Ἁγιολόγιον - Αὔγουστος 7


Ὁ Ἅγιος Δομέτιος ὁ Πέρσης καὶ οἱ δυὸ μαθητές του

Ὁ ὁσιομάρτυρας Δομέτιος ἦταν Πέρσης καὶ ἔζησε στὰ χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Διδάχθηκε τὴν χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ κάποιο χριστιανό, ποὺ ὀνομαζόταν Ἄβαρος. Ὅταν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ του, ἐξεγέρθηκαν ἐναντίον του καὶ ὁ Δομέτιος ἀναγκάσθηκε νὰ τοὺς ἐγκαταλείψει. Κατέφυγε στὴν πόλη Νισίβη στὰ βυζαντινὰ σύνορα, ὅπου κλείστηκε σὲ κάποια μονή. Ἀναχώρησε, ὅμως, κι ἀπὸ κεῖ, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ Θεοδοσιούπολη, στὴ μονὴ Σεργίου καὶ Βάκχου, ὅπου ὁ Δομέτιος καλλιέργησε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὶς ἀρετὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ προϊστάμενος τῆς μονῆς Οὖρβελ, βλέποντας τὴν πνευματικὴ ἀνωτερότητα τοῦ Δομετίου, θέλησε νὰ τὸν κάνει πρεσβύτερο. Ἀλλὰ ὁ ἀγῶνας τοῦ Δομετίου δὲν ἦταν πῶς θὰ ἁρπάξει ἀξιώματα, ἀλλὰ πὼς θὰ τὰ ἀποφύγει. Διότι ἔμαθε ἀπὸ τὸν Κύριό του Ἰησοῦ Χριστό, νὰ εἶναι «ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» ποὺ σημαίνει, ταπεινὸς στὸ φρόνημα καὶ τὴν ἐσωτερικὴ διάθεση. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔφυγε στὰ ὄρη καὶ ζοῦσε μέσα σὲ μία σπηλιὰ μὲ δυὸ μαθητές του. Ὅταν κάποτε περνοῦσε ἀπὸ κεῖ ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης, διέταξε νὰ τὸν σκοτώσουν. Οἱ στρατιῶτες τοῦ Ἰουλιανοῦ βρῆκαν τὸ Δομέτιο καὶ τοὺς μαθητές του νὰ ψάλλουν μέσα στὴ σπηλιά, καὶ τοὺς φόνευσαν μὲ λιθοβολισμό.


Ὁ Ἅγιος Ἀστέριος ὁσιομάρτυρας καὶ θαυματουργός

Πότε καὶ ποῦ μαρτύρησε δὲν ἀναφέρουν οἱ Συναξαριστές. Στοὺς περισσότερους ἀπὸ τοὺς Κώδικες ἀναγράφεται ὡς «μάρτυς καὶ συγκλητικός, διὰ ξίφους τελειωθείς». Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου ἀναφέρεται ὡς «ὁσιομάρτυς καὶ θαυματουργός».


Ὁ Ὅσιος Ὢρ

Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἀσκήτευε στὸ ὄρος τῆς Νιτρίας. Στὴν ἀρχὴ καὶ γιὰ λίγα χρόνια ἔκανε ἐρημίτης μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ μελέτη τοῦ θείου λόγου. Κατόπιν ὅμως τὸν ἀνακάλυψαν χριστιανοὶ ποὺ ἐπιζητοῦσαν πνευματικὸ ὁδηγὸ καὶ ἀπὸ τότε ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του ἁπλώθηκε παντοῦ. Χιλιάδες ἐπισκέπτες πήγαιναν κοντά του γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὴν διδασκαλία καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη του. Στὴ συνέχεια ὁ Ὅσιος Ὢρ ἀνέπτυξε ἀδελφότητες καὶ ἵδρυσε μοναστήρια, στὰ ὁποῖα μὲ πολὺ ζῆλο καλλιεργοῦνταν ἡ πνευματικὴ καὶ ἡ σωματικὴ ἐργασία. Ἐπίσης ὁ Ὅσιος εἶχε τὸ χάρισμα τοῦ λόγου καὶ ἤξερε πότε νὰ σιωπᾷ καὶ πότε νὰ μιλάει. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ 90 χρονῶν, διατηρώντας τὴν διαύγεια τοῦ μυαλοῦ του μέχρι τελευταίας του πνοῆς.


Οἱ Ὅσιοι Μύριοι (10.000) ἀσκητὲς Θηβαίοι

Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.


Ἡ Ὁσία Ποταμία ἡ Θαυματουργός

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.


Ὁ Ἅγιος Νάρκισσος ὁ Ἱερομάρτυρας Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

Ἀναδείχτηκε 30ος ἢ κατ᾿ ἄλλους 31ος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, ἀπὸ τὸν πρῶτο, ποὺ ἦταν ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος. Ἦταν ἄνδρας ἐγκρατής, φιλάνθρωπος, διδακτικὸς καὶ ἄκαμπτος στὴν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντός του, χωρὶς νὰ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴν ἀντίδραση τῶν μοχθηρῶν ἐχθρῶν του. Σὲ κάποια συκοφαντία ποὺ κάποτε ὀργανώθηκε ἐναντίον του, παρουσιάστηκαν τρεῖς ψευδομάρτυρες. Ὁ πρῶτος, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ψευδοκατάθεσή του, εἶπε ὅτι ἂν λέει ψέματα νὰ πέσει φωτιὰ καὶ νὰ τὸν κάψει. Ὁ δεύτερος εἶπε νὰ γίνει σκωληκόβρωτος καὶ ὁ τρίτος νὰ τυφλωνόταν. Δὲν πέρασε λοιπὸν πολὺς καιρὸς καὶ οἱ ψευδομάρτυρες τιμωρήθηκαν ὅπως τοὺς ἅρμοζε. Ὁ πρῶτος κάηκε ἀπὸ κεραυνό, ὁ δεύτερος ἀρρώστησε βαριὰ καὶ τὸ λεπρὸ σῶμα του ἔτρωγαν σκουλήκια καὶ ὁ τρίτος τυφλώθηκε. Ὁ Νάρκισσος ἀνέβηκε δυὸ φορὲς στὸ θρόνο καὶ πατριάρχευσε συνολικὰ 26 χρόνια. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 116 χρονῶν.


Ὁ Ὅσιος Ὑπερέχιος

Ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς μοναχούς, ποὺ μαζὶ μὲ τὴν πίστη, κατεῖχαν καὶ τοὺς θησαυροὺς τῆς χριστιανικῆς φιλοσοφίας. Ἦταν ἥρεμος, γλυκὸς καὶ σπάνια τὸν πλησίαζε ἡ φλόγα τῆς ὀργῆς. Ἔλεγε δὲ συχνά: «ὁ μὴ κρατῶν γλώσσης αὐτοῦ ἐν καιρῷ ὀργῆς, οὐδὲ παθῶν κρατήσει ὁ τοιοῦτος». Ἀπεβίωσε εἰρηνικά, γεμάτος χάρη ἀπὸ τὸν Θεό.


Ὁ Ἅγιος Σώζων ἀπὸ τὴν Νικομήδεια

Τὸν ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ θαυματουργικὰ μὲ τὴν θεία χάρη βγῆκε ἀβλαβής. Στὴ συνέχεια ἀπεβίωσε εἰρηνικά.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ νέος, ὁ ἰαματικός

Γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς χριστιανοὺς τὸ 862. Ἀπὸ μικρὸς εἶχε θερμὴ πίστη καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Ἀφοῦ ἔδωσε ὅλη του τὴν περιουσία στοὺς φτωχούς, ἀποφάσισε ν᾿ ἀποσυρθεῖ στὸν ἡσυχαστικὸ βίο, λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἐκεῖ τὸν ἐνοχλοῦσαν πολλοὶ γνώριμοί του κατέφυγε στὸ Ἄργος, ὅπου ἔστησε τὸ ἡσυχαστήριό του. Ἐκεῖ ἐπίσης ἔκτισε καὶ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ τιμίου Προδρόμου, ὅπου ἔτρεχαν πολλοὶ καὶ τὸν συμβουλεύονταν. Τὸν φθόνησαν ὅμως μερικοὶ Ἱερεῖς, ποὺ νόμιζαν ὅτι ἐλάττωνε τὰ εἰσοδήματά τους καὶ τὸν κατάγγειλαν στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἄργους Ἅγιο Πέτρο (3 Μαΐου). Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅμως Πέτρος, κατάλαβε τὴν ἀφιλοκερδία καὶ τὴν εὐσέβεια τοῦ Θεοδοσίου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν ἐνισχύει συνεχῶς στὸ θεάρεστο ἔργο τῆς ἐλεημοσύνης. Ἔτσι ὁ Θεοδόσιος ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ βαθιὰ γεράματα καὶ στὴν κηδεία του θρήνησε ὅλος ὁ λαὸς καὶ ὁ κλῆρος τοῦ Ἄργους.


Ὁ Ὅσιος Δομέτιος ὁ σημειοφόρος

Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἦταν Ἁγιορείτης ἀσκητής, ποὺ ἀσκήτευε στὰ ὅρια τῆς Μονῆς Φιλόθεου, ἔκανε μάλιστα καὶ θαύματα, καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Αὐτὸς εἶχε μαθητὴ τὸν ὁσιομάρτυρα Δαμιανό.


Ὁ Ὅσιος Νικάνωρ ὁ θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Νικάνωρ ἦταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ ἔζησε τὸν 14ο αἰῶνα. Οἱ γονεῖς του ὀνομαζόταν Ἰωάννης καὶ Μαρία. Ἦταν πολὺ πλούσιοι ἀλλὰ καὶ πολὺ πνευματικοὶ ἄνθρωποι. Ἀπόκτησαν μόνο ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ ὀνόμασαν Νικόλαο, καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ προσπάθησαν νὰ τὸ ἀναθρέψουν σύμφωνα μὲ τὰ διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀλλὰ ἐνῷ ὁ Νικόλαος ἦταν 20 χρονῶν, πεθαίνει ὁ πατέρας του καὶ μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια καὶ ἡ μητέρα του. Τότε αὐτός, διαμοίρασε ὅλη του τὴν μεγάλη κληρονομιὰ στοὺς φτωχοὺς καὶ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Νικάνωρ. Κατόπιν, μὲ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Ἀρχιερέως Θεσσαλονίκης, δέχτηκε νὰ γίνει καὶ ἱερέας. Στὸ ὄρος Βέρμιον Γρεβενῶν, ποὺ τὸ ἔλεγαν «τοῦ Καλλιστράτου», ὑπῆρχε Μονὴ ποὺ ἔκτισε ὁμώνυμος μοναχός. Ἐκεῖ λοιπὸν πῆγε καὶ ὁ Νικάνωρ γιὰ νὰ μονάσει, καὶ ἀπὸ κεῖ κατέβαινε καὶ ἐμψύχωνε τὸ λαὸ τῶν γύρω πόλεων καὶ χωριῶν, νὰ μένουν σταθεροὶ στὴν πίστη τους ἀκόμα καὶ μὲ θυσία τῆς ζωῆς τους. Κάποια νύκτα καὶ ἐνῷ ὁ Νικάνωρ προσευχόταν, ἄκουσε φωνὴ νὰ τοῦ λέει νὰ πάει στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους, καὶ ὅτι ἐκεῖ θὰ βρεῖ τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου. Πράγματι τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὰ λεγόμενα τῆς φωνῆς ἐπαληθεύτηκαν καὶ ὁ Νικάνωρ στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ἔκτισε ἐκκλησία καὶ μοναστήρι στὸ ὄνομα τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου. Ἡ ἁγία ζωὴ τοῦ ὁσίου Νικάνορα, τερμάτισε τὴν 7η Αὐγούστου 1419 (κατ᾿ ἄλλους τὸ 1519). Τὸ σεβάσμιο λείψανό του τάφηκε στὸ παρεκκλῆσι τοῦ τιμίου Προδρόμου.


Μνήμη βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς

Ἡ ἐπιδρομὴ αὐτὴ τῶν Περσῶν δὲν ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόδημο, τὴν ἀναφέρουν ὅμως ἀρκετοὶ Κώδικες. Ἐδῶ παραθέτουμε ἀκριβῶς τὰ γραφόμενα στὸν Λαυρεωτικὸ Κώδικα 73: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ (ζ´ Αὐγούστου) μνήμην ἐπιτελοῦμεν τῆς ὑπὲρ λόγον καὶ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα δωρηθείσης ἡμῖν τελείας βοηθείας παρὰ Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν κατὰ τῶν πανταχόθεν διά τε γῆς καὶ θαλάσσης κυκλωσάντων ἡμᾶς ἀθέων ἐχθρῶν, μεσιτευσάσης τὴν σωτηρίαν τῆς θεοφύλακτου ταύτης καὶ βασιλίδος πόλεως τῆς ἀσπόρως Αὐτὸν τεκούσης παναγίας ἀχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπάρθενου Μαρίας. Τοῦτο δὲ γέγονε κατὰ τοὺς χρόνους Ἡρακλείου του Βασιλέως, ὅτε Χοσρόης ὁ τῶν Περσῶν βασιλεὺς Σάρβαρον τὸν αὐτοῦ στρατηλάτην μετὰ δυνάμεως βαρείας κατὰ τῆς θεοφύλακτου ταύτης πόλεως ἐξέπεμψεν ὃς πᾶσαν τὴν Ἀνατολὴν ληισάμενος τὸν ἐν Χαλκήδονι πορθμὸν κατέλαβε, προσδοκῶν καὶ τὴν ἐν πόλεσι μεγίσιην ἐλεεῖν. Ταῦτα ἰδὼν Ἡράκλειος διὰ τοῦ Εὐξείνου Πόντου τὴν Περσίδι κατέλαβε, πλείονα ἐν αὐτῇ ἐργασάμενος ᾗ ὢν ὁ Πέρσαι τῶν Ρωμαίων γῆν διερχόμενοι, τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ἐνταῦθα καταλιπῶν μετὰ τοῦ Σεργίου Πατριάρχου καὶ Βώνου τοῦ θαυμάσιου. Χαγάνος δὲ ὁ τῶν Ἀβάρων ἡγούμενος καὶ αὐτὸς μὲν τῶν ὁμόρων ἐθνῶν παραλαβὼν πλῆθος διὰ γῆς καὶ θαλάσσης καὶ αὐτὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν προσέβαλεν ὥστε ἐξ ἀνατολῶν δὲ τοὺς Σκύθας, καὶ αὐτὴν πάντοθεν περιληφθεῖσαν εἶτα τὰ ἑαυτῶν ποιοῦντες ἐλεεῖν ἤλπιζαν πόλιν τῷ σταυρῷ καὶ τοῖς πάθεσι Χριστοῦ σεμνυνομένην καὶ τὴν Θεοτόκῳ ὑπ᾿ αὐτοῦ δῶρον δεδομένην. Πᾶσαν οὖν ἐλέπολιν καὶ τειχομαχίαν τὴν μὲν δρῶντες, τὴν δὲ μελετῶντες βαρβαρικώτεροι γενναίως ἦσαν ἀνθιστάμενοι. Βῶνος δὲ τούτους ἦν ὁ πρὸς μάχην διεγείρων καὶ πολὺς φόνος ἐξ ἑκάτερου μέρους ἐγένετο. Οὕτως οὖν τρὶς καὶ τετράκις συμβαλόντες καὶ τὴν τῆς Θεοτόκου συμμαχία, ἄπρακτοι διαμείναντες εἰς θυμὸν διεγείρονται μέγιστον. Ὅθεν τοῦτο οἱ τὴν πόλιν οἰκοῦντες διαγνόντες, πρεσβείας πρὸς Χαγάνον στέλλουσι μετὰ χρημάτων συχνῶν εἰρηνικὰ γενέσθαι σπονδᾶς ἐξαιτούμενοι· ὁ δὲ φιλάργυρος τὴν γνώμην καὶ τὸν τρόπον ὤν, τὰ μὲν χρήματα ἔλαβε, τοὺς δὲ πρέσβεις ἀπράκτους ἀπέστειλε, «αὔριον, φήσας, τὴν πόλιν ὑμῶν ὡς νοσσιᾶν τὴν χειρί μου καταλήψομαι καὶ πάντας μονοχίτωνας ἐξελθεῖν ἔασως πλεῖον γὰρ τούτου οὐ φιλανθρωπεύσομαι πρὸς ὑμᾶς», πολλὰ πρότερον κατὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καὶ τῆς Αὐτὸν τεκούσης βλασφημήσας. Ταῦτα οἱ τὴν πόλιν οἰκοῦντες ἀκούσαντες καὶ ὅσον Ἱερατικόν, ὅσον τε λαϊκὸν καὶ συγκλητικὸν εἰς τοὺς θείους ναοὺς ἐλιτάνευον, τὰς χεῖρας εἰς οὐρανοὺς αἴροντες καὶ «Κύριε ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου», λέγοντες, «ἔπιδε ἐπὶ τῷ μιαρῷ Χαγάνω καὶ ἐπὶ πᾶσι τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ τολμωμένοις καὶ κατάβαλε αὐτό, ὁ ὑπερασπιστὴς ἡμῶν, ὅπως μὴ εἴπῃ, ποῦ ἐστὶν ὁ Θεὸς αὐτῶν», καὶ οἱ μὲν ηὔχοντο κλαίοντες, οἱ δὲ διά τε γῆς καὶ θαλάσσης ἐν μιᾷ ἔγνων συρρηγνύειν τὸν πόλεμον ὁ δὲ ὑπ᾿ αὐτῶν βλασφημούμενος Κύριος, τῇ πρεσβείᾳ τῆς Αὐτὸν τεκούσης, ἀνέμους σφοδροὺς καὶ στροβίλους τῇ θαλάσσῃ ἐκπέμψας καὶ πᾶσαν διαταράξας, αὔτανδρα τὰ σκυθικὰ πλοῖα τῇ θαλάσσῃ παρέπεμψεν ἐνθεὶς δὲ καὶ τοῖς ἐν πόλει θάρσος, ὅσον τούτοις δέος κατὰ τῶν βλάσφημων ἐξέπεμψεν εἰς τοὺς βαρβάρους δὲ τοσοῦτον φόνον εἰργάσαντο, ὅσον οὐδὲ ἀριθμῆσαι τις δύναται. Ταῦτα οὐδὲ τοὺς Πέρσας ἔλαβεν οὕτω πραχθέντα, οἱ χεῖρα - ὡς λόγος - ἐπὶ στόματος θέντες ὑπέστρεψαν ἀπρακτοι· ὁ δὲ Ἱεράρχης καὶ ἅπαν της ἐκκλησίας τὸ πλήρωμα σὺν δάκρυσιν ἐπινίκια ἦδον καὶ χαριστήρια. «Ἡ δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχύϊ ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε, ἔθραυσεν ἐχθροὺς καὶ τῷ πλήθει τῆς δόξης σου συνέτριψας τοὺς ὑπεναντίους· πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσαν ἡμᾶς καὶ τῷ ὀνόματί σου, Κύριε, ἠμυνάμεθα ταῦτα». Οὕτως ἡ παναγία καὶ ὑπεράμωμος Θεοτόκος, ἡ τῶν Χριστιανῶν ἀντίληψις, περὶ ἡμᾶς τὴν ἰσχὺν αὐτῆς ἀπεδείξατο καὶ τὴν μεγάλην καὶ παράδοξον σωτηρίαν ταύτην ἡμῖν ἐδωρήσατο. Διὰ ταῦτα τὴν παροῦσαν ἀνάμνησιν ἐτησίως πανηγυρίζομεν ἐν τῷ σεβασμίῳ αὐτῆς οἴκῳ, τῷ ὄντι ἐν Βλαχέρναις».


Ὁ Ἅγιος Βαρτάν, ὁ ἐξ Ἀρμενίας μάρτυρας


Ἐγκαίνια ναοῦ τῆς Θεοτόκου «ἐν Γοργιαναῖς»

Κατὰ τὸν Πατμιακὸ Κώδικα 266.


Ὁ Ὅσιος Ποιμὴν ἐν τῷ σπηλαίῳ (+ 1110) ὁ Πολυπαθής (Ρῶσος)


Ὁ Ὅσιος Ποιμὴν ὁ Νηστευτὴς (Ρῶσος, 14ος αἰ.)


Ἡ Ὁσία Κανδίδα ἡ Βυζαντία


Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Γεροντογιάννης

Οἱ γονεῖς τοῦ ὁσίου, Ἐμμανουὴλ καὶ Ζαμπία, εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι ἄνθρωποι, ζοῦσαν στὶς Λίθινες, ὀνομαστὸ χωριὸ τῆς Σητείας Κρήτης. Ὁ Ὅσιος γεννήθηκε τὸ 1799 στὰ ἐρειπωμένα κελλάκια τῆς Μονῆς Κάψα, ὅπου εἶχαν καταφύγει οἱ γονεῖς του, λόγω τουρκικῆς ἐπιδρομῆς. Ὁ Ἰωάννης Βιτσέντζος (ὅπως ἦταν τὸ κοσμικὸ ὄνομα καὶ τὸ ἐπίθετο τοῦ ὁσίου) μέχρι νὰ μεγαλώσει βοηθοῦσε τὸν πατέρα του στὶς ἀγροτικὲς ἐργασίες. Ζωηρὸς καὶ ἀτίθασος στὸν χαρακτῆρα. Λόγω ἀπαγόρευσης τῆς λειτουργίας σχολείων, δὲν ἔμαθε γράμματα. Ἦταν ὅμως φιλομαθὴς καὶ ἔξυπνος. Σὲ νεαρὴ ἡλικία παντρεύτηκε τὴν χωριανή του Καλλιόπη τῆς οἰκογένειας Γεροντήδων καὶ ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά. Τρεῖς κόρες καὶ ἕνα γιό. Ἡ ἀγροτικὴ ζωὴ καὶ οἱ συχνοὶ διαπληκτισμοὶ μὲ τοὺς Τούρκους, τὸν ἀνάγκασαν νὰ μένει στὸ μετόχι ποὺ εἶχε στὴν τοποθεσία «Κατσαρόλι», κοντὰ στὶς Λίθινες. Αὐτὴ ἡ ἀπομόνωση ἀγρίεψε περισσότερο τὸν ἤδη δύστροπο χαρακτῆρα του. Ἔγινε εὐέξαπτος, σκληρός, ἐρειστικὸς καὶ ἀνελεήμων. Ἕνα ἀτύχημα ὅμως, μὲ τὸν θάνατο τῆς μικρῆς του κόρης Εἰρήνης, ἡμέρα Κυριακή, ποὺ αὐτὸς εἶχε φύγει νὰ κάνει ἐμπόριο, ἄλλαξε ριζικὰ τὴν ζωή του. Καὶ κατόπιν σὰν μοναχὸς συμβούλευε: «Κι᾿ ἂν θὲς ζωὴν παντοτεινὴ νὰ δῇς εἰς βασιλείαν Κυριακᾶς καὶ ἑορτᾶς πράσσε (= σύχναζε) στὴν Ἐκκλησίαν». Μετὰ ἀπὸ διάφορες περιπέτειες, ἀφήνει τὴν οἰκογένειά του στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ γίνεται μοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ Κάψα, τὴν ὁποία ἀνακαινίζει καὶ ἀφιερώνεται ὁλόψυχα στὴν λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ ἔζησε ἀρκετὰ χρόνια ζωὴ ἁγία, παρέδωσε ὁσιακὰ τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ στὶς 8.00 τὸ πρωὶ τῆς 6ης Αὐγούστου 1874. Σύμφωνα μὲ παραδόσεις καὶ μαρτυρίες ντόπιων κατοίκων, ἀλλὰ καὶ ἄλλων, ἐπετέλεσε πολλὰ θαύματα πρὸ καὶ μετὰ τὸν θάνατό του. Εἶναι τοπικὸς ἅγιος καὶ ἡ μνήμη του γιορτάζεται τὴν 7η Αὐγούστου. Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του ἔγινε μὲ ἄδεια τοῦ οἰκείου Μητροπολίτη τὴν 7η Μαΐου 1982 καὶ ἡ μνήμη της γιορτάζεται τὴν Τρίτη πρὸς Τετάρτη τῆς Διακαινησίμου. Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου αὐτοῦ συνέγραψε ὁ μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, τὴν ὁποία, μαζὶ μὲ τὸν βίο τοῦ ὁσίου, ἐξέδωσε ἡ Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Κάψα Σητείας Κρήτης, τὸ 1993.