Βίος καὶ Πολιτεία τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν
Εἰρήνης τῆς Ἡγουμένης τῆς Μονῆς τοῦ Χρυσοβαλάντου

Τὸ κείμενο βασίζεται στὸ διήγημα «Ἡ ὁσία Εἰρήνη», τῆς Θεοδώρας Χαμπάκη, ἡγουμένης τῆς ἱερᾶς μονῆς ὁσίου Θεοδοσίου στὸν Ἅγιο Στέφανο Ἀττικῆς.


Στὰ μέσα τοῦ 9 μ.Χ. αἰῶνα, ὅταν αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου ἦταν ὁ εἰκονομάχος Θεόφιλος καὶ σύζυγός του ἡ εἰκονολάτρισσα Θεοδώρα, ὅταν ἡ περίοδος τῆς Εἰκονομαχίας, ποὺ γιὰ περισσότερο ἀπὸ 100 χρόνια ταλάνισε τὴν αὐτοκρατορία, βρισκόταν στὴν τελευταία φάση της, στὴν Καππαδοκία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, γενέτειρα πολλῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, γεννήθηκε καὶ ἔζησε τὴν πρώτη της νεότητα ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἡ Χρυσοβαλάντου, μία ἀπὸ τὶς πολλὲς χαριτόβρυτες καὶ θαυματουργὲς ἁγίες της Ὀρθοδοξίας. Ἐπιλέχθηκε ὡς ὑποψήφια σύζυγος τοῦ ἀνήλικου αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ´ (ποὺ ἔμελλε ἀπὸ τοὺς σφετεριστὲς τοῦ θρόνου του νὰ ἐπονομαστεῖ «μέθυσος»)· ἀλλὰ ὁ Θεὸς τῆς ὑπέδειξε τὸ δρόμο τοῦ μοναχισμοῦ καὶ ἐκείνη ὁλοπρόθυμα τὸν ἀκολούθησε καὶ διέπρεψε, πάντα μὲ τὴ βοήθεια τῆς Θείας Χάρης. Ἀπὸ μία περίεργη σύμπτωση, ἀπόρροια τῆς Θείας Πρόνοιας, ὁ αὐτοκράτορας Θεόφιλος ἀπέρριψε τὴν ὑποψήφια σύζυγό του καὶ ἔτσι ἡ Ἐκκλησία κέρδισε μία ἐμπνευσμένη ὑμνογράφο, τὴν Κασσιανή. Ὁ γιὸς τοῦ Θεόφιλου, ὁ Μιχαὴλ ὁ Γ´, στὰ χρόνια του ὁποίου ἡ Εἰκονομαχία (726-843) ἔλαβε τέλος, ἀπέρριψε τὴν ὑποψήφια σύζυγό του καὶ ἡ Ἐκκλησία στολίστηκε μὲ μία ἁγία, τὴν Εἰρήνη, Ἡγουμένη τῆς μονῆς Χρυσοβαλάντου.

Πατέρας τῆς ἁγίας ἦταν ὁ πατρίκιος Φιλάρετος ὁ Καππαδόκης. Ἦταν ἀπὸ τὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας, εὐνοούμενος τοῦ αὐτοκράτορα Θεόφιλου καὶ ἔμπιστος τῆς συζύγου τοῦ Θεοδώρας. Ἦταν ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς τοῦ ἐξαιρετικῆς σημασίας θέματος τῆς Καππαδοκίας. Μητέρα της ἡ πατρικία Ζωή, γυναίκα ὄμορφη καὶ σεβαστὴ σὲ ὅλη τὴν Καισαρεία γιὰ τὸν ἐνάρετο βίο της. Τὸ ἀνδρόγυνο εἶχε ἀποκτήσει δυὸ κόρες, τὴν Καλλινίκη καὶ τὴν Εἰρήνη.

Ἡ Καλλινίκη γεννήθηκε τὸ 825. Ὀφείλει τὸ ὄμορφο ὄνομά της στὶς θριαμβευτικὲς νίκες ποὺ πέτυχε ὁ πατέρας τῆς ἐναντίον τῶν Σαρακηνῶν τὴ χρονιὰ ποὺ γεννήθηκε. Τρία χρόνια ἀργότερα, τὸ 828, γεννήθηκε ἡ Εἰρήνη. Ὁ Φιλάρετος ὅμως ἔχασε τὴ γυναίκα του, ὅταν ἐκείνη ἦταν ἀκόμη πολὺ νέα. Ἔτσι, ἡ ἀνατροφὴ τῶν δυὸ κορῶν τους ἀνατέθηκε στὴν πατρικία Σοφία, τὴ μεγαλύτερη ἀδερφὴ τοῦ στρατηγοῦ.

Ἡ Σοφία ἦταν μορφωμένη γυναίκα, βαθύτατα θρησκευόμενη καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ εἰσαχθεῖ στὶς ἰσάγγελες τάξεις τῶν μοναζουσῶν. Ὅμως, ἡ πρόωρη χηρεία τοῦ ἀδερφοῦ της τὴν ἀπέτρεψε ἀπὸ τὰ σχέδια της καὶ τὴν ὤθησε νὰ ἀφιερωθεῖ στὶς δυὸ ὀρφανὲς ἀνιψιές της. Ἀγάπησε τὰ κοριτσάκια σὰν δικά της παιδιὰ καὶ τοὺς μετέδωσε ὅλη τὴν ἀγάπη της γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὴ βαθύτατη πίστη της σὲ Αὐτόν. Ἄλλωστε, ὁ ἀδερφός της συχνὰ ἀναγκαζόταν νὰ ἀφήνει μόνο στὰ χέρια της τὶς κόρες του, καθὼς τὰ δικά του καθήκοντα τὸν καλοῦσαν συχνὰ σὲ πολέμους καὶ ἐκστρατεῖες.

Ὅμως, ὁ πατρίκιος Φιλάρετος, ὁ ὁποῖος λάτρευε τὶς δυὸ θυγατέρες του, τὶς ἀνέθρεψε μὲ τρόπο ζηλευτό. Ἡ Καλλινίκη καὶ ἡ Εἰρήνη ἔλαβαν μεγάλη μόρφωση ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους δασκάλους τῆς Καισαρείας. Οἱ φιλότιμες προσπάθειες τῆς θείας τους καὶ τοῦ πατέρα τους δὲν ἀπέβησαν μάταιες. Οἱ δυὸ ἀδερφές, πραγματικὲς καλλονές, μεγαλώνοντας ἦταν πρότυπα ἀρετῆς καὶ ἀρχοντιᾶς καὶ ἡ φήμη τους, ἐνισχυμένη ἀπὸ τὸ μεγάλο ὄνομα τῆς οἰκογένειάς τους καὶ τὴ δόξα τοῦ πατέρα τους, εἶχε φτάσει ὡς τὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἡ Καλλινίκη καὶ ἡ Εἰρήνη, ἂν καὶ πολὺ ἀγαπημένες, ἦταν χαρακτῆρες ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι καὶ ὁ Κύριος εὐδόκησε, ὥστε νὰ ζήσουν ἀνάλογο βίο. Ἡ Καλλινίκη ἦταν ἔξυπνη, ζωηρή, πολὺ εὐχάριστη στὴ συντροφιά της καὶ πανέμορφη. Εἶχε ἀπόλυτη συναίσθηση τῆς ὀμορφιᾶς της καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀρέσει. Πρόσεχε τὴν ἐμφάνισή της, παρακολουθοῦσε τὴ μόδα, λάτρευε τὰ πλούσια φορέματα καὶ τὰ ἀκριβὰ κοσμήματα., τὰ ὁποῖα ὁ ἀγαπημένος της πατέρας δὲ φειδόταν νὰ χαρίζει στὴν πρωτότοκη κόρη του.

Τὴν ἄνοιξη τοῦ 839, ὁ Φιλάρετος φιλοξένησε στὸ ἀνάκτορό του τὸ νεαρὸ Βάρδα (κατοπινὸς Καίσαρας), ἀδερφὸ τῆς Αὐγούστας Θεοδώρας, ὁ ὁποῖος εἶχε μεταβεῖ στὴν Καισαρεία γιὰ κρατικὴ ὑπόθεση, ἀπεσταλμένος τοῦ αὐτοκράτορα Θεόφιλου. Ἐκεῖ γνώρισε τὴ δεκατετράχρονη Καλλινίκη, γοητεύτηκε ἀπὸ τὴν καλλονή της καὶ τὴ ζήτησε σὲ γάμο. Λίγους μῆνες ἀργότερα, ὁλόκληρη ἡ Καππαδοκία παρέστη στοὺς ὑπέρλαμπρους γάμους τῆς Καλλινίκης καὶ τοῦ Βάρδα, ὅπου ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας Θεόφιλος συμμετεῖχε ὡς παραγαμπρὸς τοῦ γυναικαδερφοῦ του. Ἀμέσως μετά, τὸ νεαρὸ ζευγάρι ἔφυγε γιὰ τὰ ἀνάκτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ Καλλινίκη μοιράστηκε τὴ ζωή της μὲ τὸν Καίσαρα Βάρδα καὶ ἀπόκτησε μαζί του δυὸ γιοὺς καὶ δυὸ κόρες. Ἔζησε μὲ τὸν κοσμικὸ καὶ πολυτελῆ τρόπο ποὺ ἐπιθυμοῦσε, ὅμως ἀληθινὰ εὐτυχισμένη μᾶλλον δὲν ὑπῆρξε ποτὲ δίπλα στὸ φιλόδοξο καὶ ἰσχυρὸ Καίσαρα, μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες προσωπικότητες τοῦ Βυζαντίου κατὰ τὸν 9ο αἰώνα, μὲ τὸν πολυτάραχο βίο καὶ τὸ ἄδοξο τέλος.

Ἡ Εἰρήνη ἦταν ἐπίσης πεντάμορφη καὶ πανέξυπνη, ὅμως δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ στολίζει τὴν ὀμορφιά της, οὔτε πολὺ περισσότερο νὰ τὴν ἐπιδεικνύει. Φρόντιζε μὲ ταπεινότητα νὰ καλύπτει τὰ πολλά της χαρίσματα, σωματικὰ καὶ ψυχικά. Ἥσυχη καὶ ἀποτραβηγμένη ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ δρώμενα, χρησιμοποιοῦσε τὰ ἀποθέματα κοινωνικότητας, μὲ τὰ ὁποῖα κάθε ἄνθρωπος ἔχει προικισθεῖ, σὲ ἔργα φιλανθρωπίας καὶ συμπαράστασης στὸν ἀνθρώπινο πόνο. Μοναδικό της στολίδι ἦταν ὁ χρυσὸς σταυρὸς ποὺ κρέμονταν στὸ στῆθος της, ἐνῶ τὰ πανάκριβα κοσμήματα ποὺ τῆς χάριζε ὁ πατέρας της τὰ διέθετε γιὰ ἀλτρουιστικοὺς σκοπούς. Λάτρευε μὲ μεγάλη ἀφοσίωση τὸ Χριστὸ καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἐναρμονίζει τὸ βίο της μὲ τὶς ἐντολές Του. Πνευματικός της ἦταν ὁ Γέροντας Συνέσιος στὴ μονὴ τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Τὴ μονὴ αὐτὴ εἶχε ἱδρύσει ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν σὲ μεγάλη ἀκμή. Ὁ Γέροντας Συνέσιος θαύμαζε τὶς προόδους τῆς πνευματικῆς του θυγατέρας καὶ ἡ Εἰρήνη, ποὺ ἐξέπεμπε μέσα στὴν ἁπλότητά της μιὰ μεγαλοπρέπεια, ἡ ὁποία μαγνήτιζε ὅσους τὴν ἀντίκριζαν, ἄφηνε νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι θὰ ἀσπαστεῖ τὸ μοναχικὸ βίο.

Τὸ χειμώνα τοῦ 843, ἡ αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, χήρα πιὰ καὶ ἐπίτροπος τοῦ γιοῦ της Μιχαὴλ Γ´, κάλεσε τὸν πατρίκιο Φιλάρετο στὴν Κωνσταντινούπολη. Εἶχε ἀποφασίσει νὰ θέσει ὁριστικὸ τέλος στὴν Εἰκονομαχία καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ ἐγχείρημα χρειαζόταν τὴ βοήθεια καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἱερέων. Ἐμπιστεύτηκε λοιπὸν τὸ Φιλάρετο καὶ τὸν Ὁμολογητὴ Μάξιμο (μετέπειτα Πατριάρχη). Ὅταν ἐπιτεύχθηκε ὁ σκοπός της καὶ οἱ ἱερὲς εἰκόνες ἀναστηλώθηκαν (19 Φεβρουαρίου 843 μ.Χ.), ζήτησε ἀπὸ τὸ Φιλάρετο νὰ φέρει στὴν Κωνσταντινούπολη τὴν ὄμορφη θυγατέρα του, προκειμένου νὰ τὴν παντρέψει μὲ τὸ γιό της Μιχαήλ. Ἔψαχνε κατάλληλη νύφη, ἡ ὁποία θὰ συνέτιζε τὸ νεαρὸ αὐτοκράτορα ἀπὸ τὰ ξέφρενα γλέντια καὶ θεωροῦσε ὅτι ἡ φημισμένη γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή της καλλονὴ θὰ ἐξυπηρετοῦσε τὸ σκοπό της.

Ὁ Φιλάρετος μήνυσε ἀμέσως στὴν ἀδερφή του νὰ στείλει τὴν Εἰρήνη, ποὺ τότε ἦταν δέκα πέντε χρονῶν, στὴ Βασιλεύουσα μὲ τὴ συνοδεία τοῦ πατρικίου στρατηγοῦ Νικηφόρου, ἀδερφοῦ τῆς μακαρίτισσας συζύγου του. Τὰ νέα ὅτι ἡ Εἰρήνη θὰ παντρευόταν τὸν αὐτοκράτορα καὶ θὰ φοροῦσε τὸ στέμμα τῆς αὐτοκρατορίας διαδόθηκαν σὰν ἀστραπὴ σὲ ὅλη τὴν Καππαδοκία. Ὅλοι μακάριζαν τὸν πατρίκιο γιὰ τὴν εὐτυχία ποὺ τοῦ ἐπιφύλαξε ὁ Θεός, νὰ στολίσει τὰ αὐτοκρατορικὰ ἀνάκτορα μὲ τὶς δυὸ πανέμορφες κόρες του. Ὁ στρατηγὸς Νικηφόρος διέταξε νὰ ἀρχίσουν ἀμέσως οἱ ἑτοιμασίες γιὰ τὸ ταξίδι τῆς μικρῆς ἀνιψιᾶς τοῦ ὑπὸ τὴν αὐστηρὴ ἐπίβλεψη καὶ ἀκούραστη φροντίδα τῆς πατρικίας Σοφίας.

Ἡ μόνη ποὺ ἔμεινε παγερὰ ἀδιάφορη σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν ἀναστάτωση ἦταν καὶ ἡ ἄμεσα ἐνδιαφερόμενη: ἡ Εἰρήνη. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς εἶχε ποθήσει τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ὡς Νυμφίο τῆς εἶχε ἐπιλέξει τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, πρὸς τὸν ὁποῖο ἀπηύθυνε ἀδιάκοπες καὶ ὁλόθερμες προσευχές. Οἱ λόγοι ποὺ δέχτηκε μὲ χαρὰ αὐτὸ τὸ ταξίδι πρὸς τὴ Βασιλεύουσα ἀπεῖχαν πολὺ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὅλοι νόμιζαν: Ταξίδευε στὴν Πόλη γιὰ νὰ ἀποχαιρετήσει τὴν πολυαγαπημένη της ἀδερφή, τὴν ὁποία δὲν εἶχε ξαναδεῖ ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῶν λαμπρῶν γάμων της (εἶχαν περάσει τέσσερα χρόνια ἀπὸ τότε) καὶ γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὴν εὐχὴ τοῦ πατέρα της, ὥστε νὰ ἀποσυρθεῖ στὴ μονὴ ποὺ τόσο διακαῶς ποθοῦσε.

Αὐτὲς τὶς μύχιες σκέψεις της ἡ Εἰρήνη τὶς ἐμπιστεύτηκε στὸ μοναδικὸ ἄνθρωπο ποὺ θεωροῦσε ὅτι ἦταν σὲ θέση νὰ τὶς καταλάβει: στὴ θεία της. Ἡ πατρικία Σοφία εἶχε ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ τὸ γάμο τῆς Καλλινίκης. Βαθύτατα θρησκευόμενη, ἐπιθυμοῦσε οἱ ἀνιψιές της νὰ διάγουν βίο ἁπλὸ καὶ χριστιανικό. Βέβαια, ποτὲ δὲ θεώρησε ὅτι ἡ Καλλινίκη ἦταν πλασμένη καὶ προορισμένη γιὰ τὴν ἀσκητικὴ ζωή, ἀλλὰ ἦταν σίγουρη ὅτι ὁ γάμος μὲ τὸ Βάρδα, ποὺ τὴν τοποθετοῦσε μέσα στὸ γεμάτο μηχανορραφίες περιβάλλον τῆς Αὐλῆς, θὰ καθιστοῦσε δυστυχισμένη τὴν ἀνιψιά της. Τῆς ἔμενε ὅμως ἡ Εἰρήνη νὰ πραγματοποιήσει τὰ ὄνειρά της, ὥσπου ἔλαβε τὸ μήνυμα τοῦ ἀδερφοῦ της καὶ πίστεψε ὅτι γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ οἱ ἐλπίδες τὶς ἀποδεικνύονταν φροῦδες. Ὅταν ὅμως ἄκουσε τὰ σχέδια τῆς Εἰρήνης, ἡ ὁποία μιλοῦσε μὲ μοναδικὴ ἀποφασιστικότητα, ἀγαλλίασε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Κύριο, ποὺ ἡ μικρή της ἀνιψιὰ δὲ θὰ θυσιαζόταν στὸ βωμὸ τῆς ματαιοδοξίας.

Ὅλα ἦταν πιὰ ἕτοιμα γιὰ τὸ μακρὺ ταξίδι πρὸς τὴν Πόλη. Ἡ Εἰρήνη, πρὶν ἀναχωρήσει ὁριστικὰ ἀπὸ τὴ γενέτειρά της, ἐπισκέφθηκε τὸν πνευματικό της πατέρα. Ὁ γέροντας Συνέσιος τὴν εὐλόγησε καὶ τὴν συμβούλεψε νὰ σταθμεύσει στὸ ὄρος Ὄλυμπος τῆς Βιθυνίας, μεγάλο ἀσκητικὸ κέντρο τῆς ἐποχῆς, καὶ νὰ λάβει τὴν εὐλογία ἀπὸ τὸ μεγάλο ἀσκητὴ Ἰωαννίκιο. Ὕστερα, ἡ Εἰρήνη ἀποχαιρέτησε γιὰ πάντα τὴν πολυαγαπημένη τῆς θεία ποὺ γι᾿ αὐτὴν ἦταν καὶ μητέρα. Μετὰ τὴν ἀναχώρηση τῆς ἀνιψιᾶς της, ἡ πατρικία Σοφία μόνασε στὸν ἱερὸ παρθενώνα τῆς Ὑπαπαντῆς, πραγματοποιώντας μία ἐπιθυμία τὴν ὁποία ἀνέβαλε γιὰ 15 ὁλόκληρα χρόνια γιὰ ἀγάπη τοῦ ἀδερφοῦ της. Τὶς ἀνιψιές της δὲν τὶς ξαναεῖδε ποτέ.

Ἡ Εἰρήνη ἐπιβιβάστηκε στὴν ἅμαξά της μὲ τὶς δυὸ θεραπαινίδες της, τὴν Φιλικητάτη καὶ τὴν Ἀρετή, ποὺ ἀργότερα μπῆκαν στὴ μοναστική της συνοδεία. Θὰ τὴν συνόδευε στρατιωτικὸ ἄγημα 40 ἀνδρῶν, ἐπικεφαλῆς τοῦ ὁποίου ἦταν ὁ θεῖος της, πατρίκιος Νικηφόρος. Οἱ στιγμὲς ἦταν ἐξαιρετικὰ συγκινητικές, διότι ἡ κόρη γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι δὲ θὰ ξανάβλεπε τὸ πατρικό της σπίτι. Ἔτσι, ξεκίνησε τὸ ταξίδι τῆς μέλλουσας αὐτοκράτειρας, ὅπως ὅλοι νόμιζαν.

Μετὰ ἀπὸ πολυήμερη καὶ κοπιαστικὴ διαδρομή, οἱ ταξιδιῶτες ἔφτασαν στὸ ὄρος τοῦ Ὀλύμπου. Ἐκεῖ, ἡ Εἰρήνη καὶ ὁ θεῖος τῆς φιλοξενήθηκαν γιὰ τέσσερις μέρες στὴ μονὴ τῶν Ἀγαύρων καὶ στὴ συνέχεια, ὁ Ἡγούμενος τῆς μονῆς συνόδευσε τοὺς ἐπισκέπτες του στὸ μέρος ὅπου ἀσκήτευε ὁ ὅσιος Ἰωαννίκιος. Ἔπειτα ἀπὸ ἐπίπονη καὶ κοπιαστικὴ ἀνάβαση, εἶδαν τὸν ἡλικιωμένο ἅγιο νὰ κάθεται ἔξω ἀπὸ τὴ σπηλιά του. Τοὺς κοίταζε μὲ καλοσυνάτο καὶ γαλήνιο χαμόγελο, σὰν νὰ τοὺς περίμενε. Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ δὲ δεχόταν προσκυνητές, διότι γνώριζε πὼς πλησίαζε ἡ κοίμησή του καὶ ἤθελε ἀπόλυτη ἡσυχία γιὰ νὰ προετοιμαστεῖ. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως σηκώθηκε καὶ ἀκουμπώντας στὸ ραβδί του πλησίασε τοὺς προσκυνητές. Ἡ Εἰρήνη ἑτοιμάστηκε νὰ βάλει μετάνοια μπροστὰ στὸν ὅσιο, ὅταν κατάπληκτη βλέπει τὸν ἅγιο νὰ γονατίζει ἐκεῖνος μπροστά της καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε νὰ τῆς λέει: «Καλῶς ἦλθες δούλη τοῦ Θεοῦ Εἰρήνη. Ὕπαγε μετὰ χαρᾶς στὴ Βασιλεύουσα. Ἡ μονὴ τοῦ Χρυσοβαλάντου ἐσένα περιμένει νὰ ποιμάνεις τὰς παρθένους της». Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ τὸ διηγιόταν μὲ βαθύτατη συγκίνηση χρόνια μετὰ ἡ ἴδια ἡ ἁγία, ὄντας πιὰ Ἡγουμένη τῆς μονῆς Χρυσοβαλάντου.

Ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου Ἰωαννικίου τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας στὶς 4 Νοεμβρίου.

Ἡ Εἰρήνη καὶ οἱ συνταξιδιῶτες της ἔφτασαν ἐπιτέλους στὴν Κωνσταντινούπολη ἕνα ἀνοιξιάτικο πρωινό, γιὰ νὰ πληροφορηθοῦν ἐκεῖ ὅτι μόλις πρὶν λίγες μέρες εἶχαν τελεστεῖ οἱ γάμοι τοῦ αὐτοκράτορα μὲ τὴν Εὐδοκία τὴ Δεκαπολίτισσα. Ὁ πατέρας της, ἡ ἀδερφή της, ὁ θεῖος της μὲ δυσκολία ἔκρυβαν τὴν ἀπογοήτευσή τους. Ἡ Εἰρήνη ἀντίθετα αἰσθανόταν μία ἀγαλλίαση γιὰ τὴν τροπὴ τῶν γεγονότων, ποὺ φαινόταν περίεργη στοὺς οἰκείους της καὶ ἀνησυχοῦσε τὸ στρατηγὸ Νικηφόρο, ὕστερα ἀπὸ τὴν προφητεία ποὺ εἶχε ἀκούσει.

Παρὰ τὴ ματαίωση τῶν αὐτοκρατορικῶν της γάμων, ἡ Εἰρήνη δὲν μπόρεσε νὰ ἐπισπεύσει τὴν εἴσοδό της στὶς τάξεις τῶν μοναζουσῶν. Καταρχήν, ἡ Αὐγούστα Θεοδώρα καὶ οἱ κόρες της ἤθελαν νὰ γνωρίσουν τὴν ὑποψήφια νύφη τους. Ἡ αὐτοκράτειρα ἤδη ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα τὴν Καλλινίκη, στὴν ὁποία εἶχε ἀπονείμει τὸν τίτλο τῆς «εὐγενεστάτης ζωστῆς πατρικίας» καὶ ἤθελε νὰ γνωρίσει τὴν ἀδερφή της, γιὰ τὴν ὁποία ὅλοι μιλοῦσαν μὲ τὰ καλύτερα λόγια. Ἄλλωστε, δὲν ἔκρυβε τὴ θλίψη της γιὰ τὸ γάμο τοῦ γιοῦ της: Ἡ Εὐδοκία (ποὺ ἀπὸ πολλοὺς ἱστορικοὺς ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς ἡ πιὸ ἄχαρη αὐτοκράτειρα τοῦ Βυζαντίου) μὲ τὴν ἀσήμαντη ἐμφάνισή της καὶ τὰ ἐλάχιστα ψυχικά της χαρίσματα πολὺ γρήγορα ὑποσκελίστηκε ἀπὸ τὴν ἐρωμένη τοῦ Μιχαὴλ Γ´, Εὐδοκία Ἰγερινὴ καὶ καθόλου δὲν μπόρεσε νὰ ἐπιβληθεῖ στὸ σύζυγό της. Ἄλλωστε, ἡ Αὐγούστα γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι τὸν πολυπόθητο γάμο ἀνάμεσα στὴν Εἰρήνη καὶ τὸ γιό της, ματαίωσε μὲ διάφορες ἐνέργειες ὁ ἀδερφός της καὶ γαμπρὸς τῆς Εἰρήνης, ὁ Καίσαρας Βάρδας: ὁ Βάρδας δὲν ἤθελε ἡ γυναικαδερφή του νὰ ἀνέβει στὸ βυζαντινὸ θρόνο, διότι σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση θὰ ἐνισχυόταν ἡ ἐπιρροὴ τοῦ πεθεροῦ του στὸ Παλάτι καὶ θὰ ἦταν ἐπικίνδυνο ἐμπόδιο στὴν ἐκπλήρωση τῶν φιλόδοξων σχεδίων του.

Ἡ Εἰρήνη, ξένη ἀπὸ ὅλο αὐτὸ τὸν κόσμο τῶν συνωμοσιῶν, συνάντησε τὴν Αὐγούστα καὶ τὶς κόρες της. Μιὰ βαθιὰ ἐκτίμηση ἀναπτύχθηκε ἀμέσως ἀνάμεσα στὴν αὐτοκράτειρα καὶ τὸ κορίτσι, ἐνῶ στενὴ φιλία ἔδεσε τὴν Εἰρήνη καὶ τὴν πρωτότοκη κόρη τῆς Θεοδώρας, τὴ Θέκλα. Ὅλες οἱ ζωστὲς θαύμασαν τὸ ἦθος καὶ τὴν ὀμορφιὰ τῆς Εἰρήνης καὶ ἡ Καλλινίκη ἦταν ἰδιαίτερα ὑπερήφανη γιὰ τὴ μικρή της ἀδερφή, ποὺ ἡ ἁπλότητά της ἀνεδείκνυε ἀκόμη περισσότερο τόσο τὴ σωματικὴ μὰ κυρίως τὴν ψυχική της ὀμορφιά. Κατὰ τὸ ἐπίσημο γεῦμα ποὺ ἀκολούθησε, ἡ Θεοδώρα δώρισε στὴν Εἰρήνη μία χρυσὴ κασετίνα γεμάτη κοσμήματα ἀμύθητης ἀξίας: ἡ κασετίνα αὐτὴ θὰ ἦταν τὸ δῶρο τῆς Αὐγούστας στοὺς γάμους τοῦ γιοῦ της μὲ τὴν Εἰρήνη. Ἀφοῦ γνώρισε τὸ κορίτσι, ἡ αὐτοκράτειρα καὶ οἱ κόρες τῆς ἀπογοητεύτηκαν ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὸ γάμο ποὺ σύναψε ὁ Μιχαὴλ Γ´ καὶ γιὰ νὰ δείξει τὴν ἐκτίμησή της στὴν Εἰρήνη, ἡ Θεοδώρα τῆς χάρισε αὐτὸ ποὺ προοριζόταν γιὰ γαμήλιο δῶρο της. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ἡ Εἰρήνη ἐλεύθερα μπαινόβγαινε στὰ ἰδιαίτερα διαμερίσματα τῆς Αὐγούστας καὶ τῶν κορῶν της.

Ὅπως καταλαβαίνει ὁ ἀναγνώστης, μέσα στὴ μυθώδη πολυτέλεια τῶν βυζαντινῶν ἀνακτόρων, ἡ Εἰρήνη ἐπιβλήθηκε μὲ τὴ μεγάλη της καλλονὴ καὶ τὸ ἐξαιρετικό της ἦθος. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, ἀπολάμβανε ἰδιαίτερης ἐκτίμησης καὶ δόξας: ἦταν ἡ εὐνοούμενη τῆς αὐτοκράτειρας Θεοδώρας καὶ στενότατη φίλη τῆς πριγκίπισσας Θέκλας, ἦταν ἡ κόρη τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητῆ τῆς Καππαδοκίας Φιλάρετου καὶ ἀνιψιὰ τοῦ ἐνδόξου στρατηγοῦ Νικηφόρου, ἦταν ἡ ἀδερφὴ τῆς πρώτης τῇ τάξει ζωστῆς Καλλινίκης καὶ γυναικαδερφὴ τοῦ Καίσαρα Βάρδα, τοῦ ἀνθρώπου ποὺ οὐσιαστικὰ κυβερνοῦσε πίσω ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα. Ὅλες οἱ κυρίες τῆς ἀνώτατης ἀριστοκρατίας ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὴν γνωρίσουν καὶ νὰ συνδεθοῦν φιλικὰ μαζί της. Δεχόταν ἀμέτρητες προσκλήσεις γιὰ ἐπίσημα γεύματα καὶ χορούς, τὶς ὁποῖες ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ δεχτεῖ καὶ νὰ ἀνταποδώσει, σύμφωνα μὲ τὶς συμβουλὲς τῆς πάντα κοινωνικῆς πολυαγαπημένης τῆς ἀδερφῆς.

Καὶ ἡ Εἰρήνη; Πῶς ἀντιδροῦσε σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μεγαλεῖα; Ἡ Εἰρήνη, ὅσο μεγαλύτερων τιμῶν ἀπολάμβανε, τόσο περισσότερο ἀδημονοῦσε νὰ ἔρθει ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ ἐγκατέλειπε γιὰ πάντα τὰ ἐγκόσμια. Εἶχε κάθε λόγο, ποὺ θὰ προερχόταν ἀπὸ τὸ νέο τρόπο ζωῆς της, νὰ ἀλλάξει γνώμη καὶ νὰ ἀκολουθήσει ἐντελῶς διαφορετικὴ πορεία ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε στὸ μυαλό της, ὅταν ἄφησε τὴν πατρίδα της καὶ ἦρθε στὴν Πόλη ὡς νύφη τοῦ αὐτοκράτορα· ὅμως, ἐκείνη τόσο πιὸ βέβαιη αἰσθανόταν γιὰ τὴν ἐκλογή της. Ἐπιδιδόταν σὲ θερμὴ προσευχὴ καὶ αὐστηρὴ νηστεία, καθὼς θεωροῦσε δεδομένο ὅτι ἡ ὥρα ποὺ θὰ ἐλάμβανε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα πλησίαζε.

Μάλιστα, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς βόλτες της μὲ τὴν πριγκίπισσα, ἐπισκέφθηκαν τὴν Μονὴ τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ τοῦ Χρυσοβαλάντου, ἡ ὁποία βρισκόταν στὰ περίχωρα τῆς Βασιλεύουσας. Ἡ Εἰρήνη μὲ πολὺ μεγάλη συγκίνηση, ἔχοντας στὸ μυαλό της τὰ λόγια τοῦ μεγάλου Ἰωαννικίου, προσκύνησε στὸ μοναστήρι καὶ συνομίλησε ὦρες μὲ τὴν Ἡγουμένη Ἄννα. Τόσο ἀγάπησε τὴν εὐταξία τῆς μονῆς καὶ τὴ Θεία Χάρη ποὺ ἀπέπνεε, τὴν ψυχικὴ γαλήνη ποὺ ἁπλόχερα πρόσφερε ὁ ἱερὸς τοῦτος χῶρος στοὺς προσκυνητές, τὴν εὐλάβεια ποὺ ξυπνοῦσε στὶς ψυχές, ὥστε ἀποφάσισε νὰ μονάσει ἐκεῖ. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, περίμενε τὴν κατάλληλη εὐκαιρία νὰ μιλήσει τοῦ πατέρα της καὶ νὰ πάρει τὴν εὐχή του, καθὼς δὲν ἤθελε νὰ τὸν λυπήσει μὲ κρυφή της ἀναχώρηση.

Ἡ εὐκαιρία δὲν ἄργησε νὰ παρουσιαστεῖ. Ὁ πατρίκιος Φιλάρετος μετὰ τὴ ματαίωση τῶν αὐτοκρατορικῶν γάμων τῆς κόρης του εἶχε μία ἐπιθυμία: νὰ ἀποκαταστήσει τὴ μικρή του θυγατέρα μὲ ἕνα συνοικέσιο ἀντάξιό της καὶ στὴ συνέχεια, ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὸ διεφθαρμένο περιβάλλον τῆς Αὐλῆς, νὰ ὑποβάλλει τὴν παραίτησή του καὶ νὰ ἀποτραβηχτεῖ στὸ παλάτι του στὴν Καισαρεία. Ἄλλωστε, μετὰ τὴν ἀρχική του πικρία καὶ παρὰ τὴν προσβολὴ ποὺ ἔγινε στὴν οἰκογένειά του, ἔνιωθε ἱκανοποιημένος ποὺ ἡ Εἰρήνη του δὲν παντρεύτηκε τὸν αὐτοκράτορα: Ἦταν βέβαιος ὅτι δὲ θὰ ἦταν ποτὲ εὐτυχισμένη δίπλα στὸν ἄσωτο Μιχαὴλ Γ´. Μὲ τὰ σχέδιά του ἦταν σύμφωνος ὁ γυναικαδερφός του Νικηφόρος.

Ὁ Φιλάρετος λοιπὸν γνώρισε σὲ μία ἀποστολή του στὴν Ἀδριανούπολη τὸ γιὸ τοῦ Ἔπαρχου τῆς πόλης Νικήτα, πατρίκιο Φωτεινό. Ἦταν ἐξαιρετικὸς νέος, μορφωμένος, προικισμένος μὲ ἔμφυτη ἀρετή, γενναῖος καὶ μοναδικὸς κληρονόμος μιᾶς μεγάλης περιουσίας. Ὁ Φιλάρετος θεώρησε ὅτι ἦταν ὁ πιὸ κατάλληλος γιὰ νὰ εὐτυχίσει στὸ πλευρό του ἡ Εἰρήνη καὶ ἀμέσως μίλησε στὸν πατέρα τοῦ νέου. Ὁ Ἔπαρχος Νικήτας θεώρησε μεγάλη τιμὴ νὰ συγγενέψει μὲ τὴν ἔνδοξη οἰκογένεια τοῦ Φιλάρετου, ποὺ εἶχε τόσο στενοὺς δεσμοὺς μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια· οἱ δυὸ πατεράδες ἔδωσαν λόγο νὰ ἀρραβωνιάσουν τὰ παιδιά τους, πολύφερνα καὶ τὰ δυό τους ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες οἰκογένειες τῆς αὐτοκρατορίας γιὰ γαμπρὸς καὶ νύφη. Στὸ Φωτεινὸ δὲν εἶπαν τίποτα, πρὶν γνωριστεῖ μὲ τὴν Εἰρήνη.

Γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπό, ἐπιστρέφοντας ὁ Φιλάρετος στὴν Πόλη, πῆρε μὲ κάποια πρόφαση τὸ νέο μαζί του. Ἕνα βράδυ, τὸν κάλεσε σὲ ἐπίσημο δεῖπνο στὰ ἰδιαίτερα διαμερίσματα τοῦ Καίσαρα Βάρδα, ὅπου φιλοξενοῦνταν ὁ πατρίκιος καὶ ἡ Εἰρήνη ἀπὸ τὴν κόρη του καὶ τὸ γαμπρό του. Ἐκεῖ ὁ Φωτεινὸς γνώρισε τὴν πεντάμορφη Εἰρήνη, ἡ ὁποία ἔλαμπε μὲ ὅλη της τὴν περιλάλητη πιὰ ἁπλότητα καὶ τὴ χλομάδα, ἀποτέλεσμα τῆς πολυήμερης αὐστηρῆς νηστείας. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνάντηση, ὁ Φιλάρετος ἀποφάσισε νὰ ἀνακοινώσει στὴν κόρη του τὴν ἀπόφασή του, τὸ ἑπόμενο κιόλας πρωί.

Κατὰ τὴ συζήτηση ποὺ ἀκολούθησε, ὁ πατρίκιος ἔκπληκτος πληροφορήθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν κόρη τὴν ἀμετάκλητη ἀπόφασή της, νὰ λάβει τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα. Ὁ πατέρας ὅμως δὲ συμμεριζόταν τὰ σχέδια τῆς θυγατέρας του. Σκεφτόταν τὴν ἀτίμωση ποὺ θὰ συνεπαγόταν πρὸς τὸ πρόσωπό του, ἡ ἀναίρεση τοῦ λόγου ποὺ εἶχε δώσει στὸν Ἔπαρχο Νικήτα. Ἐπιπλέον, δὲν μποροῦσε νὰ ἀποδεχτεῖ τὴν ἰδέα ὅτι ἡ ἐξαίσια κόρη του, ποὺ γι᾿ αὐτὴν μιλοῦσαν ὁλόκληρα τὰ ἀνάκτορα καὶ οἱ μεγαλύτερες οἰκογένειες τῆς αὐτοκρατορίας τὴν ἤθελαν γιὰ νύφη τους, θὰ θαβόταν στὴν ἀφάνεια τοῦ μοναστηριοῦ. Τρομερὰ ὀργισμένος, ἔτσι ὅπως ἡ ἀγαπημένη του Εἰρήνη δὲν τὸν εἶχε δεῖ ποτὲ μέχρι τότε, τῆς ἔδωσε ἀμετάκλητο τελεσίγραφο: Ἢ θὰ δεχόταν νὰ παντρευτεῖ τὸ Φωτεινό, ἢ τὴν ἑπόμενη κιόλας μέρα θὰ ἔφευγε γιὰ τὴν Καισαρεία, ὅπου θὰ παρέμενε φυλακισμένη στὸ πατρικό της ἀρχοντικὸ γιὰ ὅλη της τὴ ζωή.

Ἡ ἐπακόλουθη συναισθηματικὴ φόρτιση τῆς Εἰρήνης εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἡ εὐαίσθητη κοπέλα νὰ ἀρρωστήσει τόσο βαριά, ὥστε νὰ φτάσει στὸ κατώφλι τοῦ θανάτου. Γιὰ τρεῖς ὁλόκληρες μέρες ἔδωσε πραγματικὴ μάχη γιὰ τὴ ζωή της. Ὁ προσωπικὸς γιατρὸς τῆς αὐτοκράτειρας δὲν ἔφυγε στιγμὴ ἀπὸ τὸ πλευρό της. Ἡ Καλλινίκη προσευχήθηκε ὁλόψυχα στὴν Παναγία καὶ ἔταξε ὅτι ἂν ἡ ἀδερφή της γιατρευτεῖ, θὰ τελέσει σαρανταλείτουργο στὴν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν, ἐνῶ στὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Βλαχερνιώτισσας θὰ κρεμάσει τὸ πολύτιμο μαργαριταρένιο περιδέραιό της, τὸ γαμήλιο δῶρο τοῦ Καίσαρα Βάρδα πρὸς τὴ γυναίκα του. Ἡ πιὸ τραγικὴ μορφὴ ὅμως ἦταν ὁ πατρίκιος Φιλάρετος. Πίστευε ὅτι ἡ ἀρρώστια τῆς κόρης του, ποὺ τὴν ἔφερε τόσο κοντὰ στὸ θάνατο, ἦταν τιμωρία γιὰ τὴν ὀλιγοπιστία του καὶ τὴν ὀργή του. Παρακαλοῦσε μὲ ὅλη του τὴ δύναμη τὸν Κύριο νὰ τὸν σπλαχνιστεῖ, ὅ,τι εἶπε ἦταν τὰ λόγια ἑνὸς πονεμένου πατέρα ποὺ καταλαβαίνει ὅτι χάνει γιὰ πάντα τὴν κόρη του. Ἔταξε ὅτι ἂν ἡ Εἰρήνη γιατρευτεῖ θὰ τὴν ὁδηγοῦσε ὁ ἴδιος στὴ μονὴ Χρυσοβαλάντου, ὅσο κι ἂν τοῦ στοίχιζε αὐτό.

Οἱ προσευχὲς τόσων ἀγαπημένων προσώπων εἰσακούστηκαν καὶ ἡ Εἰρήνη σιγὰ-σιγὰ ἀνάνηψε. Ἡ ἀδερφὴ τῆς ἄρχισε κιόλας καθημερινὰ τὶς σαράντα λειτουργίες, ἐνῶ ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα κρέμασε στὴν εἰκόνα τῆς Βλαχερνιώτισσας τὸ ἀνεκτίμητης ἀξίας κόσμημά της. Ἡ Εἰρήνη παρακολούθησε μὲ κατάνυξη ἀνελλιπῶς καὶ τὶς σαράντα λειτουργίες καὶ ἐπιδόθηκε σὲ θερμότατη προσευχὴ ἐνώπιον τῆς ἱερῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Βλαχερνιώτισσας. Ἡ Αὐγούστα ἐπισκέφθηκε τὴν Εἰρήνη καὶ τῆς χάρισε μία εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, μοναδικῆς τέχνης. Ἡ Εἰρήνη φύλαξε σὲ ὅλη της τὴ ζωὴ τὸ αὐτοκρατορικὸ δῶρο τῆς ἀσθένειάς της καὶ μετὰ τὴν ὁσιακή της κοίμηση, τὸ εἰκόνισμα παρέμεινε στὸ καθολικό της μονῆς Χρυσοβαλάντου.

Μὲ τὶς συμβουλὲς τοῦ γιατροῦ μεταφέρθηκε στὰ ἀνάκτορα τῶν Βλαχερνῶν, καθὼς ἡ ἐξοχὴ θὰ συνέβαλε στὴ γρήγορη ἀνάρρωσή της. Ἀπὸ ἐκεῖ, ἡ Εἰρήνη μποροῦσε νὰ βλέπει τὴ μονὴ Χρυσοβαλάντου. Μέσα στὴν ἐξαιρετικὴ περιποίηση ποὺ εἶχε, προετοιμαζόταν ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὸ δρόμο τῆς ἄσκησης καὶ τὴν πορεία τοῦ ἀγγελικοῦ βίου. Κάθε δεσμὸς μὲ ὁτιδήποτε κοσμικὸ εἶχε ὁριστικὰ κοπεῖ. Ἀκόμη κι ὅταν στὸ παλάτι ἔφτασε ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια μὲ ἕνα πλῆθος ἐπισήμων ἀκολούθων, ἡ Εἰρήνη κατόρθωσε νὰ ζεῖ ἀπομονωμένα μὲ μόνη συντροφιά της τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἡ εὐτυχία της μεγάλωνε ὅσο πλησίαζε ἡ ὥρα νὰ ἐγκλειστεῖ στὴ μονὴ καὶ ἀκτινοβολοῦσε μία οὐράνια γαλήνη. Γιὰ ὅλα αὐτά, εἶχε κερδίσει τὸν ἀμέριστο θαυμασμὸ τῆς πριγκίπισσας Θέκλας, ποὺ ἤδη τὴν ἔβλεπε σὰν ἁγία.

Ἐδῶ πρέπει ἴσως νὰ προσθέσουμε ὅτι ἡ Εἰρήνη ἔστειλε μὲ κάθε μυστικότητα τὰ ἀμύθητης ἀξίας κοσμήματά της, τὸ αὐτοκρατορικὸ δῶρο τῶν ματαιωμένων γάμων της, στὸ ὀρφανοτροφεῖο τῶν Ὑψωμαθείων. Τὸ ὀρφανοτροφεῖο αὐτὸ τὸ συντηροῦσαν οἱ μοναχὲς τῆς μονῆς Χρυσοβαλάντου, ὅπως τὴν εἶχε ἐνημερώσει ἡ Ἡγουμένη κατὰ τὸ πρῶτο της προσκύνημα στὸ μοναστήρι.

Ὅταν ἡ Εἰρήνη γιατρεύτηκε καὶ δυνάμωσε ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἀσθένειά της, εἶχε περάσει ἡ γιορτὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ ὅλοι πιὰ ἤξεραν ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα νὰ ἀποχαιρετήσουν τὴν ἀγαπημένη τους. Ἡ Εἰρήνη ἀποχαιρέτησε τὸ θεῖο της πατρίκιο Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος ἦταν αὐτήκοος μάρτυρας τῆς προφητείας τοῦ ὁσίου Ἰωαννικίου. Ὕστερα ἦρθε ἡ σειρὰ τῆς ἀδερφῆς της. Ἡ Καλλινίκη ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητα γιὰ τὸν παντοτινό της χωρισμὸ ἀπὸ τὴν πολυαγαπημένη της ἀδερφή. Τὰ γλυκὰ λόγια τῆς Εἰρήνης δὲν τὴν καθυσήχαζαν· τὸ μόνο ποὺ ἠρεμοῦσε κάπως τὴ μεγάλη της πίκρα ἦταν ἡ σκέψη ὅτι ἡ Εἰρήνη δὲν πήγαινε πολὺ μακριὰ καὶ πὼς θὰ μποροῦσε, ὅσο ἐπιτρεπόταν ἀπὸ τοὺς κανόνες τῆς μονῆς, νὰ τὴν ἐπισκέπτεται. Στὶς συγκινητικὲς αὐτὲς στιγμές, παρὼν ἦταν καὶ ὁ Καίσαρας Βάρδας. Οἱ βιογράφοι τῆς ἁγίας ἀλλὰ καὶ τοῦ Καίσαρα, καθὼς καὶ σύγχρονοί τους ἱστορικοὶ καὶ χρονογράφοι, γράφουν ὅτι ἦταν ἡ πρώτη καὶ ἡ τελευταία φορά, ποὺ τὰ συγγενικά του πρόσωπα εἶδαν συγκινημένο τὸν ὑπέρμετρα φιλόδοξο, ἀγέρωχο καὶ στερούμενο ὁποιουδήποτε ἠθικοῦ φραγμοῦ Βάρδα.

Ὁ πατρίκιος Φιλάρετος ὁδήγησε τὴ μικρή του κόρη στὴν ἱερὰ μονὴ τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ τοῦ Χρυσοβαλάντου, πραγματοποιώντας τὸ τάμα του, παρόλη τὴν πίκρα του. Στὴ μονή, στὸ ἐξωτερικὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, ἡ Εἰρήνη ντύθηκε τὸ ταπεινὸ ἀσκητικὸ ράσο τῆς δόκιμης μοναχῆς καὶ σκέπασε τὰ ὄμορφα μαλλιά της μὲ τὸ παραδοσιακὸ μαῦρο κάλυμμα. Μάλιστα, ἡ καλλονή της, ἀντὶ νὰ χαθεῖ κάτω ἀπὸ τὸ μαῦρο ἔνδυμα καὶ τὴν καλύπτρα τοῦ κεφαλιοῦ, ἀναδείχθηκε ἀκόμη περισσότερο. Ἡ Ἡγουμένη καὶ οἱ ἀδερφὲς τὸ παρατήρησαν καὶ συναισθάνθηκαν πὼς στὴ μονή τους εἶχε εἰσέλθει μία πραγματικὴ ἁγία. Μετὰ ἀπὸ τὶς καθιερωμένες εὐχὲς πρὸς τὴ Θεοτόκο, ὁ Φιλάρετος μὲ δάκρυα εὐχήθηκε στὸ παιδί του νὰ «εὐαρεστήσῃ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις» καὶ πῆρε μόνος του τὸ δρόμο τοῦ γυρισμοῦ στὴ Βασιλεύουσα.

Ἡ Εἰρήνη μαζὶ μὲ τὶς μοναχὲς καὶ τὴν Ἡγουμένη Ἄννα εἰσῆλθε στὴ μονὴ καὶ ὁδηγήθηκε στὸ κελί της, ποὺ βρισκόταν ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς καὶ τὸ ὁποῖο διατήρησε γιὰ ὅλη της τὴ ζωή. Ἀπὸ τὰ 15 της χρόνια, ποὺ εἰσῆλθε στὸ μοναχικὸ βίο, μέχρι τὰ 104 ποὺ παρέδωσε τὸ πνεῦμα της στὸ Νυμφίο της, ἀπὸ τὸ μοναστήρι βγῆκε μόνο μιὰ φορά: προκειμένου νὰ προσευχηθεῖ στὸ ναὸ τῆς Βλαχερνιώτισσας γιὰ μία πνευματικὰ ἄρρωστη ἀδελφή.

Ὡς κοσμική, μὲ τὸ ἐξαιρετικό της ἦθος καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη της ἔκαμψε τὸ φρόνημα καὶ συγκίνησε ὑπερήφανους ἀριστοκράτες. Ὡς μοναχή, μὲ τὴ μοναδική της πίστη καὶ τὴ φλογερή της ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό, προσέλκυσε τὴ Θεία Χάρη καὶ ἀξιώθηκε πλῆθος θαυμάτων, διάγοντας βίο ἐνδοξότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ζοῦσε στὰ διεφθαρμένα ἀνάκτορα, ἐνδεδυμένη δόξα Θεοῦ, χωρὶς καθόλου νὰ θαφτεῖ στὴν ἀφάνεια, ὅπως νόμιζαν οἱ δικοί της.

Ἡ δόκιμος μοναχὴ Εἰρήνη μὲ πολὺ μεγάλη εὐτυχία καὶ ὑπέρμετρο ζῆλο προσαρμόστηκε στοὺς αὐστηροὺς κανονισμοὺς τῆς κοινοβιακῆς μονῆς. Ἔχοντας λησμονήσει ἐντελῶς τὸ μέχρι τότε τρόπο ζωῆς της, ἐπιτελοῦσε ὁλοπρόθυμα ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ταπεινὰ διακονήματα· εἶχε ἐνταχθεῖ στὶς ὁμάδες ἐργασίας πρῶτα τοῦ ἐργόχειρου καὶ ἀργότερα τῆς ἐξαιρετικὰ δύσκολης καλλιγραφίας. Ἐπιπλέον, ζήτησε καὶ πῆρε τὴν εὐλογία τῆς Ἡγουμένης νὰ φροντίζει δυὸ ὑπερήλικες μοναχές, οἱ ὁποῖες δὲν ἦταν πιὰ σὲ θέση νὰ αὐτοπεριποιοῦνται. Μιὰ μέρα, ἡ ἡγουμένη ὑπῆρξε αὐτόπτης μάρτυρας τοῦ ἑξῆς περιστατικοῦ, ποὺ δείχνει ὅτι μὲ τὸ πολὺ δύσκολο διακόνιμα τῆς φροντίδας ἡλικιωμένων, ἡ Εἰρήνη εἶχε ἑλκύσει τὴ Θεία Χάρη καὶ Εὐλογία: καθὼς ἡ λεπτοκαμωμένη Εἰρήνη στήριζε μὲ πολὺ κόπο μία ἀπὸ τὶς γριοῦλες, προκείμενου νὰ τὴν ὁδηγήσει στὸ Καθολικὸ γιὰ τὴν Ἀκολουθία, ἡ ἡγουμένη Ἄννα, ποὺ ἦταν πίσω τους, εἶδε ἕνα λαμπερὸ φωτοστέφανο στὸ κεφάλι τῆς Εἰρήνης.

Μέσα στὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Χρυσοβαλάντου, ἡ Εἰρήνη ἄσκησε καὶ ἀνέπτυξε σὲ ὑπέρμετρο βαθμὸ τὴν ἀρετὴ ποὺ τὴν ἀκολουθοῦσε σὲ ὅλη της τὴ ζωή, τόσο ὡς κοσμικὴ ὅσο καὶ ὡς μοναχή: τὴν ἀρετὴ τῆς ταπείνωσης. Ποτὲ ἡ μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες πατρικία Εἰρήνη δὲν μίλησε στὶς ἄλλες μοναχὲς γιὰ τὴν πανίσχυρη οἰκογένειά της, τὶς νίκες τοῦ στρατηγοῦ πατέρα της, τοὺς τίτλους εὐγενείας ποὺ ἔφερε, τοὺς δεσμούς της μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια. Ὅλα αὐτὰ τὰ θεωροῦσε μάταια καὶ ἀσήμαντα μπροστὰ στὴν Οὐράνια Βασιλεία. Μὰ ποτὲ δὲν καυχήθηκε καὶ γιὰ τὰ πολλὰ φυσικά της χαρίσματα, τὴ μεγάλη της ὀμορφιά, τὴν εὐφυΐα της, τὴν ἰσχυρὴ θέληση, τὴ μόρφωσή της. Ἀποτελοῦσε βαθύτατα ριζωμένη πεποίθηση τῆς Εἰρήνης ὅτι τὰ ἐπίκτητα ἀγαθὰ ἦταν ἀνάξια, ἐνῶ τὰ φυσικὰ ἦταν δῶρα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνάλογες δωρεὲς δίνει στὸ κάθε πλάσμα Του, γι᾿ αὐτὸ ἡ δόκιμη μοναχὴ πίστευε ἀκράδαντα ὅτι δὲν εἶχε κανένα λόγο νὰ ὑπερηφανεύεται.

Μὲ αὐτὲς τὶς ἀπόψεις της, ἡ Εἰρήνη ἐπιδείκνυε ἀπόλυτη ὑπακοὴ ὄχι μόνο στὴν Ἡγουμένη Ἄννα, ἀλλὰ καὶ τὶς ἄλλες ἀδερφές, τόσο τὶς μεγαλύτερες ὅσο καὶ αὐτὲς ποὺ ἦταν νεώτερες ἀπὸ ἐκείνη στὴν ἡλικία. Ἡ Ἄννα, ἔχοντας ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ διακρίνει τὴ μεγάλη ἀρετὴ τῆς Εἰρήνης, συχνὰ τὴν ἐπέπληττε μὲ αὐστηρὸ τρόπο μπροστὰ σὲ ὅλη τὴν ἀδελφότητα, ὥστε ὅλες οἱ μοναχὲς νὰ διδάσκονται στὴν ἀρετὴ τῆς ταπείνωσης. Ὅμως, ἡ νέα δεχόταν τὶς ἐπιπλήξεις ἀπὸ τὴν Ἡγουμένη καὶ ἀπὸ ἄλλες μοναχὲς χωρὶς κανένα παράπονο καὶ μάλιστα προσπαθοῦσε νὰ τὶς ἀνταποδίδει μὲ προσωπικὲς ἐκδουλεύσεις. Ἔτσι, ἀσκοῦνταν στὴν ἄλλη μεγάλη ἀρετή, τῆς ἀγάπης.

Κάθε βράδυ, γονάτιζε μπροστὰ στὴν Ἡγουμένη της καὶ δακρυσμένη ὁμολογοῦσε ὅλες τὶς σκέψεις, τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς πράξεις τῆς ἡμέρας, ποὺ θεωροῦσε ἀτελεῖς. Μὲ τὸν καθημερινὸ αὐτοέλεγχο ἐλάφρυνε τὴ συνείδησή της καὶ πλησίαζε τὴν πνευματικὴ τελειότητα. Ἦρθε κάποια στιγμὴ ὅμως ποὺ δοκίμασε δυνατὸ πόλεμο ἀπὸ τὸν ἐχθρό του καλοῦ: Στὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὴν πρώτη ποὺ ζοῦσε ἐντὸς τῆς μονῆς ὡς ὑποψήφια μοναχή, θέλοντας νὰ μιμηθεῖ τὶς ἀδελφὲς τῆς μοναχές, ἡ Εἰρήνη πῆρε εὐλογία ἀπὸ τὴν Ἡγουμένη νὰ ἐπιδοθεῖ σὲ αὐστηρὴ ἄσκηση: ἔτρωγε μόνο μιὰ φορὰ τὴν ἡμέρα ὠμὰ λάχανα καὶ κοιμόταν ἐλάχιστα καθισμένη σὲ ἕνα σκαμνί, χωρὶς νὰ πλαγιάζει στὸ ταπεινό της στρῶμα. Ἀμέσως, ἡ σάρκα τῆς ἄπειρης ἀκόμη σὲ τόσο αὐστηρὴ ἄσκηση δόκιμης ἐπαναστάτησε: στὸ μυαλὸ τῆς Εἰρήνης ἀδιάκοπα ἐρχόντουσαν ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸ πρόσφατο παρελθόν: τὴν πολυτέλεια ποὺ ἄφησε πίσω της, τὴν καλοπέραση, τὶς μεγάλες τιμὲς ποὺ ἀπολάμβανε. Ὅμως, δὲν ἐπέτρεψε στὸν πειρασμὸ νὰ τὴν βγάλει ἀπὸ τὸ δρόμο της. Χωρὶς ἡ ντροπὴ νὰ σταθεῖ ἐμπόδιο, ἡ Εἰρήνη ἀμέσως μίλησε στὴν Ἡγουμένη. Ἔμπειρη ἡ ὁσιωτάτη Ἄννα ἐλάφρυνε τὴν ἄσκηση τῆς νέας, γνωρίζοντας ὅτι ἡ ὑπερβολικὴ ἄσκηση, καθὼς καὶ ἡ ὑπερβολικὴ τρυφή, ἐγείρει τὶς ἄλογες ἐπιθυμίες τῆς σάρκας. Ἔτσι, ἡ Εἰρήνη ξεπέρασε αὐτὴ τὴ δύσκολη δοκιμασία μὲ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῆς προεστώσας της καὶ τὸ πανίσχυρο ὅπλο ποὺ τὴν συνόδευε σὲ ὅλη της τὴ ζωή: τὴν προσευχή.

Στὸ τέλος τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἡ πνευματικὴ διοίκηση τῆς μονῆς Χρυσοβαλάντου, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ της, ἔλαβε τὴ σημαντικὴ ἀπόφαση νὰ προβιβάσει τὴν Εἰρήνη στὴν τάξη τῶν μοναχῶν. Ἡ προεστώσα συνέστησε ὁλοπρόθυμα τὴ νεαρὴ δόκιμη, τὴν ὁποία κρυφὰ καμάρωνε καὶ στὴν ὁποία ἤδη διέκρινε τὴν ὑπεράξια διάδοχό της. Οἱ ὑπόλοιπες μοναχὲς μὲ πολὺ χαρὰ δέχτηκαν τὴν εἴδηση, ἐνῶ ἡ ἴδια ἡ Εἰρήνη κατέφυγε στὴν προσευχή, νιώθοντας βαρύτατη εὐθύνη γιὰ τὶς ἱερὲς ὑποσχέσεις ποὺ καλοῦνταν νὰ δώσει ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ἀνησυχοῦσε πολὺ μήπως φανεῖ ἀνάξια τῶν ὑποσχέσεών της, καθὼς θεωροῦσε τὸν ἑαυτό της ἀπροετοίμαστο νὰ ἐπωμιστεῖ ἀπὸ τόσο νωρὶς αὐτὴ τὴν ἐξαιρετικὴ χάρη, ποὺ ὅμως συνεπαγόταν καὶ μεγάλο φορτίο. Πειθάρχησε ὅμως ὅπως πάντα στὶς ἐπιθυμίες τῶν ἀνωτέρων της, ἐλπίζοντας στὴ χάρη τῆς προσευχῆς καὶ στὴν καθοδήγηση τῶν πνευματικῶν της. Ὑπῆρχε ἀκόμη ἕνας λόγος ποὺ ὤθησε τὴν Εἰρήνη νὰ μὴ προβάλλει ἀντιρρήσεις, ὅσο ἀνέτοιμη κι ἂν αἰσθανόταν: ὁ πατέρας της τῆς εἶχε μηνύσει ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ φύγει γιὰ πάντα ἀπὸ τὴν Πόλη, ὅμως θὰ ἤθελε νὰ παρευρεθεῖ στὴν τελετὴ κουρᾶς τῆς κόρης του. Ἡ Εἰρήνη θεωροῦσε καθῆκον της νὰ σεβαστεῖ τὴν ἐπιθυμία τοῦ πατέρα της, ἂν αὐτὴ γλύκαινε τὴ στενοχώρια του γιὰ τὸ ἀποχωρισμὸ τῆς ἀγαπημένης θυγατέρας του. Ἔτσι, ἡ τελετὴ ὁρίστηκε γιὰ τὴν Τρίτη του Πάσχα.

Τὴν παραμονὴ ἡ ἀδελφότητα τέλεσε ἱερὴ ἀγρυπνία στὸ Καθολικὸ τῶν Ἀρχαγγέλων ἔχοντας ἀνάμεσά τους τὴ νύμφη τοῦ Χριστοῦ. Ὅλες οἱ μοναχὲς προσευχόντουσαν θερμά, ὥστε ἡ νέα μοναχὴ νὰ λάβει τὴ χάρη νὰ εὐαρεστήσει τὸ Νυμφίο της. Ἡ ἴδια ἡ Εἰρήνη σωματικὰ μόνο βρισκόταν στὴ γῆ· πνευματικὰ εἶχε φτάσει τὸ θρόνο τοῦ Κυρίου καὶ ἐκεῖ μπροστὰ προσευχόταν μὲ θεία ἔξαρση. Ἔβλεπε τὸν Κύριο μπροστά της καὶ Τοῦ πρόσφερε τὴν καρδιά της πλημμυρισμένη ἀπὸ θεῖο Ἔρωτα. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ νύχτα καὶ ὡς τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς της, ἡ Εἰρήνη αἰσθανόταν βαθύτατα τὴν ἕνωση μὲ τὸ Χριστὸ καὶ μποροῦσε νὰ ψιθυρίζει τὰ λόγια του ἀποστόλου Παύλου, ποὺ τώρα κατανοοῦσε πλήρως τὸ νόημά τους: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».

Ἡ τελετὴ τῆς κουρᾶς διεξήχθη στὸ ἐξωτερικὸ παρεκκλήσι τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, ὅπως συνέβαινε πάντα, ὅταν παρευρίσκονταν ἄρρενες συγγενεῖς τῶν ἀδελφῶν, καθὼς στὴ μονὴ δὲν ἐπιτρεπόταν εἴσοδος τῶν ἀνδρῶν. Ἐκεῖ παρευρέθηκαν ὁ πατρίκιος Φιλάρετος, ὁ στρατηγὸς Νικηφόρος, ἡ Καλλινίκη καὶ ὁ Καίσαρας Βάρδας, ἡ Αὐγούστα Θεοδώρα καὶ ἡ πριγκίπισσα Θέκλα. Ἀφοῦ ὅλοι πῆραν τὶς θέσεις τους, δυὸ ἀδελφὲς ὁδήγησαν στὸ ναὸ τὴ νύμφη: ἡ Εἰρήνη ἦταν ντυμένη μὲ ἕναν κατάλευκο χιτώνα καὶ εἶχε ξέπλεκα τὰ κατάξανθα μακριὰ μαλλιά της. Ἡ περιλάλητη ὀμορφιά της, ἀντὶ νὰ τὴν ἐγκαταλείψει ἔπειτα ἀπὸ τόση ἄσκηση, νηστεία καὶ κοπιαστικὲς ἐργασίες, εἶχε ἀποκτήσει κάτι τὸ αἰθέριο καὶ ὑπερκόσμιο καὶ αὐτὸ δὲν ἔλαθε τῆς προσοχῆς κανενὸς ἀπὸ τοὺς καλεσμένους.

Μὲ πολὺ μεγάλη συγκίνηση καὶ βεβαιότητα ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις τοῦ πνευματικοῦ της καὶ ἔδωσε ἱερὴ ὑπόσχεση νὰ τηρήσει μέχρι θανάτου τὶς τρεῖς ἀρετές: ἁγνότητα, ἀκτημοσύνη, ὑπακοή. Στὴ συνέχεια, μὲ σταθερὸ χέρι πῆρε τὸ ψαλίδι πάνω ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ πρόσφερε στὸν ἱερέα, ὁ ὁποῖος τῆς ἔκοψε τὰ ὑπέροχα μαλλιά της καὶ ντύθηκε τὸ τραχὺ τρίχινο ράσο, τὸ σύνηθες ἔνδυμα τῶν μοναχῶν ἐκείνων τῶν χρόνων. Τὸ ράσο αὐτὸ δὲν τὸ ἔβγαζε ποτὲ ἀπὸ πάνω της, οὔτε γιὰ νὰ τὸ πλύνει. Μόνο στὴ γιορτὴ τοῦ Πάσχα φοροῦσε ἕνα καινούργιο καὶ τὸ παλιὸ τὸ ἔδινε σὲ κάποιον φτωχὸ περαστικό. Ὅμως, τὸ παλιὸ αὐτὸ ράσο ἔλαμπε ἀπὸ καθαριότητα καὶ ἀνάβλυζε μία γλυκιὰ εὐωδιά. Γι᾿ αὐτὸ οἱ ἀδελφὲς ποὺ τὸ εἶχαν συνειδητοποιήσει, κρυφὰ κράταγαν τὸ ράσο τῆς ἀδελφῆς καὶ ἀργότερα ἡγουμένης τους, τὸ ἔσκιζαν καὶ μοιραζόντουσαν τὰ κομμάτια του. Μετὰ τὸ θάνατο τῆς ἁγίας Εἰρήνης, ἔβαζαν τὰ κομμάτια τοῦ ράσου της πάνω σὲ ἀρρώστους καὶ θαυματουργικὰ ἐκεῖνοι θεραπευόντουσαν.

Ἀφοῦ ὁλοκληρώθηκε ἡ τελετὴ τῆς κουρᾶς καὶ ἡ Εἰρήνη ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα, ἄρχισε ἡ θεία λειτουργία καὶ στὸ τέλος κοινώνησαν οἱ ἀδελφὲς καὶ ὅλοι οἱ καλεσμένοι. Μετὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς κατανυκτικὲς στιγμές, ὁ στρατηγὸς Φιλάρετος, ὁ ὁποῖος ἀκόμη δὲν εἶχε συμφιλιωθεῖ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἡ κόρη του εἶχε εἰσέλθει στὶς τάξεις τῶν μοναχῶν καὶ ἡ μεγάλη του στενοχώρια τὸν εἶχε φανερὰ καταβάλει, κάτι ποὺ δὲ διέφυγε ἀπὸ τὴν προσοχὴ τῆς Εἰρήνης, ἡ ὁποία πάντα νοιαζόταν τὴν οἰκογένειά της καὶ προσευχόταν καθημερινὰ γιὰ τὰ ἀγαπημένα τῆς πρόσωπα, ἀποχαιρέτησε ὁριστικὰ τὶς κόρες του, ὑπέβαλε τὴν παραίτησή του στὸν αὐτοκράτορα καὶ ἐγκαταστάθηκε γιὰ πάντα στὴν Καισαρεία. Ἐκεῖ, ἔζησε σὰν ἐρημίτης ἀσχολούμενος μὲ τὴν κηπουρικὴ καὶ μὲ τὶς θρησκευτικὲς μελέτες. Πέθανε ὁλομόναχος ὕστερα ἀπὸ λίγα χρόνια καὶ θεωρώντας τὶς κόρες του ἐξασφαλισμένες, κάθε μιὰ βέβαια μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἄφησε τὴν τεράστια περιουσία του σὲ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα τῆς γενέτειράς του.

Ὡς μοναχὴ ἡ Εἰρήνη, ἀφοσιώθηκε ὁλόψυχα στὸ Θεὸ καὶ συνέχιζε τὶς μεγάλες καὶ ἀδιαμφισβήτητες πνευματικὲς προόδους. Βέβαια, κανεὶς δὲ θὰ πρέπει νὰ πιστέψει ὅτι αὐτὴ ἡ πορεία πρὸς τὴ θέωση καὶ τὴν τελείωση ἦταν γιὰ τὴν Εἰρήνη μία ἀνώδυνη καὶ ξεκούραστη πορεία. Ὁ πόνος χάραζε στὴν ψυχήὴ της τὸ ἔργο τῆς ἁγιότητας. Οἱ θλίψεις ποὺ τὴν καταλάμβαναν προέρχονταν τόσο ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο μοναχικὸ ἀγώνα της ὅσο καὶ ἀπὸ ζητήματα κοσμικά.

Ἔπρεπε νὰ παλεύει μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα ποὺ τὴν ἔβαζαν σὲ πειρασμούς, συχνὰ σκέπαζε τὴν καρδιά της ψυχικὴ ξηρασία, μὲ τὴν ὁποία ὁ Κύριος φρόντιζε νὰ καλύπτει τὴν ὁλόθερμη ἀγάπη τῆς δούλης Του πρὸς τὸ πρόσωπό Του, γιὰ νὰ μὴν περιπέσει ἡ ἄπειρη μοναχὴ στὸ ἁμάρτημα τῆς ὑπερηφάνειας.

Ἐπιπλέον, ὁ θάνατος τοῦ πατέρα της καταλύπησε τὴν εὐαίσθητη Εἰρήνη, καθὼς ὁ στρατηγὸς Φιλάρετος πέθανε ὁλομόναχος, μακριὰ ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαπημένα του πρόσωπα (θυμίζουμε ὅτι ἡ θεία τῆς Εἰρήνης, πατρικία Σοφία, εἶχε ἀποσυρθεῖ στὸν παρθενώνα τῆς Ὑπαπαντῆς). Ἀκόμη, τὴν ἔθλιβαν τὰ προβλήματα ποὺ ἀντιμετώπιζε ἡ ἀδερφή της ἡ Καλλινίκη στὴν οἰκογενειακή της ζωή. Πολλὲς φορές, κουρασμένη ἡ πατρικία ἀπὸ τὴ ζωὴ στὰ ἀνάκτορα ἐρχόταν στὸ μοναστήρι, ὅπου μόναζε ἡ ἀδερφή της, νὰ βρεῖ ψυχικὴ ἀνάπαυση καὶ παρηγοριά· καὶ βέβαια, δὲ διέφευγε τῆς προσοχῆς τῆς Εἰρήνης ὅτι ἡ Καλλινίκη, πάντα πανέμορφη καὶ ὑπέρκομψη, εἶχε μόνιμη θλίψη στὰ μάτια της καὶ εἶχε χάσει γιὰ πάντα τὴν ἀνεμελιὰ τῆς εὐτυχισμένης κοπέλας.

Σὲ ὅλα αὐτά, ἦλθε νὰ προστεθεῖ ἡ πολύχρονη καὶ βασανιστικὴ ἀρρώστια τῆς πριγκίπισσας Θέκλας (προσβλήθηκε ἀπὸ γενικὴ παράλυση). Ἡ Εἰρήνη φλεγόταν ἀπὸ ἐπιθυμία νὰ βρίσκεται στὸ πλευρὸ τῆς ἀγαπημένης τῆς φίλης, νὰ τῆς προσφέρει παρηγοριὰ καὶ νὰ προσεύχονται μαζί. Ὅμως, σεβόμενη τοὺς κανόνες τοῦ μοναστηριοῦ, δὲ ζήτησε ἄδεια νὰ φύγει γιὰ λίγο καιρό, ἂν καὶ ἦταν βέβαιη ὅτι ἡ Ἡγουμένη θὰ προέβαινε σὲ κάποια ἐξαίρεση γιὰ χάρη τῆς πριγκίπισσας.. Γιὰ τὴν Εἰρήνη, ἡ σιωπὴ ποὺ τήρησε στὸ θέμα αὐτὸ ἦταν μία μεγάλη θυσία, τὴν ὁποία μόνο ὁ Θεὸς ἤξερε· σὲ πολλοὺς ἄφησε τὴν ἀλγεινὴ ἐντύπωση ὅτι ἀδιαφόρησε γιὰ τὴν ἀγαπημένη της φίλη.

Τὸν καιρὸ ποὺ συνέβαιναν ὅλα αὐτὰ τὰ περιστατικά, ἡ ὁσιοτάτη Ἄννα, σὲ πολὺ βαθιὰ γεράματα καὶ ἔχοντας ἀγωνιστεῖ «τὸν ἀγώνα τὸν καλόν», κατέπεσε στὸ κρεβάτι. Στὶς τελευταῖες αὐτὲς στιγμές της, ἀνέλαβε νὰ τῆς συμπαρασταθεῖ ἡ Εἰρήνη, ἡ ὁποία ἐπιτελοῦσε τὸ διακόνημα αὐτὸ μὲ ἐξαιρετικὴ εὐαισθησία. Μιὰ μέρα, πολὺ κοντὰ πιὰ στὸ τέλος, ἡ Ἡγουμένη διέταξε τὴν Εἰρήνη νὰ ἀναπαυθεῖ, διότι ξαγρυπνοῦσε διαρκῶς στὸ πλευρό της. Τότε συγκέντρωσε τὴν ὑπόλοιπη ἀδελφότητα καὶ ἀφοῦ τὴν παρηγόρησε γιὰ τὴν ἐπικείμενη κοίμηση τῆς πνευματικῆς της μητέρας, ὑπέδειξε στὶς μοναχὲς ὡς νέα Ἡγουμένη τῆς μονῆς Χρυσοβαλάντου τὴν Εἰρήνη (τότε ἡ Εἰρήνη συμπλήρωνε ἕξι χρόνια μοναχικοῦ βίου καὶ πρέπει νὰ ἦταν περίπου 21 χρονῶν). Ὅλες βρέθηκαν σύμφωνες καὶ μὲ μεγάλη χαρὰ ὑπάκουσαν στὴν τελευταία εὐχὴ τῆς ἀγαπημένης τοὺς Ἡγουμένης. Ὅμως, δὲν ἀποκάλυψαν στὴν Εἰρήνη τὴ νέα της ἀποστολή, καθὼς γνώριζαν τὴ γνήσια καὶ ἀνυπόκριτη ταπεινοφροσύνη της καὶ φοβήθηκαν ὅτι μπορεῖ νὰ ἔφευγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ μοναστήρι.

Ἡ ὁσιακὴ κοίμηση τῆς Ἡγουμένης Ἄννας συγκέντρωσε στὴ μονὴ σύσσωμη τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἦταν πολὺ ἀγαπητή. Μετὰ τὴν κήδευσή της καὶ ἀφοῦ ἀποδόθηκαν ὅλες οἱ πρέπουσες τιμές, ὁ Πατριάρχης Μεθόδιος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος χοροστάτησε στὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία καὶ ἐκφώνησε ἐγκωμιαστικὸ λόγο πρὸς τὴ μακαριστὴ Ἄννα, συγκέντρωσε στὸ Καθολικό της μονῆς τὴν ἀδελφότητα, προκειμένου νὰ ἐπιλέξουν τὴ νέα τους πνευματικὴ μητέρα. Ἡ μόνη ποὺ δὲν παρευρέθηκε στὴ σύναξη ἦταν ἡ Εἰρήνη. Ἐξακολουθοῦσε νὰ ἀγνοεῖ τὴν τελευταία ἐντολὴ τῆς Ἡγουμένης της καὶ ἕτοιμη νὰ ὑπακούσει στὴ θέληση τῆς ὑπόλοιπης ἀδελφότητας θεώρησε περιττὸ νὰ πάρει μέρος στὴν ἐκλογή. Ἔτσι, παρέμεινε προσευχόμενη στὸν τάφο τῆς ὁσιοτάτης Ἄννας. Ὅταν οἱ ὑπόλοιπες ἀδελφὲς τὴν ἐντόπισαν χρειάστηκε νὰ μεταχειριστοῦν βία γιὰ νὰ τὴν μετακινήσουν καὶ νὰ τὴν φέρουν στὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Ἀρχαγγέλων.

Τότε, ὁ ὅσιος Μεθόδιος, ἀφοῦ προσευχήθηκε ἀπὸ τὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο γιὰ τὶς μοναχές, τὶς ρώτησε ποιὰ προτείνουν γιὰ προεστώσα. Οἱ μοναχές, γνωρίζοντας τὸ προορατικὸ χάρισμα τοῦ Πατριάρχη, ζήτησαν νὰ ὑποδείξει ἐκεῖνος ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη νὰ ἐπωμιστεῖ τὴ βαριὰ εὐθύνη τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης τοῦ κοινοβίου. Ὁ ἅγιος Μεθόδιος τότε ἀπάντησε πὼς γνωρίζει τόσο τὴν ἐπιθυμία τῆς μακαριστῆς Ἡγουμένης ὅσο καὶ τῶν ὑπολοίπων μοναζουσῶν καὶ ὑπέδειξε τὴν Εἰρήνη. Ἡ ἀδελφότητα δόξασε τὸν Κύριο, ὅταν ἄκουσε τὰ λόγια του Πατριάρχη, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος χειροτόνησε τὴν Εἰρήνη Διακόνισσα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀνακήρυξε Ἡγουμένη τῆς Μονῆς Χρυσοβαλάντου.

Ἡ Εἰρήνη, ἀντιλαμβανόμενη πάντα τὴ σοβαρότητα τῶν περιστάσεων καὶ τὶς εὐθύνες ποὺ αὐτὲς προκαλοῦσαν, ἔκλαιγε μὲ πικρὰ δάκρυα, θεωρώντας τὸν ἑαυτό της ἀνάξιο γιὰ μία τόσο μεγάλη θέση. Μοναδικό της ὅπλο ἦταν ἡ προσευχὴ καὶ ὅταν ἔμεινε μόνη στὸ Καθολικὸ ἀναδύθηκε σὲ ὁλόθερμη καὶ κατανυκτικὴ προσευχὴ ζητώντας δύναμη καὶ βοήθεια ἀπὸ τὸ Δεσπότη Χριστό. Συναισθανόταν τὸ φορτίο νὰ καθοδηγήσει στὴ σωτηρία τόσες ψυχὲς γιὰ τὶς ὁποῖες σταυρώθηκε ὁ Κύριος της καὶ πίστευε ὅτι μεγάλη τιμωρία τὴν περίμενε, ἂν ἄφηνε νὰ χαθεῖ ἔστω καὶ μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς ψυχές. Ἀποφάσισε ὅτι ἔπρεπε νὰ πολλαπλασιάσει τὶς νηστεῖες καὶ τὶς προσευχές, μήπως ὁ Κύριος τὴν ἐλεήσει καὶ τὴ βοηθήσει στὸ δύσκολο ἔργο της. Οἱ μοναχές, γνωρίζοντας τὰ χαρίσματά της καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη της, προσπαθοῦσαν νὰ τὴν παρηγορήσουν καὶ τῆς ὑποσχέθηκαν ὅτι πάντοτε θὰ τὴν ὑπακούουν, ὥστε νὰ ἐλαφρύνουν τὸ βάρος. Ἡ ἁγιοσύνη τῆς Εἰρήνης καὶ ἡ πραγματικὴ ὑποταγὴ τῆς ἀδελφότητας στὴν ὑπεράξια πνευματική τους μητέρα ἕλκυσαν τὴ Θεία Χάρη καὶ πλῆθος θαυμάτων ἔλαβαν χώρα στὸ εὐλογημένο κοινόβιο, καθὼς θὰ δοῦμε παρακάτω.

Ἔτσι, ἕξι χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν ἄφιξή της στὴν Πόλη, πραγματώθηκε ἡ προφητεία τοῦ ὁσίου Ἰωαννίκιου καὶ ἡ Εἰρήνη ποίμαινε τὶς παρθένες της μονῆς Χρυσοβαλάντου. Μάλιστα, ἐπειδὴ ἡ νέα Ἡγουμένη ἦταν πολὺ νέα σὲ ἡλικία, μὲ διάθεση γιὰ δημιουργικότητα καὶ ἐργασία καὶ προπάντων ἀνώτερη σὲ ἁγιότητα ἀπὸ τὴν προηγούμενη, κατόρθωσε καὶ ἀναβάθμισε τὴν πνευματικὴ στάθμη τῆς μονῆς δίνοντας καινούργια πνοὴ στοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες τῆς ἀδελφότητας, στοὺς ὁποίους εὐνόητο εἶναι ὅτι πρωτοστατοῦσε. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία τῆς ἱερᾶς μονῆς, οἱ μοναχὲς ἦταν τριάντα. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Εἰρήνης, ἡ φήμη της γιὰ τὰ θαύματά της καὶ τὶς ἀρετὲς τῆς προσέλκυσε στὸ ἀγγελικὸ σχῆμα πολλὲς νέες καὶ ἔτσι ἡ ἀδελφότητα ἀριθμοῦσε πάνω ἀπὸ 100 μέλη.

Δίδασκε καθημερινὰ τὶς μοναχὲς πάνω σὲ θεολογικὰ θέματα καὶ ἡ διδασκαλία της εἶχε βάθος καὶ νόημα χάρη στὶς πλούσιες Γραφικές της γνώσεις. Εὐγενὴς καὶ λεπτὴ στοὺς τρόπους της, ἤρεμη καὶ ἐπιεικὴς μὲ ἰσχυρὴ θέληση καὶ προσωπικότητα, προικισμένη μὲ φωτισμένη διάκριση ποὺ τῆς ἐπέτρεπε νὰ τιμωρεῖ δίκαια καὶ νὰ συγχωρεῖ μεγαλόψυχα, ἀγαποῦσε ἀνεξαιρέτως ὅλες τὶς ἀδελφὲς τῆς ἱερῆς κοινότητας, χωρὶς νὰ ἀφήνει τὸν ἑαυτό της νὰ παρασυρθεῖ ἀπὸ τὰ προσωπικὰ μειονεκτήματα καὶ τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀναπόφευκτα προκαλοῦνται σὲ ἕνα κοινόβιο. Ὅλα αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα τῆς Εἰρήνης δημιούργησαν στὸ μοναστήρι ἀτμόσφαιρα ἀγάπης καὶ καλοσύνης, ἡ ὁποία ὠφελοῦσε τὶς ἀδελφὲς καὶ τοὺς κοσμικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπισκέπτονταν τὴ μονὴ καὶ τὴν ἀνέδειξαν σὲ ἰδανικὴ πνευματικὴ Μητέρα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει νὰ παρουσιάσει πολλὲς πνευματικὲς Μητέρες, ὅμως ἡ ὁσία Εἰρήνη, ἡγουμένη τῆς Μονῆς Χρυσοβαλάντου, προβάλλεται ὡς τὸ κορυφαῖο πρότυπο γιὰ ὅσες (καὶ ὅσους) ἀναλαμβάνουν νὰ ὁδηγήσουν ψυχὲς στὸ δρόμο τοῦ Κυρίου.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καθημερινὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ ὁσία ἔδινε πολλὴ μεγάλη σημασία στὴν ἐξομολόγηση, καθὼς ξεκουράζει τὶς συνειδήσεις καὶ τὶς ἐξαγνίσει ἀπὸ τὰ πάθη. Κάθε πρωὶ προσκαλοῦσε τὶς ἀδελφὲς στὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Ἀρχαγγέλων, τὶς ἐξομολογοῦσε καὶ μὲ τὶς συμβουλὲς τῆς τὶς ὁδηγοῦσε πίσω στὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ. Πολλὲς φορὲς πήγαιναν καὶ λαϊκοὶ νὰ τὴν ἐπισκεφθοῦν καὶ νὰ ἀναπαύσουν τὶς ψυχές τους μὲ τὴ σοφὴ καθοδήγησή της. Ἡ Εἰρήνη εἶδε τόση καρποφορία τῶν ψυχῶν χάριν στὴν ἐξομολόγηση, ποὺ τόλμησε νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν Κύριο τὸ διορατικὸ χάρισμα, γιὰ νὰ γνωρίζει τί κρύβει ὁ ἐξομολογούμενος στὴν καρδιά του καὶ ἔτσι εὐκολότερα νὰ τὸν καθοδηγεῖ στὴν αὐτογνωσία.

Ὁ Κύριος γνωρίζοντας τὴν ἀγαθὴ προαίρεση τῆς καρδιᾶς της καὶ πὼς ὅ,τι ζητοῦσε ἡ πιστή Του δούλη ἦταν γιὰ ὄφελος τῶν ἄλλων τὴν ἀξίωσε ὄχι μόνο διορατικοῦ χαρίσματος ἀλλὰ καὶ προορατικοῦ, νὰ προλέγει δηλαδὴ τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν. Ἕνα πρωὶ λοιπόν, ὅταν ἡ Εἰρήνη ἔμπαινε στὸ ναὸ γιὰ νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ ἀρχίσει τὸ σωτήριο ἔργο της, βλέπει μπροστά της ἕναν ἄγγελο καὶ τὸν ἀκούει νὰ τῆς ἀπευθύνει τὸν ἑξῆς χαιρετισμό: «Χαῖρε δούλη τοῦ Ὑψίστου, Εἰρήνη. Ἐκεῖνος μ᾿ ἔστειλε νὰ σὲ διακονῶ χάρις ἐκείνων ποὺ μέλλουν διὰ μέσου ἐσοῦ νὰ σωθοῦν. Ἔχω διαταγή, σύμφωνα μὲ τὴν αἴτησή σου, νὰ βρίσκομαι πάντα πλησίον σου καὶ νὰ σοῦ ἀποκαλύπτω τὰ μυστικὰ ποὺ κρύβουν οἱ ἀνθρώπινες καρδιές». Ἡ Εἰρήνη δὲν ταράχθηκε οὔτε φοβήθηκε ἀπὸ τὴ θεία ὀπτασία. Γονάτισε καὶ μὲ εὐλάβεια ἀσπάστηκε τὸ σημεῖο, ὅπου πάτησε ὁ ἄγγελος καὶ μὲ πολὺ μεγάλη συγκίνηση εὐχαρίστησε τὸν Κύριό της γιὰ τὴν ἐξαιρετικὴ αὐτὴ χάρη. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ ἄγγελος ἦταν πάντα πλάι της καὶ τῆς φανέρωνε μύχιες σκέψεις τῶν ἀνθρώπων ποὺ κατέφευγαν στὴ συμβουλή της. Μάλιστα, μὲ τόση λεπτότητα διόρθωνε τὰ σφάλματα καὶ συμβούλευε, ποὺ ὅλοι, μοναχὲς καὶ λαϊκοί, ἀπὸ ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις τῆς Πόλης, τὴν ἀποζητοῦσαν διακαῶς, ὥστε νὰ διδαχθοῦν καὶ νὰ διορθωθοῦν.

Ὅλα τὰ ἐξαιρετικὰ χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ οὐράνιος Πατέρας στόλισε ἐκ γεννησιμιοῦ τὴ δούλη Του, ὅσα τῆς χάρισε στὴ συνέχεια χάρη στὴ συνεχῆ ἄσκηση καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου της, προπάντων ἡ ἐπιστροφὴ στὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ τόσων ψυχῶν κίνησαν κατὰ τῆς Εἰρήνης τὸ μίσος καὶ τὸν πόλεμο τοῦ μισόκαλλου διαβόλου. Σκοπός του ἦταν νὰ τὴν ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴν προσευχή, γι᾿ αὐτὸ τὰ βράδια, ὅταν ἡ Εἰρήνη γονυπετὴς στὸ κελί της προσευχόταν μὲ κατάνυξη, δημιουργοῦσε τρομερὸ θόρυβο, σὰν νὰ γκρεμιζόταν συθέμελα τὸ οἰκοδόμημα. Ἄλλοτε πάλι ἐμφανιζόταν μπροστά της σὲ ἀνατριχιαστικὰ ὁράματα καὶ τῆς ἔλεγε: «Εἰρήνη ξύλινη, ποὺ σὲ βαστοῦν ξύλινα ποδάρια, ὡς πότε θὰ μὲ βασανίζεις μὲ τὶς προσευχές σου»; Ὅμως, ἡ Εἰρήνη δὲν ἦταν πιὰ ἄπειρη στὶς ἐπιθέσεις τοῦ Πονηροῦ, ὅπως τὸν πρῶτο καιρὸ ποὺ εἰσῆλθε στὶς τάξεις τῶν μοναζουσῶν καὶ τὴν βασάνιζε μὲ τὶς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν πολυτέλεια καὶ τὶς κοινωνικὲς τιμὲς τοῦ παρελθόντος. Τώρα τὸν περιφρονοῦσε ὡς ἀνάξιο ὁποιασδήποτε προσοχῆς καὶ ὅσο ἰσχυρότερες ἦταν οἱ ἐπιθέσεις τοῦ Διαβόλου, τόσο πιὸ πολὺ δινόταν σὲ ὁλόθερμη προσευχή.

Μιὰ νύχτα, ἡ ὁσία Μητέρα προσευχόταν στὸ κελί της γονατισμένη καὶ μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια. Ὁ Διάβολος, ἀνήμπορος νὰ τὴν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴ θεία ἔξαρση στὴν ὁποία ὁλοκληρωτικὰ εἶχε παραδοθεῖ, πῆρε φωτιὰ ἀπὸ τὴν καντήλα κι ἔκαψε τὴν καλύπτρα της. Σὲ λίγο, ἡ Εἰρήνη ἦταν μέσα στὴ φωτιά, ἡ ὁποία εἶχε κατακάψει τὰ ράσα της κι ἄρχιζε νὰ καίει καὶ τὶς σάρκες της. Ἡ ἴδια ὅμως παράμενε ξένη σὲ ὁτιδήποτε συνέβαινε γύρω της κι ἐξακολουθοῦσε τὴν προσευχή. Εἶναι σίγουρο πέραν πάσης ἀμφιβολίας ὅτι ἐκεῖνο τὸ βράδυ ἡ ὁσία θὰ καιγόταν ζωντανή, ἂν κάποια καλόγρια ποὺ ἀγρυπνοῦσε στὸ δικό της κελὶ δὲ μύριζε τὴν ὀσμὴ καμένου ὑφάσματος καὶ σάρκας. Ἔτρεξε τότε στὸ κελὶ τῆς Ἡγουμένης της καὶ ἔντρομη εἶδε τὴν Εἰρήνη νὰ προσεύχεται μέσα στὶς φλόγες. Μὲ ἀπεγνωσμένες προσπάθειες κατάφερε νὰ τὴν σβήσει καὶ κούνησε λίγο τὴν ὁσία γιὰ νὰ βεβαιωθεῖ ὅτι ἦταν ζωντανή. Τότε μόνο ἡ Εἰρήνη ἐπανῆλθε στὸν ἐπίγειο κόσμο καὶ κοιτώντας ἀπορημένη τὴν ἀδελφή της εἶπε σιγὰ-σιγὰ μὲ παράπονο: «Ὤ, νὰ ἤξερες, τέκνο μου πόσο μεγάλο κακὸ μοῦ προξένησες καὶ ἀπὸ πόσα ἀγαθὰ μὲ στέρησες! Δὲν πρέπει νὰ φρονοῦμε τὰ τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ τὰ τοῦ Θεοῦ. Ὡς αὐτὴ τὴ στιγμὴ παραστεκόταν ἐδῶ κοντά μου θεῖος Ἄγγελος πλέκοντάς μου στεφάνι ἀπὸ ὑπερκόσμια ἄνθη. Καθὼς ἅπλωσε τὸ χέρι του νὰ τὸ βάλει στὴν κεφαλή μου, ἦλθες ἐσὺ νὰ μὲ περιποιηθεῖς καὶ βλέποντας σὲ ἐκεῖνος ἔφυγε. Ὤ, πόση λύπη καὶ ζημία μοῦ ἔδωσες»!

Ἡ ἀδελφή, κλαίγοντας, ἀκούγοντας τὴν ἐκπληκτικὴ ἐκείνη μαρτυρία, περιποιήθηκε τὴν καταπληγωμένη πνευματική της Μητέρα, φροντίζοντας τὶς καμένες σάρκες της καὶ δίνοντάς της νὰ φορέσει ἕνα δικό της ράσο (καθὼς ἔχει προαναφερθεῖ, ἡ ὁσία Εἰρήνη ποτὲ δὲν ἀπόκτησε δεύτερο ράσο, οὔτε καὶ ὅταν χειροτονήθηκε Ἡγουμένη). Ἀπὸ τὸ τραυματισμένο σῶμα τῆς Εἰρήνης ἀναδινόταν μία μοναδικὴ εὐωδιά, τὴν ὁποία γιὰ μέρες αἰσθάνονταν οἱ ἀδελφὲς καὶ θαύμαζαν. Ἔτσι, ὁ διάβολος γιὰ ἄλλα μὰ φορᾶ νικήθηκε ἀπὸ τὴν Εἰρήνη. Ὅμως, δὲν ἄφησε ἥσυχο τὸ εὐλογημένο κοινόβιο καὶ προκαλοῦσε θλίψεις καὶ ἀνησυχίες στὴν ἁγία Ἡγουμένη του.

Περίπου ἕνα χρόνο πρὶν ἀπὸ τὸ περιστατικὸ αὐτό, εἶχε εἰσέλθει στὴν ἱερὰ μονὴ ἡ κόρη μιᾶς ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας ἀπὸ τὴν Καισαρεία. Ἡ Εἰρήνη μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ δέχτηκε τὴν κοπέλα στὸ ποίμνιό της, καθὼς ἦταν ἡ πρώτη συμπατριώτισσά της ποὺ εἰσερχόταν στὸ κοινόβιο, μετὰ τὶς δυὸ θεραπαινίδες της Φιλικητάτη καὶ Ἀρετή. Ἡ Θεοφανώ, ὅπως λεγόταν ἡ νεαρὴ ἀριστοκράτισσα, ἦταν ὀρφανὴ ἀπὸ γονεῖς καὶ οἱ συγγενεῖς της τὴν ἀρραβώνιασαν παρὰ τὴ θέλησή της μὲ κάποιο πλούσιο ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος ὅμως ἦταν σκληρὸς καὶ φερόταν στὴν ἀρραβωνιαστικιά του βάναυσα. Ἡ Θεοφανὼ ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα της, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴ βία τοῦ ἀρραβωνιαστικοῦ της καὶ τῶν συγγενῶν της καὶ ἔφτασε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου βρῆκε καταφύγιο στὴ μονὴ Χρυσοβαλάντου. Ἡ φήμη τῆς Ἡγουμένης Εἰρήνης εἶχε φτάσει ὡς τὴν Καισάρεια καὶ οἱ συμπατριῶτες της ἦταν πολὺ περήφανοι γι᾿ αὐτήν, ἴσως περισσότερο κι ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ τὴν ἀποχαιρετοῦσαν ὡς μέλλουσα αὐτοκράτειρά τους.

Ὅμως, ὁ ἀρραβωνιαστικὸς τῆς Θεοφανοῦς ὀργίστηκε ἀπὸ τὴ φυγὴ τῆς μνηστῆς του καὶ νιώθοντας πληγωμένο τὸν ἀνδρικό του ἐγωισμὸ ἄρχισε νὰ τὴν ψάχνει μὲ μανία. Πέρασαν μῆνες καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἐντοπίσει κάποιο ἴχνος της οὔτε κάποιον ποὺ θὰ γνώριζε νὰ τὸν πληροφορήσει γιὰ τὸ ποῦ θὰ μποροῦσε νὰ καταφύγει ἡ κοπέλα. Παρολαυτά, τὸ πάθος του καὶ ἡ ὀργή του δὲν κατευνάζονταν καὶ κατέφυγε σὲ ἕνα διάσημο μάγο τῆς Καισαρείας, προκειμένου νὰ τοῦ φέρει πίσω τὴ Θεοφανώ.

Ὁ μάγος κατέφυγε στὶς μαγγανεῖες του καὶ στὴ βοήθεια τοῦ διαβόλου καὶ ἕνα πρωὶ ἡ Θεοφανὼ ξύπνησε βγάζοντας ἄναρθρες κραυγές, ξεσκίζοντας τὰ ράσα της καὶ οὐρλιάζοντας τὸ ὄνομα τοῦ μνηστήρα της. Οἱ ἀδελφὲς ἀναστατώθηκαν καὶ ἡ Εἰρήνη, ποὺ χάρη στὸ διορατικό της χάρισμα γνώριζε γιατί ἡ κοπέλα εἶχε περιέλθει σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, κλαίγοντας πικρὰ κατηγοροῦσε τὸν ἑαυτό της ὅτι ἀπὸ δική της ἀμέλεια καὶ ὀλιγωρία ὁ διάβολος κατέβαλε τὴ Θεοφανώ. Ἔχοντας ὅμως σταθερὴ καὶ μεγάλη πίστη στὸ Θεό, ὁπλίστηκε γιὰ τὴν καινούργια μάχη μὲ τὸ Σατανᾶ, τὴν ὁποία καταλάβαινε ὅτι θὰ εἶναι σκληρότερη ἀπὸ τὶς προηγούμενες.

Συγκέντρωσε τὶς ἀδελφὲς στὸ Καθολικὸ καὶ ἀφοῦ τὶς συμβούλεψε νὰ φυλάγονται ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ Διαβόλου, τὶς διέταξε νὰ νηστεύσουν γιὰ μία βδομάδα καὶ κάθε μέρα νὰ κάνουν χίλιες μετάνοιες ἡ καθεμιά τους στὰ κελιά τους γιὰ τὴν ἄρρωστη ἀδελφή τους, γιὰ νὰ τὴν ἐλεήσει ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριος. Οἱ μοναχὲς μὲ προθυμία πραγματοποίησαν τὴν ἐπιθυμία της, ἐνῶ ἡ ἴδια ἡ ἁγία παρέμεινε ἕνα ὁλόκληρο τριήμερο στὸ ναό, ἀπέχοντας ἀπὸ ὁποιαδήποτε τροφή, γονατιστὴ μπροστὰ στὶς εἰκόνες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τῆς ἁγίας Ἀναστασίας τῆς μάρτυρος (στοὺς ἁγίους αὐτοὺς ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια, ἐπειδὴ ἦταν συμπατριῶτες της).

Ἰδιαίτερα μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τοῦ Μ. Βασιλείου, ἡ ὁσία παραπονιόταν κι ἔλεγε πὼς ἐπιτρέπει ὁ ἅγιος νὰ συμβαίνουν τέτοια ἔκτροπα στὴν πατρίδα τους, καθὼς ἡ Καππαδοκία ἦταν περίφημο κέντρο τῶν διαφόρων μάγων τῆς ἐποχῆς. Τὴν τρίτη νύχτα, ἡ Εἰρήνη, ἐνῶ ἐπαναλάμβανε τὰ ἴδια, βλέπει μπροστά της τὸ μεγάλο Καππαδόκη πατέρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸν ἀκούσει νὰ τῆς λέει: «Γιατί μοῦ παραπονεῖσαι Εἰρήνη; Κι ἐγὼ λυποῦμαι γιὰ τὴν παρανομία τῶν ἀσεβῶν ἀνθρώπων. Τὸ πρωὶ μόλις ξημερώσει ὁδήγησε τὴν πάσχουσα στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, κι ἔρχεται ἐκεῖ, στὸν Οἶκο της, ἡ Μητέρα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ποὺ μόνη ἔχει δύναμη καὶ ἐξουσία νὰ τὴν θεραπεύσει».

Κατασυγκινημένη ἡ ἁγία Εἰρήνη, θυμούμενη τὴν εὐλάβεια ποὺ ἔτρεφε στὴ Βλαχερνιώτισσα Παναγία, συνδεδεμένη στενὰ μὲ τὸν κοσμικό της βίο, πῆρε τὴν ἄρρωστη ἀδελφὴ καὶ δυὸ ἀπὸ τὶς παλαιότερες μοναχὲς καὶ πῆγαν στὸ ναό. Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἡ Εἰρήνη ἔβγαινε ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ Χρυσοβαλάντου, ὕστερα ἀπὸ τὴ χειροτονία της, πρὶν τόσα χρόνια, μόνο γιὰ ἀγάπη τῆς ἄρρωστης κοπέλας.

Στὶς Βλαχέρνες, ἐνῶ ἡ ἄρρωστη βασανιζόταν ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα, ἡ Εἰρήνη καὶ οἱ δυὸ ἀδελφὲς προσευχόντουσαν γονατιστὲς μπροστὰ στὴ θαυματουργὸ εἰκόνα τῆς Παναγίας μέχρι ἀργὰ τὸ βράδυ. Κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ἡ ὁσία κουρασμένη ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴ θλίψη τῶν ἡμερῶν, ἀκούμπησε στὸ μαρμάρινο προσκυνητάρι τῆς πάνσεπτης εἰκόνας καὶ ἀποκοιμήθηκε. Τότε εἶδε στὸ ὄνειρό της ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος κόσμου νὰ συνωστίζεται μέσα στὸ ναὸ καὶ σὲ λίγο μπῆκε μὲ στρατιωτικὴ τάξη ἕνα τάγμα ἀπὸ χρυσοφορεμένους νέους, οἱ ὁποῖοι ἑτοίμαζαν δρόμο μέσα στὸ πλῆθος. Στὴ συνέχεια, ἕνα ἄλλο τάγμα διακόνων μὲ λευκὲς στολὲς καὶ χρυσὰ ὀράρια θυμιάτιζαν καὶ ἔραναν μὲ ἄνθη τὸ δρόμο. Ἡ ὁσία ἔβλεπε ὅλες αὐτὲς τὶς θαυμάσιες ἑτοιμασίες καὶ ρώτησε μὲ ἀπορία ἕναν διάκονο γιὰ ποιὸν εἶναι ὅλη αὐτὴ ἡ ὑποδοχή. «Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐπισκέπτεται τὸν Οἶκο της, ἑτοιμάσου νὰ τὴν προσκυνήσεις», ἀπάντησε ὁ διάκονος.

Ἐκείνη τὴ στιγμή, κατέφθασε ἡ Παναγία συνοδευόμενη ἀπὸ πλῆθος ἀγγέλων καὶ ἁγίων. Τὸ πρόσωπό της ἀκτινοβολοῦσε τόσο πολὺ ἀπὸ τὴ θεϊκὴ αἴγλη, ποὺ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ἀντικρίσει. Ἡ Παντάνασσα, ἀφοῦ ἐξέτασε καὶ βοήθησε ὅλους ὅσους εἶχαν καταφύγει στὸ ναό της, ἔφτασε καὶ στὴ μαθήτρια τῆς Εἰρήνης. Τότε ἡ ὁσία ἔπεσε στὰ πόδια τῆς Παναγίας νὰ τὴν προσκυνήσει, ὅταν ἄκουσε τὴ Δέσποινα νὰ ἀπευθύνεται στὸν ἅγιο Βασίλειο καὶ νὰ τὸν ρωτάει γιὰ τὴν περίπτωσή της. Ὅταν ἔμαθε γιὰ τί προσευχόταν ἡ Εἰρήνη, στράφηκε καὶ στὴν ἁγία Ἀναστασία καὶ εἶπε: «Ὑπάγετε στὴν Καισάρεια καὶ ἐξετάσατε μὲ ἐπιμέλεια τὴν ὑπόθεση αὐτῆς τῆς κόρης. Σ᾿ ἐσᾶς τοὺς δυὸ ἐδόθη ἡ χάρις νὰ τὴν θεραπεύσετε». Στὴ συνέχεια, ἡ Παναγία ἀνέβηκε πάλι στοὺς οὐρανούς, ἐνῶ φωνὴ ἀπὸ ἀόρατο στόμα διέταξε τὴν Εἰρήνη: «Πήγαινε στὸ μοναστήρι σου κι ἐκεῖ θ᾿ ἀξιωθεῖς τοῦ ποθουμένου».

Ἐκείνη τὴ στιγμή, ἡ ὁσία ξύπνησε κι ἔκθαμβη διηγήθηκε τὸ ὄνειρό της στὶς δυὸ ἄλλες ἀδελφές, ποὺ ἐξακολουθοῦσαν νὰ προσεύχονται. Ὅταν ξημέρωσε, ἐπέστρεψαν στὸ μοναστήρι τοὺς γεμάτες πίστη κι ἐλπίδα. Ἦταν ἡ ὥρα τῆς μεσημεριανῆς προσευχῆς κι ὅλες οἱ μοναχὲς ἦταν μαζεμένες στὸ Καθολικό, περιμένοντας μὲ ἀγωνία τὴν ἐπιστροφὴ τῆς Ἡγουμένης τους. Ἡ ὁσία διηγήθηκε ξανὰ τὸ ὅραμά της καὶ τὶς πρόσταξε μὲ ὑψωμένα χέρια νὰ φωνάζουν ὅλες μαζὶ κατανυκτικὰ «Κύριε ἐλέησον». Ἡ πανίσχυρη ἐκείνη προσευχὴ εἶχε ἀποτέλεσμα: Σὲ ἕνα ἀκόμη ὅραμα ποὺ εἶδαν ὅλες οἱ ἀδελφές, ψηλὰ στὸν ἀέρα ἐμφανίστηκαν ὁ ἅγιος Βασίλειος καὶ ἡ ἁγία Ἀναστασία λέγοντας στὴν Εἰρήνη: «Ἅπλωσε τὰ χέρια σου, Εἰρήνη καὶ δέξου αὐτὰ καὶ μὴ μᾶς ὀνειδίζεις πλέον, γιατὶ ἀναλάβαμε νὰ διώξουμε τοὺς μάγους ἀπὸ τὴν Καισάρεια».

Ἡ ὀπτασία χάθηκε καὶ στὰ χέρια τῆς Εἰρήνης ἔπεσε ἕνα δέμα τὸ ὁποῖο ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἀντικείμενα χρηστικὰ σὲ μάγους, ὅπως τρίχες, βελόνες, καρφιά, χαρτιὰ μὲ ὀνόματα δαιμόνων καὶ δυὸ μολυβένια ὁμοιώματα τοῦ νέου ποὺ προκάλεσε ὅλο αὐτὸ τὸ κακὸ καὶ τῆς ἄρρωστης κοπέλας.

Ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ἡμέρα καὶ τὴ νύχτα, ἡ Εἰρήνη μὲ τὴ συνοδεία της ἔμεινα στὸ ναὸ καὶ εὐχαριστοῦσαν τοὺς Ἀρχαγγέλους, τοὺς Καππαδόκες ἁγίους καὶ τὴν Παναγία γιὰ ὅλα τὰ θαυμαστὰ ποὺ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν καὶ νὰ ζήσουν. Τὸ ἑπόμενο πρωί, ἡ ὁσία ἔστειλε πάλι τὴν ἄρρωστη κόρη μὲ δυὸ ἀκόμη ἀδελφὲς στὸ ναὸ τῆς Βλαχερνιώτισας, μὲ λάδι, νάμα καὶ προσφορὲς νὰ λειτουργήσει ὁ προσμονάριος (=ἐφημερεύων ἱερέας) καὶ τὸ δέμα μὲ τὶς μαγεῖες.

Μὲ τὴ θεία Λειτουργία, ἔχρισε ὁ ἱερέας τὴν ἄρρωστη μὲ λάδι ἀπὸ τὴν καντήλα τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνας τῆς Παναγίας καὶ ἔριξε στὴ φωτιὰ τὰ διαβολικὰ ἀντικείμενα. Καθὼς αὐτὰ καιγόντουσαν, ἡ κοπέλα ξανάβρισκε τὴν ἰσορροπία τοῦ λογικοῦ της, ἐνῶ ἀπὸ τὰ μολυβένια ἀγαλματίδια, ποὺ ἕλιωναν, ἀκουγόντουσαν ἀποτρόπαιες κραυγές. Ἡ Θεοφανώ, ἐπέστρεψε στὴ μονὴ ἐντελῶς θεραπευμένη, εὐχαριστώντας τὴν Παναγία γιὰ τὸ θαῦμα τῆς ἀλλὰ καὶ τὶς ἀδελφὲς καὶ τὴν πνευματική της μητέρα γιὰ τὴν ἀμέριστη συμπαράσταση καὶ βοήθειά τους.

Ἡ ὁσία Εἰρήνη ἀπέκτησε μεγάλη ἐξουσία πάνω στὸ Διάβολο, χάρη στὴ διαρκῆ πάλη ἐναντίον του μέσω τῆς διαρκοῦς ἄσκησης καὶ προσευχῆς. Ἄλλο ἕνα περιστατικὸ καταδυκνύει αὐτὴ τὴ δύναμη τῆς ἁγίας, ἡ ὁποία ἀκόμη καὶ σήμερα μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ.

Στὰ κτήματα τῆς μονῆς ἐργαζόταν ἕνας νέος, ὁ Νικόλαος, ὁ ὁποῖος εἶδε τυχαῖα κάποια μοναχὴ καὶ τὴν ἐρωτεύτηκε παράφορα. Ἕνα βράδυ, ἡ ἔξαψη τοῦ παράνομου πάθους του ἔφτασε σὲ τέτοιο σημεῖο, ποὺ ἔπεσε καταγῆς μπροστὰ στὴν εἴσοδο τῆς μονῆς, ἔβγαζε ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα καὶ ξέσκιζε μὲ τὰ νύχια του τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα. Σὲ αὐτὴ τὴν ἐλεεινὴ κατάσταση τὸν βρῆκε τὴν ἑπόμενη μέρα ἡ πορτάρισσα, καθὼς ἄνοιξε τὴ θύρα, ἡ ὁποία ἔσπευσε νὰ εἰδοποιήσει τὴν Ἡγουμένη της.

Ἡ ἁγία Εἰρήνη, καταλαβαίνοντας ὅτι κάποιο ἁμάρτημα τοῦ νέου εἶχε δώσει τὴν ἐξουσία στὸν Πονηρό, ἐνημέρωσε τοὺς συγγενεῖς του καὶ τὸν ἔστειλε στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολύτρας. Ὅμως, τὸ ἴδιο βράδυ, ἡ ἁγία Ἀναστασία ἔρχεται στὸ ὄνειρο τῆς Εἰρήνης καὶ τῆς λέει: «Γιὰ νὰ μὲ δοκιμάσεις μοῦ ἔστειλες τὸν δαιμονισμένο; Μάθε, ἀγαπητή μου ἀδερφή, πὼς ἐσὺ μόνο ἔχεις τὴ δύναμη νὰ τὸν θεραπεύσεις».

Ἔτσι, ἡ ὁσία φέρνει πίσω τὸ νέο κι ἄρχισε τὶς Λειτουργίες στὸ παρεκκλήσι τῶν ἁγίων Θεοδώρων (ἀφοῦ στὴ μονὴ δὲν ἐπιτρεπόταν ἡ εἴσοδος τῶν ἀνδρῶν). Κατὰ τὴ δέκατη μέρα, ἐνῶ ὁ Νικόλαος ἦταν δεμένος μὲ ἁλυσίδες, σπάει τὰ δεσμά του κι ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ ἱερέα ποὺ τελοῦσε τὴ θεία Λειτουργία. Ἡ Εἰρήνη, χωρὶς νὰ χάσει τὴν ψυχραιμία της, πλησιάζει τὸ δαιμονισμένο νέο καὶ τὸν προστάζει νὰ μείνει ἀκίνητος. Ἐκεῖνος, ἀπὸ μία ἀκατανόητη δύναμη, ὑπάκουσε στὸ πρόσταγμα τῆς ἁγίας. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Λειτουργίας, ἡ ἁγία Ἡγουμένη ἔμεινε μόνη μὲ τὸ Νικόλαο καὶ ἐξέταζε τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα γιὰ ποιὸ λόγο κατέλαβε τὸ νέο καὶ ἐκεῖνο, μὴν μπορώντας νὰ ἀντιπαλέψει τὴ θεία χάρη τῆς ἁγίας Εἰρήνης, ὁμολόγησε ὅλη τὴν ἀλήθεια.

Ἡ ὁσία προσευχήθηκε θερμὰ πρὸς τὸν Κύριο γιὰ τὸ δυστυχισμένο νέο, ἔπειτα πρόσταξε τὸ πονηρὸ πνεῦμα νὰ βγεῖ καὶ νὰ ἀφήσει ἥσυχο τὸ Νικόλαο. Ἐκεῖνο, ἀφοῦ σπάραξε πρῶτα τὸ νεαρὸ ἄνδρα, ἔφυγε ἀφήνοντας τὸν σὰν νεκρό. Ἡ Εἰρήνη τὸν βοήθησε νὰ σηκωθεῖ καὶ τὸν συμβούλευσε πνευματικὰ νὰ ἀποφεύγει τὶς καταχρήσεις, καθὼς διεγείρουν τὰ κατώτερα ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Νικόλαος, ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν περιπέτεια, ἡ ὁποία ἀπείλησε τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα του, ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του σωφρονισμένος καὶ μία φορὰ τὸ χρόνο λειτουργοῦσε στὸ παρεκκλήσι τῆς μονῆς, εὐχαριστώντας γιὰ τὴ σωτηρία του τὸ Θεὸ καὶ τὴ θαυματουργὸ ἁγία.

Ὅλα αὐτὰ τὰ θαυμάσια ἐξάπλωσαν τὴ φήμη τῆς ὁσίας Εἰρήνης σὲ ὅλη τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ πλῆθος κόσμου, ἀπὸ ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις, ἐπισκέπτονταν τὴ μονὴ Χρυσοβαλάντου, προκειμένου νὰ συμβουλευτοῦν καὶ νὰ εὐλογηθοῦν ἀπὸ τὴν Ἡγουμένη του. Ἄνθρωποι ποὺ ταλανίζονταν ἀπὸ σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες, πίστευαν ἀκράδαντα ὅτι ἐκεῖ, στὴν ἡγιασμένη μονή, θὰ ἔβρισκαν τὴ θεραπεία τους.

Ἡ ἁγία Εἰρήνη διενεργοῦσε τὰ θαύματα αὐτὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀφοῦ μέσα ἀπὸ τὴ συνεχῆ καὶ ἀδιάκοπη ἄσκηση εἶχε ἀποκτήσει τοὺς δυὸ μέγιστους θησαυρούς: θερμότατη πίστη καὶ «ἐνεργούμενη» ζωντανὴ προσευχή. Χάρη στὴ μεγάλη της πίστη, ἡ ὁσία Εἰρήνη εἶχε μία ξεχωριστὴ ἐπικοινωνία καὶ ἐπαφὴ μὲ τὰ θεῖα καὶ οὐράνια. Ὅταν ὁ ἱερέας τελοῦσε τὴν ἀναίμακτη θυσία κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία, ἡ Εἰρήνη ἔκλαιγε μὲ δάκρυα πολλὰ στὴ σκέψη ὅτι ὁ Δημιουργὸς κατέβηκε στὴ γῆ μὲ τὴ μορφὴ τοῦ δημιουργήματός Του, ἔπαθε, σταυρώθηκε καὶ πέθανε ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀναζωογονήσει τὸ πλάσμα Του καὶ ἀπὸ τότε τὸ τίμιο αἷμα Του προσφέρεται στὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο γιὰ νὰ σωθεῖ καὶ γιὰ νὰ τραφεῖ πνευματικά.

Ἡ προσευχὴ τόσο πολὺ ἐξύψωνε τὴν ἁγία πάνω ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, ποὺ ἐκείνη κατέβαλε προσπάθεια γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὸν ἐπίγειο κόσμο. Μέρες ὁλόκληρες προσευχόταν γονυπετὴς μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα καὶ τότε οἱ ἀδελφές της συνοδείας της τὴν βοηθοῦσαν νὰ τὰ κατεβάσει καὶ οἱ ἁρμοί της προκαλοῦσαν τόσο θόρυβο, ποὺ ὁλόκληρο τὸ κοινόβιο θαύμαζε καὶ ἀποροῦσε.

Τὶς ἔναστρες νύχτες, ἡ ὁσία Εἰρήνη στεκόταν ἔξω ἀπὸ τὸ κελί της (αὐτὸ τὸ ἴδιο στὸ ὁποῖο πρὶν τόσα χρόνια, μόλις 15 χρονῶν, ὁδηγήθηκε ὡς δόκιμη μοναχή), μαγευόταν ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῆς φύσης καὶ ἔστελνε διάπυρες προσευχὲς πρὸς τὸν Πλάστη. Μία ἀπὸ τὶς βραδιὲς αὐτές, κάποια ἀδελφὴ ἀγρυπνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὸ κελί της καὶ εἶδε τὸ ἑξῆς παράδοξο: Τὰ δυὸ πανύψηλα κυπαρίσσια, τὰ ὁποῖα ὀρθώνονταν ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ στὴν εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ, λύγιζαν μπροστὰ στὴν προσευχόμενη ἁγία σὰν νὰ τὴν προσκυνοῦσαν καὶ ἡ ἴδια ἡ Εἰρήνη δὲν πάταγε στὴ γῆ ἀλλὰ αἰωροῦνταν περίπου περίπου ἕνα μέτρο πάνω ἀπὸ τὸ ἔδαφος. Ὅταν ἡ ὁσία ὁλοκλήρωσε τὴν προσευχή της, σταύρωσε τὰ δυὸ κυπαρίσσια καὶ ἐκεῖνα ἐπανῆλθαν στὴ φυσιολογική τους θέση. Ἡ μοναχὴ κατάπληκτη, μὲ ἀνάμειχτα συναισθήματα φόβου καὶ θαυμασμοῦ, συγκρατήθηκε καὶ δὲν εἶπε τίποτα στὴν ὑπόλοιπη ἀδελφότητα. Τὸ ἑπόμενο βράδυ παραφύλαξε πάλι ἔξω ἀπὸ τὸ κελί της καὶ τὸ ἴδιο παράδοξο γεγονὸς ἐπαναλήφθηκε· καὶ ξανὰ τὸ ἴδιο, τὸ τρίτο κατὰ σειρὰ βράδυ. Τὴν ἑπόμενη νύχτα, ἡ μοναχή, χωρὶς νὰ τὴν ἀντιληφθεῖ ἡ Ἡγουμένη της, ἔτρεξε στὰ λυγισμένα κυπαρίσσια, ἔδεσε ἀπὸ ἕνα λευκὸ μαντήλι στὶς κορυφές τους καὶ ἐπέστρεψε στὸ κελί της.

Τὸ ἑπόμενο πρωί, ἡ ἤρεμη ἀτμόσφαιρα τοῦ εὐλογημένου κοινοβίου ἀναστατώθηκε, ὅταν οἱ μοναχὲς εἶδαν τὰ δεμένα μαντήλια καὶ κατάπληκτες ρωτοῦσαν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔδεσε τόσο ψηλὰ δέντρα, γιὰ ποιὸ λόγο τὸ ἔπραξε καὶ προπάντων μὲ ποιὸ τρόπο. Ἡ ἀδελφὴ ποὺ ὑπῆρξε μάρτυρας στὰ θαυμάσια αὐτὰ περιστατικὰ ἀποκάλυψε ὅλη τὴν ἀλήθεια καὶ τότε ὅλες ἔκλαιγαν ἀπὸ χαρὰ καὶ συγκίνηση καὶ παραπονιόντουσαν γιατὶ δὲν τὶς ξύπνησε νὰ δοῦν καὶ ἐκεῖνες τὸ φρικτὸ θαῦμα τῆς Ἡγουμένης τους. Πάνω στὴν ὥρα κατέφθασε καὶ ἡ Εἰρήνη. Ὅταν κατάλαβε τί συνέβη καὶ πῶς μαθεύτηκε ἕνα μυστικὸ ποὺ ἐκείνη κρατοῦσε ἑπτασφράγιστο γιὰ χρόνια ὁλόκληρα, ἐπέπληξε αὐστηρὰ τὴν ἀδελφὴ ποὺ τὸ μαρτύρησε μὲ τὰ παρακάτω λόγια: «Ἂν μὲ ἔβλεπες νὰ ἁμαρτάνω σὰν ἄνθρωπος, θὰ ἐφανέρωνες τὴν ἁμαρτία μου»; Ἔθεσε λοιπὸν βαρὺ ἐπιτίμιο γιὰ ὅποια τολμοῦσε νὰ φανερώσει ὁτιδήποτε παράδοξο ἔβλεπε, ὅσο ἦταν ἡ ἴδια ἐν ζωῇ. Ἔτσι, πολλὰ ἀπὸ τὰ θαύματα τῆς ἁγίας ἐξαφανίστηκαν στὴ σιωπὴ τῆς συνοδείας της, ἀλλὰ οἱ μοναχὲς πολλαπλασίασαν τὴν εὐλάβεια καὶ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τῆς Ἡγουμένης τους.

Ἡ ἁγία Εἰρήνη, ὅπως προαναφέρθηκε, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ διορατικὸ χάρισμα, εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὸ προορατικό, τὸ χάρισμα δηλαδὴ τῆς προφητείας. Προφήτεψε μεγάλες πολιτικὲς ἀλλαγὲς τῆς ἐποχῆς της. Ἔτσι, στὴ διάρκεια μιᾶς ἐπίσκεψης τῆς ἀδερφῆς της, ἡ Εἰρήνη ἐμπιστεύτηκε στὴν Καλλινίκη ὅτι ὁ Καίσαρας Βάρδας θὰ δολοφονηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ καὶ ἡ ἴδια θὰ ἀναγκαστεῖ νὰ ἐγκαταλείψει ὁριστικὰ τὴ Βασιλεύουσα, ἐξαιτίας τῶν σκανδάλων ποὺ θὰ ξεσπάσουν. Τῆς εἶπε ἀκόμη ὅτι μετὰ τὸ φόνο τοῦ Βάρδα, σύντομα καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μιχαὴλ θὰ δολοφονηθεῖ ἀπὸ τὸ σφετεριστὴ τοῦ θρόνου του, ὅμως κανένα μέλος τῆς οἰκογένειάς τους νὰ μὴν ἐναντιωθεῖ στὸ νέο αὐτοκράτορα, διότι εἶναι αἴτιος φόνου, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὸν προορίζει νὰ κυβερνήσει τὴν αὐτοκρατορία. Ἡ Εἰρήνη συμβούλεψε ἀκόμη τὴν ἀδελφή της νὰ μὴν ἀποκαλύψει τίποτα ἀπὸ ὅσα τῆς ἐμπιστεύτηκε, ἁπλὰ νὰ εἶναι προετοιμασμένη γιὰ τὶς συνταρακτικὲς ἀλλαγὲς στὴ ζωή της.

Ἡ Καλλινίκη ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ κρατήσει μυστικὲς τὶς προφητεῖες τῆς Εἰρήνης καὶ μίλησε στὸ Βάρδα. Ὁ Καίσαρας ἔστειλε τότε ἀνθρώπους του στὸ μοναστήρι καὶ προσπάθησε νὰ ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν Ἡγουμένη γυναικαδελφὴ τοῦ λεπτομέρειες γιὰ τὴν εἰς βάρος του συνωμοσία. Ἡ Εἰρήνη ὅμως δὲν ἀποκάλυψε τίποτα περισσότερο. Πολὺ σύντομα ὅμως, οἱ προφητεῖες τῆς ἁγίας πραγματοποιήθηκαν. Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 866 καὶ ἐνῶ ὁ Βάρδας ἡγοῦνταν ἐκστρατείας κατὰ τῶν Σαρακηνῶν στὴν Κρήτη, δολοφονήθηκε μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίσημης ἀναφορᾶς ἀπὸ ὁμάδα συνωμοτῶν. Ἀρχηγός τους ἦταν ὁ γαμπρὸς τοῦ Βάρδα Συμβάτιος, ὁ ὁποῖος γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴ βάρβαρη καὶ ἄνανδρη δολοφονία τοῦ πεθεροῦ του, ὑποστήριξε ὅτι τὸν ἐκδικήθηκε γιὰ τὶς σχέσεις ποὺ διατηροῦσε μὲ τὴ νύφη του.

Ἡ Ἱστορία φαίνεται ὅτι δὲ διατήρησε τὸ τέλος τῆς Καλλινίκης μετὰ ἀπὸ τὴν τραγικὴ χηρεία της καὶ εἶναι πράγματι ἐντυπωσιακὴ ἡ φαινομενικὴ ἀντίφαση: Ἡ Εἰρήνη, ἡ ὁποία ἀπὸ τὰ δεκαπέντε της χρόνια καὶ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς τῆς ἔζησε σὲ ἕνα μοναστήρι μὲ διαρκῆ νηστεία, ταπείνωση, προσευχὴ καὶ αὐστηρὴ ἄσκηση, δοξάζεται καὶ τιμᾶται μέχρι τὶς μέρες μας καὶ πλῆθος κόσμου τὴν ἐπικαλεῖται καὶ καταφεύγει στὴ θαυματουργὸ χάρη της. Ἡ Καλλινίκη, ἂν καὶ ἔζησε μέσα σὲ μυθικὴ πολυτέλεια καὶ χλιδὴ καὶ γνώρισε μεγάλες τιμὲς καὶ δόξες στὰ βυζαντινὰ ἀνάκτορα, λησμονήθηκε ἀμέσως μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ συζύγου της καὶ τὸ ὄνομά της διασώθηκε ὡς ὑποσημείωση χάρη στὸν ἁγιασμένο βίο τῆς ἀδελφῆς της.

Ἕνα χρόνο μετὰ τὴ συνωμοσία εἰς βάρος τοῦ Καίσαρα Βάρδα, ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Γ´ δολοφονήθηκε ἀπὸ τὸν εὐνοούμενό του, Βασίλειο τὸ Μακεδόνα, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε στὸ θρόνο τοῦ Βυζαντίου ὡς Βασίλειος ὁ Α´ καὶ ἵδρυσε τὴ Μακεδονικὴ Δυναστεία. Ὁ Βασίλειος ἦταν τυπικὸς ἐκπρόσωπος τῶν σκληρῶν χρόνων στοὺς ὁποίους ἔζησε, συγκεντρώνοντας ὅλα τὰ ἀντιφατικὰ στοιχεῖα στὴν προσωπικότητά του. Ἄνθρωπος σκληρός, δὲ δίσταζε, ὅπως εἴδαμε, νὰ καταφύγει καὶ στὸ φόνο προκειμένου νὰ ἐκπληρώσει τὸ στόχο του, στεροῦνταν ὁποιουδήποτε ἠθικοῦ φραγμοῦ (εἶχε συνάψει λευκὸ γάμο μὲ τὴν ἐρωμένη τοῦ Μιχαὴλ Εὐδοκία Ἰγερινὴ κατὰ παραχώρηση τοῦ δολοφονηθέντος αὐτοκράτορος, ἐνῶ διατηροῦσε ἐρωτικὲς σχέσεις μὲ τὴν ἀδελφὴ τοῦ Μιχαὴλ καὶ στενὴ φίλη τῆς Εἰρήνης πριγκίπισσα Θέκλα, μὲ τὸ θάνατο τοῦ Μιχαήλ, ἔδιωξε τὴ Θέκλα καὶ παρουσίασε ἐπίσημα ὡς σύζυγό του τὴν Εὐδοκία) καὶ ταυτόχρονα ἦταν πολὺ ...εὐσεβὴς καὶ θεοφοβούμενος ἀλλὰ καὶ ἀφάνταστα προληπτικός, λόγω παντελοῦς ἔλλειψης μόρφωσης.

Κάποιο περιστατικὸ συνέβη ἀνάμεσα στὸ νέο αὐτοκράτορα καὶ τὴν ὁσία Εἰρήνη, ὅταν ὁ Βασίλειος φυλάκισε ἕναν ἰλλούστριο (=ἀνώτατος ἀξιωματοῦχος τῆς βυζαντινῆς αὐλῆς), συγγενῆ της Εἰρήνης, ὁ ὁποῖος εἶχε συκοφαντηθεῖ γιὰ συνωμοσία. Ὁ Βασίλειος, ποὺ ὅπως κάθε σφετεριστὴς φοβόταν τὴν ἀντεκδίκηση, ἦταν ὑπὲρ τῶν συνοπτικῶν διαδικασιῶν καὶ φυλάκισε τὸν ἀξιωματοῦχο του διατάζοντας τὴν ἐκτέλεσή του, χωρὶς νὰ ἐξετάσει περαιτέρω τὶς κατηγορίες. Ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ ἄτυχου ἀνθρώπου, ἀπογοητευμένοι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη βοήθεια ποὺ δὲ φαινόταν πουθενά, κατέφυγαν στὴ μονὴ Χρυσοβαλάντου ἐλπίζοντας στὴ θεία παρέμβαση. Ἡ ὁσία Εἰρήνη στήριξε μὲ λόγο πνευματικὸ τὴ δυστυχισμένη οἰκογένεια καὶ ἀποσύρθηκε στὸ Καθολικὸ τῶν Ἀρχαγγέλων, ὅπου προσευχόταν γιὰ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη νύχτα.

Τὸ ἴδιο ἐκεῖνο βράδυ, ὁ αὐτοκράτορας εἶδε στὸ ὄνειρό του ὅτι κάποια μοναχὴ μὲ ἐπιβλητικὸ παρουσιαστικὸ ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ αὐτοκρατορικοῦ κοιτώνα, τὸν πλησίασε καὶ μὲ ὀργισμένο ὕφος τὸν πρόσταξε νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄδικα φυλακισμένο ἀξιωματικό του, διαφορετικὰ ὁ Θεὸς θὰ τοῦ ἔστελνε μεγάλες συμφορές. Στὴν ἐρώτηση τοῦ αὐτοκράτορα γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι, ἐκείνη ἀπάντησε: «Εἶμαι ἡ Εἰρήνη, Ἡγουμένη τοῦ Χρυσοβαλάντου!» Ὁ Βασίλειος τρομαγμένος ξύπνησε καὶ ρώταγε τὴ φρουρά του ἂν ἐπέτρεψαν σὲ κάποια καλόγρια νὰ περάσει στὸ διαμέρισμά του. Ὅμως, οἱ φρουροὶ τὸν διαβεβαίωσαν ὅτι κανένας δὲν πέρασε στὸ δωμάτιό του.

Τὸ ἑπόμενο πρωί, ὁ Βασίλειος ἔστειλε ἀπεσταλμένους του στὸ μοναστήρι τῶν Ἀρχαγγέλων μαζὶ μὲ κάποιο ἱκανὸ ζωγράφο, ὥστε νὰ ζωγραφίσει τὸ πρόσωπο τῆς Ἡγουμένης καὶ ἔτσι νὰ διαπιστώσει τὸ θεόσταλτο τοῦ ὀνείρου του. Ἡ ἁγία Εἰρήνη, ποὺ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τῆς εἶχε ἀποκαλύψει τὴν ἄφιξη τῶν αὐτοκρατορικῶν ἀπεσταλμένων, προετοίμασε τὶς ἀδελφὲς τοῦ κοινοβίου, ὥστε νὰ μὴν ἀναστατωθοῦν καὶ τρομάξουν καὶ τοὺς ὑποδέχτηκε στὸ παρεκκλήσι τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, καθὼς δὲν ὑποχωροῦσε καὶ δὲν ἑξαιροῦσε κανέναν ἀπὸ τοὺς κανόνες τὶς ἱερᾶς μονῆς (ὑπενθυμίζουμε ὅτι ἀπαγορευόταν ἡ εἴσοδος τῶν ἀνδρῶν στὸ χῶρο τοῦ μοναστηριοῦ). Οἱ ἀξιωματοῦχοι ἄρχισαν νὰ συζητοῦν μὲ τὴν ὁσία, προσποιούμενοι θεολογικὸ ἐνδιαφέρον, μέχρι νὰ ὁλοκληρώσει τὸ ἔργο του ὁ ζωγράφος. Δὲν μποροῦσαν ὅμως νὰ μὴ θαυμάζουν καὶ νὰ μὴν ἀποροῦν, καθὼς ὅση ὥρα ἡ ἁγία Εἰρήνη ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις τους, μιὰ δυνατὴ λάμψη ἀναδυόταν ἀπὸ τὸ πρόσωπό της! Ἡ Εἰρήνη ἤξερε γιὰ ποιὸ λόγο τὴν καθυστεροῦσαν καὶ περίμενε μέχρι νὰ τελειώσει ἡ ζωγραφικὴ ἀποτύπωση τοῦ προσώπου της. Τότε σηκώθηκε καὶ ἀπευθύνθηκε στοὺς ἀπεσταλμένους μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Νὰ ἀναγγείλετε παρακαλῶ στὸ δύσπιστο βασιλιά σας, πὼς εἶναι ἀληθινὰ ὅσα τοῦ εἶπα στὸν ὕπνο του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀθῶος καὶ νὰ τὸν ἀφήσει ἀμέσως ἐλεύθερο, διαφορετικὰ θὰ πραγματοποιηθοῦν ὅλα ὅσα προφήτεψα». Οἱ ἀξιωματοῦχοι, ἀληθινὰ κατάπληκτοι ἀπὸ ὅσα βίωσαν καὶ ἄκουσαν, ξεκίνησαν γιὰ τὰ ἀνάκτορα.

Τὴν ἴδια ὥρα, ὁ Βασίλειος ἀνάκρινε ξανὰ τὸν ἰλλούστριο, θεωρώντας ὅτι εἶχε χρησιμοποιήσει μαγεία γιὰ νὰ στείλει τὴν καλόγρια στὸ ὄνειρό του. Ὁ ἄνθρωπος ἀρνήθηκε καὶ τὶς καινούργιες κατηγορίες καὶ διαβεβαίωνε τὸν αὐτοκράτορα γιὰ τὴν ἀθωότητά του. Ὁ Βασίλειος τὸν ρώτησε ἂν ἔχει κάποια σχέση μὲ τὴν Ἡγουμένη τῆς μονῆς Χρυσοβαλάντου καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε ὅτι εἶναι συγγενής του. Ὁ αὐτοκράτορας ξαναέστειλε τὸν ἀξιωματικὸ στὴ φυλακή, διέταξε ὅμως νὰ μὴν ἐκτελεστεῖ ἀκόμη.

Λίγο ἀργότερα, ἔφτασαν καὶ οἱ ἔμπιστοί του μὲ τὴν προσωπογραφία τῆς ἁγίας. Ὁ Βασίλειος ἀναγνώρισε τὴ μοναχὴ ποὺ τόσο πολὺ τὸν συγκλόνισε καὶ τὸν ὁδήγησε ἀκόμη καὶ σὲ ἐπανεξέταση τῆς ἀρχικῆς ἀπόφασής του (κάτι ποὺ σπανιότατα τὸ ἔπραττε ὁ Βασίλειος σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς αὐτοκρατορικῆς του πορείας). Ἐλευθέρωσε τὸν ἄρχοντα ἀπὸ τὴ φυλακή, τὸν ἀποκατάστησε στὰ ἀνάκτορα καὶ μὲ ἐπιστολὴ τοῦ εἰδοποίησε τὴν Εἰρήνη γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ συγγενῆ της. Ἀκόμη, τὴν προσκαλοῦσε στὰ ἀνάκτορα, γιὰ νὰ εὐλογήσει τὸν ἴδιο καὶ τὴ βασίλισσα Εὐδοκία Ἰγερινὴ (ἀξίζει ἴσως νὰ θυμήσουμε ὅτι πρόκειται γιὰ τὴ γυναίκα ἀπὸ τὴν ὁποία ἡ αὐγούστα Θεοδώρα ἤθελε νὰ ἀποσπάσει τὸ γιό της Μιχαήλ, γι᾿ αὐτὸ καὶ προώθησε τὸ προξενιὸ ἀνάμεσα στὴν Εἰρήνη καὶ τὸ δολοφονημένο αὐτοκράτορα). Ἐὰν πάλι, ἡ Εἰρήνη δὲν ἤθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ μονή της, ὁ αὐτοκράτορας ἔγραφε ὅτι θὰ πήγαιναν ἐκεῖνοι στὴν ὁσία.

Ἡ ἁγία ὅμως, ἀποφεύγοντας πάντα τὴ ματαιοδοξία καὶ τὶς ἐγκόσμιες τιμές, ἀπάντησε μὲ αὐτὴ τὴν ταπεινὴ ἐπιστολή: «Βασιλεῦ, οὔτε ἡ Βασιλεία σου εἶναι πρέπον νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, οὔτε ἐγὼ εἰς τὰ Βασίλεια. Δὲν χρειάζεσαι εὐλογίαν ἀπὸ μίαν ταπεινὴ καὶ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, διότι ἔχεις τὸν ἁγιώτατον πατριάρχην καὶ τοὺς λοιποὺς ἀρχιερεῖς καὶ τὸν κλῆρον τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν ὑπακούσεις τὰς συμβουλάς των θέλεις θεραπεύσῃ τὸν Θεὸν καὶ θέλεις κυβερνήση τὸ ὑπήκοον εὐσεβῶς, δικαίως καὶ σωφρόνως».

Ἀπὸ τότε, ὁ Βασίλειος Α´ ὁ Μακεδὼν δὲν ξαναενόχλησε τὴν ὁσία. Ἔτρεφε ὅμως μεγάλο σεβασμὸ γιὰ τὸ πρόσωπό της καὶ συχνὰ ἔστελνε αὐτοκρατορικὲς προσφορὲς στὸ μοναστήρι της.

Τὰ χρόνια κυλοῦσαν γρήγορα μέσα στὴ μονὴ γιὰ τὴν Εἰρήνη καὶ ἡ πρώην νεαρὴ πανέμορφη ἀριστοκράτισσα καὶ νῦν Ἡγουμένη ἐγνωσμένης ἁγιότητας καὶ στολισμένης ἀπὸ τὸν Κύριό της μὲ ὑπερφυσικὰ δῶρα ἔφτασε σὲ βαθύτατα γεράματα. Ὅμως, ἕνα θαῦμα διαρκείας ἦταν πασιφανὲς στὸ σῶμα της καὶ τὸ πρόσωπό της, ἀντιλαμβανόμενο ἀπὸ ὅλους εἴτε μοναχὲς ποὺ τὴν ἀκολουθοῦσαν στὴν ἄσκηση εἴτε πιστοὺς ποὺ ἀποζητοῦσαν τὴν εὐλογία της: τὸ πρόσωπό της καὶ τὸ σῶμα τῆς διατηροῦσαν ὅλη τὴ φημισμένη ὀμορφιὰ καὶ τὴ φρεσκάδα τῆς νιότης της. Ἡ διαρκὴς ἄσκηση, ἡ αὐστηρὴ πολύχρονη νηστεία, ἡ μεγάλη εὐθύνη γιὰ τὸ πολυπληθὲς ποίμνιό της καὶ προπάντων ὁ πανδαμάτωρ χρόνος δὲν τὴν ἔφθειραν. Ἡ Εἰρήνη δὲν εἶχε φθαρεῖ στὴν ψυχή της, ἡ ὁποία ἦταν πλημμυρισμένη ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὰ δημιουργήματά Του καὶ εὔλογα ἡ ἐσώτερη αὐτὴ ἁγνότητα ἀντανακλοῦνταν στὸ πρόσωπό της.

Κάποια χρονιά, ξημερώνοντας ἡ γιορτὴ τοῦ μεγάλου Βασιλείου καὶ μετὰ τὴν τέλεση τοῦ ἑσπερινοῦ, ἡ ἁγία ξαγρυπνοῦσε προσευχόμενη. Πλησίαζε ἡ ὥρα τοῦ ὄρθρου καὶ τότε ἡ Εἰρήνη ἀκούει κάποια φωνὴ νὰ τῆς λέει: «Ὑποδέξου τὸ ναυτικὸ ποὺ σοῦ φέρνει τὰ ἑσπεριδοειδῆ καὶ φάε νὰ εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή σου». Μετὰ τὸ πέρας τῆς θείας λειτουργίας, ἡ ἁγία λέει στὴν πορτάρισσα νὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα τῆς μονῆς καὶ νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ περιμένει ἐκεῖ στὸν ξενώνα, ὅπου θὰ πήγαινε καὶ ἡ ἴδια νὰ τὸν συναντήσει.

Πράγματι, ἡ ὁσία Ἡγουμένη τοῦ Χρυσοβαλάντου συνάντησε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀκούει νὰ τῆς ἐξιστορεῖ τὴν ἑξῆς θαυμάσια ἱστορία: Ἦταν ναυτικός, πλοιοκτήτης ἑνὸς καραβιοῦ, ἀπὸ τὴν ἱερὴ Πάτμο. Ἀπέπλευσε μὲ τὸ πλοῖο του ἀπὸ τὸ βόρειο τμῆμα τοῦ νησιοῦ γιὰ τὴν Πόλη καὶ βρισκόταν λίγα μέτρα ἀπὸ τὴ στεριά, ὅταν βλέπει ἐκεῖνος καὶ οἱ ναῦτες κάποιον σεβάσμιο γέροντα νὰ τοὺς φωνάζει νὰ σταματήσουν. Αὐτὸ ὅμως ἦταν ἀδύνατο, καθὼς ὁ ἰσχυρὸς ἄνεμος ἔσπρωχνε τὸ πλοῖο στὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος. Τότε ὁ γέροντας φωνάζει μὲ ὅλη τὴ δύναμή του καὶ προστάζει τὸ πλοῖο νὰ σταματήσει. Τὸ καράβι ἀκινητοποιεῖται καὶ ὁ ἴδιος ἀρχίζει νὰ βαδίζει πάνω στὰ ὕδατα. Μπροστὰ στοὺς κατάπληκτους ναῦτες, ἐπιβιβάζεται στὸ πλοῖο καὶ δίνει στὸν καπετάνιο τρία μῆλα καὶ τοῦ λέει: «Ὅταν πᾶς στὴ Βασιλεύουσα, δῶσε τα στὸν Πατριάρχη καὶ πές του πὼς τοῦ τὰ στέλνει ὁ Πανάγαθος Θεὸς μὲ τὸν δοῦλο Του Ἰωάννη, ἀπὸ τὸν Παράδεισο». Ἔπειτα δίνει στὸ ναύκληρο ἄλλα τρία μῆλα προσθέτοντας: «Αὐτὰ νὰ τὰ πᾶς της Εἰρήνης, τῆς Ἡγουμένης τοῦ Χρυσοβαλάντου καὶ νὰ τῆς πεῖς: φάγε ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ Παραδείσου ποὺ ἡ ἁγνὴ ψυχή σου ἐπεθύμησε». Λέγοντας αὐτά, ὁ γέροντας εὐλόγησε τὸ πλήρωμα καὶ τὸ πλοῖο ξεκίνησε καὶ πάλι τὸ ταξίδι του, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐξαφανίστηκε.

Ὀλοκληρώνοντας τὴ διήγησή του, ὁ ναυτικὸς προσκύνησε τὴν Εἰρήνη καὶ τῆς πρόσφερε τὰ μῆλα. Ἡ ἁγία τὰ δέχτηκε μὲ δάκρυα εὐλαβείας καὶ εὐγνωμοσύνης εὐχαριστώντας τὸν ἅγιο εὐαγγελιστὴ καὶ ἀπόστολο Ἰωάννη. Στὸ κελί της γονάτισε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Χριστὸ γιὰ αὐτὸ τὸ δεῖγμα τῆς εὔνοιάς Του πρὸς τὴ δούλη Του. Τὰ μῆλα ἦταν πραγματικὰ παραδεισένια, τόσο ὄμορφα σὲ σχῆμα καὶ χρῶμα ποὺ ὅμοιά τους δὲν ὑπῆρχαν. Ἡ εὐωδιὰ τοὺς πλημμύριζε τὴ μονὴ καὶ οἱ ἀδελφὲς ἀποροῦσαν γιὰ τὸ καινούργιο θαῦμα ποὺ συντελοῦνταν στὸν εὐλογημένο χῶρο.

Ἡ ἁγία Εἰρήνη, μὲ τὴν ἔμφυτη εὐφυΐα της καὶ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐννόησε ὅτι τὸ θεῖο αὐτὸ δῶρο ἦταν οὐράνια πρόσκληση. Ὅταν ἔφτασε ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἔκοψε τὸ ἕνα μῆλο σὲ λεπτὰ κομματάκια καὶ ἔτρωγε ἕνα κομμάτι κάθε μέρα, ἀπέχοντας ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη τροφή, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ νερό. Τὴ Μεγάλη Πέμπτη, ὕστερα ἀπὸ τὴ θεία λειτουργία καὶ ἀφοῦ ὅλες οἱ μοναχὲς κοινώνησαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἡ Εἰρήνη ἔκοψε καὶ τὸ δεύτερο μῆλο καὶ ἔδωσε σὲ κάθε ἀδελφὴ ἀπὸ ἕνα κομμάτι. Τότε τοὺς ἀποκάλυψε καὶ τὴν ἱστορία τοῦ θείου δώρου καὶ ὅλες μαζὶ δοξολογοῦσαν τὸν Ὕψιστο γιὰ τὰ ἀναρίθμητα χαρίσματα πρὸς τὴν Ἡγουμένη τους. Τὸ τρίτο μῆλο ἡ Εἰρήνη τὸ φύλαξε γιὰ τὶς τελευταῖες μέρες τῆς ἐπίγειας ζωῆς της.

Τὴ Μεγάλη Παρασκευή, οἱ ἀδελφὲς ἔψαλαν τὰ ἅγια καὶ σωτήρια Πάθη καὶ ἡ Εἰρήνη, μόνη της μέσα στὸ ἱερὸ βῆμα, γονατισμένη, εἶχε παραδοθεῖ σὲ προσευχή. Τότε εἶδε θαυμάσιο ὅραμα: ἄνοιξε ὁ θόλος τοῦ ναοῦ καὶ πλῆθος ἀγγέλων ἐμφανίστηκαν, οἱ ὁποῖοι ἔψαλλαν δοξαστικοὺς ὕμνους καὶ θυμιάτιζαν τὴν ἁγία Τράπεζα. Ἐμφανίστηκε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, θριαμβευτὴς μὲ τὸ σταυρὸ στὸν ὦμο. Οἱ ἄγγελοι γονάτισαν νὰ Τὸν χαιρετήσουν, ἐνῶ ἡ λάμψη Τοῦ θάμπωσε τὴν Εἰρήνη, ἡ ὁποία ἀντικρίζοντας Τὸν ἔνιωσε τὸ σκίρτημα τοῦ θείου ἔρωτα καὶ χαμήλωσε τὸ βλέμμα της. Ὅταν δειλὰ ὕψωσε τὰ μάτια της καὶ πάλι, τὸ ὅραμα εἶχε χαθεῖ. Δίπλα της βρισκόταν μόνο ὁ ἄγγελος-ὁδηγός της, ποὺ τόσες φορὲς τὴν εἶχε διακονήσει: «Γίνου ἕτοιμή» της εἶπε ἁπλὰ καὶ ἐκείνη κατάλαβε ὅτι πλησίαζε ἡ ὥρα νὰ διακονεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ οὐράνια.

Τὸ σύντομο διάστημα ἀπὸ τὸ οὐράνιο αὐτὸ μήνυμα μέχρι καὶ τὴν ὁσιακή της κοίμηση, ἡ ἁγία προετοίμαζε τὴν ἀκολουθία της γιὰ τὸ μεγάλο γεγονός. Στὸν ἱερὸ ναὸ τὸν Ἀρχαγγέλων τὶς δίδασκε γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, τὴ μελλοντικὴ κρίση καὶ τὴν αἰωνιότητα. Ἡ διδασκαλία τῆς ἀνέβαζε τὸ πνεῦμα τῶν μοναζουσῶν σὲ οὐράνιες σφαῖρες. Ὁ θάνατος εἶναι δύσκολο γιὰ κάθε ἀνθρώπινο πλάσμα καὶ ὅσο πλησίαζε ἡ ὥρα, τόσο ἡ ψυχὴ τῆς ἁγίας ἔνιωθε τὴν ἐπιθανάτια ἀγωνία, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν ξέφυγε οὔτε ὁ ἐνανθρωπίσας Κύριος.

Μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος τακτοποίησε τὶς ὑποθέσεις τοῦ μοναστηριοῦ καὶ ὑπέδειξε τὴν ἄξια διάδοχό της. Μιὰ ἑβδομάδα πρὶν τὴ μεγάλη ἡμέρα, νήστεψε τρώγοντας μόνο ἀπὸ τὸ παραδεισένιο μῆλο καὶ καθημερινὰ κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ξημέρωσε τέλος ἡ Κυριακή, ὅπου γιὰ τελευταῖα φορὰ ἡ Εἰρήνη παρακολούθησε τὴ θεία λειτουργία, ἀπάγγειλε τὸ σύμβολο τῆς πίστης μας, κοινώνησε, ἀγκάλιασε τὶς ἀδελφὲς καὶ τοὺς ζήτησε συγγνώμη καὶ τέλος γονάτισε μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη, ὕψωσε τὰ χέρια της καὶ προσευχήθηκε γιὰ τελευταῖα φορὰ μὲ αὐτὰ τὰ λόγια: «Δέσποτα, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος. Σὺ ὁ Ποιμὴν ὁ Καλὸς ποὺ μὲ τὸ Πανάγιο καὶ Πολύτιμο Αἷμα Σού μᾶς ἐλύτρωσες ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, ἄκουσε τὴν τελυταία δέησι τῆς ταπεινῆς Σου δούλης. Στὴν κραταιά Σου χείρα παραδίδω σήμερα τὸ μικρὸ τοῦτο ποίμνιο. Σκέπασέ το μὲ τὴ θεία σκέπη Σου καὶ διαφύλαξέ το ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἀοράτου ἐχθροῦ. Διότι Σὺ εἶσαι ὁ ἁγιασμός μας καὶ ἡ ἀπολύτρωσις καὶ Σὲ θὰ δοξάζουμε αἰωνίως. Ἀμήν».

Στὴ συνέχεια, σιωπηλὰ καὶ ἤρεμα, μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ της στὸν οὐράνιο Νυμφίο της, ἀποσύρθηκε στὸ κελί της καὶ πλάγιασε στὴν ἀσκητική της κλίνη. Οἱ μοναχές της, μὲ σιωπὴ ποὺ δονοῦνταν ἀπὸ εὐλάβεια, τὴν περικύκλωσαν καὶ τὴν ἔβλεπαν νὰ χαμογελᾶ σὲ πλάσματα ποὺ οἱ ἴδιες δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν παρὰ μόνο νὰ νιώσουν μὲ τὴν ψυχή τους. Μὲ αὐτὸ τὸ οὐράνιο χαμόγελο, τὸ ὁποῖο ἀποδείκνυε τὴν ἀπόλυτη μακαριότητα καὶ γαλήνη τῆς ψυχῆς της, παρέδωσε τὸ πνεῦμα της ἡ ἁγία Εἰρήνη, Ἡγουμένη τῆς μονῆς Χρυσοβαλάντου, σὲ ἡλικία 104 χρόνων, ὄντας ὅμως σωματικὰ πάντοτε νέα καὶ ὄμορφη.

Ἡ ὁσιακή της κοίμηση διαδώθηκε σὲ ὅλη τὴ Βασιλεύουσα ἀστραπιαῖα καὶ χιλιάδες κόσμου συνέρευσαν στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ προλάβουν νὰ προσκυνήσουν τὸ ἱερὸ σκήνωμα τῆς πνευματικῆς τους μητέρας. Ἐπικεφαλῆς ἦταν ὁ πατριάρχης, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ ἀπὸ ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις καὶ τῶν ἀρχιερέων καὶ λοιπῶν κληρικῶν συνόδευσαν τὴ μακαριστὴ Ἡγουμένη στὴν τελευταία της κατοικία, στὸ παρεκκλήσι τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Θεοδώρου. Ἡ ἄρρητη εὐωδιὰ ποὺ ἀνάβλυζε ἀπὸ τὸ σεπτό της σῶμα ἐπισκίαζε ὅλα τὰ πανάκριβα ἀρώματα ποὺ ἔφεραν οἱ εὐλαβεῖς προσκυνητές.

Ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴ μνήμη τῆς ἁγίας Εἰρήνης, τῆς ἡγουμένης τῆς μονῆς Χρυσοβαλάντου, στὶς 28 Ἰουλίου. Στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία, ἡ ἁγία ἀπεικονίζεται μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἡγουμένης, νὰ κρατάει στὸ δεξὶ χέρι της τὰ τρία θεόσταλτα μῆλα. Ὁ ἄγγελος, ὁ ὁποῖος τὴν βοηθοῦσε στὸ δύσκολο ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν, στέκεται μπροστά της κρατώντας εἰλητάριο μὲ τμῆμα τοῦ χαιρετισμοῦ ποὺ τῆς ἀπηύθυνε («Χαῖρε δούλη τοῦ Ὑψίστου, Εἰρήνη...»). Εἰλητάριο κρατεῖ καὶ ἡ ἁγία στὸ ἀριστερό της χέρι, τὸ ὁποῖο ἀναγράφει παραινέσεις τῆς ὁσίας (συνήθως, διαβάζεται ἡ φράση: «Φῶς μοναχῶν, ἄγγελοι· φῶς κοσμικῶν, μοναχοί...»). Δίπλα στὴν ἁγία, ἁγιογραφεῖται τὸ κυπαρίσσι ποὺ λύγιζε, ὅταν ἐκείνη προσευχόταν μὲ δεμένο τὸ λευκὸ πανὶ στὴν κορυφή του, ἐνῶ στὸ βάθος φαίνεται ἡ μονὴ τοῦ Χρυσοβαλάντου. Συχνά, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς θύρες τῆς μονῆς, ἀπεικονίζεται ἡ καλόγρια ποὺ εἶδε τὴν ἁγία νὰ αἰωρεῖται προσευχόμενη.

Ταῖς πρεσβείαις τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Εἰρήνης τῆς Ἡγουμένης τῆς Μονῆς τοῦ Χρυσοβαλάντου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.


Saint Irene, Abbess
of Chrysovalantou Monastery

Saint Irene Chrysovalantou flourished after the death of the greedy Emperor Theophilos I. After Theophilos's death his spouse the most reverend and God-loving Theodora, took the throne. The Empress Theodora supported the Orthodox faith and re-established the veneration of the holy icons, as was the tradition of the Orthodox Church. The Empress Theodora was reigning in place of her son, Michael, who was not yet of age to assume rule of the empire. When Michael was twelve years old Theodora sought to find him a suitable wife. She sent her scouts on a mission to find a beautiful girl who was noble as well as virtuous and worthy of becoming an empress.

In the land of Cappodocia there lived a beautiful girl of great virtue. She was the daughter of noble parents and her name was Irene. The scouts new of Irene's virtue and beauty and quickly took her to the empress in hope that she would one day become empress herself. Irene had one sister who was taken as wife by the Empress's brother Vardis.

As the scouts escorted the fair Irene to Byzantium, they neared Olympus. Irene had heard of a man that lived an extremely ascetical life on Mt. Olympus named Ioannikios the Great and knowing that he was a holy man she very much desired to see him. She begged the scouts to lead her to the saint so that she may receive his blessing. The spies finally agreed but St. Ioannikios, only appeared to those worthy in heart. Upon their approach St. Ioannikos recognized the spiritual progress of the young girl and exclaimed, «Welcome servant of God, Irene. Go to the capitol and rejoice for the Convent of Chrysovalantou needs you to shepherd her virgins.»

Upon hearing this Irene was quite amazed that the holy man even knew her destiny, let alone her name. She therefore fell to his feet and praised him. Before she set on her way, St. Ioannikios gave her spiritual advice to strengthen her.

When Irene finally arrived at the capitol her relatives, who lived in the city, came to greet her. They all had their own ranks among others in the kingdom. They came forward with some of their noble friends and greeted her with much honor, as was truly due her. The King of kings, who called all things from nothingness into being, provided that the earthly king had chosen another girl to be his bride several days before Irene even arrived. Irene was not in the least upset by this, but rather, she gave thanks to God that He enlightened the king to choose another wife.

Many other noblemen and leaders, the richest men of Constantinople, sought to make Irene their wife because of her beauty and nobility. However, she desired no other bridegroom than the heavenly Bridegroom. She all-wisely rejected all the temporal and earthly things and sought a place to pass her life peacefully and pleasing to God.

So remembering the words of St. Ioannikios the Great, she sent people to visit the Convent of Chrysovalantou so that she might know what it was like. They found that the Convent of Chrysovalantou was in a quite beautiful and quiet place with a surprisingly good community of nuns. Upon hearing of the Convent's good fame St Irene rejoiced and gave to the poor not only all the expensive clothes that her parents had given her, but also all the priceless things the queen had bestowed upon her. She then freed all of her servants and slaves, cut her long golden hair and entered the Convent of Chrysovalantou with all eagerness. Irene effectively abandoned every worldly vanity and every worldly way of thinking. She the tender, noble, and most beautiful, dressed herself in a habit of animal hair and rejoiced as she took up the light yoke of Christ, the Anointed One and Most Sweet. She subjected herself to all the sisters with amazing humility and served all the needs of the convent with great care and tirelessness without ever contradicting. She never considered that she was from a noble family and far too good for such work and performed the most humiliating services without complaint. Her very image shown brightly and in her soul she had compunction and happiness.

The abbess of the convent was a woman of great virtue for this abbess was a struggler at the spiritual trials and always advised towards good works. Irene had the grace of God which had mystically descended upon her. This same grace taught her what was of benefit for her soul for without this grace, as the Lord himself says, man can do no good. «Without me you can do nothing but the one who lives in Me and I in him, this one brings forth much fruit.» Thus this ever-memorable one, as good and fertile earth brought forth fruit to Christ and was pleasing in the eyes of God and in the eyes of the entire sisterhood of the convent and all were amazed by her. Such was the trust that Irene had gained that she was made the treasurer and purchaser of the monastery and was given the care of the silver Pieces of the convent. She was obedient to all, displayed great humility and never scandalized or hurt any of the sisters. She was well loved and respected by all of the nuns. Irene was not only very capable of all her physical duties, but more so of all of her spiritual duties. She was never missing from the church services and in her cell she would read the lives of venerable monastics in order to imitate their lives and to teach the sisters and incite them to similar endeavors.

One day as she was reading the life of St. Arsenios the Great and learned that he remained awake until the morning hours praying. She too desired to perform this act and so she sought permission from the abbess to also practice this spiritual struggle. The abbess at first hesitated to give Irene her blessing to perform this ascetic act, fearing that she might become ill from over-exhaustion, but seeing her eagerness and knowing her humility and her stability she blessed Irene to carry out this ascetical practice. Irene began this super-human struggle even though she had not lived in the monastery for one year. The grace of God, however, gave her strength and she would stand from evening until morning with her hands lifted up as Moses and praying to God. Many other times she would do the same from morning until sunrise and other times she would stand in prayer all day and night. The abbess was all the more impressed by Irene's progress.

When three years had passed from the day St. Irene began this great ascetical struggle, the hater of all good, the devil himself, saw her great struggles and sought to trap her in transgression. He was, however, unsuccessful. St. Irene had not succumbed to the passions and had so much given up care for her flesh for the sake of her soul that she rejected and totally despised all physical things (food, glory, money, clothes, etc.). She possessed only one habit. She would wear her habit for the first time on Pascha and continue with it for one full year without taking it off or ever washing it. When Pascha would come she would put on the new one and give the old one to the poor. Her diet consisted of bread and water, once a day, and perhaps some herbs. She was not prone to vainglory and had totally forgotten her noble upbringing.

The demon who was unsuccessful at inciting St. Irene to commit a sin at all, showed forth discord in Irene's mind by reminding her of the pleasure of her former life and stirring her with carnal desires. The man-hating one in vain tortured her, for she recognized his attack all too well and she confessed his attempts to her abbess so that she would be delivered from the temptation of this demon and she continued her struggles as before.

One night, as she was praying as usual, a demon took the form of a very ugly black man and stood from a distance while insulting her, trying, the weak one that he is, to instill a terror in the servant of God. The demon said to her, «You fortune-teller and ill-fated woman, against me do you battle without realizing what I am and how great my strength is?» These and other insults did the all-conniving one say to her, but our saint of God made the sign of the cross and the demon disappeared immediately.

One day after another, St. Irene was plagued with dark imaginations. Even though they deeply disturbed her she, the courageous one, waged battle against the passions of the flesh and was triumphant. She would often fall to the ground and pray with tears to the Lord. She often called upon the all-powerful Theotokos for help and to the Archangels Michael and Gabriel to whom the monastery's church was dedicated. She also called out to for assistance to all the heavenly saints so that they might rescue her from the snares and unclean suggestions of the demons. St. Irene prayed using these words, «All-holy Trinity, All-powerful, through the intercession of the Theotokos, and the supplications of the Archangels Michael and Gabriel, and all the heavenly powers, and all the saints, help your servant and deliver me from the assault of this demon.» In this way our holy mother prayed many days and nights until divine illumination descended on her from above and overshadowed her soul and drove out all the evil imaginings, leaving the saint unbothered, so that she began even greater ascetical struggles and more eagerly labored for God.

Whoever beheld this saint of God, Irene, saw in her great and holy desire and her many God-given graces. She had become a chosen vessel, as the Great St. Paul says and a container of the Holy Spirit, having abiding in her soul the living Christ. She was no longer living according to the flesh, but for Christ in spirit while Christ lived in her, as the Holy Apostle writes. In this way St. Irene became totally enlightened and led many souls towards the Light of Truth. It came to pass that people of all classes would run to her in numbers. Diligently, she taught and advised with prudence and sweetness.

Suddenly, however, the abbess of the monastery became very ill. All the nuns mourned in their cells for they knew that she had reached the end of her earthly life. Since the abbess was so virtuous they were grieved by her impending departure. The nuns mourned but the humble Irene mourned ever so much. The dying abbess said to them with all meekness, «Don't be sad about me, for you have a good abbess more capable and more wise than I and to her be ye all obedient with your whole soul. I am speaking about Irene, the daughter of light, the lamb of God, the vessel of the All-holy Spirit and do not choose for yourselves any leader other than Irene.» The blessed abbess, having reached her last hour said to her Master, «Glory to your mercy, O Lord!» as she gave up her soul to the angelic hands that were awaiting her.

The venerable Irene was not present when the abbess departed from the earthly world. Likewise, none of the nuns told Irene what the abbess had said, for knowing Irene's great humility and how she turned away from vainglory, they feared that she might leave the convent if she heard such words. Therefore, they buried the deceased abbess as it was fitting and they proceeded to the church that God might enlighten them.

At that time the Confessor of the faith Methodios was Patriarch of Constantinople. During the iconoclastic controversy this holy patriarch had endured many tortures and bore on his body the marks of the price he paid for Holy Orthodoxy. Truly he possessed the Holy Spirit and he was able to know the future. When the other sisters were ready to depart for a visit to the patriarch Irene did not want to go with them and she found an assortment of reasons and obstacles not to go. The nuns, however, managed to force Irene along. When they had arrived and had received the patriarch's blessing, he asked them which of all the nuns they had considered for the new abbess. They replied that they had chosen no one but rather had their trust first in God and in his holiness the patriarch, as he possessed the Holy Spirit. Therefore, he was asked to make the decision for the Holy Spirit would guide him. The God-bearer then responded that he knew that all the nuns wanted the honorable and pure Irene and that their opinion was good and pleasing to God. The patriarch gave thanks to God that He had revealed to him the virtuous acts of his handmaid Irene.

The sisters were amazed and venerated him by saying, «Truly God dwells in your righteous soul and He enlightens you and makes the hidden things known unto you.» Immediately the saintly patriarch arose from his throne and singing the required hymns, incensing, and blessing the Lord, he ordained Irene a diaconess of the Great Church, knowing by the Holy Spirit that she was clean. He later read over her the prayers of the installation of an abbess. He then instructed her on how to proceed in guiding the sisters in the way of salvation and in peace. He blessed Irene as well as the sisterhood and sent them on their way back to their convent. Irene cried long and hard. She felt unworthy of such a position. The sisters tried to comfort her by saying to her, «Don't feel sad that you have been assigned our protection for we will always remain obedient to you and we will help you in all godly endeavors as much as we are able.

When they arrived at the convent they gave thanks to God and escorted Irene to the cell of the abbess. Irene cried on. She closed the door of her new cell and fell on her face, «Master, Lord Jesus Christ, the Good Shepherd, our Guide and Teacher, help Your handmaid and this Your small sheepfold and deliver us from the grasp of the noetic wolf, for you know our weakness and that we are not able to do anything good without your help and grace.»

She had prayed to the Lord in this manner for a long time and addressed herself by saying, «And you, lowly Irene, perhaps you realize what a burden Christ has placed on your shoulders? You take the responsibility for souls for which God took flesh and became man and shed His all-holy and all-precious blood. If you allow one soul to be lost you will answer to God for this on the judgment day. You will receive hell as your reward for having taken on yourself the care of so many souls, if you are careless and one of these souls is condemned. The Lord Himself says that the soul is worth more than the whole world. Therefore, hold vigil, fast, pray and be careful that from today on that your own fault does not become cause for one of the sisters to lose her soul, so that the words of Christ that say, 'a blind man leading a blind man causes the two to fall into a pit,' may not be fulfilled in you.»

Irene struggled ever harder and spent many days praying and fasting. She would also spend the night kneeling and making many prostrations. She never gave rest to her body, so that the Lord, seeing her many struggles, might be merciful to her and give her wisdom to guide her flock God-pleasingly.

According to her desire, the Lord gave her much wisdom and she was praiseworthy in guiding the sisters. She taught and taught with wisdom surpassing the great teachers and rhetoricians. Below is a small selection of some of her precepts and admonitions:

"I know well, sisters in Christ and honorable offerings to God, that it is neither proper nor blessed, that I the unworthy and uneducated should teach you, but because the mercies of God are unfathomable and incomprehensible, His grace established that I should be your superior. I, your worthless servant, beg you to obey me and to listen to the words of my lowliness. When we don't keep the rules and orders of this schema which we wear, and we don't do that which we promised before God and angels, we are of no benefit, just as faith without works is dead, as we have heard. Christ has promised us for the small amount of fatigue that we endure here in this transient life, to give us the kingdom of the heavens and unending life, delight, and eternal pleasure. It was for Christ that, having believed in Him as we should, we left the charms of this world as being false and passing, in order to inherit those true and eternal things. If therefore, we don't keep the commandments of the Lord, wretched and miserable that we are, then we will lose these transient things along with the eternal things like the unwise virgins, we will be truly unworthy and foolish. Since the soul cannot be divided into two parts, one that seeks delights and one that seeks temperance, one that is haughty and one that is humble, we must totally hate all of our failings and toil to dispel from our soul every worldly desire, so that our internal state resembles our external state and we may work on attaining all the other virtues.

Remember that the virtues of the soul are preferable to the virtues of the body. Fasting and vigils and the other hardships of the body do not benefit us so much when the virtues of the spirit are lacking. The virtues of the spirit are humility, love, understanding, almsgiving to the poor, and all the other good and God-pleasing acts. After all of these things let us also work on the virtues of the flesh and let us fast as much as possible.»

These and others such as these was St. Irene advising her flock, with motherly affection. Her spiritual children would eagerly accept everything she would tell them and they brought forth much spiritual fruit. Our venerable Mother Irene, seeing that her counsel brought forth much reward to the souls of the sisters rejoiced and thanked the Lord, whom she loved with all of her soul and strength. Having in God unshakable faith and immeasurable love for the sisters, St. Irene dared to ask of God a great and super-natural gift, the gift of spiritual clairvoyance. She desired to be able to know the secret transgressions of all the sisters, not out of human curiosity, but in order to correct them so that not even one be condemned to hell.

The Lord, seeing that her goal was a good one, immediately heard her request and sent to her from the heavens a light-bearing angel who appeared to her dressed in a stunning white garment.
Irene was not frightened nor disturbed at the sight of the angel, but rather rejoiced. The angel greeted her by saying, «Hail most faithful and productive handmaid of God! The Lord has sent me to serve you according to your request for those who are destined to be saved by you. The Lord commanded me to always stand by your side and to wisely reveal to you daily the secrets of each one.» Having said this, the angel, for the time being, disappeared. Our venerable mother fell to the ground in joy thanking the Lord and from then on this angel was always beside her. This angel would appear to her, conversing with her as a Friend each rime it was needed for her to know something secret. This gift was given to her not only for all the nuns who were under her spiritual care, but also for the many that came to her seeking to hear her golden words. Whenever Irene would see someone who had committed a wrong-doing she would teach him about the eternal bell trough which all those who die unrepentant are condemned. St. Irene would speak in this way whether she was addressing a nun or a laywoman. She never corrected a person in front of others so as not to humiliate him but rather she employed the appropriate manner to bring each person to repentance.

Irene would pray from the evening until the time of the service of Orthros. After the service she would sleep until the sun rose. She would then go into the church and call the sisters one by one to confession and if one of them did not tell of all sins committed, St Irene would advise as the angel would instruct. All the nuns came to respect her as a saint. Word spread quickly about the holiness of the abbess of Chrysovalantou. Inhabitants of the city came to see this honorable and venerable person by the hundreds. The nobility, political leaders, women, virgins, young, and old. Irene taught with such wisdom and compunction and the name of the holy abbess of Chrysovalantou became ever so popular.

Irene continued to pray hard and long. One night as she was praying with her hands lifted up towards heaven, the demons came into her cell and began to scream in a terrifying voice. They spoke in an unfit manner and tried to distract our holy mother from prayer. They, however, were unable to phase the Saint. Nevertheless, the demons continued to taunt Irene and mimicked her by saying,
"Wooden Irene, wooden feet hold you up. For how long will you torture our race, how long will you burn us with your prayers and how long will you hurt and make us sad?» Our venerable mother remained unphased. This audacious demon then lit a candle from the votive lamp and continued to light the mantle and veil of the saint herself on fire. The flames reached down to the ground and burned not only the saint's clothing, but deep into the skin on her shoulders, chest, and back. Her entire body would have surely burned had it not been for one of the sisters who rushed it to put the fire out after smelling it from her own cell down the hall. Unbelievably, The saint continued to stand unphased buy the whole event. Irene stood tall, hands still in the air and praying to our Lord above. «My child», Irene said to the frightened nun, «why did you do such a bad thing and interrupt the good that was taking place? We shouldn't think about the human things, but rather about the divine. An angel was standing in front of me weaving a wreath of various marvelous and fragrant towers and as he stretched out his hand to place this wreath on my head, you came in. You thought that you were committing a praiseworthy act but instead committed a most unpraiseworthy act. The angel saw you and left. You brought to me sorrow and I lost a great opportunity.»

The sister began to cry as she began to gather up the fragments of our venerable mother's habit They were partly burned and stuck to her flesh. A glorious fragrance came forth from her. This Fragrance was sweeter smelling and more powerful than all the costly perfumes that could be purchased. This aroma filled the monastery for many days and the nuns glorified thy God for this was a true miracle. St. Irene did not own a second garment and her cell-attendant brought her a new one. In just days wounds that would have killed most people were miraculously healed by the Physician of our souls and bodies and she was granted the grace of prophecy.

At the time a certain eunuch of her sister (the wife of Caesar Vardis) came to visit the saint. Irene called him aside secretly and said to him, «Kyrillos, (this was the eunuch's name) tell my sister to prepare her things because in a few days her husband will die as an outcome of a plot of King Michael. After a little while this King will also lose both his kingdom and his life by another machination against him due to his foolish misdeeds. Be cautious not to say anything to anyone. None of our relatives should dare to rise up against the new king who will rise to the throne, neither should they deter him in any way, even if he will assume the throne after a murder, for God has loved him because he fears Him and God has been gracious to him.»

Learning of all this, the sister of Irene told her husband of the prophecies, being overcome by her love for him. Her husband from his pride and foolhardiness, rather than running to the Lord with tears and begging mercy, remained indifferent. He was interested only in learning who would be the next king and many times he sent messages to our holy mother Irene trying to learn the future king's name. A few days later he was killed in the military camp. King Michael was then killed in the same way and Basil the Macedonian became king.

A noble and beautiful woman from Cappadocia, the home-city of St. Irene, was engaged to a certain man. Later on, however, she thought better of it and decided against marraige. She decided instead to become a nun at the famed monastery of Chrysovalantou. The demon grew jealous, however, and filled her ex-fiance with tremendous sexual passion. However, the man knew well that he would not be able to enter the monastery. Instead, he hired a powerful magician, a most able servant of the devil to whom he gave him a large amount of money for the deliverance of the woman he wanted as his wife. The magician wrought his evil art in Cappadocia and the woman in the monastery went completely out of her mind. She began to run around the convent screaming and crying out the name of her ex-fiance and swearing that if they did not open the doors of the convent she would suffocate. Our venerable mother heard the uprise and cried, «Woe to me the wretched one, if by the carelessness of the shepherds the wolves snatch the sheep away.

However, in vain do you labor, O sly devil, because Christ will not allow you to swallow my lamb.» She then called the sisterhood together and instructed them to guard themselves against the snares of the demons and she ordered them all to fast for the entire week while praying to God and each one of them to make a thousand prostrations a day with tears for this sister of theirs who was undergoing temptation.

Our venerable mother prayed in her cell daily for this sister and on the third day, she saw St Basil the Great in front of her and he said to her, «Why do you deride us, Irene? We have left our homeland and all the vile and impious acts take place there now. When the sun rises take your sick disciple and bring her to Vlachernae and there the mother of our Master Christ who is powerful will make her well.» Having said this, St. Basil disappeared. St. Irene took the sick sister along with two other nuns and arriving at the Church of Vlachernae, they prayed the entire day with tears in their eyes. At about midnight, St. Irene fell asleep and in her sleep she saw many people dressed in brilliant golden clothes and preparing the roads with the most fragrant flowers and incense. Our venerable mother then asked why so much preparation was taking place. They answered that the Mother of God was coming and warned her to prepare herself that she might be accounted worthy to venerate God's mother. Then the Mother of the Life arrived followed by a vast crowd. So much did the face of the Virgin radiate that it was not possible for a mere mortal to gaze upon her. Our Lady having looked at all the ill, assembled in the church, looked at the disciple of St. Irene. Our venerable mother Irene fell at the spotless feet of the Mother of God, full of fear and trembling. The Mother of God then called on St. Basil the Great and asked him what Irene needed. St. Basil explained to the Theotokos exactly what St. Irene's need was. Hearing this the Theotokos said, «Call here, Anastasia!» When St. Anastasia had arrived, the Mother of God said to her, "Go with Basil to Caesarea, and study carefully the situation in order to cure this girl, for to you my Son and God has granted this grace.»

Venerating the Theotokos, St. Anastasia and St. Basil left in all haste in order to perform the ordained task. Our venerable mother Irene then heard a voice saying. "Go to your convent and she will be made well.» On awakening, Irene explained to the sisters what she had seen and they went on their way rejoicing greatly. When they arrived at the convent it was Friday at the time of vespers and all the nuns were gathered at the church. St. Irene explained her vision and then ordered them all to raise their hands and eyes towards heaven and with all their hearts and burning tears to cry out, «Lord have mercy!» After a long time, when the entire floor of the church had become wet from the tears of the sisters, St. Basil and the Great-martyr Anastasia appeared floating in the air and the sisters heard them say, «Irene open your arms and receive this, and don't grieve us needlessly again.» (St. Irene had been praying before the icon of St. Basil and begged him to free Caesarea from magicians). Stretching out her hands, St. Irene received from the midst of the air a package weighing about three liters and containing a host of charms including strings, hair, and lead, bound together with the names of demons written upon them. It also contained two small idols made of lead, one in the shape of the ex-fiance and the other in the shape of the sick nun, stuck together as if they were committing a sin. The nuns were amazed and remained praying the entire night. They thanked the Theotokos. In the morning, St. Irene sent the sick nun, along with two other nuns to Vlachernae. Taking with them the charms, oil and prosphora, they attended the Divine Liturgy. After the liturgy, the priest anointed the sick nun with oil from the vigil lamp and later put the magical charms on live coals. As the charms burned, the nun became well and regained her senses. When the spell of the charms was totally broken, a crying sound came forth from the coals that resembled the squealing of pigs at their slaughter. The nuns returned to the monastery glorifying God that He does such strange and magnificent things and on entering the monastery they told all what had happened.

The humble Irene, seeing that she was revered for her holy acts, all the more condemned herself and tears were always to be found in her eyes. She would especially cry during the Holy Liturgy when the priest would sacrifice God on the holy altar. She would ponder how the invisible and immortal God accepted to become man and to be crucified for our love and to prepare for us those divine mysteries that we might receive them as food and drink. Being overcome with compunction, she was not able to hold back her grief and she would bow down her head so that no one would see her crying, feeling that she was a thief and evil-doer and committed great misdeeds.

Let us relate to you another of her miracles during her lifetime: A young man by the name of Nicholas used to take care of the vineyard of the convent of our venerable mother. Nicholas fell in love with one of the nuns of the convent and could find no peace day or night for desire of this nun. The devil led Nicholas to this passion in order to punish St. Irene. So much did the evil one darken the mind of this young man that one night as he made his way towards the convent he fantasized that he found the gate of the cloister open, went into the cell of this nun, fell down with her on her mattress and did that which he desired. He then actually fell down on the ground and began to grind his body up against the earth. Not only did he cut and bruise his body but he also gave the demon a chance to disturb him.

In the morning, the doorkeeper opened the gate of the monastery and noticed him outside possessed, foaming at the mouth and writhing. She went and told our venerable mother what she had seen and asked her if she knew the reason that Nicholas was now possessed. Falling down in Prayer, St. Irene said, «Blessed are you O Lord, that you did not allow us to become neither the prey nor the victims of the demons.» She then sent the young man to the Church of St. Anastasia to be healed. A few days later Irene saw a vision of St. Anastasia and heard the Great-martyr say to her, "To free yourself from this possessed man you sent him to me? Only you, my sister, can make him well.» So, St. Irene ordered that the young man be brought to her. So that no one might learn of her miraculous power St. Irene did not cure the man immediately but rather they tied him to a column of the church. The saint, along with the other sisters, prayed daily for him. When the priest was serving the Divine Liturgy and had put down the holy gifts on the holy table after the great entrance the possessed man broke the chain that was binding him and ran into the altar. He grabbed the priest and began to bite his shoulder as if he was actually trying to eat his flesh. Immediately our saint of God rushed to the possessed man and ordered him to remain still. Seeing the saint, Nicholas wanted to run away, but he was not able to move at all being held tighter by the command of the saint than by any chain. When the liturgy had finished, our venerable mother remained alone in the church with the possessed young man. She prayed to the Lord and then addressed the demon. She ordered the demon to tell her the reason and the manner with which he had entered this man. The demon, forced by divine power, answered all of our saint's questions honestly. She then commanded the demon to come out of the man. Shaking the man and throwing him down to the ground the demon came forth. St. Irene raised the man up and advised him as to how to always be careful in avoiding overeating and intoxication. Never to be absent from church on any feast day and to pray without ceasing so that the demon might never again get a chance to bother him. When people would ask him, «Who cured you?» he would respond, «The Lord through the prayers of His angels.» Nicholas went forth praising and giving thanks to God.

Our saint remained as before, occupied with her ascetical struggles and often spent the entire day and night in prayer for one, two, and even three weeks at a time. So long and in such ecstatic prayer would she have her hands upraised that she later would be incapable of lowering them. At such times she would call one of the sisters to help her lower her hands and from far away one could hear her shoulders cracking. She would not eat bread from the beginning of Great Lent until Pascha. She would eat only fruit and vegetables only once a week with a little water. On major feasts she would hold vigil and not sleep an all. She would spend those nights praying and chanting and many times she would stand out in the convent's yard praying with much compunction. When she would look at the stars and the vastness and the beauty of the universe, she would glorify the Creator who wisely made all things.

One night a sister of the nunnery noticed St. Irene praying in the outer yard of the convent. Our venerable mother's feet were not touching the ground but rather she was standing in the air about two yards above the ground! Near her there were two extremely tall cypress trees. So long as our glorious saint was praying the two cypress trees bowed down to the ground and waiting for our venerable mother to finish her prayer. When finished with her prayer St Irene touched the treetops and blessed them in the sign of the cross as they returned to their original position! The nun, saw this amazing site and became frightened. She watched this strange event for three hours. She went so far as to check the cell of her abbess in order to make sure that she was not dreaming. It was not a dream.

So was the nun terrified that she did not mention the event to the others. Several days later the nuns noticed two handkerchiefs tied to the tops of the two cypress trees. Our venerable mother had tied those two handkerchiefs there for the glory of God because many times the trees venerate her. Awed by this strange sight, one sister began to ask another, by whom, and how, and when might these handkerchiefs been hung on the tops of such tall and slender trees. Then the sister who had seen the above stated miracle explained to the other nuns how the cypress trees bowed when their abbess prayed. On hearing this, the other nuns were filled with joy and began to cry and even scolded the sister because she did not wake them so that they also might see the miracle.

When St. Irene learned that this nun had made known this great sign she became scandalized. She called the nun before her and asked her, «If you saw me, as a human being that I am, fall into sin would you tell everyone what sin I had committed?» Then our venerable mother warned this nun along with all the others, that if they ever reported another miracle as long as she lived that they would receive a very strict penance. The sisters saw countless other miraculous signs during our holy mother's life, but for fear of being chastised, they did not make them known to anyone.

It was the custom then of their convent to celebrate the feast of St. Basil the Great on the first day of January, because St. Irene had a great devotion to him as they were both from the same city. One particular year, after the priest finished serving the Divine Liturgy on this feast day, he came out of the altar and announced that there was a mouse in the altar that was defiling the sacred vessels and that the nuns should try to kill it. Our venerable mother went to her cell and prayed even for this seemingly very small request. When the priest was ready to leave the convent the abbess sent the ecclesiarch to the church and said to her, «Go to the door of the altar and there you will find a dead mouse. Throw it outside.» The priest found the mouse dead just as St. Irene had said and proclaimed, «Magnified is God in His Saints!»

On that same day, Wednesday, during the watchguard of the night, our holy mother heard a mystical voice say to her, «Receive the sailor who will bring you fruit today and eat this fruit rejoicing in your soul.» During the Orthros, St. Irene called two nuns to her and said to them, «Go to the convent's gate and you will find a sailor waiting outside. Bring him into the convent.» On meeting, the sailor our venerable mother exchanged greetings and asked him from where he was and how it was that he happened to come to the convent. He replied in this manner: "My lady, I am a sailor from the island of Patmos. I had embarked on a voyage with my crew to come here to Constantinople for a certain service I had to perform. When we were passing by the far end of my island we saw on the land a most pious and handsome looking old man. This old man yelled out to us to wait for him. However we were close to the land and there were many rocks there. We had a good wind behind us and we continued to speed along farther and farther away. The old man yelled again louder and at that moment the ship came to a complete stop and this old man began to come towards us while walking on the waves. At that point, he took out of his shirt three apples and gave them to me saying, «When you arrive in the capitol, give these apples to the patriarch and tell him that God sent them to him from paradise by way of His servant John.» Taking out three other apples he said to me, «Give these three to the abbess of Chrysovalantou whose name is Irene. Tell her to eat these in fulfillment of the desire of her soul because now I have brought these from paradise.» The old man then gave thanks to God and blessed us and immediately the ship began to move and the old man disappeared. I gave the three apples to the patriarch and now 1 am bringing you the other three.» Our venerable mother hearing this began to cry from joy and gave thanks to the beloved Disciple and Apostle of Christ. Then the sailor took the apples out of a silk and gold embroidered handkerchief in which he had kept them as divine possessions and he gave them to St. Irene with much reverence. These three worldly and corruptible apples were so large and so beautiful in their shape and so fragrant that in their physical nature alone they were an amazing sight. The only explanation for the beauty of these apples is that they were from paradise.

The sailor, received a blessing and forgiveness from the abbess before he went on his way. Our venerable mother fasted for one week to give thanks to the Lord for this gift He had sent her. After giving thanks in this way she began to eat a small piece of one of the apples every day without eating food nor even water for forty days. Whenever St. Irene would eat a piece of this apple a fragrance would exude from her mouth so strong that all the nuns of the convent could smell it. The entire convent smelled as if it had been washed with a most costly perfume and it truly smelled like paradise.

When the day of Great and Holy Thursday arrived, St. Irene blessed all the nuns to receive the Holy Mysteries and having received communion our venerable mother cut the second apple and gave a piece to each nun to eat. They all ate of it without knowing what it was being only aware of its great fragrance and sweetness. Not only did they taste the sweetness of the apple with their mouths, but on eating it they also felt a sense of joy and jubilance in their souls. The third apple she kept as a very valuable possession and every time she smelled it, she felt joy and comfort in her soul.

On Great and Holy Friday, when our Master suffered His passion, our holy mother was in ecstasy and as the sisters were singing the service of the Holy Passions with much, compunction, she beheld a vision. She saw an innumerable amount of beautiful and brilliant youth come into the church holding in their hands guitars and singing hymns to the glory of God in great harmony, sweetly and gloriously. They were also carrying vessels filled with myrth and they emptied these on the holy table. Then the angel who was waiting at the holy table cried out, «For how long my Lord?» A voice was heard answering the angel and saying, «Until the second Solomon shall come to join the heavenly things with the earthly and that they might become one, so long will the Lord magnify the remembrance of His handmaid.» At this point the youth in white cried out the «Glory to God in the Highest» and ascended to the heavens.

Our venerable mother, however, also had to pay her own debt as mortal man. An angel appeared to her and told her, «Be aware that in the coming year, on the twenty-eighth of the present month, when you will celebrate the martyr Panteleimon, you will come to stand at the throne of the Godhead.» It was then July twenty-sixth and at the Convent of Chrysovalantou that they were celebrating the consecration of the Church of the Archangel for on this day was its building and restoration completed.

The next year, when they were again celebrating this feast and the feast of St. Panteleimon, our holy mother received the holy mysteries having first fasted for one week according to the order of our Church. During that time she was praying and had not even drunk water at all during the week. She had only eaten of the holy apple that the beloved apostle of our Master Christ sent to her from Paradise. Before this time she had nor wanted to eat of this third and last apple because she wanted to have some comfort in this exile here on earth. Every time she or one of the sisters would fall into despondency or sadness or have a certain complaint, as humans are prone to, she would take the apple into her hands and from its unimaginable fragrance she would be immediately be filled with joy and would ponder what happiness awaits those who are to inherit the eternal heavenly kingdom. Again this time, upon eating the apple, the entire convent was filled with the heavenly aroma. After partaking of the apple, our venerable mother fell into agony, weeping, fearing death, and looking to heaven. The nuns, not being aware of what was happening, asked what had upset her that she was now crying. She replied to them, «Today, my children, I am leaving this world and you will no longer see me. When the hour will have come and I will leave this life for the eternal one, I want you to elect Maria abbess, because the Lord has chosen her as she will govern you God-pleasingly.

Be alert to walk the narrow and difficult road in order to find the spacious place of paradise. Hate the world and the worldly things because all of these temporal things are vain. According to the divine order, hate your own souls in order to save them. In a few words, don't do anything that your flesh wants, but rather the desire of God, because only He can help you at the hour of judgment.»

These and other spiritually beneficial words did St. Irene say to her sisters during her last hour. Then she lifted up her hands and eyes towards heaven and prayed in this way to the Lord, «Master, Lord Jesus Christ, the Son of the Living God, the Good Shepherd, who saved us with Your all-holy and precious blood, into Your hands do I give over Your small flock. Protect it in the shelter of Your wings and guard it against the snares of the devil, for You are our Sanctification and our Salvation and to You do we send up thanks and glory to all ages.» Having prayed this prayer, she sat down and began to smile, seeing before her the holy angels, who were greeting her. Then her face began to shine as the sun and she closed her eyes as one falling asleep and she Rave up her sacred soul to the Lord, having lived one-hundred and three years. Even though she had reached such a great age, her physical beauty had not faded as she looked like a young, beautiful girl, by grace of her virginity and by the fact that she had never known anything worldly. God had granted that the all-pure one remain in this state to give witness to the beauty of her soul and that grace had been bestowed on her by her heavenly Bridegroom.

The nuns of the convent began to weep and wail and they mourned their mother worthily. The entire city, men and women of every age wept. Such a crowd of men and women came to venerate her holy relics that the convent was not able to hold them all. Neither was it possible for them to bury her, because of the pilgrims who were arriving. When the night arrived they managed with difficulty to bury our venerable mother according to the order of our holy Church. According to the custom, the bishops brought incense and myrrh and most-precious perfumes, but the fragrance that came forth from our holy morher's relics far surpassed all of the earthly aroma.

Having sung the burial service, they placed the body of our venerable mother in a temporary burial place until they had prepared a tomb for her in the Church of St. Theodore, which was next to the Church of the Archangel and there was the body of our holy mother given final rest and from her tomb, more miraculous than the tomb of a martyr, came forth a most heavenly fragrance. The noble relative of St. Irene, who had been delivered from dearth by the intercession of the saint with the emperor, began to celebrate every year the memory of our holy mother in the most brilliant manner. All those who called on the name of our most venerable mother Irene, received that which was to their benefit.


THE STORY BEHIND
THE MIRACULOUS WEEPING ICON OF
SAINT IRENE CHRYSOVALANTOU

Beyond doubt, The Miraculous weeping icon of Saint Irene Chrysovalantou is the crowning jewel of The Sacred Patriarchal and Stavropegial Monastery. But how and why has such an icon gained such a powerful name and why do thousands of people visit the monastery from around the world each year to see it?

The icon was painted in 1921 by an Orthodox monk on Mount Athos, Greece. Athos is also referred to as «The Holy Mountain». It᾿s home to a semi-autonomous all-male monastic community of twenty monasteries composed of 1,500 inhabitants. The monasteries on Athos operate in the same manner that they have for over one thousand years. The monks keep Byzantine time, use the Julian calendar and spend their days in isolation, mystique and contemplation praying and fasting. It᾿s no wonder so many miraculous icons have originated from this holy place.

The icon of Saint Irene Chrysovalantou was brought to the United States of America in 1972 by Metropolitan Paisios of Tyana, abbot of the current Patriarchal Monastery in Astoria who also served time as a monk on Mount Athos for many years. Metropolitan Paisios᾿s dream was to errect a new monastery in the heart of Astoria dedicated to Saint Irene, the most gracious abbess of a very famous monastery during the 9th century AD called Chrysovalantou.

The fame of the monastery of Chrysovalantou reached the corners of the earth as its most gracious and all-holy abbess, Irene of Cappadokia, a woman with spiritual and bodily beauty so unparrallel that she was saught out to marry the King before she cut her long blonde hair and gave all she had to the poor so that she may devote her life to Jesus Christ.

Miracles, sick people healed, demons vanishing, souls saved and more miracles. Such dramatic events were all the more common at Chrysovalantou during this Holy abbess᾿s tenure as she relentlesssly guided her spiritual daughters to paradise. She prayed and she prayed. Days and nights she went on praying without stopping for food or water. Yet, even when Saint Irene Chrysovalantou eventually passed away at the age of 103(!) she was as beautiful as ever and barely looked over 30. But her miracles continued even after her death.

Metropolitan Paisios of Tyana knew it well and in 1972, with the icon of the Most Gracious Abbess of Chrysovalantou as his guide, he realized his dream as the Sacred Patriarchal and Stavropegial Orthodox Monastery of Saint Irene Chrysovalantou was founded in the heart of Astoria. As Irene᾿s pure life and her many miracles touched the lives of many who sought her help the monastery in Astoria rapidly gained fame and established itself as a center of orthodox faith.

Many came to visit her, to eat of her miraculous apple. Then came the miracles. People walked into the monastery, sick at heart and body and came out healed. Letters, hundreds of letters poured into the monastery from faithful thanking Irene for her miraculous interventions. Her fame grew larger still. Now other churches, other comminities far and near asked for Her visit.

Then came 1990. Yet another year marked with human blood. The United States of America was gearing up for the Gulf War. The icon of Saint Irene Chrysovalantou was on loan to The Greek Orthodox Church of Saint Athanasios and John the Baptist. October 17th... it happened...oh glorified be Thy name!

Tears. Our most gracious abbess wept as more tears rolled down Her Holy Icon.

The miraculous icon was returned to the monastery in New York but the Gulf war continued. Again tears rolled over her cheeks. News of the weeping icon spread quickly and thousands rushed to see her.

The miracles continue to this day.

By Demetrios Gianniris