μένω συνέχεια κοντά του, ἀλλὰ μοῦ ἔλεγε νὰ πηγαίνω στὸ διπλανὸ κελλάκι, γιὰ νὰ προσεύχωμαι κι ἐγὼ μετὰ ἀπὸ τὴν μικρὴ βοήθεια ποὺ τοῦ πρόσφερα. Φυσικά, δὲν εἶχα τὰ ἀπαιτούμενα γιὰ νὰ τὸν ἀνακουφίσω ὅσο ἔπρεπε, ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἀνακουφισθῆ ποτὲ τὸ ταλαιπωρημένο του σῶμα, καὶ ἡ ἐλάχιστη βοήθεια τοῦ φαινόταν πολὺ μεγάλη.

Μιὰ μέρα, εἶχα οἰκονομήσει δύο λεμόνια καὶ τοῦ ἔκανα μιὰ λεμονάδα. Μόλις ἤπιε λίγο δροσίστηκε καὶ μὲ κοιτοῦσε παράξενα.

- Πά- πά- πά, παιδί μου! αὐτὸ τὸ νερὸ εἶναι πολὺ καλό! Ποῦ τὸ βρῆκες; Ὁ Χριστὸς νὰ σοῦ δώσῃ σαράντα χρυσᾶ στεφάνια.

Φαίνεται δὲν εἶχε πιῆ ποτὲ λεμονάδα, ἢ εἶχε πιῆ, ὅταν ἦταν πολὺ μικρός, καὶ εἶχε ξεχάσει τὴν γεύση της.

Ἐπειδὴ ἦταν ἀκίνητος πιὰ στὸ κρεβάτι, γιατὶ εἶχε παραδώσει σ’ αὐτὸ τὶς λίγες του σωματικὲς δυνάμεις καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῇ νὰ πάῃ στὸ ναὸ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπου λειτουργοῦσε μὲ εὐλάβεια χρόνια ὁλόκληρα, μοῦ ζήτησε νὰ τοῦ φέρω τὸν Σταυρὸ ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα γιὰ παρηγοριά. Ὅταν εἶδε τὸν Σταυρό, γυάλισαν τὰ μάτια του καί, ἀφοῦ τὸν ἀσπάσθηκε μὲ εὐλάβεια, τὸν κρατοῦσε σφιχτὰ στὸ χέρι του μὲ ὅλη τὴν δύναμη ποὺ τοῦ εἶχε ἀπομείνει. Εἶχα δέσει καὶ ἕνα κλωνάρι βασιλικὸ στὸν Σταυρὸ καὶ τοῦ ἔλεγα:

- Μυρίζει καλά, Γέροντα; Ἐκεῖνος μοῦ ἀπαντοῦσε:

- Ὁ Παράδεισος, παιδί μου, μυρίζει πολὺ καλύτερα.

Μιὰ μέρα ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς τελευταῖες του, εἶχα βγεῖ ἔξω, γιὰ νὰ τοῦ φέρω λίγο νερό. Ὅταν ἄνοιξα μετὰ καὶ μπῆκα στὸ κελλί του, μὲ κοιτοῦσε παράξενα καὶ μοῦ λέγει:

- Ἐσύ, ὁ Ἅγιος Σέργιος εἶσαι;

- Ὄχι, Γέροντα, εἶμαι ὁ Παΐσιος.

- Τώρα, παιδί μου, ἦταν ἐδῶ ἡ Παναγία, ὁ ἅγιος Σέργιος καὶ ὁ ἅγιος Σεραφείμ. Ποὺ πῆγαν; Κατάλαβα ὅτι κάτι γίνεται καὶ τὸν ρώτησα:

- Τί σοῦ εἶπε ἡ Παναγία;

- Θὰ περάσῃ ἡ πανήγυρη καὶ μετὰ θὰ μὲ πάρῃ.

Ἦταν ἀπόγευμα, παραμονὴ τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, 7 Σεπτεμβρίου τοῦ 1968 καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, στὶς 10 Σεπτεμβρίου, ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ. Τὴν προτελευταία ἡμέρα μοῦ εἶχε πεῖ ὁ Γέροντας:

- Αὔριο θὰ πεθάνω καὶ θέλω νὰ μὴ κοιμηθῇς, γιὰ νὰ σὲ εὐλογήσω.

Ἐγὼ τὸν λυπόμουνα ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ποὺ κουραζόταν, γιατὶ συνέχεια τρεῖς ὧρες εἶχε τὰ χέρια του ἐπάνω στὸ κεφάλι μου, μὲ εὐλογοῦσε καὶ μὲ ἀσπαζόταν γιὰ τελευταία φορά. Γιὰ νὰ ἐκφράσῃ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του γιὰ τὸ λίγο νερὸ ποὺ τοῦ εἶχα δώσει στὰ τελευταῖα του, μοῦ ἔλεγε:

- Γλυκό μου Παΐσιο, ἐμεῖς, παιδί μου, θὰ ἔχουμε ἀγάπη εἰς αἰῶνας αἰώνων, ἡ ἀγάπη εἶναι ἀκριβὴ ἡ δική μας. Ἐσὺ θὰ κάνῃς εὐχὴ ἀπὸ ἐδῶ, καὶ ἐγὼ θὰ κάνω ἀπὸ τὸν οὐρανό. Πιστεύω ὅτι θὰ μὲ ἐλεήσῃ ὁ Θεός, γιατὶ ἑξῆντα χρόνια, παιδί μου, Καλόγηρος, συνέχεια ἔλεγα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.

Ἔλεγε ἐπίσης:

- Ἐγὼ θὰ λειτουργῶ πιὰ στὸν Παράδεισο. Ἐσὺ νὰ κάνῃς εὐχὴ ἀπὸ ἐδῶ, καὶ ἐγὼ θὰ ἔρχωμαι κάθε χρόνο νὰ σὲ βλέπω. Ἐὰν ἐσὺ θὰ καθήσῃς στὸ Κελλὶ αὐτό, ἐγὼ θὰ ἔχω χαρά, ἀλλὰ ὅπως ὁ Θεὸς θέλει, παιδί μου. Σοῦ ἔχω καὶ κουμπάνια, γιὰ τρία χρόνια κονσέρβες, καὶ μοῦ ἔδειχνε, δίπλα, ἕξι μικρὰ κουτιὰ σαρδέλες καὶ ἄλλα τέσσερα κουτιὰ καλαμάρια, ποὺ τὰ εἶχε φέρει κάποιος ἀπὸ καιρό, καὶ ἔμειναν στὴν ἴδια θέση, ὅπου τὰ εἶχε ἀφήσει ὁ ἐπισκέπτης τότε. (Γιὰ μένα αὐτὲς οἱ κονσέρβες δὲν ἔφθαναν οὔτε γιὰ μιὰ ἑβδομάδα).

Ξανὰ ἐπανελάμβανε ὁ Γέροντας:

- Ἐμεῖς, παιδί μου, θὰ ἔχουμε ἀκριβὴ ἀγάπη εἰς αἰῶνας αἰώνων, καὶ θὰ ἔρχωμαι κάθε χρόνο νὰ σὲ βλέπω, καὶ τὰ μάτια του ἔτρεχαν δάκρυα συνέχεια.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἐκεῖνες οἱ δέκα τελευταῖες ἡμέρες ποὺ παρέμεινα κοντά του, ἦταν ἡ μεγαλύτερη εὐλογία τοῦ Θεοῦ γιὰ μένα, γιατὶ βοηθήθηκα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά, Ἀφοῦ μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ τὸν ζήσω λίγο ἀπὸ κοντὰ καὶ νὰ τὸν γνωρίσω καλύτερα. Αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔκανε μεγαλύτερη ἐντύπωση ἦταν τὸ πόσο στὰ ζεστὰ εἶχε πάρει τὸ θέμα τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς! Δίπλα ἀπὸ τὸ κρεβάτι του εἶχε ἕτοιμες ἐπιστολές, γιὰ νὰ τὶς ταχυδρομήσω, μόλις πεθάνῃ, σὲ γνωστούς του ἐπισκόπους, γιὰ νὰ τὸν μνημονεύουν. Ἐπίσης μοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φέρω ἐπίσκοπο νὰ τὸν διάβαση στὸν τάφο καὶ νὰ τὸν ἀφήσω ἐκεῖ – νὰ μὴ τοῦ κάνω τὴν ἐκταφή – μέχρι τὴν δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

Εἶχα εἰδοποιήσει ἐν τῷ μεταξὺ στὸ μοναστήρι ὅτι εἶναι πιὰ στὰ τελευταῖα του ὁ παπα-Τύχων, καὶ ἦρθε ὁ πατὴρ Βασίλειος, γιὰ νὰ τὸν ἑτοιμάσουμε. Ἔβλεπες πιὰ σιγὰ-σιγὰ νὰ σβήνῃ ὁ Γέροντας, σὰν τὸ κανδήλι, ποὺ τελειώνει τὸ λάδι ἀπὸ τὴν κούπα καὶ μένει λίγο στὸ φυτίλι, καὶ κάνει τὶς τελευταῖες του ἀναλαμπές. Ἔτσι μᾶς ἔφυγε ἡ ἁγιασμένη του ψυχὴ καὶ μᾶς ἄφησε τὸ σῶμα του καὶ ἕνα μεγάλο κενό. Τὸν ἑτοιμάσαμε οἱ δυό μας καὶ εἰδοποιήσαμε τὸ πρωὶ καὶ τοὺς ἄλλους πατέρες, καὶ τοῦ διάβασαν τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία οἱ γνωστοί του ἱερεῖς μὲ εὐλάβεια. Μᾶς ἄφησε πόνο, φυσικά, στὶς ψυχές μας μὲ τὸν ἀποχωρισμό του, γιατὶ ἡ παρουσία του ἔπαιρνε πόνο καὶ σκορποῦσε παρηγοριά. Τώρα πιὰ ὁ Γέροντας θὰ μᾶς ἐπισκέπτεται ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ θὰ μᾶς βοηθάῃ περισσότερο. Ἄλλωστε, τὸ εἶχε ὑποσχεθῆ ὁ ἴδιος: «Ἐγὼ θὰ ἔρχωμαι κάθε χρόνο νὰ σὲ βλέπω».

Πέρασαν τρία χρόνια ὁλόκληρα, χωρὶς νὰ μοῦ παρουσιασθῇ, καὶ αὐτὸ μὲ ἔβαλε σὲ λογισμούς: «μήπως ἔσφαλα σὲ κάτι;» Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια μοῦ ἔκανε τὴν πρώτη του ἐπίσκεψη. Ἐὰν ἐννοοῦσε ὁ Γέροντας ὅτι τὸ «...κάθε χρόνο» θὰ ἄρχιζε μετὰ ἀπὸ τὰ τρία χρόνια, αὐτὸ μὲ παρηγορεῖ, γιατὶ ἔτσι δὲν ἤμουν ἐγὼ αἰτία σ’ αὐτὸ τὸ θέμα.

Ἡ πρώτη λοιπὸν φορὰ ἦταν στὶς 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετὰ τὸ μεσονύκτιο. Ἐνῷ ἔλεγα τὴν εὐχή, βλέπω ξαφνικὰ τὸν Γέροντα νὰ μπαίνῃ στὸ κελλί! Πετάχτηκα καὶ τοῦ ἔπιασα τὰ πόδια καὶ τὰ φιλοῦσα μὲ εὐλάβεια. Δὲν κατάλαβα ὅμως πῶς ξεγαντζώθηκε ἀπὸ τὰ χέρια μου καί, καθὼς ἔφευγε, τὸν εἶδα νὰ μπαίνῃ στὸ Ναό, καὶ ἐξαφανίστηκε. Φυσικά, τὰ χάνει κανεὶς ἐκείνη τὴν ὥρα, ὅταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Οὔτε καὶ μπορεῖ νὰ τὰ ἐξηγήσῃ αὐτὰ μὲ τὴν λογική, γι’ αὐτὸ καὶ λέγονται θαύματα. Ἄναψα ἀμέσως τὸ κερί, γιατὶ μόνο τὸ κανδήλι εἶχα ἀναμμένο, ὅταν συνέβη αὐτό, γιὰ νὰ σημειώσω στὸ ἡμερολόγιο τὴν ἡμέρα αὐτὴ ποὺ μοῦ εἶχε παρουσιασθῇ ὁ Γέροντας, γιὰ νὰ τὸ θυμᾶμαι. Ὅταν εἶδα ὅτι ἦταν ἡ ἡμέρα ποὺ εἶχε κοιμηθῇ ὁ Γέροντας (10η Σεπτεμβρίου), πολὺ λυπήθηκα καὶ ἐλέγχθηκα, ποὺ μοῦ πέρασε τελείως ἀπαρατήρητη ἐκείνη ἡ ἡμέρα. Πιστεύω νὰ μὲ συγχώρησε ὁ καλὸς πατέρας, γιατὶ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ἀπὸ τὸ φώτισμα τὸ ἡλιοβασίλεμα, εἶχα ἐπισκέπτες στὸ καλύβι καὶ εἶχα κουραστῇ καὶ ζαλιστῇ καὶ ξεχάστηκα τελείως. Ἀλλιῶς, κάτι θὰ ἔκανα γιὰ νὰ βοηθηθῶ ὁ ἴδιος καὶ νὰ δώσω λίγη χαρὰ στὸν Γέροντα μὲ ὁλονύκτια προσευχή.

Δὲν ξέρω ἐὰν εἶχε παρουσιασθῆ σὲ ἄλλον, πρὶν ἀπὸ τὴν πρώτη αὐτὴ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε. Στὸ κελλί μου πάντως εἶχε παρουσιασθῇ καὶ σ’ ἕναν ἄγνωστο μοναχὸ (πρώην Καρακαλληνό), στὸν πατέρα Ἀνδρέα, ὡς ἑξῆς:

Εἶχε ἔρθει στὸ Κελλί μου, γιὰ νὰ τὸν ἐξυπηρετήσω σὲ κάτι ποὺ ἤθελε. Φυσικά, οὔτε μὲ γνώριζε οὔτε καὶ ἐγὼ τὸν γνώριζα. Περίμενε λοιπὸν ἔξω ἀπὸ τὸ Κελλί μου, κάτω ἀπὸ τὴν ἐλιά, γιατὶ νόμιζε ὅτι ἀπουσιάζω. Ἐγὼ ἤμουν μέσα στὸ ἐργαστήρι καὶ δὲν ἀκουγόμουνα, γιατὶ βερνίκωνα εἰκονάκια. Ὅταν τελείωσα, ἔψαλα τὸ Ἅγιος ὁ Θεὸς καὶ βγῆκα ἔξω. Μόλις μὲ εἶδε ὁ πατὴρ Ἀνδρέας, ξαφνιάστηκε καὶ μοῦ διηγήθηκε μὲ θαυμασμὸ τὸ ἑξῆς γεγονός:

«Ἐνῷ περίμενα κάτω ἀπὸ τὴν ἐλιά, εἶχαν κλείσει τὰ μάτια μου, ἀλλὰ τὶς αἰσθήσεις μου τὶς εἶχα. Βλέπω, λοιπόν, ἕναν Γέροντα νὰ βγαίνῃ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ δενδρολίβανα καὶ νὰ μοῦ λέῃ:

- Ποιὸν περιμένεις;

Καὶ ἐγὼ τοῦ ἀπήντησα:

-Τὸν πατέρα Παΐσιο.

Ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε:

- Ἐδῶ εἶναι, καὶ ἔδειχνε μὲ τὸ δάκτυλο πρὸς τὸ κελλί.

Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ποὺ ἔδειχνε, ἄκουσα νὰ ψέλνῃς τὸ Ἅγιος ὁ Θεὸς καὶ βγῆκες ἔξω. Αὐτός, Πάτερ Παΐσιε, θὰ εἶναι κανένας ἅγιος, γιατὶ τοὺς καταλαβαίνω. Ἔχω ἰδεῖ καὶ ἄλλες φορὲς τέτοια!»

Τότε τοῦ διηγήθηκα μερικὰ γιὰ τὸν Γέροντα καὶ τοῦ εἶπα ὅτι ἐκεῖ στὰ δενδρολίβανα εἶναι ὁ τάφος του. Εἶχα φυτέψει γύρω – γύρω δενδρολίβανα, τὰ ὁποῖα εἶχαν μεγαλώσει, καὶ δὲν διακρινόταν ὁ τάφος, γιὰ νὰ μὴ πατιέται τὸ λείψανό του, μιὰ ποὺ μοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μὴ τοῦ κάνω ἐκταφή.

Νομίζω ὅτι ἀπὸ τὰ λίγα αὐτὰ ποὺ ἀνέφερα καὶ ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ ἔγραψα γύρω ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ σεβαστοῦ Γέροντος, πολλὰ θὰ καταλάβουν ὅσοι ἔχουν ἐσωτερικὰ βιώματα. Φυσικά, ὅσοι ζοῦνε ταπεινὰ καὶ στὴν ἀφάνεια μποροῦν νὰ καταλάβουν πόσο ἀδικοῦνται οἱ Ἅγιοι, μὲ τὸ νὰ βλέπουμε μόνο τὶς ἐξωτερικὲς ἀρετὲς τῶν Ἁγίων – ὅσες δὲν κρύβονται – καὶ αὐτὲς μόνο νὰ γράφουμε, ἐνῷ ὁ πνευματικὸς πλοῦτος τῶν Ἁγίων μας εἶναι σχεδὸν ἄγνωστος. Αὐτὰ τὰ λίγα, συνήθως, ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους ἢ τοὺς ξέφυγαν, διότι δὲν μπόρεσαν νὰ τὰ κρύψουν, ἢ τοὺς ἀνάγκαζε ἡ μεγάλη τους ἀγάπη νὰ κάνουν αὐτὴ τὴν πνευματικὴ ἐλεημοσύνη.

Φυσικά, μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πνευματικὰ μέτρα τῶν Ἁγίων. Οὔτε καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Ἅγιοι τὰ γνώριζαν, διότι οἱ Ἅγιοι μόνο τὶς ἁμαρτίες τους μετροῦσαν καὶ ὄχι τὰ πνευματικά τους μέτρα. Ἔχοντας λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ἅγιο αὐτὸ τυπικὸ τῶν Ἁγίων, ποὺ δὲν ἀναπαύονται στοὺς ἀνθρώπινους ἐπαίνους, προσπάθησα νὰ περιοριστῶ στὰ ἀπαραίτητα γεγονότα. Πιστεύω ὅτι εἶναι εὐχαριστημένος καὶ ὁ παπα-Τύχων καὶ δὲν θὰ παραπονεθῇ, ὅπως παραπονέθηκε σ’ αὐτὸν ὁ φίλος του Γερο-Σιλουανός, ὅταν εἶχε γράψει γιὰ πρώτη φορὰ τὸν βίο του ὁ πατὴρ Σωφρόνιος. Εἶχε παρουσιασθῆ τότε ὁ Γερο-Σιλουανὸς στὸν παπα-Τύχωνα καὶ τοῦ εἶπε:

- Αὐτὸς ὁ εὐλογημένος πατὴρ Σωφρόνιος πολλὰ ἐγκώμια μοῦ ἔγραψε, δὲν τὸ ἤθελα.

Γι’ αὐτὸ φυσικὰ εἶναι καὶ Ἅγιοι. Ἐπειδὴ ἀπέφευγαν τὴν ἀνθρώπινη δόξα, τοὺς ἐδόξασε ὁ Θεός.

Οἱ εὐχὲς του παπα-Τύχωνα καὶ ὅλων τῶν γνωστῶν καὶ ἀγνώστων Ἁγίων νὰ μᾶς βοηθᾶνε στὰ δύσκολα χρόνια ποὺ περνᾶμε. Ἀμήν.


Ἡ προσευχὴ τοῦ παπα-Τύχωνα

«Δόξα εἰς τὸν Γολγοθᾶ τοῦ Χριστοῦ».

Ὦ Θεῖε Γολγοθᾶ, ἁγιασμένε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ! Σὲ παρακαλοῦμε, πές μας πόσες χιλιάδες ἁμαρτωλῶν μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα καθάρισες καὶ γέμισες τὸν νυμφῶνα τοῦ Παραδείσου;

Ὤ! μὲ τὴν ἀγάπη σου τὴν ἄρρητη, Χριστὲ Βασιλιᾶ, μὲ τὴν χάρη σου ὅλα τὰ οὐράνια παλάτια γέμισες ἀπὸ μετανοοῦντας ἁμαρτωλούς. Σὺ καὶ ἐδῶ κάτω ὅλους ἐλεεῖς καὶ σώζεις. Καὶ ποιὸς μπορεῖ ἀντάξια νὰ σὲ εὐχαριστήσῃ, ἔστω κι ἂν εἶχε ἀγγελικὸ νοῦν;

Ἁμαρτωλοί, ἐλᾶτε γρήγορα. Ὁ Ἅγιος Γολγοθᾶς εἶναι ἀνοικτὸς καὶ ὁ Χριστὸς εὔσπλαγχνος. Προσπέσετε πρὸς αὐτὸν καὶ φιλήσετε τὰ ἅγια του πόδια. Μόνον αὐτὸς σὰν εὔσπλαγχνος μπορεῖ νὰ γιατρέψῃ τὶς πληγές σας!

Ὤ, θὰ εἴμαστε εὐτυχεῖς, ὅταν ὁ πολυεύσπλαχνος Χριστὸς μᾶς ἀξιώσῃ μὲ μεγάλη ταπείνωση καὶ φόβο Θεοῦ καὶ καυτὰ δάκρυα νὰ πλύνωμε τὰ πανάχραντά του πόδια καὶ μὲ ἀγάπη νὰ τὰ φιλήσουμε!

Τότε ὁ Χριστὸς εὔσπλαγχνος θὰ εὐδοκήσῃ νὰ πλύνῃ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ θὰ μᾶς ἀνοίξῃ τὶς πόρτες τοῦ Παραδείσου, ὅπου μὲ μεγάλη χαρά, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀρχαγγέλους καὶ Ἀγγέλους, τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφεὶμ καὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, αἰώνια θὰ δοξάζωμεν τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσιο καὶ ἀδιαίρετο Τριάδα.

Ἱερομόναχος Τύχων - Ἅγιον Ὄρος

Γράφτηκε ὁ Βίος τοῦ Γέροντα στὶς 26 Μαΐου, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Κάρπου, τὸ 1977, στὸ Σταυρονικητιανὸ Κελλὶ «Τίμιος Σταυρός». Δόξα σοι ὁ Θεός! Μοναχὸς Παΐσιος


Μαρτυρία θαυμαστὴ Ἁγιορείτου περὶ παπα-Τύχωνος

Ἀφήγηση γέροντος ἡγουμένου (τελευταῖο πνευματικοπαίδι τοῦ χαρισματούχου παπα-Φιλαρέτου τοῦ Κωνσταμονίτου):

Ὅταν ἤμουν νεαρὸς μοναχὸς μὲ τὴν εὐλογία τοῦ γέροντός μου Φιλαρέτου πῆγα νὰ ἐξομολογηθῶ στὸν παπα-Τυχωνα τὸν Ῥῶσο (τὸν γέροντα τοῦ π. Παϊσίου). Ἀφοῦ μᾶς δέχθηκε, τοῦ εἴπαμε γιατὶ πήγαμε καὶ ξεκίνησα τὴν ἐξομολόγηση. ἔλεγα μὲ σκυμμένο κεφάλι τις ἀμαρτίες μου καὶ ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα ἐνοιωθα τὸν αὐχένα μου νὰ μουσκεύει· δὲν ἤξερα τί συμβαίνει. Μόλις τελείωσα τὴν ἐξομολόγηση καὶ σήκωσα τὸ κεφάλι εἶδα τὸν παπα-Τύχωνα νὰ κλαίει μὲ πολλὰ δακρυα, τα ὁποῖα ἔπεφταν πάνω στὸ κεφάλι μου ὅση ὥρα ἔκανα τὴν ἐξομολόγηση!

Εἶπε πάλι ὁ ἴδιος: ὁ παπα-Τύχων ἦταν Ῥῶσος καὶ μιλοῦσε μόνο σπαστὰ ἑλληνικά. Ὅταν ὅμως ἄρχιζε νὰ μᾶς συμβουλεύει μετὰ τὴν ἐξομολόγηση ἐμεῖς ἀκούγαμε τὰ λόγια του στὴν καθαρεύουσα, σὲ γλῶσσα ὅμοια μὲ αὐτὴ ποὺ μιλοῦσε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος! Δὲν ἤμουν ὁ μόνος στὸν ὁποῖο συνέβαινε αὐτό. Καὶ ὁ πατὴρ Α. ποὺ πηγαίναμε μαζὶ γιὰ ἐξομολόγηση ἄκουγε τὰ ἴδια!