Ἁγιολόγιον - Σεπτέμβριος 8


Ἡ Γέννησις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας

«Ἀποκάλυψαν πρὸς Κύριον τὴν ὁδόν σου καὶ ἔλπισον ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ αὐτὸς ποιήσει». Φανέρωσε στὸν Κύριό με ἐμπιστοσύνη τὸ δρόμο καὶ τὶς ἐπιδιώξεις καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς ζωῆς σου καὶ ἔλπισε σ᾿ Αὐτὸν καὶ Αὐτὸς θὰ κάνει ἐκεῖνα ποὺ ζητᾷς καὶ χρειάζεσαι. Μ᾿ αὐτὴ τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ ἐλπίδα, ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα ἱκέτευαν προσευχόμενοι τὸ Θεὸ νὰ τοὺς χαρίσει παιδί, νὰ τὸ ἔχουν γλυκεῖα παρηγοριὰ στὰ γεράματά τους. Καὶ τὴν ἐλπίδα τους ὁ Θεὸς ἔκανε πραγματικότητα. Τοὺς χάρισε τὴν Παρθένο Μαριάμ, ποὺ ἦταν ὁρισμένη νὰ γεννήσει τὸ Σωτῆρα τοῦ κόσμου καὶ νὰ λάμψει σὰν ἡ πιὸ εὐλογημένη μεταξὺ τῶν γυναικῶν. Ἦταν ἐκείνη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔμελλε νὰ προέλθει Αὐτὸς ποὺ θὰ συνέτριβε τὴν κεφαλὴ τοῦ νοητοῦ ὄφεως. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη δόθηκαν πολλὲς προτυπώσεις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Μία εἶναι καὶ ἡ βάτος στὸ Σινᾶ, τὴν ὁποία ἐνῷ εἶχαν περιζώσει φλόγες φωτιᾶς, αὐτὴ δὲν καιγόταν. Ἦταν ἀπεικόνιση τῆς Παρθένου, ποὺ θὰ γεννοῦσε τὸ Σωτῆρα Χριστὸ καὶ συγχρόνως θὰ διατηροῦσε τὴν παρθενία της. Ἔτσι, ἡ Ἄννα καὶ ὁ Ἰωακείμ, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαβίδ, μὲ τὴν κραταιὰ ἐλπίδα ποὺ εἶχαν στὸ Θεὸ ἀπέκτησαν ἀπ᾿ Αὐτὸν τὸ ἐπιθυμητὸ δῶρο, ποὺ θὰ συντροφεύει τὸν κόσμο μέχρι συντέλειας αἰώνων.


Οἱ Ἅγιοι Ροῦφος καὶ Ρουφιανός

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.


Ὁ Ἅγιος Σεβῆρος

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.


Ὁ Ἅγιος Ἀρτεμίδωρος

Μαρτύρησε διὰ πυρός.


Διήγηση περὶ ἀγάπης πολὺ ὠφέλιμη

Γιὰ τὴν διήγηση αὐτή, βλέπε στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.


Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Νεομάρτυρας ποὺ μαρτύρησε στὴ Θεσσαλονίκη

Καταγόταν ἀπὸ μία κωμόπολη τῆς Θεσσαλονίκης τὴν Κουλιακιά. Ὁ πατέρας του ἦταν προεστὸς τῆς χώρας ἐκείνης καὶ ὀνομαζόταν Πολύχρους, ἡ δὲ μητέρα του Λολουδα. Ἦταν δὲ καὶ οἱ δυὸ εὐσεβεῖς χριστιανοί. Στὴν ἀρχὴ ὁ Ἀθανάσιος παρακολούθησε μαθήματα στὸ Ἑλληνικὸ Σχολεῖο τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀργότερα μαθήτευσε κοντὰ στὸν Ἀθανάσιο τὸν Πάριο. Ἀργότερα φοίτησε στὴ Σχολὴ τοῦ Βατοπεδίου στὸν Ἄθω, κοντὰ στὸν Παναγιώτη Παλαμᾶ. Ὕστερα ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει καὶ πάλι στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ μετὰ ἐπανῆλθε στὴν πατρίδα του Κουλιακιά. Ἐκεῖ κατηγορήθηκε ψευδῶς, ὅτι ὁμολόγησε τὴν μουσουλμανικὴ θρησκεία καὶ ἔτσι τὸν πίεζαν καθημερινὰ ν᾿ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστιανισμό. Ὁ Ἀθανάσιος ὅμως, ἔμεινε ἀκλόνητος στὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ φυλακίστηκε. Μετὰ ἀπὸ διάφορες προσπάθειες τῶν Τούρκων, κατὰ τὴν πολυήμερη φυλάκισή του, νὰ ἐξισλαμιστεῖ, ὁ μάρτυρας ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ σὰν ἀληθινὸ Θεό. Ἔτσι τὸν ἀπαγχόνισαν ἔξω ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὶς 8 Σεπτεμβρίου 1774.


Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος ἐπίσκοπος Ἀχταλείας τῆς Ἰβηρίας

Γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους, τὸ ἔτος 1738, στὸ χωριὸ Λοτσίων περιφέρειας Δεραίνης τῆς ἐπαρχίας Χαλδείας τοῦ Πόντου. Ὁ πατέρας του ἦταν Ἱερέας καὶ ὀνομαζόταν Γεώργιος Σερταρίδης, ἡ δὲ μητέρα του Βαρβάρα. Εἶχε τέσσερις ἀδελφὲς καὶ ἕναν ἀδελφό, τὸν Δημήτριο, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὸς Ἱερέας. Τὸ πρῶτο ὄνομα τοῦ Σωφρονίου ἦταν Συμεών. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία, ἔτρεφε μεγάλη ἀγάπη στὰ θεῖα καὶ ἰδιαίτερα στὴ μοναχικὴ ζωή. Νέος ἀκόμα, πῆγε στὴ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Χουτουρᾶ σὰν δόκιμος. Μετὰ τρεῖς μῆνες πῆγε στὴ Μονὴ Σουμελὰ καὶ μετὰ τρία χρόνια στὴ Μονὴ Βαζελῶνος. Καὶ στὶς τρεῖς Μονές, διδάχτηκε τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν μοναχικὴ ζωή. Τότε ἐκάρη μοναχός με τὸ ὄνομα Σωφρόνιος καὶ κατόπιν χειροτονήθηκε Ἱερέας. Μετὰ ἑπτὰ χρόνια, ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἰγνάτιος, τὸ ἔτος 1776, τὸν ἔστειλε στὸ μεταλλεῖο τῆς Ἀχταλείας στὴν Ἰβηρία, ὅπου 500 περίπου μεταλλουργοὶ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ ἐκεῖ καὶ ἀποτέλεσαν ἕνα χωριὸ μὲ τὴν ὀνομασία Δάλ-βέρ, ποὺ σημαίνει πολύτιμοι λίθοι. Ἐκεῖ μὲ τὴν ἁγία του ζωὴ ὁ Σωφρόνιος, προσείλκυσε τὸν σεβασμὸ τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι μὲ πρωτοβουλία δική τους, τὸν ἔκαναν ἐπίσκοπο στὶς 29 Ὀκτωβρίου 1777, ἔχοντας ἕδρα τῆς ἐπισκοπῆς του τὴν ἐκεῖ Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας. Τὴν ἐπισκοπή του κυβέρνησε μέχρι τὸ 1794, ὅταν βαρβαρικὴ φυλὴ ἐπιτέθηκε στὸ μεταλλεῖο καὶ τὸ λεηλάτησε, ἀφοῦ πρῶτα κατέστρεψε τὰ πάντα. Ὁ Σωφρόνιος πιάστηκε αἰχμάλωτος καὶ πουλήθηκε σὲ μία γυναῖκα λατινικοῦ δόγματος, ποὺ τὸν ἐλευθέρωσε καὶ τὸν ἔστειλε μὲ ἱστιοφόρο στὴν Τραπεζούντα. Ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Σωφρόνιος ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ Βαζελῶνος, ὅπου ἔζησε σὰν ἔνσαρκος ἄγγελος. Ἀλλὰ λόγω τοῦ φθόνου τοῦ ἡγουμένου Ἱερεμία, ἀναχώρησε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του ὅπου καὶ ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή. Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν Ἱερῶν λειψάνων του, γεμάτα εὐωδιά, ἔγινε τὸ 1824 στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βαζελῶνος.