Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη - Ἀπομνημονεύματα

Βιβλίον Γ´, Κεφάλαιον δεύτερον

Κομματικαὶ διαιρέσεις. - Συνωμοσία δυσηρεστημένων στρατιωτικῶν. - Μυστικὸς αὐτῶν ἀπόστολος παρὰ τῷ Μακρυγιάννῃ. - Ἀποπομπὴ αὐτοῦ. - Ἀποτυχία τῆς συνωμοσίας. - Ἐπεισόδιον μεταξὺ Μακρυγιάννη καὶ Γ. Ψύλλα. - Ῥῆξις μεταξὺ αὐτῶν. - Δημοσιογραφικὴ ἐπίθεσις τοῦ Μακρυγιάννη κατὰ τοῦ Ψύλλα. - Ψευδὴς κατηγορία κατὰ τοῦ Μακρυγιάννη. - Διάλυσις αὐτῆς. - Ὁ Μακρυγιάννης ἐγκαθίσταται ἐν Ἀθήναις. - Οἰκοδομεῖ οἰκίαν. - Καλλιεργεῖ τὴν γῆν. - Ἀνταρσία ἐν Μάνῃ. - Διορισμὸς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀγωνιστῶν, - Βαθμολογία αὐτῶν. - Ἔλευσις τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος εἰς Ἀθήνας. - Περιοδεία αὐτοῦ ἀνὰ τὴν Στερεάν. - Ἐπάνοδος εἰς Ἀθήνας. - Προσφορὰ γεύματος τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Βασιλέα. - Ὁ Μακρυγιάννης ἐν ἐννοίᾳ παρὰ τῷ Βασιλεῖ. - Μετάθεσις τῆς πρωτευούσης εἰς Ἀθήνας. - Συνέντευξις τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Κωλέτην. - Τὰ κατὰ τὴν διάλυσιν τῶν μοναστηρίων ἐν Ἀθήναις. - Καταχρήσεις περὶ τὴν δημοπρασίαν τῶν τροφίμων. - Παράνομος παραχώρησις ἀγρῶν καὶ ἐργαστηρίων. - Ἀντενέργειαι τοῦ Μακρυγιάννη. - Δημοτικαὶ ἐκλογαί. - Ὁ Μακρυγιάννης δημοτικὸς σύμβουλος. - Δυστυχὴς κατάστασις τῶν ἀγωνιστῶν. - Ὁ Μακρυγιάννης παραιτεῖται τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ ὑπὲρ αὐτῶν. - Τίθεται ὑπὸ ἀνάκρισιν. - Παρέμβασις τοῦ Βασιλέως ὑπὲρ αὐτοῦ. - Βασιλικὰ βοηθήματα πρὸς τοὺς πάσχοντας ἀγωνιστάς.


1833 Μαγίου 4 ἦρθα ἐδῶ εἰς Ἀθήνα. Οἱ πολιτικοί μας καὶ οἱ ξένοι τρώγονταν καὶ καθένας κύταζε νὰ ῾περισκύση ἡ δική του φατρία. Ἄλλος τὸ ἤθελε Ἀγγλικόν, ἄλλος Ρούσσικον, ἄλλος Γαλλικόν. Οἱ Ἀντιβασιλεῖς μας τήραγαν κι᾿ αὐτεῖνοι νὰ πάρουν κάνα λεπτό, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἧβραν ἁλώνι ν᾿ ἁλωνίσουν. Πιάσαν φατρίες μὲ τοὺς δικούς μας. Τότε ἄλλοι ἀπάτησαν τοὺς ὁπλαρχηγούς, τοὺς λέγαν νὰ σηκωθοῦν νὰ ζητήσουνε τὰ δίκια τους, καὶ μ᾿ αὐτὸ τοὺς γέλασαν τοὺς ἀνθρώπους. Ξέροντας κ᾿ ἐμένα ὅτι ἔφυγα μὲ δυσαρέσκειαν ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι, μοῦ στείλαν ἕναν ἀπόστολον ἐδῶ εἰς Ἀθήνα καὶ μοῦ εἶπε νὰ σηκωθοῦμε ἀναντίον τῶν Μπαυαρέζων. Κι᾿ ὁ σκοπὸς τῶν πολιτικῶν μας ἦταν μὲ δυὸ τρόπους· ἂν πετύχη ὁ καθεὶς μὲ τὴν μερίδα του καὶ ῾περισκύση, εἶναι κερδεσμένος μὲ τὸ κόμμα του καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς κάνει εἵλωτες. Ἂν δὲν πετύχουν καθένας τοὺς ξένους του σκοπούς, τότε τὰ φορτώνουν τοῦ στρατιωτικοῦ ὅλα τὰ βάρητα καὶ λένε αὐτεῖνοι εἶναι οἱ αἴτιγοι τοῦ κακοῦ καὶ πρῶτα καὶ τώρα εἰς τὸν ἐρχομὸν τοῦ Βασιλέως. Καὶ μπαίνουν εἰς τὴν τζελατίνα ὅλες οἱ κεφαλές. Ὅτι δὲν ἀναπαύτηκαν ὅτι μείναν οἱ στρατιωτικοὶ δυστυχείς· κι᾿ ἄλλοι πῆγαν εἰς τὴν Τουρκιά· κι᾿ ὅσοι μείναν πεθαίνουν τῆς πείνας. Ὅτι ἔρχεται ἐδῶ ἕνας ἀπόστολος ἀπὸ τοῦ Κωλέτη τὸ παρτίδο καὶ τοῦ Μαυροκορδάτου καὶ μοῦ λέγει· «Εἰς τ᾿ Ἀνάπλι εἶναι σύνφωνοι ὅλοι οἱ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ καὶ θὰ πιάσουνε τὸ Παλαμήδι· καὶ εἶναι καὶ ἡ χωροφυλακὴ ἕτοιμη· καὶ ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Ἑλλάδα ἦρθαν γράμματα ὅτι χτύπησαν. Καὶ μ᾿ ἔστειλαν καὶ ῾σ ἐσένα ἐδῶ ν᾿ ἀγροικηθῆς μὲ τοὺς ἄλλους νὰ βαρέσετε κ᾿ ἐσεῖς. – Διατὶ νὰ βαρέσουμεν; τοῦ λέγω. – Διὰ τὰ δίκια μας. –Ποιος σ᾿ ἔστειλε; – Ὁ Κωλέτης κι᾿ ὁ Μαυροκορδάτος. – Ἐκεῖνοι παίρνουν μιστὸν ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ χίλιες δραχμές, καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκες. Ἐμεῖς τίποτα δὲν παίρνομεν καὶ προσμένομεν. Ἡ Κυβέρνηση διόρισε μίαν ἐπιτροπὴ διὰ νὰ κυτάξη τοῦ κάθε ἀγωνιστοῦ τὰ δίκια του. Δὲν προσμένομεν τί θὰ κάμη ἡ ἐπιτροπή; Κι᾿ ἂν ἀδικηθοῦμεν, τότε ἀναφέρνεται ὁ καθεὶς μ᾿ ἀναφορά του εἰς τὸν Βασιλέα καὶ μίαν βολὰ κι᾿ ἄλλη κι᾿ ἄλλη· καὶ σὰν ἰδοῦμε ἡ δικαιοσύνη ἐχάθη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τότε συλλογιώμαστε δι᾿ αὐτά. Κάθε ῾μέρα θὰ κάνετε ἐσεῖς τοὺς σκοποὺς τοῦ Κωλέτη καὶ Μαυροκορδάτου κι᾿ ἀλλουνῶν – καὶ νὰ καῖμε ἐμεῖς τὴν πατρίδα μας καὶ νὰ σκοτωνώμαστε; Ὅταν ὑποκινοῦσαν κάθε καιρὸν ἀπὸ ῾ναν ἐφύλιον πόλεμον, δὲν ἤξεραν ὅτι τέτοια ἀγαθὰ θ᾿ ἀπολάψωμεν; Δὲν θυμῶνται εἰς τὴν Συνέλεψη τῆς Πρόνοιας ὁποῦ πλέρωσαν τὸ Ζέρβα κι᾿ ἄλλους καὶ δέσαν τοὺς πληρεξούσιους, τέτοια καλὰ θὰ ἰδοῦμεν; Καὶ θέλουν τώρα ἄλλος νὰ μᾶς κάνη Ἄγγλους, ἄλλος Γάλλους κ᾿ ἄλλος Ρούσσους; Ἐγὼ θέλω νὰ τοὺς προσφέρω μόνον σέβας ὁλουνῶν αὐτεινῶν τῶν εὐεργέτων καὶ νὰ τηράξω τὴν πατρίδα ὁποῦ γεννήθηκα καὶ τὸν Βασιλέα ὁποῦ ῾ταν τῆς τύχης της νὰ βασιλέψη. Ἐμεῖς ἀκόμα δὲν εἴδαμεν τὸ κακό του, οὔτε τὸ καλό του. Δὲν προσμένομεν; Τί βιάζεστε; Ἐσὺ τί θέλεις, κερατά, καὶ οἱ ἄλλοι οἱ μπερμπάντες –ὅλο αὐτὰ θά ῾χωμεν;» Πῆρα ἕνα γερὸ ξύλο καὶ τὸ ῾δωσα ἕναν δαρμὸν καλὸν καὶ τὸν ἔβγαλα ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι μου.

Τ᾿ ἀσκέρια ἦταν, οἱ περισσότεροι ὁπλαρχηγοί, εἰς τὴν Φήβα καὶ Λιβαδειὰ καὶ Ταλάντι. Τοὺς ἔστειλα ὁλουνῶν ἕναν ἐπίτηδες καὶ τοὺς ἔλεγε αὐτὰ αὐτεινοῦ τοῦ ἀποστόλου καὶ νὰ μὴν γελαστοῦν ὅσο νὰ ἰδοῦμεν τὴν ἐπιτροπή. Τοὺς τὸ εἶπε ὁ ἄνθρωπος ὁποῦ ῾στειλα. Ὅσοι τὸν ἄκουσαν γλύτωσαν. Τότε αὐτὸς ὁ ἀπόστολος φεύγοντας ἀπὸ ῾μένα πῆγε ῾σ αὐτούς. Ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὰ μυαλά τους, τοὺς πρόδωσαν καὶ τοὺς πῆραν καὶ τοὺς ἔβαλαν ὅλους χάψη τοὺς ὀπλαρχηγούς· καὶ ἤθελαν νὰ τοὺς κόψουν μὲ τὸ κοπίδι, ὁποῦ ἤφεραν οἱ φωτισμένοι ἄνθρωποι τῆς Εὐρώπης νὰ κόψουν τοὺς ἄγριους Ἕλληνες – κ᾿ ἔπρεπε νὰ κόψη ἡ Ἀγγλία τὸν Ντώκινς τὸν πρέσβυ της, ἡ Γαλλία τὸν δικόν της καὶ ἡ Ρουσσία τὸ ἴδιον· κι᾿ ὁ βασιλέας τῆς Μπαυαρίας τοὺς Ἀντιβασιλεῖς του καὶ ὕστερα νὰ κόψη κι᾿ ὁ ἴδιος τὸ κεφάλι του. Ὅτι ἡ Μεγαλειότης τοῦ εἶναι νεκροθάφτης τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ ἀθώου Βασιλέα μας· καὶ ἢ καλὰ πάθη ἡ πατρὶς ἢ κακὰ τὰ χρωστοῦμεν εἰς τὸ ἑξῆς εἰς τὴν καλωσύνη τῆς Μεγαλειότης του διὰ τῆς συβουλὲς τοῦ Μετερνὶκ κι᾿ ἀλλουνῶν ὁποὺ ἄκουγε. Ἡ Μεγαλειότης του πολλὲς νύχτες καὶ ῾μέρες κοπίαζε καὶ θυσίαζε τὰ βασιλικά του φῶτα νὰ φκειάνη στίχους διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τοὺς Ἕλληνες, ὅταν πολεμοῦσαν εἰς τὸ Μισολόγγι κι᾿ ἀλλοῦ καὶ κιντύνευαν νηστικοὶ καὶ ταλαιπωρεμένοι. Τώρα εὖγε τοῦ Μεγαλειότατου Βασιλέως! ῾Μπρὸς εἰς τὸ νιτερέσιόν σου οὔτε παιδί σου συλλογίστης, οὔτε ἀθῶον ἔθνος ματοκυλημένο. Διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ τοιοῦτοι βασιλεῖς –ὁ τίτλος τους πρέπει νὰ «εἶναι ἀθώων ἀνθρώπων τύραννοι». Θέ, ποῦ εἶναι οἱ βασιλικὲς δικαιοσύνες;

Τέλος πάντων μὲ τέτοιες δικαιοσύνες ἤθελαν νὰ κόψουν τοὺς πρωταγωνιστὰς ὡς κακούργους, τὸν Κολοκοτρώνη, τὸν Κολιόπουλον, τὸν Κριτζώτη, τὸν Τζαβέλα, τὸν Γρίβα, τὸν Μαμούρη, τὸν Ρούκη, τὸν Ντουμπιώτη, τὸν Ἀποστολάρα, τὸν Μήλιον κι᾿ ἄλλους πολλοὺς τοιούτους. Φυλακώνοντας αὐτεινούς, ἔστειλε ἕνα τζιράκι του ὁ Κωλέτης νὰ πάγη εἰς τὴν Φήβα διοικητής, Κλεομένη τὸν λένε. Μ᾿ ἀνταμώνει ὁ Κλεομένης, μοῦ λέγει· «Τήρα ὅ,τι κάνετε ἐσεῖς οἱ στρατιωτικοὶ καὶ δὲν ξέρομεν ἐμεῖς οἱ πολιτικοὶ – τήρα τί παθαίνετε. – Τοῦ λέγω, νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς νὰ φυλακώσουνε κ᾿ ἐμένα, καὶ τότε θὰ ἰδοῦμεν ἂν ξέρουν οἱ πολιτικοὶ ἢ ὄχι, καὶ ποιοὺς θὰ χαλέψω συντρόφους εἰς τὴν φυλακή. Καὶ δὲν μπορεῖ οὔτε ὁ Βασιλέας νὰ τ᾿ ἀποφύγῃ, οὔτε ἡ Ἀντιβασιλεία. Ὅτι ἂν τ᾿ ἀποφύγουν, τότε δὲν ὑποτάζονται εἰς τὸ δίκιον καὶ εἰς τοὺς νόμους – τότε γλυτώνουν ὅλοι αὐτεῖνοι καὶ κόψετε ἐμᾶς! – Ποιοὺς θὰ πάρῃς συντρόφους; μοῦ λέγει ὁ Κλεομένης. – Τὸν Κωλέτη τὸν ἀφέντη σου, τὸν Μαυροκορδᾶτο καὶ τοὺς τοιούτους ὅλους. Νὰ φυλακωθῶ καὶ τότε τοὺς βλέπεις· καὶ μπορεῖ νὰ εἶσαι κ᾿ ἕνας ἐσύ. Τότε φαίνεται». Ὁ Κλεομένης παραγγέλνει ὅλα αὐτὰ τοῦ Κωλέτη. Καὶ τότε τράβησαν χέρι ἀπὸ ῾μένα.

Στέλνουν τὸν Ψύλλα ἐδῶ εἰς τὴν Ἀθήνα, ὁποῦ ἦταν Γραμματέας τοῦ Ἐσωτερκοῦ (῾νέργησα κ᾿ ἐγὼ κατὰ δύναμη νὰ ἔμπη ῾σ αὐτείνη τὴν θέση). Τὸν στείλαν εἰς τὴν Ἀθήνα νὰ συνφωνήσῃ μὲ τοὺς Ἀθηναίους διὰ τοὺς τόπους, ὁποῦ θὰ ῾ρθῆ ἡ Κυβέρνηση ἐδῶ. Ἀφοῦ ἦρθε, πῆγα τὸν εἶδα. Ἦρθε κι᾿ αὐτὸς εἰς τὸ κονάκι μου. Μοῦ λέγει· «Διατί εἶσαι πειραμένος μὲ τὴν Κυβέρνηση; – Ὅτ᾿ εἶμαι μὲ τόση φαμελιὰ καὶ δὲν ἔχω νὰ τὴν ζήσω. Κι᾿ ὅταν κλέβαν οἱ ἄλλοι κ᾿ ἔχουν καὶ τρῶνε τώρα, ἐγώ, τὸ γνωρίζεις ὁ ἴδιος, ἀγωνιζόμουν καὶ πληγωνόμουν καὶ πλέρωνα κι᾿ ἀπὸ τὸ ἐδικό μου. – Λέγει, ὅλα αὐτὰ τὰ γνωρίζω καὶ τὰ γνωρίζει καὶ ἡ πατρίς· καὶ φκειάσε μου μίαν ἀναφορὰ καὶ δός τηνε μου· καὶ θὰ μιλήσω καὶ μόνος μου». Τοῦ ἔφκειασα τὴν ἀναφορά, τὴν τηράγει, μοῦ λέγει ὁ φίλος μου ὁ Ψύλλας· «Βρὲ Μακρυγιάννη, τί δικαιώματα ζητᾶτε τῆς πατρίδος; Ἐσεῖς εἶστε ὅλοι λησταί. Ἐσὺ ἔδενες τὰ συνφέροντά σου μὲ τὸν Δυσσέα καὶ Γκούρα κι᾿ ἄλλους καὶ βασανίζετε τὴν πατρίδα, καθὼς κι᾿ ὁ Κολοκοτρώνης μὲ τοὺς ἄλλους· κι᾿ ἀφανίσετε ἐσεῖς ὅλοι αὐτείνη τὴν πατρίδα. – Πότε ἤμουν σύνφωνος ἐγὼ μ᾿ αὐτοὺς ὁποῦ μου λές, κύριε Ψύλλα; Ἐσὺ μὲ τὴν ῾φημερίδα σου τοὺς θυμιάτιζες ὅλους αὐτοὺς κ᾿ ἐγὼ τοὺς γύριζα ντουφέκι καὶ τοὺς πολέμαγα ὅταν πήγαιναν ἀναντίον τῆς πατρίδος. – Πῶς, μοῦ λέγει, δὲν ἔμπαινες εἰς τοῦ Γραλλιάρη τὴν ὁδηγίαν ῾στὴν χωροφυλακή; – Πῶς δὲν ἔμπαινες ἐσύ, τοῦ λέγω, τελώνης, ὁποῦ εἶσαι ὑπουργὸς τοῦ Ἐσωτερκοῦ; Ὅταν ἦταν ὁ κίντυνος τῆς πατρίδος πήγαινες εἰς τὰ νησιά». Τὸν βλέπω κ᾿ ἔρχεται θυμωμένος· «Κάτζε αὐτοῦ, τοῦ εἶπα (κ᾿ ἔπιασα μίαν καθέκλα), νὰ μὴν χαλάσω τὴν Γραμματείαν τοῦ Ἐσωτερκοῦ – θὰ γυρεύη νέον ὑπουργόν! – Πρέπει ὁ Βασιλέας, μοῦ εἶπε, νὰ πάρη μέτρα μόνον διὰ σένα, ὅτι ἐσὺ ταράττεις τὰ πράματα. – Δὲν θὰ τὸν φκειάσης τὸν Βασιλέα τζελάτη νὰ σκοτώνη τοὺς ὑπηκόγους τοῦ μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια καὶ τῆς συκοφαντίες τῆς δικές σας! Καὶ διὰ νὰ σὲ δείξω ἔξω σὲ ὅλο τὸ κοινό, διὰ ῾κεῖνο δὲν τὸ ῾καμα καμπούλι νὰ σὲ κυβερνήσω μὲ τὴν καθέκλα – τότε θὰ δικιολογέσουνε· εἰς τὸν τύπον θὰ δείξω κ᾿ ἐσένα καὶ τοὺς συντρόφους σου τί ἄνθρωποι εἶστε». Σηκώθηκα κ᾿ ἔφυγα. Πῆγε καὶ εἰς τὴν ἐκκλησία, ὁποῦ ῾ταν συνασμένοι ὅλοι οἱ Ἀθηναῖγοι, νὰ μιλήσῃ διὰ ῾κεῖνο ὁποῦ ῾ρθε – δὲν τὸ ῾δωσε κανένας ἀκρόασιν. Κ᾿ ἔφυγε καθὼς ἦρθε.

Τότε ἔφκειασα ὅλα ὅσα μου εἶπε ἐνγράφως καὶ τὰ ῾στειλα εἰς τὸν τύπον τὴν ῾φημερίδα «Ἥλιος». Τὸν μάλλωσαν οἱ συντρόφοι τοῦ διατὶ νὰ πιαστῆ μετ᾿ ἐμένα καὶ θὰ βάλω αὐτείνη τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸν τύπον. Μὸ ῾γραψαν νὰ μὴν τὴν βάλω – «εἶναι τὸ μόνο ἀδύνατο νὰ μείνη ὀπίσου!» Τότε τὴν ἔβαλα. Ὕστερα μίλησα καὶ τ᾿ Ἀρμασμπέρη κι᾿ ἀλλουνῶν καὶ τὸν ἔβγαλαν· καὶ τὸν ἔστειλαν διοικητὴ ἐδῶ εἰς τὴν Ἀθήνα. Τότε μὲ τὸν μοίραρχον τὸν Βογινέσκον μοῦ ἐπισωρεύουν μίαν κατηγορία ὅτι ἔβρισα τὸν Βασιλέα κι᾿ Ἀντιβασιλεία. Παίρνουν ἕνα παλιάλογον νὰ μὲ βάλουν ἀπάνου καὶ νὰ μὲ στείλουν νὰ μὲ δικάσουν εἰς τὴν Χαλκίδα. Τοῦ λέγω· «Θὰ πάγω», τοῦ μοιράρχου· «θὰ πάγω κ᾿ ἐλπίζω νὰ μὴ σκοτωθῶ· καὶ τὴν ὑπόληψή μου θὰ τὴν ζητήσω ἀπὸ ῾σένα, ὅτι ἐσὺ γένεσαι ὁ αἴτιος νὰ διατιμηθῶ ἀδίκως. Αὐτείνη τὴν ὑπόληψη τὴν βάσταξα ἀπὸ μικροῦθεν κ᾿ ἐσὺ θέλεις νὰ μοῦ τὴν γκρεμίσης. Κι᾿ ὅταν λευτερωθῶ, ῾στοῦ βοϊδιοῦ τὸ κέρατο μέσα νὰ εἶσαι, θὰ σὲ βρῶ νὰ πεθάνωμε». Φώναξαν κι᾿ ὅλοι οἱ νοικοκυραῖγοι διὰ τὴν ἀδικία ὁποῦ θὰ μοῦ κάμουν κ᾿ ἔρχεται ὁ μοίραρχος καὶ μοῦ ζητεῖ τὸ «παρντὸν» καὶ μοῦ λέγει ὅλα τὰ τρέχοντα: Ὅτι ὁ Ψύλλας τὸν ἔβγιασε καὶ τὸν Ψύλλα οἱ κεχαγιᾶδες του Κωλέτης καὶ Μαυροκορδάτος, οἱ νεκροθάφτες τῶν ἀγωνιστῶν ὁποῦ θέλουν νὰ μᾶς διατιμήσουνε ὅλους. Τότε, ἀδελφοὶ ἀναγνῶστες, σώθηκα μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ.

Ἀφοῦ εἶδα ὅτι θέλουν νὰ μᾶς φᾶνε ἐκεῖνοι ὁποῦ μᾶς κυβερνοῦν, καὶ ἡ δικαιοσύνη τοὺς εἶναι εἰς τὴν τζελατίνα, τότε νὰ μὴν ἀφήσω τόση φαμελιὰ ὁποῦ κρέμεται εἰς τὸν λαιμό μου – ἀπόξω εἰς τῆς κολῶνες τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς εἶχα ἀπὸ τὴν Αἴγινα ἀγοράση ὀλίγα χωράφια, ὅταν εἰς τὴν Ἀθήνα ἦταν ὁ Κιτάγιας καὶ πνιμένη ἀπὸ Τούρκους. Πῆγα ἐκεῖ ἔξω καὶ πῆρα καὶ πεντέξι ἀργάτες κ᾿ ἔβαλα καὶ κόβαν πλίθες. Καὶ μό ῾φκειασαν κ᾿ ἕνα πράμα σὰν σαμαράκι καὶ φορτωνόμουν πλίθες. Καὶ καθόμουν ἐκεῖ. Κι᾿ ὅποτε ἀπόσταινα ἔκλαιγα βλέποντας τὰ μέρη ἐκεῖνα ὁποῦ πολεμούσαμεν μὲ τόση Τουρκιὰ καὶ πληγωνόμαστε καὶ σκοτωνόμαστε – καὶ ῾σ αὐτείνη τὴν γῆς ὁποῦ ζυμώσαμεν μὲ τὸ αἷμα μας θέλουν νὰ μᾶς θάψουν ἀδίκως καὶ παράωρα ὅσοι μᾶς κάναν σίγρι ἀπὸ μακρυά, ὅταν κιντυνεύαμεν. Μᾶς πῆραν τὴν ματοκυλισμένη μας γῆς, τὴν ἀγόρασαν ἀπό ῾να γρόσι τὸ στρέμμα, καὶ βάλαν ἐμᾶς μὲ τ᾿ ἀλέτρι καὶ τραβοῦμεν τὸ γενὶ καὶ βγάνομεν τῶν συγγενῶν μας τὰ κόκκαλα· καὶ οἱ ἀφεντάδες μας περπατοῦνε μὲ τῆς καρότζες τους, καὶ οἱ ἀγωνισταὶ δὲν ἔχουν οὔτε γουμάρι· καὶ ξυπόλυτοι καὶ γυμνοὶ διακονεύουν εἰς τὰ σοκάκια. Ἔφκειασα τὸ σπίτι μου καὶ φύτεψα κι᾿ ἀμπέλι κι᾿ ἄλλα δέντρα κ᾿ ἐργάζομαι ὡς τὸ σουρούπωμα νὰ μὲ γλυτώσῃ ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς ἐπίβουλους ἀπατεῶνες.

Τότε οἱ πομπιωμένοι μας πολιτικοὶ ἔστειλαν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ ῾ρέθισαν τοὺς κατοίκους· τοὺς εἶπαν νὰ σηκωθοῦν νὰ χαλέψουν δικιώματα. Ἀνακάτεψαν ἄλλοι τὴν Σπάρτη καὶ πῆγαν ἀναντίον τους τὰ τάματα· καὶ καταφανίστηκαν οἱ Μπαυαρέζοι εἰς τὸν σκοτωμόν. Κι᾿ ὅσους πιάσαν ζωντανοὺς οἱ ντόπιοι τοὺς πουλοῦσαν ἕνα τάλλαρον τὸν ἕναν Μπαυαρέζο. Κι᾿ ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς σκοτώθηκαν ἐκεῖ δίνομεν σύνταξη τῶν φαμελιῶν τους εἰς τὴν Μπαυαρία κι᾿ ἀχώρια πλῆθος δικαιώματα ὁποῦ παίρνουν οἱ Σπαρτιάτες. Κι ἀφανίστη τὸ δυστυχισμένο ταμεῖον· πήραμεν δάνεια καὶ θὰ σωθοῦνε εἰς αὐτά. Ἔστειλε κι᾿ ὁ Κωλέτης τοὺς συντρόφους του ἀναντίον εἰς τοὺς Πελοποννησίους, ὁποῦ τοὺς βαίναν νὰ κάμουν τὸ κίνημα καὶ ὕστερα στέλναν καὶ τοὺς σκότωναν καὶ τοὺς γύμνωναν· καὶ χάθηκαν τόσοι ἀγωνισταὶ ἀδίκως καὶ παραλόγως· καὶ χήρεψαν γυναῖκες διὰ τὸ χατίρι αὐτεινῶν. Κι᾿ ὅσους δὲν σκότωσαν εἰς τὸν πόλεμον τοὺς σκοτώνουν ῾σ τὴν τζελατίνα μὲ τοὺς προκομμένους τοὺς κριτᾶς, ὁποῦ ῾νεργούνε τοὺς νόμους καθὼς θέλουν. Τὸν Γρίβα τὸν φυλάκωσαν διὰ τὸν σκοτωμὸν τοῦ Πράσινου καὶ βάλθηκαν ὅλοι οἱ φίλοι του καὶ συντρόφοι του, ὁ Κωλέτης καὶ ἡ γενεά, καὶ τὸν ἔβγαλαν. Κι᾿ ὅταν φυλάκωσαν τοὺς ἄλλους ὁπλαρχηγοὺς τὸν ξαναφυλάκωσαν ὀπίσου.

Διόρισαν καὶ τὴν ῾πιτροπή νὰ δικιώση τοὺς ἀγωνιστᾶς καὶ νὰ τοὺς βαθμολογήσῃ. Ἦταν φίλοι οἱ περισσότεροί του Μαυροκορδάτου καὶ τοῦ Κωλέτη καὶ βαθμολογοῦσαν πολλοὺς φίλους τους μὲ χωρὶς δικαιώματα. Καὶ γεννήθηκαν πλῆθος παράπονα διὰ τὴν ἀδικία ὁποῦ κάμαν εἰς τοὺς ἀγωνιστᾶς πολλούς. Τότε ἔβγαλαν καὶ τοὺς Ρουμελιῶτες ὁπλαρχηγοὺς ἀπὸ τὴν χάψη· τοὺς βαθμολόγησαν συνταματάρχηδες, καὶ τοὺς κρέμασαν κι᾿ ἀπὸ ῾να σταυρὸ καὶ γκεζεροῦν εἰς τὰ σοκάκια τ᾿ Ἀναπλιοῦ καὶ καμαρώνουν. Καὶ δὲν γύρευαν, ἂν ἦταν ἄνθρωποι μὲ χαραχτήρα, ῾κανοποίηση ἀπὸ τοὺς αἴτιους, ὁποῦ τοὺς εἶχαν τόσον καιρὸ χαψωμένους.

Εἰς τὰ 1834 τὰ ἔβγα Ἀγούστου ἦρθε ὁ βασιλέας εἰς Ἀθήνα. Ἤθελε νὰ πάγη εἰς τὴν περιοδεία τῆς Ρούμελης καὶ μοῦ εἶπε νὰ πάγω κ᾿ ἐγὼ μαζί του. Εἶχε καὶ τὸν Τζαβέλα, Βάσιον καὶ Μαμούρη. Πήγαμεν παντοῦ εἰς τὴν Ἀνατολικὴ Ἑλλάδα καὶ τὰ ῾ροθέσια τῆς Λαμίας. Τὸν δέχτηκαν ὅλοι οἱ κάτοικοι μὲ μεγάλη ἐπίδειξιν. Γυρίσαμεν πίσου ἐδῶ τέλη Σεπτεβρίου. Μοῦ εἶπαν οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ τοὺς κάμω ἕνα τραπέζι εἰς τὸ σπίτι μου νὰ φᾶνε. Πῆγα εἰς τὴν Μεγαλειότη του νὰ πάρω τὴν ἄδεια. Λέγει ἡ Μεγαλειότη του· «Θέλω νὰ ῾ρθω κ᾿ ἐγὼ εἰς τὸ σπίτι σου νὰ φάγω». Τοῦ εἶπα ὅτ᾿ εἶναι δικόν του καὶ εἶναι μεγάλη ἡ τιμὴ ὁποῦ θὰ λάβω. Ὅτι δὲν εἶχε πάγη σὲ κανέναν νὰ φάγη ψωμὶ ἔξω ἀπὸ ἐκεῖ ὁποῦ διάβαινε, ὁποῦ τοῦ ἑτοίμαζαν κονάκι οἱ κάτοικοι. Τότε τὸν πῆρα εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μὲ τὸ φτωχικόν μου ἔμεινε εὐκαριστημένος. Τότε οἱ φίλοι της κακίας δὲν εἶχαν μάτια νὰ μὲ ἰδοῦνε κι᾿ ὅλο μὲ κακολαλοῦσαν διὰ νὰ μὴν προβοδέψω καὶ πλησιάσω μαζί του καὶ μάθη τὴν ἀλήθεια· κι᾿ αὐτὸ τοὺς θανάτωνε. Ὅτι εἰς τὴν περιοδεία τοῦ εἶπα καμπόσες ἀλήθειες κ᾿ ἔμεινε εὐκαριστημένος καὶ παρουσία σὲ ὅλους αὐτὸ τὸ μολόγησε ὁ Βασιλέας, ὅτ᾿ εἶναι πολὺ εὐκαριστημένος. Ἔμαθαν αὐτὸ καὶ τὸ τραπέζι – τότε ἔπρεπε ὅλοι νὰ καταγίνωνται νὰ μὲ κακοσυσταίνουν.

Τὸν Νοέβριον μήνα τὰ 1834 ἀποφάσισε ἡ Κυβέρνηση νὰ ῾ρθῆ εἰς Ἀθήνα κ᾿ ἔστειλε τὸν Κωλέτη γραμματέα τοῦ Ἐσωτερκοῦ νὰ κάμη τὰ καταστήματα. Ἔκαμεν καμπόσες ἡμέρες ἐδὼ· δὲν πῆγα νὰ τὸν χαιρετήσω, ὅτι μὲ κρυφοδάγκωνε. Μίαν ἡμέραν πῆγα. Μοῦ λέγει· «Ἐγὼ τόσον καιρὸ ἐδῶ, τώρα ἦρθες νὰ μὲ ἰδῆς; – Δὲν τὸ θεώρησα ὡς ἀναγκαῖον χρέος μου. Τώρα ἦρθα, κι᾿ ἂν δὲν σοῦ ἀρέση φέγω καὶ δὲν ματάρχομαι. –Μου λέγει, πολλοὶ φίλοι μου μοῦ λένε· «Διατὶ εἶναι ῾γγισμένος ὁ Μακρυγιάννης μ᾿ ἐσένα;» Τοὺς λέγω (μου λέγει)· «Δὲν ξέρω τίποτα. – Τοῦ λέγω, ἀνόητοι ἄνθρωποί σου λένε τοιούτα καὶ τὰ πιστεύεις; Πῶς μπορεῖ ἕνας σουλντάτος νὰ πιαστῆ μὲ βασιλικὸν ὑπουργόν; Δὲν εἶναι αὐτό, τοῦ λέγω, ὁποῦ δὲν ἔρχομαι. Ἦταν ἕνα παλάτι χαλασμένο καὶ τὸ γκρεμίσαμεν ἀπὸ θεμελιοῦθεν καὶ τὸ φκειάσαμεν νὰ καθίσουμεν ὅλοι μέσα. Βάλαμεν εἰς τῆς πόρτες ἐγγλέζικες κλειδωνιὲς καὶ σοῦ δώσαμεν τὰ κλειδιὰ ἐσένα διὰ νὰ βαίνης ἐκείνους ὁποῦ κοπιάσαν κ᾿ ἔφκειασαν τὸ σπίτι αὐτό, ὁποῦ βαστᾶς τὰ κλειδιὰ τοῦ λόγου σου διὰ νὰ μὴν μπαίνη ὅποιος θέλη· διὰ ῾κεῖνο σοῦ δώσαμεν ἐσένα τὰ κλειδιά. Τοῦ λόγου σου ἀνοιγοκλείνοντας διὰ τὸ νιτερέσιον μόνον τὸ δικόν σου κι᾿ ὄχι τοῦ σπιτιοῦ, χάλασες αὐτὲς τῆς παλιοκλειδωνιὲς κ᾿ ἔβαλες εἰς τὸ σπίτι κλειδωνιὲς τεφαρίκια Εὐρωπαίγικα καὶ τῆς παλιοκλειδωνιὲς τῆς πέταξες εἰς τὰ σκούπρα (εἰς τῆς χάψες), ἐκεῖ ὁποῦ νὰ μὴν ἀνεμείνη τζίτα γερὴ καὶ χρήσιμη. Θυμήσου, κύριε Κωλέτη, αὐτὸ τὸ σπίτι εἶπε ὁ Θεὸς νὰ χτιστῆ καὶ θέλει ἐκείνους ὁποῦ ἀγωνίστηκαν κ᾿ ἔγινε – θὰ ῾ρθῆ καιρὸς νὰ ψάξης ἐσὺ κ᾿ οἱ συντρόφοι σου δι᾿ αὐτὲς τῆς κλειδωνιὲς τῆς σάπιες καὶ νὰ μὴν ἐβρῆτε καμμίνια· ἐσεῖς τότε θὰ βαρέσετε τὸ κεφάλι σας· τώρα εἶναι πολλὰ ἥσυχον. – Μοῦ λέγει, τ᾿ εἶναι αὐτὰ ὁποῦ μου λές; Θὰ ῾ρθω εἰς τὸ σπίτι σου νὰ μιλήσωμεν. – Νὰ μὴν ἔρθης καὶ δὲν χωράς· καὶ νὰ ῾ρθης, θὰ μοῦ εἰπῆς νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ παλεθύρι. Ὅμως ἐγὼ ἔχω σκάλα φκειασμένη, δὲν ματατζακίζομαι. Καὶ εἴδαμεν τὴν ῾λικρίνειάν σας ὁλουνῶν. Καὶ κάμετε τὸ χερότερον, ὅ,τι σας περάση. Ἐγὼ τώρα προσκυνῶ Θεόν, πατρίδα καὶ Βασιλέα. Ἔχω σέβας εἰς τὴν Κυβέρνησιν κι᾿ Ἀντιβασιλεία ὅσο νὰ ἠλικιωθῆ καὶ νὰ κυβερνήσῃ ὁ Βασιλέας».

Τότε ἔβαλε τοὺς φίλους του Κριτζώτη, Ροζοῦ (;) κι᾿ ἄλλους νὰ φιλιωθοῦμεν. Τοὺς εἶπα· «Δὲν θέλω φιλίαν μ᾿ αὐτούς. Ὅταν εἶμαι ὀχτρός, φυλάγομαι καὶ μὲ τὴν φιλίαν μὲ τρῶνε». Ἀπολπίστη ἀπὸ ῾μένα. Εἶχε τὸν Κλεομένη φερμένον διοικητὴ ἐδὼ· τὸν ἔβαλε νὰ τοῦ κάμη παρτίδο εἰς τὴν Ἀθήνα. Διάλυσαν τὰ μοναστήρια· συνφώνησαν μὲ τοὺς Μπαυαρέζους καὶ πούλαγαν τὰ δισκοπότηρα κι᾿ ὅλα τὰ γερὰ εἰς τὸ παζάρι· καὶ τὰ ζωντανὰ διὰ δίχως τίποτα. Παίρναν οἱ τοιούτοι· πῆρε κι᾿ ὁ Κλεομένης μ᾿ ἄλλους τὰ ζωντανὰ τῶν μαναστηργιῶν καὶ τὰ ῾φερε ἐδῶ. Κ᾿ ἔκαμαν καὶ τὰ μούλκια λιβάδια καὶ τὰ βόσκαγαν. Τότε πιαστήκαμεν καὶ γενήκαμεν κομμάτια. Μὲ διόρισαν ῾πίτροπόν τους ὅλοι οἱ νοικοκυραῖγοι καὶ τρομάξαμεν νὰ λευτερωθοῦμεν ἀπὸ τὰ μαναστηριακὰ τὰ ζωντανά, ὁποῦ κάμαν λάφυρα ὅλοι αὐτεῖνοι τὰ μούλκια. Ἀφάνισαν ὅλως διόλου τὰ μοναστήρια καὶ οἱ καϊμένοι οἱ καλογέροι, ὁποῦ ἀφανίστηκαν εἰς τὸν ἀγώνα, πεθαίνουν τῆς πείνας μέσα τοὺς δρόμους, ὁποῦ αὐτὰ τὰ μοναστήρια ἦταν τὰ πρῶτα προπύργια τῆς ἀπανάστασής μας. Ὅτι ἐκεῖ ἦταν καὶ οἱ τζεμπιχανέδες μας κι᾿ ὅλα τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου· ὅτ᾿ ἦταν παράμερον καὶ μυστήριον ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Καὶ θυσιάσαν οἱ καϊμένοι οἱ καλογέροι· καὶ σκοτώθηκαν οἱ περισσότεροι εἰς τὸν ἀγώνα. Καὶ οἱ Μπαυαρέζοι παντήχαιναν ὅτ᾿ εἶναι οἱ Καπουτζίνοι τῆς Εὐρώπης, δὲν ἤξεραν ὅτ᾿ εἶναι σεμνοὶ κι᾿ ἀγαθοὶ ἄνθρωποι καὶ μὲ τὰ ἔργα τῶν χεριῶν τοὺς ἀπόχτησαν αὐτά, ἀγωνίζοντας καὶ δουλεύοντας τόσους αἰώνες· καὶ ζοῦσαν μαζί τους τόσοι φτωχοὶ κ᾿ ἔτρωγαν ψωμί. Καὶ οἱ ἀναθεματισμένοι τῆς πατρίδας πολιτικοί μας καὶ οἱ διαφταρμένοι ἀρχιγερεῖς κι᾿ ὁ τουρκοπιασμένος Κωσταντινοπολίτης Κωστάκης Σκινᾶς συνφώνησαν μὲ τοὺς Μπαυαρέζους καὶ χάλασαν καὶ ρήμαξαν ὅλους τοὺς ναοὺς τῶν μοναστηριῶν.

Ὁ Κωλέτης, συνειθισμένος ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι – ἤθελε τὴν Κυβέρνηση ἐκεῖ, ὅτι ἔκαμεν τόσα σπίτια κι᾿ ἀργαστήρια σὲ ἀλλουνοῦ ὄνομα κι᾿ αὐτὸς ἔπαιρνε τὰ νοίκια καὶ παίρνει ἀπὸ αὐτά· δι᾿ αὐτὸ εἶχε νιτερέσιον πρῶτο· καὶ ὕστερα, στενὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἔκανε τῆς φατρίες τοῦ ὅπως ἤθελε· εὐτὺς σύναζε τοὺς ὀπαδούς του καὶ φοβέριζε τὸ ἔθνος καὶ τὴν Κυβέρνηση μὲ τοὺς παντίδους τοὺς συντρόφους του, πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς – ἐδῶ ὁποῦ ῾ρθε, ἡ Ἀθήνα ἐκτεταμένη, οἱ Ἀθηναῖοι θέλουν ἡσυχία, ἄλλος θὰ πάγη εἰς τ᾿ ἀμπέλι του, ἄλλος ῾σ τὸ χωράφι του, καὶ δὲν τηρᾶνε συντροφιὲς κάλπικες, τηρᾶνε τὴν δουλειά τους κι᾿ ὄχι μπιλλιάρδους καὶ καφφενέδες· τότε ὁ Κωλέτης ἐπιφόρτισε τὸν Κλεομένη του νὰ τοῦ κάμη παρτίδο. Συνφώνησαν μυστικοὺς συντρόφους τὸν Ζαχαρίτζα καὶ τὸν Βλάχον, παλιὰ συντροφιά, ὁποῦ κυβέρνησαν μαζὶ μὲ τὸν Γκούρα τὴν Ἀθήνα καὶ τὴν ἔσπειραν ἁλάτι, καὶ δένουν αὐτεῖνοι οἱ τέσσεροι κοντράτα καὶ παίρνουν τὰ τρόφιμα τῆς πόλεως καὶ τὸ ψωμὶ διὰ νὰ βρίσκωνται. Ἔδωσε ὁ Γραμματέας τοῦ Ἐσωτερκοῦ τῶν τέσσερων συντρόφων, Κωλέτη κι᾿ ἀλλουνῶν, πενῆντα πέντε χιλιάδες δραχμὲς νὰ βρίσκεται κρέας καὶ ψωμὶ εἰς τὴν πιάτζα. Πρὶν πάρουν τῆς 55 χιλιάδες εἶχε ἑξήντα λεπτὰ τὸ κρέας· τότε τὸ ῾καμαν μίαν δραχμὴ καὶ ψόφιον. Τὸ ἴδιον καὶ τὸ ψωμὶ καὶ τ᾿ ἄλλα. Τότε βούγησε ὅλος ὁ κόσμος δι᾿ αὐτὸ καὶ πῆγαν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρέας. Καὶ κατηγόραγαν τοὺς Ἀθηναίους.

Ἦταν καὶ εἰς τὸν Περαιὰ ῾σ τὴν ἄκρη εἰς τὴν θάλασσαν κι᾿ ὁλόγυρα ῾διοχτησίες· πῆγε ὁ κύριος Κωλέτης καὶ τὴ μέρασε τῶν συντρόφωνέ του μυστικά· κι᾿ ὅποιος ῾διοχτήτης εἶχε δέκα στρέμματα, τοῦ ἄφιναν μόνον τρακόσες πῆχες, ἕνα πέφτο τοῦ στρεμμάτου, καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέραζε ὁ κύριος Κωλέτης – τὴν ῾διοχτησίαν τῶν ἀνθρώπων τὴν μέραζε τῶν φίλωνέ του διὰ νὰ χτιστῆ ὁ τόπος. Καὶ δὲν τὰ προκήρυχνε σὲ ὅλο τὸ κράτος, νὰ βάλῃ καὶ μίαν προθεσμίαν, ἀλλὰ τὰ μέρασε μὲ τοὺς φίλους του· καὶ πῆραν τῆς καλύτερες θέσες· καὶ τότε ὁποῦ μαθεύτηκε, οἱ ἄλλοι λάβαιναν τὰ βουνά. Τότε, ὅτι κάνει δούλεψη ἡ συντροφιὰ τοῦ Κωλέτη Κλεομένης, Ζαχαρίτζας καὶ Βλάχος καὶ θὰ γένουν πρῶτοι κτίτορες, λέγει ὁ Κωλέτης εἰς τοὺς Ἀντιβασιλεῖς νὰ δώσουνε αὐτῆς τῆς συντροφιᾶς ἑκατὸν ὀγδοήντα χιλιάδες δραχμὲς νὰ χτίσουνε, βραβεῖον πρῶτο. Τοὺς ἔδωσε κι᾿ ἀπὸ τριάντα ἕξι ἀργαστηρότοπους ῾στὴν πρώτη φάτζα, τῆς συντροφιᾶς ἑκατὸν ὀχτῶ ἀργαστήρια, καὶ εἰς τὸ μυστικὸν νά ῾χη τὰ μισὰ ὁ ῾νεργητής, ἀργαστήρια πενήντα τέσσαρα. Κλεισμένα τὰ μάτια, ἐκείνη ἡ θέση νοικιάζεται ἑκατὸ δραχμὲς τὸ μήνα κάθε ἀργαστήρι. Μαθαίνοντας αὐτὰ ὅλα καὶ τὸ μυστικὸν διάταμα ὁποῦ τὰ μέραζε κρυφίως εἰς τοὺς συντρόφους του, βάνω καὶ φκειάνω μίαν ἀναφορὰ καὶ τὴν ὑπογράφουν ὅλοι οἱ νοικοκυραίγοι· καὶ λέγαμεν αὐτὸ καὶ διὰ τὰ τρόφιμα καὶ διατὶ νὰ κατηγοριῶνται οἱ Ἀθηναῖοι ὅτι κάνουν πραμάτεια τοὺς ἀνθρώπους· κι᾿ αὐτεῖνοι ὁποῦ κάνουν αὐτὰ εἶναι παλιοὶ συντρόφοι. Τότε μαθαίνει τὴν ἀναφορὰ ὁ Κωλέτης, στέλνει καὶ μὲ φοβερίζει νὰ σηκώσω τὴν ὑπογραφή μου καὶ νὰ τραβήσω χέρι καὶ νὰ ξεκληστῆ ἡ ἀναφορά, ὅτι γένεται συνήθεια νὰ γράφουν οἱ πολίτες εἰς τὴν Κυβέρνηση· καὶ γένεται κακὴ συνήθεια· κι᾿ ἂν δὲν σηκώσω τὴν ὑπογραφή μου, θὰ μὲ στείλη εἰς τὸ Μπούρτζι. Τοῦ ἀποκρίθηκα θὰ διπλώσω τὴν ὑπογραφή μου καὶ θὰ τὴν πάρω μόνος μου τὴν ἀναφορὰ νὰ τὴν πάγω εἰς τὸν Ἀρμασμπέρη· κι᾿ ὅ,τι μπορέση κουσούρι νὰ μὴν κάμη. Τὴν πῆρα καὶ τὴν πῆγα τὴν ἀναφορὰ μ᾿ ἄλλους δυὸ πολίτες· καὶ μιλήσαμεν καὶ ρήμαξαν τὰ σκέδιά τους. Καὶ μοναχὰ οἱ συντρόφοι του, ὁποῦ ῾νέργαγε κρυφὰ καὶ γράφονταν, ἐκεῖνοι ὠφελήθηκαν.

Τότε ἄρχισε νὰ κάμη καὶ τῆς ἐκλογὲς τῷ δημάρχῳ σὲ ὅλο τὸ κράτος. Ἀγροικηθήκαμεν παντοῦ καὶ δὲν ἔλαβε καμμίαν ἐκλογὴ μὲ τὸ πνεῦμα του· μάλιστα ἀπὸ τὴν Τῆνο καὶ Σάλωνα μ᾿ εἶχαν κάμη ῾πίτροπόν τους. Ἄρχισε καὶ εἰς τὴν Ἀθήνα· ἐπιστήριζε τὸν Ζαχαρίτζα καὶ τοὺς Βλαχαίγους. Ψηφοφόρησαν ὀχτακόσοι· καὶ πῆραν αὐτεῖνοι ἀπὸ ἑκατὸν πενήντα ψήφους, καὶ τὸ μέρος ὁποῦ ῾χα ἐγὼ μὲ τοὺς νοικοκυραίγους πήραμεν ὅλους τοὺς ἄλλους. Βάλαμεν τὸν Ἀνάργυρον δήμαρχον, τὸν Καλλεφουρνὰ πρόεδρον κ᾿ ἐμεῖς σύνβουλοι.

Ὅταν ἦρθε ἡ Κυβέρνηση ἐδῶ, ἦρθαν καὶ πολλοὶ ἀγωνισταὶ πεθαμένοι τῆς πείνας καὶ καταξοχὴ ἀξιωματικοί. Εἶδαν ὁποῦ ἔφκειασα αὐτὸ τὸ σπίτι, ἔλπιζαν ὅτι μὸ ῾δωσε κανένας πλούτη, ἄρχισαν καὶ μοῦ γύρευαν ἄλλος εἴκοσι τάλλαρα, ἄλλος δέκα κι᾿ ἄλλος ἀπάνου κι᾿ ἄλλος κάτου. Τέλος πάντων κ᾿ ἐγὼ καταχρεωνόμουν καὶ τοὺς ἀνθρώπους δὲν μποροῦσα νὰ τοὺς εὐκαριστήσω σὲ ὅλη τὴν αἴτησιν τους· τοὺς ἔδινα ὅ,τι μποροῦσα κι᾿ ἀντὶς νὰ τοὺς ἔχω φίλους, τοὺς ἔπιανα ὀχτρούς. Εἶχα κ᾿ ἕνα μήνα ὁποῦ ἄρχισα νὰ παίρνω μιστὸν τοῦ βαθμοῦ μου, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι· ἔπαιρνα τρακόσες ἑξήντα δραχμές. Εἶδα αὐτό, καὶ πέθαιναν καὶ οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ παλιοκλήσια, ὁπλαρχηγοὶ κι᾿ ἄλλοι, κι᾿ ἀπὸ τὴν πείνα κι᾿ ἀπὸ τὸ κρύον, τότε στοχάστηκα: Οἱ ἀγωνισταὶ νὰ πεθαίνουν τῆς πείνας, κ᾿ ἐμεῖς νὰ πλερωνώμαστε ὀλίγοι ἄνθρωποι; Ἐμεῖς οἱ ὀλίγοι φέραμεν τὴν λευτεριά; Νὰ κόψωμεν κ᾿ ἐμεῖς τὸν μιστόν μας, εἴτε νὰ πάρουν καὶ οἱ ἀδελφοί μας συναγωνισταί! Εἰδὲ ξίκι νὰ γένῃ καὶ ῾σ ἐμᾶς! Τότε φκειάνω μίαν ἀναφορὰ καὶ λέγω· «Ἐπειδήτις ὅσοι ἀγωνίστηκαν πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴν ταλαιπωρίαν, καθὼς καὶ χῆρες τῶν σκοτωμένων καὶ παιδιά τους, τὸν μιστὸν ὁποῦ μου δίνετε διατάξετε νὰ μοῦ κοπῆ ὅλος καὶ νὰ τὸν δίνετε εἰς τοὺς ἀγωνιστᾶς καὶ χῆρες κι᾿ ἀρφανὰ τῶν σκοτωμένων. Κ᾿ ἐγώ, ἐπειδήτις καὶ χρωστῶ ξένα χρήματα κ᾿ ἔχω καὶ φαμελιὰ μεγάλη, διατάξετε νὰ μοῦ δοθῆ τὸ μικρὸν δῶρον ὁποῦ ἀποφάσισαν ὅλες οἱ Κυβέρνησες ὅταν πληγώθηκα εἰς τοὺς Μύλους τ᾿ Ἀναπλιοῦ, ὁποῦ εἶναι ὡς ἑκατὸν ἑξήντα πέντε δραχμές, νὰ ζήσω κ᾿ ἐγὼ μὲ τὴν φαμελιά μου ὅσο ἡ Κυβέρνηση νὰ δικιώση ὅλους τοὺς ἀγωνιστάς, καὶ μεράστε τοὺς τὸν μιστόν μου τῶν δυστυχισμένων ἀγωνιστῶν». Ἔδωσα τὴν ἀναφορά μου εἰς τὴν Ἀντιβασιλεία καὶ τὸ ῾βαλα καὶ εἰς τὸν τύπον νὰ παρακινηθοῦν κι᾿ ἄλλοι.

Τότε πάγει ὁ Κωλέτης καὶ λέγει τῆς Ἀντιβασιλείας· «Αὐτὸς ὁποῦ ῾καμεν αὐτὸ μαζώνει ὅλους τοὺς ἀδικημένους καὶ θὰ κάμη ἀπανάστασιν» – κι᾿ ἂν μοῦ ῾ρθε παρόμοια ἰδέα, νά ῾χω τὴν κατάρα τῆς πατρίδος! Καὶ δίνει γνώμη νὰ μὲ πιάσουν νὰ μὲ στείλουν εἰς τὸ Παλαμήδι νὰ μὲ φυλακώσουνε. Ἔρχεται ὁ διοικητὴς ὁ Ἀξιώτης, ὁ φρούραρχος, ὁ γκενερὰλ Πίζας μ᾿ ἀνακρένουν πὼς τὸ ῾καμα αὐτὸ καὶ ποιὸς μὲ διάταξε. Τοὺς λέγω κ᾿ ἐγὼ· «Τὸ κεφάλι μου μὲ διάταξε, ὅταν ἦταν τὰ μεσάνυχτα, ὁποῦ ἦταν πολλὰ ἥσυχα, καὶ τὸ ῾καμα. Ἐκλείστηκα ἐδῶ εἰς τὸ κάστρο μ᾿ ἑκατὸν εἴκοσι ὀχτὼ ἀνθρώπους καὶ γλύτωσαν σαράντα μόνον κι᾿ αὐτεῖνοι καταπληγωμένοι. Ἦρθα εἰς τὸν Φαληρέα μὲ περίτου ἀπὸ ὀχτακόσους καὶ σκοτώθηκαν οἱ μισοί. Ἐκεῖ ὁποῦ δυστυχοῦν οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ ἐκεινῶν ἂς δυστυχήσουνε καὶ τὰ δικά μου!» Σηκώθηκα καὶ πῆγα εἰς τὸν ἀγαθὸν Βασιλέα καὶ τὸν βάσταξα ἀπάνου ἀπὸ μίαν ὥρα. Τοῦ ξηήθηκα πὼς σηκώσαμεν ντουφέκι τῶν Τούρκων καὶ πόσο μας ὠφέλησαν καὶ πόσο μας ζημίωσαν οἱ δικοί μας πολιτικοὶ καὶ νὰ ἰδῆ τὴν κατάστασιν τοῦ κράτους του, ἂν θέλη μίαν ἡμέρα νὰ βασιλέψη. «Κ᾿ ἐγὼ λυποῦμαι τοὺς δυστυχεῖς καὶ διὰ τὴν ἡσυχίαν τοῦ κράτους σου, ὁποῦ εἶναι ἡ πατρίδα μου, ἔκοψα τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὰ παιδιά μου νὰ τὸ δώσω τῶν φτωχῶν ἀγωνιστῶν». Τότε πῆρε τὴν εὐκαρίστησιν καὶ μοῦ εἶπε νὰ πάγω νὰ τὰ εἰπῶ καὶ τῆς Ἀντιβασιλείας αὐτά. Καὶ πῆγα καὶ τὰ εἶπα. Καὶ διάταξαν κ᾿ ἔγινε μία ξεκονόμηση εἰς τοὺς ἀγωνιστᾶς καὶ χῆρες κι᾿ ἀρφανὰ τῶν σκοτωμένων. Μοῦ εἶπαν νὰ τὰ πάρω νὰ τὰ μεράσω ἐγώ, δὲν θέλησα· εἶπα νὰ τὰ μεράση ὁ Δεσπότης καὶ οἱ παππάδες. Κ᾿ ἔτζι ἔγινε. Κι᾿ ὁ Βασιλέας σηκώθη τὴν αὐγὴ καὶ πῆγε εἰς τὸ συβούλιον τῆς Ἀντιβασιλείας, ὁποῦ δὲν ματάειχε πάγη. Καὶ μὲ γλύτωσε ὁ Βασιλέας ἀπὸ τοὺς ἀπατεῶνες, ὁποῦ θὰ μ᾿ ἔχαναν ἀδίκως διὰ νὰ θέλω νὰ κάμω καλό. Τέτοιοι ἀνθρωποφάγοι εἴμαστε ἐμεῖς, καὶ διὰ ῾κεῖνο ἤμαστε σκλάβοι τόσους αἰῶνες εἰς τοὺς Τούρκους – κ᾿ ἐμεῖς παιδιὰ αὐτεινῶν εἴμαστε καὶ τὴν ἀρετὴ τοὺς ἔχομεν. Ἐμεῖς νὰ ζοῦμεν καλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ἂς χαθοῦνε – κι᾿ ὅ,ποιος τοὺς βοηθήσῃ νὰ τὸν χάσουμεν κ᾿ ἐκεῖνον