Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ

Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 5 Αὐγούστου

Ἀρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου: Οἱ Ἅγιοί μας.
Ἱ. Μ. Τατάρνης Εὐρυτανίας, ἔκδοσις γ´, σελ.83-99.

Εἰσαγωγή

Μέγας διδάσκαλος καὶ φωτιστὴς τοῦ Γένους ὁ Ἅγιος Εὐγένιος. Τί σημαίνει ὅμως Διδάσκαλος τοῦ Γένους; Ἄς ῥίξουμε μιὰ ματιά. Καὶ ἄς δοῦμε πρῶτα τί σημαίνει Γένος. Ἡ λέξις Γένος γράφεται μὲ κεφαλαῖο Γ. Καὶ ἔτσι πρέπει. Γένος εἶναι τὸ Ἅγιον Ἔθνος, τὸ βασιλικὸ καὶ ἱερατικὸ γένος τῶν Ὀρθοδόξων Ῥωμιῶν. Εἶναι τὸ γένος ποὺ ὀμιλεῖ τὴν ὡραιότερη γλῶσσα τοῦ κόσμου, τὴν Ἑλληνική. Εἶναι τὸ Γένος ποὺ ἔδωσε στὸν κόσμο Ἁγίους, Πατέρες, Μάρτυρες, Ὁμολογητές. Εἶναι τὸ εὐλογημένο Γένος τῶν Ῥωμιῶν. Εἶναι τὸ γένος ποὺ ἄντεξε στὰ μαῦρα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Εἶναι τὸ Γένος ποὺ ταυτίζεται μὲ τὴν Ἐκκλησία του, τὴν Μητέρα του. Εἶναι τὸ Γένος ποὺ διεφύλαξεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τὴν Ορθοδοξία. Εἶναι τὸ γένος τὸ μακάριον, οὗ Κύριος ὁ Θεὸς Αὐτοῦ.

Κι ὅταν ὁ ἥλιος σκοτείνιασε καὶ πλάκωσε ἡ μαύρη σκλαβιά, τὸ Γένος αὐτὸ δὲν ξέχασε τὴν εὐγένειάν του. Κάποιοι καλόγηροι ποὺ δὲν ἔφυγαν στὴν Δύση ὅπως τόσοι γραμματιζούμενοι, ποὺ δὲν προσκύνησαν τὴν παντούφλα τοῦ Πάπα, ποὺ ἔμειναν γαντζωμένοι σὲ αὐτὰ τὰ ἅγρια βράχια, ὑπενθύμιζαν πάντα στοὺς σκλάβους τὴν εὐγένεια τῆς καταγωγῆς των, τοὺς μάθαιναν τὴν γλῶσσα τῶν προγόνων τους, τοὺς παρώτρυναν νὰ μὴν μιλοῦν Βλάχικα, Τούρκικα καὶ Ἀρβανίτικα ἢ Σλαβικά, διατηροῦσαν ἄγρυπνη τὴν συνείδησι, τοὺς μιλοῦσαν γιὰ κάποιο νεφύδριον τὸ ὁποῖον θᾶττον παρελεύσεται, τοὺς καθοδηγοῦσαν στὸ Μαρτύριο, τοὺς δίδασκαν ἐμμονή, τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς Ἁγίοις πίστει. Οἱ σκλάβοι τοὺς ἄκουσαν, τοὺς ἀπεδέχθησαν, ὑπήκουσαν στὶς πνευματικὲς συμβουλές τους, δὲν λύγισαν, δὲν ὑπετάγησαν, παρέμεινα ὄρθιοι, καὶ μέσα στὴν σκλαβιά τους παρέμειναν ἐλεύθεροι, διότι ὁ δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, δοῦλος ἀνθρώπου δὲν γίνεται. Ἕνας τέτοιος διδάσκαλος ἦταν καὶ ὁ Εὐγένιος.

Ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου

Πατρίδα ἐπίγειο εἶχε τὸ Μέγα Δένδρο Ἀποκούρου. Τὸ χωριὸ αὐτὸ ἀνήκει τώρα στὴν ἐπαρχία Τριχωνίδος τοῦ νομοῦ Ἀιτωλοακαρνανίας. Στὰ χρόνια ποὺ ἔζησε ὁ Ἅγιος (17ος αἰώνας) ὁ Ἅγιος ἀνῆκε στὸν Καζὰ (ὑποδιοίκησι) τοῦ Καρπενησίου. Κρατῆστε στὸ μυαλό σας αὐτὸ τὸ χωριό. Θὰ τὸ ξαναβροῦμε μπροστά μας ἀργότερα. Μερικὰ χωριὰ τῆς πατρίδος μας ἔχουν εὐλογηθῆ ἀπὸ τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ νὰ γεννοῦν ὅχι ἕνα ἀλλὰ πολλοὺς ἐπιφανεῖς ἄνδρες. Τέτοιο ἦταν καὶ τὸ Μέγα Δένδρο.

Οἱ γονεῖς τοῦ Εὐγενίου ἦσαν πτωχοὶ γεωργοί, ἀλλ᾿ εὐλαβεῖς καὶ φυλάσσοντες ταὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ὠνομάζοντο Νικόλαος, τὸ ἐπώνυμο Γιαννούλης, καὶ Στάμω. Ἡ μητέρα ἀπέθανε πολὺ νωρίς. Ὁ πατέρας ἐνυμφεύθη γιὰ δεύτερη φορά. Ἡ μητριὰ ἦταν δύστροπη καὶ κακογνώμων. Ὁ Εὐγένιος δὲν μπόρεσε νὰ ὑποφέρῃ τὴν συνοίκησι. Ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ κατέφυγε στὸ μοναστήρι τοῦ Βλοχοῦ, ποὺ δὲν ἀπέχει καὶ πολὺ ἀπὸ τὸ χωριό του. Ὁ πατέρας δὲν ὑπέφερε τὴν φυγὴ τοῦ μικροῦ Εὐγενίου. Τὸν ἀνεζήτησε, τὸν βρῆκε καὶ τὸν ἐπανέφερε διὰ τῆς βίας στὴν πατρικὴ ἑστία.

Ὁ Εὐγένιος ἦταν μικρός, ἀλλ᾿ ἐγεύθη τὸ μέλι τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ νοῦς του ἦταν στὸ Μοναστήρι. Ζητοῦσε μόνο τὴν κατάλληλη εὐκαιρία. Τὴν βρῆκε καὶ νὰ τον πάλι στὸν Βλοχό. Ἔρχεται μὲ ὁριστικὴ ἀπόφασι νὰ ἀσπαστῇ τον μοναχικὸ βίο.

Στὸ Μοναστήρι αὐτὸ ἄρχισε νὰ μαθαίνῃ τὰ ἱερὰ γράμματα, καὶ νὰ διακονῇ μὲ προθυμία μεγάλη σὲ ὅλα τὰ διακονήματα τῆς Μονῆς καθῶς καὶ τοὺς ἐκεῖ ἐνασκουμένους Πατέρες. Τὸ σπουδαιότερο ἦτο ὅτι ἔμαθε τὴν Ἱερὰν Ἐκκλησιαστικὴν Μουσική, πράγμα δυσκατόρθωτο καὶ ἐπίπονο γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Τὴν ἐδιδάχθη δὲ ἀπὸ ἕνα μουσικωλογιώτατο ἀδελφὸ τῆς αὐτοῦ Μονῆς, ὀνόματι Ἀρσένιο. Αὐτὸ δείχνει πὼς τὸ μοναστήρι αὐτό, ἦταν ἕνας πνευματικὸς φάρος γιὰ τὴν περιοχή. Μὲ αὐτὸν τὸν Ἀρσένιο συνδέθηκε στενὰ ὁ Εὐγένιος για αὐτὸ καὶ τὸν ἀκολούθησε στὰ δυσπρόσιτα βουνὰ τῶν Ἀγράφων καὶ συγκεκριμένα στὸ μοναστηράκι τῆς Θεοτόκου στὸ Τροβάτο. Ἐκεῖ εἶχε ἀναπτυχθεῖ μιὰ ἔντονη πνευματικὴ ζωή. Ἡ σχετικὴ ἐλευθερία ποὺ ἀπήλαυε τὸ Ἀρματολίκιον τῶν Ἀγράφων καὶ ἡ παντελὴς ἀπουσία Τούρκων δημιούργησαν εὐμενεῖς προϋποθέσεις γιὰ πνευματικὴ ἀνάπτυξη. Πολλοὶ ἀνεβαίνουν σὲ αὐτὰ τὰ απάτητα βουνά. Χτίζουν νέα χωριά, νέα μοναστήρια. Δύσκολο εἶναι νὰ τὰ ἀπαριθμήσῃ κανείς. Ἄλλων σώζονται ἀκόμα τὰ κελλιὰ καὶ οἱ ναοί, ἄλλων μόνο οἱ ναοί. Ἄλλων μόνο τὰ ἐρείπια. Καὶ τέλος ἄλλων τὴν ὔπαρξη γνωρίζουμε ἀπὸ παλιὰ κιτρινισμένα ἔγγραφα. Ἡ ἐποχὴ ποὺ ἐξιστοροῦμε (17ος αἰῶνας) ἦταν ἡ ἀκμή. Ἡ παρακμῆ ἄρχισε τὸν ἑπόμενο αἰῶνα. Τὸ τέλος ἦλθε ὁριστικὸ καὶ ἀμετάκλητο μετὰ τὴν Μεγάλη Ἐθνικὴ Ἐπανάσταση. Τὸ 1833, ὁ νόμος τῆς Βαυαρικῆς Ἀντιβασιλείας κατήργησε 416 μοναστήρια, ὅσα εἶχαν κάτω ἀπὸ ἓξ πατέρες. Ὁ μισομόναχος Κοραϊσμός, ἐν ὅλῃ του τῇ δόξει.

Τὰ μοναστήρια τῶν Ἀγράφων, ὅπως καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα, μόλις εἶχαν βγῆ ἀπὸ τὸν Ἀγῶνα. Εἶχαν προσφέρει τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὶς ζωὲς τῶν Πατέρων. Κανένα δὲν εἶχε πάνω ἀπὸ πέντε πατέρες. Γιὰ αὐτὸ ἄσπλαγχνα καὶ ἀνάλγητα κατηργήθησαν ὅλα. Οἱ πατέρες ξεριζώθηκαν, πετάχτηκαν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Ἔμεινε μόνον ἕνα (ἔτσι γιὰ δεῖγμα. Τὸ Μοναστήρι τῆς Τατάρνας, γιὰ νὰ σπρώξουν μέσα σὲ αὐτὸ τὰ διωγμένα γεροντάκια γιὰ νὰ μὴν πεθάνουν ἀπὸ τὴν πείνα και τὴν παγωνιά). Οἱ καταστροφὲς ποὺ ἔγιναν μὲ τὸν νόμο αὐτὸν στὰ μοναστήρια, δὲν ἔγιναν καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας. Ἱερὰ λείψανα πετάχτηκαν, Ἱερὰ Σκεύη μαγαρίσθησαν, περγαμηνές, βιβλία σπάνια κάηκαν. Ἔγιναν οἱ ναοί, σταύλοι ἄξεστων ποιμένων, ὅπου στόλιζαν πρόβατα καὶ γίδια.

Ἡ μεγίστη ντροπὴ γιὰ τὸ Βαυαροκρατούμενο κρατίδιο ἦταν ὁ νόμος αὐτός. Ἔμειναν τὰ μοναστήρια τῶν Ἀγράφων θλιβερὰ ἐρείπια, κατοικίες γιὰ χαροπούλια, φίδια καὶ σκορπιούς. Κάποτε ὁμόρφαιναν τὸν τόπο καὶ τὸν ἐκαλλώπιζαν. Βέβαια, τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ διαλυθέντα τότε μοναστήρια ξανάγιναν, ὄχι ὅμως τῶν Ἀγράφων. Ἀφοῦ ὁ τόπος συνεχῶς ἐρημωνόταν, θὰ ἄνοιγαν τὰ Μοναστήρια; Ἐρημιὰ στὰ χωριά, ἐρείπια τὰ μοναστήρια. Οἱ διδασκαλίες τοῦ Κοραῆ καὶ ὁ διαφωτισμός, εἶχαν κάνει τὸ ὑπονομευτικὸ ἔργο τους. Ὄχι πιὰ καλόγηροι, ὄχι πιὰ κηφῆνες. Οἱ καλόγηροι εἶναι κίνδυνος γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ ἀναγέννησι. Εἶναι σκοταδιστές, ἀρτηριοσκληρωτικοί, ὀπισθοδρομικοί. Νὰ τελειώνουμε μὲ αὐτούς. Εἶχαν συμμάχους καὶ κληρικοὺς νεωτεριστές, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Θεόκλητο Φαρμακίδη. Οἱ καλόγηροι ἦσαν κίνδυνος καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο: Ἦσαν φιλοπατριαρχικοί, καὶ ἀντιοθωνικοί. Ἐκκλησία ξεκομμένη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο, τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, βασιληὰς Παπικός, βασίλισσα προτεστάντισσα. Ἦταν δυνατὸ νὰ συμφωνήσουν οἱ μοναχοί; Κι ἀφοῦ δὲν συμφωνοῦσαν ἔπρεπε νὰ ἀφανισθοῦν.

Ἀλλὰ δὲν ἀφανίσθηκαν, οὔτε καὶ πρόκειται. Ἀφανίσθηκαν ὅμως τὰ μοναστήρια τῶν Ἀγράφων… διὰ παντός… Ξεφύγαμε λίγο, ἀλλὰ ἔπρεπε. Στὸ Μοναστηράκι λοιπὸν τῆς Θεοτόκου τοῦ Τροβάτου, ζοῦσαν βίον ἀσκητικὸ καὶ ἐνάρετο, δύο ἐξαιρετικοὶ μοναχοί, ὁ Ἀντώνιος ἀπὸ τὸ ἴδιο χωριὸ Τροβάτο, καὶ ὁ Βαρθολομαῖος ἀπὸ τὸ Ἀνατολικὸ (Αἰτωλικό). Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὁσίους μοναχοὺς ἐμυήθη καλύτερα στὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας, στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες, τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Μουσική, καὶ τὴν πνευματικὴ μόρφωσι.

Ἔτσι φθάνουμε στὸ σωτήριο ἔτος 1615. Ἦλθε ἡ ὥρα νὰ εἰσέλθῃ ὁ Ἅγιος στὴν ἱερωσύνη. Ἔρχεται στὸ Μοναστήρι τῆς Τατάρνας, τὸ μεγαλύτερο καὶ πλουσιότερο τῆς περιοχῆς καὶ χειροτονεῖται διάκονος. Φαίνεται ὅτι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὑπῆρχε μονίμως επίσκοπος στὸ Μοναστήρι. Ἔπειτα ὁ σύνδεσμός του μὲ τὴν Τατάρνα ὑπήρξε συνεχῆς καὶ ἀδιατάρακτος. Πολλὲς φορὲς βοήθησε τὸ μοναστήρι ὅταν βρίσκονταν σὲ δυσχερὴ θέσι. Ἔγραφε ἐπιστολὲς πρὸς ἐπισήμους γιὰ βοήθεια. Ἔπεισε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Φαναρίου Ανανία νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἡγουμενεία γιὰ νὰ σώσῃ τὸ μοναστήρι ἀπὸ διάλυσι.

Ἀψευδὲς τεκμήριο τῆς ἀγάπης του εἶναι οἱ σωζόμενες ἐπιστολές του πρὸς τοὺς πατέρες, καὶ κυρίως τὸ ἀσημένιο Ἅγιο Ποτήριον, ἔργο σπάνιας τέχνης. Ἡ ἐπιγραφὴ ἀναφέρει ὡς ἔτος δωρεᾶς τὸ 1650, Μαρτίου 22. Σώζεται μέχρι σήμερα στὸ Μοναστήρι, μέγα δεῖγμα τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Εὐγενίου πρὸς τὴν Παναγία.

Δὲν πέρασε πολὺς καιρός, καὶ ἀνέρχεται στὸ Ἅγιο Ὄρος. Παραμένει γιὰ κάποιο διάστημα στὴ Μονὴ τοῦ Ξηροποτάμου. Ἐκεῖ ἠσχολήθη μὲ τὴν θύραθεν (ἑλληνικὴ) παιδεία. Διάβασε ἀρχαίους συγγραφεῖς, (ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάνει στὰ Ἄγραφα λόγω ἐλλείψεως βιβλίων ἢ χειρογράφων) καὶ ἔμαθε πολὺ καλὰ τὴν ἀρχαία Ἑλληνική. Δὲν ἔμεινε γιὰ πολύ. Πεζοπορώντας γιὰ μέρες πολλὲς ἐπανέρχεται καὶ πάλιν στὰ μέρη τῶν Ἀγράφων, στὸ ἴδιο τὸ μοναστήρι τοῦ Τροβάτου.

Ἦτο φύσις ἀνήσυχος. Ἔφυγε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ κατέβηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ἄν καὶ σήμερα ἕνα ταξίδι ἀπὸ τὰ Ἄγραφα στὴν Ἀλεξάνδρεια εἶναι δύσκολο καὶ ἐπίπονο, φαντασθῆτε τότε. Πεζοπορία πολλῶν ἡμερῶν καὶ θαλασσοπνίξιμο περισσοτέρων. Πλοῖα ἐπιβατικὰ δὲν ὑπῆρχαν. Μόνον φορτηγά. Ἄνθρωποι, ζῶα, ἐμπορεύματα ὅλα μαζί. Δὲν ὑπῆρχαν οἱ στοιχειώδεις ἀνέσεις. Δὲν ὑπῆρχαν καμπίνες, δὲν ὑπῆρχαν κρεββάτια, δὲ ὑπῆρχαν χῶροι ὑγιεινῆς. Πολλὰ πλοῖα δὲν εἶχαν οὖτε κατάστρωμα. Ἡ τροφὴ ἦταν ἀπαίσια, τὸ νερὸ μολυσμένο καὶ λίγο. Ποντίκια μεγαλύτερα ἀπὸ ταὶς γάτες. Γάτες ποὺ ἔβλεπαν τὰ ποντίκια καὶ μαζεύονταν κουβάρι. Ἡ δυσεντερία καὶ τὸ σκορβούτο θέριζαν. Ἄσε τὸ ποιὸν τῶν μελῶν τοῦ πληρώματος, τοῦ τσούρμου. Κάθε καρυδιᾶς καρύδι, κάθε εἴδους ἐθνικότης καὶ νατσιόνα. Ἰδίως ἡ εὐγένεια τῆς γλώσσης σὲ σκλάβωνε.

Ξεκίνησε ὅμως καὶ ἔφθασε. Ἡ Ἀλεξάνδρεια ἦταν ἀπὸ ταὶς μεγαλύτερες πόλεις τῆς Μεσογείου. Τὸ ῥωμέϊκο στοιχεῖο ἦταν ελάχιστο. Οἱ παληὲς δόξες εἶχαν περάσει. Οἱ νέες δόξες δὲν εἶχαν ἔλθει ἀκόμη. Ὁ 19ος αιώνας ἦταν ἀκόμη μακρυά. Ὁ λόγος τοῦ ταξειδιοῦ ἦταν ἕνας καὶ μόνον. Πάπας καὶ Πατριάρχης τῆς Ἀλεξανδρείας ἦταν ὁ πολὺς Κύριλλος Λούκαρις, ἀνὴρ εὐλαβής, μορφωμένος, εὐσεβής, ἰκανός, ἀλλὰ μὲ τραγικὸ τέλος. Αὐτὸ ὅμως ἀργότερα. Ἡ φήμη τοῦ Κυρίλλου προσήλκυσε τὸν Εὐγένιο. Οἱ δύο ἄνδρες ἔγιναν εἰλικρινεῖς φίλοι. Ὁ Κύριλλος βλέποντας τὸν ζῆλο τοῦ Εὐγενίου, τὸν ἐχειροτόνησε πρεσβύτερο. Ἔμεινε στὴν Ἀλεξάνδρεια γιὰ λίγο. Μετέβη χάριν προσκυνήσεως στὸ Θεοβάδιστον Ὄρος Σινά, προσκύνησε στὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τὸ Τίμιο Λείψανό της. Ἀπεθαύμασε τὰ σπάνια Ἱερὰ Κειμήλια, ἀνῆλθε στὴν Ἁγία Κορυφή, ὅπου ὁ Μωϋσῆς ἔλαβε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, περιῆλθε ὅλα τὰ ἀσκητήρια καὶ ἐρημητήρια τῆς ἐρήμου. Ἔρχεται κατόπιν στὴν Παλαιστίνη. Προσκυνεῖ τὸν Πανάγιο Τάφο, τὸν Γολγοθά, τὸν Τάφο τῆς Παναγίας στὴν Γεθσημανή, τὸ Σπήλαιο τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας στὴν Βηθλεέμ, καὶ ὅλα τὰ πάνσεπτα προσκυνήματα τῆς Ἁγίας Γῆς. Καὶ ὅλα αὐτὰ πεζοπορῶν μέσα στὸ ἀφόρητου τῆς έρήμου καῦμα, ἀκολουθώντας καραβάνια, ἢ πάνω σὲ ἄβολες καμῆλες.

Ἡ ἐποχὴ ἐκείνη εἶχε ἕνα καλό. Ἡ ἀνατολικὴ Μεσόγειος δὲν εἶχε σύνορα, δὲν ἤθελε διαβατήρια, ἦταν ἑνιαία. Ἀνῆκε ὅλη στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Πήγαινες ὅπου ἤθελες, ἀρκεῖ νὰ εἶχες τὸ κουράγιο νὰ πᾶς καὶ νὰ μὴν φοβᾶσαι.

Εἶδε στὴν Ἱερουσαλήμ, τοὺς ἀγώνες τῶν πατέρων τοῦ Πατριαρχείου νὰ διασώσουν τὰ πάνσεπτα προσκυνήματα ἀπὸ τὴν βουλιμία τῶν παπικῶν καὶ τῶν Ἀρμενίων. Πάτησε σὲ τόπους καθαγιασμένους ἀπὸ πρόσφατα αἵματα ἀγωνιστῶν τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας. Κατάλαβε ὅτι ἐδῶ παίζεται ἕνα αισχρὸ παιχνίδι εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Οἱ πατέρες χρειάζονταν βοήθεια. Παρέμεινε δύο χρόνια. Ἐφημέριος στὸ κεντρικὸ Μοναστήρι τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, δίπλα στὸ Ναὸ τοῦ Παναγίου Τάφου.

Ἄρχισε νὰ σκέπτεται τὰ ὀρεινά. Καλὴ ἡ βοήθεια στὴν Μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ πατρίδα εἶχε ἀνάγκη. Σκλαβωμένη ἡ Ἁγία Γῆ στοὺς Τούρκους, σκλαβωμένη καὶ ἡ πατρίδα του. Ἴδια σκλαβιά, ἴδιες ἀνάγκες.

Ἔχει τὴν ἀντοχή, καὶ ἔρχεται πάλι στὰ Ἄγραφα. Μὲ κόπο πολύ. Ἦταν ἄλλη μιὰ περιπέτεια. Καὶ ἐκεῖ λίγη ἦταν ἡ διαμονή του. Ἀγαποῦσε πολὺ τὰ γράμματα, ἤθελε νὰ μορφωθῆ ἀκόμη περισσότερο. Ἔβλεπε ὅτι εἶχε κενά. Εἶχε μάθει πολλά, ἀλλὰ ἦσαν ὅλα ἀποσπασματικά. Καὶ κυρίως ὑστεροῦσε στὴν φιλοσοφία ποὺ εἶναι ἡ θεραπαινὶς τῆς θεολογίας.

Κατεβαίνει στὰ Τρίκαλα τῆς Θεσσαλίας. Παρακολουθεῖ γιὰ μικρὸ διάστημα τὰ μαθήματα ποὺ διδάσκονται στὴν ἐκεῖ σχολή. Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ γνώριζε πολὺ καλά. Ἀναχωρεῖ λοιπὸν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ. Πάει στὴν Κεφαλληνία. Μαθητεύει πλησίον τοῦ ἱεροὺ καὶ σοφοῦ ἀνδρὸς Παϊσίου τοῦ Μεταξᾶ. Φεύγει καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ μεταβαίνει στὴν Ζάκυνθο. Ἐκεῖ δίδασκεν ὁ διάσημος τότε διδάσκαλος Θεόφιλος ὁ Κορυδαλεύς. Βρῆκε τὸν κατάλληλο δάσκαλο. Κάθησε κοντά του γιὰ ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια (1629-1636). Ἔφαγε τὴν φιλοσοφία μὲ τὸ κουτάλι ποὺ λένε.

Ἡ Θεία Πρόνοια ὅμως, ἄλλως εἶχε σχεδιάσει τὰ κατ᾿ αὐτόν.

Ὁ Κύριλλος Λούκαρις ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Τὰ πράγματα ἐκεῖ ἦσαν πολὺ δύσκολα. Ἡ προπαγάνδα τοῦ Πάπα, μέσῳ τῶν πρεσβειῶν τῶν ῥωμαιοκαθολικῶν κρατῶν στὴν Κωνσταντινούπολι ἔδινε καὶ ἔπαιρνε. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ Λουθηροκαλβίνοι τῆς Εὐρώπης, ἤθελαν στηρίγματα γιὰ ταὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες τους. Καὶ ἀγωνίζονταν νὰ ἀποδείξουν ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι συμφωνοῦν σὲ ὅλα μὲ αὐτούς. Κέντρο τῶν Παπικῶν ἦταν ἡ πρεσβεία τῆς Γαλλίας. Κέντρο τῶν Καλβινιστῶν ἡ πρεσβεία τῆς Ὁλλανδίας. Καὶ οἱ δύο παρατάξεις, συναντιόνταν στὸ μίσος τους κατὰ τῆς Ἀγίας Ὀρθοδοξίας. Δωροδοκοῦσαν μὲ ἄφθονο χρῆμα τὸν Σουλτάνο, ὑπουργούς, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, τοὺς πάντας γιὰ νὰ τοὺς προσεταιρισθοῦν, νὰ τοὺς κάνουν συμμάχους γιὰ νὰ πλήξουν τὴν ἄλλη παράταξι, καὶ ὅλη μαζὶ νὰ πλήξουν τὴν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Οἱ Καλβινισταί, ἐπεδείκνυαν μίαν ἐξ ὑφαρπαγῆς Ὁμολογία πίστεως Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως, νοθευμένη καὶ ἔλεγαν: Να, καὶ ὁ Πατριάρχης συμφωνεῖ μὲ τὰ δόγματά μας. Ἄρα οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι μὲ μᾶς. Οἱ Λατίνοι ἀντεπετέθησαν, ἔχοντες σὰν ὄργανα κληρικοὺς ὀρθοδόξους, ἀντιπάλους τοῦ Λουκάρεως. Αὐτοὶ ὅλοι ἔβλεπαν τὸν Κύριλλο σὰν καρφὶ στὸ μάτι τους. Καὶ ἦταν πράγματι. Σὰν φωτισμένος Πατριάρχης, ἔθεσε ὡς πρῶτό του μέλημα τὸν φωτισμὸ τοῦ ποιμνίου του. Γιὰ αὐτὸ ἔφερε ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ τὸ πρῶτο τυπογραφείο στὴν Ἀνατολή. Νὰ τυπώνῃ βιβλία νὰ διαβάζουν οἱ Χριστιανοί, νὰ ξυπνήσουν. Ἐφρύαξαν οἱ Παπικοί. Μὲ δολοπλοκίες καὶ δωροδοκίες, πλῆθος Γενιτσάρων μπῆκε στὸ τυπογραφεῖο καὶ τὸ ἔκαμε γυαλιὰ-καρφιά.

Καὶ τὸ πάντων δεινότερον. Οἱ ὡρκισμένοι ἐχθροὶ τῆς πίστεως, οἱ Ίησουΐται καλόγηροι τοῦ Πάπα, μὲ ῥαδιουργίες καὶ δωροδοκίες, ἔπεισαν τὸν Σουλτάνο, ὅτι ὁ Κύριλλος εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός του. Ἀποτέλεσμα· στραγγάλισαν τὸν Πατριάρχη καὶ ἔῤῥιξαν τὸ πτῶμά του στὸν Βόσπορο.

Στὸ θέμα μας πάλι· ζῶντας ἀκόμη ὁ Κύριλλος, καὶ βλέποντας ὅτι σύννεφα βαριὰ κυκλώνουν τὴν Μεγάλη Ἐκκλησία, ἀναζητεῖ στηρίγματα καὶ βοηθούς. Θυμήθηκε ταν παληὸ ἀφοσιωμένο φίλο, τὸν Εὐγένιο. Τὸν κάλεσε λοιπὸν νὰ ἔλθῃ στὴν Πόλι. Καὶ ὁ Εὐγένιος ὑπήκουσε. Ἔπεσε ὅμως στὴν ἴδια παγίδα ποὺ ἔπεσε καὶ ὁ Κύριλλος. Ὅσοι μισοῦσαν –καὶ ἦσαν πολλοί- τὸν Κύριλλο, μισοῦσαν καὶ τὸν Εὐγένιο. Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κυρίλλου ἦσαν καὶ ἐχθροὶ τοῦ Εὐγενίου. Πολλὰ ὑπέστη καὶ πολλὰ ἔπαθε. Συκοφαντήθηκε, ἀπειλήθηκε, ἐπειράσθη, ἐδιώχθη. Μετὰ τὸ τραγικὸ τέλος τοῦ Κυρίλλου, μὴ μπορώντας νὰ παραμείνῃ ἄλλο στὴν Βασιλεύουσα ἔφυγε καὶ ἦλθε πάλι στὰ προσφιλῆ του μέρη.

Ἦταν ἤδη ἡ ναῦ ἔμφορτος, μὲ ἀρετὲς καὶ μόρφωσι. Ἀντελήφθη ὅτι ἦλθε ἡ ὥρα. Ὅσα ἔμαθε στὰ τόσα χρόνια σπουδῶν, ἔπρεπε νὰ γίνουν κτῆμα τῶν Χριστιανῶν. Ἄρχισε νὰ διδάσκῃ σὲ σχολεῖα ἢ νὰ ἱδρύῃ νέα. Ξεκίνησε τὴν διδαχὴ ἀπὸ τὴν Ἄρτα, τὴν φημισμένη παληὰ πρωτεύουσα τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου. Διατηροῦσε ἀκόμη κάτι ἀπὸ τὴν ἀρχοντιά της. Κυρίως διατηροῦσε τὴν ἔφεσι γιὰ τὰ γράμματα. Παρέμεινε στὴν Ἄρτα καὶ δίδαξε ἐπὶ ἕνα ἔτος. Κατόπιν ἦλθε καὶ δίδαξε στὸ Αἰτωλικὸ καὶ στὸ Μεσολόγγι, πόλη σχετικῶς νέα καὶ ἀκμάζουσα.

Παρέμεινε ἐπὶ πέντε ἔτη (1641-1645). Τὰ πράγματα ὅμως καὶ ἐκεῖ ἦσαν ἀνήσυχα. Οἱ Τουρκοβενετικὲς διαμάχες εἶχαν ὡς συνήθως σὰν θύματα τοὺς ἐντόπιους Χριστιανούς.

Ἀναγκάστηκε νὰ ἀνέβη σὲ ἀσφαλέστερα μέρη. Ἦλθε στὸ Καρπενήσι (1645), ὅπου ἡ παρουσία τῶν Ὀθωμανῶν ἦταν σκιώδης καὶ ἡ καταδυνάστευσις ὁπωσοῦν ἠπιότερα. Εἶναι ἡ καλλίτερη περίοδος τῆς διδαχῆς τοῦ Ἁγίου. Ἐργάζεται ἀόκνως, καὶ γιὰ τὴν παίδευσι τῶν νέων καὶ γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ τοῦ λαοῦ. Ὁ μαθητής του Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος ποὺ συνέγραψε τὸν βίο του, ἀναφέρει πολλὰ ἀξιοθαύμαστα καὶ συγκινητικὰ γιὰ τὶς ἄοκνες προσπάθειες τοῦ διδασκάλου. Οἱ πολυπληθεῖς μαθητές του διεσκορπίσθησαν σὲ ὅλο τὸ δοῦλο Γένος, ἴδρυσαν σχολεῖα, δίδαξαν, ἐφώτισαν, ἔσπειραν ἐλπίδες καὶ προσδοκίες. Δεῖγμα ἀψευδὲς τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ Ἁγίου γιὰ τὴν πόλι τοῦ Καρπενησίου εἶναι καὶ ὁ Καθεδρικὸς Ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν ὁποῖο ἀῳκοδόμησεν ἐκ βάθρων, καὶ τὸν ὁποῖον –λόγῳ τῶν πολλῶν γνωριμιῶν ποὺ εἶχε στὴν Πόλι- κατέστησε Σταυροπήγιο.

Ἀλλὰ καὶ ἐκεὶ οἱ πειρασμοί, δὲν τὸν ἄφησαν ἥσυχο. Ἄνθρωποι κακοί, καὶ τοῦ καλοῦ λυσσαλέοι ἀντίπαλοι, παρημπόδιζαν τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου. Γιὰ αὐτοὺς εἶπε τὸ περίφημο: Εἰς Καρπενήσιον ὑπὸ πάντα λίθον σκορπίος εὕδει. Τὸ 1661ον σωτήριον ἔτος, φεύγει ἀπὸ τὸ Καρπενήσι χάριν μείζονος ἡσυχίας, ἀηδιάσας ἴσως καὶ ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς κακοτρόπων τινων ἀνθρώπων .

Ἀνεβαίνει στὰ προσφιλή του Ἄγραφα. Σὲ χῶρο ἐλεύθερο, μὲ σφύζουσα πνευματικὴ ζωή, ὅπως προείπαμε. Ἔρχεται στὰ Μεγάλα Βραγγιανά, καὶ μονάζει στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὴν ἡλιοστερῆ Γούβα. Τόπος ἀνήλιος, ξεκομμένος ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Ὁ ουρανὸς φαίνεται σὰν ἀπὸ καμινάδα, μόνη τροφὴ τὰ κραμβολάχανα. Φεῦ μοι! Παγκράμβριος ὁ βίος μου ἐγένετο· διαμαρτύρεται σὲ μια του ἐπιστολή. Ἦταν τόπος ἡσυχαστικός. Ἦταν. Γιατὶ ὅταν ἦλθε ἐδῶ ὁ ἅγιος, ἔπαυσε νὰ εἶναι. Ἔγινε κέντρον παιδεύσεως, Ἑλληνομουσεῖον. Γίνεται ἡ σχολὴ αὐτὴ φάρος τηλαυγής, μὲ μαθητὲς ἀξιόλογους, ποὺ διαδέχθησαν ἀργότερα τὸν Εὐγένιο στὴν διεύθυνση τῆς Σχολῆς. Σκορπίσθηκαν καὶ ἀπὸ αὐτοὺς πολλοί, καὶ ἐδίδαξαν σὲ ὅλη τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ τὴν Χριστιανικὴ παιδεία.

Ἡ διαρκὴς τάσις του νὰ ταξιδεύῃ, παρ᾿ ὅλες ταὶς δυσκολίες τῶν ταξιδιῶν, καὶ παρὰ τὸ προχωρημένο τῆς ἡλικίας του, τὸν ἔβγαλε πολλὲς φορὲς καὶ πάλι ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν ἐδῶ. Τὰ βρίσκει ὁ ἐνδιαφερόμενος στὸ κατὰ πλάτος βίον αὐτοῦ. Τέλος ἐπανέρχεται στὴν προσφιλῆ του Γούβα τῶν Βραγγιανῶν. Ἠσθένησε μόνο γιὰ λίγες μέρες. Ἐκοιμήθη ἡσύχως τὸν πρέποντα στοὺς Ὁσίους ὕπνο· 5 Αὐγούστου τοῦ 1682ου σωτηρίου ἔτους. Παραμονὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος.

Ἐπίλογος

Τὸ ἔργο του ὑπῆρξε μέγα, ὅπως καὶ ὅλων τῶν διδασκάλων τοῦ Γένους. Δὲν ἐξετιμήθη δεόντως ἀπὸ τοὺς μεταγενέστερους ἐλεύθερους Ἕλληνες. Ἡ πανούκλα τοῦ ἀθέου διαφωτισμοῦ, καὶ ὁ μασωνικὸς Κοραϊσμός, τὸν ἔῤῥιξαν στὴν ἠθελημένη λησμονιά. Λίγοι μόνο ἐρευνητὲς ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ ἔργο του, καὶ κυρίως μὲ τὶς πολυπληθεῖς ἐπιστολές του.

Αὐτές, γραμμένες ἄλλες στὴν ἁπλὴ ῥωμέϊκη γλώσσα τῆς ἐποχῆς, καὶ ἄλλες στὴν ἀρχαΐζουσα ἑλληνική (ἀνάλογα σὲ ποιὸν ἀπευθύνονταν), εἶναι γεμάτες πάθος γιὰ τὴν παιδεία, γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ Γένους, γιὰ τὴν διόρθωσι τῶν κακῶν κειμένων. Ἔγραφε, ἔγραφε παντοῦ. Προέτρεπε κληρικοὺς νὰ φωτίσουν τὸν λαό, ἤλεγχε τοὺς ἀπρόσεχτους, ὅσους μὲ τὴν συμπεριφορά τους ἐσκανδάλιζαν τὸν λαό, ἔγραφε γιὰ βοήθεια σὲ ἀναξιοπαθοῦντες, γιὰ χτίσιμο ναῶν μοναστηριῶν. Ἑκατοντάδες εἶναι οἱ σωζόμενες ἐπιστολές του. Καὶ δὲν ἔχουν ἐκδοθεῖ ὅλες.

Εἶναι μνημεία τοῦ γραπτοῦ λόγου. Γιὰ αὐτὸ πολλοὶ χειρόγραφοι κώδικες ταὶς διασώζουν μέχρι ταὶς μέρες μας. Τὶς ἀντιγράφουν γιὰ τὸ ὕφος, γιὰ τὴν ἀμεσότητα, γιὰ τὶς ἰδέες, γιὰ τὴν θέρμη, γιὰ τὴν παῤῥησία. Καμμιὰ ἀπὸ ὅσες ἐπιστολὲς ποὺ τοῦ ἔστειλαν δὲν σώζεται. Ὅσες ὅμως ἔστειλε σώζονται, ἀντιγραμμένες σὲ πολλὰ χειρόγραφα, σὲ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή.

Ἐὰν κανεὶς θέλῃ νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ ἱστορήσῃ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη (τὸν 17ον αἰῶνα), πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ διεξέλθῃ μία πρὸς μία τὶς ἐπιστολές του.

Τὸ νέο φράγκικο κράτος, θέλησε νὰ σβήσῃ τὴν μνήμη του. Δὲν τὸ κατόρθωσε ὅμως. Γιατὶ καὶ ὁ πλέον ἀνιστόρητος γνωρίζει ὅτι ἡ ἐλευθερία δὲν θὰ ἐρχόνταν ποτέ, ἀν δὲν ὑπῆρχε αυτός, ἂν δὲν ὑπῆρχαν αὐτοί.

Ὁ Εὐγένιος ἔφερε τὸ χάραμα τῆς ἐλευθερίας, ἐποίησε εὐθείας τὰς τρίβους γιὰ τὸν ἄλλο μεγάλο ὁμόχωριό του, τὸν ἰσαπόστολο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό.

Τριακόσια χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του, μὲ ἐνέγειαις τοῦ ἐν Καρπενησίῳ συλλόγου «Εὐγένιος ὁ Αἰτωλός», τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸν κατέταξε μεταξὺ τῶν Ὁσίων. Τὸν ἀνακήρυξε Ἄγιο καὶ τὸν κατεχώρησε ἐπισήμως εἰς τὸ Ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας. Κάλλιο ἀργὰ παρὰ ποτέ.

Παρεκκλήσιο πρὸς τιμήν του, ἐδημιουργήθη ἐντὸς τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος Καρπενησίου. Ναὸ τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος ἔκτισε. Ἐπίσης στὸ Γηροκομεῖο τῆς ἴδιας πόλεως, ἀνῳκοδομήθη Ναὸς πρὸς τιμήν του.

Ἡ μνήμη του τιμᾶται πανηγυρικῶς στὸ Καρπενήσι, καὶ στὴν ἡλιοστερὴ Γούβα, ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡλιοστερής, ἀλλὰ ὄχι τόσον ὅσον ἡ σημερινὴ Ἑλλάς.