Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 15


Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Θηβαῖος

Ὁ ἐρημικὸς καὶ ἥσυχος τόπος εἶναι ἀπὸ τοὺς βασικοὺς παράγοντες ἀνάπτυξης τῆς αὐτοσυγκέντρωσης καὶ προσευχῆς πρὸς τὸ Θεό. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ στὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου τοῦ Θηβαίου. Ἀνῆκε σὲ πλούσια οἰκογένεια τῆς Κάτω Θηβαΐδας τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν ὁ Δέκιος (249-251) κήρυξε τὸν τρομερὸ διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ Παῦλος, μόλις 15 χρονῶν, χάνει τοὺς γονεῖς του. Μὲ ἐσωτερικὴ παρακίνηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (κατ᾿ ἄλλους φοβούμενος μὴ παραδοθεῖ στοὺς διῶκτες τῶν χριστιανῶν ἀπὸ τὸν ἐπ᾿ ἀδελφῇ γαμπρό του, ποὺ τοῦ ζητοῦσε τὴν περιουσία) φεύγει καὶ ζητᾷ καταφυγὴ σωτηρίας στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ, μέσα στὴν ἡσυχία τῆς φύσης, βρῆκε καιρὸ γιὰ συστηματικὴ μελέτη καὶ προσευχή. Ὅταν πέρασε ὁ διωγμὸς τοῦ Δεκίου καὶ ἐπανῆλθε ἡ γαλήνη, ὁ Παῦλος ἐξακολουθεῖ νὰ μένει στὴν ἔρημο καί, μάλιστα, ἀποφασίζει νὰ μείνει μόνιμα. Τόσο δὲ ὁλοφάνερη εἶχε γίνει μέσα στὴν ἔρημο ἡ πνευματικὴ ὑπεροχή του καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη του, ὥστε, ὅπως κάποτε στὸν Κύριό μας, ἔρχονταν πλήθη λαοῦ νὰ Τὸν ἀκούσουν, ἔτσι καὶ στὸν Παῦλο ἔρχονταν πολλοὶ ἀναχωρητὲς νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ νὰ τὸν συμβουλευθοῦν. Ἡ φήμη του εἶχε φθάσει καὶ στὴν ἀκοὴ τοῦ μεγάλου Ἀντωνίου, ποὺ κίνησε καὶ τὸν συνάντησε μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα ἀνέκφραστης χαρᾶς. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες ἐπανῆλθε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, βρῆκε τὸν ὅσιο Παῦλο πεθαμένο, καὶ δυὸ λιοντάρια ἔστεκαν κοντὰ στὸν τάφο του, τὸν ὁποῖο εἶχαν σκάψει μὲ τὰ νύχια τους. Ὁ μεγάλος ἐρημίτης ἦταν τότε 113 χρονῶν.


Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Καλυβίτης

Ἔζησε στὰ μέσα του 5ου μ.Χ. αἰῶνα (κατ᾿ ἄλλους γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου μ.Χ. αἰῶνα) καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Εὐτροπίου, συγκλητικοῦ στὸ ἀξίωμα, καὶ τῆς Θεοδώρας. Ὁ Ἰωάννης δὲν θέλησε ν᾿ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο τῶν δυὸ μεγαλυτέρων ἀδελφῶν του, ποὺ κατέλαβαν λαμπρὰ ἀξιώματα. Ἀλλὰ προτιμοῦσε νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ὑπηρεσία τῆς πίστης. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ γονεῖς του ἐπέμεναν, ἔφυγε ἀπὸ τὸ πατρικό του σπίτι στὴ Μονὴ τῶν Ἀκοιμήτων, ὅπου καὶ ἔγινε μοναχός. Ἀλλά, μετὰ ἀπὸ καιρό, ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς γονεῖς του ἄναψε θερμὴ στὴν καρδιά του. Ὅταν μάλιστα πληροφορήθηκε, ὅτι ἡ μητέρα του ἦταν ἀπαρηγόρητη γιὰ τὴν ἐξαφάνισή του, καὶ ὁ πατέρας του ἀκολουθοῦσε ζωὴ ἐντελῶς κοσμική. Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴ Μονὴ Ἀκοιμήτων με τὴν συγκατάθεση τοῦ ἡγουμένου. Παρουσιάσθηκε στοὺς γονεῖς του ὡς ἕνας ἄγνωστος μοναχός. Αὐτοὶ δὲν τὸν γνώρισαν. Ἀλλ᾿ ἦταν τόση μεγάλη ἡ εὐγένεια τῆς φυσιογνωμίας καὶ τῶν λόγων του, ποὺ τὸν παρακάλεσαν νὰ ἔρχεται καθημερινὰ στὸ σπίτι. Δέχθηκε μὲ τὴν συμφωνία νὰ τοῦ κατασκευάσουν μία καλύβα στὸ βάθος τοῦ περιβολιοῦ τῆς πατρικῆς του οἰκίας. Ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης ἔστησε τὴν κατοικία του, καὶ μέσα σὲ τρία χρόνια κατάφερε, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ φέρει στὸ σωστὸ δρόμο τοὺς γονεῖς του. Τὴν ἡμέρα ὅμως ποὺ ἀποκάλυψε πὼς ἦταν γιός τους, ὁ Θεὸς παρέλαβε τὴν μακάρια ψυχή του.


Ὁ Ἅγιος Πανσόφιος

Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Δεκίου (250). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Νεῖλος καὶ εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀνθυπάτου. Ὁ Πανσόφιος σπούδασε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν Ἁγία Γραφή. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του, μοίρασε τὴν περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ ἔζησε 27 ὁλόκληρα χρόνια ἀσκούμενος στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἡσυχία. Καταγγέλθηκε ὅμως στὸν Αὐγουσταλιό της Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος διέταξε καὶ τὸν ἔφεραν μπροστά του. Ἐκεῖ ὁ Πανσόφιος μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν μεγάλη γνώση ποὺ τὸν διέκρινε, συνέτριψε μία πρὸς μία τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ἐξευτελισμένος ὁ τύραννος διέταξε καὶ τὸν ἔδειραν μέχρι θανάτου. Ἔτσι ἔνδοξα ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.


Οἱ Ἅγιοι ἕξι Μάρτυρες

Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά. (Γιατί ἀναφέρονται σὰν μάρτυρες, δὲ γνωρίζουμε).


Οἱ Ἅγιοι Ἐλπίδιος, Δάναξ καὶ Ἑλένη

Ἄγνωστοι στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, ἐκτὸς τοῦ Δάνακτος, ποὺ μνημονεύεται κατὰ τὴν 16η Ἰανουαρίου. Ὅλοι μαζὶ βρίσκονται στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Delehaye Sinaxaria Selecta σελ. 393, 50, χωρὶς βιογραφικὰ στοιχεῖα.


Ὁ Ὅσιος Γαβριήλ

ὁ ἐν Λεσνόβῳ Σερβίας (+ 11ος αἰ.).


Ἡ Ἁγία Ἴτα, ἡγουμένη (Ἰρλανδή)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτῆς τῆς ἁγίας τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων» τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.