Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Σεργίου τοῦ Ῥάντονεζ

Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς, 2006

Α. Ἐκ κοιλίας μητρὸς ἡγιασμένος.

Ὁ Ὅσιος καὶ Θεοφόρος Σέργιος γεννήθηκε τὸ 1314 στὴν πόλι Ῥοστώβ, απὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Κύριλλο καὶ τὴν Μαρία.

Ὁ Θεός, τὸν ξεχώρισε ἀπὸ βρέφος γιὰ τὴν ὑπηρεσία του. Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησί του, μία Κυριακή, ἡ μητέρα του βρισκόταν σὲ ἕναν ναό, καὶ παρακολουθοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία. Ξαφνικά, καθὼς θὰ ἄρχιζε ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Εὐαγγελίου, το βρέφος φώναξε μέσα ἀπὸ τὰ μητρικὰ σπλάγχνα! Ἡ φωνή του ἀκούσθηκε ἀπὸ πολλούς. Τὴν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ τὸ βρέφος φώναξε πάλι. Καὶ ὅταν ὁ ἱερέας ἔφθασε στὴν ἐκφώνησι· πρόσχωμεν τὰ Ἅγια τοῖς Ἁγίοις, τὸ βρέφος φώναξε γιὰ τρίτη φορά. Ὅλοι τότε κατάλαβαν ὅτι θὰ γεννιόταν ἕνας μεγάλος Ἅγιος, ἕνας λύχνος τοῦ κόσμου καὶ ὑπηρέτης τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Τὸ βρέφος σκίρτησε στὰ μητρικὰ σπλάγχνα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὅπως ὁ Τίμιος Πρόδρομος σκίρτησε ἀπὸ χαρά, ἐνώπιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ὅταν γεννήθηκε, τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Βαρθολομαῖος. Ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες του φάνηκε αὐστηρὸς νηστευτής. Δὲν θήλαζε τὸ μητρικὸ γάλα τὶς Τετάρτες καὶ τὶς Παρασκευές, οὔτε τὶς ἡμέρες ποὺ ἡ μητέρα του ἔτρωγε κρέας. Μόλις τὸ πρόσεξε αὐτὸ ἡ μητέρα σταμάτησε τελείως τὸ κρέας.

Σὲ ἡλικία ἑπτὰ ἐτῶν ὁ Βαρθολομαῖος πῆγε στὸ σχολεῖο. Μαζί του πήγαιναν καὶ οἱ δύο ἀδελφοί του, ὁ μεγαλύτερος Στέφανος καὶ ὁ μικρότερος Πέτρος. Τί συνέβαινε ὅμως; Ἐνῶ αὐτοὶ προώδευαν στὰ μαθήματα, ὁ Βαρθολομαῖος καθυστεροῦσε καὶ δυσκολευόταν πολύ, παρ᾿ ὅλο ποὺ ὁ δάσκαλος φρόντιζε ἰδιαίτερα γιὰ αὐτόν, καὶ κατέβαλλε κάθε δυνατὴ προσπάθεια γιὰ νὰ τὸν βοηθήση.

Ἡ καθυστέρησις αὐτὴ ὀφειλόταν στὴν θεία πρόνοια, ποὺ ἀπέβλεπε νὰ λάβῃ τὸ παιδί, τὴν γνῶσι και τὴν σοφία σὰν θεῖο χάρισμα καὶ ὄχι σὰν ἀποτέλεσμα ἀνθρωπίνης προσπαθείας.

Ὁ μικρὸς Βαρθολομαῖος στεναχωριόταν συχνά, καὶ προσευχόταν μὲ δάκρυα γιὰ νὰ τοῦ δώσῃ ὁ Θεός, τὴν δυνατότητα τῆς μαθήσεως. Καὶ ὁ Κύριος δέχθηκε τὴν προσευχή, ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς παιδικῆς ψυχῆς.

Κάποια ἡμέρα ὁ πατέρας ἔστειλε τὸν Βαρθολομαῖο στὸ δάσος γιὰ νὰ φέρῃ τὰ ἄλογα. Συνηθισμένος στὴν ὑπακοή, ξεκίνησε ἀμέσως. Ἡ ἐργασία αὐτὴ τοῦ ἦταν πολὺ εὐχάριστη γιατὶ συνδυαζόταν μὲ τὴν μόνωσι καὶ τὴν σιωπή. Στὸν δρόμο του συνάντησε κάποιον μοναχό, ἢ μᾶλλον κάποιον Ἄγγελο μὲ μορφὴ μοναχοῦ. Στεκόταν ἀκίνητος μέσα στὸ δάσος καὶ προσευχόταν. Ὁ μικρὸς Βαρθολομαῖος τὸν πλησίασε, τοῦ ἔβαλε μετάνοια καὶ περίμενε νὰ τελειώσῃ τὴν προσευχή του. Ἐκεῖνος, μόλις τελείωσε, τὸν εὐλόγησε, τὸν ἀσπάσθηκε καὶ τὸν ρώτησε τί θέλει.

-Μὲ στέλνουν Πάτερ στὸ σχολεῖο νὰ μάθω γράμματα· ἀπάντησε ὁ Βαρθολομαῖος. Ὅμως δυσκολεύομαι πολύ, νὰ καταλάβω τὰ λόγια τοῦ δασκάλου μου. Λυπᾶμαι πολὺ γιὰ αὐτὸ καὶ δὲν ξέρω τί νὰ κάνω. Προσευχηθῆτε στὸν Κύριο γιὰ μένα.

Ὁ μοναχός, προσευχήθηκε, εὐλόγησε πάλι τὸ παιδί, καὶ τοῦ εἶπε:

-Ἀπὸ τώρα ὁ Θεός, θὰ σοῦ δώσῃ φωτισμό, νὰ τὰ μαθαίνεις ὅλα, ἔτσι ποὺ νὰ διδάσκῃς καὶ τοὺς ἄλλους.

Τοῦ ἔδωσε κατόπιν ἕνα μικρὸ κομμάτι πρόσφορο, λέγοντας:

-Φάγε αὐτὸ τὸ κομμάτι. Σοῦ δίνεται σὰν ἀπόδειξι τῆς χάριτος καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μικρό, ἀλλὰ τρώγοντάς το θὰ νοιώσης μεγάλη γλυκύτητα.

Ὁ μοναχός, φάνηκε σὰν νὰ ἤθελε νὰ φύγῃ. Ὁ νεαρὸς ὅμως Βαρθολομαῖος, γεμάτος εὐγνωμοσύνη, ἄρχισε νὰ τὸν παρακαλῆ θερμά, νὰ ἐπισκεφθῆ τὸ σπίτι του καὶ νὰ εὐλογήσῃ τοὺς γονεῖς του. Δέχτηκε καὶ πῆγαν σπίτι. Οἱ γονεῖς τοῦ Βαρθολομαίου, ποὺ ἔδειχναν πάντα ἰδιαίτερο σεβασμὸ πρὸς τοὺς μοναχούς, προϋπάντησαν μὲ χαρὰ τὸν ἐπισκέπτη τους. Τοῦ προσέφεραν τροφή, ἀλλὰ ἐκεῖνος θέλησε νὰ προηγηθῆ ἡ πνευματικὴ τροφή. Ὅταν ἄρχισε ἡ προσευχή, πρότεινε στὸν Βαρθολομαῖο νὰ διαβάσῃ τοὺς ψαλμούς. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ εἶπε:

-Δὲν ξέρω Πάτερ νὰ διαβάζω.

-Ἀπὸ τώρα θὰ σοῦ δοθῆ ἡ γνώσις· ἀπάντησε ὁ μοναχός.

Ἀμέσως ὁ Βαρθολομαῖος ἄρχισε νὰ διαβάζῃ σωστὰ τοὺς ψαλμούς, πρᾶγμα τὸ ὀποῖο κατέπληξε τοὺς γονεῖς. Ἀποχαιρετώντας τους ὁ ἐπισκέπτης τοὺς προφήτευσε:

Ὁ γυιός σας θὰ δοξασθῆ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Θὰ γίνῃ ἐκλεκτὸ δοχεῖο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὑπηρέτης τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ὅπως ἡ εὔφορη γῆ δέχεται τὴν βροχή, καὶ πλούσια καρποφορεῖ, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Βαρθολομαίου δεχόταν τὸ περιεχόμενο τῶν βιβλίων ποὺ διάβαζε. Ὁ Θεός· διήνοιξεν αὐτοῦ τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς (Λουκᾶς κδ´, 45). Μεγάλωνε χρόνο μὲ χρόνο καὶ συγχρόνως πλούτιζε σὲ γνώσεις καὶ ἀρετή.

Ἀπὸ πολὺ νωρίς, ἔνοιωσε ἀγάπη γιὰ την προσευχή, καὶ ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια γεύθηκε τὴν γλυκύτητά της. Γιὰ αὐτὸ ἐκκλησιαζόταν μὲ ζῆλο καὶ δὲν παρέλειπε καμμία ἀκολουθία. Απέφευγε συστηματικά, τὰ παιδικὰ παιχνίδια. Δὲν ταίριαζαν στὸν χαρακτῆρά του οἱ χαρές, καὶ τὰ γέλια τῶν συνομηλίκων του. Διαρκῶς θυμόταν ὅτι· ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου (Ψαλμὸς ρι´, 10), καὶ προσπαθοῦσε πάντοτε νὰ γνωρίσῃ αὐτὴ τὴν σοφία. Μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια μελετοῦσε τὰ πνευματικὰ κείμενα.

Γνωρίζοντας ὅτι μὲ τὴν ἐγκράτεια εὐκολώτερα νικῶνται τὰ πάθη, ἐπέβαλε στὸν ἑαυτό του αὐστηρὴ νηστεία. Δάμαζε τὴν σάρκα προκειμένου νὰ σώσῃ τὴν ψυχή.

Ἐὰν συναντοῦσε κάποιον φτωχό, μὲ πολλὴ χαρὰ τὸν ἐξυπηρετοῦσε δίνοντάς του ἀκόμη καὶ τὰ ροῦχά του. Ζοῦσε σὰν μοναχός, ἐνῶ ἦταν στὸν κόσμο, καὶ ὅλοι θαύμαζαν τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν εὐσέβειά του. Ἡ μητέρα του ἀνησυχώντας γιὰ τὴν ὑγεία του προσπαθοῦσε νὰ τὸν πείσῃ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν τόσο αὐστηρὴ μορφὴ τῆς ζωῆς. Ἐκεῖνος ὅμως ταπεινά, τῆς ἔλεγε:

-Μὴ μὲ ἀποτρέπης ἀπὸ τὴν ἐγκράτεια ποὺ εἶναι τόσο γλυκειά, καὶ ὠφέλιμη γιὰ τὴν ψυχή μου.

Β. Ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο.

Σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν περίπου ἡ οἰκογένειά του μετοίκησε ἀπὸ τὴν πόλι Ῥοστώβ, στὸ Ῥάντονεζ[1]. Οἱ ἀδελφοί του νυμφεύθηκαν. Ὁ Βαρθολομαῖος κλείνοντας τὰ 20 χρόνια, ἄρχισε νὰ παρακαλῆ τοὺς γονεῖς του νὰ τοῦ δώσουν τὴν εὐλογία νὰ καρῇ μοναχός. Ἀπὸ πολὺ νωρίτερα φλεγόταν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ ἀφιερωθῇ στὸν Θεό. Ἄν καὶ οἱ γονεῖς του, ἀναγνώριζαν τὸ ὕψος τῆς μοναχικῆς ζωῆς, συμβούλευαν τὸν γυιό τους νὰ περιμένῃ ἀκόμη λίγο.

-Ἐμεῖς γεράσαμε· τοῦ ἔλεγαν. Δὲν εἶναι μακρυὰ τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας καὶ δὲν ἔχουμε κανέναν νὰ μᾶς ὑπηρετήση. Κάνε λίγη ὑπομονή, κήδεψέ μας καὶ τότε κανένα ἐμπόδιο δὲν θὰ ὑπάρχῃ γιὰ τὴν ἱερὴ ἐπιθυμία σου.

Ὁ Βαρθολομαῖος σὰν καλὸς καὶ ὑπάκουος γυιός, ἱκανοποίησε τὴν θέλησί τους καὶ ὁλοπρόθυμα προσπαθοῦσε νὰ τοὺς εὐαρεστῆ, γιὰ νὰ ἔχει τὴν εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία τους.

Ὁ Κύριλλος καὶ ἡ Μαρία, λίγο πρὶν πεθάνουν, ἔγιναν μοναχοί, στὴν Μονὴ Ποκρόβσκομ-Χότκοβομ[2], ποὺ βρίσκεται σὲ ἀπόστασι τριῶν χιλιομέτρων ἀπὸ τὸ Ῥάντονεζ. Στὸ ἴδιο μοναστήρι μόνασε καὶ ὁ μεγαλύτερος γυιός τους Στέφανος, τοῦ ὁποίου ἡ σύζυγος εἶχε πεθάνει. Ὁ Βαρθολομαῖος μετὰ τὸ εἰρηνικὸ τέλος τῶν γονέων του παρέμεινε ἐπὶ σαράντα ἡμέρες στὸ μοναστήρι προσευχόμενος θερμὰ πρὸς στὸν Κύριο γιὰ τὴν ἀνάπαυσί τους. Στὸ διάστημα αὐτὸ συλλογιζόταν διαρκῶς τὸν θάνατο.

-Εἶμαι καὶ ἐγὼ θνητός· σκεπτόταν. Θὰ πεθάνω καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ οἱ γονεῖς μου.

Κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδρασι αὐτῆς τῆς σκέψεως, μοίρασε ὅλη τὴν περιουσία ποὺ τοῦ κληροδότησαν οἱ γονεῖς του, χωρὶς νὰ κρατήσῃ τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἀφωσιώθηκε ὁλότελα στὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος δίνει· τροφὴν τοῖς πεινῶσιν (Ψαλμὸς ρμε´, 7)

Ποθώντας θερμὰ τὴν ἀναχωρητικὴ ζωή, ξεκίνησε μὲ τὸν ἀδελφό του Στέφανο γιὰ νὰ βρῆ ἕνα κατάλληλο τρόπο. Ἀφοῦ περιπλανήθηκαν πολὺ μέσα στὰ γειτονικὰ πυκνὰ δάση, ἔφθασαν ἐκεῖ, ὅπου σήμερα ὑψώνεται τὸ ἔνδοξο μοναστήρι του, τὸ ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Τριάδα.

Τὸ δάσος ἦταν παρθένο. Οὔτε ἕνας δρόμος δὲν τὸν διέσχιζε, οὔτε μία κατοικία δὲν ὑπῆρχε ἀνάμεσα στὰ βαθύσκια δένδρα του. Οἱ μόνοι κάτοικοί του ἦταν τὰ ἄγρια θηρία καὶ τὰ πουλιά. Οἱ δύο ἀδελφοὶ ἐπικαλέσθηκαν τὴν θεία εὐλογία καὶ ἐμπιστεύθηκαν τὸ μέλλον τους στὴν θεία πρόνοια. Ἔφτιαξαν μία καλύβα καὶ ἄρχισαν μὲ ζῆλο τὴν ἀσκητικὴ ζωή. Σὲ λίγο κατασκεύασαν μία μικρὴ ξύλινη ἐκκλησία καὶ συμφώνησαν νὰ τὴν ἀφιερώσουν στὴν Ἁγία Τριάδα. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ πῆγαν στὴν Μόσχα καὶ παρακάλεσαν τὸν μητροπολίτη Θεόγνωστο (1328-1353) νὰ τὴν ἐγκαινιάση. Ὁ μητροπολίτης τοὺς δέχτηκε μὲ πολὺ ἐγκαρδιότητα καὶ ἔστειλε μαζί τους ἱερεῖς γιὰ τὰ ἐγκαίνια.

Ὁ Βαρθολομαῖος τώρα ρίχνεται σὲ νέους πνευματικοὺς ἀγῶνες μὲ ἐξαιρετικὸ ζῆλο. Ὁ μεγαλύτερός του ὅμως ἀδελφὸς Στέφανος δὲν μπόρεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ στὴν ἀσκητική του πορεία, τὸν ἐγκατέλειψε καὶ πῆγε στὴν Μόσχα, ὅπου μόνασε στὴν μονὴ Μποζογιαβλένσκυ. Ἐκεῖ γνωρίσθηκε μὲ τὸν μετέπειτα μητροπολίτη Μόσχας Ἀλέξιο (1354-1378).

Ἔτσι, ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ ἱερομόναχος Μητροφάνης, τὸν ἔκειρε μοναχό, στὸ εἰκοστὸ τρίτο ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Σέργιος[3][3]. Μετὰ τὴν κουρά, ποὺ ἔγινε τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων Σεργίου καὶ Βάκχου (7 Ὀκτωβρίου), ὁ ἱερομόναχος λειτούργησε καὶ κοινώνησε τὸν νεόκουρο. Τὴν στιγμὴ τῆς Θείας Μεταλήψεως τοῦ Σεργίου, ὁλόκληρος ὁ ναός, εὐωδίασε!

Ἐπὶ ἑπτὰ ἠμέρας ὁ νεόκουρος δὲν βγῆκε ἀπὸ τὸν ναό, καὶ καθημερινὰ κοινωνοῦσε. Ἔτρωγε μόνο λίγο πρόσφορο καὶ ζοῦσε σὲ μία ὑψηλὴ κατάστασι προσευχῆς. Ἡ καρδιά του φλογιζόταν ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεό, ποὺ τὸν ἀξίωσε νὰ λάβῃ τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα.

Ἔπειτα ἀπὸ λίγες ἡμέρες ὁ ἱερομόναχος Μητροφάνης τὸν ἀποχαιρέτησε λέγοντάς του προφητικά:

Ἀφήνω τὸν τόπο αὐτό, παραδίνοντάς σε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος ἂς γίνῃ ὑπερασπιστής σου καὶ φύλακάς σου. Στὸ μέρος αὐτὸ θὰ δημιουργηθῆ μία μεγάλη καὶ ἔνδοξη μονή, στὴν ὁποία θὰ λάμψῃ ἡ ἁγιότητα καὶ θὰ δοξασθῆ τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ὁ Ὅσιος, ὁλομόναχος πλέον, ἀγωνιζόταν μὲ φλογερὸ ζῆλο. Νέκρωνε τὴν σάρκα μὲ αὐστηρὲς νηστείες, μὲ πολύωρες ἀγρυπνίες, μὲ ποικίλους κόπους καὶ κακοπάθειες. Ἰδιαίτερα τὸν σκληρὸ χειμώνα, ποὺ ἀπὸ τὴν παγωνιά, εσκαζε ἡ γῆ, ὑπέμενε τὸ φοβερο κρύο μὲ το ἴδο φόρεμα ποὺ φοροῦσε τὸ καλοκαίρι!

Ὑπέφερε πολλὲς δοκιμασίες ἀπὸ τοὺς δαίμονες στὴν ἀρχὴ τῆς ἐρημικῆς του ζωῆς. Οἱ ἀόρατοι ἐχθροί, ἔκαναν τὸ κάθε τι γιὰ νὰ τὸν φοβήσουν καὶ νὰ τὸν ἐξαναγκάσουν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ἔπαιρναν τὴν μορφὴ ἄγριων θηρίων ἢ φιδιῶν, θορυβοῦσαν, ἀπειλοῦσαν... Ὁ Ὅσιος ὅμως τοὺς ἔδιωχνε μὲ τὴν προσευχή, καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ παράδοσί του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου διέλυσε σὰν ἱστοὺς ἀράχνης ὅλες τὶς δαιμονικὲς πανουργίες, κατέστρεφε ὅλα τὰ διαβολικὰ τεχνάσματα.

Κάποια νύχτα οἱ δαίμονες ἐμφανίσθηκαν σὰν ἀναρίθμητο στράτευμα ὁρμώντας ἐναντίον του καὶ ἀπειλώντας τον μὲ φοβερὴ μανία:

-Φύγε ἀπὸ ἐδῶ. Φύγε γιατὶ θὰ πεθάνης μὲ θάνατο φρικτό.

Καθὼς μὲ λύσσα ἔλεγε τὰ λόγια αὐτά, ἀπὸ τὸ στόμα του ἔβγαιναν φλόγες. Ὁ Ὅσιος ὅμως δὲν φοβήθηκε. Ὡπλισμένος μὲ τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς ἀντιμετώπισε νικηφόρα τὰ πλήθη τῶν ἀντιπάλων.

Μία νύχτα, καθὼς διάβαζε μέσα στὴν ἡσυχία τὴν ἀκολουθία του, ξαφνικὰ ἀκούσθηκε ἕνας τρομακτικὸς πάταγος ἀπὸ τὸ δάσος. Ταυτόχρονα, ἕνα μεγάλο πλῆθος δαιμόνων περικύκλωσε τὸ κελλί του. Προσπάθησαν νὰ τὸν τρομάξουν καὶ νὰ τὸν ἀπαγοητεύσουν:

-Μὴν ἐλπίζης νὰ ζήσης περισσότερο στὸ ἀδιαπέραστο αὐτὸ δάσος. Θὰ λιμοκτονήσης. Θὰ πέσης στὰ χέρια κακούργων ληστῶν.

Σὲ ὅλες τὶς ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν, ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς θαυματουργοῦσε. Οἱ δαίμονες πάντοτε ὀπισθοχωροῦσαν ντροπιασμένοι. Ἠ ἐπιτυχὴς ἀντιμετώπισίς τους ἐνίσχυε τὸν Ὅσιο καὶ σὲ ἕνα ἄλλο εἶδος δοκιμασιῶν: Δίπλα στὸ ἀπομονωμένο κελλί του περνοῦσαν κοπάδια ὁλόκληρα ἀπὸ πεινασμένους λύκους, ἀρκοῦδες καὶ ἄλλα θηρία ἕτοιμα νὰ τὸν ξεσχίσουν.

Κάποια φορά, ποὺ πλησίασε στὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ μία ἀρκούδα, ὁ Ὅσιος κατάλαβε ὅτι ἦταν πολὺ πεινασμένη, τὴν λυπήθηκε καὶ τῆς ἔδωσε ἕνα κομμάτι ψωμί, τοποθετώντας το σὲ ἕνα κούτσουρο. Ἀπὸ τότε ἡ ἀρκούδα συνήθισε νὰ ἔρχεται συχνά, καὶ νὰ περιμένῃ τὴν προσφορὰ τοῦ Ὁσίου. Τὸν κοίταζε μὲ συστολή, καὶ ἐκεῖνος μοιραζόταν μαζί της καὶ τὸ τελευταῖο κομμάτι ποὺ διέθετε.

Ὁ Κύριος δὲν ἐγκατέλειπε τὸν Ὅσιο. Τὸν ἐνθάρρυνε στὶς θλίψεις τῆς μοναξιᾶς καὶ τὸν ἐνίσχυε στοὺς σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες.

Γ. Ἡ συγκρότησις τῆς ἀδελφότητος.

Ἡ φήμη του ἄρχισε νὰ ἁπλώνεται παντοῦ. Ἄλλοι μιλοῦσαν γιὰ τὴν αὐστηρὴ νηστεία καὶ ἐγκράτειά του. Ἄλλοι θαύμαζαν τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἀπάθειά του. Ἄλλοι ἔμειναν κατάπληκτοι μὲ τὴν ἐξουσία του στὰ πονηρὰ πνεύματα, μὲ τὴν βαθιά του ταπείνωσι, μὲ τὴν ἠθική του καθαρότητα. Πολλοί, ἀπὸ τὶς γειτονικὲς πόλεις καὶ τὰ χωριά, ἄρχισαν νὰ ἔρχωνται γιὰ νὰ τὸν συναντήσουν. Ὁ ἕνας ἤθελε νὰ τὸν συμβουλευθῆ. Ὅ ἄλλος νὰ συζητήσῃ ἕνα πρόβλημά του. Ὁ τρίτος νὰ τονωθῆ μὲ δύο λόγια του. Καὶ ὁ καθένας ἔφευγε ἀποζημιωμένος γιὰ τὸν κόπο τοῦ ἐρχομοῦ του. Ἔφευγε παρηγορημένος καὶ εἰρηνικός. Τὰ ἁπλὰ καὶ εὐλογημένα λόγια τοῦ Ὁσίου ἐπιδροῦσαν εὐεργετικὰ στὴν ψυχὴ τοῦ κάθε ἐπισκέπτη.

Μὲ πολλὴ ἀγάπη τοὺς δεχόταν ὅλους. Μερικοὶ μάλιστα τοῦ ζητοῦσαν νὰ ζήσουν κοντά του. Ὁ Ὅσιος συνήθως τοὺς ἀπέτρεπε προβάλλοντας τὶς δυσκολίες καὶ τοὺς κινδύνους. Ὅταν ὅμως διαπίστωνε θερμὸ ζῆλο, ἀνδρεῖο φρόνημα καὶ σταθερὴ ἀπόφασι γιὰ μία ἀφιερωμένη ζωή, ὑποχωροῦσε στὶς παρακλήσεις. Ἔτσι πολὺ σύντομα συγκεντρώθηκαν κάτω ἀπὸ τὴν ἐμπνευσμένη καθοδήγησί του δώδεκα ψυχές. Γιὰ ἕνα μεγάλο διάστημα ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν ἄλλαξε. Ὅταν ὁ θάνατος ἐπισκεπτόνταν κανένα ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς, κάποιος ἄλλος ἐρχόταν καὶ τὸν ἀναπλήρωνε καὶ ἔτσι ὁ ἀριθμὸς ἦταν πάντα ὁ ἴδιος μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου ἢ τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ.

Ἡ ζωή τους κυλοῦσε ἥσυχα καὶ εἰρηνικά. Καθημερινά, πύρινες προσευχές, ὑψώνονταν πρὸς τὸν Κύριο. Ἑπτα φορὲς τὴν ἡμέρα δεχόταν ἡ μικρὴ ἐκκλησία τοὺς μοναχούς: Μεσονυκτικό, ὄρθρο, α´, γ´, στ´ καὶ θ´ ὥρες, ἑσπερινὸ καὶ ἀπόδειπνο. Γιὰ τὶς θείες Λειτουργίες καλοῦσαν ἱερεῖς ἀπὸ τὰ γειτονικὰ χωριά.

Ἕνα χρόνο μετὰ τὸν ἐρχομὸ τῶν ἀδελφῶν ἐγκαταβίωσε στὴν νεοσύστατη Μονή, καὶ ὁ ἱερομόναχος Μητροφάνης, ποὺ ἔκειρε μοναχὸ τὸν Ὅσιο. Οἱ ἀδελφοὶ τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ χαρά, καὶ ὁμόφωνα τὸν ἐξέλεξαν ἡγούμενο. Τώρα μποροῦσαν συχνότερα νὰ τελοῦν τὴν θεία Λειτουργία. Ἡ χαρά τους ὅμως δὲν κράτησε πολύ, γιατὶ ὁ ἱερομόναχος σύντομα πέθανε. Τότε ἄρχισαν νὰ παρακαλοῦν τὸν Ὅσιο νὰ δεχθῆ τὴν ἱερωσύνη καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἡγουμενία. Ἐκεῖνος ἀρνήθηκε. Ἤθελε νὰ μιμῆται τὸν Κύριο καὶ νὰ ὑπηρετῆ σὰν δοῦλος ὅλους τοὺς ἄλλους. Μόνος του ἔστηνε κελλιά, ἄνοιγε πηγάδια, κουβαλοῦσε νερὸ σὲ κάθε ἀδελφό, ἔκοβε ξύλα, ἔψηνε ψωμιά, ἔρραβε ροῦχα, μαγείρευε γιὰ ὅλους καὶ ἐκτελοῦσε ταπεινά, ὅλα τὰ διακονήματα. Τὸν ἐλεύθερο χρόνο του τὸν ἀφιέρωνε στὴν προσευχή, καὶ στὴν νηστεία. Τρεφόταν μόνο μὲ ψωμὶ καὶ νερό, καὶ αὐτὰ σὲ περιωρισμένη ποσότητα. Κάθε νύχτα ἀγρυπνοῦσε στὴν προσευχή, καὶ ξεγελοῦσε τὸν ἑαυτό του μὲ ἕνα σύντομο ὕπνο.

Ἡ σκληρὴ ζωή του ὄχι μόνο δὲν κλόνιζε τὴν ὑγεία του, ἀλλά, σὰν νὰ ἐνίσχυε τὸ σῶμά του, τοῦ ἔδινε δυνάμεις γιὰ μεγαλύτερες ἀσκήσεις. Αὐτὸ δημιουργοῦσε κατάπληξι σὲ ὅσους τὸν γνώριζαν.

Ἡ ἐγκράτεια, ἡ ταπείνωσις, ἡ εὐλαβική του ζωή, ἀποτελοῦσε παράδειγμα γιὰ ὅλους τοὺς ἀδελφούς. Ἀπέραντο θαυμασμὸ ἔτρεφαν γιὰ τὸν ἐπίγειο αὐτὸν ἄγγελο καὶ μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις προσπαθοῦσαν νὰ τὸν μιμηθοῦν στὴν νηστεία, στὴν προσευχή, στοὺς συνεχεῖς κόπους. Ἄλλοτε ἔρραβαν, ἄλλοτε ἀντέγραφαν βιβλία, ἄλλοτε καλλιεργοῦσαν τοὺς κήπους. Ἐνῶ ἐπικρατοῦσε ἀπόλυτη ἰσότητα, ὁ Ὅσιος ἔλαμπε σὰν τὴν σελήνη ἀνάμεσα στὰ ἄστρα.

Ἡ φήμη γιὰ τὴν ἀσκητικὴ ζωή του ὅλο καὶ μεγάλωνε. Ὁ ἀδελφός του Στέφανος τοῦ ἔφερε τὸν δωδεκαετῆ γυιό του Ἰωάννη. Ὁ νέος βλέποντας τὴν ἁγία ζωὴ τοῦ Ὁσίου καὶ ἀκούγοντας γιὰ τὰ κατορθώματά του πόθησε νὰ τὸν ἀκολουθήση. Ἔγινε μοναχός, καὶ ὠνομάσθηκε Θεόδωρος. Ἔζησε στὴν μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος εἰκοσιδύο χρόνια καὶ ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ἁγιογραφία.

Ἡ ἔλλειψις ἱερέως καὶ ἡγουμένου γινόταν ὁλοένα καὶ πιὸ αἰσθητή, καθὼς περνοῦσε ὁ καιρός. Δὲν ἦταν εὔκολο νὰ προσκαλοῦν πάντοτε ἱερεῖς ἀπὸ τὰ χωριά, καὶ ὑπῆρχε ἀνάγκη κάποιου χειραγωγοῦ μὲ τὴν ὑπεύθυνη ἐξουσία τοῦ ἡγουμένου. Βέβαια καὶ γιὰ τὰ δύο δὲν ὑπῆρχε καταλληλότερο πρόσωπο ἀπὸ τὸν ἅγιο θεμελιωτὴ τῆς μονῆς. Ἐκεῖνος ὅμως συστηματικά, ἀπέφευγε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἡγουμενία. Ἤθελε νὰ εἶναι ὁ τελευταῖος μοναχός, δοῦλος καὶ ὑπηρέτης ὅλων.

Ἡ ἐκκρεμότητα αὐτὴ κράτησε περισσότερο ἀπὸ δέκα χρόνια. Στὸ τέλος συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ καὶ τοῦ εἶπαν:

-Πάτερ, δὲν μποροῦμε πλέον νὰ ζοῦμε χωρὶς ἡγούμενο. Ζητοῦμε νὰ γίνης διδάσκαλος καὶ χειραγωγός μας. Θέλουμε νὰ ἀποκαλύπτουμε καθημερινά, σὲ σένα, ὅλους μας τοὺς λογισμούς, ὅλους τοὺς πειρασμοὺς ποὺ ἀντιμετωπίζουμε, ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάνουμε. Θέλουμε καθημερινά, νὰ παίρνουμε ἀπὸ σένα συγχώρησι γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Θέλουμε νὰ μᾶς λειτουργῆς καὶ νὰ μᾶς κοινωνῆς συχνά.

Ὁ Ὅσιος ἐπιχείρησε πάλι νὰ ἀρνηθῆ:

-Ἀδελφοί μου, οὔτε ἁπλὸ λογισμὸ δὲν εἶχα ποτὲ νὰ γίνω ἡγούμενος. Ἕνα πρᾶγμα ποθῶ: νὰ τελειώσω τὶς ἡμέρες μου ὡς ἁπλὸς μοναχός. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ πιέζετε. Ἂς ἀναθέσουμε τὸ θέμα αὐτὸ στὸν Θεό. Αὐτὸς θὰ μᾶς ἀποκαλύψῃ τὸ θέλημά Του καὶ τότε θὰ δοῦμε τὶ θὰ κάνουμε.

Οἱ μοναχοί, δὲν ὑποχώρησαν στὸ αἴτημά τους. Ἀδιάκοπα τὸν ἀπασχολοῦσαν μὲ αὐτό. Τὸν ἀπείλησαν ἀκόμη:

-Ἐὰν δὲν θελήσης νὰ ἀναλάβης τὶς ψυχές μας καὶ νὰ γίνης ποιμένας μας, θὰ ἀναγκασθοῦμε νὰ φύγουμε ὅλοι. Θὰ ἐγκαταλείψουμε τὸ μέρος αὐτὸ ποὺ τόσο κοπιάσαμε, θὰ καταπατήσουμε τὶς μοναχικές μας ὑποσχέσεις καὶ θὰ σκορπισθοῦμε σὰν περιπλανώμενα πρόβατα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ.

Ὁ Ὅσιος στὸ τέλος κάμφθηκε. Συγκινημένος καὶ νικημένος ἀπὸ τὶς ἱκεσίες καὶ τὶς ἀπειλές, ξεκίνησε μαζὶ μὲ δύο ἡλικιωμένους μοναχούς, γιὰ τὴν πόλι Περεγιασλάβλ Ζαλένσκυ πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Βολίνσκυ Ἀθανάσιο, ἀναπληρωτὴ τοῦ μητροπολίτου Μόσχας Ἀλεξίου, ὁ ὁποῖος ἔλειπε στὴν Κωνσταντινούπολι.

Ὁ ἱεράρχης δέχθηκε μὲ χαρὰ τὸν ἀσκητὴ γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχε ἀκούσει πολλά. Τὸν ἀσπάσθηκε καὶ ἄρχισαν μία πολύωρη πνευματικὴ συζήτησι. Στὸ τέλος τῆς συζητήσεως ὁ Ὅσιος ἔβαλε μετάνοια στὸν ἐπίσκοπο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ διορίσῃ ἕναν ἡγούμενο. Ἐκεῖνος ἀπάντησε:

-Ἐσὺ πρέπει νὰ γίνης πατέρας καὶ ἡγούμενος στοὺς ἀδελφούς. Ἐσὺ ποὺ τοὺς συγκέντρωσες στὴν μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ὁ Ὅσιος ἀρνήθηκε λέγοντας ὅτι εἶναι ἀνάξιος. Ὁ ἐπίσκοπος ὅμως τοῦ εἶπε χαριτολογώντας:

-Βλέπω ὅτι ἔχεις ἀποκτήσει ὅλες τὶς ἀρετὲς ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὑπακοή.

Τότε ὁ μακάριος Σέργιος ὑποκλίθηκε καὶ ἀπάντησε:

-Ἂς γίνῃ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. εὐλογημένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ στοὺς αἰῶνες.

Ὅλοι συγκινημένοι ἀπάντησαν· Ἀμήν.

Ὁ ἐπίσκοπος χειροτόνησε τὸν Ὅσιο διάκονο καὶ ἀκολούθως πρεσβύτερο. Μετὰ τὴν ἀνάδειξί του σὲ ἡγούμενο τὸν συμβούλευσε:

-Τώρα ποὺ ἔλαβες τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, νὰ θυμᾶσαι τὶς ἐντολὲς τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου Παύλου: Τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν, καὶ μὴ ἑαυτοῖς ἀρέσκειν. (Ῥωμαίους ιε´, 1). Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ. (Γαλάτας στ´, 2)

Μὲ ἀσυγκράτητο ἐνθουσιασμὸ προϋπάντησαν οἱ ἐρημῖτες ἀδελφοί, τὸν ἡγούμενό τους. Ἡ θερμὴ ἀγάπη καὶ ὁ ἀπέραντος σεβασμός τους δὲν μποροῦσε νὰ ἐκφρασθῆ. Ὁ Κύριος τοὺς εἶχε χαρίσει αὐτὸ ποὺ χρόνια ποθοῦσαν καὶ γιὰ αὐτὸ γέμιζαν πνευματικὴ εὐφροσύνη.

Ὁ Ὅσιος μπαίνοντας στὴν ἐκκλησία τῆς μονῆς, ἀπευθύνθηκε στὸν Θεό, καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν εὐλογήσῃ στὴν δύσκολη διακονία ποὺ ἀνέλαβε. Μετὰ ἀπευθύνθηκε στοὺς ἀδελφοὺς ἐνθαρρύνοντάς τους καὶ προτρέποντας νὰ μὴν χαλαρώσουν τὸν ζῆλό τους γιὰ τὴν ἀσκητικὴ ζωή. Τοὺς παρακάλεσε νὰ συμπαρασταθοῦν στὸ ἔργο τους καὶ τοὺς ἔδωσε τὴν πρώτη ἡγουμενικὴ εὐλογία.

Συνήθως οἱ νουθεσίες του ἦταν ἁπλὲς καὶ σύντομες. Πάντοτε ὅμως τὶς διέκρινε ἡ σαφήνεια καὶ ἡ πειθώ. Ῥίζωναν βαθιὰ στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ καρποφοροῦσαν πλούσια στὴν ζωή τους. Δίδασκε καὶ ἐπηρέαζε τοὺς ἄλλους περισσότερο μὲ τὴν ἴδια τὴν ζωή του, μὲ τὸ παράδειγμά του.

Σὰν ἡγούμενος δὲν ἄλλαξε τὸν αὐστηρὸ τρόπο ζωῆς καὶ προσπαθοῦσε ἀκριβέστερα νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς μοναχικοὺς κανόνες. Διαρκῶς, ἔφερνε στὴν καρδιά του τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: Ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος. (Μάρκος, ι´, 44)

Τελοῦσε καθημερινὰ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ ἑτοίμαζε τὰ πρόσφορα πάντοτε μόνος του. Ἄλεθε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τὸ σιτάρι καὶ ἔκανε ὅλες τὶς ἄλλες ἀναγκαῖες ἐργασίες. Ἰδιαίτερα τοῦ ἄρεσε τὸ ψήσιμό τους. Σὲ αὐτὸ τὸ διακόνημα δὲν ἄφηνε κανένα ἄλλο, ἂν καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς ἤθελαν νὰ βοηθήσουν.

Πρῶτος ἐρχόταν στὶς ἀκολουθίες καὶ ἔφευγε τελευταῖος. Στεκόταν μέσα στὸν ναὸ εὐθυτενής, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπῃ στὸν ἑαυτό του νὰ ακουμπήσῃ στὸν τοῖχο οὔτε νὰ καθίσῃ στὸ στασίδι. Ἐμψύχωνε στὸν ἀγώνα τοὺς ἀδελφοὺς καὶ θέρμαινε τὸν ζῆλό τους μὲ διηγήσεις ἀπὸ τοὺς βίους τῶν μεγάλων ἀσκητῶν. Ὡδηγοῦσε μὲ σύνεσι τὸ λογικό του ποίμνιο καὶ μὲ τὶς πύρινες προσευχές του ἔδιωχνε τοὺς νοητοὺς λύκους μακρυὰ ἀπὸ τὴν μάνδρα τῆς μονῆς. Τὸν ἴδιο οὔτε κἂν τολμοῦσαν νὰ τὸν πλησιάσουν ἀπὸ τότε ποὺ μεταμορφωμένοι σὲ φίδια γέμισαν τὸ πάτωμα τοῦ κελλιοῦ του καὶ τοὺς ἐξαφάνισε σὰν καπνό, μὲ τὴν ἐγκάρδια προσευχή του.

Ὄπως ἀναφέραμε προηγουμένως, γιὰ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀδελφῶν παρέμεινε δώδεκα. Κάποτε ἦλθε στὸ μοναστήρι ὁ ἀρχιμανδίτης Συμεών, ἀπὸ τὸ Σμόλενσκ. Ἀπαρνήθηκε τὶς ἀνέσεις ἑνὸς ἐξαιρετικὰ εὐκατάστατου βίου καὶ μὲ βαθιὰ ταπείνωσι παρακάλεσε τὸν Ὅσιο Σέργιο νὰ τὸν δεχθῆ σὰν ἁπλὸ μοναχό. Μαζί του ἔφερε ἕνα σημαντικὸ ποσὸ χρημάτων καὶ τὸ παρέδωσε γιὰ νὰ κτισθῆ ἕνας εὐρύχωρος ναός.

Ἡ νέα ἐκκλησία χτίσθηκε γρήγορα καὶ ἀπὸ τότε πολλοὶ ἄρχισαν νὰ συγκεντρώνωνται κάτω ἀπὸ τὴν φωτισμένη χειραγώγησι τοῦ ἁγίου ἡγουμένου. Ὁ Ὄσιος γνωρίζοντας ἀπὸ τὴν προσωπική του πεῖρα τὶς δυσκολίες τῆς μοναχικῆς ζωῆς δὲν βιαζόταν νὰ τοὺς κείρη μοναχούς. Συνήθως ἔδινε ἐντολὴ νὰ τοὺς ντύνουν μὲ ἕνα λινὸ μακρὺ μαῦρο ἔνδυμα, νὰ τοὺς ἀναθέτουν ὁποιοδήποτε διακόνημα καὶ μόνον ἀφοῦ μάθαιναν τὸ τυπικό, καὶ δὲν παρουσίαζαν δυσκολίες στὴν μακρόχρονη δοκιμασία, τότε τοὺς ἔκειρε μοναχούς, δίνοντάς τους μανδύα καὶ σκοῦφο.

Μὲ σχολαστικὴ ἀκρίβεια ἐξέταζε τὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν. Ἀπαγόρευε πολὺ αὐστηρὰ νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὰ κελλιά τους ἢ νὰ συζητοῦν μετὰ τὸ ἀπόδειπνο. Γιὰ αὐτὸ ἀργὰ τὸ βράδυ ὁ ἀκούραστος καὶ ζηλωτὴς ἡγούμενος μετὰ τὴν ἀτομική του προσευχή, περιώδευε τὰ κελλιά, καὶ ἀπὸ τὸ παραθυράκι ἔβλεπε τὶ ἔκανε ὁ καθένας. Ἐὰν ἔβλεπε τὸν ἀδελφὸ νὰ προσεύχεται ἢ νὰ ἐργάζεται ἢ νὰ μελετᾶ ψυχωφελῆ βιβλία, μὲ πολλὴ χαρὰ προσευχόταν γιὰ αὐτὸν στὸν Θεό. Ἐὰν ὅμως ἄκουγε ἄσκοπες συζητήσεις ἢ διαπίστωνε μάταιες ἀσχολίες κτυποῦσε τὴν πόρτα ἢ τὸ παράθυρο καὶ ἔφευγε λυπημένος. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα καλοῦσε τὸν ἀδελφὸ καὶ τὸν συμβούλευε. Ὁ ὑπάκουος συναισθανόταν ἀμέσως τὸ σφάλμα του, ζητοῦσε συγγνώμη καὶ ὁ Ὅσιος μὲ πατρικὴ ἀγάπη τὸν συγχωροῦσε. Ὁ ἀνυπάκουος δεχόταν τὴν τιμωρία τῆς ἀνυπακοῆς του. Ὁ Ὅσιος συνδύαζε στὴν παιδαγωγική του τὴν ἁπλότητα μὲ τὴν αὐστηρότητα. Ἦταν ὁ πραγματικὸς ποιμένας τῶν μοναχῶν καὶ ὄχι ἕνας ἀδιάφορος μισθωτός.

Δ. Ὑλικὴ φτώχεια καὶ πνευματικὸς πλοῦτος.

Ἡ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Σεργίου, πλούσια σὲ πνευματικὰ ἀγαθὰ ὑπῆρξε στὴν ἀρχὴ ἐξαιρετικὰ φτωχὴ σὲ ὑλικά. Συχνά, οἱ ἀδελφοὶ ὑπέφεραν στὴν στέρηση καὶ τῶν πιὸ ἀπαραίτητων ὑλικῶν ἀγαθῶν. Μακρυὰ ἀπὸ κατοικημένες περιοχές, ἀποκομμένοι ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο μὲ ἕνα ἀδιαπέραστο δάσος γεμᾶτο ἄγρια θηρία, δὲν μποροῦσαν νὰ ὑπολογίζουν σὲ καμία ἀνθρώπινη βοήθεια. Συχνά, δὲν εἶχαν οὔτε νᾶμα γιὰ νὰ τελέσουν τὴν Θεία Λειτουργία, καὶ ἔτσι μὲ βαθιὰ λύπη, ἔχαναν καὶ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ παρηγοριά. Συχνά, ἐπίσης, δὲν εἶχαν σιτάρι γιὰ τὰ πρόσφορα, κερὶ γιὰ τὶς λαμπάδες, θυμίαμα γιὰ τὸ θυμιατό, λάδι γιὰ τὶς καντῆλες. Ἄναβαν ξύλα καὶ μὲ τέτοιο φωτισμό, τελοῦσαν τὶς ἀκολουθίες. Ὅμως στὸν φτωχὸ καὶ κακοφωτισμένο ναό, οἱ ἴδιοι ἔλαμπαν σὰν λαμπάδες καὶ ἡ φλόγα τῆς θείας ἀγάπης τοὺς ἔκανε πιὸ φωτεινοὺς καὶ ἀπὸ τὶς λαμπρότερες ἑπτάφωτες λυχνίες.

Ἁπλὴ καὶ ἀπέριττη ἦταν ἡ ζωὴ τῶν μοναχῶν, ὅπως καὶ ὅλα ὅσα τοὺς περιέβαλλαν καὶ ὅλα ὅσα χρησιμοποιοῦσαν. Τὰ ἱερὰ σκεύη γιὰ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστήριας ἦταν ξύλινα. Τὰ ἄμφια ἀπὸ ἁπλὸ βαμμένο ὕφασμα. Τὰ λειτουργικὰ βιβλία γραμμένα σὲ φλοῦδες δένδρων. Ὑπῆρχε ὅμως ἕνα μεγαλεῖο στὴν ὑπερβολικὴ αὐτὴ φτώχεια καὶ ἁπλότητα.

Μερικὲς φορές, ὑπέφεραν καὶ ἀπὸ ὁλοκληρωτικὴ στέρηση τροφῆς. Μάλιστα στὴν περίοδο ποὺ δὲν ζοῦσαν σὰν κοινόβιο, ἀλλὰ ὁ καθένας ἔπρεπε νὰ ἐξοικονομῆ μόνος του τὰ βιοτικά, ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος συχνὰ ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τροφῆς. Εἶχε δέ, ἀπαγορεύσει αὐστηρὰ νὰ βγαίνουν μοναχοὶ ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ ζητοῦν βοήθεια ἀπὸ τοὺς κοσμικούς. Ἀπαιτοῦσε ὅλοι νὰ ἐμπιστεύονται τοὺς ἑαυτούς τους στὸν πανάγαθο Θεό, ποὺ τρέφει κάθε ζωντανό, καὶ ἐνδιαφέρεται μὲ στοργή, γιὰ ὅλα τὰ πλάσματά Του.

Κάποτε στερήθηκε καὶ ὁ ἴδιος ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες τὴν μοναδική του τροφή, δηλαδὴ τὸ ψωμί. Τὸ ξημέρωμα τῆς τετάρτης ἡμέρας, κινημένος ἀπὸ τὴν πεῖνα, πῆρε τὸ τσεκούρι καὶ ἦλθε σὲ ἕναν γέροντα τῆς μονῆς, τὸν π. Δανιήλ, καὶ τοῦ εἶπε:

-Ἄκουσα ὅτι θέλεις νὰ ἐπεκτείνης τὴν σκέπη τοῦ κελλιοῦ σου. Ἐπειδὴ λοιπόν, δὲν θέλω νὰ μένω ἄνεργος, ἐπίτρεψέ μου νὰ κάνω ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἐργασία.

-Εἶναι ἀλήθεια, ἀπάντησε ὁ μοναχὸς Δανιήλ, ὅτι ἐδὼ καὶ πολὺ χρόνο ἤθελα νὰ ἐπισκευάσω τὴν σκεπή. Μάλιστα συγκέντρωσα τὰ ἀπαραίτητα ὑλικά, καὶ περιμένω τὸν μαραγκὸ τοῦ χωριοῦ. Δὲν ἀποφασίζω ὅμως νὰ σοῦ ἀναθέσω τὴν ἐργασία, γιατὶ θὰ θέλεις μεγάλη ἀμοιβή.

-Καμμία μεγάλη ἀμοιβὴ δὲν ζητῶ, ἀποκρίθηκε ὁ Ὅσιος. Μόνο λίγο ψωμί, ἔστω καὶ πολυκαιρισμένο.

Ὁ γέροντας Δανιήλ, τοῦ ἔφερε ἕνα κόσκινο μὲ ξερὰ καὶ σκονισμένα κομμάτια ψωμί, ἀλλὰ ὁ Ὅσιος τοῦ εἶπε:

-Δὲν τὰ θέλω γιὰ χάρισμα. Χωρὶς δουλειά, δὲν παίρνω ἀμοιβή.

Ἀσχολήθηκε ὅλη τὴν ἡμέρα καὶ τὸ βράδυ τελείωσε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τὴν ἐπέκταση τῆς σκεπῆς. Πῆρε τὰ ξεροκόμματα καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκε ἄρχισε νὰ τὰ τρώει. Ἦταν τόσο πολυκαιρισμένα, ποὺ μερικοὶ μοναχοί, εἶδαν νὰ τινάζεται σκόνη καθὼς τὰ ἔτρωγε καὶ θαύμασαν τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπομονή του.

Κάποια ἄλλη φορά, στερήθηκαν ἀπὸ κάθε τροφή, ὅλοι οἱ μοναχοί. Ἀφοῦ ὑπέφεραν δύο ἡμέρες, ἕνας ἀπὸ αὐτούς, μὴ ὑποφέροντας ἄλλο, ἄρχισε νὰ διαμαρτύρεται καὶ νὰ γογγύζει ἐναντίον τοῦ Ὁσίου:

-Ἕως πότε θὰ μᾶς ἀπαγορεύης νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ ζητοῦμε τὴν βοήθεια τοῦ κόσμου γιὰ τὰ ἐντελῶς ἀπαραίτητα; Δὲν ἀντέχουμε ἄλλο. Μία νύχτα θὰ ὑπομείνουμε ἀκόμη καὶ τὸ πρωΐ, θὰ φύγουμε. Δὲν ἤλθαμε ἐδῶ γιὰ νὰ πεθάνουμε τῆς πείνας.

Ὁ Ἅγιος τοὺς παρηγοροῦσε, τοὺς ὑπενθύμιζε τὶς ἀσκήσεις τῶν παλαιῶν πατέρων, τοὺς ἀνέφερε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν, οὐδὲ θερίζουσιν, οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά. (Ματθαῖος, στ´, 26).

Μὲ ἀφορμὴ τὰ λόγια αὐτά, τοὺς εἶπε:

-Ἐὰν ὁ Κύριος φροντίζει γιὰ τὴν διατροφὴ τῶν πουλιῶν καὶ τῶν ἄλλων ζώων, δὲν θὰ φροντίσῃ γιὰ μᾶς; Μία ἀφορμὴ ἀσκήσεως τῆς ὑπομονῆς μᾶς παρουσιάζει καὶ ἐμεῖς βαρυγκομοῦμε τόσο; Ἐὰν ὑπομείνουμε μὲ ὑπομονὴ τὴν σύντομη αὐτὴ δοκιμασία, θὰ κερδίσουμε μεγάλα ὀφέλη. Ὁ χρυσός, μὲ τὴν δοκιμασία μέσα στὴν φωτιά, καθαρίζεται καὶ λάμπει.

Στὴν συνέχεια προφήτευσε:

-Δοκιμάσαμε γιὰ λίγο τὴν στέρηση, τὸ πρωΐ, θὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἀφθονία.

Ἡ πρόρρησίς του ἐκπληρώθηκε. Τὸ ἑπόμενο πρωΐ, ἕνας ἄγνωστος ἔστειλε στὸ μοναστήρι μία μεγάλη ποσότητα φρεσκοψημένου ψωμιοῦ, ἅφθονα ψάρια καὶ πολλὰ ἄλλα μαγειρευμένα φαγητά.

-Αὐτὰ τὰ στέλνει ἕνας καλὸς χριστιανός, στὸν ἀββὰ Σέργιο καὶ στοὺς ἀδελφοὺς ποὺ ζοῦν μαζί του· εἶπαν οἱ ἀπεσταλμένοι.

Οἱ μοναχοί, τοὺς παρακάλεσαν ἐπίμονα νὰ συμφάγουν, ἐκεῖνοι ὅμως ἀρνήθηκαν λέγοντας ὅτι τοὺς δόθηκε ἐντολὴ νὰ μὴν καθυστερήσουν καθόλου. Βλέποντας οἱ ἀδελφοὶ τὴν ποσότητα τῶν τροφῶν κατάλαβαν ὅτι ὁ Κύριος τοὺς ἐπισκέφθηκε καὶ μὲ θέρμη ἐκδήλωσαν τὴν εὐγνωμοσύνη τους. Ἰδιαίτερη ἐντύπωσι τοὺς ἕκανε ἡ ἀσυνήθιστα ὡραία γεῦσις ποὺ εἶχε τὸ ψωμί. Οἱ τροφὲς ποὺ ἔλαβαν ἐπαρκοῦσαν γιὰ πολλὲς ἡμέρες. Ὁ Ὅσιος ἡγούμενος ἐκμεταλλεύθηκε τὴν εὐκαιρία νὰ διδάξη τοὺς ὑποτακτικούς του:

-Βλέπετε ἀδελφοί, πόση θαυμαστὴ εἶναι ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε πόσο πλούσια ἀνταμοιβὴ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, γιὰ τὴν ὑπομονὴ ποὺ δείξαμε. Ὁ Κύριος οὐδέποτε θὰ ἐγκαταλείψη τὸν ἅγιο αὐτὸ τόπο καὶ τοὺς πιστοὺς δούλους Του, ποὺ ζοῦν ἐδῶ καὶ Τὸν ὑπηρετοῦν ἡμέρα καὶ νύχτα.

Ἡ μεγάλη ταπείνωσις τοῦ Ὁσίου καὶ τὸ πατρικό του ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἀδελφούς, φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ ἑπόμενο παράδειγμα:

Ὅταν πρωτοῆλθε στὴν ἔρημο, διάλεξε ἕναν τόπο ἄνυδρο, γιὰ νὰ προμηθεύεται τὸ νερό, ἀπὸ μεγάλη ἀπόσταση καὶ νὰ σκληραγωγεῖ ἔτσι περισσότερο τὸ σῶμά του. Ὅταν ὅμως μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ αὐξήθηκαν οἱ ἀδελφοί, καὶ δημιουργήθηκε μοναστήρι, ἄρχισε νὰ παρατηρῆται μεγάλη ἔλλειψη νεροῦ, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὸ φέρνουν ἀπὸ μακρυά, καὶ μὲ μεγάλο κόπο. Μερικοὶ λοιπόν, βαρυγκόμησαν:

-Γιατί, διάλεξες τόσο ἀδιάκριτα καὶ ἀπερίσκεπτα αὐτο τὸ μέρος; Γιατί, ἔκτισες ἐδῶ τὸ μοναστήρι, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία κοντινὴ πηγή;

-Ἐγὼ ἀδελφοί μου, ἀπαντοῦσε ταπεινά, διάλεξα αὐτὸ τὸ μέγος γιὰ νὰ ἀσκοῦμαι στὴν ἡσυχία μόνος μου. Θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν νὰ ἐγκατασταθῇ ἐδῶ μονή. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ μᾶς χαρίσῃ καὶ τὸ νερό. Μόνο μὴ γογγύζετε. Ἔχετε ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, καὶ προσεύχεσθε μὲ πίστη. Ἐὰν ἀπὸ μία ξερὴ πέτρα ἔβγαλε μέσα στὴν ἔρημο νερό, γιὰ τον ἀπειθάρχητο λαὸ τῶν Ἑβραίων, τὸ ἴδιο δὲν μπορεῖ νὰ κάνει καὶ γιὰ μᾶς ποὺ μὲ ἀφοσίωση τὸν ὑπηρετοῦμε;

Ἔπειτα ἀπὸ τὰ λόγια αὐτά, πῆρε ἕναν ἀδελφό, καὶ κρυφὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, κατέβηκαν στὸ πυκνό, κοντινὸ δάσος. Βρῆκαν ἐκεῖ σὲ μία τάφρο λίγο βρόχινο νερό. Ὁ Ἅγιος γονάτισε καὶ προσευχήθηκε:

-Θεέ, καὶ Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐσὺ ποὺ δημιούργησες τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ καὶ ὅλα τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, ἐσὺ ποὺ ἔπλασες τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν θέλεις τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ πλάσματός Σου, δέξου τὴν ἱκεσία τῶν ἀθλίων δούλων Σου. Ἄκουσε τὸν στεναγμό μας καὶ φανέρωσε τὴν δόξα Σου, ὅπως στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ. Ὅπως τότε μὲ τὸν Μωϋσῆ θαυματούργησες ἀναβλύζοντας νερὸ ἀπὸ τὸν βράχο, ἔτσι καὶ ἐδῶ φανέρωσε τὴν δύναμή Σου. Χάρισέ μας νερὸ στὸν τόπο αὐτό, γιὰ νὰ πιστεύσουν ὅλοι ὅτι ἀκοῦς τὶς προσευχὲς τῶν δούλων Σου καὶ νὰ δοξάσουν Ἐσένα τὸν ἄναρχο Πατέρα, καὶ τὸν μονογενῆ Σου Υἱό, καὶ τὸ πανάγιο Πνεῦμα, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς στοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ξαφνικά, ἀνέβλυσε μία πηγή, μὲ ἄφθονο νερό. Κατάπληκτοι καὶ γεμάτοι θαυμασμό, τὸ πληροφορήθηκαν οἱ ἀδελφοί. Ὠνόμασαν τὴν πηγή· Σέργιεβιμ. Ὁ Ὅσιος ὅμως θεωροῦσε σὰν βάρος τὴν ἀνθρώπινη δόξα. Γιὰ αὐτὸ τοὺς εἶπε:

-Δὲν σᾶς ἔδωσα ἐγὼ τὸ νερό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Τὸ ἔστειλε σε μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς. Γιὰ αὐτὸ μὴν ὀνομάζετε τὴν πηγή, μὲ τὸ ὄνομά μου.

Πειθαρχώντας στὴν ἐντολή του, οἱ μοναχοί, ἔπαυσαν νὰ τὴν λένε Σέργιεβιμ. Ποτὲ πλέον δὲν δοκίμασαν ἔλλειψη νεροῦ. Τὸ ἀντλοῦσαν πάντοτε ἄφθονο γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς μονῆς, καὶ συχνά, ἄρρωστοι ποὺ τὸ ἔπιναν μὲ πίστη, θεραπεύονταν.

Ε. Ἡ θαυματουργικὴ δύναμις.

Δὲν πέρασαν πολλὰ χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Ὅσιος θεμελίωσε τὴν μονή, καὶ πολλοὶ ἀσκητές, κινημένοι ἀπὸ τὴν φήμη τῆς ἁγιότητός του, ἄρχισαν νὰ ἐγκαταβιώνουν στὸν ἔρημο ἐκεῖνο τόπο. Πολλοὶ ἐπίσης λαϊκοί, τοῦ ζητοῦσαν τὴν εὐλογία ἢ τὴν προσευχή του. Ἀρκετοὶ ἀκόμη ἐξασφάλιζαν τὴν συντήρησή τους ἀπὸ τὶς ἐλεημοσύνες τῆς μονῆς. Ὁ Κύριος δώρισε στὸν δοῦλό του ἀσυνήθιστη θαυματουργικὴ δύναμη. Κάποτε μάλιστα ἀνέστησε νεκρό:

Στὰ περίχωρα τῆς μονῆς ζοῦσε κάποιος ποὺ ἔτρεφε βαθὺ σεβασμό, καὶ πίστη στὸν Ὅσιο. Ὁ μοναχογυιός του ἔπασχε ἀπὸ ἀνίατη ἀρρώστεια. Μὲ τὴν προσδοκία τῆς θεραπείας ἦλθε νὰ τὸν παρακαλέσῃ φέρνοντας τὸν ἄρρωστο μαζί του. Ὅμως ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τοῦ δρόμου τὸ παιδί του πέθανε! Χάνοντας ἔτσι κάθε ἐλπίδα, ἄρχισε νὰ θρηνεῖ καὶ νὰ λέει στὸν Ὅσιο:

-Ἀλλοίμονο σὲ μένα. Ἦλθα ἐδῶ μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ μὲ βοηθοῦσες, ἀλλὰ τὸ μονάκριβο παιδί μου, πέθανε στὸν δρόμο. Καλύτερα θὰ ἦταν νὰ μὴν ἐρχόμουν, γιατὶ ἔτσι δὲν θὰ κλονιζόταν ἡ πίστη μου σὲ σένα.

Μὲ δάκρυα καὶ στεναγμούς, ὁ ταλαίπωρος πατέρας πῆγε νὰ φέρει τὸ φέρετρο καὶ τὰ σάβανα γιὰ τὴν κηδεία. Ὁ Ὅσιος τὸν λυπήθηκε πολύ, καὶ ἔπειτα ἀπὸ μία θερμὴ προσευχή, ἀνέστησε τὸ παιδί! Ὅταν ὁ συντριμμένος ἀπὸ τὴν θλῖψη πατέρας, ἦλθε κουβαλώντας τὰ ἀναγκαία γιὰ τὴν κηδεία, ὁ Ὅσιος τοῦ λέει:

-Μὴν κουράζεσαι, καὶ μὴν στενάζεις ἄδικα. Τὸ παιδί σου δὲν πέθανε, ἀλλὰ ζεῖ.

Ὁ πατέρας, ποὺ εἶχε διαπιστώσει τὸν θάνατο τοῦ γυιοῦ του, δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει τὰ λόγια αὐτά. Πλησιάζοντας ὅμως πείσθηκε γιὰ τὸ θαῦμα καὶ ἔξαλλος ἀπὸ χαρά, εὐγνωμονοῦσε τὸν ἅγιο.

-Μὴν ἀπατᾶσαι, τοῦ εἶπε ταπεινὰ ὁ Ἅγιος. Ἴσως τὸ πολὺ κρύο νὰ πάγωσε τὸ παιδί, καὶ τὸ νόμισες πεθαμένο, ἐνῶ ἐδῶ στὸ ζεστὸ κελλί, θερμάνθηκε καὶ συνῆλθε.

Ὁ χωρικός, δὲν πίστεψε αὐτὴ τὴν ἐκδοχή. Συνέχισε νὰ ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ Ὅσιος ἀνέστησε μὲ τὴν προσευχή του τὸ παιδί. Ἐκεῖνος τότε τὸν ἀπείλησε:

-Ἐὰν δὲν σταματήσεις νὰ διηγῆσαι στοὺς ἄλλους τὸ περιστατικὸ αὐτό, θὰ χάσεις τὸν γυιό Σου.

Ὁ πατέρας ἐπέστρεψε στὸ σπίτι, δοξάζοντας τὸν Θεό, καὶ τὸν δοῦλό Του Σέργιο. Διηγήθηκε ἀργότερα τὸ θαῦμα σὲ ἕναν μαθητὴ τοῦ Ὁσίου, καὶ αὐτὸς μᾶς τὸ γνωστοποίησε.

Κάποτε, ἔφεραν ἀπὸ τὶς ὄχθες τοῦ Βόλγα, ἕναν ἐπίσημο ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος εἶχε καταληφθεῖ ἀπὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα καὶ βασανιζόταν φρικτά. Ἄλλοτε δαγκωνόταν, ἄλλοτε χτυπιόταν, ἄλλοτε ξέφευγε ἀπὸ τοὺς φύλακές του καὶ ἔτρεχε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Δέκα ἄνθρωποι μόλις μποροῦσαν νὰ τὸν συγκρατήσουν. Οἱ οἰκεῖοί του ἀποφάσισαν νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸν Ὅσιο. Μὲ πολλὴ προσπάθεια κατάφεραν νὰ τὸν μεταφέρουν. Πλησιάζοντας στὴν μονή, ὁ δαιμονισμένος ἄρχοντας ἔσπασε τὶς σιδερένιες ἁλυσίδες καὶ ἄρχιζε νὰ φωνάζει τόσο δυνατά, ποὺ ἀκουγόταν σὲ ὅλο τὸ μοναστήρι. Ὁ Ὅσιος μόλις πληροφορήθηκε γιὰ τὸν ερχομό του, ἄρχισε νὰ διαβάζει μία παράκληση γιὰ αὐτόν. Ἐκεῖνος ἡσύχασε καὶ μπῆκε ἤρεμα στὸ μοναστήρι. Ὅταν ὅμως ὁ Ὅσιος πλησίασε και ἄρχισε νὰ τὸν σταυρώνει, τινάχτηκε, ἔβγαλε ἄναθρες κραυγές, καὶ ρίχτηκε στὴν στέρνα, ποὺ μάζευαν τὸν βρόχινο νερό. Κατόπιν, ἠρέμησε τελείως καὶ ἔδωσε ἐξηγήσεις γιατὶ ἔπεσε στὴν στέρνα.

-Εἶδα μία μεγάλη φλόγα νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ποὺ κρατοῦσε ὁ Ὅσιος, καὶ μὲ τὴν σκέψη ὅτι θὰ μὲ κάψει, ρίχτηκα στὸ νερό.

Ὁ Ὅσιος ντυνόταν πάντοτε φτωχικά. Γιὰ αὐτὸ καὶ δὲν τὸν ἀναγνώριζαν οἱ ἐπισκέπτες. Κάποιος χωρικὸς ἀπὸ ἕνα μακρινὸ χωριό, ἄκουγε πολλὰ γιὰ τὸν Ὅσιο. Ἐπιθύμησε λοιπόν, νὰ τὸν δεῖ. Ἦλθε στὴν μονή, καὶ ἄρχισε νὰ ρωτᾶ ποὺ θὰ τὸν συναντοῦσε. Τοῦ εἶπαν ὅτι βρισκόταν στὸν κῆπο. Πῆγε στὸν κῆπο καὶ εἶδε ἕναν ἁπλὸ μοναχό, νὰ σκάβει τὴν γῆ, ντυμένο με ἕνα ροῦχο γεμάτο μπαλώματα. Ὁ χωρικός, σκέφτηκε ὅτι τοῦ εἶπαν ψέμματα. Περίμενε νὰ δεῖ ἕναν κομψοντυμένο ἡγούμενο μέσα σὲ δόξα καὶ τιμή. Γύρισε λοιπὸν στὸ μοναστήρι καὶ ἄρχισε νὰ παρακαλεῖ:

-Πέστε μου ποὺ εἶναι ὁ γέροντας. Ἦλθα ἀπὸ πολὺ μακρυά, καὶ θέλω νὰ τὸν δῶ και νὰ τὸν προσκυνήσω.

Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ ἀπάντησαν:

-Αὐτὸς ποὺ εἶδες στὸν κῆπο εἶναι ὁ Ὅσιος πατέρας μας.

Ὁ χωρικός, ἦταν ἀπαρηγόρητος. Στενοχωρήθηκε τόσο, ποὺ ὅταν ὁ Ὅσιος γύρισε απὸ τὸν κῆπο καὶ μπῆκε στὸ μοναστήρι, ἔστρεψε ἀλλοῦ τὸ προσωπό του, γιὰ νὰ μὴν τὸν κοιτάξει.

-Τόσους κόπους ἔκανα καὶ ἦλθα ἐδῶ, συλλογιζόταν, γιὰ νὰ δῶ ἕναν ἔνδοξο προφήτη καὶ τώρα βλέπω ἕναν φτωχό, καὶ κακοντυμένο μοναχό.

Ὁ φωτισμένος Ὅσιος διάβασε τοὺς λογισμοὺς τοῦ χωρικοῦ, καὶ ὁλόψυχα εὐχαρίστησε τὸν Κύριο, διότι ὅσο ὁ φιλόδοξος χαίρεται στὶς τιμὲς καὶ τοὺς ἐπαίνους, τόσο ὁ ταπεινὸς χαίρεται στὶς θλίψεις καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς. Συμπαθώντας ὅμως τὸν ἁπλοϊκὸ χωρικό, τὸν κάλεσε κοντά του, τοῦ πρόσφερε φαγητό, καὶ τοῦ εἶπε χαρούμενα:

-Μὴν λυπάσαι ἀδελφέ, σὲ λίγο θὰ ἀντικρύσεις αὐτὸν ποὺ τόσο πολὺ ἐπιθυμεῖς νὰ δεῖς.

Μόλις ὁ μακάριος εἶπε τὰ λόγια αὐτά, ἦλθε ἀγγελιαφόρος καὶ ἀνήγγειλε τὴν ἄφιξη τοῦ πρίγκηπα τῆς χώρας. Ὁ Ὅσιος σηκώθηκε καὶ βγῆκε να ὑποδεχθεῖ τὸν ἐπίσημο ἐπισκέπτη, ποὺ ἦλθε μὲ μία μεγάλη συνοδία. Ὁ πρίγκηπας βλέποντας τὸν ἡγούμενο, ἔβαλε ἀπὸ μακρυὰ ἐδαφιαία μετάνοια, ζητώντας ταπεινά, τὴν εὐλογία του. Ὁ Ὅσιος εὐλόγησε τὸν πρίγκηπα καὶ μὲ τιμή, τὸν ὁδήγησε στὸ ἐσωτερικὸ τῆς μονῆς. Κάθησαν ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλο καὶ ἄρχισαν νὰ συζητοῦν, ἐνω ὅλοι οἱ συνοδοί, ἔμειναν ὄρθριοι. Ὁ χωρικός, δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει στὰ μάτια του. Αὐτὸς ποὺ μὲ τόσο σεβασμό, προσκύνησε ὁ πρίγκηπας, ἦταν ὁ μοναχός, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος περιφρόνησε καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀντικρύσει; Πλησίασε δειλά, καὶ ρώτησε κάποιον:

-Ἀδελφέ, ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ κάθεται πλάϊ στὸν πρίγκηπα;

-Ξένος εἶσαι καὶ δὲν τὸν γνωρίζεις; Εἶναι ὁ ἡγούμενος Σέργιος.

-Πραγματικά, τυφλώθηκα καὶ δὲν ἀναγνώριζα τὸν γέροντα· κακολογοῦσε τὸν ἑαυτό του ὁ χωρικός.

Πλησίασε ἀργότερα γεμάτος ντροπὴ τὸν Ὅσιο καὶ προσκυνώντας τον ζήτησε συγγνώμη γιὰ τὴν προηγούμενη στάση του. Ἐκεῖνος τὸν ἐνθάρρυνε:

-Μὴν λυπᾶσαι. Νὰ χαίρεσαι γιατὶ εἶσαι ὁ μόνος ποὺ σκέφτηκες σωστὰ γιὰ μένα. Οἱ ἄλλοι πλανῶνται νομίζοντας ὅτι εἶμαι κανένα σπουδαῖο πρόσωπο.

Ὁ Ὅσιος εὐχαριστήθηκε περισσότερο γιὰ τὴν περιφρόνηση τοῦ χωρικοῦ, παρὰ γιὰ τὶς τιμὲς τοῦ ἄρχοντα. Ὁ χωρικός, πάλι, τόσο ἐντυπωσιάσθηκε ἀπὸ το ταπεινὸ φρόνημα τοῦ Ὁσίου, ποὺ λίγο ἀργότερα ἦλθε ξανὰ στὸ μοναστήρι καὶ ἔγινε μοναχός.

Στ) Τὸ κοινοβιακὸ τυπικό.

Μιὰ βραδυά, ποὺ ὁ Ὄσιος προσευχόταν μέσα στὴν γαλήνη γιὰ τοὺς ὑποτακτικούς του, ἄκουσε μία φωνή, ποὺ τὸν καλοῦσε:

-Σέργιε...

Παραξενεύθηκε, ἄνοιξε τὸ παράθυρο, γιὰ νὰ δῆ ποιὸς τὸν φωνάζει. Μία ὑπερκόσμια λάμψις τότε καταύγασε τὸν νυκτερινὸ οὐρανό, καὶ ἀκούσθηκαν τὰ λόγια:

-Σέργιε. Ὁ Κύριος ἄκουσε τὴν προσευχὴ ποὺ κάνεις γιὰ τὰ πνευματικά σου τέκνα. Κοίταξε τὸ πλῆθος τῶν μοναχῶν ποὺ θὰ ἔρθουν στὸ μοναστήρι σου...

Ῥίχνοντας μία ματιὰ ὁ Ὅσιος, εἶδε ἀναρίθμητα ἐξαίσια πουλιά, νὰ πετοῦν γύρω του καὶ νὰ ψέλνουν μία ὑπέροχη μελωδία. Ἀκούσθηκε πάλι ἡ φωνή:

Ἔτσι θὰ αὐξηθοῦν οἱ μαθητές σου καὶ μετὰ ἀπὸ σένα ὁ ἀριθμός τους δὲν θὰ λιγοστεύσει. Καὶ ὅσοι θελήσουν νὰ ἀκολουθήσουν τὰ ἴχνη σου, θὰ στολισθοῦν μὲ πολλὰ χαρίσματα.

Ὁ Ἅγιος ἔμεινε ἔκθαμβος ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ ὅραμα και τὶς θεῖες προφητείες. Θέλοντας νὰ ἀπολαύσῃ καὶ κάποιος ἄλλος μαζί του τὴν οὐράνια ὀπτασία, φώναξε μὲ δυνατὴ φωνή, τὸν μοναχὸ Συμεών, ποὺ κατοικοῦσε πλησιέστερα. Κατάπληκτος γιὰ τὸ ἀσυνήθιστο κάλεσμα τοῦ ἡγουμένου, ὁ π. Συμεών, ἦλθε βιαστικά, ἀλλὰ δὲν ἀξιώθηκε νὰ ἀντικρύσῃ ὁλόκληρο τὸ ὅραμα. Πρόλαβε μόνο νὰ δεῖ τὴν οὐράνια λάμψη. Ὁ Ὅσιος τοῦ διηγήθηκε τὶ εἶδε καὶ τὶ ἄκουσε, καὶ οἱ δύο τους ἀγρύπνησαν μαζί, δοξάζοντας καὶ εὐχαριστώντας τὸν Θεό.

Λίγες μέρες ἀργότερα, ἦλθαν ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὸν ἁγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεο (1355 καὶ 1362-1376) καὶ τοῦ ἔφεραν μαζὶ μὲ τὴν εὐλογία του πατριαρχικὰ δώρα: σταυρό, πολυσταύρι καὶ σχῆμα.

-Μήπως τὰ στέλνει σὲ κανέναν ἄλλο; ρώτησε ὁ ταπεινὸς Ὅσιος. Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός, γιὰ νὰ λάβω δῶρα ἀπὸ τὸν ἁγιώτατο Πατριάρχη.

Οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπάντησαν:

-Ὄχι Πάτερ. Δὲν κάναμε λάθος. Σὲ σένα τὰ στέλνει ὁ Πατριάρχης.

Μαζὶ μὲ τὰ δῶρα τοῦ ἔδωσαν καὶ τὴν ἑπόμενη πατριαρχικὴ ἐπιστολή:

Φιλόθεος, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, εὔχομαι στὸν ἀγαπητό μου υἱὸ καὶ συλλειτουργό μου Σέργιο, χάρη, εἰρήνη καὶ εὐλογία. Ἄκουσα γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή σας καὶ δόξασα τὸν Θεό. Αὐτὸ ὅμως ποὺ λείπει ἀπὸ τὸ μοναστήρι σας εἶναι τὸ κοινοβιακὸ τυπικό. Γιὰ τὸ κοινόβιο ὁ προφήτης Δαβίδ, εἶπε: Ἰδοὺ δὴ τὶ καλὸν ἢ τὶ τερπνόν, ἀλλ᾿ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό. (Ψαλμὸς ρλβ´ 1). Σας συμβουλεύω λοιπόν, νὰ δημιουργήσετε ἕνα κοινόβιο. Εἶθε νὰ σᾶς ἐνισχύει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δική μου εὐλογία.

Μὲ τὴν πατριαρχικὴ αὐτὴ ἐπιστολὴ στὸ χέρι, ο Ὅσιος ξεκίνησε γιὰ τὸν μητροπολίτη Μόσχας Ἀλέξιο. Δείχνοντάς του τὴν ἐπιστολὴ τὸν ρώτησε:

-Ἅγιε Δέσποτα, τί λέτε; Νὰ προχωρήσουμε γιὰ τὴν δημιουργία κοινοβίου;

Ὁ μητροπολίτης ἀπάντησε:

-Ὁ ἴδιος ὁ Θεός, δοξάζει τοὺς δούλους του! Τὸ ὄνομά σου καὶ ἡ ζωή σου ἀκούσθηκαν στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμη τοῦ μεγάλου οἰκουμενικοῦ πατριάρχου καὶ σὲ προτρέπω νὰ δημιουργήσεις κοινόβιο.

Ἔτσι ξεκίνησε τὸ κοινοβιακὸ σύστημα στὴν μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ῥάντονεζ. Ὁ Ὅσιος Σέργιος ἀπαιτοῦσε τὴν αυστηρὴ τήρηση τῶν κοινοβιακῶν κανονισμῶν. Οἱ μοναχοί, ἔπρεπε νὰ μὴν ἔχουν τίποτε δικό τους, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τῶν Ἁγίων Πατέρων νὰ τὰ ἔχουν ὅλα κοινά.

Ἡ πλατειὰ φήμη καὶ ἡ ἀνθρώπινη δόξα ἀποτελοῦσαν ἕνα μαρτύριο γιὰ τὸν ἅγιο ἡγούμενο. Ἐπιθυμώντας νὰ ἀποσυρθεῖ, καὶ μέσα στὴν ἡσυχία τῆς ἐρήμου νὰ κοπιάσῃ γιὰ τὸν Κύριο, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ μοναστήρι του καὶ σὲ ἀπόσταση ἑξήντα τεσσάρων χιλιομέτρων, κοντὰ στὸ ποταμὸ Κιρζάτς, βρῆκε μία τοποθεσία ποὺ τοῦ ἄρεσε πολύ.

Οἱ ἀδελφοί, βλέποντας τοὺς ἑαυτούς του ἐγκαταλελειμμένους καὶ μάλιστα ἀπὸ ἕναν τέτοιο ὁδηγὸ καὶ κυβερνήτη, βυθίστηκαν σὲ μεγάλη θλίψη καὶ σύγχυση. Ἦσαν πρόβατα χωρὶς ποιμένα. Ἄρχισαν λοιπόν, νὰ τὸν ἀναζητοῦν παντοῦ μέσα στὰ παρθένα δάση. Τελικά, τὸν ἀνακάλυψαν καὶ μὲ δάκρυα τὸν παρακάλεσαν νὰ ἐπιστρέψει. Ὁ Ὅσιος ὅμως ποὺ ἀγαποῦσε τὴν σιωπή, καὶ τὴν μόνωση, προτίμησε νὰ παραμείνη στὸ μέρος ἐκεῖνο. Τότε, πολλοὶ ὑποτακτικοί του ἄφησαν καὶ αὐτοὶ τὴν μονή, καὶ ἐγκαταστάθηκαν κοντά του. Ἔκτισαν νέο μοναστήρι καὶ ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Οἱ μοναχοὶ ὅμως ποὺ ἀπέμειναν στὸ ἀρχικὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος, μὴν ὑποφέροντας νὰ ζοῦν χωρὶς τὸν ποιμένα τους καὶ μὴ μπορώντας να τὸν πείσουν νὰ ἐπιστρέψει, κατέφυγαν στὴν βοήθεια τοῦ μητροπολίτου Μόσχας Ἀλεξίου. Τὸν ἱκέτευσαν νὰ πείσῃ τὸν Ὅσιο νὰ ἐπιστρέψει.

Ὁ μητροπολίτης ἔστειλε δυο ἀρχιμανδῖτες, παρακαλώντας τὸν Ὅσιο νὰ μὴν παραβλέψει τὴν ἐπιθυμια τόσων ἀδελφῶν. Τὸν συμβούλευσε νὰ ἐπιστρέψει καὶ νὰ τοὺς παρηγορήσει, γιὰ νὰ μὴν διασκορπισθοῦν σὰν πρόβατα καὶ ἐρημώσῃ ἡ μονή, ποὺ ὁ ἴδιος ἵδρυσε. Ὁ ὑπάκους καὶ ταπεινὸς Σέργιος δὲν ἐπέμεινε, ἀλλὰ ἐπέστρεψε στὸν τόπο τῆς ἀρχικῆς του διαμονῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο χαροποίησε πολὺ τὴν ἀδελφότητα.

Ὁ Ἅγιος Στέφανος ἐπίσκοπος Πέρμσκυ, ποὺ ἔτρεφε μεγάλη ἀγάπη στὸν Ὅσιο, ταξίδευε κάποτε ἀπὸ τὴν ἐπαρχία του στὴν Μόσχα. Ὁ δρόμος ποὺ ἀκολουθοῦσε πλησίαζε τὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος πέρίπου ὀκτώμισυ χιλιόμετρα. Ἀλλὰ ἐπειδη βιαζόταν, τὸ προσπέρασε μὲ τὴν σκέψη νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν Ὅσιο στὸν γυρισμό. Πρὶν ὅμως ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πλησιέστερο σημεῖο, σταμάτησε τὴν ἅμαξα, εἶπε τό· Ἄξιον ἐστί, καὶ ὑποκλίθηκε πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς μονῆς, λέγοντας:

-Εἰρήνη σὲ σένα πνευματικὲ ἀδελφέ.

Αὐτὸ ἔγινε τὴν ὥρα ποὺ ὁ Ὅσιος βρισκόταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς στὴν τράπεζα. Βλέποντας ὅμως μὲ τὰ διορατικά του μάτια τὸν ἐπίσκοπο νὰ βάζει μετάνοια, διέκοψε τὸ γεῦμα, σηκώθηκε ὄρθριος, προσευχήθηκε καὶ ἔβαλε καὶ αὐτὸς μὲ τὴν σειρά του μετάνοια πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ ἐπισκόπου, λέγοντας:

-Χαῖρε καὶ σύ, ποιμένα τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου νὰ σὲ συνοδεύει.

Οἱ ἀδελφοὶ ἔμειναν κατάπληκτοι! Τί νὰ συνέβαινε στὸν ἡγούμενό τους; Μερικοί, κατάλαβαν ὅτι ἀξιώθηκε νὰ δεῖ κάποιο ὅραμα. Ὅταν τελείωσε ἡ τράπεζα τὸν πλησίασαν καὶ τὸν ρώτησαν τὶ συνέβη.

-Τὴν ὥρα ποὺ σηκώθηκα, τοὺς ἀπάντησε, ὁ ἐπίσκοπος Στέφανος, καθὼς πήγαινε στὴν Μόσχα, σταμάτησε ἀπέναντι ἀπὸ τὸ μοναστήρι μας, ἔβαλε μετάνοια στὴν Ἁγία Τριάδα, καὶ εὐλόγησε ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς.

Οἱ μαθητὲς τοῦ Ὁσίου, ποὺ ἐπιβεβαίωσαν τὸ γεγονός, θαύμασαν τὸ διορατικὸ χάρισμα ποὺ δώρισε ο Θεὸς στὸν γέροντα τους.

Σε ἀνάμνηση του θαύματος αὐτοῦ, μέχρι σήμερα ὑπάρχει στὴν λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἡ ἑξῆς συνήθεια: Πρὶν τελειώσουν τὸ φαγητό, μὲ το κτύπημα ἑνὸς κουδουνιοῦ, ὅλοι οἱ μοναχοὶ σηκώνονται καὶ ὁ ἐφημέριος ἱερομόναχος ἀπαγγέλλει τό: Δι᾿ εὐχῶν... Μετά, κάθονται πάλι καὶ συνεχίζουν τὸ γεῦμα.

Πολλοὶ ἀδελφοὶ ἔλλαμψαν μὲ τὴν ἀρετή τους στὴν λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔγιναν ἡγούμενοι σὲ ἄλλα μοναστήρια καὶ ἐπίσκοποι. Ὅλοι αὐτοὶ προώδευαν μὲ τὶς συμβουλές, καὶ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ὁσίου.

Μεταξὺ τῶν ὑποτακτικῶν του ἦταν κάποιος ποὺ λεγόταν π. Ἰσαάκιος. Ὁ π. Ἰσαακιος ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀφιερώσῃ τὸν ἑαυτό του στὴν ἄσκηση τῆς τελείας σιωπῆς καὶ γιὰ αὐτὸ παρακαλοῦσε ἐπίμονα τὸν Ὅσιο. Κάποτε λοιπόν, ὁ σοφὸς ποιμένας, τοῦ ἀπάντησε:

-Ἐὰν παιδί μου θέλεις νὰ ἀσκηθεῖς στὴν σιωπή, θὰ σοῦ δώσω αὔριο τὴν εὐλογία μου.

Τὴν ἑπομένη, μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, τὸν σταύρωσε μὲ τὸν τίμιο σταυρό, λέγοντας:

-Ὁ Κύριος ἂς ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιθυμία σου.

Ὁ π. Ἰσαάκιος, εἶδε νὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ὁσίου μία φλόγα καὶ νὰ τὸν περιβάλλει. Ἀπὸ τότε παρέμεινε σιωπηλός, καὶ μόνο μία φορά, ἕνα ἄλλο θαυμαστὸ ὅραμα τοῦ ἄνοιξε τὰ χείλη:

Κάποτε, ὁ Ὅσιος συλλειτουργοῦσε μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του π. Στέφανο καὶ τὸν ἀνεψιό του π. Θεόδωρο. Ξαφνικά, ὁ π. Ἰσαάκιος βλέπει στὸ ἱερὸ ἕνα τέταρτο ἱερέα μὲ ἀστραφτερὰ ἄμφια. Στὴν μικρὴ εἴσοδο τοῦ Εὐαγγελίου ὁ συλλειτουργὸς αὐτὸς άκολούθησε τὸν Ὅσιο ἔχοντας ἕνα πρόσωπο τόσο φωτεινό, ποὺ ὁ π. Ἰσαάκιος δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἀτενίσει. Γεμᾶτος ἔκπληξη, ἄνοιξε τὰ χείλη του καὶ ρώτησε τὸν διπλανό του π. Μακάριο:

-Τί θαυμαστὸ θέαμα εἶναι αὐτὸ Πάτερ! Ποίος νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ ὁλοφώτεινος ἱερεύς;

Ὁ π. Μακάριος, ποὺ σὰν ἐνάρετος ἀξιώθηκε νὰ δεῖ καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιο ὅραμα, τοῦ ἀπάντησε:

-Δὲν τὸν γνωρίζω. Μένω καὶ ἐγὼ ἔκπληκτος. Μήπως ἦρθε κανένας ἱερεὺς μαζὶ μὲ τὸν πρίγκηπα Βλαδίμηρο;

Ὁ πρίγκηπας Βλαδίμηρος Ἀνδρέγιεβιτς βρισκόταν τὴν ὥρα ἐκείνη στὸν ναό, μαζὶ μὲ τοὺς μεγιστάνες του. Οἱ μοναχοί, ρώτησαν ἕναν ἄρχοντα μήπως εἶχαν στὴν συνοδεία τους κανέναν ἱερέα. Ἐκεῖνος ἀπάντησε ἀρνητικά. Τότε κατάλαβαν ὅτι συλλειτουργοῦσε μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο καὶ ἕνας Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ. Στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας οἱ δύο πατέρες πλησίασαν τὸν ἡγούμενο καὶ τὸν ρώτησαν. Στὴν ἀρχὴ ἐκεῖνος προσπάθησε νὰ τοὺς ἀποκρύψει τὴν ἀλήθεια.

-Τί ἀσυνήθιστο εἴδατε; Λειτουργήσαμε ὁ π. Στέφανος, ὁ π. Θεόδωρος καὶ ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλός.

Ἐκεῖνοι ὅμως ἐπέμεναν νὰ τὸν παρακαλοῦν καὶ τότε τοὺς εἶπε:

-Παιδιά μου... Ἐὰν ὁ Κύριος σᾶς ἀπεκάλυψε κάτι, πῶς νὰ σᾶς τὸ ἀποκρύψω ἐγώ; Αὐτὸς ποὺ εἴδατε ἦταν Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὄχι μόνο τώρα, ἀλλὰ πάντοτε, σὲ ὅλες μου τις λειτουργίες, συλλειτουργεῖ μαζί μου. Νὰ φυλάξετε ὅμως καὶ νὰ μὴν πῆτε σὲ κανένα αὐτὰ ποὺ εἴδατε καὶ ἀκούσατε μέχρις ὅτου πεθάνω.

Ζ. Ἣ ἵδρυσις νέων μονῶν.

Ὁ π. Ἀνδρόνικος ἦταν ἕνας ὑποτακτικὸς ποὺ εἶχε κοινὴ καταγωγὴ μὲ τὸν Ὅσιο, τὴν πόλη Ῥοστώβ. Εἶχε ἔλθει νέος στὸ μοναστήρι καὶ ἀπέκτησε πολλὲς ἀρετές. Ἀσκήθηκε πολύ, καὶ σήκωσε μεγάλους κόπους στοὺς ὤμους του. Ὁ Ὅσιος τὸν ἀγαποῦσε πολύ, γιὰ τὸν ζῆλό του καὶ θερμὰ προσευχόταν γιὰ τὴν πρόοδό του.

Ὁ μητροπολίτης Μόσχας Ἀλέξιος ἔχοντας στενὲς σχέσεις μὲ τὸν Ὅσιο, σὲ μία ἀπὸ τὶς συχνὲς ἐπισκέψεις του πρότεινε:

-Ἐπιθυμῶ νὰ σοῦ ζητήσω μία χάρη καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ ἀγάπη σου δὲν θὰ μοῦ τὴν ἀρνηθεῖ.

-Ἅγιε Δέσποτα, ἀπάντησε ὁ Ὅσιος, ὅλοι εἴμαστε στὴν πνευματικὴ ἐξουσία σου. Κάθε ἐπιθυμία σου εἶναι σεβαστὴ στὴν μονή μας.

-Ἐπιθυμῶ, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ κτίσω ἕνα μοναστήρι, εἶπε ὁ μητροπολίτης. Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, πέσαμε σὲ φοβερὴ τρικυμία. Τὸ πλοῖο καταποντιζόταν στὰ κύματα τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Μᾶς ἀπειλοῦσε τὸ ναυάγιο. Ὅλοι ἄρχισαν νὰ προσεύχονται. Τότε ἐγὼ μαζὶ μὲ τὴν προσευχή, ἔκανα τάμα στὸν Θεό, νὰ κτίσω ἕναν ναό, στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ γιόρταζε τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ βγαίναμε στὴν στεριά. Ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ἡ τρικυμία κόπασε. Ἡ Μαύρη Θάλασσα ἡσύχασε καὶ ὁ Κύριος μᾶς ἀξίωσε νὰ σωθοῦμε καὶ νὰ βγοῦμε στὴν στεριὰ τὴν 16η Αὐγούστου. Θέλω λοιπόν, νὰ ἐκπληρώσω τὸ τάμα μου, νὰ κτίσω ναό, ἀφιερωμένο στὴν ἀχειροποίητη εἰκόνα τοῦ Κυρίου, καὶ δίπλα στὴν ἐκκλησία νὰ ἱδρύσω ἕνα κοινόβιο. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό, σὲ παρακαλῶ, δῶσέ μου τὸν ἀγαπητό σου μαθητὴ Ἀνδρόνικο.

Ὁ Ὅσιος ἱκανοποίησε εὐχαρίστως τὴν ἐπιθυμία τοῦ μητροπολίτη καὶ ἔτσι ὁ π. Ἀνδρόνικος ἔγινε ἡγούμενος στὴν μονὴ Σπάσο-Ἀνδρόνικωφ τῆς Μόσχας στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Γιάουζι τὸ 1361. Ὁ Ὅσιος Σέργιος ἐπισκέφθηκε καὶ εὐλόγησε τὸ μοναστήρι καὶ τὸν μαθητή του βλέποντας:

-Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ στὸν τόπο αὐτὸ καὶ χαρίτωσε τὸν δοῦλό Σου.

Ἀργότερα, ὁ ἴδιος ὁ μητροπολίτης ἀφοῦ θεράπευσε θαυματουργικά, τὴν βασίλισσα τῶν Ταρτάρων Ταϊδουλή, θεμελίωσε τὸ 1365 στὴν Μόσχα, μέσα στὸ Κρεμλῖνο καὶ ἄλλο μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸ ἐν Χώναις θαῦμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ποὺ γιορτάζει στὶς 6 Σεπτεμβρίου. Καὶ γιὰ τὸ μοναστήρι αὐτό, ζήτησε ἀδελφοὺς ἀπὸ τὸν Ὅσιο.

Ὁ ἀνηψιὸς τοῦ Ὁσίου π. Θεόδωρος, εἶχε ἀρχή του νὰ μὴν κρύβει ἀπὸ τὸν γέροντά του κανένα λογισμό. Ἔτσι τοῦ ἀποκάλυψε κάποτε, ὅτι ἐπιθύμησε νὰ θεμελιώσῃ ἕνα μοναστήρι. Ὁ Ὅσιος διερεύνησε τὸν λογισμό, καὶ διέκρινε σὲ αὐτὸν θεῖο θέλημα. Εὐλόγησε λοιπόν, τὸν ἄξιο ὑποτακτικό του καὶ τοῦ ἔδωσε καὶ μερικοὺς ἀδελφούς, γιὰ νὰ δημιουργήσῃ συνοδεία. Ἔτσι μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Ὁσίου, ὁ π. Θεόδωρος ἵδρυσε στὴν Μόσχα τὴν μονὴ Σιμωνώφ, τὸ 1370. Ἔκτισε ναό, ἀφιερωμένο στὸ Γενέσιο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ καθιέρωσε σὲ αὐτὴ τὸ κοινοβιακὸ τυπικό. Ἡ φήμη τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς τοῦ νέου ἡγουμένου συγκέντρωσε πολλοὺς ἀδελφούς. Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Σέργιος, ἐρχόταν συχνά, καὶ βοηθοῦσε στὶς δυσκολίες καὶ στοὺς κόπους τὴν νέα ἀδελφότητα. Ἔπειτα ἀπὸ μερικὰ χρόνια, ὁ Ὅσιος Θεόδωρος, χειροτονήθηκε ἀρχιεπίσκοπος Ῥοστώβ. Μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του (28 Νοεμβρίου 1394), ἀκτινοβολοῦσε σὰν φωτεινὸ ἀστέρι μὲ τὴν ἁγνότητα καὶ τὸ ζῆλό του.

Πολλοὶ μαθητὲς τοῦ Ὁσίου Σεργίου θεμελίωσαν ἀπὸ διάφορες αἰτίες, ὄχι μόνο στὴν Μόσχα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες περιοχές, μοναστήρια ποὺ ἔγιναν φάροι καὶ ἑστίες τῆς ἀληθινῆς πίστεως. Ἔτσι ὁ κυρίαρχος μεγάλος πρίγκηπας Δημήτριος Ἰωάννοβιτς θέλοντας νὰ ἱδρύσῃ στὸ Γολουτβίνο τῆς Κολόμνας ἕνα μοναστήρι, παρακάλεσε τὸν Ὅσιο νὰ εὐλογήσῃ τὴν τοποθεσία καὶ νὰ κτίσῃ ναό. Συγκινημένος ὁ Ὅσιος ἀπὸ τὴν εὐλάβεια τοῦ μεγάλου πρίγκηπα, ξεκίνησε πεζός, ὅπως πάντα, γιὰ τὴν Κολόμνα, καὶ ἔκτισε ναό, ἀφιερωμένο στὰ Ἅγια Θεοφάνεια. Ἔπειτα απὸ παράκληση τοῦ Δημητρίου Ἰωάννοβιτς ἔστειλε στὴν νέα μονή, τὸν εὐλαβέστατο μαθητή του ἱερομόναχο Γρηγόριο. Ἡ μονὴ αὐτή, ποὺ ἀργότερα μεταφέρθηκε μέσα στὴν Κολόμνα καὶ ὠνομάσθηκε Νοβογολουτβίν, ἄνθισε πολὺ γρήγορα.

Μὲ τὴν παράκληση ἑνὸς ἄλλου πρίγκηπα, τοῦ Βλαδιμήρου Ἀνδρέγιεβιτς, ὁ Ὅσιος εὐλόγησε μία τοποθεσία στην Σερπουχώφ, γιὰ τὴν ἵδρυση μονῆς, ἀφιερωμένης στὴν Σύλληψη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἀργότερα ἔστειλε ἀπὸ ἐκεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς περισσότερους ἀγαπητοὺς ὑποτακτικούς του τὸν π. Ἀθανάσιο, ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν τέλεια ὑπακοή, καὶ τὴν ἐπίδοσή του στὴν ἀντιγραφὴ βιβλίων.

Ἡ ἀγγελικὴ ζωὴ τοῦ Ὁσίου, καὶ ἡ βαθιά του ταπείνωσις, οἱ κόποι του γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, παρεκίνησαν τὸν Ἅγιο Μητροπολίτη Μόσχας Ἀλέξιο νὰ τὸν ἐπιθυμεῖ σὰν διάδοχο καὶ ἀντικαταστάτη. Βλέποντας λοιπόν, νὰ πλησιάζει τὸ τέλος του, τὸν κάλεσε κοντά του καὶ παίρνοντας τὸν ἀρχιερατικὸ σταυρό του, ποὺ ἦταν στολισμένος μὲ χρυσό, καὶ πολύτιμες πέτρες, τὸν πρόσφερε στὸν Ὅσιο. Ἐκεῖνος σκύβοντας ταπεινά, εἶπε:

-Συγχώρεσέ με Ἅγιε Δέσποτα. Ἀπὸ τὴν νεανική μου ἡλικία, δὲν ἔβαλα ποτὲ πάνω μου τίποτε τὸ χρυσό. Πολὺ περισσότερο θέλω νὰ παραμείνω φτωχός, τώρα στὰ γεράματά μου.

Ὁ μητροπολίτης τοῦ ἀπάντησε φορώντας του τὸν σταυρό:

-Γνωρίζω πόσο ἁπλὴ καὶ ἀπέριττη εἶναι ἡ ζωή σου. Ὑπάκουσε ὅμως καὶ δέξου τὴν εὐλογία ποὺ σοῦ προσφέρω. Σὲ κάλεσα ἐδῶ γιατὶ θέλω νὰ σοῦ προτείνω κάτι σπουδαῖο· Επὶ πολλὰ χρόνια, ποιμαίνω τὴν Ῥωσικὴ Ἐκκλησία, τὴν ὁποία μοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός. Ἀλλὰ τώρα βρίσκομαι στὸ τέλος τῆς ζωῆς μου. Ἐπιθυμῶ λοιπόν, προτοῦ πεθάνω νὰ βρῶ τὸν διάδοχό μου, αὐτὸν ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ποιμάνει τὸ λογικὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ. Ὅλες μου οἱ σκέψεις γιὰ τὸ θέμα αὐτό, στρέφονται σὲ σένα. Γνωρίζω μάλιστα πολὺ καλά, ὅτι καὶ ὁ πρίγκηπας καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ τὸ ἱερατεῖο, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ πιστοί, σὲ ἀγαποῦν καὶ θὰ σὲ παρακαλέσουν νὰ ἀναλάβεις τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο.

Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ Ὅσιος ταράχθηκε καὶ θεωρώντας τὸν ἑαυτό του ἐντελῶς ἀνάξιο, ἀπάντησε:

-Συγχώρησέ με Δέσποτα. Θέλεις νὰ ἐπωμισθῶ φορτίο ὑπεράνω τῶν δυνάμεών μου. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο. Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός, καὶ ὁ ἔσχατος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Πῶς νὰ τολμήσω νὰ ἀναλάβω ἕνα τόσο ὑψηλὸ ἀξίωμα;

Ἐπὶ πολλὴ ὥρα προσπαθοῦσε ὁ μητροπολίτης νὰ πείσῃ τὸν Ὅσιο. Ἀλλὰ αὐτὸς ἔμεινε ἀκλόνητος:

Ἅγιε Δέσποτα, ἐὰν δὲν θέλεις νὰ μὲ διώξεις ἀπὸ τήν περιοχὴ αὐτή, μὴν συνεχίζεις αὐτὴ τὴν συζήτηση καὶ μὴ ἐπιτρέπεις σὲ κανέναν ἄλλον νὰ μὲ ἀπασχολεῖ μὲ τὸ ἴδιο θέμα. Μὲ κανέναν δὲν θὰ συμφωνήσω.

Βλέποντας τὴν σταθερότητά του ὁ διακριτικὸς ἱεράρχης ἄλλαξε συζήτηση μὲ τὸν φόβο μήπως ἐκεῖνος φύγει σὲ καμμία μακρινὴ ἔρημο καὶ ἡ Μόσχα χάσῃ ἕναν τέτοιο λύχνο. Ἔπειτα λοιπόν, ἀπὸ τὴν παρηγοριὰ μιᾶς πνευματικῆς συνομιλίας, τὸν ἄφησε νὰ ἐπιστρέψει εἰρηνικὸς στὴν μονή του.

Σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, ὁ Ἅγιος Ἀλέξιος ἐκοιμήθη, ὅπως τὸ εἶχε προβλέψει. Τότε ὅλοι ἐπίμονα παρακαλοῦσαν τὸν Ὅσιο Σέργιο νὰ ἀναλάβει τὴν διαποίμανση τῆς Ῥωσικῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνος ὅμως ἀρνήθηκε καὶ ἀντιστάθηκε σὲ κάθε πίεση.

Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τῶν διαπραγματεύσεων, τόλμησε νὰ ἀνέβει στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Μόσχας, ὁ ἀρχιμανδίτης Μιχαήλ. Βιάσθηκε μάλιστα νὰ φορέσῃ τὴν ἀρχιερατικὴ στολή, καὶ τὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀξιώματος λευκὸ κουκούλιο, προτοῦ χειροτονηθεῖ ἐπίσκοπος. Σὰν νὰ μὴν ἔφθαναν αὐτά, μὲ τὴν σκέψη ὅτι ὁ Ὅσιος θὰ ἀντιδράσῃ στὴν τολμηρή του διάθεση καὶ θὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ καταλάβει τὴν μητροπολιτικὴ ἕδρα, ἄρχισε νὰ συκοφαντεῖ τὸν Ὅσιο καὶ τὴν μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ μακάριος, μόλις τὸ πληροφορήθηκε, εἶπε στοὺς ὑποτακτικούς του:

-Ὁ π. Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ὑπερηφανεύθηκε καὶ συκοφαντεῖ τὴν μονή μας, καὶ τὴν ταπεινότητά μου, δὲν θὰ λάβει αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ, οὔτε θὰ φθάσῃ στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ χειροτονηθεῖ ἀρχιερεύς.

Ἡ προφητεία τοῦ Ὁσίου ἐκπληρώθηκε. Ἐνῶ ταξίδευε ὁ π. Μιχαήλ, πρὸς τὴν Βασιλεύουσα, ἀρρώστησε καὶ σύντομα πέθανε. Στὸν θρόνο τῆς Μόσχας, ἀνέβασαν τὸν π. Κυπριανό (1378-1391).

Η. Ἐμψυχωτὴς τοῦ ἔθνους.

Ἡ Ῥωσσικὴ γῆ περισσότερο ἀπὸ 150 χρόνια στέναζε κάτω ἀπὸ ἕναν βαρὺ ζυγό. Περισσότερο ἀπὸ 150 χρόνια πέρασαν ἀπὸ τότε ποὺ τὴν εἶχαν κατακτήσει οἱ Τάταροι. Ἦταν βαρύς, καὶ ταπεινωτικός, ὁ ζυγὸς αὐτῶν τῶν τρομερῶν κατακτητῶν. Κάθε τόσο πολυάριθμα στίφη τους ἔκαναν ἐπιδρομὲς σὲ ὁλόκληρες ἐπαρχίες. Τὶς ἐπιδρομὲς αὐτὲς τὶς συνόδευαν φοβερὲς καταστροφές, σφαγὴ τοῦ πληθυσμοῦ, κατεδαφίσεις ἐκκλησιῶν, αἰχμαλωσίες, ἀπαιτήσεις μεγάλων λύτρων... Ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά, κατατυραννοῦσαν τὴν Ῥωσσία.

Οἱ φόρου ὑποτελεῖς πρίγκηπες, σὰν διοικητὲς τῶν διαφόρων περιοχῶν, συχνὰ ἔπρεπε νὰ ὑποκλίνονται στοὺς τυράννους, καὶ νὰ ὑπομένουν διάφορες ταπεινώσεις. Ἀλλὰ καὶ μεταξύ τους ὑπῆρχαν διαφωνίες καὶ διαμάχες, πρᾶγμα ποὺ τοὺς ἐμπόδιζε νὰ ἑνωθοῦν καὶ νὰ ἀποτινάξουν τὸν ζυγὸ τῆς ὑποταγῆς στοὺς ἀλλοπίστους.

Ἰδιαίτερα τὴν περίοδο αὐτήν, κατὰ θεία παραχώρηση γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ, ἕνας ἀπὸ τοὺς χαγάνους τῶν Ταρτάρων, ὁ Μαμάης, ξεσηκώθηκε ἐναντίον τῆς Ῥωσσίας, μὲ ὅλα τὰ ἀναρίθμητα στρατεύματά του. Ὁ ὑπερήφανος Μαμάης ἤθελε νὰ ἐξαφανίσῃ καὶ τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Μέσα σὲ ἕνα παραλήρημα οἰήσεως ἔλεγε στοὺς μεγιστᾶνές του:

-Θα κυριεύσω τὴν ρωσικὴ γῆ. Θὰ ἐξολοθρεύσω ὅλους τοὺς Ῥώσσους πρίγκηπες. Θὰ ἐξαφανίσω τὴν χριστιανικὴ ἐκκλησία.

Μάταια ὁ εὐσεβῆς μεγάλος πρίγκηπας Δημήτριος Ἰωάννοβιτς προσπαθοῦσε με τὰ δῶρα καὶ τὴν ἔκφραση τῆς ὑποταγῆς του νὰ μετριάσῃ τὴν μανία τῶν Ταρτάρων. Ὁ χάγανος μὲ τίποτε δὲν ἄλλαζε γνώμη καὶ τὸ ἀπέραντο σμῆνος τῶν ἐχθρῶν σὰν ἕνα ἀπειλητικὸ σύννεφο πλησίαζε πρὸς τὰ σύνορα τῆς Ῥωσσίας. Ὁ μεγάλος πρίγκηπας Δημήτριος ἄρχισε καὶ αὐτὸς νὰ ἑτοιμάζεται γιὰ τὸν πόλεμο, ἀλλὰ προτοῦ ξεκινήσῃ πῆγε πρῶτα στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος γιὰ νὰ προσκυνήσῃ τὸν Κύριο καὶ νὰ πάρει τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου ἡγουμένου Σεργίου. Ἀφοῦ προσευχήθηκε θερμά, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Δημήτριος εἶπε στὸν Ὅσιο:

-Γνωρίζεις πάτερ, τὶ μεγάλη συμφορά, ἀπειλεῖ ὅλους τοὺς ορθοδόξους. Ὁ ἄθεος χάγανος Μαμάης κίνησε ὅλα τὰ στρατεύματά του καὶ ἔρχονται στὴν προγονική μας γῆ γιὰ νὰ καταστρέψουν τὶς ἅγιες ἐκκλησίες καὶ νὰ ἐξολοθρεύσουν τὸν ρωσσικὸ λαό. Προσευχήσου, πάτερ, νὰ μᾶς λυτρώσῃ ὁ Θεός, ἀπὸ αὐτὴ τὴν μεγάλη συμφορά.

Ὁ Ὅσιος ἄρχισε νὰ ἐνθαρρύνει τὸν πρίγκηπα:

-Ὁ Θεός, σὲ σένα ἀναθέτει νὰ ἐνδιαφερθεῖς γιὰ τὸ ἔθνος καὶ νὰ πολεμήσεις ἐναντίον τῶν ἀλλοπίστων ἐχθρῶν. Μὴ διστάσεις νὰ περάσεις τὸν ποταμὸ Ντόν, καὶ νὰ συντρίψεις τοὺς ἀντιπάλους στὴν πεδιάδα ποὺ ἁπλώνεται ἐκεῖ.

Τὸν προσκάλεσε ἔπειτα νὰ παρακολουθήσῃ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ νὰ παρακαθίσῃ στὴν μοναστικὴ τράπεζα, ἂν καὶ ὁ μεγάλος πρίγκηπας βιαζόταν νὰ ἐπιστρέψει στὰ στρατεύματά του. Ὁ Ὅσιος δὲν ἔπαυε νὰ τὸν ἐνισχύει:

-Ὁ Κύριος θὰ εἶναι βοηθός σου. Δὲν ἔφθασε γιὰ σένα ὁ καιρὸς ἑνὸς ἐνδόξου θανάτου, γιὰ πολλοὺς ὅμως ἀνδρείους συναγωνιστές σου ἑτοιμάσθηκαν μαρτυρικοὶ στέφανοι. Ὁ ἐχθρὸς θὰ ἡττηθῆ, θὰ καταστραφεῖ τελείως, ἐνῶ ἐσὺ θὰ γνωρίσεις τὸ ἔλεος, τὴν βοήθεια καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἂς ἔχεις ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Κύριο καὶ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Προχώρα χωρὶς κανένα φόβο. Μὲ τὴν θεία ἐνίσχυση θὰ νικήσεις τοὺς ἐχθρούς.

Οἱ προφητεῖες τοῦ Ὁσίου συγκίνησαν καὶ ἐμψύχωσαν τὸν ὑπερασπιστὴ τῆς ρωσικῆς γῆς.

Τὸν ράντισε μὲ ἁγιασμό, τὸν σταύρωσε μὲ τὸν τίμιο σταυρό, καὶ τὸν κατευόδωσε. Ὁ μεγάλος πρίγκηπας τοῦ ζήτησε σὰν συνοδοὺς στὴν μάχη δύο μοναχούς, τὸν π. Ἀλέξανδρο Περεσβέτ, καὶ τὸν π. Ἀνδρέα Ὀσλιάμπα, οἱ ὁποῖοι πρὶν γίνου μοναχοί, ἦταν στρατιωτικοί, δοκιμασμένοι σὲ σκληρὲς πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις. Ὁ στάρετς ἀμέσως ἐξεπλήρωσε τὴν ἐπιθυμία τοῦ Δημητρίου Ἰωάννοβιτς. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φορέσουν στοὺς δύο μοναχούς, τὸ σχῆμα μὲ τὴν παράσταση τοῦ Σταυροῦ καὶ τοὺς εἶπε:

-Παιδιά μου, ἂς εἶναι αὐτὸ τὸ σχῆμα γιὰ σᾶς, ὅπλο ἀκαταμάχητο, ἀντὶ γιὰ πολεμικὴ περικεφαλαία καὶ ἀσπίδα.

Ὁ πρίγκηπας ὑποσχέθηκε:

-Ἐὰν ὁ Κύριος μὲ βοηθήσῃ νὰ νικήσω τοὺς ἐχθρούς, θὰ θεμελιώσω μοναστήρι στὸ ὄνομα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Στὶς 7 Σεπτεμβρίου τὰ ἑνωμένα στρατεύματα τῶν ρώσων πριγκήπων κάτω ἀπὸ τὴν ἀρχιστρατηγία τοῦ μεγάλου πρίγκηπα Δημητρίου πέρασαν τὸν ποταμὸ Ντόν, καὶ ἀναπτύχθηκαν στὴν πεδιάδα Κουλίκοβο, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν φοβερὸ ἀντίπαλο, ἐκεῖ ποὺ τοὺς ὑπέδειξε ὁ Ὅσιος. Τὸ πρωὶ τῆς 8ης Σεπτεμβρίου, γιορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἑτοιμάζονται γιὰ τὴν ἱστορικὴ σύγκρουση. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ μάχη, ὁ Ὅσιος Σέργιος ἐνισχύει γιὰ ἀκόμη μία φορὰ τὸν ἀνδρεῖο πρίγκηπα. Τοῦ στέλνει μὲ τὸν μοναχὸ Νεκτάριο καὶ δύο ἄλλους ἀδελφούς, τὴν εὐλογία τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρόσφορα ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ μία ἐπιστολή, στὴν ὁποία τὸν παρηγορεῖ, τὸν συμβουλεύει νὰ ἐλπίζει στὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου καὶ τὸ πιὸ σημαντικό, τοῦ προφητεύει κατηγορηματικά, τὴν νίκη.

Ἡ εἴδησις γιὰ τὴν νέα αὐτὴ ἐπέμβαση τοῦ ξακουστοῦ ἡγουμένου ἀστραπιαῖα διαδόθηκε ἀπὸ σύνταγμα σὲ σύνταγμα, ἀπὸ λόχο σὲ λόχο, καὶ ἐμψύχωσε τοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐλπίζοντας ὅλοι στὶς προσευχὲς τοῦ Ὁσίου ἄφοβα βαδίζουν στὴν μάχη, ἕτοιμοι νὰ πεθάνουν γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὴν πατρικὴ γῆ.

Οἱ στρατιὲς τῶν Ταρτάρων ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται καὶ ἀνάμεσα στα ἀναρίθμητα πληθη τους ξεχώριζε ἕνας πανύψηλος γίγαντας, ὁ Τελεμπέυ. Σὰν τὸν ἀρχαῖο Γολιάθ, ὁ Τελεμπέυ, φώναζε και προκαλοῦσε ὁποιοδήποτε ρώσσο νὰ μονομαχήσῃ μαζί του. Ποιός ὅμως θὰ τολμοῦσε. Φοβερὴ ἦταν ἡ μορφὴ τοῦ πανίσχυρου γίγαντα. Κάποιος ὅμως ἀπὸ τὸ ρωσσικὸ στράτευμα τόλμησε! Ἦταν ὁ ταπεινὸς μοναχὸς τοῦ Ἁγίου Σεργίου, ὁ π. Ἀλέξανδρος Περεσβέτ.

Ζήτησε νοερά, εὐλογία ἀπὸ τὸν πνευματικό του πατέρα, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸν παράδελφό τοῦ π. Ἀνδρέα Ὀσλιάμπα καθὼς καὶ τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν μεγάλο πρίγκηπα. Ὡπλισμένος μὲ θερμὸ ζῆλο ὁ ἡρωϊκὸς αὐτὸς ὑπερασπιστὴς τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ὥρμησε ἀκάθεκτος κατὰ τοῦ ὑπερήφανου ἀντιπάλου. Ἡ σύγκρουσις ὑπῆρξε τρομακτική. Ἡ θυελλώδης ὅμως ἐπίθεσις τοῦ μοναχοῦ ἔκαμψε τὴν φοβερὰ δύναμη τοῦ γίγαντα καὶ σὲ λίγο ἔπεσαν καὶ οἱ δυο νεκροί.

Τότε ἄρχισε ἡ πολυαίμακτη μάχη. Ἔγινε σφαγὴ πρωτοφανὴς γιὰ τὴν ρωσσικὴ ἱστορία. Ῥῶσοι καὶ Τάταροι πολεμοῦσαν μὲ τὰ δόρατα, μὲ τὰ ρόπαλα, μὲ τὰ μαχαίρια, μὲ τὰ σπαθιά. Ἔπνιγαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ τὰ ἴδια τους τὰ χέρια. Πέθαιναν λιωμένοι ἀπὸ τὰ πέταλα τῶν ἀλόγων. Ἡ σκόνη καὶ τὰ ἀμέτρητα βέλη ἔκρυβαν τὸν ἥλιο. Τὸ αἷμα ἀνθρώπων καὶ ζώων κυλοῦσε σὰν ποτάμι σὲ μῆκος χιλιομέτρων. Ἔπεσαν ἡρωϊκὰ τὴν μέρα ἐκείνη πλήθη ρωμαλέων ρώσσων στρατιωτῶν. Οἱ ἐχθροὶ ὅμως ἔπαθαν πανωλεθρία. Ἔτρεχαν ντροπιασμένοι γιὰ νὰ σωθοῦν ἀφήνοντας πίσω τους τὸ πεδίο τῆς μάχης κατάσπαρτο ἀπὸ πτώματα ὁμοεθνῶν τους.

Ὁ ἴδιος ὁ ἀρχηγός του Μαμάης μόλις κατάφερε νὰ γλυτώσει.

Σὲ ὅλο τὸ διάστημα τῆς ἄγριας πάλης, ὁ Ὅσιος Σέργιος εἶχε συγκεντρώσει ὅλους τοὺς ἀδελφούς, καὶ προσευχόταν θερμά, νὰ χαρίσῃ ὁ Κύριος τὴν νίκη στὸ ρωσσικὸ ὀρθόδοξο στράτευμα. Μὲ τὸ διορατικό του χάρισμα ἔβλεπε σὰν νὰ συνέβαιναν μπροστά του ὅλα τὰ περιστατικὰ τῆς μάχης. Πληροφοροῦσε τοὺς ἀδελφοὺς γιὰ τὴν ἐξέλιξή της καὶ ἀνέφερε λεπτομέρειες γεγονότων ποὺ ἐλάμβαναν χώρα σὲ μεγάλη ἀπόσταση. Ἀνήγγειλε στὴν ἀδελφότητα τὴν τελικὴ νίκη καὶ τὰ ὀνόματα ὁρισμένων πεσόντων, γιὰ τοὺς ὁποίους προσευχήθηκε. Ὁ Κύριος ὅλα τὰ ἀπεκάλυπτε στὸν δοῦλό Του.

Ὁ μεγάλος πρίγκηπας Δημήτριος Ἰωάννοβιτς, ποὺ ἔλαβε τὴν προσωνυμία Ντονσκόυ γιὰ τὴν ἔνδοξη νίκη του, ἐπέστρεψε θριαμβευτικὰ στὴν Μόσχα καὶ ἀμέσως φρόντισε νὰ συναντήσῃ τὸν Ὅσιο Σέργιο. Ἔφθασε στὴν μονή, καὶ προσευχήθηκε γεμᾶτος εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Κύριον, τὸν δυνατὸν ἐν πολέμοις. Εὐχαρίστησε τὸν ἅγιο ἡγούμενο καὶ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς γιὰ τὶς προσευχές τους καὶ τὴν συμπαράστασή τους στὸν ὑπέρτατο ἀγώνα καὶ διηγήθηκε λεπτομέρειες τῆς μεγάλης συμπλοκῆς. Ἔδωσε πλούσια δῶρα στὸ μοναστήρι. Τέλος παρεκάλεσε νὰ τελοῦν Θείες Λειτουργίες καὶ μνημόσυνα ὑπὲρ τῶν πεσόντων στὸ πεδίο τῆς μάχης τοῦ Κουλίκοβο. Ἀπὸ τότε καθιερώθηκε τὸ δημητριάτικο ψυχοσάββατο, γιὰ νὰ μνημονεύονται οἱ πεσόντες στὴν μάχη αὐτὴ καὶ γενικά, ὅλοι οἱ νεκροί.

Θυμήθηκε ἀκόμη τὸ τάμα ποὺ ἔκανε πρὶν ἀπὸ τὴν μάχη, νὰ κτίσῃ ἕνα καινούργιο μοναστήρι. Μὲ τὴν καθοδήγηση καὶ βοήθεια λοιπὸν τοῦ Ὁσίου, οἰκοδομήθηκε ἡ μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στὸν ποταμὸ Ντουμπένσκ, σὲ ἀπόσταση 43 χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ χαρά, γιὰ τὴν θριαμβευτικὴ νίκη δὲν κράτησε πολὺ καιρό. Οἱ Τάταροι κάτω ἀπὸ τὴν ἀρχηγία νέου χαγάνου, τοῦ Τοχταμίς, ἐπετέθησαν μὲ ὕπουλο καὶ σατανικὸ τρόπο ἐναντίον τῆς Ῥωσσίας. Ὁ στρατὸς τοῦ Τοχταμίς, κατέλαβε ξαφνικὰ τὴν Μόσχα καὶ σκόρπισε παντοῦ τὸν ὄλεθρο καὶ τὴν καταστροφή. Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος ἀπομακρύνθηκε στὴν πόλη Σβέρ, ὅταν οἱ φοβεροὶ ἐχθροὶ πλησίασαν στὴν λαύρα.

Ἡ παντοδύναμη ὅμως δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου διεφύλαξε τὸ μοναστήρι ἀπὸ τὴν λεηλασία καὶ τὴν καταστροφή. Ἔφθασε ἡ εἴδησις ὅτι ὁ μεγάλος πρίγκηπας Ντονσκόυ πλησιάζει μὲ τὸ στράτευμά του. Ἀμέσως τότε ὁ Τοχταμίς, ἐγκατέλειψε τὸ ἐγκληματικὸ ἐγχείρημά του καὶ ἀποσύρθηκε σύντομα ἀπὸ τὴν ρωσσικὴ γῆ.

Θ. Συμφιλιωτής, καὶ διδάσκαλος.

Οἱ ἐπιδρομὲς τῶν Τατάρων ἦσαν περισσότερο ἐπικίνδυνες σὲ ἐποχὲς ποὺ οἱ πρίγκηπες εἶχαν διαφορὲς σχετικὰ μὲ τὴν κυριαρχία τοῦ μεγάλου πριγκηπάτου. Οἱ διαφορὲς αὐτές, ἔφθαναν μερικὲς φορές, σὲ ἐμφύλιο σπαραγμό, καὶ τὸ ἀκόμα χειρότερο σὲ συμφωνίες μὲ τοὺς εχθροὺς τῆς ρωσσικῆς γῆς Τατάρους, Πολωνούς, ἢ Λιθουανούς.

Ὁ Ὅσιος Σέργιος προσπαθοῦσε νὰ ἀποτρέπει αὐτὸν τὸν κίνδυνο καὶ νὰ ἰσχυροποιεῖ τὴν ἑνότητα τοῦ ἔθνους κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ μεγάλου πρίγκηπα, τόσο κατὰ τὴν ἱστορικὴ μάχη τοῦ Κουλίκοβο, ὅσο καὶ μετὰ ἀπὸ αύτήν. Πολλὲς φορές, ὁ ἴδιος πήγαινε ἀπὸ τὸν ἕναν πρίγκηπα στὸν ἄλλον καὶ μὲ τὸν ἐμπνευσμένο λόγο του διέλυε τὶς φιλονικίες. Ἔτσι π.χ. τὸ 1365 ἐπισκέφθηκε τὴν περιοχὴ τοῦ Κάτω Νοβγκορόντ, καὶ ἔπεισε τὸν πρίγκηπα Μπόρις Κωνσταντίνοβιτς νὰ τὴν ἐπιστρέψει εἰρηνικὰ στὸν ἀδελφό του ἀπὸ τὸν ὁποῖο τὴν εἶχε ἁρπάξει καὶ νὰ ὑποταγεῖ στὸν μεγάλο πρίγκηπα Δημήτριο Ἰωάννοβιτς.

Συμφιλίωσε ἐπίσης μὲ τὸν μεγάλο πρίγκηπα καὶ τὸν πρίγκηπα τῆς Ῥιαζὰν Ὀλέγο, ὁ ὁποῖος πολλὲς φορές, καταπατοῦσε τὶς συμφωνίες καὶ ἐρχόταν σὲ προδοτικὲς συνεννοήσεις μὲ τοὺς ἐχθρούς. Ὁ Ντονσκόυ, ἀκολουθώντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἐπανηλειμμένα τοῦ πρότεινε νὰ λύσουν εἰρηνικὰ τὶς διαφορές τους, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀπέρριπτε διαρκῶς τὶς προστάσεις του. Τότε ὁ μεγάλος πρίγκηπας ἀπευθύνθηκε στὸν Ὅσιο μὲ τὴν παράκληση νὰ βοηθήσῃ τὸν Ὀλέγο νὰ ὑποχωρήσῃ μπροστὰ στὸ γενικὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Τὸ 1385 ὁ ταπεινὸς ἡγούμενος ξεκίνησε γιὰ τὴν πόλη Ῥιαζὰν πεζός, σύμφωνα μὲ τὴν συνήθειά του. Τελικά, ὁ Ὀλέγκο μαλάκωσε, σεβάστηκε τὸν ἅγιο ἄνδρα καὶ συμφώνησε νὰ συνάψει παντοτεινὴ εἰρήνη μὲ τὸν μεγάλο πρίγκηπα.

Ὁ πρίγκηπας Βλαδίμηρος Ἀνδρέγιεβιτς ἔτρεφε μεγάλη ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση στὸν μακάριο Σέργιο. Πολλὲς φορές, ἐρχόταν πρὸς αὐτὸν ὁ ἴδιος ἢ τοῦ ἔστελνε ὑλικὲς προσφορές. Κάποτε μάλιστα ποὺ τοῦ ἔστελνε φαγώσιμα εἴδη μὲ τὸν δοῦλό του, ἐκεῖνος ἔφαγε μερικὰ στὸν δρόμο. Ὅταν ἔφθασε στὸ μοναστήρι, παρέδωσε τὰ ὑπόλοιπα στὸν Ὅσιο λέγοντας ὅτι αὐτὰ τὰ φαγητά, τὰ στέλνει ὁ πρίγκηπας. Ὁ διορατικὸς ὅμως Ὅσιος, δὲν θέλησε νὰ τὰ δεχθεῖ καὶ τοῦ εἶπε:

Γιατί, παιδί μου, ὑπεχώρησες στὸν δαίμονα τῆς λαιμαργίας; Γιατί παγιδεύθηκες στὴν γαστριμαργία καὶ ἔφαγες χωρὶς εὐλογία ἀπὸ τὰ φαγητὰ ποὺ προσφέρθηκαν στὸ μοναστήρι;

Ὁ ἀνύποπτος γιὰ τὸ διορατικὸ χάρισμα τοῦ Ὁσίου δοῦλος ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ μὲ δάκρυα τοῦ ζήτησε συγνώμη. Τότε μόνον ἔγινε δεκτὴ ἡ προσφορὰ τοῦ πρίγκηπα, τὸν ὁποῖον ὁ Ὅσιος εὐχαρίστησε και τοῦ ἔστειλε τὴν εὐλογία του.

Πολλοί, ζητοῦσαν τὴν συμβουλή, τὴν βοήθεια καὶ τὴν προστασία τοῦ Ἁγίου. Ἐκεῖνος ανταποκρινόταν πρόθυμα σὲ ὅλες τους τὶς ἀνάγκες. Ὑπεράσπιζε τοὺς καταπιεσμένους καὶ τοὺς ἀδικουμένους. Ἐλεοῦσε τοὺς φτωχούς. Δίδασκε μὲ σοφία τὸν κόσμο.

Κοντὰ στὴν μονή, ζοῦσε ἕνας φιλάργυρος καὶ σκληρόκαρδος ἄνθρωπος. Αὐτὸς ἀδίκησε τὸν φτωχὸ γείτονά του ἁρπάζοντάς του ἕναν χοῖρο, τὸν ὁποῖο καὶ ἔσφαξε, χωρὶς νὰ πληρώσῃ τίποτε. Ὁ ἀδικημένος γείτονας κατέφυγε στὸν Ὅσιο. Ἐκεῖνος κάλεσε τὸν φταίχτη καὶ τοῦ εἶπε:

-Παιδί μου, πιστεύεις στὸν Θεό; Ὁ Κύριος εἶναι κριτὴς δικαίων καὶ ἀδίκων, πατέρας ὀρφανῶν καὶ χηρῶν. Εἶναι ἕτοιμος νὰ ἐκδικηθεῖ καὶ νὰ τιμωρήσῃ κάθε ἀδικία. Εἶναι φοβερό, νὰ πέσῃ κανεὶς στὰ χέρια του. Πῶς δὲν τρέμουμε ἁρπάζοντας τὰ πράγματα τοῦ πλησίον; Δὲν εἴμαστε ἱκανοποιημένοι ποὺ μᾶς χαρίζει ἄφθονα τόσα ἀγαθά, θέλουμε νὰ κλέβουμε καὶ τὰ ξένα; Περιφρονοῦμε τὴν μακροθυμία του; Δὲν βλέπουμε πόσο παραδειγματικὰ τιμωροῦνται στὴν ζωὴ αὐτὴ οἱ ἄδικοι; Τὰ σπίτια τους δὲν δυστυχοῦν; Καὶ δὲν τοὺς περιμένει αἰώνια κόλαση.

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν τὸν συμβούλευσε καὶ τελικά, τοῦ παρήγγειλε νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ζημιά. Ὁ μέχρι τότε σκληρόκαρδος γείτονας μετάνιωσε εἰλικρινά, ὐποσχέθηκε νὰ διορθώσῃ καὶ νὰ δώσῃ τὰ ἀνάλογα χρήματα στὸ φτωχό, ποὺ ἀδίκησε. Ἀργότερα ὅμως ἄλλαξε διάθεση καὶ δὲν ἔδωσε τὸ ἀντίτιμο τῆς ἀξίας τοῦ χοίρου. Ἡ τιμωρία δὲν ἄργησε νὰ ἔλθει. Μπαίνοντας στο κελάρι, ποὺ εἶχε τὸ χοιρινὸ κρέας, τὸ βλέπει γεμᾶτο σκουλήκια, καίτοι ἦταν περίοδος παγωνιᾶς. Τρόμαξε καὶ φοβήθηκε τόσο, ποὺ ἔτρεξε ἀμέσως νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρο τὸ χρέος.

Κάποτε, ἦλθε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴν Μόσχα ἕνας ἐπίσκοπος. Εἶχε ἀκούσει πολλὰ γιὰ τὸν Ἅγιο Σέργιο καὶ τοῦ φαινόταν ἀπίστευτα καὶ γιὰ αὐτὸ ἔλεγε:

-Εἶναι δυνατόν, νὰ ἐμφανισθεῖ στὶς χώρες αὐτὲς ἕνα τέτοιο πνευματικὸ ἀστέρι;

Μὲ τὴν ἀπορία αὐτὴ ἦλθε στὴν λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν ἡγούμενο. Μὰ τί τοῦ συνέβη; Μόλις ἀντίκρυσε τὸν γέροντα, ἀμέσως τυφλώθηκε. Ὁ Ὅσιος τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ κελλί του. Ὁ ἐπίσκοπος μὲ δάκρυα ἄρχισε νὰ τὸν ἱκετεύη. Ὡμολόγησε τὴν ἀπιστία του καὶ γεμᾶτος μετάνοια παρακαλοῦσε νὰ ξαναβρῆ τὸ φῶς του. Ὁ Ὅσιος τοῦ μίλησε μὲ πραότητα καὶ τὸν συμβουλεύσε νὰ μὴν ἐπαίρεται. Ἐκεῖνος ποὺ προηγουμένως ἀμφέβαλλε, βεβαιώθηκε ὅτι βρισκόταν μπροστὰ σὲ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ἀξιώθηκε νὰ ἀντικρύσῃ ἕναν ἐπίγειο ἄγγελο καὶ οὐρανοπολίτη.

Ι. Τέλη μακάρια.

Μιὰ νύκτα, ὁ Ὅσιος στεκόταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ προσευχόταν:

-Παναγία, Μητέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐλπίδα καὶ προστασία τῶν πιστῶν, γίνε μεσίτρια γιὰ μᾶς τοὺς ἀναξίους. Ἱκέτευε τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Σου νὰ ἐκδηλώνει τὴν εὐσπλαγχνία του στὸν ἅγιο αὐτὸ τόπο. Ἐσένα, τὴν Μητέρα τοῦ γλυκύτατου Χριστοῦ, καλοῦμε σὲ βοήθεια οἱ δοῦλοί Σου, γιατὶ ἐσὺ εἶσαι γιὰ ὅλους μας καταφυγή, καὶ δύναμις.

Τελειώνοντας τὴν προσευχὴ αὐτή, καθὼς καὶ τὸν εὐχαριστήριο κανόνα πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, κάθησε γιὰ λίγο νὰ πάρει μία ἀνάσα. Ξαφνικά, λέει στὸν μαθητή του Μιχαία:

-Παιδί μου, μεῖνε ἄγρυπνος καὶ νηφάλιος. Σὲ λίγο θὰ ἔχουμε μία θαυμαστὴ ἐπίσκεψη.

Μόλις πρόλαβε νὰ προφέρει τὰ λόγια αὐτά, ἀκούσθηκε μία φωνή:

-Ἰδού, ἔρχεται ἡ Πανάχραντη.

Ὁ Ἅγιος βγῆκε γρήγορα ἀπὸ τὸ κελλί του στὸν προθάλαμο, ὅπου τὸν περιέβαλε ἕνα φῶς, πιὸ λαμπρὸ καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἀξιώθηκε νὰ δῆ ὁλοφώτεινη τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ συνοδευόμενη ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο καὶ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη. Μὴ μπορώντας νὰ ἀντέξει τὴν ἐκτυφλωτικὴ λαμπρότητα τοῦ ὁράματος, ὁ Ὅσιος ἔπεσε καταγῆς. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἔσκυψε, τὸν ἄγγιξε μὲ τὰ χέρια της καὶ τοῦ εἶπε:

-Μὴ φοβᾶσαι ἐκλεκτέ μου! Ἦλθα νὰ σὲ ἐπισκεφτῶ, γιατὶ ἄκουσα τὶς προσευχὲς ποὺ κάνεις γιὰ τὸ μοναστήρι καὶ τοὺς ἀδελφούς. Μὴ λυπᾶσαι καὶ μὴν ἀνησυχῆς λοιπὸν γιὰ τὴν μονὴ αὐτή. Ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς θὰ ἔχει κάθε εὐλογία. Δὲν θὰ παύσω νὰ φροντίζω γιὰ τὸν τόπο αὐτὸ καὶ τώρα ποὺ ζῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐκδημία σου.

Ἡ ὑπερκόσμιος λάμψις ἔσβησε καὶ ὁ Ἅγιος παρέμεινε ἄναυδος. Μόλις συνῆλθε βλέπει τὸν μαθητή του ἀκίνητο σὰν νεκρό, ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὴν ἔκπληξη. Τὸν βοήθησε νὰ συνέλθη. Ἐκεῖνος ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ γέροντα λέγοντας:

-Πάτερ, γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, μίλησέ μου γιὰ αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ ὅραμα. Μὲ συγκλόνισε τόσο ποὺ νοιώθω τὴν ψυχή μου νὰ χωρίζεται ἀπὸ το σῶμα

-Παιδί μου, περίμενε λίγο γιατὶ καὶ ἐγὼ δὲν μπορῶ ἀκόμη νὰ συνέλθω· τοῦ ἀπάντησε γεμάτος θεϊκὴ χαρά, καὶ ἀνέκφραστη εὐφροσύνη ὁ Ὅσιος.

Ἔπειτα διέκοψε τὴν σιωπή:

-Εἰδοποίησε νὰ ἔλθει ἐδῶ ὁ π. Ἰσαὰκ καὶ ὁ π. Συμεών.

Ὅταν ἦλθαν οἱ πατέρες, τοὺς διηγήθηκε μὲ λεπτομέρειες τὴν θαυμαστὴ ἐπίσκεψη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τῶν δύο Ἀποστόλων. Οἱ καρδιὲς ὅλων πλημμύρισαν ἀπὸ συγκίνηση καὶ χαρά. Ἔψαλαν τὴν παράκληση πρὸς τὴν Παναγία, καὶ ὁ Ὅσιος παρεμεινε ὅλη τὴν νύκτα ἄγρυπνος συλλογιζόμενος τὸ ὅραμα καὶ εὐγνωμονώντας τὴν Πανάχραντη.

Τὸ γεγονὸς αὐτό, ἔγινε τὸ 1338, τέσσερα χρόνια πρὶν τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου.

Κάποια φορά, ποὺ ὁ Ὅσιος λειτουργοῦσε, ὁ π. Συμεών, ὑπηρετώντας σὰν ἐκκλησιαστικός, βλέπει μία φλόγα νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν ἁγία τράπεζα καὶ νὰ περιβάλλει τὸν Ὅσιο, ἔτσι ποὺ ἀπὸ τὴν κορυφή, μέχρι τὰ πόδια, νὰ λούζεται σὲ αὐτὸ τὸ ὑπερκόσμιο φῶς, ποὺ φώτιζε ὅλο τὸ ἱερό. Ὅταν ὁ Ὅσιος ἑτοιμάσθηκε νὰ μεταλάβει, ἡ φλόγα ἀνυψώθηκε, μαζεύτηκε σὰν ἕνα πέπλο καὶ βυθίστηκε στὸ ἅγιο ποτήριο. Βλέποντας αὐτὰ ὁ π. Συμεών, στεκόταν κατάπληκτος. Ἀφοῦ κοινώνησε ὁ Ὅσιος, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν ἁγία τράπεζα, καὶ καταλαβαίνοντας ὅτι ὁ π. Συμεών, ἀξιώθηκε νὰ ἀντικρύσῃ θεῖο ὅραμα, τὸν ρώτησε:

-Παιδί μου, γιατί φαίνεσαι τόσο πολὺ φοβισμένος;

-Πάτερ, ἀξιώθηκα νὰ δῶ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ σὲ περιβάλλει.

Τότε ὁ Ὅσιος, εἶπε ἐπιτακτικά:

-Μὴν ἀναφέρεις ὅ,τι εἶδες σὲ κανένα, μέχρις ὅτου ὁ Κύριος μὲ καλέσῃ κοντά Του.

Καὶ οἱ δύο εὐγνωμονοῦσαν θερμὰ τὸν Θεό, ποὺ τοὺς φανέρωσε τὸ ἔλεος Του.

Ἀφοῦ ἔζησε πολλὰ χρόνια μὲ αὐστηρὴ ἐγκράτεια καὶ ἄλλους ἀσκητικοὺς ἀγῶνες, ὁ Ὅσιος ἔφθασε στὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ζωῆς του. Εἶχε συμπληρώσει τὰ ἑβδομήντα ὀκτὼ ἔτη. Προαισθανόμενος τὴν ἀναχώρησή του γιὰ τὴν αἰώνια πατρίδα ἕξη μῆνες νωρίτερα, κάλεσε τὴν ἀδελφότητα καὶ ἀνέθεσε τὴν χειραγωγία της στὸν μαθητή του π. Νίκωνα, ὁ ὁποῖος γιορτάζεται στὶς 17 Νοεμβρίου.

Ὁ π. Νίκων, ἂν καὶ ἦταν νέος στὰ χρόνια, ἦταν προικισμένος μὲ πολλὴ σύνεση καὶ πεῖρα πνευματική. Σὲ ὅλη του τὴν ζωή, προσπαθοῦσε νὰ μιμηθῆ τὸν ὁδηγὸ καὶ διδάσκαλό του. Ὁ Ὅσιος ἀφοῦ τὸν ἀνέδειξε ἡγούμενο τῆς λαύρας, παραδόθηκε στὴν ἀπόλυτη σιωπή, καὶ στὴν ἑτοιμασία γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι.

Τὸν Σεπτέμβριο ἀρρώστησε βαριά, καὶ νοιώθοντας τὸ τέλος νὰ πλησιάζει, συγκέντρωσε τοὺς μοναχούς. Τοὺς συμβούλευσε νὰ διατηρήσουν ἀλώβητη τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὴν μεταξύ τους ὁμόνοια. Τοὺς παρεκάλεσε νὰ ἀγωνισθοῦν γιὰ τὴν ψυχική, καὶ σωματική τους ἁγνότητα καὶ καθαρότητα. Τοὺς προέτρεψε νὰ τρέφουν πρὸς ὅλους ἀνυπόκριτη ἀγάπη. Τοὺς συνέστησε νὰ ἀποφεύγουν τὶς κακὲς συνήθειες καὶ τὰ αἰσχρὰ παθη, νὰ ἔχουν ἐγκράτεια, μέτρο στὴν τροφή καὶ νὰ μισοῦν τὴν γήϊνη δόξα. Τελικά, τοὺς εὐχήθηκε:

Ἀναχωρῶ ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ πηγαίνω πρὸς τὸν Κύριο, ποὺ τόσο ποθῶ. Σὰς ἀναθέτω στὸν Χριστό, καὶ στὴν Ὑπεραγία του Μητέρα. Αὐτοὶ ἂς εἶναι γιὰ σᾶς τὸ καταφύγιο καὶ τὸ τεῖχος ἀπὸ τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ.

Τὶς τελευταῖες στιγμές, ὁ Ὅσιος ἐπιθύμησε νὰ κοινωνήσει. Ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε πλέον νὰ ἀνασηκωθῆ ἀπὸ τὸ κρεββάτι, τὸν ἀνασήκωσαν καὶ τὸν συγκράτησαν οἱ μαθητές του καθὼς λάβαινε γιὰ τελευταία φορά, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἕπειτα, ὕψωσε τὰ χέρια σὲ προσευχή, καὶ σὲ αὐτὴ τὴν στάση παρέδωσε τὴν ἁγνὴ ψυχή του στὸν Θεό. Ἦταν 25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1392. Μία ἀπερίγραπτη εὐωδία γέμισε τὸ κελλί, ἐνῶ τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ οὐράνια μακαριότητα. Φαινόταν πολὺ ἥρεμος, σὰν βυθισμένος σὲ βαθὺ ὕπνο.

Οἱ ἀδελφοὶ ποὺ στερήθηκαν τὸν διδάσκαλο καὶ γέροντά τους, ἔκλαιγαν μὲ λυγμούς, καὶ δάκρυα. Ἔμοιαζαν πλέον μὲ πρόβατα χωρὶς ποιμένα. Μὲ βαθιὰ ὀδύνη κήδεψαν τὸν Ἅγιο καὶ ἔθαψαν τὸ τίμιο σῶμα μέσα στὸ περίβολο τῆς λαύρας.

ΙΑ. Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι.

Τριάντα χρόνια πέρασαν ἀπὸ τότε. Ὁ Κύριος θέλησε νὰ δοξάσῃ περισσότερο τὸν ἐκλεκτὸ δοῦλό Του. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ζοῦσε κοντὰ στὴν μονὴ ἕνας εὐσεβής, ποὺ ἔτρεφε μεγάλη εὐλάβεια στὸν Ὅσιο καὶ συχνὰ ἐρχόταν καὶ προσευχόταν στὸν τάφο του. Κάποια νύκτα, ἔπειτα ἀπὸ θερμὴ προσευχή, τὸν πῆρε ὁ ὕπνος καὶ ξαφνικά, τοῦ ἐμφανίζεται ὁ Ὅσιος καὶ τοῦ λέει:

-Πὲς στὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς, γιατί μὲ ἀφήνει τόσο καιρὸ στὸν τάφο καὶ τὰ νερὰ περιβάλλουν τὸ σῶμά μου;

Ὁ ἄνθρωπος ξύπνησε γεμάτος φόβο καὶ χαρά. Χωρὶς καθυστέρηση συνάντησε τὸν ἡγούμενο Νίκωνα καὶ τοῦ διηγήθηκε τὸ ὅραμα. Οἱ μοναχοί, μὲ συγκίνηση πληροφορήθηκαν τὸ γεγονός, καὶ πολὺς κόσμος συγκεντρώθηκε στὴν λαύρα. Ἔφθασε καὶ ὁ πρίγκηπας τοῦ Ζβενιγόρσκυ Γιούρι Δημητρίγιεβιτς, ποὺ τιμοῦσε σὰν πατέρα τὸν Ὅσιο καὶ ἐνδιαφερόταν ἐξαιρετικὰ γιὰ τὴν μονή.

Μόλις ἄνοιξαν τὸν τάφο, ξεχύθηκε τριγύρω μία θαυμαστὴ εὐωδία. Τότε κατάπληκτοι οἱ συγκεντρωμένοι εἶδαν ὅτι ὄχι μόνο τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου διατηρήθηκε ἄφθαρτο καὶ ἀκέραιο, ἀλλὰ καὶ τὰ ἱερά του ἐνδύματα παρέμειναν ἀνέπαφα. Ὅλοι μὲ ἱερὴ ἀγαλλίαση καὶ ἐνθουσιασμὸ δοξολόγησαν τὸν Θεό, ποὺ χαρίτωσε τὸν Ὅσιό του. Πανηγυρικά, τοποθέτησαν τὸ ἅγιο λείψανο σὲ μία καινούργια λαρνάκα. Ἡ ἀνακομιδὴ αὐτὴ τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος, γιὰ τὴν ὁποία θεσπίστηκε γιορτή, ἔγινε στὶς 5 Ἰουλίου τοῦ 1422.

Ὁ Κύριος μὲ θαυμαστὸ τρόπο δόξασε τὸν Ὅσιό του. Πολυάριθμα θαύματα ἐκδηλώνονται σὲ ὅσους μὲ πίστη ἐπικαλοῦνται τὸν Ὅσιο καὶ προσκυνοῦν τὸ ἰαματικὸ λείψανό του. Ὅσο ὁ ταπεινὸς ἀγωνιστὴς ἀπέφευγε τὴν δόξα, τόσο ἡ παντοδύναμη δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου τὸν ὑπερύψωνε. Ὅσο περισσότερο ἐκεῖνος ταπείνωνε τὸν ἑαυτό του, τόσο ὁ Θεὸς τὸν δόξαζε.

Ἐνόσω ζοῦσε στὴν γῆ αὐτὴ ὁ Ὅσιος ἐπιτελοῦσε πολλὰ θαύματα καὶ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ ἐξαιρετικὰ ὁράματα. Γεμᾶτος ὅμως πραότητα καὶ ταπείνωση ἀπαγόρευε στοὺς μοναχούς του νὰ τὰ διηγοῦνται. Μετὰ τὴν κοίμηση, ὁ Κύριος τὸν χαρίτωσε τόσο, ποὺ τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων του, μοιάζει μὲ τὰ ἀστείρευτα νερά, ἑνὸς μεγάλου ποταμοῦ.

Θαυμαστὸς ὁ Θεός, ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ (Ψαλμὸς ξζ´, 36). Οἱ τυφλοὶ ξαναβλέπουν, οἱ χωλοὶ περπατοῦν, οἱ κωφάλαλοι ὁμιλοῦν, οἱ δαιμονισμένοι ἐλευθερώνονται, οἱ ἄρρωστοι θεραπεύονται, οἱ θλιμμένοι παρηγοροῦνται, οἱ αδικημένοι προστατεύονται. Ὁ Ὅσιος ὅλους τοὺς εὐεργετεῖ. Λάμπει ὁ ἥλιος καὶ θερμαίνει μὲ τὶς ζωογόνες ἀκτῖνές του τὴν γῆ. Πιὸ φωτεινὰ ὅμως λάμπει ὁ θαυματουργὸς Ὅσιος, ποὺ φωτίζει μὲ τὰ θαύματά του καὶ τὶς προσευχές του τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Καὶ ὁ μὲν ἥλιος ἀνατέλλει καὶ δύει, ἐνῶ ἡ δόξα αὐτοῦ τοῦ θαυματουργοῦ ποτὲ δὲν μειώνεται. Τὸ εὐεργετικό του γαλήνιο φῶς, θὰ λάμπει πάντοτε σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τῆς Αγίας Γραφῆς· Οἱ δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι (Παροιμιῶν ε´, 15).

Τὴν ἄνοιξη τοῦ 1408, ὅταν ἡγουμένευε ὁ μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Νίκων, ἄρχισαν νὰ πλησιάζουν στὰ περίχωρα τῆς Μόσχας οἱ Τάταροι μὲ ἀρχηγὸ τὸν θηριώδη Ἐντιγέα. Ὁ Ὅσιος Νίκων κατέφυγε στὸν Θεό, παρακαλώντας τον νὰ σώσῃ τὸν ἁγιασμένο τόπο καὶ νὰ τοὺς ὑπερασπισθεῖ ἀπὸ τὴν βαρβαρικὴ ἐπιδρομή. Στὴν θερμὴ προσευχή του καλοῦσε σὲ πρεσβεία καὶ τὸν Ὅσιο Σέργιο. Μίλις τελείωσε, κάθισε λίγο νὰ ξεκουρασθεῖ καὶ τὸν πῆρε ὁ ὕπνος. Βλέπει τότε τοὺς Ἁγίους Ἱεράρχες Πέτρο καὶ Ἀλέξιο νὰ ἔχουν μαζί τους τὸν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος τοῦ λέει:

-Εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ καταπατήσουν οἱ ἀλλοεθνεῖς τὸν τόπο αὐτό. Ἐσὺ ὅμως νὰ μὴν στενοχωριέσαι, γιατὶ ἡ μονὴ δὲν θὰ ἐρημώσῃ ἀλλὰ θὰ ἀνθίσῃ ἀκόμη περισσότερο.

Οἱ τρεῖς Ἅγιοι τὸν εὐλόγησαν καὶ ἐξαφανίσθησαν. Ὁ Ὅσιος Νίκων, μόλις συνῆλθε, ἔτρεξε στὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του νὰ τοὺς προλάβει. Ἡ πόρτα ἦταν κλεισμένη. Ὅταν τὴν ἄνοιξε εἶδε τοὺς Ἁγίους νὰ μπαίνουν στὸν ναό. Τότε κατάλαβε ὅτι δὲν ἦταν ὄνειρο, ἀλλὰ πραγματικὸ ὅραμα.

Ἡ πρόρρησις τοῦ Ὁσίου Σεργίου πολὺ σύντομα πραγματοποιήθηκε. Οἱ Τάταροι κατέστρεψαν μὲ φωτιὰ τὴν λαύρα.

Χάρη ὅμως στὴν θαυμαστὴ προειδοποίηση τοῦ Ὁσίου, οἱ ἀδελφοὶ εἶχαν ἐγκαίρως ἀπομακρυνθεῖ καὶ ὅταν οἱ εἰσβολεῖς ὑποχώρησαν ξανάκτισαν τὸ μοναστήρι καὶ ὕψωσαν πέτρινο ναό, πρὸς τιμὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὰ ἐγκαίνιά του ἔγιναν στὶς 25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1412. Μέσα στὸν ναὸ αὐτὸ ἀναπαύεται τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Πολλοὶ ἐνάρετοι μοναχοί, τὸν ἔβλεπαν νὰ ἐμφανίζεται στὰ ἐγκαίνια τῶν νέων κτηρίων τῆς μονῆς.

Ἐνῶ ἡγουμένευε ἀκόμη ὁ Ὅσιος Νίκων ἕνας ἀδελφός, καθὼς ἔκοβε μὲ τὸ τσεκούρι ξύλα γιὰ νὰ κατασκευάσῃ καινούργιο κελλί, τραυματίσθηκε ἐπικίνδυνα στὸ πρόσωπο. Ἀπὸ τὸν φρικτὸ πόνο σταμάτησε τὴν ἐργασία καὶ ἐπέστρεψε στὸ κελλί του.

Πλησίαζε νὰ νυχτώσῃ καὶ ὁ ἡγούμενος ἔλειπε τὴν ὥρα ἐκείνη ἀπὸ τὸ μοναστήρι. Ξαφνικά κτύπησε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ καὶ κάποιος ποὺ ὠνόμασε τὸν ἑαυτό του ἡγούμενο, παρεκάλεσε νὰ μπεῖ μέσα. Ἀποκαμωμένος ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴν ἀπώλεια τοῦ αἵματος ὁ ἀδελφὸς δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθεῖ καὶ νὰ ἀνοίξει. Τότε ἡ πόρτα ἄνοιξε μόνη της καὶ ὅλο τὸ κελλί, φωτίσθηκε ἀπὸ ἕνα θαυμαστὸ φῶς. Ἀνάμεσα στὴν λάμψη ὁ μοναχός, διέκρινε δύο ἄνδρες, ἕναν ἱεράρχη καὶ ἕναν μοναχό.

Ἄρχισε ὁ ἀσθενὴς νὰ ζητᾶ τὴν εὐλογία τους. Ὁ φωτοφόρος μοναχός, ἔδειξε στὸν ἱεράρχη τὰ θεμέλια τοῦ κελλιοῦ καὶ ἐκεῖνος τὰ εὐλόγησε. Τότε ὁ ἀδελφὸς κατάπληκτος ἔνοιωσε νὰ σταματοῦν οἱ πόνοι καὶ ἡ αἱμορραγία. Θεραπεύθηκε ἀμέσως. Κατάλαβε ὅτι ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸν Ἅγιο Ἱεράρχη Ἀλέξιο καὶ τὸν Ὅσιο Σέργιο. Ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη ποὺ τοὺς ἕνωνε στὴν ζωή, ἐμφανιζόταν ἄρρηκτη καὶ μετὰ θάνατο.

Ὁ Ὅσιος εἶχε προφητεύσει τὴν γέννηση ἑνὸς Μοσχοβίτη, τοῦ Συμεών. Ὁ Συμεών, κάποτε ἀρρώστησε τόσο βαριά, ποὺ δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ κουνηθεῖ. Σχεδὸν χωρὶς φαγητό, καὶ ὕπνο παρέμεινε ξαπλωμένος ζωντανὸς-νεκρός, στὸ κρεββάτι του. Μέσα στὴν βαθιά του ὀδύνη παρακαλεῖ μὲ θέρμη τὸν Ὅσιο.

-Βοήθησέ με Ἅγιε Σέργιε. Ἀπάλλαξέ με ἀπὸ τὴν δοκιμασία αὐτή. Ἐσὺ ποὺ παρηγοροῦσες τοὺς γονεῖς μου καὶ ποὺ προεῖπες τὴν γέννησή μου, μὴ μὲ ἐγκαταλείπης στὴν θλίψη μου.

Ξαφνικά, παρουσιάσθηκαν δύο σεβάσμιοι μοναχοί. Ὁ ἕνας ἦταν ὁ ἡγούμενος Νίκων. Ὁ ἄρρωστος τὸν ἀνεγνώρισε ἀμέσως γιατὶ εἶχε συνδεθεῖ μαζί του, ὅταν ὁ ἡγούμενος βρισκόταν στὴν ζωή. Κατάλαβε ὅτι ὁ δεύτερος ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Σέργιος. Ὁ Ὅσιος τὸν πλησίασε καὶ τὸν σταύρωσε. Ὁ ἄρρωστος ἔνοιωσε σὰν νὰ ξεκολλάει τὸ δέρμα του ἀπὸ τὸ σῶμα. Οἱ Ὅσιοι ἐξαφανίσθηκαν, ἐνῶ ὁ Συμεών, κατάλαβε ὅτι δὲν ξεκόλλησε τὸ δέρμα του, ἀλλὰ ἡ ἀρρώστεια ἀπομακρυνθηκε τελείως ἀπὸ αὐτόν.

Μία χρονιά, συγκεντρώθηκε πολὺς κόσμο στὴν μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιατὶ πλησίαζε ἡ πανήγυρίς της. Μεταξὺ τῶν προσκυνητῶν ἦταν καὶ ἕνας τυφλός, ποὺ ἔχασε τὸ φῶς του σὲ ἡλικία ἑπτὰ ἐτῶν. Στεκόταν ἔξω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ ἐκκλησία καὶ παρακολουθοῦσε μὲ εὐλάβεια τὴν μεγαλοπρεπὴ ακολουθία. Εἶχε μία βαθιὰ λύπη ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ μπεῖ μέσα καὶ νὰ προσκυνήσῃ τὰ λείψανα τοῦ Ὁσιου, ποὺ χάριζαν, ὅπως συχνὰ ἄκουε, τόσες θεραπεῖες. Ὁ συνοδός του γιὰ κάποια αἰτία ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ κοντά του καὶ ἡ λύπη του μεγάλωσε ἀκόμη περισσότερο. Τότε ἐμφανιζεται ὁ Οσιος Σέργιος, τὸν πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδηγεῖ μέσα στὸν ναό, κοντὰ στὴν λειψανοθήκη. Ὁ τυφλός, προσκύνησε καὶ ἀμέσως θεραπεύθηκε. Πλήθη πιστῶν ἦσαν μάρτυρες τοῦ θαύματος καὶ δόξαζαν τὸν Θεό, καὶ τὸν Ὅσιο. Ὁ ἴδιος ὁ πρώην τυφλός, γεμᾶτος εὐγνωμοσύνη παρέμεινε στὴν μονή, γιὰ νὰ βοηθεῖ τοὺς πατέρες στὰ διακονήματά τους.

Τὸ 1551 ὁ τσάρος Ἰωάννης Βασίλιεβιτς Γρόνζυ, -δηλαδή, ὁ Ἰβὰν ὁ τρομερός, ποὺ βασίλευσε ἀπὸ τὸ 1533 ὣς τὸ 1584- γιὰ νὰ προφυλαχθεῖ ἀπο τοὺς Τατάρους, ἔκτισε τὴν πόλη Σβιάζσκγ. Στην πόλη αὐτὴ ὑπῆρχε μία μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, στὴν ὁποία φυλασσόταν μία θαυματουργὴ εἰκόνα του Ὁσίου. Ὄχι μόνο πιστοί, αλλὰ καὶ εἰδωλολάτρες ἀπολάμβαναν τὶς εὐεργεσίες του. Κάποτε, παρουσιάσθηκε στὴν πόλη αὐτὴ μία ἐπίσημη ἀντιπροσωπεία απὸ ὀρεινοὺς Τσερεμισίους[4][4] καὶ ἀνήγγειλε τὰ ἑξῆς:

-Πέντε χρόνια προτοῦ θεμελιωθεῖ ἡ πόλις καὶ ἐνῶ ὑπῆρχε ἀπέραντη ἐρημιά, ἀκούγαμε συχνά, ἐκκλησιαστικὲς ρωσικὲς κωδωνοκρουσίες. Στέλναμε τότε νέους νὰ τρέξουν νὰ δοῦν τὶ συμβαίνει. Οἱ νέοι ἄκουγαν ὑπέροχες ψαλμωδίες, ἀλλὰ δὲν βλέπαμε κανέναν. Μόνον ἕνας μοναχός, περιφερόταν μὲ τὸν σταυρὸ στὸ χέρι καὶ εὐλογοῦσε πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις. Ἔμοιαζε σὰν νὰ ὑπελόγιζε τὴν ἔκταση τῆς σημερινῆς πόλεως. Στὸ πέρασμά του ὅλη ἡ περιοχή, πλημμύριζε ἀπὸ εὐωδία. Οἱ νέοι ἔρριχναν ἐπάνω του βέλη ἀλλὰ αὐτὰ ἔσπαζαν καὶ ἔπεφταν στὴν γῆ. Τὰ περίεργα ἐκεῖνα φαινόμενα τὰ διηγηθήκαμε στοὺς ἄρχοντες καὶ στὴν βασίλισσά μας.

Ὅλοι κατάλαβαν ὅτι ἐμφανιζόταν ὁ Ὅσιος, τοῦ ὁποίου ἡ εἰκόνα θὰ συγκέντρωνε ἀργότερα πλήθη πιστῶν.

ΙΒ. Μία πολιορκία τῆς Λαύρας.

Ἡ Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Σεργίου πολιορκήθηκε στὶς 23 Σεπτεμβρίου τοῦ 1608 ἀπὸ 30.000 Πολωνούς, καὶ Κοζάκους, μὲ ἀρχηγοὺς τὸν Λισόφσκυ καὶ τὸν Σαπέγα.

Οἱ ὑπερασπιστές της ἦταν ἀσυγκρίτως λιγότεροι, περίπου 2.000, μὲ πεσμένο ἠθικο μπροστὰ στὴν εχθρικὴ ὑπεροπλία. Μέσα σὲ γενικὸ θρῆνο τέλεσαν ὁλονυχτία ἀγρυπνία τὴν παραμονὴ τῆς 25 Σεπτεμβρίου κατὰ τὴν ὁποία γιορτάζεται ὁ Ὅσιος.

Ὁ Ἅγιος δὲν περίμενε νὰ τελειώσῃ ἡ ἀκολουθία. Ἐμφανίσθηκε στὸν μοναχὸ Ποιμένα. Ἐνῶ προσευχόταν στὸν πολυεύσπλαγχνο Σωτῆρα καὶ στὴν πανάχραντη Θεοτόκο, τὸ κελλί του γέμισε φῶς σὰν νἆταν ἡμέρα. Σκέφθηκε ὅτι οἱ ἐχθροὶ μπῆκαν καὶ ἔκαιγαν τὸ μοναστήρι. Τρέχει ἔξω ἀπὸ τὸ κελλί, καὶ βλέπει στὸν τροῦλλο τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος μία πύρινη στήλη ποὺ ἔφθανε στὸν οὐρανό. Κάλεσε ἀμέσως τοὺς μοναχούς, καὶ τοὺς κοσμικούς, καὶ ὅλοι θαύμασαν τὸ ἐξαιρετικὸ φαινόμενο. Ἀφου πέρασε λίγη ὥρα, ἡ στήλη ἄρχισε νὰ χαμηλώνει, να μικραίνει, καὶ τέλος σὰν πυρακτωμένο σύννεφο μπῆκε μέσα στὸν ναό, ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς εἰσόδου. Ἕπειτα εξαφανίσθηκε.

Στὸ διάστημα αὐτὸ οἱ πολιορκητὲς ἔρραναν τὸ μοναστήρι μὲ ἀναρίθμητες οβίδες, ἀλλὰ ἡ παντοδύναμη δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου τὸ ἔσωζε. Τὰ βλήματα ἔπεφταν σὲ ἀκατοίκητες περιοχές, καὶ προκαλοῦσαν ἐλάχιστες ζημιές, ἐνῶ ὑπῆρχε σὲ πολλὰ σημεῖα ὑπερβολικὸς συνωστισμὸς τῶν πιστῶν ποὺ κατέφυγαν στὴν μονή.

Οἱ ἐχθροὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ πυροβολικό, καὶ τὶς συχνὲς ἐπιδρομές, με τὶς ὁποῖες ἔφθειραν τὶς δυνάμεις τῶν πολιορκημένων, ἄρχισαν νὰ σκάβουν ὑπόγεια σήραγγα κάτω ἀπὸ τὰ τείχη. Ὁ Ὅσιος ἐμφανιζόταν νὰ περπατεῖ στὶς ἐπάλξεις καὶ νὰ ἁγιάζει τὰ τείχη. Μία Κυριακή, ἐμφανίσθηκε στὸν κανδηναλάπτη Εἰρήναρχο καὶ τοῦ προεῖπε μία ἐπικείμενη ἔφοδο τῶν ἐχθρῶν.

Πραγματικά, τὴν ἑπόμενη νύχτα οἱ Πολωνοί, ἐνήργησαν μία φοβερὴ ἐπίθεσι ἐναντίον τῆς λαύρας, ἀλλὰ οἱ προειδοποιημένοι ὑπερασπιστές της τοὺς ἀπέκρουσαν μὲ ἐπιτυχία, προξενώντας τους μεγάλες ἀπώλειες.

Οἱ πολιορκημένοι γνώριζαν γιὰ τὸ σκάψιμο κάτω ἀπὸ τὰ τείχη, δὲν μποροῦσαν ὅμως νὰ προσδιορίσουν τὴν θέση τῆς σήραγγος. Ἔτσι κάθε στιγμή, τοὺς ἀπειλοῦσε ἡ ὁλοκληρωτικὴ καταστροφή. Ὁ καθένας ἔβλεπε τὸν θάνατο μπροστά του. Ὅλοι μὲ βαθιὰ συναίσθηση κατέφυγαν στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅλοι θερμὰ παρακαλοῦσαν γιὰ τὴν σωτηρία τους. Ὅλοι μετανοοῦσαν γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν στρεφόταν μὲ ἀπέραντη πίστη πρὸς τὰ ἅγια λείψανα τῶν μεγάλων ὑπερμάχων καὶ ἱδρυτῶν τῆς μονῆς Σεργίου καὶ Νίκωνος. Ὅλοι ἀξιώθηκαν νὰ κοινωνήσουν τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, τὸ Σῶμα και τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου.

Στὶς ζοφερὲς αὐτὲς ἡμέρες, ὁ Ὅσιος Σέργιος ἐμφανίσθηκε στὸν ἀρχιμανδίτη Ἰωάσαφ. Τοῦ ἀνήγγειλε ὅτι ο Κύριος θὰ τοὺς ἐλεήσῃ καὶ θὰ τοὺς σώσῃ καὶ τὸν συμβούλευσε νὰ συνεχίζουν τὴν προσευχή, καὶ τὴν μετάνοια καὶ μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν θανάσιμο κίνδυνο.

Ὁ ἀρχιμανδίτης Ἰωάσαφ παρηγόρησε τοὺς ἀδελφοὺς μὲ τὸ ὅραμα αὐτό. Ἔπειτα ἀπὸ λίγες μέρες ἀξιώθηκε νὰ ξαναδεῖ τὸν Ὅσιο, τὴν ὥρα ποὺ ἔκανε τὸν μοναχικό του κανόνα, καὶ νὰ ἀκούσῃ καὶ ἄλλα παρηγορητικὰ λόγια:

-Σήκω καὶ εὐχαρίστησε τὴν πανάχραντη Θεοτόκο, γιατί, θερμὰ προσεύχεται γιὰ τὴν σωτηρία σας πρὸς τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Της.

Ὁ Ὅσιος ἐμφανιζόταν ὄχι μόνο στοὺς ὑπερασπιστὲς τῆς μονής, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἐχθροὺς ποὺ τὴν πολιορκοῦσαν. Ἔτσι ἕνας ἀπὸ τοὺς Κοζάκους ἦλθε στὸ μοναστήρι καὶ διηγήθηκε ὅτι πολλοὶ στρατηγοὶ τῶν ἀντιπάλων ἔβλεπαν νὰ φωτίζουν στὰ τείχη δύο φωτόλουστοι στάρετς, ποὺ ἔμοιαζαν μὲ τοὺς θαυματουργοὺς Ἁγίους Σέργιο καὶ Νίκωνα. Ὁ ἕνας θυμίαζε τὸ μοναστήρι καὶ ὁ ἅλος τὸ ράντιζε μὲ ἁγιασμό. Μετὰ ἀπευθύνθηκαν στὰ στρατεύματα τῶν Κοζάκων μέμφοντάς τους γιατὶ ἑνώθηκαν μὲ ἑτερόδοξους γιὰ νὰ καταστρέψουν τὸν οἶκο τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Πολωνούς, ἄρχισαν νὰ τοξεύουν τοὺς δύο στάρετς, ἀλλὰ τὰ βέλη τους ἐπέστρεφαν καὶ τραυμάτιζαν τοὺς ἴδιους. Οἱ Ὅσιοι προεῖπαν καὶ στοὺς ἐχθροὺς τὴν καταστροφή τους. Μερικοὶ Κοζάκοι τρομαγμένοι ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τῶν ἐχθρῶν καὶ ἐπέστρεψαν στὰ σπίτια τους, δίνοντας τὴν ὑπόσχεση νὰ μὴν ξαναπιάσουν ποτὲ τὰ ὅλα ἐναντίον τῶν ὀρθοδόξων.

Μὲ τὴν θεία καθοδήγηση οἱ πολιορκούμενοι κατόρθωσαν νὰ ἀνακαλύψουν τὴν ὑπόγεια σήραγγα, ποὺ ἔσκαβαν οἱ ἐχθροί. Μερικοὶ γενναῖοι τὴν κατέστρεψαν θυσιάζοντας τὴν ζωή τους. Ἐκπλήρωσαν ἔτσι τὰ θεῖα λόγια: Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ (Ἰωανν., ιε´, 13).

Ὁ φοβερὸς ρωσικὸς χειμώνας ἀνάγκασε τοὺς ἐχθροὺς νὰ περιορίσουν τὶς συχνὲς ἐπιδρομές. Δυσκόλευσε ὅμως ἀφάνταδτα καὶ τοὺς ὑπερασπιστὲς τῆς μονῆς. Ὑπέφεραν ἀπὸ τὴν στενότητα τοῦ χώρου καὶ τὴν κακὴ διατροφή. Ἄρχισε νὰ τοὺς ἀποδεκατίζει καὶ ἡ ἀρρώστεια τσίνγα ποὺ δημιουργοῦσε πρίξιμο τῶν σιελογόνων ἀδένων καὶ ἐμφάνιση πληγῶν στὰ πόδια. Πολλοί, πέθαιναν καὶ οἱ πολεμιστὲς ἀπέμειναν διακόσιοι. Τὸ ἠθικό τους διαρκῶς ἔπεφτε. Γόγγυζαν καὶ θεωροῦσαν ὑπερβολικὰ παράτολμο νὰ στείλουν ἀπεσταλμένο στὴν Μόσχα γιὰ βοήθεια. Ὁ Ὅσιος Σέργιος ἐμφανίσθηκε πάλι στὴν κανδηναλάπτη Εἰρήναρχο:

-Πὲς στοὺς ἀδελφούς, καὶ σὲ ὅλους τοὺς ὑπερασπιστὲς ὅτι σήμερα τὰ μεσάνυχτα ἔστειλα ἐγὼ ἀπεσταλμένους στὴν Μόσχα τοὺς μαθητές μου Μιχαία, Βαρθολομαῖο καὶ Ναούμ. Οἱ ἐχθροὶ τοὺς εἶδαν. Δὲν τοὺς συνέλαβαν ὅμως. Ῥωτῆστέ τους γιατὶ δὲν τοὺς συνέλαβαν.

Σὲ μία προσπάθεια ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς ἐχθροὺς τὸ ὅραμα ἐπαληθεύθηκε. Οἱ Πολωνοί, πραγματικὰ ειδαν τρεῖς γέροντες καβαλάρηδες νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ κατευθύνονται πρὸς τὴν Μόσχα. Θεωροῦσαν σίγουρη τὴν σύλληψή τους γιατὶ τὰ ἄλογά τους δὲν φαίνονταν ὑγιῆ. Ἀπατήθηκαν ὅμως. Καίτοι τοὺς κυνηγοῦσαν μὲ μανία δὲν κατόρθωσαν νὰ τοὺς φθάσουν. Τὰ ἄλογα τῶν γερόντων κάλπαζαν τόσο γρήγορα, σὰν νὰ πετοῦσαν. Τὰ ἄλογα αυτὰ ἦταν προηγουμένως τυφλά, καὶ τὰ εἶχαν ἐγκαταλείψη ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη λόγω ἐλλείψεως τροφῆς!

Τὴν ἴδια μέρα οἱ Μοσχοβίτες εἶδαν ἕναν μοναχό, νὰ ὁδηγεῖ μία σειρὰ ἀπὸ δώδεκα ἁμάξια γεμᾶτα ψωμί. Ὁ μοναχός, κατευθυνόταν πρὸς τὴν μονὴ τῶν Θεοφανείων, ποὺ ἦταν μετόχι τῆς λαύρας τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ Μόσχα ἦταν καὶ αὐτὴ περικυκλωμένη ἀπὸ ἐχθρικὰ στρατεύματα καὶ ὅλοι ἀποροῦσαν πῶς ὁ μοναχός, πέρασε ἀνάμέσα τους ἀνενόχλητος. Ὅταν τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν κατάσταση τῆς λαύρας, ἀπάντησε:

-Ὁ Κύριος δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει στὴν διάθεση τῶν ἀπίστων. Μη φοβᾶσθε καὶ μὴν ἀπελπίζεσθε.

Ἡ ἀσφυκτικὴ πολιορκία εἶχε φέρει τοὺς Μοσχοβῖτες σὲ δεινὴ κατάσταση πείνας. Ὁ ἴδιος τότε ὁ τσάρος Βασίλειος (1606-1610) καὶ ὁ πατριάρχης Ἅγιος Ἑρμογένης (1606-1612) μόλις πληροφορήθηκαν τὴν ἄφιξη ἐφοδίων, παρεκάλεσαν τὸν οἰκονόμο τῆς λαύρας ἱερομόναχο Ἀβραὰμ Παλίτσιν νὰ πωλεῖ σὲ χαμηλὴ τιμή, στὸν πεινασμένο λαό, τὰ ἀποθέματα ποὺ θαυματουργικὰ ἔλαβε. Ὁ ἱερομόναχος Ἀβραὰμ ἔχοντας βαθιὰ πίστη στὸν Θεό, καὶ στὸν Ἅγιο Σέργιο ἱκανοποίησε τὴν παράκλησή του. Παρατήρησαν τότε καὶ ἄλλο ἐκπληκτικὸ φαινόμενο. Ἐνῶ τροφοδοτοῦσαν ἄφθονα τὸν κόσμο, τὰ ἀποθέματα τῆς μονῆς δὲν λιγόστευαν.

Ἡ λαύρα τοῦ Ὁσίου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὑλικη βοήθεια στὸν λαὸ τῆς Μόσχας πρόσφερε καὶ μία ἄλλη ὑπηρεσία γιὰ τὴν σωτηρία τῆς Ῥωσσίας ἀπὸ τὴν ἐχθρικὴ εἰσβολή. Ὁ ἀρχιμανδρίτης της Διονύσιος καὶ ὁ οἰκονόμος Ἀβραάμ, ἔγραψαν συγκινητικὰ γράμματα πρὸς τὶς ἐλεύθερες πόλεις τῆς χώρας παρακινώντας τοὺς Ῥώσσους πατριῶτες, ποὺ δὲν κτύπησε ἡ μάστιγα, νὰ ἑνωθοῦν καὶ νὰ συμβάλλουν στην σωτηρία τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος.

Στὴν πόλη Νίζνι Νόβγκοροντ ζοῦσε ἕνας κρεοπώλης ὁ Κοσμᾶς Μίνιν-Σουκόρουκ. Ὁ Ὅσιος Σέργιος τοῦ παρουσιάσθηκε σὲ ὅραμα καὶ τὸν διέταξε νὰ συγκεντρώσῃ χρήματα, νὰ συγκροτήσῃ στρατό, καὶ νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν Μόσχα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Ὅταν ξύπνησε, καὶ συνῆλθε ὁ Κοσμᾶς ἄρχισε νὰ σκέπτεται ὅτι δὲν ἦταν ὁ ἴδιος καθόλου κατάλληλος στὸ νὰ στρατολογεῖ καὶ ἔτσι παρέμεινε ἀδρανής. Ὁ Ὅσιος ἐμφανίσθηκε γιὰ δευτέρη φορά, ἀλλὰ καὶ πάλι ὁ Κοσμᾶς ἔμεινε ἀναποφάσιστος. Τότε ὁ Ἅγιος παρουσιάζεται γιὰ τρίτη φορά, καὶ τοῦ λέει:

Ὁ φιλάνθρωπος Θεός, θέλει νὰ ἐλεήσῃ τοὺς ὀρθοδόξους καὶ νὰ τοὺς χαρίσῃ τὴν σωτηρία καὶ τὴν εἰρήνη. Γιὰ αὐτὸ σοῦ παρήγγειλα νὰ ξεκινήσεις γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς ρωσικῆς γῆς ἀπὸ τοὺς εἰσβολεῖς. Μὴ φοβᾶσαι τοὺς δισταγμοὺς τῶν ἡλικιωμένων. Οἱ νεώτεροι μὲ ἐνθουσιασμὸ θὰ σὲ ἀκολουθήσουν. Τὸ ξεκίνημά σου θὰ στεφθεῖ ἀπὸ τὴν νίκη.

Ὁ Κοσμᾶς ταράχθηκε τόσο μὲ τὸ τελευταῖο ὅραμα, ποὺ ἀρρώστησε. Ἀργότερα ὅμως ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου καὶ ἀνέλαβε μὲ ζῆλο τὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα. Ἄρχισε νὰ στρατολογεῖ πολλοὺς νέους, διαθέτοντας ὅλη του τὴν περιουσία. Οἱ συμπολῖτές του τὸν ἐνίσχυσαν καὶ ἔτσι μὲ τὴν θεία βοήθεια καὶ τὴν ἰδιαίτερη ἐπέμβαση τοῦ Ὁσίου Σεργίου ἡ χώρα λυτρώθηκε ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς.

Ἡ λύσις τῆς πολυχρονίου πολιορκίας τῆς λαύρας τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Σεργίου ἔγινε τὴν 12η Ἰανουαρίου τοῦ 1610. Οἱ εὐγνώμονες Ῥῶσσοι τιμοῦν τὴν ἡμέρα αὐτή. Τὴν γιορτάζουν μὲ εἰδικὴ θεία Λειτουργία καὶ λιτανεία κατὰ τὴν Κυριακή, ποὺ προηγεῖται ἀπὸ τὴν ἡμερομηνία αὐτή.


[1] Ἠ σημερινὴ κωμόπολις Γοροντόκ, ποὺ βρίσκεται μεταξὺ τῆς Μόσχας καὶ τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σεργίου, 13 χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν τελευταία.

[2] Τὸ μοναστήρι εἶχε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δύο τμήματα, ἕνα γιὰ μοναχούς, καὶ ἕνα γιὰ μοναχές.

[3] Ὄνομα ῥωμαϊκό, ποὺ σημαίνει· ὑψηλός ἠ εὐυπόληπτος.

[4] Φιννικὴ φυλή, διασκορπισμένη στὶς ἐπαρχίες Σβιάσκ, Καζάν, Ὄρενμπουργκ, Πέρμσκη, Κοστρόμ, καὶ Νιζέγκοροντ.