Μητροπολίτης Γουμενίσσης Δημήτριος - «Ἡ Ζωὴ ἐκ Τάφων» (ἀποσπάσματα)

Βιβλίο παρουσίαση. Προέλευση: [www.imgap.gr/file1/IzoiEkTafon.html]


Τὸ βιβλίο «Ἡ ζωὴ ἐκ τάφων» περιγράφει ἀναλυτικὰ τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατὰ τὰ ἔτη 1959-1962 στὴν περιοχὴ Θερμή της Λέσβου. Τρεῖς ἅγιοι, ὁ Ἅγιος Ραφαήλ, ὁ Ἅγιος Νικόλαος καὶ ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἐμφανίστηκαν πολλὲς φορὲς καὶ σὲ πολλοὺς κατοίκους τῆς Θερμῆς καὶ τῶν γύρω χωριῶν, καὶ ἀποκάλυψαν ὅτι τὸ ἔτος 1463 ἐπιτέθηκαν οἱ Τοῦρκοι σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρίσκονταν στὸν λόφο πάνω ἀπὸ τὴν Θερμή, βασάνισαν φρικτὰ καὶ σκότωσαν τοὺς τρεῖς ἁγίους καθὼς καὶ πολλοὺς μοναχοὺς καὶ κατοίκους ποὺ εἶχαν καταφύγει στὸ μοναστήρι.

Οἱ ἅγιοι ἀποκάλυψαν τὰ ὀνόματά τους, τὴν ζωή τους, καὶ -τὸ ἐκπληκτικότερο- τὰ ἀκριβῆ σημεῖα ὅπου ἦταν θαμμένοι. Καὶ ὅλα αὐτὰ μὲ ἐμφανίσεις σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους, ἔτσι ὥστε οἱ μαρτυρίες του ἑνὸς νὰ ἐπιβεβαιώνουν καὶ νὰ συμπληρώνουν τὶς μαρτυρίες τοῦ ἄλλου.

Οἱ ἅγιοι ἐπίσης ὑπέδειξαν ποὺ νὰ σκάψουν γιὰ νὰ βρεθοῦν ἅγια εἰκονίσματα καὶ τὸ ἁγίασμα τοῦ ἀρχαίου μοναστηριοῦ, ἐνῷ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐμφανίσεις ἐπιβεβαίωσαν τὴν ἁγιότητά τους μὲ τὴν ἐπιτέλεση θαυματουργικῶν ἰάσεων.

Μιὰ ἱερὴ ἱστορία, ἕνας ἱερὸς τόπος ἀναδύθηκαν ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη λήθη μετὰ 500 χρόνια, καθὼς τίποτε δὲν εἶχε ἀπομείνει ἀπὸ τὸ ὁλοκαύτωμα τῆς ἀρχαίας μονῆς, οὔτε στὴν μνήμη τῶν κατοίκων, οὔτε στὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, ἀφοῦ τὰ χώματα καὶ τὰ ἐλαιόδενδρα κάλυψαν τὰ πάντα. Μόνο κάποια χαλάσματα ἀπὸ παλαιὸ ἐξωκκλήσι ἀπέμειναν στὸν τόπο αὐτό, χωρὶς οἱ ντόπιοι νὰ γνωρίζουν τὴν προέλευσή τους. Καὶ ὅταν, κατὰ θεία εὐδοκία, ἀποφάσισαν νὰ τὸ ἀναστηλώσουν, ἡ ὥρα τῶν θείων ἀποκαλύψεων εἶχε ἔρθει.

Στὴν συνέχεια παραθέτουμε χαρακτηριστικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο μαζὶ μὲ αὐθεντικὲς φωτογραφίες τῆς ἐποχῆς τῶν ἀποκαλύψεων.


Ἀπροσδόκητο εὕρημα

[.......................................]

Οἱ ἐργασίες ἄρχισαν στὶς 22 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1959, ἡμέρα Δευτέρα. Τὴν προηγούμενη μέρα εἶχαν ἀνεβεῖ ἐπάνω ὁ Ἄγγελος Ράλλης μὲ τὸν Δοῦκα Τσολάκη καὶ τὸν οἰκοδόμο Ἰωάννη Ψαρρὸ γιὰ νὰ συνεννοηθοῦν ἐπὶ τόπου. Θὰ ἔκτιζαν τὸ Ἐκκλησάκι στὴ θέση ἀκριβῶς ὅπου ἦταν τὰ ἐρείπια ἀπὸ τὸ παλιὸ Ἐρημοκλῆσι. Ὁ Τσολάκης ἀνέλαβε νὰ ἰσοπεδώσει μόνος του τὸν χῶρο καὶ νὰ ἀνοίξει τὰ θεμέλια. Τὴ Δευτέρα λοιπὸν χάραξε τὸ σχέδιο καὶ προγραμμάτισε τὸ σκάψιμο γιὰ τὴν ἑπομένη. Μπροστὰ ἀπὸ τὴν παλιὰ Ἁγία Τράπεζα ἐξεῖχε ἀπὸ τὸ χῶμα ἡ κορυφὴ μιᾶς πέτρας ποὺ ἔπρεπε νὰ βγεῖ. Πολλὲς φορὲς στὸ παρελθὸν εἶχε σκοντάψει πάνω της, ἀλλὰ προσπαθώντας νὰ τὴ βγάλει, ἔβλεπε ὅτι ἦταν χωμένη βαθειὰ στὴ γῆ καὶ δὲν τὴν πείραζε. Τώρα ὅμως δὲν χωροῦσε ἀναβολή.

Πραγματικὰ τὴν ἄλλη μέρα, 23 Ἰουνίου, ἄρχισε τὶς ἐργασίες γιὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν θεμελίων. Ὅταν ἔβγαλε τὴν πέτρα ποὺ ἐξεῖχε, διαπίστωσε μὲ ἔκπληξη ὅτι εἶχε ἕνα με ἑνάμισι μέτρο ὕψος καὶ ὅτι δὲν ἦταν ἀπὸ τὴν περιοχή, ἀλλὰ ξένη, «σαρμουσακόπετρα» ὅπως λένε στὴν τοπικὴ διάλεκτο. Ἀποκάτω ὑπῆρχε μία μικρὴ στρογγυλὴ κολωνίτσα σπασμένη, ποὺ στηριζόταν πάνω σὲ μιὰ πλάκα. Κτυπώντας τὴν πλάκα μὲ τὸν κασμά, ἄκουσε ἕνα ὑπόκωφο κρότο. Ἔνιωσε ἕνα περίεργο αἴσθημα χαρᾶς. «Ἢ σὲ πηγάδι ἔπεσα ἢ σὲ θησαυρό» μονολόγησε. «Τὴν ἄνοιξα, ἀλλὰ εἶδα σκοτάδι, ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος. Τὴν ἴδια ὥρα μὲ κτύπησε μία εὐχάριστη μυρουδιά. Κολώνια δὲν ἔχω, γιὰ νὰ μυρίζει· ἀπὸ ποὺ προέρχεται αὐτὴ ἡ μυρουδιά, ἀναρωτήθηκα. θὰ θυμιάζουν ὡς φαίνεται οἱ γυναῖκες στὸ χωριὸ καὶ τὴν φέρνει ὁ ἀέρας ὡς ἐδῶ.

Ἐκείνη τὴν ὥρα ἦρθε ὁ ὀκτάχρονος γιὸς μου ὁ Δημητράκης μὲ τὸ μεσημεριανὸ φαγητό. Ἦταν ὁ πιὸ κατάλληλος γιὰ νὰ κατεβεῖ στὸ μικρὸ σκοτεινὸ ἄνοιγμα. Πρῶτα ἔριξα μία πέτρα στὸ κενὸ καὶ μὲ τὸν κρότο ποὺ ἔκανε βεβαιώθηκα ὅτι εἶχε μικρὸ βάθος καὶ δὲν ὑπῆρχε νερό. Ἔπιασα τότε τὸν μικρὸ ἀπὸ τοὺς ὤμους καὶ τὸν κατέβασα ἀπὸ τὸ μικρὸ ἄνοιγμα. Μὲ τὰ λεγόμενά του ὁ Δημητράκης μου ἔδωσε νὰ καταλάβω ὅτι πρόκειται γιὰ τάφο. Μεγάλωσα τὸ ἄνοιγμα γύρω στὸ ἕνα μέτρο πλάτος καὶ χρησιμοποιώντας γιὰ λοστὸ ἕνα ξύλο σήκωσα τὴν πλάκα καὶ ἀντίκρισα ἕνα ἀνθρώπινο σκελετό...».

Μιὰ μαύρη πάχνη σκέπαζε ὅλα τὰ ὀστᾶ καί, μόλις διαλύθηκε στὸ φύσημα τοῦ ἀέρα, φάνηκαν κατακίτρινα. Ὁ νεκρὸς εἶχε τὰ χέρια σταυρωμένα, μὲ λυγισμένα τὰ δάκτυλα. Τὸ κεφάλι, ἀποκομμένο ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα, ἀπεῖχε περίπου μιὰ πιθαμή. Τὸ κάτω σαγόνι ἔλειπε καὶ στὴ θέση του ὑπῆρχε ἕνα κεραμίδι μὲ τρεῖς βυζαντινοὺς σταυροὺς χαραγμένους. Γιὰ προσκέφαλο εἶχε μία λιγδόπετρα. Ὁ τάφος ἦταν φτιαγμένος στὰ πλάγια με πέτρες καὶ στὸν πυθμένα μὲ κόκκινες πλάκες. Ἀνάμεσα στὶς πέτρες, κεραμίδια παλιᾶς ἐποχῆς μαυρισμένα, μᾶλλον ἀπὸ φωτιά. Στὸ κεφάλι καὶ στὰ πόδια τοῦ νεκροῦ ὁ τάφος σχημάτιζε καμάρα καὶ στὴ μιὰ πλευρὰ εἶχε μία θυρίδα μὲ ἕνα χωματένιο καντῆλι.

Ἡ εὐωδία συνέχισε νὰ βγαίνει κατὰ κύματα. Προσπάθησε μὲ τὸ φτυάρι νὰ βγάλει τὰ ὀστά, ἀλλὰ κατὰ παράδοξο καὶ ἀνερμήνευτο τρόπο δὲν μποροῦσε νὰ βάλει κανένα στὸ φτυάρι. Μὲ πολλὰ ἐρωτηματικὰ κατέβασε καὶ πάλι τὸ γιό του στὸν τάφο. Τὸ παιδάκι ἔπιασε μὲ τὰ χεράκια του ἕνα-ἕνα ὅλα τὰ ὀστᾶ, καὶ ὁ ἴδιος ἀπὸ πάνω τὰ ἔπαιρνε καὶ τὰ ἔβαζε πάνω σ᾿ ἕνα σακὶ στὴ ρίζα ἑνὸς δέντρου.

Τὸ βράδυ κατέβηκε στὸ χωριό, πῆγε στὸ καφενεῖο, ὅπου καὶ συνάντησε τὸν Ἄγγελο Ράλλη. «Τί γίνεται Δοῦκα; ρωτάει ὁ Ἄγγελος. Κοντεύεις νὰ τελειώσεις μὲ τὰ θεμέλια;». «Αὔριο μεθαύριο τελειώνω, ἀφεντικό» ἀπάντησε ὁ Τσολάκης καὶ τοῦ ἐξιστόρησε τὴν ἀνακάλυψή του τάφου πάνω στὶς Καρυές.

Τὸ εἶπαν στὸν ἐφημέριο τῆς Θερμῆς π. Εὐθύμιο Τσόλο καὶ σὲ ἄλλους ντόπιους θερμιῶτες. Κανένας ὅμως δὲ θυμόταν νὰ ἔχει ἐνταφιασθῆ ἐκεῖ χριστιανός. Ὅλοι τους ἀπαντοῦσαν «Πῶς θὰ πήγαιναν νὰ θάψουν χριστιανὸ μέσα στὸ κτῆμα τοῦ Χασᾶν-ἐφέντη ποὺ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος ὅλων;».

«Ἔτσι ἀφεντικὸ καὶ ἐπιστάτης δὲν ἔδωσαν καμιὰ ἀπολύτως προσοχὴ στὰ ὀστᾶ ποὺ βρέθηκαν. Ἀντίθετα, ἡ Βασιλικὴ Ράλλη μὲ τὴ μητέρα της συγκινήθηκαν ἰδιαίτερα. «Μᾶς βάραινε ὁ καημὸς τοῦ συχωρεμένου τοῦ πατέρα μου, ἐκμυστηρεύθηκε ἡ Βασιλική, ποὺ δὲν τὸν ἐνταφιάσαμε ὅπως ἁρμόζει σὲ χριστιανό, ἀφοῦ χάθηκε αἰχμάλωτος στοὺς Τούρκους. Σκεφθήκαμε λοιπὸν νὰ κάνουμε τὸ χρέος μας ἀπέναντι στὸν ἄγνωστο νεκρό· μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία νὰ τὰ πλύνουμε καὶ νὰ ποῦμε στὸν παπὰ τοῦ χωριοῦ μας νὰ τὰ διαβάσει. Πιστεύαμε ὅτι ἦταν χριστιανοῦ, γιατὶ εἶχε τὸ κεραμίδι μὲ τοὺς σταυροὺς στὸ στόμα καὶ ἦταν θαμμένος μέσα στὸ παλιὸ Ἐρημοκλῆσι μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἴπαμε στὸν Τσολάκη νὰ τὰ προσέχει μέχρι νὰ τὰ τακτοποιήσουμε.

Ἐκεῖνες τὶς μέρες ἀνέβηκε στὶς Καρυὲς ἡ Θερμιώτισσα Μυρσίνη Ψάνη μαζὶ μὲ τὸ ἐγγονάκι της τὸν Μιχαλάκη. Ξαφνικὰ τὸ μικρὸ βλέποντας τὰ ὀστά, σὰν παιδὶ ποὺ ἦταν, πῆρε τὸ κρανίο καὶ τὸ πέταξε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σπάσει. Ὁ Δοῦκας στενοχωρημένος, γιατὶ θὰ τοῦ ζητοῦσαν ἐξηγήσεις, ἔβαλε τὰ ὀστὰ μέσα στὸ σακὶ καὶ τὰ ἀπόθεσε στὴ ρίζα ἑνὸς διχαλωτοῦ δέντρου γιὰ μεγαλύτερη ἀσφάλεια.

Ὅταν τὸ σκάψιμο τῶν θεμελίων τελείωσε, ὁ Τσολάκης συνεννοήθηκε μὲ τεχνῖτες γιὰ νὰ ἀρχίσουν τὸ κτίσιμο. Ὁ ἴδιος συγκέντρωνε πέτρες ἀπὸ τὴν περιοχὴ τριγύρω καὶ τὶς κουβαλοῦσε ἐκεῖ μὲ τὸ ζῷο. Κάποια στιγμὴ ἐπιχείρησε νὰ περάσει πηδώντας πάνω ἀπὸ τὸ χαμηλὸ ἄνοιγμα τοῦ διχαλωτοῦ δέντρου, στὴ ρίζα τοῦ ὁποίου εἶχε ἀφήσει τὰ λείψανα τοῦ ἄγνωστου νεκροῦ. Ἔμπλεξε τὸ πόδι του στὸ σακί, σκόνταψε κι ἔπεσε κάτω. Ὀργισμένος σηκώνεται, τὸ ἁρπάζει καὶ τὸ πετάει πέρα φωνάζοντας «Τί λέτε; θὰ μὲ σκοτώσετε πάνω στὶς πέτρες;». Πεταμένο τὸ σακὶ ἔμεινε μέχρι τὸ δειλινὸ τῆς ἴδιας μέρας.

Τὴν προηγουμένη ὅμως ποὺ εἶχε ἀνεβῇ πάνω ὁ παπα-Εὐθύμιος κι ἔκανε τὸν Ἁγιασμὸ τῆς θεμελιώσεως, τοῦ εἶχε πεῖ νὰ τὰ φυλάξει σὲ μίαν ἄκρη, ὥσπου νὰ τελειώσει τὸ Ἐκκλησάκι, νὰ διαβάσει Τρισάγιο καὶ νὰ τὰ θάψουν πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερό. Σκέφθηκε λοιπὸν ὁ Δοῦκας νὰ συμμαζέψει τὸ σακί. «Καθὼς ἔσκυψα» ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος «νόμιζες πῶς μὲ πιάσαν δυὸ χέρια ἀπὸ τοὺς ὤμους καὶ μὲ ταρακούνησαν γερὰ σὰν νὰ μὲ διαπερνοῦσε ἠλεκτρικὸ ρεῦμα. Σκυφτὸς ὅπως ἤμουν, γυρνῶ πρὸς τὰ πίσω σαστισμένος, ἀλλὰ δὲν εἶδα κανέναν. Ξαναεπιχειρῶ... τὰ ἴδια! Τολμῶ γιὰ τρίτη φορά... τίποτα! Μιὰ ἀόρατη δύναμη μὲ ἐμπόδιζε νὰ ἀγγίξω τὸ σακί. Περίεργο πρᾶγμα, μονολόγησα καὶ ἔκανα τὸ σταυρό μου μετὰ ἀπὸ εἰκοσιτρία ὁλόκληρα χρόνια. Τότε ἔνιωσα ὅτι ἡ ἀνεξήγητη αὐτὴ δύναμη ἔπαψε νὰ μὲ ἐμποδίζει, πῆρα τὸ σακὶ καὶ τὸ κρέμασα σὲ μιὰ ἐλιά. Ἀπ᾿ τὸ μυαλό μου πέρασε ἡ σκέψη ὅτι ἐκεῖνος ὁ νεκρὸς θὰ ἦταν δίκαιος ἄνθρωπος».


Ἡ ἀρχὴ τῶν ἀποκαλύψεων

Οἱ ἐργασίες συνεχίζονταν. Οἱ ἐργάτες ἔκτιζαν τὸ Ἐκκλησάκι σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο ποὺ χάραξε ὁ Δοῦκας. Στὰ μισὰ περίπου τοῦ κτισίματος οἱ πέτρες τελείωσαν, καὶ ἔσκαψαν λίγο πιὸ πέρα γιὰ νὰ βροῦν ἄλλες. Σκάβοντας ἀνακάλυψαν βαθειὰ στὸ χῶμα κάτι σπασμένα μάρμαρα καὶ ἐκκλησόπετρες, ὅπως ἔλεγαν. Ἦταν 3 Ἰουλίου 1959, ὅταν προχωρώντας στὸ βάθος βρῆκαν ἕνα τοῖχο θολωτό με ἁγιογραφίες. Ἐπρόκειτο, ὅπως ἀργότερα ἐξακριβώθηκε, γιὰ τὴ δεξιὰ ἁψίδα τοῦ Ἱεροῦ ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Αὐτοὶ ὅμως, χωρὶς νὰ τὸ ποῦν σὲ κανέναν, ἄρχισαν νὰ «ξηλώνουν» τὸν τοῖχο καὶ νὰ βάζουν στὴν ἄκρη τὶς πέτρες, γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσουν.

Τὴν ὥρα ἐκείνη ἀνέβηκε στὶς Καρυὲς ἡ Μαρία Τσολάκη μαζὶ μὲ τὸν τετράχρονο γιό της τὸν Παναγιώτη, γιὰ νὰ φέρει φαγητὸ στὸν ἄντρα της, τὸν Δοῦκα. Βλέποντας τὸν ἀρχαῖο τοῖχο μὲ τὶς ἁγιογραφίες, λυπήθηκε. «Κρῖμα εἶναι, καλέ. Πῶς τὸν χαλᾶτε ἔτσι;». Αὐτοὶ δὲν τῆς ἔδωσαν σημασία. Ἡ Μαρία προχώρησε πρὸς τὸ μέρος ὅπου εἶχαν μεταφέρει τὴν Ἁγία Τράπεζα ἀπὸ τὸ Ἐρημοκλῆσι, γιὰ νὰ ἀνάψει κανένα κερί. Προχωρώντας, βλέπει ἀπὸ τὸ μονοπάτι ποὺ ὁδηγεῖ στὰ Πάμφιλα νὰ ἔρχεται ἕνας παπάς. Νόμισε πὼς ἦταν ὁ π. Παχώμιος, ἐφημέριος του γειτονικοῦ χωριοῦ, γιατὶ εἶχε ἀκούσει ὅτι ἦταν ὑψηλόσωμος, σὰν τὸν κληρικὸ ποὺ ἀνέβαινε.

Ὅταν τὴν πλησίασε, ἡ Μαρία ἔσκυψε νὰ τοῦ βάλει μετάνοια γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐχή του. Πρόσεξε τότε ὅτι ὁ κληρικὸς δὲν πατοῦσε στὴ γῆ καί, σηκώνοντας τὸ βλέμμα της, εἶδε τὰ μάτια του νὰ λάμπουν σὰν τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Σαστισμένη φοβήθηκε νὰ τοῦ φιλήσει τὸ χέρι καὶ δὲν τοῦ μίλησε. Τὸν προσπέρασε, προχώρησε λίγο καί, γυρίζοντας σὲ μία στιγμὴ νὰ δεῖ πρὸς τὰ ποὺ πῆγε, ἀποσβολώθηκε. Ὁ κληρικὸς βρισκόταν στὴν ἴδια θέση ἀκέφαλος! «Ἔντρομη ἔβγαλε μία φωνὴ «Παναγία μου!», καὶ ὁ ἱερέας χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια της μέσα σε μία λάμψη.

Πανικόβλητη ἁρπάζει τὸ παιδὶ καὶ ἀρχίζει νὰ τρέχει γιὰ τὸ χωριό, ρίχνοντας φοβισμένη ματιὲς πρὸς τὰ πίσω, γιατὶ τὴν ἀκολουθοῦσε ἡ σιλουέτα ἐκείνου τοῦ κληρικοῦ. Οἱ ἄλλοι ἐργάτες μόλις τὴν εἶδαν νὰ τρέχει, εἶπαν παραξενεμένοι στὸν ἄντρα της «Ἡ γυναῖκα σου τρέχει καὶ βλέπει καταπόδι της». Ὁ Δοῦκας ἀνησύχησε κι ἔτρεξε νὰ τὴν προφθάσει. «Γιατί φεύγεις σὰν νὰ σὲ κυνηγᾶν καὶ δὲν στέκεσαι νὰ πάρεις τὰ πράγματα; Τί ἔπαθες στὰ καλὰ καθούμενα;». «Καλὰ τὸ λένε πῶς φαντάζει· ἐγώ, μαθές, εἶδα τὸν παπὰ χωρὶς κεφάλι» τοῦ ἀπαντᾶ ἐκείνη. «Βρέ, δὲν εἶσαι μὲ τὰ καλά σου, διάβασμα θέλεις. Ἐμεῖς δουλεύουμε δέκα ἄτομα, δὲν εἴδαμε τίποτε. Ἐσὺ θὰ τὸν ἔβλεπες μέρα μεσημέρι;». «Ἐγὼ δὲν ξανανεβαίνω πάνω. Τὸ φαγητὸ νὰ τὸ παίρνεις μόνος σου».

Αὐτὰ τὰ λόγια ἀντάλλαξαν, καὶ ἡ Μαρία ἀναστατωμένη ἔφυγε τρέχοντας γιὰ τὸ χωριό. Σ᾿ ὅλο τὸ δρόμο τὴν ἀκολουθοῦσε ὁ κληρικός. Στὰ μισὰ περίπου συναντᾷ μία γριὰ Θερμιώτισσα, τὴ Σοφία Καρανικόλα, ἡ ὁποία, βλέποντάς την σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάσταση, τὴ ρώτησε «Τί ἔπαθες, κόρη μ᾿; Μὴν εἶδες τὸν παπά; Αὐτὴ ἡ Παναγία ἐκεῖ πάνω φάνταζε ἀπὸ παλιά, ἀλλὰ κανένας δὲν ἔπαθε ποτὲ κακό». Ἡ Μαρία ντράπηκε νὰ τῆς τὸ πεῖ· τὴν χαιρέτησε καὶ συνέχισε τὸ δρόμο της.

Τὸ ἴδιο βράδυ εἶδε ἕνα ὁλοζώντανο ὄνειρο, ποὺ ἦταν ἡ ἀρχὴ τῶν ἀποκαλύψεων. Μιὰ πανέμορφη μαυροφόρα γυναῖκα ἦρθε δίπλα της, ἔβαλε τὸ κρύο χέρι της στὸ μέτωπό της καὶ τῆς εἶπε: «Μαρία, δὲν ἔπρεπε νὰ φοβηθῆς. Αὐτὸς ποὺ εἶδες δὲν ἦταν φάντασμα, οὔτε ὁ παπὰς τοῦ χωρίου. Ἦταν ὁ καλόγερος ποὺ ἀσκήτευε ἐκεῖ πάνω καὶ τὸν ἔσφαξαν οἱ Τοῦρκοι. Μιὰ μέρα θὰ μάθετε τὸ ὄνομά του, τὴν καταγωγή του καὶ τὰ μαρτύρια τοῦ ὅλα. Ἐκεῖ πάνω εἴμαστε δυὸ χάρες, Παναγία καὶ ἁγία Παρασκευή. Δὲν θέλω κεριά, θέλω καντῆλι ἀκοίμητο. Σήκω τώρα καὶ πᾶρε τὸ μωρό σου, ποὺ κλαίει. Ἄλλη βραδιὰ θὰ σὲ ξαναεπισκεφθῶ, γιατὶ ἐκεῖ θὰ ἀρχίσει μεγάλο ἱστορικό. Πολλὰ θὰ πάθεις, πολλὰ θὰ ἀκούσεις, ἀλλὰ ἐσὺ νὰ μὴ λαθέψεις ἀπὸ τὸ δρόμο ποὺ σοῦ χάραξα». Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια, ἡ Παναγία ὑψώθηκε καὶ χάθηκε.

Ἡ Μαρία ξύπνησε καὶ ἔνιωθε τὴν κρυάδα στὸ μέτωπό της. Τόσο ζωντανὸ ἦταν τὸ ὄνειρο αὐτό, ὥστε ρώτησε τὸν ἄντρα της «Μήπως ἄφησες τὴν πόρτα ἀνοιχτῆ; Λίγο πιὸ πρὶν μπῆκε μία μαυροφόρα μέσα». «Σίγουρα σάλεψαν τὰ λογικά σου, τῆς ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. Τὴν ἡμέρα βλέπεις ἕναν παπά, τὴ νύχτα μία μαυροφόρα. Τί θὰ γίνει μὲ σένα;». Ἡ Μαρία δὲν ξαναμίλησε, ἀλλὰ μ᾿ ἕνα αἴσθημα χαρᾶς καὶ φόβου ξημερώθηκε μὲ τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιά.

Τὸ πρωὶ παρ᾿ ὅλη τὴν περιπέτεια τῆς προηγούμενης ἡμέρας, ἀνέβηκε στὶς Καρυές, πῆρε τὸ πήλινο καντῆλι ποὺ εἶχε βρεθῆ στὸν τάφο τοῦ ἄγνωστου νεκροῦ καὶ τὸ ἄναψε πάνω στὴν παλιὰ Ἁγία Τράπεζα. Ἀπὸ τότε φρόντιζε νὰ καίει νύχτα μέρα ἀκοίμητο. Στενοχωρημένη μάλιστα καθὼς ἦταν ἀπὸ τὰ λόγια του ἄντρα της, παρακάλεσε μὲ θερμὴ πίστη τὴν Παναγία· «Ἂς ἦταν νὰ ἔβλεπε κάτι καὶ ὁ ἄντρας μου, νὰ πιστέψει κι ἐκεῖνος πῶς αὐτὰ ποὺ εἶπα δὲν τὰ ἔβγαλα ἀπὸ τὸ μυαλό μου».

Ἐν τῷ μεταξὺ μαθεύτηκε σ᾿ ὅλο τὸ χωριὸ ὅτι ἡ Μαρία Τσολάκη εἶδε τὸν παπᾶ στὸ κτῆμα τοῦ Ράλλη, καὶ ἄρχισαν τὰ σχόλια. Ὁ γέρο-Ἠλίας ὅμως ὁ Διγιδίκης βρῆκε τὸν Δοῦκα καὶ τὸν καθησύχασε λέγοντάς του ὅτι κι ἐκεῖνος μικρὸς εἶχε δεῖ ὄχι μόνο ἕναν, ἀλλὰ δυὸ παπάδες νὰ ἐμφανίζονται καὶ νὰ χάνονται ξαφνικὰ στὸ κτῆμα αὐτό.

Τὴν Κυριακή, δυὸ τρεῖς μέρες δηλαδὴ μετά, ὁ Δοῦκας ἀνέβηκε πρωὶ πρωὶ στὶς Καρυὲς μὲ τὸ κυνηγετικὸ ὅπλο στὸ χέρι. Πῆγε γιὰ νὰ σκοτώσει μία ἀλεποῦ ποὺ πρὶν λίγες μέρες τοῦ ἔπνιξε ἕνα κατσίκι στὸ λαγκάδι. Ἡ ὥρα περνοῦσε χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἄπρακτος κάθησε σὲ μία καμπουρωτὴ ἐλιὰ νὰ ξαποστάσει, θὰ ἦταν ἡ ὥρα τῆς θ. Λειτουργίας, γιατὶ ἠχοῦσαν οἱ καμπάνες τοῦ χωριοῦ. Καθὼς τὸ βλέμμα του ἦταν στραμμένο πρὸς τὸ μονοπάτι γιὰ τὰ Πάμφιλα, βλέπει νὰ ἔρχεται ἀπὸ μακριὰ ἕνας ἀξιωματικὸς μὲ χακὶ ροῦχα, χρυσὰ κουμπιά, χωρὶς καπέλο ὅμως ἢ ἄλλα διακριτικά. Ὅπως ἐρχόταν, τὸν εἶδε νὰ κάνει πρῶτα τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ κι ἔπειτα νὰ σταυρώνει τὰ χέρια τοῦ στὸ στῆθος. «Ἀπόστρατος ἀξιωματικὸς θὰ εἶναι, σκέφτηκε, καὶ ἔρχεται ἀπὸ τὰ Πάμφιλα νὰ δεῖ κανένα κτῆμα. Κυριακὴ μέρα, εἶδε ποὺ κτίζεται ἡ Ἐκκλησία καὶ κάνει τὸ σταυρό του...».

Μὲ τὶς σκέψεις αὐτὲς ὁ Δοῦκας συνέχισε νὰ κάθεται ἀμέριμνος. Ὁ ἀξιωματικὸς πλησίαζε καὶ σὲ κάθε τοῦ βῆμα σταυροκοπιόταν. «Μπά, ἀγαθὸς εἶναι ἐτοῦτος» εἶπε ὁ Δοῦκας καὶ τὸν κοίταξε πιὸ προσεκτικά. Ἡ μορφὴ τοῦ ἀσυνήθιστη, ἀλλιώτικη. Τὰ μάτια τοῦ ἄστραφταν σὰν καθρέφτες ποὺ ἀντανακλοῦν τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ὁ Δοῦκας ἄρχισε νὰ ἀνησυχεῖ. «Μήπως ἔρχεται μὲ σκοπὸ νὰ μοῦ πάρει τὸ ὅπλο ἀπὸ τὰ χέρια;» Σηκώθηκε ὄρθιος καὶ τοῦ φώναξε χειρονομώντας. «Τί γυρεύετε, κύριε; Κανένα κτῆμα; Νὰ σᾶς τὸ δείξω... Ἔ! δὲν μὲ βλέπεις, δὲν μ᾿ ἀκοῦς;». Ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἀποκρίθηκε. Συνέχισε νὰ προχωράει, ὥσπου πλησίασε στὰ τρία μέτρα. Ἔκανε γιὰ πολλοστὴ φορὰ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Τὰ μάτια τοῦ ἔλαμψαν μ᾿ ἕνα ἀνερμήνευτο τρόπο. «Τί πρᾶγμα εἶναι αὐτὸ πάλι;» εἶπε ὁ Δοῦκας κι ἔκανε νὰ ἁρπάξει τὸ ὅπλο ποὺ εἶχε ἀκουμπησμένο δίπλα του. Καθὼς ὅμως τὸν εἶδε νὰ ἔρχεται κατεπάνω του, ἔχασε τὴν ψυχραιμία του καὶ βλασφήμησε.

Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ ἀξιωματικὸς χάθηκε μέσα σ᾿ ἕνα φῶς σὰν ἀστραπή. Τὰ μάτια τοῦ Δοῦκα θόλωσαν καὶ ἔχασε τὸ φῶς του γιὰ ἀρκετὰ λεπτά. «Ἀπὸ τὴν τρομάρα μου μήτε ὅπλο λογάριασα μήτε τίποτε ἄλλο. Ἄρχισα νὰ τρέχω πρὸς τὸ χωριὸ καὶ γιὰ πότε ἔφθασα σπίτι μου δὲν τὸ κατάλαβα» ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος. Ἡ γυναῖκα τοῦ καθὼς τὸν εἶδε νὰ φθάνει ταραγμένος, ἀνησύχησε. «Νὰ δεῖς ποὺ θὰ μάλωσε μὲ τὸν ἰδιοκτήτη τοῦ διπλανοῦ κτήματος γιὰ τὸ νερό». Στὴν ἐπιμονή της νὰ μάθει τί τοῦ συνέβη, τῆς ἀποκρίθηκε «Τσιμουδιὰ δὲ θὰ βγάλεις. Ἐσὺ τὸν εἶδες παπά, ἐγὼ τὸν εἶδα ἀξιωματικό! Ἀλλὰ προσοχή, νὰ μὴν τὸ μάθει κανείς. Αὐτὰ τὰ περίεργα ποὺ γίνονται στὶς Καρυές, γιὰ σὲ πολὺ καλὸ θὰ μᾶς βγοῦν, γιὰ σὲ πολὺ κακό».

[.......................................]


«Ραφαὴλ τὸ ὄνομά μου»

Λίγες μέρες ἀργότερα γίνεται καὶ ἄλλο θαῦμα ἀπὸ τὸν ἄγνωστο Ἅγιο. Ἡ Βασιλικὴ Ράλλη ὑπέφερε ἀρκετὸ καιρὸ ἀπὸ τὸ στομάχι της. Ὅ,τι φάρμακα κι ἂν ἔπαιρνε, δὲν ἔβλεπε καμιὰ βελτίωση, καὶ ἡ ἐγχείρηση ἦταν ἀναπόφευκτη. Μόλις ὅμως πληροφορήθηκε τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου στὴν Παρασκευὴ Δουργκούνα, ἀνέβηκε μὲ τὴν Μαρία Τσολάκη στὶς Καρυὲς καὶ παρακάλεσε μὲ δάκρυα τὸν Ἅγιο νὰ τὴν θεραπεύσει. Ὅταν κατέβηκε στὸ χωριό, ὁ ἄντρας της καὶ ἡ μητέρα της τὴν μάλωσαν, ποὺ πῆγε στὸ βουνὸ καὶ ταλαιπωρήθηκε, ἐνῷ εἶχαν προγραμματίσει νὰ κάνουν τὴν ἑπομένη μία σειρὰ ἰατρικῶν ἐξετάσεων στὴ Μυτιλήνη. Ἐκείνη στενοχωρήθηκε πολὺ καὶ μὲ κλάματα ἔπεσε νὰ κοιμηθῆ.

Μόλις τὴν πῆρε ὁ ὕπνος, βλέπει ἕνα μοναχὸ μὲ γλυκύτατη καὶ ἀσκητικὴ μορφὴ νὰ στέκεται στὸ πλάι της. «Μὴν κλαίς. Ἐμένα μ᾿ ἔσφαξαν γιὰ τὸν Χριστό, ἂς σὲ μάλωσαν καὶ σένα γιὰ χάρη μου. Θὰ ἀποδείξω μία μέρα σὲ ὅλους ὅτι ἔχουν ἄδικο. Τὰ ὀστὰ ποὺ βρήκατε εἶναι δικά μου, εἶμαι ἅγιος καὶ θὰ κάνω πολλὰ θαύματα. Ποῦ πονᾷς, παιδί μου;». «Στὸ στομάχι μου» ἀπαντᾷ ἡ Βασιλική. Ἁπλώνει τότε τὸ χέρι του καὶ τὴν σταυρώνει τρεῖς φορὲς λέγοντας: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος... Βασιλική, εἶσαι καλά. Προχώρει, μὴ δειλιάζεις, κι ἐγὼ θὰ μεσιτεύω στὸν Κύριο γιὰ σένα».

Τὴν ἴδια στιγμὴ ξύπνησε κι ἔκανε τὸ σταυρό της μὲ δάκρυα εὐγνωμοσύνης. Ἡ γαλήνια μορφὴ τοῦ Ἁγίου ἦταν βαθειὰ ἀποτυπωμένη στὸ νοῦ της. Τὸ πρωὶ σὰν ξημέρωσε, διηγήθηκε τὸ θαῦμα στοὺς δικούς της. Ἐκεῖνοι δὲν πίστεψαν ὅτι ἔγινε καλὰ καὶ ἐπέμεναν νὰ κάνει τὶς ἐξετάσεις. Ἡ Βασιλικὴ ὅμως ἦταν ὑπερβέβαιη γιὰ τὴν εὐεργεσία καὶ τοὺς ἀγνόησε. Πραγματικά, ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια, δὲν τὴν ξαναενόχλησε τὸ στομάχι της κι οὔτε χρειάστηκε νὰ πάει σὲ γιατρὸ ἢ νὰ πάρει φάρμακα. Μετὰ τὴ θαυμαστὴ θεραπεία της, ἀνέβαινε σχεδὸν κάθε μέρα στὶς Καρυὲς καὶ προσευχόταν. Ἀσπαζόταν τὸ κασονάκι ὅπου εἶχαν τοποθετήσει τὰ λείψανα καὶ θερμοπαρακαλοῦσε: «Ποιὸς εἶσαι, ἄγνωστέ μου Ἅγιε; Σὲ πιστεύω μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά. Πὲς τὸ ὄνομά σου νὰ τὸ δοξάσουμε ὅπως σου ἀξίζει».

Μιὰ νύχτα λοιπὸν ξαναεῖδε στὸν ὕπνο της τὸν μοναχό με τὴν χαρακτηριστικὴ ἐπιβλητικὴ φυσιογνωμία. «Εἶμαι ὁ ὁσιομάρτυς Ραφαήλ, τῆς λέει. Δικά μου εἶναι τὰ ὀστᾶ ποὺ βρέθηκαν. Ζοῦσα στὸ Μοναστήρι τῶν Καρυῶν καὶ μ᾿ ἔσφαξαν οἱ Τοῦρκοι, ἀφοῦ προηγουμένως μὲ βασάνισαν σὰν τὸν Χριστό. Εἶμαι ἅγιος καὶ θὰ κάνω πολλὰ θαύματα». Ξύπνησε καὶ θυμόταν καλὰ τὸ ὄνομα: Ραφαήλ, θὰ ἦταν τρεῖς ἡ ὥρα. Ἀπὸ τὴ συγκίνηση καὶ τὸν ἐνθουσιασμό της ξύπνησε καὶ τὸν ἄντρα της νὰ τοῦ τὸ πεῖ. Τὸ πρωὶ τὸ συζήτησαν καὶ μὲ τὴ μητέρα της. Τὴν συμβούλεψαν νὰ μὴν πεῖ λέξη σὲ κανένα, γιὰ νὰ μὴν τοὺς σχολιάζουν στὸ χωριό.

Μετὰ ἀπὸ λίγο, τὴν ὥρα ποὺ ἔτρωγαν τὸ πρωινό τους, ἦρθε στὸ σπίτι τους ἡ Μαρία Τσολάκη καὶ κοντοστεκόταν σὰν νὰ ἤθελε κάτι νὰ τοὺς πεῖ. «Τί εἶναι, Μαρία; Μὴν εἶδες πάλι ἐκεῖνον τὸν πάπαδο;» τὴν πείραξε ὁ Ἄγγελος, γιατὶ ἔτσι ἔλεγε ἡ Μαρία τὸν κληρικὸ ποὺ εἶχε δεῖ ἀκέφαλο πάνω στὶς Καρυές, ἐπειδὴ ἦταν ὑψηλόσωμος. «Ὄχι, Ἄγγελε. Μόνο εἶδα τὴν ἴδια μαυροφόρα γυναῖκα, τὴν Παναγία, καὶ μοῦ εἶπε ὅτι τὸ ὄνομα ἐκείνου τοῦ παπᾶ εἶναι Ραφαήλ».

Ἀκούγοντας τὰ λόγια της, ἔμειναν καὶ οἱ τρεῖς ἄναυδοι. «Τί πάθατε, Ἄγγελε; Ἐγὼ στ᾿ ἀλήθεια εἶδα τὴν Παναγία καὶ μοῦ εἶπε τρεῖς φορὲς τὸ ὄνομα». «Σὲ πιστεύω, Μαρία, ἀποκρίθηκε ὁ Ἄγγελος, γιατὶ τὸ ἴδιο ὄνομα ἔμαθε καὶ ἡ Βασιλικὴ ἀπόψε τὸ βράδυ. Εἴμαστε ξυπνητοὶ ἀπὸ τὶς τρεῖς τὰ χαράματα καί, τώρα μόλις, πάλι τὴν ἴδια συζήτηση εἴχαμε. Ἂν μεσολαβοῦσε λίγη ὥρα καὶ κατέβαινα στὴν ἀγορὰ χωρὶς νὰ μὲ προλάβεις, θὰ ἔλεγα ὅτι εἴχατε συνεννοηθῆ. Ἐνῷ τώρα εἶναι ὁλοφάνερο πῶς κάτι σπουδαῖο ἔγινε καὶ στὶς δυό σας. Ἀλλὰ πές μας τί ἀκριβῶς εἶδες».

«Χθὲς τὸ ἀπόγευμα ἀνεβήκαμε μὲ τὴν γυναῖκα σου τὴν Βασιλικὴ καὶ τὸν γιό μου τὸν Παναγιώτη στὶς Καρυὲς νὰ ἀνάψουμε τὰ καντήλια. Πλησιάζοντας στὸ Ἐκκλησάκι, μοῦ λέει τὸ παιδὶ «Μαμά, στὴν ἐλιὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία κάθεται μία γριούλα καὶ μὲ καλεῖ μὲ τὸ χέρι της». Ἐμεῖς δὲν βλέπαμε τίποτε καὶ τὸ ρώτησα ποὺ ἦταν ἡ γριά. «Μπῆκε μέσα στὴν Ἐκκλησία» μᾶς ἀπάντησε κι ἔτρεξε νὰ πάει κι ἐκεῖνο μέσα. Βγῆκε ὅμως ἔκπληκτο καὶ μᾶς εἶπε ὅτι ἡ γριούλα βγῆκε ἀπὸ τὸ παράθυρο. Δὲν τὸ πιστέψαμε καὶ τὸ μάλωσα, νομίζοντας ὅτι μας κορόιδευε. Τὴ νύχτα ὅμως εἶδα τὴν Παναγία στὸν ὕπνο μου καὶ μοῦ εἶπε: «Τὸ παιδὶ δὲν εἶπε ψέματα, Μαρία. Ἐγὼ ἤμουν, καὶ ἂν τ᾿ ἄφηνες μόνο του, θὰ τοῦ ἔδινα τὴν εἰκόνα μου στὴν ἀγκαλιά του. Ἐδῶ μ᾿ ἔχει θαμμένη μὲ τὰ χέρια τοῦ ὁ πάτερ Ραφαήλ, ὁ καλόγερος ποὺ ζοῦσε ἐδῶ πάνω καὶ τὸν ἔσφαξαν οἱ Τοῦρκοι».

Τὴν ἴδια στιγμὴ παρουσιάσθηκε στὰ δεξιά της ὁ παπὰς ἐκεῖνος, τὸν ἔδειξε μὲ τὸ χέρι της καὶ μοῦ εἶπε: «Δικά του εἶναι τὰ ὀστᾶ ποὺ βρήκατε. Αὔριο νὰ πᾶς στὸν παπα-Παχώμιο ποὺ εἶναι στὸ διπλανὸ χωριό, νὰ τοῦ πεῖς ν᾿ ἀνεβῇ στὸ Ἐκκλησάκι, νὰ λειτουργήσει καὶ νὰ μνημονεύσει τὰ ὀστὰ μὲ τὸ ὄνομα Ραφαήλ, ὄχι ἀγνώστου. Νὰ κάνετε καὶ κόλλυβα. Ἂν δὲν πᾶς, χειρότερα ἀπὸ τὸν ἄντρα σου θὰ πάθεις!». Τὴν ρώτησα, γιατί νὰ πᾶμε στὸν παπα-Παχώμιο καὶ ὄχι στὸν παπᾶ τοῦ χωριοῦ μας, καὶ μοῦ ἀπάντησε. «Γιατὶ εἶναι καλογερόπαπας». Τρεῖς φορὲς εἶδα τὸ ἴδιο ὄνειρο, γιατὶ κάθε φορὰ ποὺ ξυπνοῦσα, ξεχνοῦσα τὸ ὄνομα. Ποῦ νὰ τὸ θυμᾶμαι; Μαθές, ἔχουμε τέτοιο ὄνομα στὸ χωριό μας; Τὴν τρίτη φορὰ μοῦ λέει ἡ Παναγία «Σήκω, κόρη μου, καὶ γράψε τὸ ὄνομά του, νὰ μὴν τὸ ξεχάσεις»...».

Δόξασαν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ πᾶνε νὰ εἰδοποιήσουν τὸν ἱερομόναχο Παχώμιο, ἐφημέριο τῆς γειτονικῆς Κοινότητας τῶν Πύργων. Ἀλλὰ ἡ μητέρα τῆς Μαρίας, ὅταν τῆς τὸ εἶπαν, ἀντέδρασε καὶ ξεσήκωσε ὅλη τη γειτονιὰ μὲ τὶς φωνές της. Ἔτσι, ἀναγκάσθηκαν νὰ στείλουν τὴ γειτόνισσα τοὺς Βιργινία Ἀδάμ. Ὁ π. Παχώμιος ἀμφέβαλε γιὰ τὴ γνησιότητα τῶν ὀνείρων καὶ τῆς εἶπε «Τὴν Λειτουργία θὰ σᾶς τὴν κάνω μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά, ἀλλὰ μή μου ζητᾶτε νὰ μνημονεύσω αὐτὸ τὸ ὄνομα. Χρειάζεται προηγουμένως νὰ πάρω ἄδεια ἀπὸ τὴ Μητρόπολη». Ἦταν 6 Ὀκτωβρίου 1959.

Τὰ ξημερώματα τῆς ἑπόμενης μέρας, ποὺ θὰ τελοῦσε τὴ Λειτουργία, εἶδε τὸ ἀκόλουθο ὄνειρο καὶ μάλιστα δὲ δίστασε νὰ τὸ περιγράψει μὲ γραπτὴ κατάθεση τοῦ πρὸς τὸν Μητροπολίτη. «Βρέθηκα στὸ νεόκτιστο Ἐκκλησάκι τοῦ λόφου τῶν Καρυῶν, ποὺ ἔλαμπε ὁλόκληρο ἀπὸ φῶς. Στὰ ἀριστερά της Ἁγίας Τραπέζης εἶδα ἕνα κληρικὸ μὲ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ γένια ποὺ ἔμοιαζε μὲ τὸν παπα-Εὐθύμιο, τὸν ἐφημέριο τῆς Θερμῆς. Τοῦ λέω «Οὔτε ἱερὸ ἔκανες, ἀλλὰ οὔτε καὶ νιπτῆρα νὰ πλύνω τὰ χέρια μου». Ἀμέσως ἐκεῖνος ἄλλαξε ὄψη καὶ φάνηκε μὲ διαφορετικὴ μορφή· ὑψηλός, μὲ μαῦρα μαλλιὰ καὶ μαῦρα γένια, σοβαρός, ἐπιβλητικός. «Ἔμαθα ὅτι ὁ νέος ἀσκητὴς ποὺ φανερώθηκε ὀνομάζεται Ραφαήλ» τοῦ εἶπα, κι ἐκεῖνος συμπλήρωσε μὲ ἔμφαση «Καὶ ἡ καταγωγή μου ἐξ Ἰθάκης». «Σκέφτομαι, συνέχισα, νὰ παραγγείλω τὴν εἰκόνα του στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἁγιογραφοῦν μὲ εὐλάβεια». «Καὶ τὴν Ἀκολουθίαν μου μαζί» ἀποκρίθηκε ὁ «Ἅγιος».

Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ λειτούργησε στὸ Ἐκκλησάκι τῶν Καρυῶν καὶ μνημόνευσε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομα Ραφαήλ. «Ἂν δὲν πιστεύετε, εἶπε στὸ ἐκκλησίασμα, αὐτὲς τὶς γυναῖκες ποὺ πληροφορήθηκαν τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου, πιστέψτε ἐμένα ποὺ βαστῶ τὰ Ἅγια καὶ τρέμει ἡ γῆ κι ὁ οὐρανός· Ραφαὴλ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου».

Ἐντωμεταξὺ μέσα στὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1959 πολλαπλασιάζονται οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Ἁγίου κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ ἴδιος φανερώνει τὸ ὄνομά του σὲ πολλὰ πρόσωπα. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς, ὁ Κώστας Τσαλίκης, πῆγε στὸ Ἐκκλησάκι τῶν Καρυῶν μία εἰκόνα τοῦ Ταξιάρχη γιὰ ἀφιέρωμα καὶ ἄκουσε μία φωνὴ «Κώστα, Κώστα, τὸ ὄνομά μου εἶναι Ραφαήλ!» Τρομοκρατημένος ἄφησε τὴν εἰκόνα καὶ ἔφυγε τρέχοντας γιὰ τὸ χωριό.

Ἡ ἀνεψιὰ τοῦ ἐφημερίου της Θερμῆς π. Εὐθυμίου, Μυρσίνη Λυκαρδοπούλου, εἶδε στὸν ὕπνο της τὸν «Ἅγιο αὐστηρὸ νὰ τὴν πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνει: «Ραφαήλ, Ραφαήλ, Ραφαὴλ εἶναι τὸ ὄνομά μου! Μὴν ἀμφιβάλλεις».

Ἡ συνταξιοῦχος καθηγήτρια Εὐγλωττία Σβορώνου, ἀπὸ τοὺς Πύργους, τὸν εἶδε μέρα μεσημέρι μέσα στὸ σπίτι της μὲ λαμπερὸ μαῦρο ράσο, ἐπανωκαλύμμαυχο καὶ κομποσχοίνι περασμένο στὸ λαιμό. Συγκλονισμένη ἡ Εὐγλωττία πῆγε ἀμέσως στὸν π. Παχώμιο καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἀνεβοῦν στὶς Καρυές, ὅπου καὶ ἔψαλαν Παράκληση μπροστὰ στὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου.

Ἡ Μαρία Δουργκούνα εἶδε στὸν ὕπνο της, στὰ μέσα Νοεμβρίου 1959, ὅτι μπῆκαν στὸ σπίτι τοὺς δυὸ γυναῖκες μαζὶ μὲ ἕνα μοναχό. Ἡ μία γυναῖκα κρατοῦσε ἕνα ἄρτο καὶ τῆς εἶπε ὅτι ἦταν ἡ Θεοτόκος, ἐνῷ ἡ ἄλλη μὲ τὸν Σταυρὸ στὸ χέρι ἦταν ἡ ἁγία Παρασκευή. Ὁ μοναχὸς τὴν πλησίασε καὶ τὴν ρώτησε τί βιβλία διαβάζει. «Νὰ διαβάζεις τὴν Ἁγία Γραφή» τῆς εἶπε. Ἐκείνη τότε τὸν ρώτησε ποιὸς ἦταν, καὶ τῆς ἀπάντησε: «Ὁ ἅγιος Ραφαὴλ ἀπὸ τὴν Ἰθάκη».

[.......................................]


Ἡ εὕρεση τῆς σιαγόνας τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ

Οἱ ἀποκαλύψεις συνεχίζονται καὶ τὰ γεγονότα παίρνουν μεγαλύτερες διαστάσεις. Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1960, ἡ Μαρία Τσολάκη εἶδε στὸν ὕπνο της τὸν ἅγιο Ραφαὴλ καὶ τῆς ἔδειξε μία ἐλιὰ κοντὰ στὸ Ἐκκλησάκι τῶν Καρυῶν, λέγοντας ὅτι ἐκεῖ, στὴ θέση αὐτῆς τῆς ἐλιᾶς, ὑπῆρχε στὰ χρόνια τους μιὰ καρυδιά· σ᾿ ἐκείνην τὴν καρυδιὰ τὸν εἶχαν κρεμάσει ἀνάποδα οἱ Τοῦρκοι καὶ στὸ τέλος τὸν πριόνισαν στὸ στόμα. Τῆς ἔδωσε μάλιστα ἐντολὴ νὰ σκάψουν ὁπωσδήποτε σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, γιατὶ ἐκεῖ βρισκόταν ἡ σιαγόνα του, ἡ ὁποία ἔλειπε ἀπὸ τὰ ἀνευρεθέντα λείψανά του. Τὴν ἴδια στιγμὴ εἶδε τὴν ἀναπαράσταση ὅλων τῶν μαρτυρίων καὶ τοῦ πριονισμοῦ τοῦ Ἁγίου. Χρειάστηκε ὅμως νὰ δεῖ τὸν Ἅγιο κι ἄλλα δυὸ βράδια, γιὰ νὰ νικήσει τοὺς δισταγμούς της καὶ νὰ τὸ πεῖ στὸν ἄντρα της. Ἐνημέρωσαν τὴν οἰκογένεια Ράλλη, ἰδιοκτῆτες τοῦ κτήματος, κι ἐκεῖνοι συμφώνησαν νὰ ὑπακούσουν στὴν ὑπόδειξη τοῦ Ἁγίου.

Μιὰ Κυριακὴ μετὰ τὴν Ἐκκλησία, ἡ Μαρία μὲ τὸν Δούκα ἀνέβηκαν στὸ λόφο τῶν Καρυῶν γιὰ νὰ σκάψουν. Συνάντησαν ἐκεῖ τὴν Ἀγγελικὴ Μαραγκοῦ, τὸν Γεώργιο Μυκονιάτη καὶ μερικὲς γυναῖκες ποὺ εἶχαν ἀνεβῇ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Ἡ Μαρία ἔδειξε στὸ Δούκα τὸ σημεῖο ποὺ ὑπέδειξε ὁ Ἅγιος· ἦταν τὸ σημεῖο ὅπου τὸν εἶχε δεῖ γιὰ πρώτη φορά, ἀκέφαλο. Ὁ Δούκας ξερίζωσε τὸ δένδρο καὶ ἄρχισε νὰ σκάβει. Οἱ ὦρες περνοῦσαν, ἡ ἐργασία συνεχιζόταν, χωρὶς νὰ βρίσκεται ὅμως τίποτε, καὶ ὁ Δοῦκας ἄρχισε νὰ ἐκνευρίζεται καὶ νὰ τὰ βάζει μὲ τὴ γυναῖκα του. Σὲ λίγο, τὸ σκάψιμο ἔφθασε σὲ σημεῖο ἀδιέξοδο. Στὴ θέση τοῦ δέντρου εἶχε ἀνοιχθῆ ἕνας λάκκος διαμέτρου διόμισυ μέτρων καὶ βάθους ἐνάμισυ, ἐνῷ στὸν πυθμένα ὑπῆρχε ἕνας μεγάλος βράχος. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ὁ Δοῦκας σκέφθηκε νὰ τὰ παρατήσει. «Αλλά μέχρι σήμερα δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω, ἐξομολογεῖται ὁ ἴδιος, ποιὰ δύναμη μὲ ἔσπρωχνε νὰ συνεχίσω».

Ἔσκαψε γύρω γύρω τὰ χώματα, στήριξε ἔπειτα τὶς πλάτες του στὰ τοιχώματα τοῦ λάκκου, βάζοντας ὅλη του τὴ δύναμη, ἔσπρωξε μὲ τὰ πόδια τοῦ τὸ βράχο. Ὁ βράχος μετακινήθηκε καὶ τότε ἔκπληκτοι ὅλοι εἶδαν ἀποκάτω μιὰ ἀνθρώπινη σιαγόνα. Ἦταν κατακίτρινη, ἀνέδιδε μία ἔντονη εὐωδία καὶ δὲν τῆς ἔλειπε κανένα δόντι. «Αὐτὸ εἶναι τὸ σαγόνι τοῦ Ἁγίου, μονολόγησε ὁ Δοῦκας. Ἂν δὲν μᾶς ἔδειχνε ὁ ἴδιος τὸ σημεῖο, δὲν θὰ τὸ βρίσκαμε ποτέ». Μ᾿ αὐτὲς τὶς σκέψεις τὸ ἔπιασε μὲ εὐλάβεια καὶ τὸ ἔδωσε στὴ γυναῖκα του, λέγοντάς της νὰ τὸ βάλει μὲ προσοχὴ μέσα στὸ κασονάκι, μὲ τὰ ὑπόλοιπα λείψανα. Ἐκείνη τὸ πῆρε, πῆγε στὸ Ἐκκλησάκι, ἀλλὰ ἐπειδὴ φοβήθηκε νὰ πλησιάσει στὸ κασονάκι, τὸ ἔριξε βιαστικὰ στὸ περβάζι τοῦ παραθύρου, χωρὶς νὰ πεῖ σὲ κανένα τίποτε. Μέχρι τὸ βράδυ, ὅμως ποὺ ἔπεσε νὰ κοιμηθῆ, κάτι τὴν βασάνιζε μέσα της.

Τὴ νύχτα εἶδε στὸν ὕπνο της τὸν ἅγιο Ραφαήλ, ὁ ὁποῖος τὴν ἔπιασε ἀπὸ τὸν ὦμο, τὴν τράνταξε δυνατὰ καὶ τῆς εἶπε αὐστηρά: «Γιατὶ φοβήθηκες καὶ πέταξες τὸ σαγόνι μου; Τὸ σαγόνι ποὺ βρήκατε εἶναι τὸ δικό μου, ποὺ τὸ ἔκοψαν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὸ πέταξαν. Παρασύρθηκε ἀπὸ τὰ αἵματα μέχρι τὴ ρίζα τοῦ βράχου, ἐκεῖ ποὺ τὸ βρήκατε. Ὅταν ἀνέβηκαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ μᾶς ἔθαψαν κρυφά, δὲν τὸ βρῆκαν νὰ τὸ θάψουν μαζὶ μὲ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα μου. Δὲν φοβήθηκες τότε ποὺ πλύνατε μὲ τὴ Βασιλικὴ τὰ ὀστᾶ μου, καὶ φοβήθηκες τώρα; Νὰ σηκωθῆς αὔριο πρωὶ πρωί, νὰ πᾶς νὰ τὸ πάρεις, νὰ τὸ πλύνεις καὶ νὰ τὸ βάλεις μέσα στὸ κιβώτιο μὲ τὰ ὀστᾶ μου. Ἂν δὲν τὸ κάνεις, θὰ τιμωρηθῆς ὅπως ὁ ἄντρας σου!».

Πράγματι, τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί, μαζὶ μὲ τὴν κουμπάρα της Μαριάνθη Ὀρφανέλλη καὶ τὴ Βασιλικὴ Ράλλη, παρὰ τὸ τσουχτερὸ κρύο καὶ τὸ χιονόνερο ποὺ ἔπεφτε, ἀνέβηκαν στὶς Καρυές, ἔπλυναν τὴ σιαγόνα τοῦ Ἁγίου, τὴ θύμιασαν καὶ τὴν τοποθέτησαν μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα λείψανά του.


Οἱ ἐνδοιασμοὶ τοῦ Μητροπολίτη

Ἡ εὕρεση τῆς σιαγόνας τοῦ ἁγίου Ραφαὴλ ἦταν ἡ πρώτη ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν θαυμαστῶν εὑρέσεων ποὺ ἐπακολούθησαν. Πρὸς τὸ παρὸν ἀποτελοῦσε σοβαρὸ ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο γιὰ τὴ γνησιότητα τοῦ ἱστορικοῦ τῶν Ἁγίων ποὺ τότε εἶχε ἀρχίσει νὰ ἀποκαλύπτεται. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἀποφάσισαν νὰ ξαναεπισκεφθοῦν τὴ Μητρόπολη, γιὰ νὰ βροῦν τὸν ἴδιο τὸν Μητροπολίτη Μυτιλήνης καὶ νὰ τοῦ ἀναφέρουν γιὰ τὴν ἀνεύρεση τῶν λειψάνων καὶ τὶς ἐμφανίσεις τοῦ Ἁγίου. Πῆγαν λοιπὸν οἱ Ἐπίτροποι τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν Ἄγγελο Ράλλη, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν εἶχαν οἱ ἴδιοι προσωπικὴ ἐμπειρία, δὲν κατόρθωσαν νὰ γίνουν πιστευτοί. Ὅταν γύρισαν, εἶπε ὁ Ράλλης στὴ Μαρία Τσολάκη «Ἐσὺ τὸν εἶδες πρώτη, ἐσὺ νὰ πᾶς νὰ τὰ πεῖς στὸ Δεσπότη».

Μὲ τὰ πολλὰ ἐκείνη δέχθηκε καὶ μαζὶ μὲ τὴν πεθερὰ τοῦ Ράλλη, τὴν Ἀγγελικὴ Μαραγκοῦ, πῆγαν στὸν Μητροπολίτη. Ὁ Μητροπολίτης, ἀφοῦ ἄκουσε ὅλα ὅσα τοῦ διηγήθηκε ἡ Μαρία Τσολάκη γιὰ τὰ θαύματα καὶ τὶς ἐμφανίσεις τοῦ ἁγίου Ραφαήλ, τῆς εἶπε «Εἶναι τόσο παράδοξα αὐτὰ ποὺ μοῦ λέτε, ὥστε δὲν μπορῶ νὰ τὰ πιστέψω, θέλω χειροπιαστὲς ἀποδείξεις!». «Καὶ τί εἶναι, Σεβασμιώτατε, ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ τὸν πιάσω ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ τὸν φέρω ἐδῶ νὰ τὸν δεῖτε; Ἐμφανίζεται γιὰ λίγο κι ὕστερα χάνεται» τοῦ ἀποκρίθηκε μὲ πρωτόγνωρο θάρρος. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη τῆς ἦρθε στὸ νοῦ καὶ τοῦ διηγήθηκε ἕνα ὄνειρο ποὺ τὸ εἶχε δεῖ τρεῖς φορὲς τρία διαφορετικὰ βράδυα πρὶν λίγο καιρό.

«Σὰν νὰ βρισκόμουν στὶς Καρυές. Βλέπω τὸν ἅγιο Ραφαὴλ μὲ ἐπανωκαλύμμαυχο ἔξω ἀπὸ τὸ Ἐκκλησάκι. Τοῦ ἔβαλα μετάνοια καὶ φίλησα τὸ χέρι του. «Δὲν ἦρθα ἐδῶ μόνος μου, μοῦ εἶπε. Ἦρθα μὲ τὸ διάκονο Νικόλαο, ποὺ μαρτύρησε μαζί μου. Τὸ μνημεῖο τοῦ εἶναι στὸ ἀριστερὸ προαύλιο τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, τρία μέτρα ἀριστερά. Ὅταν τὸ βρεῖτε, δὲν θὰ πειράξετε τὶς πλάκες ποὺ ἔχει ἐπάνω. Ν᾿ ἀνεβῇ ἀμέσως ὁ ἱερεύς. Ἐκεῖνο τὸ βράδυ θὰ ἀγρυπνήσετε κοντά του». Τὴν ἴδια στιγμή μου ἔδειξε ποὺ βρίσκεται τὸ μνημεῖο. Εἶναι στὴ βάση μιᾶς ξερολιθιᾶς. Ἔκανε τότε τρεῖς σταυροὺς ἀποπάνω μὲ τὸ χέρι του, λέγοντας «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Ἄνοιξε ἡ γῆ, καὶ εἶδα πῶς ἀκριβῶς εἶναι τὸ μνημεῖο. Σκεπασμένο μὲ μαῦρες μισοκαμένες πλάκες, κόκκινες πλάκες στὰ πλάγια, δυὸ πέτρες δεξιὰ κι ἀριστερὰ νὰ βαστοῦν τὸ κρανίο, ἄλλη πέτρα κάτω ἀπὸ τὸ κεφάλι, στὸ στόμα ἕνα κεραμίδι μὲ δυὸ σταυροὺς καὶ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος. «Λίγο πιὸ πέρα εἶδα μία μαυροφόρα ποὺ ἔκλαιγε καὶ μοῦ εἶπε «Περπατᾷς, μὲ πατᾷς καὶ δὲν σκύβεις νὰ μὲ πάρεις»».

Ὅση ὥρα τὰ ἔλεγε αὐτά, ὁ Δεσπότης τὰ ἔγραφε ὅλα. Στὸ τέλος τὴν ἔβαλε καὶ τὰ ὑπέγραψε. «Ἂν πραγματικά, τῆς εἶπε, εὑρεθοῦν ἔτσι ὅπως μου τὰ εἴπατε, τότε μόνον θὰ πιστεύσω ὅτι ὅλα εἶναι ἀλήθεια».

Ὅταν γύρισαν στὸ χωριὸ καὶ τὰ διηγήθηκαν, ἐκνευρισμένος ὁ ἄντρας της ἔβαλε τὶς φωνές· «Καλά, ἐσὺ στὰ βαφτίσια τους ἤσουν καὶ ἔβγαλες τὸν ἕνα Ραφαὴλ καὶ τὸν ἄλλο Νικόλαο;». Κι ὁ Ἄγγελος Ράλλης τῆς εἶπε «Ἐδῶ ἐμεῖς δὲν σιγουρέψαμε ἀκόμη τὸν ἕνα Ἅγιο, κι ἐσὺ μίλησες καὶ γιὰ ἄλλον; Ἂν δὲν βρεθῆ ὁ τάφος, τί θὰ γίνει μὲ τὸν Δεσπότη; Δὲν εἶναι, μετά, νὰ ἐμφανισθοῦμε πουθενά». «Ε, ἂν δὲν βρεθοῦν, Ἄγγελε, ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως τὰ εἶπα στὸν Δεσπότη, τότε θὰ ποῦμε πῶς ὅλα ὅσα εἴδαμε μέχρι τώρα εἶναι ψέματα».


Καμένα παιδικὰ ὀστᾶ (ἡ εὕρεση τοῦ πιθαριοῦ μὲ ὀστᾶ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης)

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, μιὰ ἄλλη Θερμιώτισσα, ἡ Βιργινία Ἀδάμ, εἶχε δεῖ στὸν ὕπνο της ὅτι ἀριστερὰ ἀπὸ τὸ Ἐκκλησάκι, δυό-τρία μέτρα ὅμως ἀνατολικότερα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἔδειχνε ἡ Μαρία Τσολάκη, ὑπάρχουν μαυρισμένα ὀστά· μιὰ ἄγνωστη γυναῖκα τῆς ἐξήγησε ὅτι αὐτὰ τὰ ὀστᾶ ἀνήκουν σὲ μάρτυρα. Τὸ πρωὶ διηγήθηκε τὸ ὄνειρό της στὸν π. Εὐθύμιο, στὸν Ἄγγελο Ράλλη, στὸ Δοῦκα Τσολάκη καὶ σὲ μερικοὺς ἄλλους Θερμιῶτες.

Ὁ Δοῦκας, πιστεύοντας ὅτι στὸ σημεῖο ποὺ εἶχε δεῖ ἡ γυναῖκα τοῦ ἦταν ἀπίθανο νὰ εἶχαν θάψει νεκρό, ἀφοῦ τὸ ἔδαφος ἦταν ἐπικλινὲς καὶ βραχῶδες, ἀποφάσισε νὰ σκάψει ἐκεῖ ποὺ ἔδειξε ἡ Βιργινία Ἀδάμ, γιατὶ τὸ χῶμα ἦταν μαλακὸ καὶ χωρὶς πέτρες. Ἄρχισε τὸ σκάψιμο καὶ σὲ μικρὸ βάθος ἦρθαν στὸ φῶς μερικὰ οἰκιακὰ σκεύη ἀρχαίας ἐποχῆς, ὅλα πήλινα, σπασμένα φλυτζάνια, σπασμένες κοῦπες μὲ ζωγραφισμένους σταυροὺς καὶ διάφορα ἄλλα σχέδια, κρύσταλλα ἀπὸ πολυέλαιο, ἔνδειξη ὅτι ἦταν ἀντικείμενα μοναστηριοῦ. Συνεχίζοντας τὸ σκάψιμο, βρῆκε τρία μεγάλα πιθάρια.

Τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτὰ ἦταν μέσα μαυρισμένο ἀπὸ φωτιὰ καὶ στὸν πυθμένα τοῦ ὑπῆρχε μία μεγάλη πέτρα μαυρισμένη καὶ καμένη. Κάτω ἀπὸ τὴν πέτρα βρέθηκαν λίγα παιδικὰ ὀστᾶ μισοκαμένα: ἕνα χεράκι, ἕνα ποδαράκι, δυό-τρία δαχτυλάκια, καρβουνιασμένα πλευρὰ καὶ μία ὠμοπλάτη. Τὴν ἔκπληξη τοὺς διαδέχθηκε ἡ ἀπογοήτευση· ἔσκαβαν γιὰ τὸν τάφο τοῦ διακόνου Νικολάου καὶ ἀντὶ γι᾿ αὐτὸν βρῆκαν ἕνα πιθάρι μὲ καψαλισμένα παιδικὰ ὀστᾶ.

«Νὰ δοῦμε τώρα, πῶς θὰ τὰ βγάλεις πέρα μὲ τὸν Δεσπότη, θυμᾶσαι τί τοῦ εἶπες; Τὰ ὑπέγραψες κιόλας» εἶπε ὁ Ἄγγελος Ράλλης στενοχωρημένος στὴ Μαρία Τσολάκη. «Καὶ μὴ χειρότερα, τοῦ ἀποκρίθηκε ἀπογοητευμένη κι ἐκείνη. Μνημεῖο γυρεύαμε καὶ κιοῦπι βρήκαμε. Τέλος πάντων, ἐδῶ ἐπάνω ἄλλους ἔσφαξαν, ἄλλους ἔκαναν ψητοὺς καὶ ἄλλους κρομμυδάτους!» Λέγοντάς τα αὐτὰ γέλασε μὲ ἁπλότητα, γέλασαν καὶ οἱ ἄλλοι μαζί της. «Ἐγὼ πάντως ἐπιμένω στὸ σημεῖο ποὺ μοῦ ἔδειξε κι ὄχι ἐκεῖ ποὺ σκάψατε ἐσεῖς», συνέχισε.

Τὴν ἴδια νύχτα παρουσιάσθηκε στὸν ὕπνο της ὁ ἅγιος Ραφαὴλ θυμωμένος, τὴν ἔπιασε ἀπὸ τὸν ὦμο, τὴν τράνταξε μὲ δύναμη καὶ τῆς εἶπε μὲ πολὺ αὐστηρὸ ὕφος: «Γιατί περιγέλασες τὰ ὀστὰ ποὺ βρέθηκαν στὸ πιθάρι; Δὲ φθάνει μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἐξαιτίας σου γέλασαν καὶ οἱ ἄλλοι. Ἂν ἤξερες τί θρῆνος ἔγινε μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ κιοῦπι, θὰ ράγιζε ἡ καρδιά σου! Ἐκεῖ μέσα οἱ ἀγριότουρκοι βασάνισαν τὴ Ρηνούλα, τὸ κοριτσάκι τοῦ προεστοῦ, μὲ τὸν πιὸ βάρβαρο τρόπο μπροστὰ στοὺς γονεῖς του, καὶ σὺ τώρα ποὺ βρέθηκαν τὰ κοκκαλάκια του γέλασες; Ὅταν οἱ Χριστιανοὶ μᾶς ἔθαψαν νύχτα, ἔθαψαν καὶ τὴν Ρηνούλα κοντὰ στὸν πατέρα της. Αὐτὰ τὰ κοκκαλάκια ξεχάστηκαν μέσα στὸ πιθάρι, γιατὶ τὰ σκέπαζε ἡ πέτρα ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὸν γκρεμισμένο τοῖχο. Ἦταν τὸ δεξὶ χέρι καὶ τὸ ἀριστερὸ πόδι ποὺ τῆς ἔκοψαν οἱ Τοῦρκοι».

Ταυτόχρονά της ἔδειξε τὴν ἀναπαράσταση αὐτοῦ τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου. Ἡ Μαρία πετάχθηκε ἀπὸ τὸν ὕπνο τρομαγμένη καὶ ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ ὦμος της, ἀλλὰ καὶ τὸ χέρι της ὁλόκληρο ἦταν πιασμένο γιὰ πολλὲς μέρες.

Τὰ λιγοστὰ ὀστᾶ τῆς μάρτυρος Εἰρήνης τὰ τοποθέτησαν σ᾿ ἕνα ξύλινο κιβώτιο καὶ τὰ φύλαξαν μέσα στὸ Ἐκκλησάκι.

[.......................................]


Περίοδος ἀναβολῆς καὶ δοκιμασίας

Ἦταν Ἰούνιος τοῦ 1960. Παρ᾿ ὅλους τοὺς δισταγμοὺς καὶ τὶς ἀμφιβολίες, ἀποφάσισαν νὰ ξανασκάψουν, μιᾶς καὶ ὅλα τὰ ἐνύπνια μέχρι τότε συμφωνοῦσαν ὡς πρὸς τὸ ἀκριβὲς σημεῖο τοῦ τάφου. Ἀνέθεσαν τὸ σκάψιμο στὸ Δοῦκα Τσολάκη. Ἐκεῖνος ὅμως συνέχιζε νὰ ἀμφιβάλλει γιὰ τὸ ὑποδεικνυόμενο σημεῖο. Ἔσκαψε λίγο καί, διαπιστώνοντας ὅτι τὸ ἔδαφος ἐκεῖ ἦταν πετρωμένο, σταμάτησε. «Καλὰ σᾶς τό ῾λεγα ἐγὼ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει τάφος» εἶπε μὲ σιγουριὰ πλέον. Κατέβηκαν λοιπὸν ἀπογοητευμένοι στὸ χωριὸ καὶ στεναχωρημένοι, ἐπειδὴ θὰ ἄρχιζαν πάλι νὰ τοὺς εἰρωνεύονται. Πραγματικά, ἔβλεπαν στὴν ἀγορὰ τὸν Ράλλη μαζὶ μὲ τὸν Τσολάκη καὶ ἔλεγαν: «Νὰ ὁ ἡγούμενος μὲ τὸν διάκονο».

Τὴ νύχτα ἡ Μαρία Τσολάκη εἶδε στὸν ὕπνο της ὅτι βρέθηκε στὶς Καρυὲς καί, λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου εἶχε σκάψει ὁ ἄντρας της, πάνω στὸ μονοπάτι, καθόταν ἡ μαυροφορεμένη γερόντισσα ποὺ εἶχε ξαναδεῖ καὶ σιγόκλαιγε. «Γιατί, θεία, κλαίς; Μήπως ἔχασες τὸ δρόμο;» τὴν ρώτησε ἡ Μαρία. «Ὄχι, κόρη μου, δὲν ἔχασα τὸ δρόμο. Κλαίω, γιατὶ ὁ ἄντρας σου σκάλισε λίγο μόνο τὸ χῶμα καὶ σταμάτησε χωρὶς νὰ σκάψει. Περνᾶτε καὶ μὲ πατᾶτε. Σκάψετε νὰ μὲ βγάλετε».

Τὸ ἴδιο βράδυ ἡ Βασιλικὴ Ράλλη σὲ ὄνειρό της βρέθηκε σ᾿ ἕνα δρόμο κοντὰ στὴ Μητρόπολη Μυτιλήνης καὶ εἶδε τὸν ἅγιο Ραφαὴλ αὐστηρὸ νὰ τῆς φωνάζει «Βασιλική, Βασιλική, γιατί δὲν συνεχίσατε τὸ σκάψιμο γιὰ τὸ μνημεῖο τοῦ ἁγίου Νικολάου;». Αὐτὴ προσπάθησε νὰ δικαιολογηθῆ, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος τὴν διέκοψε ἀπότομα. «Ἐμένα δὲν μπορεῖς νὰ μὲ ξεγελάσεις. Νὰ σκάψετε ἐξάπαντος. Δὲν καταλαβαίνετε ὅτι ἡ Μητρόπολη καὶ ὅλος ὁ κόσμος αὐτὸ τὸ μνημεῖο περιμένουν γιὰ νὰ πιστέψουν; Μὴν ἀπογοητευθεῖτε. Τρία στρώματα χῶμα θὰ βγάλετε καὶ μετὰ θὰ βρεθῆ ὁ τάφος».

Ἀποφάσισαν νὰ ξανασκάψουν στὶς 13 Ἰουνίου. Οἱ ἐργάτες ποὺ θὰ ἔσκαβαν ἦταν ὁ Δοῦκας Τσολάκης καὶ ὁ Νίκος Ποδάρας. Ὁ Ἄγγελος Ράλλης φοβούμενος τὰ σχόλια τῶν ἀπίστων, σὲ περίπτωση ποὺ δὲν θὰ βρισκόταν τὸ μνημεῖο, σκέφθηκε νὰ φύγει ἐκείνη τὴ μέρα. «Βασιλική, εἶπε στὴ γυναῖκα του, αὔριο θὰ πάω στὸ χωριό μου. Σκάψετε ἐσεῖς γιὰ τὸν τάφο». Τὴν ἄλλη μέρα πρωὶ πρωὶ ἔφυγε γιὰ τὸ χωριὸ ποὺ γεννήθηκε, τὴν Πέτρα τῆς Λέσβου. Ἀλλὰ καὶ ὁ Τσολάκης τὴν παραμονὴ τῆς ἀνασκαφῆς ἀποφάσισε νὰ μὴν ἀνεβῇ νὰ σκάψει. «Μαρία, μπορεῖ ὁ τάφος νὰ ὑπάρχει, ἀλλὰ ὄχι σὲ κεῖνο τὸ σημεῖο. Ἐγὼ δὲν ἀνεβαίνω νὰ σκάψω, θὰ κάνω τὸν ἄρρωστο. Ἂς σκάψει μόνο ὁ Ποδάρας ἡ ἂς βροῦν ἄλλον ἐργάτη».

Ἡ γυναῖκα τοῦ ὅμως δὲν ἀπογοητεύθηκε. «Ὅλη τη νύχτα προσευχόταν μὲ δάκρυα καὶ θερμὴ πίστη στὸ Θεὸ καὶ Τὸν παρακαλοῦσε νὰ φωτίσει τὸν ἄντρα της. Καθὼς κοιμόταν ὁ Δοῦκας, κατὰ τὰ μεσάνυχτα, εἶχε μιὰν ἀπροσδόκητη καὶ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία. Χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ καταλάβει πῶς, σὰν νὰ ἦταν μέρα καὶ ἀνέβαινε στὶς Καρυές. Στὸ σημεῖο ποὺ ἔλεγαν ὅτι ὑπῆρχε ὁ τάφος, στὸ πλάι, κάτω ἀπὸ μιὰ ἐλιὰ βλέπει νὰ κάθεται ἕνας μικρόσωμος μοναχὸς μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος. Μπροστὰ τοῦ ὑπῆρχε μαρμάρινο μνημεῖο μὲ Σταυρὸ καὶ πάνω στὸ Σταυρὸ ἀκάνθινος στέφανος. Μόλις ὁ Δοῦκας τὸν πρόσεξε, ὁ μοναχός του μίλησε «Δοῦκα, εἶμαι ὁ διάκονος Νικόλαος. Γιατί ἀμφιβάλλεις ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει ὁ τάφος μου; Ξέχασες τί ἔπαθες ἀπὸ τὸν ἅγιο Ραφαήλ; Χειρότερα θὰ πάθεις ἀπὸ μένα». Σήκωσε τότε τὸ δεξὶ χέρι καὶ σχημάτισε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ πάνω ἀπὸ τὸ μνημεῖο. «Ἐδῶ νὰ σκάψετε γιὰ νὰ μὲ βρεῖτε» πρόσθεσε.

Ὁ Δοῦκας ξύπνησε ἀναστατωμένος. Χίλιες σκέψεις στριφογυρνοῦσαν στὸ μυαλό του. Ὅταν τὸν ξαναπῆρε ὁ ὕπνος, ἄκουσε καὶ ὁ ἴδιος καὶ ἡ γυναῖκα τοῦ μιὰ φωνὴ ἀπέξω ποὺ τὸν καλοῦσε «Δοῦκα... Δοῦκα... Δοῦκα..., αὐτὸ ποὺ σοῦ εἶπα μὴν τὸ ξεχάσεις!». Σηκώθηκε, βγῆκε ἔξω, ἔκανε ἕνα γῦρο, ἀλλὰ πουθενὰ δὲν ὑπῆρχε ψυχὴ στὰ ἔρημα καλντερίμια τῆς Θερμῆς. Ἔπεσε ξανὰ στὸ κρεβάτι, ἀλλὰ δὲν πρόλαβε νὰ ξανακοιμηθῆ· ξαφνικὰ αἰσθάνθηκε τὸ σπίτι του νὰ ταρακουνιέται συθέμελα, σὰν νὰ γινόταν σεισμός. Ἦταν τρεῖς μὲ τέσσερις τὰ χαράματα· σηκώθηκε καὶ εἶπε στὴ γυναῖκα τοῦ «Φεύγω γιὰ τὶς Καρυές, θὰ σκάβω συνέχεια μέχρι νὰ βρῶ νερό...» Ἐκείνη δὲν ἔβρισκε λόγια νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό, ποὺ μ᾿ αὐτὸν τὸν θαυμαστὸ τρόπο διέλυσε κάθε ἀμφιβολία τοῦ ἄντρα της τόσο γιὰ τὸ μέρος ποὺ ἦταν θαμμένος ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὅσο καὶ γιὰ τὰ ὀνόματα τῶν δυὸ Ἁγίων, ποὺ μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν τὰ πίστευε.

Τὸ ἴδιο βράδυ ἡ μητέρα τῆς Μαρίας Τσολάκη, ἡ Ἑλένη Καραδημητράκη, εἶδε στὸν ὕπνο της τὸν θεῖο τῆς Βασιλικῆς Ράλλη, ποὺ εἶχε πεθάνει πρὶν ἀπὸ χρόνια. «Ξημερώνοντας, θὰ ρθεῖ ἡ κόρη σου νὰ σοῦ πεῖ ὅτι ἀνεβαίνει στὶς Καρυές, θὰ σκάψουν καὶ θὰ βροῦν αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας κάτω ἀπὸ ἕνα ἀνάχωμα» τῆς εἶπε, δείχνοντας μία στρογγυλὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Τὸ πρωὶ ἡ Μαρία, πρὶν ἀνεβῇ στὶς Καρυές, πέρασε ἀπὸ τὴ μητέρα της. Ἔμεινε ὅμως ἔκπληκτη, γιατὶ ἡ μητέρα της ἀντὶ νὰ τῆς φωνάξει, ὅπως τὸ συνήθιζε ὅποτε πήγαινε στὶς Καρυές, τῆς μίλησε γιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ εἶχε δεῖ στὸν ὕπνο της.

Ἡ Βασιλικὴ Ράλλη ὅμως εἶχε μία διαφορετικὴ ἐπίσκεψη. Ἀποβραδὶς εἶδε στὸν ὕπνο της σὰν νὰ βρισκόταν μέσα στὸ Ἐκκλησάκι τῶν Καρυῶν. Προσευχόταν καὶ παρακαλοῦσε τὴν Παναγία νὰ βρεθῆ ὁ τάφος τοῦ ἁγίου Νικολάου, γιὰ νὰ ἀποστομωθοῦν οἱ ἄπιστοι. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἄνοιξε ἡ πόρτα, μπῆκε μέσα ἕνας μοναχὸς καὶ τῆς λέει «Νὰ μὴν σκάψετε, παιδί μου, αὔριο, γιατὶ θὰ γίνετε ρεζίλι, δὲν πρόκειται νὰ βρεῖτε τίποτα». «Ποιὸς εἶσαι πάτερ;» ρώτησε ἡ Βασιλική, κι αὐτὸς ἀπάντησε «Εἶμαι ὁ ἅγιος Ραφαήλ!». Χαμογέλασε ὅμως καὶ φάνηκαν δυὸ σειρὲς μαῦρα δόντια πολὺ ἄσχημα.

Κατάλαβε ὅτι δὲν ἦταν ὁ ἅγιος Ραφαήλ, ἀλλὰ ὁ ἀντίδικος, καὶ κάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ εἶπε «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος νὰ ἐξαφανισθῆς». «Σταυρὸ μὴν κάνεις, γιατὶ θὰ μὲ σκάσεις» ξεφώνησε ἀπεγνωσμένα ὁ πονηρός, ἀλλὰ ἡ Βασιλικὴ ἄφοβα συνέχιζε νὰ σταυροκοπιέται καὶ νὰ λέει «Ὁ Σταυρός, τὸ ἀκαταμάχητο ὅπλο τοῦ Χριστοῦ μας, θὰ σὲ κάψει παμπόνηρε». Τότε τὸ Ἐκκλησάκι γέμισε μὲ φλόγες ποὺ ἔγλυφαν τὴν Βασιλικὴ χωρὶς νὰ τὴν καῖνε, ἐνῷ ὁ πονηρὸς πῆρε τὸ σχῆμα τοῦ σκύλου καὶ μὲ ἀποτροπιαστικὰ οὐρλιαχτὰ ἔφυγε ταπεινωμένος.

Λίγες μέρες πρίν, ἡ Μαρία Τσολάκη εἶχε μία παρόμοια ἐμπειρία. Παρουσιάστηκε στὸν ὕπνο της ἕνας καβαλάρης καὶ τῆς εἶπε μὲ στόμφο «Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἅγιος Δημήτριος, καὶ ἦρθα νὰ σοῦ πῶ νὰ μὴ σκάψετε γιὰ τὸν τάφο, γιατὶ δὲν πρόκειται νὰ τὸν βρεῖτε». Ἡ Μαρία ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμὴ ἔνιωσε μία ταραχὴ κι ἕνα περίεργο αἴσθημα ἀπέχθειας ποὺ ποτέ της δὲν εἶχε ξανανιώσει. Κάτι μέσα της τὴν πληροφοροῦσε ὅτι δὲν ἦταν ἅγιος αὐτός. Τοῦ ζήτησε λοιπὸν νὰ κάνει τὸ σταυρό του, ἐνῷ σταυροκοπιόταν καὶ ἡ ἴδια.

Αὐτὸ ἦταν, ὁ πονηρὸς ἔσβησε μέσα σ᾿ ἕνα πάταγο. Ἡ Μαρία ξύπνησε τρομαγμένη, ἀλλὰ δόξασε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν ἐπέτρεψε νὰ τὴν πλανέψει ὁ ἀντίδικος. Ὅταν ξανακοιμήθηκε, εἶδε μία μαυροντυμένη γυναῖκα ποὺ τῆς εἶπε νὰ μὴν ἀμφιβάλλει γιὰ τὸ μνημεῖο τοῦ ἁγίου Νικολάου. Τὴν διαβεβαίωσε ὅτι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ σκάψουν στὸ συγκεκριμένο σημεῖο, γιατὶ θὰ τὸν βροῦν ὁπωσδήποτε κι αὐτὸ θὰ εἶναι τρανὴ ἀπόδειξη γιὰ ὅλη τὴν ὑπόθεση τῶν Ἁγίων.

Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ παρόντος ἱστορικοῦ ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἐπιστράτευσε ἀνθρώπους μὲ πίστη, ἁπλότητα καὶ ταπείνωση, ποὺ θέλησαν νὰ ὑπηρετήσουν μὲ εἰλικρίνεια καὶ φόβο Θεοῦ τοὺς Ἁγίους. Βρῆκε σ᾿ αὐτοὺς καλὸ ἐσωτερικὸ κόσμο καὶ τοὺς ἔδωσε διάκριση στὶς κρίσιμες περιστάσεις, ὥστε νὰ ξεχωρίσουν τὶς ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὶς πλάνες του πονηροῦ, σὰν νὰ εἶχαν μαθητεύσει γιὰ χρόνια στὴν ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, θωρακισμένοι μὲ τὴ Χάρη Του, ἐξαιτίας τῆς ταπεινοφροσύνης τους, ἔμειναν σταθεροὶ καὶ μὲ τὸ ὅπλο τοῦ Σταυροῦ διέλυσαν τὶς πανουργίες τοῦ πονηροῦ.

Ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἀντίδικος μετῆλθε πρῶτα ὅλους τοὺς ἄλλους τρόπους χωρὶς ἀποτέλεσμα, καὶ τὴν ἔσχατη ὥρα ἐπιχείρησε ὁ ἴδιος πλέον νὰ τοὺς παραπλανήσει καὶ νὰ ματαιώσει τὴν ἀνασκαφή, πρόδιδε τὴν καθοριστικὴ καὶ ἀνυπολόγιστη σημασία τῆς εὑρέσεως τοῦ μνημείου. Δὲν χωροῦσε πλέον ἄλλη ἀναβολή, ἀφοῦ, ἔστω καὶ μὲ τὰ ἀρνητικὰ αὐτὰ περιστατικά, κατάλαβαν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καθυστερήσουν εἶχε φθάσει ἡ ὥρα γιὰ τὴν ἀνεύρεση τοῦ ἁγίου Νικολάου.


Ἀναμφίβολο καύχημα (ἡ εὕρεση τοῦ Ἁγίου Νικολάου)

Ἡ 13η Ἰουνίου ἦταν μιὰ καλοκαιρινὴ ἡλιόλουστη μέρα μὲ ἀνυπόφορη ζέστη. Στὸν τόπο τῆς ἀνασκαφῆς εἶχαν ἀνεβῇ, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ ἐργάτες, ἡ Βασιλικὴ Ράλλη, ἡ μητέρα της Ἀγγελικὴ Μαραγκοῦ, ἡ Ἀνθούλα Ἀλατεροῦ καὶ ἡ Μαρία Τσολάκη. Ὁ Τσολάκης καὶ ὁ Ποδάρας ἔσκαβαν μουσκεμένοι στὸν ἱδρῶτα. Στὶς δώδεκα παρὰ τέταρτο τὸ μεσημέρι, στὸ σημεῖο ποὺ ἡ Μαρία Τσολάκη καὶ ἡ Μαρία Δουργκούνα εἶχαν δεῖ τὴν γερόντισσα νὰ κλαίει, βρῆκαν ἕνα μικρὸ στρογγυλὸ μολύβδινο εἰκόνισμα μὲ μιὰ ὀπὴ στὴν ἄκρη σὰν νὰ κρεμόταν ἀπὸ ἁλυσίδα. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ εἶχε ἀνάγλυφη τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν εἰκόνα τοῦ Ταξιάρχη Μιχαήλ. Ἡ χαρὰ ὅλων ἦταν ἀπερίγραπτη. Ἄρχισαν νὰ τὸ ἀσπάζονται καὶ νὰ σταυρώνονται μ᾿ αὐτό, κι ἔπειτα τὸ τοποθέτησαν μέσα στὸ Ἐκκλησάκι.

Ὁ Δοῦκας κατέβηκε στὸ χωριὸ καὶ εἰδοποίησε τὸν παπαΕὐθύμιο, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε καὶ ἔψαλε τὴν Παράκληση. Σὲ λίγη ὥρα ἀνέβηκαν καὶ οἱ ἀδελφὲς Δουργκούνα.

Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ διακοπή, τὸ σκάψιμο συνεχίσθηκε. Τόσο ἡ κούραση, ὅσο καὶ ὁ καυτερὸς ἥλιος ἔκαναν τοὺς ἐργάτες νὰ πλέουν στὸν ἱδρῶτα. Κατὰ τὶς δυὸ τὸ μεσημέρι ὁ οὐρανὸς ἄρχισε νὰ γεμίζει ξαφνικὰ ἀπὸ σύννεφα. Ἡ λαμπρὴ καλοκαιρινὴ ἡμέρα μεταβλήθηκε σὲ μελαγχολικὴ φθινοπωρινή. Μιὰ παγωμένη νοτιά, ποὺ σηκώθηκε ἀπότομα καὶ λύγιζε τὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων μέχρι τὸ ἔδαφος, προμήνυε τὴν μπόρα ποὺ θὰ ξεσποῦσε σὲ λίγο.

Κατὰ τὶς τρεῖς, ἄρχισαν νὰ πέφτουν οἱ πρῶτες χοντρὲς σταγόνες βροχῆς. Ὁ παπα-Εὐθύμιος ἔφυγε γιὰ τὸ χωριό. «Βασιλική, σὲ λίγο θὰ ξεσπάσει ἄγρια μπόρα καὶ ἀναγκαστικὰ θὰ πρέπει νὰ σταματήσουμε» εἶπε ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐργάτες. Ἐκείνη ὅμως θυμήθηκε ὅτι σὲ ἐνύπνιο τῆς Μυρσίνης Δουργκούνα ὁ ἅγιος Ραφαὴλ εἶχε πεῖ ὅτι τὸ μνημεῖο τοῦ ἁγίου Νικολάου θὰ τὸ ἔβρισκαν μία μέρα βροχερή. Ἀπὸ τὸ στόμα της βγῆκαν λόγια πίστεως «Πρὸς Θεοῦ, παιδιά, μὴ σταματᾶτε! θὰ τὸν βροῦμε, μὴ σταματᾶτε!».

Μὲ ὑπεράνθρωπο, θαρρεῖς, κουράγιο οἱ ἐργάτες ἐξακολούθησαν νὰ σκάβουν. Μιὰ ὁλόθερμη προσευχὴ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν καρδιὰ ὅλων «Θεέ μου, ἀποστόμωσε τοὺς ἀπίστους! Κᾶνε νὰ βροῦμε τὸ μνημεῖο!». Ἦταν τέσσερις παρὰ τέταρτο, καὶ ἡ βροχὴ εἶχε πλέον δυναμώσει.

Ἡ Βασιλικὴ φοβήθηκε πῶς θά ῾πρεπε πιὰ νὰ σταματήσουν. Ἀπεγνωσμένα ἔτρεξε μέσα στὸ Ἐκκλησάκι, καὶ ὁ πόνος της ἔγινε θερμὴ προσευχὴ μὲ δάκρυα «Παναγία μου, καλύτερα νὰ μὲ ἔβρισκε μία συγκοπῆ, νὰ μὴν κατεβῶ στὸ χωριὸ ἄπρακτη». «Σκεπτόμουν, ἐξομολογεῖται ἡ ἴδια, ὅτι, ἐὰν δὲν βρίσκαμε τὸν τάφο τοῦ ἁγίου Νικολάου, δὲν θὰ εἴχαμε πιὰ τὸ δικαίωμα νὰ ξανασκάψουμε. Οὔτε ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία, οὔτε ἡ Μητρόπολη θὰ μᾶς ἐπέτρεπαν νὰ ἐπαναλάβουμε τὶς ἀνασκαφές. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄπιστοι θὰ χλεύαζαν τοὺς Ἁγίους καὶ τὴν ἱερὴ ὑπόθεση τῶν Καρυῶν».

Ξαφνικὰ ἀκούστηκε μιὰ κραυγὴ χαρᾶς καὶ συγκινήσεως· «Βασιλική, ἔλα ἔξω. Τὸν βρήκαμε, τὸν βρήκαμε!» Κάτι σὰν ἠλεκτρισμὸς διαπέρασε τὸ κορμί της. «Πετάχτηκα ἔξω ἀπὸ τὸ Ἐκκλησάκι καὶ ἡ σκηνὴ ποὺ ἀντίκρισα θὰ μοῦ μείνει ἀξέχαστη ὡς τὴν τελευταία μου πνοή. Ὁ λατρευτός μας νεκρὸς εἶχε βρεθῆ. Γύρω ἀπὸ τὸν τάφο του ὅλοι, γονατισμένοι ἐπάνω στὸ λασπωμένο χῶμα, ἔκλαιγαν μὲ λυγμούς». Τί εἶχε συμβῇ;

Καθὼς ἔσκαβαν ὁ Τσολάκης καὶ ὁ Ποδάρας, βρῆκαν δυὸ μεγάλες πλάκες. Ἀνοίγοντας τὸ μέρος, παρουσιάσθηκαν καὶ ἄλλες μικρότερες πλάκες κτισμένες μεταξύ τους, κι ἔτσι φάνηκε ὁλόκληρο τὸ μνημεῖο. Σήκωσαν τότε μιὰ μεγάλη πλάκα καὶ φάνηκε ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα ὁ σκελετός. Καθὼς ὅμως ἔβγαζαν τὶς ὑπόλοιπες, ἀπὸ ἀπροσεξία ἔσπασαν τὸ ἀριστερὸ πόδι.

Ὁ σκελετὸς τοῦ Ἁγίου βρέθηκε ὅπως ἀκριβῶς τὸν περιέγραφαν τὰ ἐνύπνια· τὸ κεφάλι στηριγμένο ἀνάμεσα σὲ δυὸ πέτρες, ἄλλη πέτρα ἀποκάτω γιὰ προσκέφαλο, ἕνα κεραμίδι μὲ δυὸ σταυροὺς στὸ στόμα, τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος. Ἀλλὰ καὶ ὁ τάφος βρέθηκε στὸ ἀκριβὲς σημεῖο ποὺ ὑποδείκνυαν ὅλα τὰ ἄτομα, σὲ μεγάλο βάθος. Διακρίνονταν καθαρὰ τρία στρώματα χῶμα. Τέλος, ἡ βροχὴ τὴν ὥρα ποὺ βρέθηκε ὁ Ἅγιος ἦταν ἄλλη μιὰ ἐπιβεβαίωση τῶν ἀποκαλύψεων ποὺ εἶχαν προηγηθῆ.

Ἡ Μυρσίνη Δουργκούνα μὲ τὴ Βασιλικὴ Ράλλη, σὰν νέες μυροφόρες, ἔτρεξαν γρήγορα στὸ χωριό, γιὰ νὰ φέρουν τὴν χαρμόσυνη εἴδηση. Πῆγαν κατευθείαν στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐνημέρωσαν τὸν παπα-Εὐθύμιο, ὅπως εἶχε ὑποδείξει ὁ ἅγιος Ραφαὴλ σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐνύπνια. Ὁ παπα-Εὐθύμιος χτύπησε τὴν καμπάνα, τὸ νέο διαδόθηκε ἀμέσως ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη τῆς Θερμῆς, καὶ πολὺς κόσμος μαζὶ μὲ τὸν Ἐφημέριο ἀνέβηκε στὶς Καρυὲς νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ βεβαιωθῆ. Ἀπὸ τοὺς πρώτους κατέφθασε καὶ ὁ Πρωτοσύγκελλος π. Νικόδημος. Ἡ ἀνεύρεση τοῦ τάφου τοῦ ἁγίου Νικολάου ἔγινε πλέον τὸ ἀναμφίβολο καύχημα τῶν πιστῶν.

[.......................................]


Νέες ἀνασκαφές

Ἡ εὕρεση τοῦ τάφου τοῦ ἁγίου Νικολάου ἦταν καθοριστικῆς σημασίας γιὰ τὴν ἅγια ὑπόθεση τῶν νεοφανῶν Μαρτύρων. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀπετέλεσε τὸ κέντρο βάρους της, τὴν ἀτράνταχτη ἀπόδειξή της, τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς κάθε καλοπροαίρετου ἀναζητητὴ τῆς ἀλήθειας; Γιατὶ ἦταν ἡ πρώτη σημαντικὴ εὕρεση μὲ βάση ἀποκαλυπτικὰ ἐνύπνια ποὺ τὰ εἶδαν ἑπτὰ διαφορετικὰ πρόσωπα σὲ διάστημα ἑνὸς ἑξαμήνου.

Νέες ὅμως ἀποκαλύψεις ἔρχονται νὰ ὁλοκληρώσουν τὴν ἱστορία τοῦ ἱεροῦ λόφου.


Εὕρεση νέου Μάρτυρα

Τέλη Δεκεμβρίου τοῦ 1960, ἡ Θερμιώτισσα Κωνσταντίνα Δουγκούρη εἶδε ὅτι κάτω ἀπὸ μιὰ ἐλιά, στὸ προαύλιο τῆς μικρῆς Ἐκκλησίας τῶν Καρυῶν ὑπῆρχε τάφος μὲ λείψανα μάρτυρα κι ἔπρεπε χωρὶς καθυστέρηση νὰ σκάψουν ἐκεῖ. Ἡ ἐλιὰ αὐτὴ ἦταν δίπλα στὸ μνημεῖο τοῦ ἁγίου Νικολάου.

Στὸ ἴδιο σημεῖο εἶδε καὶ ἡ Ἀκίνδυνα Χατζηαντωνίου, πεθερὰ τοῦ διδασκάλου τῆς Θερμῆς Ἐλευθερίου Διγιδίκη, ἕναν ἄνδρα ἀνάμεσα σὲ μερικὰ παιδιὰ κι ἔψελναν τὸ τροπάριο «Τὴ ὑπερμάχω». Ὁ ἴδιος ἄνδρας τῆς ὑπέδειξε νὰ πεῖ στὸν γαμπρό της νὰ πιστεύει ὅσα τοῦ λέει ὁ μαθητής του ὁ Ψυρούκης.

Ὁ Κώστας Ψυρούκης ἔλεγε συχνὰ στὸ δάσκαλο τοῦ ὅσα θαυμαστὰ ἔβλεπε γιὰ τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς ἄλλους μάρτυρες τῶν Καρυῶν, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀμφέβαλλε.

Τὰ παραπάνω, καθὼς καὶ ἄλλα ἐνύπνια ποὺ ἀποκάλυπταν ὅτι πολλὰ ἀντικείμενα κρύβονταν κάτω ἀπὸ τὰ ἁγιασμένα χώματα τῶν Καρυῶν (εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἄλλες εἰκόνες, ἐκκλησιαστικὰ σκεύη, κτίσματα κλπ.) ὤθησαν τοὺς εὐσεβεῖς Θερμιῶτες νὰ πάρουν μιὰ ἄδεια γιὰ ἀνασκαφῆ σὲ περιορισμένη ἔκταση. Ἦταν καρδιὰ τοῦ χειμῶνα, 11 Ἰανουαρίου 1961, ὅταν ἀνέβηκαν νὰ σκάψουν. Στὶς ἀνασκαφὲς ἐπιτηροῦσε ὁ τότε ἀστυνόμος τῶν Παμφίλων Σταῦρος τὸ μικρό του ὄνομα ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴ Λῆμνο, μαζὶ μὲ ἕνα χωροφύλακα. Ἄρχισαν νὰ σκάβουν ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ ὑποδείχθηκε στὴν Κωνσταντίνα Δουγκούρη.

Ἐκεῖνες τὶς μέρες ὁ Νίκος Ποδάρας, αὐτὸς ποὺ ἔσκαψε μαζὶ μὲ τὸ Δούκα Τσολάκη γιὰ τὸ μνημεῖο τοῦ ἁγίου Νικολάου, βρισκόταν σὲ ἕνα γειτονικὸ χωριό, στὶς Νέες Κυδωνίες. Εἶδε στὸν ὕπνο τοῦ τὸν ἅγιο Νικόλαο, ξαπλωμένο στὸ μνημεῖο του, καὶ τοῦ εἶπε «Νίκο, νὰ πᾶς στὴ Θερμή, γιατὶ αὔριο θὰ βροῦν στὸ πλευρό μου καὶ τὸν ἀδελφό μου». Τὴν ἑπομένη ἄφησε τὴ δουλειά του, γύρισε στὴ Θερμὴ καὶ διηγήθηκε τί εἶχε δεῖ.

Τὴ δεύτερη μέρα τῶν ἀνασκαφῶν, βρῆκαν ἕνα μικρὸ μέρος ἀπὸ τὰ τείχη τοῦ ἀρχαίου Μοναστηριοῦ, ποὺ προχωροῦσαν κάτω ἀπὸ τὶς ρίζες τῶν ἐλαιοδένδρων. Βρῆκαν ἐπίσης τμῆμα ἀπὸ ἕνα τοῖχο τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ἐπικάλυπτε τὸ νεόκτιστο Ἐκκλησάκι, πολλὰ πήλινα οἰκιακὰ σκεύη καί, τέλος, ἕναν τάφο δίπλα στὸ μνημεῖο τοῦ ἁγίου Νικολάου.

Ἦταν φτιαγμένος μὲ μία σειρὰ ἀπὸ μεγάλες πέτρες γύρω γύρω καὶ σκεπασμένος μὲ στενόμακρες πλάκες ἀπὸ πέτρα, κτισμένες μεταξύ τους, ὅπως καὶ ὁ τάφος τοῦ ἁγίου Νικολάου. Ἀνοίγοντάς τον, ἀντίκρισαν ἕνα κουβαριασμένο σκελετό, μὲ τὸ κρανίο χωμένο ἀνάμεσα στὰ σκέλη καὶ τὰ χέρια σταυρωμένα ἐπάνω στὸ κεφάλι. Στὸ στόμα εἶχε ἕνα κεραμίδι μὲ ἕνα βυζαντινὸ σταυρὸ χαραγμένο, θέαμα ἀνατριχιαστικὸ καὶ μυστηριῶδες, ποὺ ἔκανε τὸν ἀστυνόμο νὰ γονατίσει καὶ νὰ πεῖ «Κακομοίρη μου, σὲ κλαίω, στὰ χάλια ποὺ σὲ βρήκαμε. Ποιὸς ξέρει τί φρικτὰ μαρτύρια ἔπαθες καὶ τί πόνους τράβηξες!». Ἡ ὥρα ὅμως ἦταν ἤδη περασμένη, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔφυγαν, ἀφήνοντας τὸν σκελετὸ ὅπως τὸν βρῆκαν.

Τὸ ἴδιο βράδυ ὁ Κώστας Ψυρούκης εἶδε σὲ ὄνειρο ὅτι βρέθηκε στὸ Ἐκκλησάκι, ὅπου προσευχόταν ἕνας ἄγνωστος ἄνδρας. «Κώστα, εἶμαι ὁ διδάσκαλος τοῦ χωριοῦ, τοῦ εἶπε. Ὁ τάφος ποὺ βρέθηκε χθὲς εἶναι δικός μου. Ὅταν πριόνισαν τὸν ἅγιο Ραφαήλ, μὲ ἔσφαξαν κι ἐμένα καὶ ἔβαλαν τὸ κεφάλι μου ἀνάμεσα στὰ πόδια. Ἔτσι κουβαριασμένο καὶ παγωμένο καθὼς μὲ βρῆκαν οἱ Χριστιανοί, μὲ ἔθαψαν δίπλα στὸν ἅγιο Νικόλαο. Νὰ πεῖς πῶς πρέπει πιὰ νὰ μαζέψουν τὰ κόκκαλά μου».

Τὸν σκελετὸ τὸν ἄφησαν ὅπως τὸν βρῆκαν γιὰ ἀρκετὲς μέρες. Πλῆθος κόσμου ἀνέβηκε στὶς Καρυὲς καὶ ἔμειναν ἄναυδοι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀντίκρισαν. Μιὰ νύχτα ἔπεσε δυνατὴ βροχὴ κι ἀμέσως μετὰ ἔκανε παγωνιά· τὸ νερὸ μέσα στὸν τάφο πάγωσε καὶ «ὕφανε» κρυστάλλινο σάβανο γύρω ἀπὸ τὰ ὀστά. Ὅταν πῆγαν νὰ τὰ μαζέψουν, τὰ ἔβγαλαν κομματιασμένα μέσα ἀπὸ τοὺς πάγους.

Ἐκεῖνες τὶς μέρες ἡ Μαρία Τσολάκη εἶδε σὲ ἐνύπνιο μία μαυροφόρα γυναῖκα καὶ τῆς εἶπε· «Ὁ νεκρὸς ποὺ βρήκατε, νὰ ξέρατε τί μαρτύρια τράβηξε ἐκεῖ πάνω, ἡ καρδιά σας θὰ ράγιζε. Αὐτὸς δὲν ἦταν καλόγερος, ἀλλὰ ἦταν ὁ διδάσκαλος τοῦ χωριοῦ ποὺ μαρτύρησε μαζὶ μὲ τοὺς καλογήρους».

Μιὰ ἄλλη νύχτα εἶδε ὁ Ψυρούκης πῶς βρέθηκε μαζὶ μὲ μερικοὺς φίλους του σ᾿ ἕνα ἐξοχικὸ σπίτι κι ἐκεῖ συζητοῦσαν γιὰ τὸ μνῆμα ποὺ εἶχαν βρεῖ. «Ψέματα εἶναι ὅλα αὐτά», εἶπε κάποιος ἀπ᾿ αὐτούς. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἄκουσαν ἕνα δυνατὸ κτύπημα στὴν πόρτα καὶ μιὰ φωνὴ ποὺ τοὺς ἔλεγε· «Ποιὸ μνημεῖο κατηγορεῖτε; Αὐτὸς εἶναι ὁ διδάσκαλος τοῦ χωριοῦ, καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι Θεόδωρος».

[.......................................]

Ἀρχὲς Ὀκτωβρίου τοῦ 1959, ἡ Βασιλικὴ Ράλλη εἶδε στὸν ὕπνο της τὸν ἅγιο Ραφαὴλ ντυμένο μεγαλοπρεπέστατα μὲ μαῦρα λαμπερὰ ράσα, ἐπανωκαλύμμαυχο καὶ ἐπιστήθιο σταυρό. «Ἦρθα νὰ συμπληρώσω τὴν ἱστορία μου», τῆς εἶπε, καὶ τῆς ἀνέφερε συνοπτικὰ πῶς ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἀκτὴ τῆς σημερινῆς Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ ἔφθασε στὴ Λέσβο καὶ ποιὸ ἦταν τὸ μαρτυρικό του τέλος.

Τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ Βασιλικὴ σὰν μέσα ἀπὸ ἕνα φακὸ ἄρχισε νὰ βλέπει σὰν κινηματογραφικὴ ταινία τὴ φυγὴ τοῦ Ἁγίου. Ἕνα πλοιάριο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀσφυκτικὰ γεμάτο τὸν μετέφερε μακριὰ ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῶν Τούρκων. Στὰ πρόσωπα ὅλων ἦταν ζωγραφισμένος ὁ τρόμος καὶ ἡ ἀγωνία. Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ἦσαν δυὸ μοναχοί. Ὁ ἕνας, μεγαλόσωμος, μὲ τὰ μεγάλα γαλανά του μάτια προσηλωμένα στὸν οὐρανό, ὄρθιος, ἔδινε κουράγιο στοὺς ἄλλους. Δίπλα του ὁ ἄλλος, ἀδύνατος καὶ μικροκαμωμένος, ἕσφιγγε στὴν ἀγκαλιά του μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἦταν ὁ ἅγιος Ραφαὴλ μὲ τὸν ἅγιο Νικόλαο.

Ἀποβιβάσθηκαν στὴν παραλία τῆς Θερμῆς καὶ ἀναζήτησαν κάποιο μέρος γιὰ νὰ μονάσουν. Στὸ χωριὸ γνωρίσθηκαν μὲ τὸν προεστὸ Βασίλειο καὶ τὸν δάσκαλο Θεόδωρο, ὅπως φανερώθηκε σὲ ἐνύπνιο τῆς Μαρίας Τσολάκη στὶς 14 Μαρτίου 1961. Αὐτὴ τὴ νύχτα εἶδε στὸν ὕπνο της ὅτι στεκόταν στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της καὶ συνομιλοῦσε μὲ μιὰ ἄγνωστη μαυροντυμένη γυναῖκα. Ἦταν βράδυ, ἀλλὰ εἶχε ἀστροφεγγιά.

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ πέρασαν ἀπὸ μπροστὰ τοὺς μὲ βιαστικὸ βῆμα δυὸ μοναχοὶ μὲ σκονισμένα ράσα καὶ δυὸ λαϊκοὶ κι ἀνηφόρισαν τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὶς Καρυές. «Ποιοὶ εἶναι αὐτοί;» ρώτησε ἡ Μαρία καὶ ἡ μαυροφορεμένη γυναῖκα τῆς ἀπάντησε: «Ὁ ἅγιος Ραφαὴλ κι ὁ ἅγιος Νικόλαος μαζὶ μὲ τὸν προεστὸ Βασίλειο καὶ τὸν διδάσκαλο Θεόδωρο. Σὰν σήμερα ἀκριβῶς ἦρθαν πρόσφυγες οἱ καλόγηροι, καὶ ὁ προεστὸς μὲ τὸν δάσκαλο τοὺς ἀνέβασαν στὸ Μοναστήρι. Ἀπὸ τότε εἶχαν ἀδελφικὴ φιλία καὶ ἀνέβαιναν τακτικὰ στὸ Μοναστήρι».

[.......................................]


«Σφαγιασθέντες ὥσπερ ἄρνες»

Πέρασαν ἔτσι ἐννιὰ περίπου χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ἦρθαν οἱ Ἅγιοι στὴ Λέσβο καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας. Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1462, μετὰ ἀπὸ πολιορκία δεκατεσσάρων ἡμερῶν, οἱ Τοῦρκοι κυρίευσαν τὴ Μυτιλήνη καὶ ὁλόκληρο τὸ νησί. Κατέστρεψαν, τότε, ὅλα τὰ Μοναστήρια τῆς Λέσβου. Ἐγκαταστάθηκαν ἀσφαλῶς καὶ στὴ Θερμή, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες τῶν ἀποκαλυπτικῶν ἐνυπνίων δὲν πείραξαν τότε τὸ Μοναστήρι τῶν Καρυῶν.

Ὡστόσο, ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμή, ἦταν τυραννικοὶ ἀπέναντι στοὺς Χριστιανούς. «Ὑποφέραμε πολύ» ἀποκάλυψε ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ραφαὴλ στὴ Βασιλικὴ Ράλλη σὲ ἕνα ἐνύπνιο τὸ Μάρτιο τοῦ 1960. «Μαζί μας ὑπέφεραν καὶ πολλοὶ χριστιανοὶ ἐξαιτίας ἑνὸς Γερμανοῦ γιατροῦ φίλου τῶν Τούρκων, ποὺ τοὺς ὑποκινοῦσε διαρκῶς ἐναντίον μας, καὶ μᾶς καταπίεζαν ὀνομαζόταν ντόκτορ Σβάιτσερ».

Ὅπως φανερώθηκε λίγες μέρες ἀργότερα σὲ ἕνα ἄλλο ἐνύπνιο τῆς Βασιλικῆς Ράλλη, οἱ Χριστιανοὶ ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴν τουρκικὴ καταπίεση, ἔκαναν μιὰ ἀνταρσία καὶ πολλοὶ βγῆκαν στὰ βουνά. Οἱ Τοῦρκοι ὑποψιάσθηκαν τότε πῶς εἶχαν γιὰ κρησφύγετο τὸ Μοναστήρι.

Γιὰ νὰ καταπνίξουν τὴν ἀνταρσία, κάλεσαν ἐνισχύσεις ἀπὸ τὴν ἀπέναντι περιοχὴ τῆς Μικρασίας. «Ἐμᾶς δὲν μᾶς ἔσφαξαν οἱ Τοῦρκοι ποὺ κάθονταν στὸ χωριό, ἀλλὰ ξένοι Τοῦρκοι ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία μ᾿ ἕνα καΐκι» εἶπε ἡ ἁγία Εἰρήνη στὸν Κώστα Κανέλλο σὲ ἕνα ἐνύπνιο στὶς 2 Δεκεμβρίου 1961. «Μόλις μάθαμε ὅτι ἕνα καΐκι γεμάτο Τούρκους ἄραξε στὸ λιμάνι τοῦ χωριοῦ μας, τρέξαμε ἀμέσως στὸ Μοναστήρι νὰ κρυφθοῦμε καὶ νὰ εἰδοποιήσουμε καὶ τοὺς καλογήρους. Ὁ δάσκαλος μᾶς εἰδοποίησε πρῶτος καὶ ἀνέβηκε κι αὐτὸς μαζί μας».

Στὶς 9 Μαΐου 1961 ὁ Παναγιώτης Μπάκας, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐργάτες ποὺ δούλευαν στὶς ἀνασκαφές, εἶδε στὸν ὕπνο του ὅτι βρέθηκε στὶς Καρυές. Τὸ μέρος ἦταν διαφορετικὸ ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι σήμερα· ὑπῆρχε ἕνα Μοναστήρι περασμένης ἐποχῆς καὶ γύρω γύρω δάσος. Ὁ ἴδιος βρισκόταν ἀπὸ τὸ πίσω μέρος καὶ ξαφνικὰ ἄκουσε φωνὲς καὶ ἀναταραχὴ ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς εἰσόδου.

Προχώρησε μὲ προφύλαξη πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἀντίκρισε μιὰ συνταρακτικὴ σκηνή. Κάτι Τοῦρκοι μὲ ἀρχαῖες φορεσιὲς καὶ σαρίκια στὸ κεφάλι εἶχαν καταγῆς τὸν ἅγιο Ραφαὴλ καὶ τὸν κτυποῦσαν, τὸν ἔβριζαν, χωρὶς ὅμως νὰ καταλαβαίνει τί ἔλεγαν. Σὲ μιὰ στιγμὴ ὁ Ἅγιος σηκώθηκε ὄρθιος, τράβηξε ἀπὸ τὸ λαιμὸ τοῦ ἕνα μεγάλο Σταυρὸ ποὺ φοροῦσε καὶ τοὺς εἶπε «Ἐμεῖς αὐτὸν προσκυνοῦμε καὶ ποτὲ δὲν θὰ τὸν ἐγκαταλείψουμε». Τότε ἐκεῖνοι ἄρχισαν νὰ τὸν τραβοῦν ἀπὸ τὰ γένια καὶ νὰ τὸν σέρνουν στὴ γῆ.

Ἕνα ἀκόμη ἐνύπνιο τῆς Βασιλικῆς Ράλλη τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1960 ἔρχεται νὰ συμπληρώσει τὶς λεπτομέρειες τοῦ μαρτυρίου. Εἶδε τὸν ἅγιο Ραφαὴλ νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Μητροπολίτη Μυτιλήνης καὶ νὰ τοῦ διηγεῖται: «Οἱ Τοῦρκοι μου ἔκαναν πολλὰ μαρτύρια. Πρῶτα με χτύπησαν μὲ τὰ ρόπαλά τους καὶ μὲ ἔριξαν κάτω παράλυτο. Ἔπειτα μὲ κεντοῦσαν μὲ τὰ κοντάρια τους, μὲ τραβοῦσαν ἀπὸ τὰ γένια καὶ μὲ ἔσερναν καταγῆς. Ὕστερα μὲ ἔδεσαν σὲ μία καρυδιὰ καὶ μὲ χτυποῦσαν ἀπάνθρωπα ἐπὶ ἕνα εἰκοσιτετράωρο».

«Ὅταν μὲ βασάνιζαν, εἶπα «θὰ ἀντέξω τὰ πάντα γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, μέχρι τὴν τελευταία μου πνοή». Κρεμασμένος ἔβλεπα ποὺ κλωτσοῦσαν καὶ κτυποῦσαν τοὺς ἄλλους καλογήρους, ἀλλὰ ἔλεγα «Ἐδῶ, στὸν ἀγῶνα μέχρι τὴν τελευταία μου πνοή». Γι᾿ αὐτὸ εἶχα καὶ ἔχω αὐτὲς τὶς δυνάμεις» φανέρωσε σὲ ἐνύπνιο τῆς Μαρίας Τσολάκη. Σὲ ἕνα ἄλλο ἐνύπνιο, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1960, ὁ Ἅγιος τῆς παρουσίασε σὲ ἀναπαράσταση τὰ μαρτύρια του.

Τῆς ἔδειξε ἕνα σημεῖο κοντὰ στὸ Ἐκκλησάκι καὶ τῆς εἶπε: «Ἀπὸ ἐδῶ μὲ ἔσερναν ἀπὸ τὰ γένια καὶ μὲ κτυποῦσαν. Μὲ κατέβαζαν ἕως κάτω καὶ πάλι μὲ ἀνέβαζαν ἐπάνω καὶ μὲ ξανακατέβαζαν, σέρνοντάς με στὶς πέτρες ποὺ εἶχαν βαφὴ κόκκινες ἀπὸ τὸ αἷμα μου. Ἔπειτα μὲ κρέμασαν ἀνάποδα εἰκοσιτέσσερις ὧρες σ᾿ αὐτὴν τὴν καρυδιά. Σ᾿ αὐτὸ τὸ δέντρο τελούσαμε κάθε χρόνο τὴν Ἀνάσταση. Στὸ τέλος μὲ πριόνισαν μέσα στὸ στόμα καὶ μὲ ἀποκεφάλισαν». «Ἤμουν τότε πενηντατριῶν ἐτῶν» τῆς εἶπε σὲ ὄνειρο ἕνα χρόνο ἀργότερα, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1961.

[.......................................]


«Οἱ συναθλήσαντες θεοφρόνως»

Τὴν Ἄνοιξη τοῦ 1960 σὲ πολλὰ ἐνύπνια ἀποκαλύφθηκε ὅτι πάνω στὶς Καρυὲς μαρτύρησαν καὶ ἄλλα πρόσωπα. Ὅπως ἔχουμε δεῖ, ἐξαιτίας τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Τούρκων κατέφυγαν στὸ Μοναστήρι ὁ δάσκαλος τοῦ χωριοῦ Θεόδωρος καὶ ὁ προεστὸς Βασίλειος μὲ τὴν οἰκογένειά του.

Ἡ Βασιλικὴ Ράλλη στὶς 7 Μαΐου 1961 εἶδε ὅτι βρέθηκε στὶς Καρυές, ὅπου ἦταν πολλὰ παιδιὰ καὶ ἔπαιζαν. Τῆς ἔκανε ἐντύπωση ἕνα χαμογελαστὸ κοριτσάκι περίπου δώδεκα χρονῶν καὶ τὸ ρώτησε «Τίνος εἶσαι, καλέ;». «Ἡ Ρηνούλα εἶμαι ποὺ μὲ βασάνισαν ἐδῶ οἱ Τοῦρκοι» τῆς ἀποκρίθηκε. Ἡ Βασιλικὴ ἀμέσως τὸ ἀγκάλιασε καὶ ἄρχισε νὰ τὸ φιλά. Τὴν ἀγκάλιασε κι ἐκεῖνο καὶ τῆς ἔλεγε μὲ δάκρυα στὰ μάτια: «Νὰ ξέρατε τί ὑποφέραμε ὅλοι! Νὰ ξέρατε τί μαρτύρια μας ἔκαναν οἱ Τοῦρκοι! Ἐμένα, μπροστὰ στοὺς γονεῖς μου, μοῦ ἔριχναν βραστὸ νερὸ μέσα στὸ στόμα, ἀλλὰ ὁ πατέρας μου δὲν πρόδωσε τοὺς Ἕλληνες. Ἔκλαιγε μόνο, ποὺ ἔβλεπε νὰ μὲ βασανίζουν καὶ ἡ μητέρα μου φώναζε σπαρακτικά».

Στὶς 3 Ὀκτωβρίου 1961 ἡ Μαρία Τσολάκη εἶδε ὅτι ἦταν στὶς Καρυὲς καὶ κοντὰ στὸ κιοῦπι τῆς ἁγίας Εἰρήνης στεκόταν μία ὄμορφη γυναῖκα, λίγο ψηλὴ καὶ παχειά, γύρω στὰ σαράντα. Γυρίζει καὶ τῆς λέει: «Ξέρεις ποιὰ εἶμαι ἐγώ; Εἶμαι ἡ μητέρα τῆς Εἰρήνης. Τὸ ὄνομά μου εἶναι Μαρία. Νὰ ἤξερες τί ὑποφέραμε ἀπὸ τοὺς Τούρκους! Ὅταν μας συνέλαβαν ἐδῶ ποὺ εἴχαμε ἀνεβῇ νὰ κρυφτοῦμε, πρῶτα ἄρχισαν νὰ βασανίζουν τὴ Ρηνούλα μου μπροστὰ στὰ μάτια ὅλων.

Ἅρπαξαν καὶ τὸ βρέφος, τὸ μικρὸ Ραφαὴλ ποὺ σήκωνα στὴν ἀγκαλιά μου, τὸ πέταξαν κάτω καὶ τὸ τσαλαπάτησαν μὲ τὰ πόδια τους. Τὸ σκότωσαν μπροστὰ στὰ μάτια μου. Ἀπὸ τὸν πόνο μου παραφρόνησα, φώναζα καὶ ὁρμοῦσα νὰ τὸ πάρω. Μὲ ἔδεσαν τότε σ᾿ ἕνα δένδρο καὶ μὲ ὑποχρέωσαν μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ παρακολουθήσω τὸ μαρτύριο τῶν παιδιῶν μου. Δὲν ἄντεξα ὅμως, παρόλο ποὺ ἔκλεινα τὰ μάτια μου νὰ μὴ βλέπω ἐνῷ βασάνιζαν τὴ Ρηνούλα μου, ἀπελπίστηκα πάρα πολὺ καὶ μοῦ ἦλθε συγκοπή. Ἐγὼ δὲν μαρτύρησα, ἀλλὰ ὁ ἄνδρας μου τράβηξε πολλὰ μαρτύρια».

[.......................................]


«Τὸ φῶς τοῦ κόσμου»

Στὶς 25 Ἰουλίου 1961 ὁ Κώστας Κανέλλας εἶχε ἄλλη μιὰ ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία. Ψάρευε μὲ τὰ γριγρὶ στὸ Πλωμάρι. Κατὰ τὶς 9 τὸ βράδυ ξάπλωσε μέσα στὸ ἀμπάρι τοῦ καϊκιοῦ νὰ κοιμηθῆ λίγο. Γρήγορα τὸν πῆρε ὁ ὕπνος. Βλέπει σὰν νὰ βρισκόταν στὴ Θερμὴ καὶ πλῆθος κόσμου ἀνέβαινε στὶς Καρυές. Μαζί τους ἀνηφόριζε κι ἐκεῖνος. Ρώτησε τότε «Ποῦ πηγαίνετε;». «Πηγαίνουμε στὴν Παναγία, γιατὶ λειτουργοῦν σήμερα ὁ ἅγιος Ραφαὴλ κι ὁ ἅγιος Νικόλαος» τοῦ ἀπάντησαν. Μόλις ἔφθασαν, ἀντίκρισε μία ἀρχαία Ἐκκλησία. Ἄκουσε τοὺς Ἁγίους ποὺ ἔψελναν, εἶδε τὸν κόσμο συγκεντρωμένο καὶ σκέφθηκε «Τώρα ποὺ τελειώνει ἡ Λειτουργία, τώρα ἦρθα». Τὴν ἴδια στιγμὴ βγῆκε ὁ ἅγιος Ραφαὴλ καὶ τοῦ λέει «Κώστα, ἔλα. Σὲ περιμένουμε».

Πλησίασε, ἔβαλε μετάνοια, φίλησε τὸ χέρι τοῦ Ἁγίου, κι ἐκεῖνος συνέχισε «Πάρε, Κώστα, αὐτὸν τὸν κασμὰ καὶ ἔλα μαζί μου». Τὸν ὁδήγησε πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Δείχνοντας τὸν τοῖχο, τὸν πρόσταξε «Χάλασέ τον, Κώστα, γκρέμισε τὸν». Αὐτὸς ὅμως ἀπὸ συστολὴ καὶ φόβο δίσταζε, ἀλλὰ μπροστὰ στὴν ἐπιμονὴ τοῦ Ἁγίου πῆρε τὴν ἀπόφαση. Ἔριξε τρεῖς κασμαδιὲς καὶ ἄνοιξε ἕνα μεγάλο χάσμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο βγῆκε μία ἐκτυφλωτικὴ λάμψη. Ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα ὁ Κανέλλος μπῆκε στὴν Ἐκκλησία. Στὴ μέση της Ἐκκλησίας εἶδε τὸν τάφο τοῦ ἁγίου Ραφαὴλ καὶ στὰ πόδια τοῦ τάφου ξαπλωμένη τὴν ἁγία Εἰρήνη.

Μόλις τὸν εἶδε, σηκώθηκε. Φοροῦσε ἕνα μακρὺ εὐρύχωρο ἄσπρο φόρεμα. Σὲ μιὰ δίπλα τοῦ φορέματος τῆς ἔκρυβε ἕνα Σταυρὸ κι ἕνα μικρὸ στρογγυλὸ εἰκόνισμα. Τοῦ ἔδωσε τὸν Σταυρὸ καὶ τοῦ εἶπε «Πάρε αὐτὸν τὸν Σταυρὸ καὶ νὰ γυρίσεις σ᾿ ὅλο τὸ χωριό, νὰ φωνάξεις: Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη μας! Πάρε κι αὐτὸ τὸ εἰκόνισμα κι ἔλα νὰ σκάψεις σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος ποὺ στέκομαι, κάτω ἀπὸ τὶς πλάκες». Ἦταν μία μικρὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔμοιαζε μὲ σφραγῖδα.

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ξύπνησε καὶ συλλογιζόταν «Νὰ τὸ πῶ; Νὰ μὴν τὸ πῶ; Μὴ τυχόν, σκάβοντας, δὲν βροῦν τίποτε καὶ μὲ κοροϊδεύουν». Ἀποφάσισε νὰ μὴν πεῖ σὲ κανέναν τίποτε. Τὴν ἴδια νύχτα ὅμως, ἐμφανίσθηκε ξανὰ στὸν ὕπνο του ἡ ἁγία Εἰρήνη καὶ τὸν διαβεβαίωσε «Μὴν τὸ σκέφτεσαι καθόλου, Κώστα. Στὸ σημεῖο ποὺ σοῦ ἔδειξα, ἐκεῖ εἶναι τὸ εἰκόνισμα».

Τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε στὸ χωριὸ καὶ τὰ διηγήθηκε στὴ γυναῖκα τοῦ προσθέτοντας «Τόσο ζωντανὸ ἦταν αὐτὸ τὸ ὄνειρο, ὥστε, ἂν δὲν βρεθῆ τίποτε, δὲν θὰ ξαναπιστέψω ποτὲ δικό μου ὄνειρο». Τὴν ἑπομένη ἀνέβηκε στὶς Καρυὲς καὶ εἶπε τί εἶχε δεῖ στὸν Ἄγγελο Ράλλη καὶ σὲ ὅσους ἄλλους βρίσκονταν ἐκεῖ. Δὲν τὸν πίστεψαν. «Βρὲ Κανέλο, τοῦ λέει ἕνας ἐργάτης, μιὰ φορὰ εἶδες τοὺς Ἁγίους· κάθε μέρα θὰ τοὺς βλέπεις;». Στὴν ἐπιμονή του ὅμως ἀποφάσισε ὁ Ράλλης νὰ πᾶνε μαζὶ στὴ Μητρόπολη, θὰ χρειαζόταν νὰ μεσολαβήσει ὁ Μητροπολίτης γιὰ νὰ δοθῆ ἡ ἄδεια ἀνασκαφῆς σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, ἐπειδὴ ἀναγκαστικὰ ἔπρεπε νὰ «ξηλώσουν» μέρος τοῦ δαπέδου τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, πρᾶγμα ποὺ τοὺς τὸ εἶχε ἀπαγορεύσει κατηγορηματικὰ ὁ ἀρχαιολόγος. Ὁ Δεσπότης ἄκουσε προσεκτικὰ ὅσα τοῦ εἶπε ὁ Κανέλλος καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βγάλουν τέσσερις μόνο πλάκες καὶ μὲ μεγάλη προσοχή, γιὰ νὰ μὴν σπάσουν.

Ἦταν 1 Αὐγούστου 1961, ἡμέρα Τρίτη. Πολὺς κόσμος ἀνέβηκε στὶς Καρυές. Ὁ π. Εὐθύμιος ἀπὸ τὸ πρωὶ εἶχε ἀρχίσει τὴν Ἀκολουθία στὸ προσωρινὸ Ἐκκλησάκι. Οἱ ἐργάτες ἔβγαλαν τὶς πλάκες, κομματιασμένες δυστυχῶς, καὶ ἄρχισαν προσεκτικὰ τὴν ἀνασκαφή. Δὲν εἶχαν περάσει οὔτε δέκα λεπτά, ὅταν ξεχώρισε ἕνας σβῶλος χῶμα, καὶ μέσα κάτι ἔλαμπε. Ὁ Τσολάκης τὸ πῆρε στὰ χέρια τοῦ νομίζοντας ὅτι ἦταν σπασμένο καντῆλι, ἀλλά, καθαρίζοντας τὰ χώματα, εἶδε ὅτι ἦταν μία μικρὴ στρογγυλὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀνάγλυφη.

Μαζὶ μὲ αὐτὴν βρέθηκαν καὶ μερικὰ κομμάτια ἀπὸ ξύλο εἰκόνας καὶ λίγα φύλλα, μᾶλλον ἀπὸ Εὐαγγέλιο ἡ ἄλλο λειτουργικὸ βιβλίο, τὰ ὁποῖα ὅμως θρυμματίσθηκαν μὲ τὸ πρῶτο φύσημα τοῦ ἀέρα. Φώναξαν τὸν π. Εὐθύμιο, ὁ ὁποῖος συγκινημένος σταμάτησε τὴν Ἀκολουθία, πῆρε τὸ εἰκόνισμα καὶ τὸ τοποθέτησε πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα. Ἔδωσε ἀμέσως ἐντολὴ νὰ χτυπήσουν χαρμόσυνα οἱ καμπάνες στὸ χωριὸ καὶ νὰ εἰδοποιήσουν τὸν Πρωτοσύγκελο. Πολὺς κόσμος πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς καὶ ἀνέβηκε γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ εἰκόνισμα.

Ἀνάμεσά τους καὶ μία Παμφιλιώτισσα, ἡ Εὐστρατία Μιχέλλη. Εἶχε δεῖ ἀποβραδὶς νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Δεσπότης Χριστὸς καὶ νὰ στέκεται στὸ ἱερὸ τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν Καρυῶν· τὸν περιέβαλλαν ἄγγελοι καὶ στὸ πλάι Του ὁ ἅγιος Ραφαὴλ κρατοῦσε ἕνα ἀναμμένο τρικέρι. Ἦρθε λοιπὸν πρωὶ πρωὶ στὴ Θερμὴ καὶ τὸ διηγήθηκε σὲ γνωστούς της μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι κάτι σπουδαῖο θὰ συνέβαινε στὶς Καρυές. Ὅταν ἄκουσε τὴν καμπάνα καὶ ἔμαθε γιὰ τὴν ἀνεύρεση τοῦ εἰκονίσματος, κλαίγοντας ἀπὸ συγκίνηση ἀνέβηκε ξυπόλυτη στὶς Καρυὲς καὶ τὸ προσκύνησε.

Σὲ λίγη ὥρα ἔφθασε καὶ ὁ Πρωτοσύγκελλος. Ἔπλυνε τὸ μικρὸ εἰκόνισμα μὲ τὸ ἁγίασμα καὶ εἶπε σὲ ὅλους ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα ἀσημένιο ἐγκόλπιο ποὺ ἀπεικόνιζε τὸν Παντοκράτορα Χριστὸ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο στὸ χέρι.

[.......................................]


Ἡ μυσταγωγία τῶν Ἁγίων

Τὸ ἴδιο βράδυ μετὰ τὴν εὕρεση, ἀγρύπνησαν στὶς Καρυὲς ὁ Δούκας Τσολάκης, ὁ Θεοχάρης Κυριλῆς, ὁ Νικόλαος Φύκιας, ὁ Εὐστράτιος Πλιάκας, ὁ Ζαχαρίας Παφλιώτης, ἡ Βιργινία Ἀδάμ, ἡ Μαρία Κουνέλη, ἡ ἐγγονή της Ἀγγελικὴ Κουνέλη καὶ ἡ Μαρία Τσολάκη μὲ τὰ παιδιά της Μένη, Παναγιώτη, Δημήτρη καὶ Μανώλη. Εἶχαν ἀποφασίσει νὰ μείνουν μέχρι τὸ Δεκαπενταύγουστο ἐκεῖ πάνω, νὰ «δεκαπεντίσουν» ὅπως λένε στὴ Λέσβο, τιμώντας τὴν Παναγία, θὰ ἦταν 9 τὸ βράδυ, ὅταν ὁ Κυριλῆς μαζὶ μὲ τὸν Μανωλάκη βρίσκονταν λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ Ἐκκλησάκι. Ξαφνικὰ τὸ παιδὶ λέει στὸν Κυριλὴ «Γιὰ δὲς δυὸ παπάδες ποὺ ἦρθαν».

Ἦταν πραγματικὰ δυὸ κληρικοί, ἕνας μεγαλόσωμος καὶ ἕνας κοντός. Ἀπὸ ἀμηχανία ὁ Κυριλῆς φώναξε τὴ μητέρα τοῦ μικροῦ, τὴ Μαρία. Ἐκείνη ἀνυποψίαστη πλησίασε, ἔφθασε μπροστὰ στὸ Ἐκκλησάκι καί, μόλις τοὺς εἶδε, ἀναγνώρισε ὅτι ἦταν οἱ Ἅγιοι καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει «Τρέξτε! Οἱ Ἅγιοι! Οἱ Ἅγιοι!». Πλησίασαν ὅλοι σε ἀπόσταση δέκα μέτρων, γονάτισαν μὲ δάκρυα καὶ ἔλεγαν ὅ,τι προσευχὴ ἤξεραν. Τότε εἶδαν πάλι ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς, μέσα στὴ λάμψη τοῦ ὁποίου διακρίνονταν καθαρὰ τὰ πάντα. Οἱ Ἅγιοι μπῆκαν στὸ Ἐκκλησάκι καὶ μονομιᾶς ἐμφανίσθηκαν μὲ ἄμφια.

Ὁ ἅγιος Ραφαὴλ φοροῦσε λευκὸ φαιλόνιο μὲ θαλασσὶ σειρήτια καὶ σταυρὸ καὶ μπλὲ ἐπιτραχήλιο, κι ὁ ἅγιος Νικόλαος φοροῦσε θαλασσὶ διακονικὴ στολὴ μὲ χρυσαφὶ σειρήτια. Κάποια στιγμή, ὁ ἅγιος Νικόλαος βγῆκε καὶ θύμιασε, βαστώντας στὸν ἀριστερό του ὦμο μία μικρὴ ἐκκλησία. Μετά, φαινόταν μόνο ὁ ἅγιος Ραφαήλ. Ἔβγαινε ἔξω, σκύβοντας μάλιστα γιὰ νὰ περάσει ἀπὸ τὴ χαμηλὴ εἴσοδο· εὐλογοῦσε, ἔκανε ὑπόκλιση κι ἔπειτα ἔμπαινε πάλι μέσα καὶ στεκόταν μπροστὰ στὶς λειψανοθῆκες, ὅπου εἶχαν τοποθετήσει τὸ ἐγκόλπιο τοῦ Παντοκράτορος. Στὴν Ἁγία Τράπεζα ἦταν ἀνοιχτὸ ἕνα λειτουργικὸ βιβλίο. Γύρω στὰ μεσάνυχτα χάθηκαν οἱ Ἅγιοι.

Διαπίστωσαν τότε ὅτι τὰ καντήλια εἶχαν σβήσει, καὶ ὁ Τσολάκης μαζὶ μὲ τὸν Πλιάκα καὶ τὸν Κυριλῆ πῆγαν καὶ τὰ ἄναψαν. Ὕστερα ὅλοι προχώρησαν πιὸ πέρα σὲ κάτι πρόχειρες σκηνὲς ποὺ εἶχαν στήσει γιὰ νὰ μένουν ἐκεῖνες τὶς μέρες. Καθὼς πήγαιναν, ἡ Μαρία Τσολάκη καὶ ὁ Πλιάκας ἄκουσαν βήματα καὶ εἶδαν λίγο πιὸ μακριὰ δυὸ σκιὲς νὰ προχωροῦν πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Φώναξαν τότε στὸν Δοῦκα ποὺ εἶχε μείνει πιὸ πίσω, κι ἐκεῖνος στρέφοντας τὸ βλέμμα τοῦ βλέπει ξανὰ τοὺς δυὸ Ἁγίους καὶ μαζὶ τὴν ἁγία Εἰρήνη. «Παιδιά, τοὺς φωνάζει, ἐλάτε ἀπὸ κοντὰ νὰ δεῖτε ποὺ ἦρθε καὶ ἡ Ρηνούλα». Ξαναγύρισαν ὅλοι καὶ βλέπουν τὴν Ἁγία ἔξω ἀπὸ τὸ Ἐκκλησάκι.

Ἡ μορφή της ἔλαμπε καὶ φαίνονταν ὁλοκάθαρα τὰ χαρακτηριστικά της. Τὸ πρόσωπό της ἦταν κατάλευκο μὲ λίγες φακίδες, τὰ μαλλιά της χωρίστρα στὴ μέση, κατέληγαν σὲ δυὸ ξανθὲς πλεξοῦδες ριγμένες μπροστά. Φοροῦσε ἕνα μακρὺ κίτρινο φόρεμα, ποὺ ἔφθανε ἕως κάτω. Σήκωνε τὰ χέρια καὶ προσευχόταν, μετὰ ἔκανε τὸν σταυρό της, τὰ σταύρωνε στὸ στῆθος, γονάτιζε καὶ τοὺς κοίταζε κατάματα ἕναν-ἕναν. Οἱ ἄλλοι δυὸ Ἅγιοι, ἱεροφορεμένοι ὅπως καὶ πρίν, συνέχισαν τὴν Ἀκολουθία. Ὁ ἅγιος Νικόλαος μὲ τὸ ἕνα χέρι βαστοῦσε τρικέρι καὶ μὲ τὸ ἄλλο τὴν ἄκρη ἀπὸ τὸ ὀράριο.

Ὁ ἅγιος Ραφαὴλ ἔβγαινε καὶ θυμίαζε, ἄλλοτε εὐλογοῦσε κι ἄλλοτε πάλι ὕψωνε τὰ χέρια καὶ τὸ βλέμμα του στὸν οὐρανό, ἔκανε ὑπόκλιση καὶ ἔμπαινε μέσα στὸ Ἐκκλησάκι. Τὶς δυό-τρεῖς φορὲς ποὺ βγῆκε ἔξω, πλησίαζε κοντὰ τοῦ ἡ Ἁγία προσευχόμενη μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, χωρὶς νὰ μπαίνει μέσα στὸ Ἐκκλησάκι. Γύρω στὶς τρεῖς τὸ πρωί, ἐμφανίσθηκε ἕνα πλῆθος μοναχῶν. Ὁ ἅγιος Ραφαὴλ μπροστὰ θυμιάζοντας καὶ οἱ μοναχοὶ ἀπὸ πίσω σὲ δυὸ σειρές, ἔκαναν τρεῖς φορὲς λιτανεία γύρω ἀπὸ τὸ Ἐκκλησάκι κι ἔπειτα ὅλοι χάθηκαν μέσα στὰ ἐρείπια.

[.......................................]


Κι ἄλλο μαρτυρικὸ λείψανο

Ἐνῷ ὅλοι πίστευαν ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἱστορίας τοῦ λόφου τῶν Καρυῶν εἶχε ὁλοκληρωθῆ καὶ νέα περίοδος ἄρχιζε γι᾿ αὐτὸν τὸν τόπο μὲ τὶς προετοιμασίες γιὰ τὴν θεμελίωση τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κυρίως τοῦ 1962 γίνονται νέες ἀποκαλύψεις ποὺ ἐπισφραγίζονται ἀργότερα μὲ νέα εὑρήματα.

Στὰ μέσα Ἰανουαρίου 1962, ὁ ἐφημέριος τῶν Πύργων π. Παχώμιος εἶδε στὸν ὕπνο του πὼς βρέθηκε στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Τρουλωτῆς καὶ εἶδε νὰ μπαίνουν ἡ ἁγία Εἰρήνη καὶ μία νέα στὴν ἡλικία μοναχὴ μὲ ἕνα σταυρὸ κρεμασμένο στὸ στῆθος. «Ἔρχομαι ἀπὸ τὶς Καρυὲς καὶ τὸ ὄνομά μου εἶναι Ὀλυμπία» τοῦ εἶπε. Ξύπνησε καὶ ἀναρωτιόταν τί γύρευε ἡ μοναχὴ στὶς Καρυές, ἀφοῦ τὸ Μοναστήρι ἦταν ἀνδρικό.

Μιὰ μέρα ποὺ συναντήθηκε μὲ τὴ Βασιλικὴ Ράλλη, τῆς μίλησε γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀνεξήγητο ὄνειρο. Τότε τοῦ εἶπε κι ἐκείνη ἕνα ὄνειρο ποὺ εἶχε δεῖ τὸν Σεπτέμβριο τῆς προηγούμενης χρονιᾶς. Εἶδε ἕνα κοριτσάκι ποὺ ἔμοιαζε στὴν ἁγία Εἰρήνη, τὸ ὁποῖο τῆς ἀποκάλυψε τὴν ἱστορία τοῦ ἀρχαίου Μοναστηριοῦ. «Τὸ Μοναστήρι τῶν Καρυῶν ὅταν πρωτοκτίσθηκε, ἦταν γυναικεία Μονή. Μιὰ νύχτα ὅμως, ἔκαναν ἐπιδρομὴ κακοῦργοι ἀλλόφυλοι καὶ κακοποίησαν τὶς μοναχές. Ἄλλες ἔσφαξαν, γιατὶ ἀντιστάθηκαν, καὶ ἄλλες τρελάθηκαν ἀπὸ τὴν ἀπελπισία τους καὶ πῆραν τὰ βουνά. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτό, δὲν τόλμησαν πιὰ νὰ ξαναμείνουν γυναῖκες στὸ Μοναστήρι, κι ἔγινε ἀνδρικὴ Μονή».

Ἕνα μῆνα ἀργότερα, στὶς 13 Φεβρουαρίου 1962, ὁ Ζαχαρίας Παφλιώτης εἶδε στὸν ὕπνο τοῦ τὸν ἅγιο Ραφαήλ, ὁ ὁποῖος τὸν κάλεσε νὰ ἀνεβῇ μαζί του στὶς Καρυές. Ὅταν ἔφθασαν, ἀντίκρισε ἕνα ἄγνωστο Μοναστήρι μὲ μεγάλη εἴσοδο, μιὰ βυζαντινὴ Ἐκκλησία στὸ μέσον καὶ δεκαοκτὼ κελλιά. «Ὅπως τὸ βλέπεις, ἔτσι θέλω νὰ κτισθῆ» τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ τελευταῖο κελλί, ὅπου καθόταν μιὰ μοναχή, νέα στὴν ἡλικία. «Προχώρησε τώρα νὰ σοῦ μιλήσει κι ἐκείνη» τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ χάθηκε. «Παιδί μου, ὀνομάζομαι Ὀλυμπία μοναχή, καὶ μιὰ μέρα θὰ σοῦ πῶ ὅλη μου τὴν ἱστορία». Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια ἔβγαλε τὸν ἐπιστήθιο σταυρό της, τοῦ τὸν φόρεσε καὶ συνέχισε· «Αὐτὸς ὁ σταυρὸς σῴζεται καὶ μία μέρα θὰ βρεθῆ». Πίσω ἀπὸ τὸν σταυρὸ ἦταν γραμμένο τὸ ὄνομά της.

Ὁ Παφλιώτης ἄρχισε νὰ νηστεύει καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ νὰ ἀξιωθῆ νὰ μάθει τὴν ἱστορία τῆς Μοναχῆς, ὅπως τοῦ τὸ εἶχε ὑποσχεθεῖ. Στὶς 16 Φεβρουαρίου ξημερώματα ξαναπαρουσιάσθηκε στὸν ὕπνο του. «Παιδί μου, τοῦ εἶπε, ἦρθε ἡ ὥρα νὰ μάθεις τὴν Ἱστορία μου. Εἶμαι ἡ Ὀλυμπία ἡ μοναχή. Κατάγομαι ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ δέκα χρονῶν ἔχασα τοὺς γονεῖς μου. Ἦρθα τότε στὸ Μοναστήρι τῶν Καρυῶν, ποὺ ἦταν γυναικεῖο, μὲ ἡγουμένη τὴ θεία μου Δωροθέα. Στὰ δεκαεννιά μου χρόνια ἔλαβα τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ εἰκοσιπέντε χρονῶν ἔγινα ἡγουμένη.

Στὶς 11 Μαΐου 1235 ἀνέβηκαν στὸ Μοναστήρι μας κακοῦργοι πειρατές. Εἴμασταν τότε τριάντα μοναχές. Οἱ πειρατὲς ἄλλες ἀτίμασαν, ἐνῷ ἄλλες πρόλαβαν καὶ ἔφυγαν στὰ βουνά. Ἐγὼ ὅμως μὲ τὴν ἀδελφὴ Εὐφροσύνη ὑποφέραμε τὰ πιὸ πολλὰ μαρτύρια. Ἐγὼ ἔμεινα σὰν ἡγουμένη, κι ἐκείνη, ἐπειδὴ ἦταν πολὺ γριὰ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει. Τὴν κρέμασαν σ᾿ ἕνα δέντρο καὶ τὴν ἔκαψαν, τὴν ἔκαναν στάχτη. Ἐμένα μὲ ἀναμμένες λαμπάδες μου ἔκαιγαν τὶς σάρκες. Ἔπειτα πύρωσαν μία σιδερένια βέργα, τὴν ἔβαλαν ἀπὸ τὸ ἕνα μου ἀφτὶ καὶ τὴν ἔβγαλαν ἀπὸ τὸ ἄλλο. Δὲν μπόρεσα νὰ ἀντέξω ἄλλα μαρτύρια καὶ παρέδωσα τὸ πνεῦμα μου στὸν Κύριο στὶς 11 Μαΐου 1235».

Ὁ Παφλιώτης εἶχε μία ἀμφιβολία γιὰ τὴ χρονολογία καὶ νόμιζε πῶς τοῦ εἶπε 1435. Ξαναεῖδε ὅμως στὸν ὕπνο τοῦ τὴν μοναχὴ Ὀλυμπία, ἡ ὁποία τοῦ ὑπέδειξε· «Θὰ χρησιμοποιεῖς τὰ δάκτυλα τοῦ χεριοῦ σου. Ἕνα, δυό, τρία, θὰ ἀφαιρεῖς τὸ τέσσερα, πέντε».

Πέρασαν ἀρκετοὶ μῆνες μέχρι νὰ δοθῆ συνέχεια σ᾿ αὐτὲς τὶς ἀποκαλύψεις. Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1962 ὁ Κώστας Κανέλλος εἶδε στὸν ὕπνο του πῶς βρέθηκε στὶς Καρυὲς καὶ ἀπὸ τὸ πρόχειρο Ἐκκλησάκι ἀκουγόταν ψαλμῳδία. Ἐκεῖνος ὅμως προχώρησε γιὰ νὰ προσευχηθῆ μέσα στὰ ἐρείπια τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Εἶδε τότε ἀπὸ τὰ δεξιὰ μία μοναχὴ ξαπλωμένη κάτω, μὲ κλειστὰ τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος. Ὁ Κανέλλος γονάτισε καὶ προσπάθησε νὰ τὴν ἀνασηκώσει. Ἀμέσως ἐκείνη ἄνοιξε τὰ μάτια της, τὸν κοίταξε χαμογελαστὴ κι ἔπειτα σηκώθηκε ὄρθια καὶ τοῦ εἶπε «Τί θέλεις, Κώστα, νὰ σοῦ κάνω γιὰ τὸ καλὸ ποῦ μου ἔκανες;» «Δὲν θέλω τίποτε. Μόνο δεῖξε μου, σὲ παρακαλῶ, ποὺ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας» τῆς ἀποκρίθηκε. «Νά, ἐδῶ θέλω νὰ σκάψετε, Κώστα» τοῦ εἶπε ἡ μοναχὴ δείχνοντας τοῦ ἕνα σημεῖο πρὸς τὴν δεξιὰ ἁψῖδα τοῦ Ἱεροῦ.

Διηγήθηκε τὸ ὄνειρό του, ἀλλὰ βρέθηκαν σὲ δίλημμα· ἂν ἔσκαβαν σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, θὰ ἔπρεπε νὰ χαλάσουν τὸ δάπεδο τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Τελικὰ ὅμως ἀναγκάσθηκαν νὰ τὸ χαλάσουν, γιατὶ ἔπρεπε νὰ ὑποστυλωθῆ σὲ στερεὸ ἔδαφος ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἐπρόκειτο νὰ θεμελιωθῆ. Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ἀποφάσισαν νὰ σκάψουν καὶ ἐκεῖ. Ὅταν τέλη Αὐγούστου 1962. Τὸ σκάψιμο τὸ ἀνέλαβαν ὁ Κανέλλος, ὁ Δοῦκας Τσολάκης καὶ ὁ Ἀπόστολος Βέτσος. Σὲ βάθος πολὺ πιὸ μεγάλο ἀπὸ ἐκεῖνο ὅπου εἶχαν βρεθῆ τὰ μνήματα τῶν νεοφανῶν Μαρτύρων, βρέθηκε νέος τάφος.

Μόλις τὸν ἄνοιξαν, τὴν ἔκπληξη τοὺς τὴν διαδέχθηκε τρόμος. Ἀνάμεσα στὰ ὀστᾶ ὑπῆρχαν κάτι μεγάλα καρφιὰ σκουριασμένα μὲ μεγάλες κεφαλές, παλιᾶς ἐποχῆς. Συλλέγοντας τὰ μισολυωμένα λείψανα, μέτρησαν τριανταπέντε καρφιά. Τὸ κρανίο ἦταν γεμάτο χώματα καὶ ριζίδια. Μόλις ἐπιχείρησαν νὰ τὸ καθαρίσουν, μὲ φρίκη διαπίστωσαν ὅτι στὸ μέρος τῶν κροτάφων ἦταν καρφωμένα δυὸ μεγαλύτερα καρφιά. Ἄλλο ἕνα ἦταν καρφωμένο ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς κάτω σιαγόνος. Βγάζοντάς τα, θρυμματίσθηκε τὸ κρανίο.

Τὴν ἴδια νύχτα ἡ Θερμιώτισσα Ἀνθούλα Ἁλατεροῦ εἶδε στὸν ὕπνο της ὅτι πῆγε στὸ Ἐκκλησάκι τῶν Καρυῶν, κι ἐκεῖ μερικὲς μοναχὲς ἔψαλλαν τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας. Ἔπειτα, ἄρχισαν νὰ πλένουν μὲ πολὺ σεβασμὸ τὰ εὑρεθέντα λείψανα καὶ τὰ καρφιὰ σὲ μιὰ λεκάνη μὲ νερὸ ἀπὸ τὸ Ἁγίασμα. Ἡ Ἀνθούλα πλησίασε καὶ ζήτησε νὰ βοηθήσει. Ξαφνικὰ ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ μπῆκε μέσα ἕνας μεγαλόσωμος κληρικὸς μὲ ἐπιβλητικὸ παρουσιαστικό. Οἱ μοναχὲς στάθηκαν μὲ σεβασμὸ καὶ εἶπαν σιγανὰ μεταξὺ τοὺς «Ὁ ἅγιος Ραφαήλ».

Ὁ Ἅγιος πῆρε στὰ χέρια τοῦ τὸ θρυμματισμένο κρανίο, συναρμολόγησε τὰ κομμάτια καὶ τὰ συγκράτησε μὲ μία ταινία. Ὕστερα ἔβγαλε μία γιρλάντα ἀπὸ τὸ ράσο του, τὴν ἔβαλε σὰν φωτοστέφανο γύρω ἀπὸ τὸ κεφάλι καὶ τὸ κοίταξε μὲ ἰδιαίτερη συγκίνηση. «Ἅγιε Ραφαήλ, τίνος εἶναι τὰ ἁγιασμένα ὀστά;» ρώτησε ἡ Ἁλατεροῦ. «Εἶναι τῆς Ὀλυμπίας τὰ λείψανα, ποὺ βρέθηκαν μὲ τὰ καρφιά» τῆς ἀπάντησε.

Τὰ λείψανα τῆς Ἁγίας τὰ ἔπλυναν ἡ Βασιλικὴ Ράλλη μὲ τὴ Μαρία Δουργκούνα καὶ τὰ ἔβαλαν μαζὶ μὲ τὰ καρφιὰ σὲ ἕνα κιβώτιο. Τὴ νύχτα ἡ Βασιλικὴ εἶδε στὸ ὄνειρό της τὴν Ὁσιομάρτυρα, νέα μετρίου ἀναστήματος, μὲ χλωμὸ πρόσωπο, καὶ τῆς εἶπε μὲ βουρκωμένα μάτια «Δικά μου εἶναι τὰ ὀστᾶ ποὺ πλύνατε μὲ τὴν Μαρία. Κι ἂν ἤξερες τί σφαγὴ καὶ τί μαρτύρια τραβήξαμε ἐδῶ πάνω, θὰ σπάραζε ἡ καρδιά σου!»

Ἡ Μυρσίνη Δουργκούνα εἶδε σὲ ἐνύπνιο τὴν Παναγία δίπλα στὸ πιθάρι τῆς ἁγίας Εἰρήνης καὶ τῆς εἶπε: «Μὴν ἀμφιβάλλετε ὅτι ὁ τάφος μὲ τὰ καρφιὰ εἶναι τῆς μάρτυρος Ὀλυμπίας. Ἄκουσε πῶς ἔγινε τὸ μαρτύριό της. Ἀφοῦ τὴν βασάνισαν πολὺ οἱ πειρατές, τὴν κάρφωσαν πάνω σὲ ἕνα θυρόφυλλο ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ ἀρχαίου Μοναστηριοῦ. Ὅταν τὴν ἔθαψαν οἱ χριστιανοί, δὲν τὴν ξεκάρφωσαν ἀπὸ τὸ σανίδι, γιὰ νὰ μὴν κομματιασθῇ τὸ σῶμα της. Ἔλυωσε τὸ σανίδι καὶ ἔμειναν τὰ καρφιά· γι᾿ αὐτὸ βρέθηκαν ἀνακατωμένα μὲ τὰ ὀστά της».

Ἐκεῖνες τὶς μέρες ξαναεῖδε τὴν Ἁγία στὸν ὕπνο τοῦ ὁ Ζαχαρίας Παφλιώτης. «Ζαχαρία, τοῦ εἶπε, θὰ σοῦ συμπληρώσω τὴν ἱστορία μου. Ἡ καταγωγὴ τῆς μητέρας μου ἦταν ἀπὸ τὴν Πόλη. Ἦταν κόρη ἱερέως. Εἶχε κι ἄλλες τρεῖς ἀδελφὲς κι ἕνα ἀδελφό, ποὺ ἔγινε ἀρχιμανδρίτης. Ἡ μιά της ἀδελφή, ἡ Δωροθέα, μὲ τὴν κατήχηση τοῦ παπποῦ μου ἔγινε μοναχὴ καὶ πῆγε στὸ Μοναστήρι τῶν Καρυῶν, ὅπου ἔγινε ἡγουμένη. Ἡ μητέρα μου καὶ οἱ ἄλλες δυὸ ἀδελφές της παντρεύτηκαν. Ὁ πατέρας μου ἔγινε ἱερεὺς καὶ ἔζησαν στὴν Πελοπόννησο, ὅπου καὶ γεννήθηκα. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα μου, ἀπὸ τὴ λύπη της πέθανε καὶ ἡ μητέρα μου, κι ἔμεινα ὁλομόναχη ὀρφανή. Τότε μὲ ἔστειλαν στὶς Καρυές, στὴ θεία μου τὴ Δωροθέα. Μετὰ τὸ θάνατό της, ἔγινα ἐγὼ ἡγουμένη τοῦ Μοναστηριοῦ».

[.......................................]