ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΟΝ
ΣΥΝΤΙΠΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

«Τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων ὁποὺ εἶναι εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἐξέτασαν μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν καὶ ἄλλοι καὶ τὴν ἐπαράδωσαν ἐκείνων ὁποὺ ἦλθαν κατόπιν ὕστερα ἀπὸ ἐκείνους, πλὴν ὁ Αἴσωπος φαίνεται νὰ μηδὲν εἶναι μακριὰ ἀπὸ κάποιαν θεοτικὴν πνεύσιν καὶ ἔφτασεν τὴν διδασκαλίαν τὴν τακτικὴν καὶ ἐπέρασεν εἰς τὰ μέτρα πολλὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐκείνους, διότις ἐκεῖνα ὁποὺ ἔλεγεν μηδὲ τὰ ἐσυλλογᾶτον μηδὲ ἀπὸ ἄλλες ἱστορίες ἢ γνῶμες τὰ ἔπαιρνεν, μόνον ἀπὸ ἐδικήν του γνῶσιν...» γράφει ὁ μεταγλωττιστὴς τοῦ Βίου τοῦ Αἰσώπου ποὺ συνέταξε ὁ Βυζαντινὸς λόγιος Μάξιμος Πλανούδης. Οἱ Βυζαντινοί, ὅπως καὶ οἱ ἀρχαῖοι θεωροῦσαν τὸν Αἴσωπο πρόσωπο ὑπαρκτό καὶ τοῦ χρέωναν τὴ δημιουργία τῶν καλύτερων ἀπὸ τοὺς μύθους ζώων ποὺ κυκλοφοροῦσαν εὐρύτατα στοὺς κύκλους τῶν λογίων, συγγραφέων καὶ ἐκπαιδευτικῶν. Παραδέχονταν ὅμως καὶ τὴν ὕπαρξη πολλῶν ἄλλων, κυρίως διασκευαστῶν. Στὴν πραγματικότητα, αὐτὴ ἡ λογοτεχνικὴ παράδοση ποὺ ὀνομάζουμε «Αἰσωπική», ἡ πιὸ μακραίωνη καὶ πολύπλοκη σὲ διακειμενικότητα ἀπὸ ὅσες γνωρίζουμε, συνίσταται ἀπὸ ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ μύθων τοὺς ὁποίους, λίγο ὡς πολύ, ὅλοι οἱ συγγραφεῖς τοῦ εἴδους ἀποδίδουν στὴ μυθικὴ προσωπικότητα τοῦ Αἰσώπου. Ὁ λατινόφωνος Φαῖδρος, ὁ ἑλληνόφωνος Μπάμπριους, ὁ λατίνος Ἀβιανός, ὁ Αὐθόνιος καὶ ἡ ἔκδοση τοῦ Πλανούδη εἶναι μερικὲς ἀπὸ τὶς διασημότερες πηγὲς τῶν «Μύθων τοῦ Αἰσώπου».

Τὸ περίφημο «Μυθολογικὸν τοῦ Συντίπα τοῦ Φιλοσόφου», ἀποτελούμενο ἀπὸ 62 μύθους, ἐκ τῶν ὁποίων μόνο μερικοὶ δὲν συναντοῦνται στοὺς ὑπολοιπους συγγραφεῖς, ἀνήκει σὲ αὐτὴ τὴν παράδοση καὶ ἔχει μιὰ πολὺ παράξενη ἱστορία.

Ἐμφανίστηκε τὸν 11ο μ.Χ. αἰώνα, σὲ ἀττικίζουσα μετάφραση ἀπὸ τὴ συριακὴ γλώσσα ποὺ πραγματοποίησε κάποιος ἄγνωστος κατὰ τὰ λοιπὰ Βυζαντινὸς λόγιος, ὁ Μιχαὴλ Ἀνδρεόπουλος. Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ τὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἀραβικοῦ ἢ περσικοῦ ἢ ἰνδικοῦ βιβλίου «Ἱστορία τοῦ φιλοσόφου Σινδιβάδ». Τὸ βιβλίο αὐτὸ ποὺ μέχρι καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα διασκευαζόταν συνεχῶς καὶ κυκλοφοροῦσε σὲ λαϊκὰ φυλλάδια, τὰ ἐπιλεγόμενα «Φυλάδες» ἢ λαϊκότερα «Φλάδες», περιέχει τοὺς παραπάνω μύθους καὶ ἕνα ἀφήγημα διδακτικοῦ χαρακτήρα γνωστὸ μὲ τὸν τίτλο «Ἱστορικὸν Συντίπα τοῦ Φιλοσόφου ὡραιόταν πάνυ». Τὸ «Ἱστορικὸν» ποὺ ἀνήκει στὸ ἴδιο λογοτεχνικὸ εἶδος μὲ τὶς «Χίλιες καὶ μία Νύχτες» ἀφηγεῖται τὴν ἐκπαίδευση ἑνὸς βασιλόπουλου ἀπὸ τὸ σοφὸ Συντίπα καὶ τὴν προσπάθεια ἑπτὰ σοφῶν νὰ πείσουν μὲ ἱστορίες τὸν πατέρα του νὰ μὴν τὸ ἐκτελέσει, ὅταν ἡ μητριά του τὸ κατηγόρησε γιὰ ἀνήθικες προτάσεις. Ἡ λαϊκὴ πρακτικὴ σοφία ποὺ διατρέχει τὶς ἱστορίες τῶν σοφῶν τὸ ἔκανε διάσημο καὶ πυροδότησε πολλὲς διασκευὲς καὶ μιμήσεις στὸ δυτικὸ κόσμο, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ μεσαιωνικὸς «Δολόπαθος» καὶ ἡ «Ἱστορία τῶν ἑπτὰ σοφῶν τῆς Ρώμης». Ἡ πηγὴ τοῦ ἔργου αὐτὴ εἶναι σκοτεινή. Ὁ Ἀνδρεόπουλος ποὺ τὸ μετέφρασε ἀπὸ τὰ συριακά, κατ᾿ ἐντολὴ τοῦ διοικητῆ Γαβριὴλ τῆς ἀρμενικῆς Μελιτηνῆς, τὸ ἀποδίδει σὲ κάποιον Πέρση Μουσᾶ. Ἡ ἔρευνα ἀπέδειξε πὼς τὸ ἔργο ἔχει ἰνδικὴ καταγωγή καὶ πὼς μεταφράστηκε πρῶτα στὰ περσικὰ καὶ μετὰ στὰ συριακά. Ὁ Μουσᾶ εἶναι πλασματικὸ πρόσωπο ἢ κάποιος ἀντιγραφέας. Μόνο ὁ Ἴμπν Μπατούτα, στὰ ταξίδια του κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα, ἀναφέρει μερικὲς δεκάδες Μουσᾶ. Φαίνεται πὼς οἱ διάφοροι ἰσλαμιστὲς θεολόγοι ἔπαιρναν πολὺ εὐκολα αὐτὸ τὸ ὄνομα. Τὸ ὄνομα Συντίπας, ἐξ ἄλλου, μέχρι σήμερα μόνο μιὰ λογικὴ καταγωγὴ μπορεῖ νὰ ἔχει. Στὴν ἰνδική, τὸ ὄνομα Σιδδαπὰτι σημαίνει ὁ βασιλιᾶς τῶν σοφῶν.

Οἱ μύθοι τοῦ «Μυθολογικοῦ» ὅμως; Ἀπλὰ πρόκειται γιὰ λάθος τοῦ Ἀνδρεόπουλου. Καθὼς τοὺς βρῆκε σὲ χειρόγραφο μαζὶ μὲ τὸ «Ἱστορικό», τοὺς ἀπέδωσε καὶ αὐτοὺς στὸν ἴδιο συγγραφέα. Βέβαια, εἶναι μεταφρασμένοι ἀπὸ τὰ συριακά, ἀλλὰ τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ ἀνήκουν στὴ συλλογὴ κάποιου Σύριου λογίου μὲ τὸ ὄνομα Ἰωσήπ. Φυσικὰ, ὁ Ἰωσὴπ ἦταν χριστιανὸς καὶ εἶχε ὑπ᾿ ὅψη του τουλάχιστον τὸν Μπάμπριους. Οἱ μύθοι χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἀνατολίτικη ἐλευθεροστομία καὶ πλεονάζοντα κυνισμό, ἀλλὰ ὑπάρχουν σαφῶς στοιχεῖα χριστιανικῆς νοοτροπίας. Δὲ γνωρίζουμε ἀσφαλῶς ποῦ καὶ πῶς «ἔβαλε χέρι» ὁ Ἀνδρεόπουλος, ὁ ὁποῖος στὸ ποίημα που προτάσσει σὰν εἰσαγωγή, δηλώνει πιστὸς χριστιανός.

Προσπάθησα νὰ μεταφέρω τὸ ξεχωριστὸ κλίμα τῶν μύθων στὴ νέα ἑλληνική, χωρίς ὑπερβολές. Ἐπειδὴ εἶναι φανερὸς ὁ «σαρκικὸς» προσανατολισμὸς τῶν χαρακτήρων, εὔκολα θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιτευχθοῦν ἀναχρονισμοὶ μετα-μοντέρνου τύπου. Ἀλλὰ νομίζω πὼς ἀπὸ μόνοι τους οἱ μύθοι αὐτοὶ διαθέτουν ἀρκετὴ μονερνικότητα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ


1. ΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΕΤΤΙΓΞ Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΚΙ Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ

Ὀνος ἀκούσας φωνῆς τέττιγος ἡδέως αὐτῇ ἐπετέρπετο, καὶ τὸν τέττιγα ἐπηρώτα λέγων:

«Τί ἄρα τρεφόμενος οὔτω γλυκεῖαν ἔχεις τὴν φωνήν;»

Ὁ δὲ τέττιξ τῷ ὄνῳ ἀντέφησεν:

«Ἡ ἐμὴ τροφὴ ἀήρ ἐστι καὶ δρόσος».

Ὁ δὲ ὄνος τούτου ἀκούσας τοῦ ρήματος ἐνόμισε μέθοδον εὑρηκέναι δι᾿ ἧς ὅμοιαν τῷ τέττιγι σχοίη φωνήν καὶ τὸ στόμα εὐθὺς ἀνοίξας πρὸς τὸν ἀέρα κεχήνωτο ὡς δεξόμενος δῆθεν δρόσον εἰς διατροφήν, ἕως οὗ τῷ λιμῷ διεφθάρη.

 

Οὗτος ὁ μὺθος δηλοῖ ὅτι οὐ δεῖ τινα τὰ φυσικὰ τοῖς παρὰ φύσιν ἐξομοιοὺν καὶ τοῖς ἀδυνάτοις ἀφρόνως ἐπιχειρεῖν.

Ὁ γάιδαρος ἄκουσε κάποτε τὸ τζίτζικα καὶ κατευχαριστήθηκε.

«Μὰ τί τρῶς κι ἔχεις τόσο γλυκιὰ φωνή;» τὸν ρώτησε.

«Ἀέρα καὶ δροσιά» ἀπάντησε ἐκεῖνος.

Τότε ὁ γάιδαρος νόμισε πὼς ἔμαθε τὸ μεγάλο μυστικὸ ποὺ κάνει τὶς ὄμορφες φωνές. Ἄνοιξε λοιπὸν τὸ στόμα του, γιὰ νὰ χορτάσει τάχα μπόλικο ἀέρα καὶ δροσιά, κι ἔμεινε ἔτσι χάσκοντας, μέχρι ποὺ πέθανε ἀπὸ τὴν πείνα.

 

Ο μύθος λέει πὼς δὲν ἔχουμε, οὔτε πρέπει νὰ ἔχουμε, ὅλοι τὴν ἴδια φύση καὶ πὼς εἶναι καθαρὴ ἀπερισκεψία νὰ προσπαθοῦμε ἀφύσικα πράγματα.

2. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΕΝΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ. Ο ΦΤΩΧΟΣ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Ἄνθρωπός τις ἦν πένης, ὃς καὶ ξύλων γόμον ἐπὶ τῶν νώτων ἐβάσταζε, κατὰ δὲ τὴν ὁδοιπορίαν ἰλιγγιάσας ἐκαθέσθη καὶ τὸν γόμον κατέθετο καὶ τὸν Θάνατον οἰκτρῶς ἐνεκαλεὶτο, λέγων:

«Ὦ Θάνατε».

Αὐτίκα γοῦν ὁ Θάνατος ἔφθασε καὶ πρὸς αὐτὸν ἔφη:

«Τίνος χάριν ἐκάλεσάς με;»

Λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ ἀνὴρ:

«Ἵνα τὸν γόμον ἀπὸ τῆς γῆς συνεξάρῃς μοι».

 

Οὗτος δηλοῖ ὅτι πάντες ἄνθρωποι φιλόζῳοι τυγχάνουσιν, εἰ καὶ θλίψεσι καὶ ἀνάγκαις συνέχονται.

Κάποιος φτωχός, εἶχε φορτωθεῖ ἕνα δεμάτι ξύλα καὶ τραβοῦσε τὸ δρόμο του. Ἐκεῖ ποὺ πήγαινε, σὰν νὰ ζαλίστηκε. Ξεφορτώθηκε τὰ ξύλα, κάθισε κατάχαμα, κι ἀπ᾿ τὴν πολλή του κούραση καὶ τὴν ἀπελπισία, ἔβγαλε φωνὴ σπαραχτική:

«Ἄχ, ποῦ εἶσαι θάνατε...»

Δὲν πρόλαβε ν᾿ ἀποτελειώσει καὶ νάσου ὁ θάνατος μπροστά του.

«Γιατὶ μὲ φωνάζεις;» τὸν ρωτάει.

Κι ἐκεῖνος: «Γιὰ τὰ ξύλα· βάλε ἕνα χεράκι νὰ τὰ σηκώσουμε».

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦν τὴ ζωή τους, ὅσα βάσανα καὶ στενοχώριες κι ἂν τοὺς τύχουν.

3. ΧΕΛΙΔΩΝ ΚΑΙ ΚΟΡΑΞ. ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΚΑΙ Ο ΚΟΡΑΚΑΣ

Χελιδὼν καὶ κόραξ περὶ κάλλους ἀλλήλοις ἐμάχοντο καί φησιν ὁ κόραξ τῇ χελιδόνι:

«Τὸ σὸν κάλλος ἐν μόνῳ τῷ ἔαρι καταφαίνεται, ἐν δὲ τῷ τοῦ χειμῶνος καιρῷ οὐ δύναται πρὸς τὸ ψύχος ἀντισχεῖν. Τὸ δὲ ἐμὸν σῶμα καὶ τῷ κρύει τοῦ χειμῶνος καὶ τῷ καύσωνι τοῦ θέρους γενναίως ἀνθίσταται».

 

Οὗτος δηλοῖ ὅτι ὑγεῖα καὶ ἰσχὺς σώματος κρείττων κάλλους καὶ ὡραιότητος πέφυκε.

Τὸ χελιδόνι καὶ ὁ κόρακας λογομαχοῦσαν γιὰ τὰ κάλλη τους.

Λέει λοιπὸν ὁ κόρακας στὸ χελιδόνι:

«Ἡ ὀμορφιά σου κρατάει ὅσο κι ἡ Ἄνοιξη. Τὴν παγωνιὰ δὲν τὴν ἀντέχει. Ὅμως τὸ δικό μου σῶμα καὶ τὸ κρύο τοῦ Χειμώνα ὑποφέρει καὶ τη ζέστη τοῦ Καλοκαιριοῦ».

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ἡ ὑγεία καὶ ἡ ἀντοχή, ἀξίζουν περισσότερο ἀπὸ τὰ κάλλη ὅλου τοῦ κόσμου.

4. ΠΟΤΑΜΟΙ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ. ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ.

Ποταμοὶ συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ τὴν θάλασσαν κατῃτιῶντο, λέγοντες αὐτῇ:

«Διὰ τί ἡμᾶς, εἰσερχομένους ἐν τοῖς ὕδασι καὶ ὑπάρχοντας ποτίμους καὶ γλυκεῖς, ἁλμυροὺς ἀπεργάζῃ καὶ ἀπότους».

Ἡ δὲ θάλασσα, ἰδοῦσα ὅτι αὐτῆς καταμέμφονται, λέγει πρὸς αὐτούς:

«Μή ἔρχεσθε καὶ μὴ γίνεσθε ἁλμυροί».

 

Οὗτος παρίστησι τοὺς ἀκαίρως τινάς αἰτιωμένους καὶ παρ᾿ αὐτῶν μᾶλλον ὠφελουμένους.

Μαζεύτηκαν λοιπὸν τὰ ποτάμια κι ἄρχισαν νὰ κατηγοροῦν τὴ θάλασσα.

«Δὲ μᾶς λές, γιατὶ ἀφοῦ ἐμεῖς εἴμαστε γλυκὰ καὶ πόσιμα, ὅταν μποῦμε μέσα σου ἁλμυρίζουμε καὶ πικρίζουμε;»

Κι ἡ θάλασσα ποὺ εἶδε πὼς εἶχαν παραπάρει φὸρα:

«Μὴν ἔρχεστε, γιὰ νὰ μὴν ἁλμυρίζετε!»

 

Ὁ μύθος κατακρίνει αὐτοὺς ποὺ χρωστᾶνε καὶ ζητᾶνε καὶ τὰ ρέστα.

5. ΓΑΛΗ ΚΑΙ ΡΙΝΗ. Η ΓΑΤΑ ΚΑΙ Η ΛΙΜΑ.

Γαλῆ τις ἐν χαλκευτικῷ εἰσελήλυθεν ἐργαστηρίῳ, κἀκεῖσε ῥίνον εὑροῦσα σιδηροῦν τοῦτον ἱκανῶς ἀνέλιχεν, ὥστε τὴν ἑαυτῆς ἀποτρίβεσθαι γλῶτταν καὶ δεινῶς ἐκδαμάζεσθαι καὶ ῥοὴν αἵματος ἀφιέναι.

Ἡ δὲ γαλῆ μᾶλλον ἐτέρπετο, δοκοῦσα δῆθεν τὸν σίδηρον ἐκβιβρώσκειν, ἕως ἡ ταύτης γλῶττα παντελῶς ἐκδεδαπάνηται.

 

Οὗτος ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πράττων τις ἔργον ἀλυσιτελὲς ὡς ἐπωφελές, μᾶλλον καὶ τούτῳ δυσαποσπάστος προσκείμενος, ἐς ὕστερον ὑπ᾿ αὐτοῦ καταλυμαίνεται.

Μιὰ γάτα μπῆκε στὸ χαλκωματάδικο κι ἀνακάλυψε τὴ σιδερένια λίμα. Ἄρχισε τότε νὰ τὴ γλύφει μὲ μανία. Ἄναψε ἡ γλώσσα της καὶ γδάρθηκε καὶ μάτωσε, ἀλλὰ ἐκείνη τὸ διασκέδαζε, γιατὶ νόμιζε πὼς τρώει τὸ σίδερο.

Συνέχισε λοιπὸν ἀκάθεκτη νὰ τὸ ἀποτελειώσει, ὥσπου τῆς τέλειωσε ἡ γλώσσα.

 

Ὁ μύθος αὐτός, λέει πὼς ὅποιος καταπιάνεται μὲ ἀνώφελη δουλειά, πρὶν τὴν τελειώσει, θὰ τὸν τελειώσει.

6. ΘΗΡΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΛΥΚΟΣ Ο ΚΥΝΗΓΟΣ ΚΙ Ο ΛΥΚΟΣ.

Ἀνήρ τις θηρευτής, λύκον θεασάμενος προσβάλλοντα τῇ ποίμνῃ καὶ πλεῖστα τῶν προβάτων ὡς δυνατὸν διασπαράττοντα, τοῦτον εὐμηχάνως θηρεύει καὶ τοὺς κύνας αὐτῷ ἐπαφίησι, φθεγξάμενος πρὸς αὐτὸν:

«Ὦ δεινότατον θηρίον, ποῦ σου ἡ προλαβοῦσα ἰσχύς, ὅτι τοῖς κυσὶν ὅλως ἀντιστῆναι οὐκ ἠδυνήθης».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς τῶν ἀνθρώπων ἕκαστος ἐν τῇ ἰδίᾳ τέχνῃ καθέστηκε δόκιμος.

Κάποιος κυνηγὸς εἶδε ἕνα λύκο νὰ ὁρμάει στὸ κοπάδι καὶ νὰ κατασπαράζει μὲ ἄνεση τὰ περισσότερα πρόβατα.

Σοφίστηκε λοιπὸν μιὰ παγίδα, τὸν ἔπιασε, τὸν ἔδωσε στὰ σκυλιά του καὶ ὕστερα τοῦ εἶπε:

«Ποὺ πῆγε τὼρα ἐκείνη ἡ φοβερὴ καὶ τρομερή σου ἄνεση, θηρίο ἀνήμερο;»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς... καθένας στὸ εἶδος του, κι ὁ μάστορας στὴ μαστοριά του.

7. ΑΛΕΚΤΟΡΕΣ ΔΥΟ ΚΑΙ ΑΕΤΟΣ. ΔΥΟ ΟΙ ΚΟΚΟΡΕΣ ΕΝΑΣ Ο ΑΕΤΟΣ.

Δύο ἀλέκτορες ἀλλήλοις ἐμάχοντο.

Καὶ ὁ μὲν εἷς ἡττηθεὶς τόπῷ τινὶ ἐν παραβύστῳ ἀπεκρύβη, ὁ δὲ ἕτερος, τὴν νίκην ἀράμενος, ἐφ᾿ ὑψηλοῦ τινος ἕστηκε δωματίου τὰ μεγάλα φρυαττόμενος καὶ τῇ νίκῃ ἐγκαυχώμενος, ἕως ἀετὸς καταπτὰς τοῦτον ἐκεῖθεν ἀνήρπασεν.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οὐ χρῄ τινα ἐπ᾿ εὐτυχίᾳ καὶ δυνάμει μέγα φρονεῖν καὶ ἀφρόνως σοβαρεύεσθαι.

Δυὸ κόκορες ἔστησαν ἄγριο καυγά.

Αὐτὸς ποὺ ἔχασε, τραβήχτηκε σὲ μιὰ γωνιά.

Ὅσο γιὰ τὸν ἄλλο, τὸ μεγάλο νικητή, ἀνέβηκε ὅσο πιὸ ψηλὰ μποροῦσε στὸ κοτέτσι καὶ φούσκωνε καὶ κόμπαζε, ὥσπου τὸν ἅρπαξε ἕνας ἀετὸς περαστικός.

 

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος, πὼς δὲ χρειάζεται νὰ ὑπερβάλλουμε ὡς πρὸς τὶς ἐπιτυχίες μας καὶ πὼς εἶναι μάλλον ἀπερισκεψία νὰ τὶς παίρνουμε στὰ σοβαρά.

8. ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ ΔΙΨΩΣΑ. ΔΙΨΑΣΜΕΝΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

Περιστερά τις σφόδρα ἐδίψα καὶ ἐφ᾿ ὕδατος ζήτησιν τῇδε κἀκεὶσε περιήρχετο.

Ἰδοῦσα δὲ ἔν τινι τοίχῳ ἐζωγραφημένην ὑδρίαν ἐδόκει ἀληθῶς ὁρᾶν ὕδατος σκεῦος μεστόν, καὶ ἐλθοῦσα τοῦ πιεῖν τῷ τοίχῳ προσέκρουσε καὶ αὐτίκα τοῦ ζῆν ἀπερρήγνυτο.

Ὅτε δὲ πρὸς τελευταίαν ἐγγίσασα ἀναπνοὴν ἦν, ἐν ἑαυτῇ ἔλεγεν ὅτι «δυστυχὴς ὄντως ἐγὼ καὶ ἀθλία, ἐφ᾿ ᾧ ὕδατος γλιχομένη μὴ θανάτου ἐμνημόνευον».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς πολὺ κρείττων ἡ μακροθυμία τῆς ἀλογίστου σπουδῆς καὶ ταχυτῆτος.

Ἕνα περιστέρι ἦταν τόσο διψασμένο, ὥστε πετοῦσε σὰν τρελὸ ἐδὼ κι ἐκεῖ γιὰ νὰ βρεῖ λίγο νερό.

Ξαφνικά, εἶδε σὲ κάποιο τοῖχο ζωγραφισμένο ἕνα κανάτι καὶ νόμισε πὼς εἶναι ἀληθινό. Πῆρε φόρα λοιπὸν κι ὄρμησε νὰ ξεδιψάσει μὲ τὸ νερὸ ποὺ τάχα ἦταν γεμάτη ἡ ζωγραφιά. Φυσικὰ, ἔσκασε στὸν τοῖχο καὶ τραυματίστηκε θανάσιμα.

Λίγο πρὶν ξεψυχήσει, ψιθύρισε:

«Τί ἀτυχία κι αὐτή! Ἀπ᾿ τὴν πολλή μου δίψα, ξέχασα, τὸ δύστυχο, πὼς ὑπάρχει καὶ θάνατος».

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ἡ ὑπομονή εἶναι προτιμότερη ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη βιασύνη.

9. ΚΟΡΑΞ ΑΕΤΟΝ ΜΙΜΟΥΜΕΝΟΣ. ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ ΜΙΜΕΙΤΑΙ ΤΟΝ ΑΕΤΟ.

Κόραξ ἀετὸν ἐθεάσατο ἄρνα τῆς ποίμνης ἀφαρπάζοντα καὶ ἠθέλησε δῆθεν τοῦτον ἐκμιμήσασθαι.

Ἰδὼν δὲ ἐν τῇ ποίμνῃ κριόν, ἐπειράθη τοῦτον ἁρπάσαι. Τῶν δέ ὀνύχων αὐτοῦ τῷ τοῦ κριοῦ συσχεθέντων ἐρίῳ, φθάσας ὁ ποιμήν, καὶ τοῦτον πλήξας, ἀπέκτεινεν.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς ἀνίσχυρος ἀνήρ, τῷ δυνατωτέρῳ ἑαυτοῦ ἀφομοιοὺσθαι πειρώμενος, οὐ μόνον ἀσθενὴς εἶναι καὶ ἀφελὴς ἀπελέγχεται, ἀλλὰ καὶ κακῶς ἐξ ἀφροσύνης ἀποθνῄσκει.

Τὸ κοράκι εἶδε κάποτε τὸν ἀετὸ ν᾿ ἁρπάζει ἕνα ἀρνὶ ἀπ᾿ τὸ κοπάδι καὶ θέλησε νὰ τὸν μιμηθεῖ.

Ἔπεσε λοιπὸν πάνω σὲ κάποιο κριάρι, τάχα γιὰ νὰ τὸ ἁρπάξει. Ὅμως τὰ νύχια του μπλέχτηκαν στὴν προβειὰ κι ὅταν ἦρθε ὁ βοσκός, τὸ σκότωσε ἀκαριαῖα.

 

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς ὅταν ὁ ἀδύναμος προσπαθεῖ νὰ παραστήσει τὸ δυνατό, δὲ γίνεται μόνο ρεζίλι, ἀλλὰ κινδυνεύει νὰ πεθάνει κιόλας ἀπὸ καθαρὴ βλακεία.

10. ΛΑΓΩΟΣ ΕΝ ΦΡΕΑΤΙ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ. Ο ΛΑΓΟΣ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΚΙ Η ΑΛΕΠΟΥ.

Λαγωός τις ἐδίψα καὶ ἐν φρέατι κατῆλθε τοῦ ὕδωρ πιεῖν. Ἀφ᾿ οὗ καὶ ἡδέως πολὺ ἐπεπώκει, ὅτε δὲ ἐκεῖθεν ἀνελθεῖν ἔμελλεν ἀμηχανίᾳ συνεσχέθη περὶ τὴν ἄνοδον, καὶ τὰ μέγιστα ἠθύμει.

Ἀλώπηξ δὲ ἐλθοῦσα κἀκεῖσε τοῦτον εὑροῦσα ἔφη πρὸς αὐτόν:

«Μεγάλως ὄντως ἐσφάλης. Πρότερον γὰρ ὤφειλες βουλεύσασθαι πῶς ἔσται σοι τοῦ φρέατος ἀνελθεῖν, εἶθ᾿ οὕτως ἐν αὐτῷ κατελθεῖν».

 

Οὗτος ἐλέγχει τοὺς αὐτοβούλως πράττοντας καὶ μὴ συμβουλευομένους.

 

Ἕνας λαγὸς διψοῦσε καὶ κατέβηκε στὸ πηγάδι γιὰ νὰ πιεῖ νερό. Ἀφοῦ ξεδίψασε μὲ τὴν ψυχή του, ἀποφάσισε ν᾿ ἀνέβει. Ἀλλὰ διαπίστωσε πὼς δὲν ὑπῆρχε τρόπος κι ἔπεσε σὲ μαύρη ἀπελπισία.

Κάποια ἀλεπού, ποὺ ἔτυχε νὰ περνάει ἀπὸ ἐκεῖ, τὸν εἶδε σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ τοῦ εἶπε:

«Ἔκανες μεγάλο λάθος. Ἔπρεπε πρῶτα νὰ σκεφτεῖς πῶς θ᾿ ἀνέβεις κι ὕστερα νὰ κατέβεις... ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς».

 

Ὁ μύθος κατακρίνει αὐτοὺς ποὺ κάνουν τοῦ κεφαλιοῦ τους, χωρὶς νὰ συμβουλεύονται κανένα.

11. ΤΑΥΡΟΣ ΛΕΑΙΝΑ ΚΑΙ ΣΥΑΓΡΟΣ. Ο ΤΑΥΡΟΣ Η ΛΙΟΝΤΑΡΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΡΙΟΓΟΥΡΟΥΝΟ.

Ταῦρος εὑρηκὼς κοιμώμενον λέοντα, τοῦτον κερατίσας ἀπέκτεινεν. Ἐπιστᾶσα δὲ ἡ ἐκείνου μήτηρ πικρῶς αὐτὸν ἀπεκλαίετο.

Ἰδὼν δὲ αὐτὴν σύαγρος ὀλοφυρομένην, μακρόθεν ἑστὼς ἔφη πρὸς αὐτήν:

«Ὦ, πόσοι ἄρα τυγχάνουσιν ἄνθρωποι θρηνοῦντες, ὧν τὰ τέκνα ὑμεῖς ἀπεκτείνατε».

 

Οὗτος δηλοῖ ὅτι ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖ τις ἀντιμετρηθήσεται αὐτῷ.

Ἕνας ταῦρος βρῆκε ἔπιασε τὸ λιοντάρι στὸν ὕπνο καὶ τὸ σούβλισε μὲ τὰ κέρατά του.

Ἡ μάνα τοῦ θηρίου, κάθισε δίπλα στὸ κουφάρι καὶ μοιρολογοῦσε.

Ἕνα ἀγριογούρουνο ποὺ τὴν εἶδε νὰ χτυπιέται, τῆς φώναξε ἀπὸ μακριά:

«Πόσοι καὶ πόσοι ἄνθρωποι δὲν κλαῖνε, ἐτούτη τὴ στιγμὴ, τὰ παιδιὰ ποὺ τοὺς φάγατε».

 

Ὁ μύθος λέει πὼς μὲ τὸ μὲτρο ποὺ μετρᾶς θὰ σὲ μετρήσουν.

12. ΠΟΙΜΗΝ ΚΑΙ ΛΕΩΝ. Ο ΒΟΣΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ

Ποιμήν τις ἀπολέσας ἓν τῶν προβάτων ἐδεήθη τοῦ θεοῦ συνθήκας ποιούμενος ὡς εἴ γε τοῦτο ἐφεύροι, ἕτερον ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς θυσίαν προσάξει.

Περιερχόμενος δὲ ὁρᾷ τὸ αὐτὸ πρόβατον ὑπὸ λέοντος βιβρωσκόμενον, καὶ τοῦτο ἰδὼν ἐν ἑαυτῷ ἔλεγεν ὡς:

«Εἰ μόνον τὸν τοῦ θηρίου διαδράσαιμι κίνδυνον, καὶ ἕτερον πρόβατον εἰς λύτρου δῶρον προσενέγκοιμι».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς τὴν ἰδίαν ζωὴν πάντες ἄνθρωποι παντὸς κέρδους καὶ πλούτου προτιμοτέραν ἔχουσιν.

Κάποιος βοσκὸς ἔχασε ἕνα πρόβατο κι ἔταξε στὸ θεὸ πὼς ἂν τὸ ἔβρισκε, θὰ τοῦ θυσίαζε σ᾿ ἀντάλαγμα ἕνα ἄλλο.

Τά ῾φερε ἔτσι ὁ θεὸς λοιπόν, ὥστε νὰ βρεῖ τό πρόβατο τὴν ὥρα ποὺ τὸ κατασπάραζε ἕνα λιοντάρι. Εἶπε τότε σιγανά:

«Κάνε νὰ μὴ μὲ πάρει τὸ θηρίο μυρουδιά κι ἐγῶ διπλασιάζω τη θυσία».

 

Λέει ὁ μύθος πὼς καθένας προκειμένου νὰ σώσει τὴ ζωή του, δίνει ὅ,τι ἔχει καὶ δὲν ἔχει, χωρίς νὰ τὸ πολυσκεφτεῖ.

13. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΔΥΟ ΤΑΥΡΟΙ. ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΤΑΥΡΟΙ.

Λέων προβαλὼν ταύροις δυσὶν ἐπειρᾶτο τούτους καταθοινήσασθαι. Οἱ δὲ τὰ ἑαυτῶν κέρατα ἐπίσης αὐτῷ ἀντιπαρατάξαντες οὐκ εἴων τὸν λέοντα μέσον αὐτῶν παρελθεῖν. Ὁρῶν τοίνυν ἐκεῖνος ὡς ἀδυνάτως ἔχει πρὸς αὐτοὺς κατεσοφίσατο τοῦ ἑνὸς καὶ πρὸς αὐτὸν ἔφησεν ὡς:

«Εἴ γε τὸν σὸν ἑταῖρον προδώσεις μοι, ἀβλαβῆ σε διατηρήσω».

Καὶ τούτῳ τῷ τρόπῳ ἀμφοτέρους τοὺς ταύρους ἀνῄρηκεν.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς καὶ πόλεις καὶ ἄνθρωποι ἀλλήλοις ὁμονοοῦνντες οὐ συγχωροῦσιν αὐτῶν τοὺς ἐχθροὺς περιγίνεσθαι, ῆς δ᾿ ὁμονοίας καταφρονοῦντες εὐχερῶς ἄρδην τοῖς ὑπεναντίοις ἁλίσκονται.

Ἕνα λιοντάρι στρίμωξε κάποτε δυὸ ταύρους κι ἤθελε νὰ τοὺς σκοτώσει. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι πρόταξαν τὰ κέρατά τους καὶ δὲν τὸ ἄφηναν νὰ τοὺς γραπώσει. Εἶδε τὸ λιοντάρι πὼς δὲν θὰ τοὺς ἔκανε καλὰ μὲ τίποτε καὶ τοὺς δυὸ μαζί κι ἀποφάσισε νὰ ξεγελάσει τὸ ἕνα.

«Ἂν ἀφήσεις ἀκάλυπτο τὸ σύντροφό σου, δὲν πρόκειται νὰ σὲ πειράξω» τοῦ εἶπε.

Ἔτσι, κατάφερε νὰ τοὺς κατασπαράξει καὶ τοὺς δυό.

 

Σύμφωνα μὲ τὸ μύθο τὸ ἴδιο συμβαίνει στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὶς κοινωνίες. Ὅταν εἶναι ἑνωμένοι καὶ δὲν ἀνοίγουν κουβέντες μὲ τοὺς ἐχθρούς τους, ἐπιβιώνουν. Ἀντίθετα, ὅταν περιφρονοῦν τὴν ἑνότητα, καταντοῦν παιχνίδι στὰ χέρια τῶν ἀντιπάλων.

14. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΠΙΘΗΞ. Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΠΙΘΗΚΟΣ

Ἀλώπηξ καὶ πίθηξ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὡδοιπόρουν. Παρερχόμενοι δὲ διά τινων μνημείων, ἔφη ὁ πίθηξ τῇ ἀλώπεκι ὡς:

«Πάντες οἱ νεκροὶ οὗτοι ἀπελεύθεροι τῶν ἐμῶν γεννητόρων ὑπάρχουσιν».

Ἡ δὲ ἀλώπηξ λέγει τῷ πίθηκι:

«Εὐχερῶς ἐψεύσω. Οὐδεὶς γὰρ τῶν ἐνταῦθα ταφέντων ἀπελέγξαι σε δύναται».

 

Οὗτος παριστᾷ τὸν τοὺς ψευδολόγους ὀρθῶς διελέγχονται, καὶ τοὺς προδήλως τὸ ψεύδος ἀντὶ ἀληθείας προσφέροντας.

Ἡ ἀλεποὺ κι ὁ πίθηκος ταξίδευαν μαζί. Ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν, ἔτυχε νὰ περάσουν ἀπὸ κάποιο νεκροταφεῖο.

«Τοὺς βλέπεις αὐτοὺς;» εἶπε ὁ πίθηκος στὴν ἀλεπού. «Ἦταν ὅλοι δοῦλοι τῶν γονιῶν μου, ἀλλὰ τοὺς ἐλευθέρωσαν».

Κι ἡ ἀλεπού λέγει στὸν πίθηκο:

«Λέγε ὅσα ψέματα θέλεις. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, οἱ πεθαμένοι δὲν πρόκειται νὰ σὲ διαψεύσουν».

 

Ὁ μύθος δείχνει κατὰ τὴ μεριά αὐτῶν ποὺ ξέρουν νὰ ξεμπροστιάζουν τοὺς ψεῦτες κι αὐτῶν ποὺ λένε ψέματα χοντροκομμένα.

15. ΕΛΑΦΟΣ ΕΠΙ ΝΑΜΑΤΙ ΚΑΙ ΘΗΡΕΥΤΑΙ. ΤΟ ΕΛΑΦΙ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΥΝΗΓΟΙ.

Ἔλαφός τις διψῶσα κατῆλθεν ἐπί τινα πηγὴν τοῦ ὕδωρ πιεῖν. Ἰδοῦσα δὲ ἐν τῷ ὕδατι τὸ τοῦ ἰδίου σώματος ὁμοίωμα, τῇ μὲν τῶν ποδῶν λεπτότητι ἀπηρέσκετο, τῇ δὲ τῶν κεράτων μορφῇ ἐπετέρπετο. Ἄφνω δέ τινες ἐφίστανται θηρευταὶ καὶ ταύτην ἐδίωκον. Καὶ καθ᾿ ὅσον μὲν ἐπὶ τῆς πεδιάδος ἔτρεχε τῶν διωκόντων ὑπερεγίνετο, φθάσασα δὲ εἰς ἕλος ἀπροσδοκήτως εἰσελθεῖν, τῶν αὐτῆς κεράτων τοῖς κλάδοις συμπλακέντων, ὑπὸ τῶν διωκόντων καταλαμβάνεται καὶ στενάξασα ἔφη:

«Οἴμοι τῇ ταλαιπώρῳ, ὅτι ἐφ᾿ οἷς ἀπηρεσκόμην ὑπ᾿ αὐτῶν μᾶλλον διεσῳζόμην, οἷς δὲ ἐνεκαυχώμην, ὑπ᾿ αὐτῶν δὴ καὶ ἀπόλλυμαι».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οὐ χρή τινα τῶν ἐν ἑαυτῷ ἐπαινεῖν, εἰ μὴ τὰ εὔχρηστα καὶ ἐπωφελῆ.

Ἕνα ἐλάφι διψασμένο κατέβηκε στὸ ποτάμι καὶ καθὼς ἔσκυβε νὰ ξεδιψάσει, εἶδε στὸ νερὸ τὸ εἵδωλό του. Τά πόδια του τοῦ φάνηκαν πολύ λεπτά καὶ ντράπηκε. Ἀντίθετα, θαύμασε τὰ μεγάλα κέρατά του.

Ξαφνικά, ἐμφανίστηκαν κυνηγοὶ κι ἄρχισαν νὰ τὸ καταδιώκουν. Τὸ ἐλάφι, ὅσο ἔτρεχε στὴν πεδιάδα, τοὺς ξέφευγε. Κάποτε ὅμως, ἔφτασε σ᾿ ἕνα βάλτο καὶ προσπαθώντας νὰ τὸν περάσει, πιάστηκαν τὰ κέρατά του σὲ κάτι κλαδιά. Τὴν ὥρα που τὸ γράπωναν οἱ κυνηγοί, στέναξε καὶ εἶπε:

«Τί ἔπαθα, τὸ δύστυχο! Μ᾿ ἔσωσε ντροπή μου, γιὰ νὰ μὲ σκοτώσει τὸ καύχημά μου».

 

Ὁ μύθος λέει πὼς δὲν πρέπει νὰ παινευόμαστε παρὰ μόνο γιὰ ὅ,τι χρήσιμο καὶ ὠφέλημο διαθέτουμε.

16. ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΧΑΛΚΕΙΣ. Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΧΑΛΚΩΜΑΤΑΔΕΣ.

Ἦν τις κύων χαλκέων τινῶν ἐν οἰκίᾳ διάγων. Κἀκείνων μὲν ἐργαζομένων οὗτος εἰς ὕπνον ἐτρέπετο, εἰς ἑστίασιν δὲ καθεζομένων ἐγίνετο ἔξυπνος καὶ τοῖς ἑαυτοῦ κυρίοις χαριέντως προσεπέλαζεν. Οἱ δὲ πρὸς αὐτὸν ἔλεγον:

«Πῶς τῷ μὲν ψόφῳ τῶν βαρυτάτων σφυρῶν οὐδ᾿ ὅλως ἐξυπνίζῃ, τῷ δὲ βραχυτάτῳ κρότῳ τῶν μυλοδόντων ταχέως διεγείρῃ».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς καὶ ἄνθρωποι ἀνήκοοι, ἐφ᾿ οἷς δῆθεν ὠφελεῖσθαι καραδοκοῦσι, ταχέως τούτοις καὶ ὑπακούουσιν, ἐν οἷς δι᾿ ἀπαρέσκονται ἀπαθεῖς πάντῃ καθίστανται.

Ἕνας σκύλος ζοῦσε κάποτε στὸ σπίτι κάποιων χαλκωματάδων. Ὅταν ἐκεῖνοι δούλευαν, αὐτὸς κοιμόταν τοῦ καλοῦ καιροῦ. Ἀλλὰ μόλις κάθονταν γιὰ φαγητό, ξυπνοῦσε κι ἔτρεχε ὅλο χαρά, νὰ χωθεῖ ἀνάμεσά τους. Τοῦ ἔλεγαν λοιπόν, κάθε φορά, οἱ χαλκωματάδες:

«Μὰ πῶς γίνεται νὰ μὴν ξυπνᾶς μὲ τόση φασαρία ποὺ κάνουν τὰ σφυριὰ καὶ νὰ πετάγεσαι ὅρθιος μὲ τὴν παραμικρὴ δαγκωματιά;»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς οἱ ἄνθρωποι κουφαίνονται καὶ γίνονται δυσκίνητοι ὅταν κάτι δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει. Μὰ ὅταν πρόκειται νὰ κερδίσουν ὁτιδήποτε, βρίσκουν ἀμέσως καὶ τὴν ἀκοή τους καὶ τὴν εὐλυγισία τους.

17. ΛΕΩΝ ΕΓΚΑΘΕΙΡΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ. ΤΟ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ

Ἀλώπηξ θεασαμένη ἐγκάθειρκτον λέοντα, καὶ τούτου στᾶσα ἐγγύς, δεινῶς αὐτὸν ὕβριζεν. Ὁ δὲ λέων ἔφη πρὸς αὐτήν:

«Οὐ σύ με καθυβρίζεις, ἀλλ᾿ ἡ προσπεσοῦσά μοι ἀτυχία».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς πολλοὶ τῶν ἐνδόξων δυσπραγίαις περιπίπτοντες ὑπὸ εὐτελῶν ἐξουθενοῦνται.

Ἡ ἀλεποῦ εἶδε κάποτε ἕνα λιοντάρι πιασμένο σε παγίδα. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, τὸ πλησίασε κι ἄρχισε νὰ τὸ λοιδωρεῖ.

«Πάει καλὰ» τῆς εἶπε τὸ λιοντάρι, «ἀλλὰ νὰ ξέρεις πὼς δὲν μὲ βρίζεις ἐσὺ, ἡ ἀτυχία ποὺ μοῦ ῾λαχε μὲ βρίζει!»

 

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς ὅταν οἱ σημαντικοὶ ἄνθρωποι παραπατήσουν καὶ πέσουν, τρέχουν οἱ ἀσήμαντοι καὶ οἱ χυδαῖοι γιὰ νὰ τοὺς ἀποτελειώσουν.

18. ΟΦΙΣ ΠΑΤΟΥΜΕΝΟΣ. ΤΟ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΜΕΝΟ ΦΙΔΙ.

Ὄφις τις ἕρπων παρὰ πολλῶν συνεπατεῖτο, πορευόμενος δὲ εἰς τὸ τοῦ Ἀπόλλωνος εἰδωλεῖον εἰσελήλυθεν. Ὁ δὲ Ἀπόλλων εὐθὺς ἔφη πρὸς αὐτόν:

«Εἰ ὤλεσάς γε τὸν πρῶτόν σε συμπατήσαντα, οὐδεὶς ἂν τῶν ἑτέρων κατατετόλμηκέ σου».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οἱ προλαβόντως σφαλέντες εἴπερ εὐθὺς σωφρονίζοιντο, οἱ ἕτεροι δι᾿ ἐκείνων κατάφοβοι γίνονται.

Σερνότανε λοιπὸν τὸ φίδι καὶ τὸ τσαλαπατοῦσαν. Μιὰ καὶ δυό, πάει στὸ βωμὸ τοῦ Ἀπόλλωνα, καὶ τί τοῦ λέει ἐκεῖνος;

«Ἂν δάγκωνες τὸν πρῶτο ποὺ σὲ πάτησε, κανεῖς δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ τὸ ἐπαναλάβει!»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅταν τιμωρεῖται ὁ πρῶτος παραβάτης, ἀποθαρρύνονται ὁπωσδήποτε οἱ μιμητὲς του.

19. ΚΥΝΕΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΔΟΡΑΝ ΣΠΑΡΑΤΤΟΝΤΕΣ. ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΠΑΡΑΖΑΝ ΤΗ ΛΕΟΝΤΗ.

Λέοντος δορὰν κύνες εὑρόντες διεσπάραττον ταύτην. Τούτοις δὲ ἀλώπηξ ἰδοῦσα ἔφη:

«Εἰ οὗτος ὁ λέων τοῖς ζῶσι συνῆν, εἴδετε ἂν τοὺς αὐτοῦ ὄνυχας ἰσχυροτέρους τῶν ὑμετέρων ὀδόντων».

 

Οὗτος δηλοῖ πρὸς τοὺς τῶν ἐνδόξων καταφρονοῦντας, ὅταν τῆς ἀρχῆς καὶ δόξης ἐκπίπτωσι.

Κάποια σκυλιὰ βρῆκαν μιὰ λεοντὴ κι ἔπεσαν πάνω της. Μιὰ ἀλεποὺ ποὺ πέρναγε ἀπὸ ἐκεῖ, τὰ εἶδε νὰ σπαράζουν τὸ ἄδειο τομάρι καὶ τοὺς εἶπε:

«Ἂν ζοῦσε ἀκόμη ἐτοῦτο τὸ λιοντάρι, θὰ διαπιστώνατε πὼς τὰ νύχια του μποροῦν νὰ κάνουν μεγαλύτερη ζημιὰ ἀπὸ τὰ δόντια σας».

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅλοι περιφρονοῦν τοὺς δυνατούς, ὅταν χάσουν τὴν ἐξουσία τῆς δύναμῆς τους.

20. ΕΛΑΦΟΣ ΝΟΣΟΥΣΑ. ΤΟ ΑΡΡΩΣΤΟ ΕΛΑΦΙ.

Ἔλαφος νόσῳ περιπεσοῦσα ἐπί τινος τόπου πεδινοῦ κατακέκλιτο. Τινὰ δὲ τῶν θηρίων εἰς θέαν αὐτῆς ἐλθόντα τὴν παρακειμένην τῇ ἐλάφῳ νομὴν κατεβοσκήθησαν. Εἶτα ἐκείνη τῆς νόσου ἀπαλλαγεῖσα τῇ ἐνδείᾳ δεινῶς κατετρύχετο, καὶ τῇ νομῇ τὸ ζῆν προσαπώλεσεν.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οἱ περιττοὺς καὶ ἀνονήτους κτώμενοι φίλους ἀντὶ κέρδους ὑπ᾿ αὐτῶν ζημίαν μᾶλλον ὑφίστανται.

Κάποιο ἄρρωστο ἐλάφι, βρῆκε ἕνα ξέφωτο καὶ ξάπλωσε. Τὰ ἄλλα ζῶα τὸ εἶδαν καὶ πῆγαν κοντὰ του τάχα γιὰ συμπαράσταση.

Σὲ λίγο, ἄρχισαν νὰ βόσκουν τὸ χορτάρι ποὺ φύτρωνε γύρω-γύρω, ὥσπου τὸ ἐξαφάνισαν. Κάποτε τὸ ἐλάφι συνῆλθε, ἀλλὰ δὲν εἶχε τίποτε νὰ φάει καὶ πέθανε γιὰ τὰ καλά.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος συναναστρέφεται ἀχρείαστους ἀνθρώπους, ἐχθροὺς συναναστρέφεται.

21. ΘΗΡΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΚΥΩΝ. Ο ΚΥΝΗΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΚΥΛΟΣ.

Ἀνὴρ θηρευτὴς παρερχόμενον κύνα ἰδὼν διηνεκῶς αὐτῷ ψωμοὺς προσεπέρριπτε. Λέγει οὖν πρὸς τὸν ἄνδρα ὁ κύων:

«Ἄνθρωπε, ἄπιθι ἐξ ἐμοῦ. Ἡ γὰρ πολλή σου εὔνοια μᾶλλόν με τὰ μέγιστα θροεῖ».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οἱ πολλὰ δῶρά τισι παρεχόμενοι δῆλοί εἰσι τὴν ἀλήθειαν ἀνατρέποντες.

Κάποιος κυνηγὸς συνάντησε ἕνα σκύλο κι ἄρχισε νὰ τοῦ ρίχνει ἁπλόχερα ψωμί. Τότε τοῦ λέει ὁ σκύλος:

«Δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μὲ πείσεις, ἄνθρωπέ μου. Τόση φροντίδα, μάλλον τὸ ἀντίθετο μοῦ μυρίζει».

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅσοι τὸ παρακάνουν μὲ τὰ δῶρα, καταντοῦν ἐντελῶς ἀναξιόπιστοι.

22. ΛΑΓΩΟΙ ΚΑΙ ΑΛΩΠΕΚΕΣ. ΟΙ ΛΑΓΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΕΠΟΥΔΕΣ.

Λαγωοί τινες πρὸς ἀετὸν πόλεμον συγκροτοῦντες τὰς ἀλώπεκας εἰς συμμαχίαν προσεκαλοῦντο. Αἱ δὲ πρὸς αὐτοὺς εἶπον:

«Ἑτοίμως ἂν εἴχομεν συμμαχεῖν ὑμῖν, εἰ μὴ ᾔδειμεν τίνες τέ ἐστε καὶ τίνι διαμάχεσθε».

 

Οὗτος ἐλεγχει τοὺς τοῖς ἰσχυροτέροις προσκρούοντας καὶ ἑαυτοῖς ἐξ αὐτῶν κίνδυνον ἐπάγοντας.

Οἱ λαγοὶ κήρυξαν πόλεμο στὸν ἀετὸ καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὶς ἀλεποῦδες νὰ συμμαχήσουν μαζί τους.

«Πολὺ εὐχαρίστως θὰ σᾶς βοηθούσαμε, ἂν δὲν ξέραμε καλὰ ποιοὶ εἶστε καὶ μὲ ποιὸν πολεμᾶτε» τοὺς ἀπάντησαν ἐκεῖνες.

 

Ὁ μύθος ἐπιπλήττει αὐτοὺς ποὺ τὰ βάζουν μὲ τους δυνατότερους, ἐκθέτοντας τοὺς ἑαυτούς τους σὲ μεγάλο κίνδυνο.

23. ΠΑΙΣ ΛΟΥΟΜΕΝΟΣ. ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΠΛΕΝΟΤΑΝ.

Παῖς τις ἐσελθὼν επί τινα ποταμὸν ἀπολούσασθαι, καὶ μὴ εἰδὼς νήχεσθαι, ἐκινδύνευεν ἀποπνιγῆναι. Καί τινα παρερχόμενον ἄνδρα ἰδὼν εἰς βοήθειαν τοῦτον ἐκάλει. Ὁ δε ἀνθρωπος τοῦτον διασώζων ἐκεῖθεν ἔλεγεν αὐτῷ:

«Ἵνα τί, μὴ νήχεσθαι εἰδώς, τῆς τοσαύτης κατατετόλμηκας πλημμύρας;»

Ὁ δὲ παῖς αὐτῷ ἔφη:

«Τέως νῦν βοήθει μοι, καὶ μετὰ ταῦτα ὀνείδισον».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς ὁ ἐν περιστάσει τινὰ προσονειδίζων ἀκαίρως αὐτοῦ καὶ ἀπρεπῶς καταμέμφεται.

Ἕνα παιδί μπῆκε σὲ κάποιο ποτάμι γιὰ νὰ πληθεῖ, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἤξερε κολύμπι, ἄρχισε νὰ πνίγεται. Βλέποντας κάποιον περαστικό, ἔβαλε τὶς φωνές. Ἐκεῖνος βούτηξε νὰ τὸ σώσει, λέγοντὰς του:

«Τί ἤθελες καὶ μπῆκες σὲ τόσο νερό, ἀφοῦ δὲν ἤξερες κολύμπι;»

Καὶ τὸ παιδί:

«Σῶσε με πρῶτα κι ὕστερα μὲ μαλώνεις ὅσο θέλεις!»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς οἱ ἐπιπλήξεις ποὺ γίνονται σὲ λάθος στιγμή, καταντοῦν προσβολὲς χωρὶς κανένα νόημα.

24. ΑΕΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ. Ο ΑΕΤΟΣ ΚΙ Η ΑΛΕΠΟΥ.

Ἀετός τις τῇ ἀλώπεκι φιλιωθεὶς τοὺς αὐτῆς μετὰ ταῦτα καταβέβρωκε σκύμνους. Ἡ δὲ πρὸς αὐτὸν μή δυναμένη τῆς θείας δίκης ἐδέετο κατ᾿ αὐτοῦ. Μιᾷ γοῦν συμβέβηκε θυσίαν τινὰ ἐπὶ βωμοῦ κατακαίεσθαι, ὁ δέ ἀετὸς καταπτὰς βρῶμα ἐκεῖθεν ζέον ἐξήρπασε καὶ τοῖς ἑαυτοῦ νεοσσοῖς διαδέδωκεν. Οἱ δὲ νεοσσοὶ ἐσθίοντες ὑπὸ τῆς ζέσεως εὐθὺς διεφθάρησαν.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οἱ τῶν ανθρώπων δυνάσται καὶ ἄδικοι, εἰ καὶ παρὰ τῶν ἀδικουμένων μηδὲν πάσχουσιν, ἀλλά γε ταῖς ἐκείνων ἀραῖς θείαν ἀγανάκτησιν ἐπισπῶνται.

Ὁ ἀετὸς ἔπιασε φιλίες μὲ τὴν ἀλεπού, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο τῆς ἔφαγε τὰ νεογέννητα παιδιά. Ἐκείνη, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ, προσευχόταν νὰ πάθει τὰ ἴδια καὶ χειρότερα.

Συνέβη τὼρα νὰ γίνεται κάποια θυσία καὶ νὰ καῖνε τὸ θύμα στὸ βωμό. Ὁ ἀετὸς ὅρμησε, ἅρπαξε ἕνα κοψίδι καὶ τὸ πῆγε στὰ παιδιά του. Αὐτὰ τὸ καταβρόχθισαν ὅπως ἦταν καυτὸ καὶ πέθαναν ἀμέσως.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς οἱ τύραννοι καὶ οἱ ἄδικοι, μπορεῖ νὰ μὴν κινδυνεύουν ἀπὸ τὰ ἀδύναμα θύματά τους, ἀλλὰ κινδυνεύουν ἀπό τὶς προσευχές τους. Γιατὶ τὸ ἄδικο προκαλεῖ τὴ θεία ὀργή.

25. ΑΝΗΡ ΕΧΙΝ ΑΝΕΛΟΜΕΝΟΣ. Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΑΖΕΨΕ ΤΗΝ ΟΧΙΑ

Ὥρᾳ χειμῶνος ἔχις τις πλησίον ὁδοῦ κατέκειτο καὶ τῇ τοῦ ψύχους σφοδρότητι ἐκινδύνευε διαφθαρῆναι. Ἀνὴρ δέ τις παρερχόμενος καὶ ταύτην ἰδὼν κατώκτειρε, καὶ ἄρας τῆς γῆς τῷ ἰδίῳ κόλπῳ ἐναπέθετο. Ἠ δὲ ἔχις διαθερμανθεῖσα εὐθὺς καιρίῳ δήγματι τὸν ἄνδρα ἀπέκτεινεν.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς ὁ φύσει κακός, κἂν ἀγαθόν τι παρὰ τινοσοῦν ἐπισπάσαιτο, τῷ εὐεργέτῃ μᾶλλον κακὰ ἀποδίδωσιν.

Χειμώνα καιρό, μιὰ ὀχιὰ κειτόταν παγωμένη στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Θὰ πέθαινε τὸ δίχως ἄλλο απὸ τὸ τσουχτερὸ κρύο, ἄν δὲν τύχαινε νὰ φανεῖ κάποιος περαστικός. Τὴν εἶδε, τὴ λυπήθηκε, τὴ μάζεψε καὶ τὴν ἔχωσε στὸν κόρφο του. Ἐκείνη, μόλις ζεστάθηκε, τοῦ ἔδωσε μιὰ δαγκωνιὰ καὶ τὸν σκότωσε.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὁ κακὸς ὁ ἄνθρωπος κι ἄν εὐεργετηθεῖ, μὲ κακία θὰ ξεπληρώσει τὸν εὐεργέτη του.

26. ΙΞΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΔΙΞ. Ο ΚΥΝΗΓΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΔΙΚΑ.

Ἀνήρ τις ἰξευτὴς κατέσχε τινὰ πέρδικα καὶ εὐθὺς αὐτὴν καταθῦσαι ἠθέλησεν. Ἡ δὲ πέρδιξ, τῆς ἰδίας ζωῆς ἀντεχομένη, πρὸς τὸν ἰξευτὴν συνέθετο ὡς:

«Εἴ με τῶν δεσμῶν ἐλευθερώσεις, πολλούς πέρδικας ἐκμειλιξαμένη προσαγάγω σοι».

Ὁ δὲ ἰξευτής, τῷ ταύτης λόγῳ μᾶλλον μανείς, ταύτην αὐτίκα ἀνῄρηκεν.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς ὁ ἑτέρῳ παγίδα ἱστῶν αὐτὸς ἐν αὐτῇ ὡς σκαιὸς ἐμπεσεῖται.

Κάποιος κυνηγὸς ἔπιασε μὲ ξόβεργα μιὰ πέρδικα κι ἑτοιμάστηκε νὰ τὴ σφάξει. Ἡ πέρδικα ποὺ δὲν ἦταν διατεθημένη νὰ χάσει τὴ ζωή της ἔτσι εὔκολα, προσπάθησε νὰ κάνει μαζί του μιὰ συμφωνία.

«Ἂν μὲ ἀφήσεις ἐλεύθερη» τοῦ εἶπε, «θὰ ξεγελάσω καὶ θὰ σοῦ παραδώσω πολλὲς πέρδικες».

Ὁ κυνηγὸς ὄχι μόνο δὲν πείσθηκε, ἀλλὰ ἐξοργίστηκε τόσο πολύ, ποὺ τὴν ἔσφαξε ἀμέσως.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος σκάβει τὸ λάκκο ἄλλων, πέφτει ὁ ἴδιος μέσα καὶ πέφτει ἄσχημα πολύ.

27. ΟΡΝΙΣ ΧΡΥΣΟΤΟΚΟΣ. Η ΚΟΤΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΑΥΓΑ

Ἀνήρ τις ὄρνιν ἐκέκτητο χρυσοῦν ᾠόν καθ᾿ ἑκάστην αὐτῷ τίκτουσαν. Ὁ δὲ μὴ τῷ καθημερινῷ ἐκείνῳ ἐπαρκούμενος κέρδει, ἀλλ᾿ ἀφρόνως τοῦ πλείονος ὀρεγόμενος, τὴν ὄρνιν κατέθυσεν. Ἐδόκει γὰρ ἐν τοῖς ἐγκάτοις αὐτῆς θησαυρῷ τινι ἐντυχεῖν. Καὶ μηδὲν ὅλως ἐφευρὼν καθ᾿ ἑαυτὸν ἔλεξεν ὡς:

«Ἐλπίδι θησαυροῦ ἐπερειδόμενος, καὶ τοῦ ἐν χερσὶ κέρδους ἐξέπεσον».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οἱ πολλοί, τῶν πλειόνων ὀρεγόμενοι, καὶ τῶν ὀλίγων ἐκπίπτουσι.

Εἶχε κάποιος μιὰ κότα ποὺ τοῦ ἔκανε ἕνα χρυσὸ αὐγό τὴ μέρα. Ἀλλὰ δὲν τοῦ ἔφτανε τοῦ πλεονέκτη. Τὴν ἅρπαξε λοιπόν, τὴν ἔσφαξε, τὴν ξεκοίλιασε κι ἄρχισε νὰ ψάχνει τὰ ἐντόσθιά της, γιὰ νὰ βρεῖ τὸ μεγάλο θησαυρὸ!

Φυσικά, δὲ βρῆκε τίποτε καὶ εἶπε στὸν ἑαυτό του:

«Στηρίχτηκες στὴν ἐλπίδα πὼς θὰ βρεῖς μεγάλο θησαυρό, κι ἔχασες ἀκόμη καὶ τὸ λίγο ποὺ εἶχες!»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος πάει γιὰ τὰ πολλά, χάνει καὶ τὰ λίγα.

28. ΚΥΩΝ ΚΡΕΑΣ ΦΕΡΩΝ. Ο ΣΚΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΡΕΑΣ.

Κύων ἁρπάσας βρῶμα ἐκ μακελλίου ᾤχετο φυγὰς ἐκεῖθεν καὶ ἔφθασεν ἐπίτινα ποταμόν.

Περαιούμενος δὲ αὐτὸν ὁρᾷ ἐν τοῖς ὕδασι τὴν τοῦ βρώματος σκιὰν πολλῷ οὖσαν οὗ ἔφερεν εὐμεγεθεστέραν, καὶ τοῦ στόματος ἀπορρίψας τὸ βρῶμα ἐπὶ τήν ὁραθεῖσαν αὐτοῦ σκιὰν κατηπείγετο. Τῆς δὲ ἀφανοῦς γενομένης, στραφεὶς ὁ κύων τὸ ἀπορριφθὲν ἆραι, οὐδὲν ἐφεῦρε τὸ σύνολον: καὶ γὰρ ἐκεῖνο παρά τινος καταπτάντος κόρακος εὐθὺς ἡρπάγη καὶ κατεβρώθη.

Εἶτα ὁ κύων ἑαυτὸν ἐταλάνιζε, «τί ἄρα πέπονθα;» λέγων, «ὅτι ὃ εἶχον ἀφρόνως καταλιπὼν ἐφ᾿ ἕτερον ἀφανὲς ἠπειγόμην, κἀκείνου ἀποτυχὼν καὶ τοῦ προτέρου ἐξέπεσον».

 

Οὗτος δηλοῖ περὶ τῶν ἀκορέστως ἐκόντων καὶ τῶν περιττῶν ὀρεγομένων.

Ὁ σκύλος ἅρπαξε ἀπ᾿ τὸ χασάπικο ἕνα κομμάτι κρέας καὶ τὸ ἔβαλε στὰ πόδια, ὥσπου ἔφτασε σ᾿ ἕνα ποτάμι.

Μπῆκε μέσα γιὰ νὰ περάσει ἀπέναντι καὶ ξαφνικὰ εἶδε πάνω στὸ νερὸ τὴ σκιά τοῦ κρέατος ποὺ κρατοῦσε, διπλή καὶ τρίδιπλη. Παράτησε λοιπόν τὸ λάφυρο καὶ ρίχτηκε γρήγορα καταπάνω τὴ σκιά, ἀλλὰ τὴν ἔχασε ἀμέσως ἀπ᾿ τὰ μάτια του καὶ γυρίζοντας νὰ ξαναπιάσει τὸ ἀληθινό κρέας, διαπίστωσε πὼς εἶχε γίνει ἄφαντο, γιατὶ στὸ μεταξύ, τὸ ἅρπαξε ἕνας κόρακας καὶ τὸ καταβρόχθισε.

Ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτά, τιμωροῦσε τὸν ἑαυτό του, λέγοντας καὶ ξαναλέγοντας:

«Καλὰ νὰ πάθω. Ἄφησα, ὁ τρελός, αὐτὸ ποὺ εἶχα κι ἔτρεξα πίσω ἀπὸ τὸ φάντασμά του. Δὲν ἔπιασα τὸ ψεύτικο, ἔχασα καὶ τὸ ἀληθινό!»

 

Ὁ μύθος δείχνει κατὰ τοὺς ἀχόρταγους κι αὐτοὺς ποὺ θέλουν πάντα κάτι παραπάνω γιὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν.

29. ΟΝΟΣ ΙΠΠΟΝ ΜΑΚΑΡΙΖΩΝ. Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΠΟΥ ΜΑΚΑΡΙΖΕ ΤΟ ΑΛΟΓΟ.

Ὄνος καὶ ἵππος ὑπῆρχον ἀνθρώπῳ τινί, καὶ ἕκαστος αὐτῶν ἰδίαν ὑπηρεσίαν ἐπλήρου. Ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἵππος ἀνέσεως πολλῆς παραπολαύων δαψιλῶς ἐτρέφετο: χαίτην τε καὶ πλοκάμους ὑπὸ τῶν ἱπποκόμων ἐκαλλωπίζετο καὶ ὁσημέραι τοῖς ὕδασιν ἀπελούετο. Ὁ δὲ ὄνος διόλου ἀχθοφορῶν τῷ τῶν γόμων βάρει κατετρύχετο.

Μιᾷ γοῦν ὁ τοῦ ἱππου κύριος ἐπιβὰς αὐτοῦ επί τινα πόλεμον ἀπῄει, καὶ μάχης συγκροτηθείσης ὁ ἵππος πληγεὶς ἀνῃρέθη.

Ἰδὼν δὲ τὴν αὐτοῦ ἀπώλειαν ὁ ὄνος ἑαυτὸν μᾶλλον τῆς πολυμόχθου ἐμακάριζεν ὑπηρεσίας.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς ὁ πενιχρὸς βίος ἀνεπίφοβος τυγχάνων πολλῷ μᾶλλον τοῦ πλούτου, ὡς κινδυνώδους, προτιμότερος.

Ὁ γάιδαρος καὶ τὸ ἄλογο εἶχαν τὸ ἴδιο ἀφεντικὸ, ἀλλὰ ἔκαναν διαφορετικές δουλειές. Τὸ ἄλογο ἀπολάμβανε πολλὲς ἀνέσεις. Ἔτρωγε καλὰ, τοῦ ἔκαναν μποῦκλες ὄμορφες στὴ χαίτη οἱ ἱπποκόμοι κι ἔπαιρνε τὸ μπάνιο του καθημερινά. Ὁ γάιδαρος κουβαλοῦσε συνέχεια κι ἔλιωνε σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ τὰ βάρη.

Μιὰ μέρα ὅμως, τὸ ἀφεντικό καβάλλησε τὸ ἄλογο κι ἔφυγε γιὰ τὸν πόλεμο. Στὴ διάρκεια μιᾶς μάχης, τὸ ἄλογο πληγώθηκε καὶ πέθανε.

Ὅταν ὁ γάιδαρος ἔμαθε τὰ καθέκαστα, ἄρχισε νὰ μακαρίζει τὸν ἑαυτό του καὶ τὴ βαριὰ δουλειά του.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ἡ σιγουριὰ τῆς φτώχειας εἶναι προτιμότερη ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ πλούτου.

30. ΟΝΑΓΡΟΣ ΚΑΙ ΟΝΟΣ. Η ΖΕΜΠΡΑ ΚΑΙ Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ.

Ὄναγρος ὄνον ἰδὼν βαρὺν γόμον ἐπαγόμενον, καὶ τὴν δουλείαν αὐτῷ ἐπονειδίζων, ἔλεγεν:

«Εὐτυχὴς ὄντως ἐγώ, ὅτι ζῶν ἐλευθέρως καὶ διάγων ἀκόπως αὐτοσχέδιον καὶ τὴν νομὴν ἐν τοῖς ὄρεσι κέκτημαι: σὺ δὲ δι᾿ ἄλλου τρέφῃ, καὶ δουλείαις καὶ πληγαῖς καθυποβάλλῃ διηνεκῶς».

Συνέβη γοῦν αὐθωρὸν λέοντά τινα φανῆναι καὶ τῷ μὲν ὄνῳ μὴ προσπελάσαι, ὡς συνόντος αὐτῳ τοῦ ὀνηλάτου, τῷ δὲ ὀνάγρῳ, μεμονωμένῳ τυγχὰνοντι, σφοδρῶς ἐπελθεῖν καὶ αὐτὸν θέσθαι κατάβρωμα.

 

Οὑτος δηλοῖ ὡς οἱ ἀνυπότακτοι καὶ σκληροτράχηλοι, τῇ αὐτοβουλίᾳ φερόμενοι καὶ βοηθείας τινὸς μὴ δεόμενοι, αὐθωρὸν πτῶμα γίνονται.

Ἡ ζέμπρα εἶδε τὸ γάιδαρο καταφορτωμένο καὶ θεώρησε ντροπὴ μιὰ τέτοια δουλειά.

«Χαρὰ σὲ μένα» τοῦ εἶπε, «ποὺ εἶμαι ἐλεύθερη καὶ κάνω ὅ,τι θέλω. Δὲ χρειάζεται νὰ κουράζομαι γιὰ νὰ ζήσω, ἀφοῦ βρίσκω τὴν τροφή μου στὰ βουνά. Ἐσέναν ὅμως σὲ τρέφει ἄλλος καὶ γι᾿ ἀντάλαγμα σὲ ὑποβάλλει σὲ τόσους κόπους καὶ βάσανα».

Πάνω στὴν ὥρα, φάνηκε ἕνα λιοντάρι κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ πλησιάσει τὸ γάιδαρο, γιατὶ ἦταν δίπλα του τὸ ἀφεντικό του, ξεμονάχιασε τὴ ζέμπρα, ὅρμησε πάνω της καὶ τὴν κολάτσισε.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ἐπειδή οἱ ἀνυπότακτοι καὶ οἱ σκληροτράχηλοι συνηθίζουν νὰ κάνουν τοῦ κεφαλιοῦ τους καὶ νὰ μὴ ζητοῦν ποτέ βοήθεια, εἶναι πολύ εὐκολο νὰ μεταβληθοῦν σὲ πτώματα.

31. ΣΥΚΗ ΚΑΙ ΕΛΑΙΑ. Η ΣΥΚΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΙΑ.

Συκῆ τις, ὥρᾳ χειμῶνος τὰ ἑαυτῆς ἀποβαλοῦσα φύλλα, ὑπό τινος ἐλαίας πλησιαζούσης τὴν γύμνωσιν ὠνειδίζετο, λεγούσης ὡς:

«Ἐγὼ καὶ χειμῶνος καὶ θέρους τοῖς φύλλοις μου κεκαλλώπισμαι καὶ ἀείφυλλος πέφυκα, σὺ δὲ μόνῳ τῷ θὲρει πρόσκαιρον ἔχεις τὸ κάλλος».

Οὕτω δὲ αὐτῆς καυχωμένης, κεραυνὸς ἄφνω θωόθεν κατηνέχθη καὶ ταύτην κατέφλεξε· τῆς δὲ συκῆς τὸ παράπαν οὐχ ἥψατο.

 

Οὕτως οἱ τῷ πλούτῳ καὶ τῇ τύχῃ ἐγκαυχώμενοι ἐξαίσιον πτῶμα ὑφίστανται.

Κάποιο χειμώνα, τὴν ὥρα ποὺ ἡ συκιά ἔριχνε τὰ φύλλα της, ἄκουσε τὴν ἐλιὰ ἀπὸ δίπλα νὰ τῆς λέει περιφρονητικά: «Ἐμένα τὰ φύλλα μου μὲ στολίζουν χειμώνα-καλοκαίρι, γιατί εἶμαι ἀειθαλής. Ἐνῶ ἐσύ μόνο τὸ καλοκαίρι διαθέτεις μιὰ κάποια ὀμορφιά».

Δὲν εἶχε προλάβει τελειώσει τὸ ἐγκώμιο τοῦ ἑαυτοῦ της, ὅταν ἔπεσε ἕνας κεραυνὸς σταλμένος ἀπὸ χέρι θεϊκὸ καὶ τὴν κατάκαψε. Ἡ συκιὰ δὲν ἔπαθε τίποτε.

 

Ἔτσι καταντοῦν ὅλοι ὅσοι ἐγκωμιάζουν τὰ πλούτη καὶ τὴν τύχη τους: πτώματα μεγαλοπρεπή.

32. ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΑΡΔΕΥΩΝ ΛΑΧΑΝΑ. Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΠΟΥ ΠΟΤΙΖΕ ΤΑ ΛΑΧΑΝΑ.

Ἀνήρ τις κηπουρόν τινα θεασάμενος τῶν λαχάνων ἀρδείαν ποιούμενον ἔφη πρὸς αὐτόν:

«Πῶς τὰ μὲν ἄγρια φυτά, μήτε φυτευόμενα μήτε ἐργαζόμενα, ὡραῖα πεφύκασι, τὰ δὲ τῆς ὑμῶν φυτηκομίας πολλάκις ξηραίνεται;»

Ὁ δὲ κηπουρος ἀντέφησεν ὡς:

«Τὰ ἄγρια τῶν φυτῶν μόνῃ τῇ θείᾳ προνοίᾳ ἐφορᾶται, τὰ δὲ ἡμέτερα ὑπὸ χειρὸς ἀνθρωπίνης ἐπιμελεῖται».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς κρείττων ἡ τῶν μητέρων ἀνατροφὴ πέφυκε τῆς τῶν μητρυιῶν ἐπιμελείας.

Κάποιος εἶδε ἕναν κηπουρὸ νὰ ποτίζει λάχανα καὶ τοῦ εἶπε:

«Δὲ μοῦ λές, πῶς εἶναι δυνατὸν τ᾿ ἀγριολούλουδα ποὺ φυτρώνουν ὅπου νά ῾ναι καὶ κανεὶς δὲ τὰ φροντίζει, νὰ γίνονται τόσο ὄμορφα καὶ τὰ προϊόντα τῆς κηπουρικῆς μας νὰ ξεραίνονται μὲ τὸ παραμικρό;»

Κι ὁ κηπουρὸς τοῦ ἀντιγύρισε:

«Γιατὶ τ᾿ ἀγριολούλουδα τὰ φροντίζει ἡ θεία πρόνοια, ἐνῶ τ᾿ ἄλλα τὰ χέρια τὰ δικά μας».

 

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς ἡ ἀνατροφὴ ποὺ δίνει ἡ μητέρα στὰ παιδιά της εἶναι πολὺ καλύτερη ἀπὸ τὴν ἀνατροφὴ ποὺ δίνει ἡ μητριά.

33. ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΜΑΚΕΛΛΕΥΣ. Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΣΑΠΗΣ

Κύων ἐν μακελλίῳ εἰσελθὼν καρδίας βρῶμα ἐκεῖθεν ἀφήρπασεν. ὁ δέ γε μακελλεὺς ἐπιστραφεὶς ἔλεγεν αὐτῷ:

«Οὐ καρδίαν ἥρπασας, ἀλλὰ καρδίαν ἐνέθου μοι· εἰ γὰρ αὖθις ἐνταῦθα εἰσέλθῃς, ἐγώ σοι τὰ τῆς ἁρπαγῆς ἐπιδείξω ἐπίχειρα».

Οὗτος δηλοῖ ὡς ἐν τῷ παθεῖν τις ἐπισπᾶται τὸ μαθεῖν καὶ προσεκτικῶς ἔχειν.

Ἕνας σκύλος μπῆκε στὸ χασάπικο κι ἅρπαξε μιὰ καρδιά τὴν ρα ποὺ ὁ χασάπης ἦταν ἀπασχολημένος.

Ὅμως τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγε τὸν εἶδε καὶ τοῦ φώναξε:

«Τώρα ἐσὺ νομίζεις πὼς μὲ ξεγέλασες, ἀλλὰ ἐγὼ σοῦ λέω πὼς ἡ καρδιὰ ποὺ ἔκλεψες μοῦ χάρισε μιὰν ἄλλη. Ξαναέλα ἂν σοῦ βαστάει καὶ θὰ δεῖς!»

 

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς ὅποιος παθαίνει, μαθαίνει καὶ προσέχει.

34. ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΩΝ. Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΚΙ Ο ΣΚΥΛΟΣ

Κύων κηπουροῦ τινος εἰς φρέαρ ἐμπέπτωκεν.

Ὁ δὲ κηπουρὸς κατελθὼν αὐτὸν ἐκεῖθεν ἀνελκύσαι, δεινῶς ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐδήχθη, δόξαντος μᾶλλον τὸν ἄνδρα βούλεσθαι αὐτὸν ἐπὶ πλέον καταβυθίσαι τῷ ὕδατι.

Ὁ δὲ κηπουρὸς ὑπὸ τοῦ κυνὸς δηχθεὶς «δικαίως» ἔφη, «πέπονθα, ὅτι σὲ τοῦ φρέατος ἐκβαλεῖν ἐσπουδακὼς χαλεπῶς μᾶλλον ὑπὸ σοῦ τετραυμάτισμαι».

 

Οὗτος δηλοῖ κατὰ τῶν ἀχαρίστων καὶ ἀγνωμόνων ἐλέγχους.

Ἕνας σκύλος ἔπεσε στὸ πηγάδι κάποιου κηπουροῦ.

Ὁ κηπουρὸς μπῆκε μέσα γιὰ νὰ τὸν βγάλει, ἀλλὰ ἐκεῖνος νόμισε πὼς ἤθελε νὰ τὸν πνίξει καὶ τοῦ ἔκοψε μιὰ γερὴ δαγκωματιά.

«Καλὰ νὰ πάθω!» εἶπε τότε ὁ κηπουρός. «Ἐγὼ ἔτρεξα πρόθυμα νὰ σε γλυτώσω κι ἐσὺ μὲ πλήρωσες μὲ μιὰ πληγή».

 

Ὁ μύθος τὰ βάζει μὲ τοὺς ἀχάριστους καὶ τοὺς ἀγνώμονες.

35. ΓΑΣΤΗΡ ΚΑΙ ΠΟΔΕΣ. Η ΚΟΙΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ

Ἀνδρός τινος ἡ γαστὴρ τοῖς ἑαυτοῦ ποσὶ περὶ ἰσχύος διεφέρετο.

Οἱ μέντοι πόδες ἔλεγον τῇ γαστρὶ ὡς:

«Ἡμεῖς σοῦ ἐσμεν ἰσχυρότεροι, ἅτε δὴ καὶ διαβαστῶντές σε».

Ἡ δὲ γαστὴρ τοῖς ποσὶν ἀντέφησεν ὡς:

«Εἰ μὴ ἐγὼ τὰς βρώσεις ἐδεχόμην, ὑμεῖς ἀδυνάτως ὅλως στῆναι εἴχετε ἄν».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς καὶ ἅπαν στράτευμα πρὸς τὴν μάχην ἀδόκιμον γίνεται, εἰ μὴ πρότερον ὑπὸ τοῦ στρατηλάτου γυμνάζοιτο καὶ παραθαρρύνοιτο.

Κάποιου ἀνθρώπου ἡ κοιλιά ἱσχυριζόταν πὼς εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὰ πόδια.

Μιὰ καὶ δυό, τῆς λένε τὰ πόδια:

«Ἐμεῖς εἴμαστε πιὸ δυνατά, γιατὶ σὲ στηρίζουμε».

Κι ἐκείνη:

«Ναί· ἀλλὰ ἂν δὲν ἤμουν ἐγὼ νὰ ὑποδέχομαι τὸ φαγητό, πόδαράκια μου, δὲν θὰ εἴχατε δύναμη οὔτε κἂν νὰ σταθεῖτε!»

 

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς γιὰ νὰ εἶναι ἑτοιμοπόλεμος ἕνας στρατός, θὰ πρέπει νὰ φροντίσει ἀπὸ πρὶν ὁ στρατηγὸς νὰ τὸν γυμνάσει καὶ νὰ τὸν ἐμψυχώσει.

36. ΝΥΚΤΕΡΙΣ, ΚΕΠΦΟΣ ΚΑΙ ΒΑΤΟΣ. Η ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ Ο ΓΛΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΤΟΣ

Νυκτερίς, κέπφος καὶ βάτος πρὸς ἀλλήλους κοινωνίαν ἔθεντο, τοῦ ἐπί τινα δῆθεν ἐμπορίαν ἀπελθεῖν. Καὶ ἡ μὲν χρυσόν, ὁ δὲ χαλκόν, ἡ δὲ ὑφάσματα δανειακῶς ἐξελάβοντο καὶ ἑν πλοίῳ ἀποθέμενοι τοῦ πλοὸς εὐθὺς εἴχοντο.

Ἄφνω δὲ ζάλη καὶ καταιγὶς διαπνεύσασα εἰς κλύδωνα μέγιστον τὸ πέλαγος ἦρε, καὶ τὸ σκάφος διασπαράξαν τὰ ἐν αὐτῷ πάντα τῷ βυθῷ παραδίδωσιν. Ἐξ ἐκείνου δὲ ἡ μὲν νυκτερίς, τοὺς δανειστὰς πτοουμένη καὶ δεδιῶσα καὶ ἑαυτὴν ὑποστέλλουσα, μόνῃ τῇ νυκτὶ εξέρχεται· ὁ δὲ κέπφος επὶ τῆς θαλάσσης τὰς διατριβὰς ἔχει, ἀναζητῶν τὸν χαλκόν· ἡ δὲ βάτος τοῖς ἱματισμοῖς τῶν παραπορευομένων συμπλέκεται, τὰ ὑφάσματα εὑρεῖν δι᾿ ὅλου σπουδάζουσα.

 

Οὗτος ὁ μῦθος δηλοῖ ὡς τῶν ἀνθρώπων ἕκαστον χρή, μετὰ τὴν ἔκβασιν τῶν ἐπικινδύνων πράξεων, προσεκτικῶς ἔχειν, ὥστε μὴ αὖθις τοῖς ἐκ τούτων ὁμοίοις κακοῖς περιπετεῖς γίνεσθαι.

Ἡ νυχτερίδα, ὁ γλάρος καὶ ὁ βάτος συνεταιρίστηκαν τάχα γιὰ νὰ κάνουν ἐμπόριο. Δανείστηκε λοιπὸν χρυσάφι ἡ νυχτερίδα, χαλκὸ τὸ γλαρόνι καὶ ὑφάσματα ὁ βάτος. Τὰ φόρτωσαν σ᾿ ἕνα καράβι καὶ μιὰ καὶ δυὸ ἀνοίξανε πανιά.

Ξαφνικά, ξέσπασε μεγάλη καταιγίδα. Τὸ πέλαγο φουρτούνιασε κι ἀγρίεψε καὶ κατάπιε τὸ καράβι, μὲ ὅλο τὸ φορτίο.

Ἀπὸ τότε, ἡ νυχτερίδα κρύβεται καὶ βγαίνει μόνο τὴ νύχτα, γιατὶ φοβᾶται τοὺς δανειστές της· ὁ βάτος ἁρπάζει τὰ ροῦχα ὅποιου περάσει ἀπὸ δίπλα του, μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς κάποτε θὰ ξαναφτιάξει τὴ χαμένη περιουσία κι ὁ γλάρος ἀκόμη βουτᾶ στὴ θάλασσα, ψάχνοντας γιὰ τὸ χρυσάφι.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ἀφοῦ περάσουμε κάποια μεγάλη ἀτυχία, πρέπει νὰ προσέχουμε, μήπως οἱ συνέπειές της καταντήσουν ἀκόμη μεγαλύτερες καί μονιμότερες συμφορές.

37. ΛΕΩΝ ΓΗΡΑΣΑΣ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ. ΤΟ ΓΕΡΙΚΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ

Λέων γηράσας τις καὶ ἀτονήσας καὶ ἑαυτὸν μὴ δυνάμενος διατρέφειν, ἐπειρᾶτο μηχανικῶς διαζῆν.

Νοσεῖν οὖν προσποιούμενος κατέκλινεν ἑαυτὸν ἔν τινι σπηλαίῳ· εἶτα τῶν ἄλλων θηρίων εἰς ἐπίσκεψιν αὐτοῦ παραγινομένων, εὐθὺς ἕκαστον αὐτῶν ἁρπάζων κατήσθιε. Γνοῦσα δὲ ἡ ἀλώπηξ τὴν αὐτοῦ πανουργίαν οὐκ ἤθελε πρὸς αὐτὸν ἀνελθεῖν, ἀλλὰ μακρόθεν ἑστῶσα ἐπηρώτα τὸν λέοντα ὅπως δῆθεν τὰ κατ᾿ αὐτὸν ἔχει. Ὁ δὲ πρὸς αὐτὴν ἔλεγε:

«Τίνος χάριν οὐκ εἰσέρχῃ πρός με;»

Ἡ δὲ ἀλώπηξ ἀντέφησεν ὡς:

«Πολλῶν ἴχνη ἐνταῦθα ἑώρακα εἰσελθόντων μέν, μὴ ἐξελθόντων δέ».

Οὗτος δηλοῖ ὡς καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀφορᾶσθαι δεῖ τὰ τῶν πρακτέων ἐπικίνδυνα καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποδιδράσκειν, ἀσφαλίζεσθαι δὲ καὶ απὸ τῶν δόλῳ καὶ ὑποκρίσει φιλίας πειρωμένων ἑταίρους λυμαίνεσθαι.

Γέρασε τὸ λιοντάρι κι ἔχασε τὴ δύναμή του καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ κυνηγήσει, γι᾿ αὐτὸ σκέφτηκε κάποιο κόλπο.

Ἔκανε τάχα τὸ ἄρρωστο καὶ δὲν ἔβγαινε ἀπ᾿ τὴ σπηλιά του. Ἕνα-ἕνα τὰ ζῶα πήγαιναν νὰ τὸ ἐπισκεφθοῦν κι ἐκεῖνο τ᾿ ἅρπαζε καὶ τὰ καταβρόχθιζε. Βλέποντας ἡ ἀλεποῦ τὴν ἀπάτη που σκαρφίστηκε, δὲν ἔλεγε νὰ πλησιάσει· καθόταν κάπου μακριὰ καὶ τὸ ρωτοῦσε γιὰ τὴν ὑγεία του.

«Μά, γιατὶ δὲν ἔρχεσαι νὰ τὰ ποῦμε ἀπὸ κοντά;» ἀπόρησε τὸ λιοντάρι.

«Γιατί βλέπω πολλές πατημασιὲς νὰ μπαίνουν στὴ σπηλιά σου, ἀλλὰ καμιὰ νὰ βγαίνει» ἀπάντησε ἐκείνη.

 

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς πρέπει νὰ κρατιόμαστε μακριά ἀπὸ τοὺς ἐπικίνδυνους ἀνθρώπους καὶ νὰ φυλαγόμαστε ἀπὸ τὴν ὑποκριτικὴ φιλία τους ποὺ σκοπεύει στὴν ἐξόντωσή μας.

38. ΚΥΩΝ ΛΥΚΟΝ ΔΙΩΚΩΝ. Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΤΟ ΛΥΚΟ

Κύων καταδιώκων λύκον ἐφρυάττετο τῇ τε τῶν ποδῶν ταχυτῆτι καὶ τῇ ἰδίᾳ ἰσχύϊ καὶ ἐδόκει φεύγειν τὸν λύκον δι‘ οἰκείαν δῆθεν ἀσθένειαν.

Στραφεὶς οὖν ὁ λύκος ἔφησε πρὸς τὸν κύνα:

«Οὐ σὲ δέδοικα, ἀλλὰ τὴν τοῦ σοῦ δεσπότου καταδρομήν».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οὐ δεῖ τινα ἐγκαυχᾶσθαι τῇ τῶν ἑτέρων γενναιότητι.

Ὁ σκύλος ἔστρωσε στὸ κυνήγι τὸ λύκο κι ἔμεινε ἄναυδος μὲ τὴν ταχύτητα καὶ τὴν ἀντοχὴ τῶν ἴδιων τῶν ποδιῶν του. Κόντευε νὰ πιστέψει πὼς ὁ λύκος ἔτρεχε γιατί τὸν φοβόταν, ὅταν τὸν εἶδε νὰ γυρίζει καὶ νὰ τοῦ λέει:

«Μὴ νομίζεις πὼς σὲ ὑπολογίζω· τὸ ἀφεντικό σου φοβᾶμαι μὴ φανεῖ».

 

Λέει ὁ μύθος πὼς δὲν πρέπει νὰ κοκκορευόμαστε μὲ ξένη γενναιότητα.

39. ΝΕΑΝΙΣΚΟΣ ΑΚΡΙΔΑΣ ΘΗΡΕΥΩΝ ΚΑΙ ΣΚΟΡΠίΟΣ. Ο ΝΕΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΑΝΕ ΑΚΡΙΔΕΣ ΚΙ Ο ΣΚΟΡΠΙΟΣ

Νεανίσκος τις ἐν τοῖς ἐξωτάτοις καὶ ἐρημικωτάτοις τόποις ἀκρίδας ἠπείγετο κατασχεῖν καὶ ἰδὼν μέσον αὐτῶν σκορπίον ἐδόκει κἀκεῖνον ἀκρίδα ὄντως τυγχάνειν. Καὶ δὴ τὴν χεῖρα ἐκτείνας ἐξᾶραι αὐτὸν τῆς γῆς ἔμελλεν. Ὁ δὲ σκορπίος τὸ αὐτοῦ κέντρον πρὸς τὸ νύξαι τὸν νέον ἰθύνας, ἔφη πρὸς αὐτὸν ὡς:

Εἰ ὅλως τετόλμηκάς μου καθάψασθαι, παρεσκεύασα ἄν σε ἀπολῦσαι καὶ ἃς κατέσχες ἀκρίδας».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οὐ χρὴ καὶ τοῖς σκαιοῖς ἀνδράσι καὶ τοῖς ἀγαθοῖς ἐπίσης ἐντυγχάνειν, ἀλλ᾿ ἑκάστῳ πρὸς τὴν ἰδίαν γνώμην δεόντως προσομιλεῖν.

Ἕνας νέος γύριζε στὶς ἄγριες ἐρημιὲς κι ἔπιανε ἀκρίδες. Κάποια στιγμή, εἶδε ἀνάμεσά τους ἕνα σκορπιό, τὸν πέρασε γι᾿ ἀκρίδα κι ἅπλωσε τὸ χέρι νὰ τὸν πιάσει. Ἐκεῖνος ἑτοίμασε τὸ κεντρί του καὶ τοῦ εἶπε:

«Ἂν τολμήσεις νὰ μὲ ἀγγίξεις, πᾶς χαμένος· κι ἐσὺ καὶ οἱ ἀκρίδες σου!»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς δὲν πρέπει νὰ πλησιάζουμε καὶ τοὺς καλοὺς καὶ τοὺς ἀνάποδους ἀνθρώπους μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀλλὰ τὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὶς συνήθειές του.

40. ΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΓΡΙΑΙ. Ο ΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Τ᾿ ΑΓΡΙΟΚΑΤΣΙΚΑ

Ταῦρος λέοντά τινα ἀποδιδράσκων ἔν τινι σπηλαίῳ τὴν καταφυγὴν ἔθετο.

Ἐν αὐτῷ δὲ ἔτυχεν ἀγρίας αἶγας τυγχάνειν, αἳ δὴ καὶ τὸν ταῦρον εὐθὺς ἐκεράτιζον. Ὁ δὲ πρὸς αὐτὰς ἔλεγεν ὡς:

«Οὐχ ὑμᾶς δέδοικα, ἀλλὰ τὸν τοῦ σπηλαίου ἔξωθεν ἑστηκότα».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς τοῖς ἐν δυσπραγίαις ὑπὸ δυναστῶν περιπίπτουσι πάντες οἱ ἐντυγχάνοντες μισητῶς ἐπεμβαίνουσιν.

Ὁ ταῦρος ἔτρεχε νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τὸ λιοντάρι καὶ βλέποντας μιὰ σπιλιά, χώθηκε μέσα.

Ἔτυχε τώρα νὰ βρίσκονται ἐκεῖ κάποια ἀγριοκάτσικα ποὺ ἄρχισαν ἀμέσως νὰ τὸν χτυποῦν μὲ τὰ κέρατά τους.

«Καρφὶ δὲ μοῦ καίγεται γιὰ τὰ κέρατά σας» τοὺς φώναξε ἐκεῖνος. «Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀπ᾿ ἐξω φοβᾶμαι».

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος πέσει θύμα τῶν ἱσχυρῶν, γίνεται παίγνιο τῶν ἀδυνατων.

41. ΑΙΘΙΟΨ. Ο ΜΑΥΡΟΣ

Ἀνήρ τις, ἑωρακὼς Αἰθίοπά τινα Ἰνδὸν λουόμενον ἔν τινι ποταμῷ, ἔφη πρὸς αὐτόν:

«Μὴ συνταράσσῃς καὶ θολοποιῇς τὸ ὕδωρ οὐδέποτε γαρ λευκὸς γενήσῃ τῷ σώματι».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οὐδὲν τῶν φυσικῶν πραγμάτων τοῖς φυσικοῖς μεταβάλλεται.

Εἶδε κάποιος ἕνα μαῦρο Ἰνδὸ νὰ πλαίνεται στὸ ποτάμι καὶ τοῦ εἶπε:

«Ἂδικα ταράζεις καὶ θολώνεις τὸ νερό. Δὲν πρόκειται ν᾿ ἀσπρίσεις».

 

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς μὲ φυσικὸ τρόπο τίποτε φυσικὸ δὲν ἀλλάζει.

42. ΓΥΝΗ ΚΑΙ ΟΡΝΙΣ. Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ Η ΚΟΤΑ

Γυνή τις χήρα ὄρνιν ἐκέκτητο ἓν ᾠὸν αὐτῇ καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν τίκτουσαν, ἣν καὶ δαψιλῶς διέτρεφεν ἡ γυνή, δοκοῦσα ὡς τοῖς πλείοσι σιτίοις δύο ἔσται γεννῶσα ᾠά.

Ἡ δὲ ὅρνις ὑπὸ τῆς πλησμονῆς ἐμβριθὴς γενομένη οὐδὲ τὸ ἓν ᾠὸν γεννᾶν, ὡς τὸ πρότερον, ἠδύνατο.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οἱ τῶν πλειόνων ὀρεγόμενοι καὶ τῶν ἐν χερσὶν ὀλίγων στερίσκονται.

Κάποια χήρα ἀγόρασε μιὰ κότα ποὺ τῆς ἔκανε ἕνα αὐγὸ τὴ μέρα. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ τὴν παραταΐζει, ἐλπίζοντας πὼς ἔτσι θὰ τῆς κάνει δύο αὐγά. Ἀλλὰ ἡ κότα πάχυνε κι ἔγινε νωθρὴ καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ κάνει οὔτε τὸ ἕνα.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος θέλει τὰ πολλά, χάνει καὶ τὰ λίγα.

43. ΜΥΡΜΗΞ ΚΑΙ ΤΕΤΤΙΞ. Ο ΜΕΡΜΗΓΓΑΣ ΚΙ Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ

Μύρμηξ τις ὥρᾳ χειμῶνος ὃν θέρους συνήγαγε σῖτον καθ᾿ ἑαυτὸν ἤσθιεν. Ὁ δὲ τέττιξ προσελθὼν αὐτῷ ᾐτεῖτο μεταδοθῆναι αὐτῷ ἐκ τῶν αὐτοῦ σιτίων. Ὁ δὲ μύρμηξ ἔφη πρὸς αὐτόν:

«Καὶ τί ἄρα πράττων διετέλεις ἐφ᾿ ὅλῳ τῷ τοῦ θέρους καιρῷ, ὅτι μὴ συνέλεξας σῖτον ἑαυτῷ εἰς διατροφήν;»

Ὁ δὲ τέττιξ ἀντέφησεν αὐτῷ ὡς:

«Τῷ μελῳδεῖν ἀπασχολούμενος τῆς συλλογῆς ἐκωλυόμην».

Τῇ γοῦν τοιαύτῃ τοῦ τέττιγος ἀποκρίσει ὁ μύρμηξ ἐπιγελάσας, τὸν ἑαυτοῦ σῖτον τοῖς ἐνδοτέροις τῆς γῆς μυχοῖς ἐναπέκρυψε καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπεφθέγξατο ὡς:

«Ἐπεὶ τότε ματαίως ἐμελῴδεις, νυνὶ λοιπὸν ὁρχήσασθαι θέλησον».

 

Οὗτος παρίστησι τοὺς ὀκνηρούς τε καὶ ἀμελεῖς καὶ τοὺς ἐν ματαιοπραγίαις διάγοντας κἀντεῦθεν ὑστερουμένους.

Ὁ μέρμηγγας ἀπολάμβανε, μέσα στὸν ἄγριο χειμώνα, τὸ σιτάρι ποὺ εἶχε μαζέψει ἀπὸ τὸ καλοκαίρι. Πῆγε λοιπὸν ὁ τζίτζικας καὶ τοῦ ζήτησε λιγάκι νὰ φάει κι αὐτός.

«Καὶ τί ἔκανες ὅλο τὸ καλοκαίρι; Πῶς τὰ κατάφερες νὰ μείνεις χωρὶς σιτάρι;» τὸν ρώτησε ὁ μέρμηγγας.

«Τραγουδοῦσα» ἀπάντησε ἐκεῖνος «καὶ δὲ μοῦ ἔμεινε καιρὸς».

«Ἐ, ἀφοῦ τραγούδησες καλά-καλὰ, ἦρθε κι ἡ ὥρα νὰ χορέψεις!» εἶπε γελώντας ὁ μέρμηγκας κι ἔκρυψε τὸ σιτάρι πιὸ βαθιὰ στὴ φωλιά του.

 

Ὁ μύθος λέει γιὰ τοὺς τεμπέληδες καὶ τοὺς ἀνοργάνωτους ἀνθρώπους ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ ἀνόητα πράγματα καὶ στὸ τέλος δὲν ἔχουν οὔτε νὰ φᾶνε.

44. ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΑΙΞ. Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΣΙΚΑ

Αἰγός τινος ἐπὶ πέτρας ὑψηλῆς νεμομένης, λύκος ἐπιστὰς κάτωθεν ἐπειρᾶτο αὐτὴν κατασχεῖν καὶ βεβρωκέναι· μὴ δυνάμενος δὲ ὅλως ἐπαναβῆναι τῇ πέτρᾳ, ἑστὼς κάτωθεν πρὸς τὴν αἶγα ἔφησεν:

«Ὦ ταλαίπωρε, ἵνα τί καταλιποῦσα τοὺς πεδινοὺς τόπους καὶ τοὺς λειμῶνας ἐπὶ τῆς πέτρας ταύτης τὴν νομὴν πεποίησαι; Ἢ πάντως ἵν᾿ ἐντεῦθεν κινδυνεύσῃς διαφθαρῆναι;»

Ἡ δὲ πρὸς τὸν λύκον ἀπεκρίνατο:

«Οἶδα ὡς πολλάκις ἐμοῦ ἕνεκεν ἀργὸς διετέλεσας καὶ δοκεῖς κατενεγκεῖν με τῆς πέτρας καὶ σεαυτῷ θέσθαι κατάβρωμα».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς πολλοὶ τῶν ανθρώπων βουλὴν ἑτέροις παρέχουσι τὴν ἐκείνοις μὲν ολεθρίαν, ἑαυτοῖς δὲ ἐπικερδῆ καὶ ὠφέλιμον.

Ἡ κατσίκα ἔβοσκε στὴν κορυφὴ ἑνὸς βράχου. Ὁ λύκος πέρασε, τὴν εἶδε, τὴν ὀρέχτηκε καὶ βάλθηκε νὰ τὴ φτάσει, ἀλλὰ ὁ βράχος ἦταν πολὺ ψηλὸς καὶ δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀνέβει. Στάθηκε τότε ἀπὸ κάτω καὶ τῆς εἶπε:

«Ἄφησες, φουκαριάρα μου, τὰ λιβάδια καὶ τοὺς κάμπους κι ἀνέβηκες στὰ κατσάβραχα νὰ βοσκήσεις; Δὲ βλέπεις πὼς κινδυνεύεις νὰ τσακιστεῖς;»

«Ἐγὼ αὐτὸ ποὺ βλέπω εἶναι πὼς ἀφοῦ δὲν κατάφερες νὰ μὲ φτάσεις, προσπαθεῖς νὰ μὲ κατεβάσεις, γιὰ νὰ μὲ φᾶς» του γύρισε ἐκεῖνη.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ μποροῦν νὰ δώσουν στὸν ἄλλον τὴ χειρότερη συμβουλή, ἂν εἶναι νὰ βγοῦν οἱ ἴδιοι κερδισμένοι.

45. ΠΩΛΟΣ. ΤΟ ΠΟΥΛΑΡΙ

Ανήρ τις ἐπωχεῖτο ἵππῳ τινὶ θηλείᾳ ἐγκύῳ οὔσῃ καὶ ὁδοιποροῦντος αὐτοῦ ἡ ἵππος πῶλον ἀπέτεκεν. Ὁ δὲ πῶλος κατόπιν αὐτῆς εὐθὺς πορευόμενος καὶ ταχέως ἰλιγγιάσας πρὸς τὸν τῆς ἰδίας μητρὸς ἐπιβάτην ἔλεγεν:

«Ἰδού, ὁρᾷς με βραχύτατον καὶ πρὸς πορείαν ἀδύνατον· γίνωσκε δέ, ὡς εἰ ἐνταῦθά με καταλίπῃς, αὐθωρὸν διαφθείρομαι, εἰ δ᾿ ἐντεῦθεν ἄρῃς με καὶ ἀπαγάγῃς ἐν οἴκῳ καὶ ἀνατραφῆναι ποιήσῃς, οὕτως αὐξυνθεὶς ἐν ὑστέρῳ ἐποχεῖσθαί μοι ποιήσω σε».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς ἐκείνους εὐεργετεῖν χρή, ὑπὲρ ὧν καὶ ἡ ἀντάμειψις τῆς εὐποιΐας ἐλπίζεται.

Ἕνας ἄνθρωπος ταξίδευε καβάλα στὴν γκαστρωμένη φοράδα του. Ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν, τὸ ἄλογο γέννησε καὶ τὸ πουλάρι ἄρχισε νὰ τοὺς ἀκολουθεῖ. Ὅμως ὁ δρόμος ἦταν πολὺς καὶ κουράστηκε. Γύρισε τότε κι εἶπε στὸν καβαλάρη τῆς μητέρας του:

«Μπορεῖ νὰ σοῦ φαίνομαι μικρὸ κι ἀσυνήθιστο στὰ ταξίδια. Μάθε ὅμως πὼς ἂν μ᾿ ἐγκαταλείψεις σίγουρα θὰ πεθάνω, ἐνῶ ἂν μὲ σηκώσεις καὶ μὲ πᾶς στὸ σπίτι σου καὶ μ᾿ ἀναθρέψεις, θὰ μεγαλώσω καὶ θὰ σὲ ταξιδεύω μιὰ χαρά».

 

Θέλει νὰ πεῖ ὁ μύθος πὼς πρέπει νὰ φροντίζουμε ὅσους μπορεῖ κάποια στιγμή νὰ μᾶς φροντίσουν.

46. ΠΙΘΗΞ ΚΑΙ ΑΛΙΕΥΣ. Ο ΠΙΘΗΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΨΑΡΑΣ

Ἀνήρ τις ἁλιεὺς παρὰ την θάλασσαν ἄγραν ἰχθύων ἐποίει. Πίθηξ δέ τις αὐτὸν κατιδὼν ἐκμιμήσασθαι ἠβουλήθη. Τοῦ δὲ ἀνδρὸς ἀποβάντος ἔν τινι σπηλαίῳ ἐπὶ τῷ διαναπαύσασθαι, τὸ δὲ δίκτύον παρὰ τὴν ἠϊόνα καταλιπόντος, ἐλθὼν ὁ πίθηξ καὶ τοῦ δικτύου λαβόμενος ἀγρεῦσαι δῆθεν δι‘ αὐτοῦ ἐπεχείρει. Ἀγνώστως δὲ τῇ τέχνῃ καὶ ἀσυντάκτως χρώμενος καὶ τῷ δικτύῳ περισχεθείς, ἐπὶ τῆς θαλάσσης εὐθὺς πέπτωκε καὶ ἀπεπνίγη. Ὁ δὲ ἁλιεὺς καταλαβὼν αὐτὸν ἤδη ἀποπνιγέντα ἔφη:

«Ὦ ἄθλιε, ὤλεσέ σε ἡ ἀφροσύνη σου καὶ ἡ ματαία ἐπίνοια».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οἱ τὰ ὑπὲρ αὐτοὺς μιμεῖσθαι πειρώμενοι, ἑαυτοῖς ἐντεῦθεν ἐπάγουσι κίνδυνον.

Ὁ ψαρὰς ἔριχνε τα δίχτυα του, ὅταν πέρασε ὁ πίθηκος, τὸν εἶδε καὶ πολὺ λαχτάρησε νὰ ψαρέψει λιγάκι κι αὐτός.

Κάποια στιγμή ὁ ψαρὰς θέλησε νὰ ξεκουραστεῖ. Ἄφησε λοιπὸν τὰ δίχτυα στὴν ἀκροθαλασσιά κι ἀποσύρθηκε σὲ μιὰ σπηλιά.

Ὁ πίθηκος πλησίασε, ἅρπαξε τὰ δίχτυα καὶ βάλθηκε τάχα νὰ ψαρεύει. Ὅμως δὲν ἤξερε πὼς νὰ τὰ χρησιμοποιήσει. Τὰ ἔφερνε ἀπὸ ἐδῶ, τὰ ἔφερνε ἀπὸ ἐκεῖ, ὥσπου στὸ τέλος μπλέχτηκε μέσα τους, ἔπεσε στὸ νερὸ καὶ πνίγηκε.

«Χαμένε, ε, χαμένε! Σ᾿ ἔφαγε ἡ βλακεία σου κι ἡ ἀδεξιότητά σου» μουρμούρισε ὁ ψαρὰς καθὼς τραβοῦσε τὸ κουφάρι ἀπ᾿ τὸ νερό.

 

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς ὅσοι προσπαθοῦν νὰ πετύχουν πράγματα πάνω ἀπ᾿ τὶς δυνάμεις τους, μπαίνουν σὲ μεγάλο κίνδυνο.

47. ΚΩΝΩΨ ΚΑΙ ΤΑΥΡΟΣ. ΤΟ ΚΟΥΝΟΥΠΙ ΚΑΙ Ο ΤΑΥΡΟΣ

Κώνωψ τις ἐλθὼν ἐπὶ κέρατος ἔστη ταύρου τινός, πειρώμενος δῆθεν αὐτῷ ἄχθος ἐμποιῆσαί τι.

Τοῦ δὲ ταύρου παρ᾿ οὐδὲν αὐτὸν λογιζομενου, βουλόμενος ὁ κώνωψ ἐξ αὐτοῦ ἀποπτῆναι καὶ βιάζων αὐτόν, ἔφη ὡς:

«Εἴπερ ἐπαχθής σοι πέφυκα, ἐτασθήσομαι ἀπὸ σοῦ».

Καὶ ὁ ταῦρος ἔφη τῷ κώνωπι:

«Οὔτε ἐλθόντος σοῦ ᾐσθόμην, οὔτε ὑποχωροῦντά σε γνώσομαι».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς καὶ ἄνθρωποί τινες, εὐτελεῖς ἅμα καὶ ἄφρονες προδήλως τυγχάνοντες, δοκοῦσι καθ᾿ ἑαυτοὺς τῶν ἐν τιμῇ τε καὶ συνέσει διαπρεπόντων ὑπερέχειν.

Τὸ κουνούπι πῆγε καὶ κάθισε πάνω στὸ κέρατο τοῦ ταύρου τάχα γιὰ νὰ τοῦ γίνει βάρος.

Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν ἀντέδρασε καθόλου, τὸ ἔντομο χοροπήδησε μὲ σκοπὸ νὰ τὸν «ἐξαντλήσει» ἐντελῶς καὶ τοῦ εἶπε: «Ἂν δὲν ἀντέχεις ἄλλο, πές μου νὰ σὲ ἀπαλλάξω ἀπὸ τὸ βάρος!»

Κι ὁ ταῦρος:

«Οὔτε πότε ἦρθες κατάλαβα, οὔτε πότε θὰ φύγεις!»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς μερικοὶ ἄνθρωποι εἶναι τόσο παράλογοι καὶ τιποτένιοι, ὥστε νὰ ἔχουν τὴν ἀπρονοησία νὰ περνιοῦνται ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς ἔντιμους καὶ λογικούς.

48. ΚΥΚΛΩΨ. Ο ΚΥΚΛΩΠΑΣ

Ανὴρ τις τῶν εὐλαβῶν τυγχάνων, τάχα καὶ τοῖς πρακτέοις σεμνός, ἐπὶ χρόνον ἱκανὸν εὐμαρῶς τοῖς ἰδίοις παισὶ συμβιοτεύων, μετὰ ταῦτα ἐνδείᾳ περιπίπτει ἐσχάτῃ καὶ τὴν ψυχὴν καιρίως ἀλγῶν ἐβλασφήμει τὸ θεῖον καὶ ἑαυτὸν ἀνελεῖν ἠναγκάζετο.

Λαβὼν γοῦν σπάθην ἐπί τινα τῶν ἐρημικῶν τόπων ἐξῄει, θανεῖν μᾶλλον ἑλόμενος ἤπερ ζῆν κακῶς. Καὶ πορευόμενος λάκκον τινὰ βαθύτατον ἔτυχεν εὑρηκώς, ἐν ᾧ χρυσίον οὐκ ὀλίγον παρά τινος τῶν γιγαντιαίων ἀνδρῶν ἀπετέθειτο, ᾧ Κύκλωψ ἦν τὸ ὄνομα.

Ἰδὼν δὲ ὁ δῆθεν εὐλαβὴς ἀνὴρ τὸ χρυσίον φόβου εὐθὺς καὶ χαρᾶς ἀνάπλεως γίνεται καὶ ῥίπτει μὲν τῆς χειρὸς τὸ ξίφος, αἴρει δὲ τὸ χρυσίον ἐκεῖθεν καὶ ἄσμενος ἐπὶ τὴν οἰκίαν καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ επανέρχεται.

Εἶτα ὁ Κύκλωψ ἐπὶ τὸν λάκκον ἐλθὼν καὶ τὸ μὲν χρυσίον μὴ εὑρηκώς, ἀντ᾿ αὐτοῦ δὲ κείμενον ἐκεῖσε τὸ ξίφος ἑωρακώς, αὐτίκα τοῦτο σπασάμενος ἑαυτὸν διεχειρίσατο.

 

Ὁ λόγος οὗτος δηλοῖ ὡς τοῖς σκαιοῖς ἀνδράσιν ἀκολούθως τὰ κακὰ ἐπισυμβαίνει, τοῖς δὲ ἀγαθοῖς καὶ εὐλαβέσι τὰ ἀγαθὰ ταμιεύεται.

Κάποιος θεοφοβούμενος καὶ ἴσως περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἔπρεπε ὑπερήφανος ἄνθρωπος, ζοῦσε ἄνετα μὲ τὰ παιδιά του. Κάποτε ὅμως ἔπεσε σὲ μεγάλη φτώχια κι ἀπελπίστηκε καὶ βλαστήμησε τὸ θεὸ κι ἀποφάσισε νὰ δώσει τέλος στὴ ζωή του.

Ἅρπαξε λοιπὸν ἕνα σπαθὶ καὶ βγῆκε στὶς ἐρημιές, προτιμώντας νὰ πεθάνει παρὰ νὰ ζεῖ στὴν ἀνέχεια. Ἐκεῖ ποὺ πήγαινε, εἶδε ἕνα μεγάλο λάκκο καὶ μέσα χρυσάφι πολύ, μαζεμένο ἀπὸ κάποιο γίγαντα ποὺ τὸν ἔλεγαν Κύκλωπα.

Πανικοβλήθηκε ὁ ἄνθρωπος καὶ χάρηκε μαζί. Φτερούγισε ἡ ἐλπίδα στὴν καρδιά του, πέταξε τὸ σπαθί, μάζεψε τὸ χρυσάφι καὶ γύρισε γρήγορα στὰ παιδιά του.

Στὸ μεταξύ, ἦρθε ὁ Κύκλωπας στὸ λάκκο καὶ βλέποντας ἀντὶ γιὰ τὸ χρυσάφι τὸ σπαθί, τὸ ἅρπαξε καὶ αὐτοκτόνησε.

 

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς στὸ τέλος οἱ κακοὶ ἀποκομίζουν συμφορές, ἐνῶ οἱ καλοὶ καὶ θεοφοβούμενοι θησαυρίζουν ἀγαθά.

49. ΘΗΡΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΙΠΠΕΥΣ. Ο ΚΥΝΗΓΟΣ ΚΙ Ο ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ

Ἀνήρ τις θηρευτής, λαγωὸν κατασχὼν καὶ τοῦτον ἐπιφερόμενος, τῆς ὁδοιπορίας ἔχετο. Καί τινι προσυπαντηθεὶς ἐφίππῳ ἀνδρί, ἐζητεῖτο παρ᾿ αὐτοῦ τὸν λαγωὸν ἐν προσχήματι ἀπεμπολήσεως.

Λαβὼν οὖν ὁ ἱππεὺς τὸν λαγωὸν ἀπὸ τοῦ θηρευτοῦ, εὐθὺς δρομαῖος ὤχετο. Ὁ δὲ θηρευτὴς κατόπιν αὐτοῦ τρέχων φθάσαι αὐτὸν δῆθεν ἐδόκει· τοῦ δὲ ἱππέως ἐκ πολλοῦ τοῦ διαστήματος μακρὰν ἐκείνου ἀπέχοντος, ὁ θηρευτὴς καὶ ἄκων φωνεῖ πρὸς αὐτὸν καί φησιν:

«Ἄπελθε λοιπόν· ἐγὼ γὰρ ἤδη τὸν λαγωὸν ἐδωρησάμην σοι».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς πολλοὶ ἀκουσίως τὰ ἴδια ἀφαιρούμενοι προσποιοῦνται δῆθεν ἑκοντὶ ταῦτα δωρεῖσθαι.

Κάποιος ἐπέστρεφε ἀπ᾿ τὸ κυνήγι, κρατώντας τὸ λαγὸ ποὺ εἶχε σκοτώσει. Στὸ δρόμο συνάντησε ἕναν καβαλάρη ποὺ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν δεῖ ἀπὸ κοντὰ τάχα γιὰ νὰ τὸν ἀγοράσει.

Μόλις τὸν ἅρπαξε στὰ χέρια του, τὸ ἔσκασε καλπάζοντας. Ὁ κυνηγὸς ρίχτηκε πίσω του νὰ τὸν προλάβει, ἀλλὰ ὅταν εἶδε πὼς ὁ ἄλλος ξεμάκραινε ὁλοένα καὶ περισσότερο, σταμάτησε καὶ τοῦ φώναξε:

«Καλὰ λοιπόν, φύγε. Ἔτσι κι ἀλλιῶς θὰ σοῦ τὸν χάριζα!»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς μερικοὶ ἄνθρωποι ὅταν πέσουν θύματα κλοπῆς προσποιοῦνται πὼς εὐεργέτησαν τὸν κλέφτη.

50. ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΛΑΓΩΟΣ. Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΓΟΣ

Κύων λαγωοῦ κατατρέχων καὶ τοῦτον καταλαβών, ποτὲ μὲν αὐτὸν ἔδακνε, ποτὲ δὲ τὸ ἐντεῦθεν ἀπορρέον αὐτοῦ αἷμα ἀνέλειχεν.

Ὁ δὲ λαγωὸς ἐδόκει τὸν κύνα μᾶλλον καταφιλεῖν αὐτόν, καὶ ὑπολαβὼν ἔφη πρὸς αὐτόν:

«Ἢ ὡς προσφιλὴς περιπτύσσου με, ἢ ὡς ἐχθρὸς καὶ πολέμιος κατάδακνε».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς καὶ ἄνθρωποί τινες, ἔξωθεν μὲν φιλίαν ὑποκρίνονται, ἔσωθεν δὲ κακίας καὶ ἀπηνείας πεπλήρωνται.

Ὁ σκύλος πῆρε στὸ κυνήγι ἕνα λαγὸ κι ἀφοῦ τὸν ἔπιασε, πότε τὸν δάγκωνε καὶ πότε ἔγλυφε τὸ αἷμα ποὺ ἔτρεχε ἀπὸ τὶς πληγές.

Ὁ λαγὸς νόμισε πὼς τὸν φιλοῦσε καὶ τοῦ εἶπε:

«Ἢ χάιδευέ με σὰν φίλος ἢ δάγκωνέ με σὰν ἐχθρός!»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς μερικοὶ ἄνθρωποι συμπεριφέρονται σὰν φίλοι, ἀλλὰ σκέφτονται σὰν ἐχθροί.

51. ΜΥΕΣ ΚΑΙ ΓΑΛΑΙ. ΤΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ

Γαλαῖς ποτε καὶ μυσὶ μάχη συνεκροτεῖτο. Ἡττώμενοι δὲ κατὰ κράτος οἱ μύες καὶ γνόντες ἐξ ἀτονίας πάντως καὶ δειλίας ἡττᾶσθαι, σατράπας ἑαυτοῖς καὶ τῆς μάχης ἀρχηγοὺς κεχειροτονήκασιν. Οἱ δὲ σάτραπαι ἐμφανέστεροι θελήσαντες καὶ θαρραλεώτεροι τῶν ἄλλων μυῶν καθίστασθαι, κέρατα ταῖς ἑαυτῶν κορυφαῖς περιέθεντο.

Εἴτα πάλιν αἱ γαλαῖ τοῖς μυσὶ προσβαλοῦσαι εἰς φυγὴν πάντας τρέπουσι· καὶ οἱ μὲν ἄλλοι μύες φυγάδες γενόμενοι πρὸς τὰς ἑαυτῶν καταδύσεις εὐθὺς ῥᾳδίως εἰσέδυσαν, οἱ δὲ τούτων προέξαρχοι, μέχρι τῶν ὀπῶν καὶ οὓτοι ἐν τῷ φεύγειν φθάσαντες, τῆς ἐν αὐταῖς εἰσελεύσεως ὑπὸ τῶν κεράτων ἐκωλύοντο. Καὶ τούτους αἱ γαλαῖ καταλαβοῦσαι ὀλέθρῳ παραδεδώκασιν.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οἱ τοῖς ὅπλοις ἑαυτῶν τεθαρρηκότες καὶ μὴ τὴν θείαν συμμαχίαν ἐπικαλεσάμενοι, ὑπ᾿ αὐτῶν δὴ καὶ τῶν κινδύνων ἐπισπῶνται.

Κάποτε οἱ γάτες κήρυξαν πόλεμο στὰ ποντίκια καὶ τὰ κατατρόπωσαν. Τὰ ποντίκια, ξέροντας πὼς νικήθηκαν ἀπ᾿ τὴν ἀδυναμία καὶ τὴ δειλία τους, διόρισαν ἀρχηγούς καὶ στρατηγούς. Οἱ ἀρχηγοὶ μόλις ἐκλέχτηκαν λοιπόν, ἀποφάσισαν νὰ ξεχωρίσουν ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους κι ἔβαλαν κέρατα στὰ κεφάλια τους, γιὰ νὰ δείχνουν τάχα πιὸ γενναῖοι.

Στὸ μεταξύ, οἱ γάτες ξανάκαναν ἐπίθεση καὶ τοὺς ἔστρωσαν στὸ κυνήγι. Τὰ ποντίκια ἔτρεξαν γρήγορα καὶ χώθηκαν στὶς τρύπες τους. Ἔτρεξαν κι οἱ ἀρχηγοί τους, ἀλλὰ τὰ κέρατα τοὺς ἐμπόδισαν νὰ τρυπώσουν κι οἱ γάτες τοὺς κατασπάραξαν.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιοι ἐμπιστεύονται μόνο τὰ ὅπλα τους καὶ δὲ ζητοῦν τὴ θεία συνδρομή, πέφτουν ἀπὸ μόνοι τους στὰ νύχια τῆς δυστυχίας.

52. ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΛΕΩΝ. Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ

Λύκος ἁρπάσας χοῖρον καὶ ἀπάγων αὐτὸν συνήντησε λέοντι. Ὁ δὲ εὐθὺς τὸν χοῖρον ἀφήρπασεν. Ἀφαιρεθεὶς δὲ αὐτὸν ὁ λύκος ἐν ἑαυτῷ ἔλεγε:

«Πάντως καὶ αὐτὸς ἐθαύμαζον, πῶς ἂν καὶ διέμεινε παρ᾿ ἐμοὶ τὸ ἐξ ἁρπαγῆς μοι προσγενόμενον».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς καὶ τὰ ἀλλότρια πράγματα, πλεονεκτικῶς τισι καὶ βιαίως ἐπικτώμενα, τοῖς ταῦτα ἁρπάζουσιν οὐκ εἰς τέλος παραμένουσιν.

Κάποιος λύκος ἅρπαξε ἕνα γουρούνι καὶ τὸ ἔβαλε στὰ πόδια. Ἐκεῖ ποὺ ἔτρεχε, ἔπεσε πάνω σ᾿ ἕνα λιοντάρι ποὺ χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ τοῦ ἅρπαξε μὲ τὴ σειρά του τὸ γουρούνι. Ὁ λύκος ἔμεινε ἐκεῖ μονολογώντας:

«Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς γιὰ κλοπιμαῖο, ἀρκετὰ κατάφερα νὰ τὸ κρατήσω».

 

Ὁ μύθος λέει πὼς τὰ κλεμένα πράγματα, δὲν τὰ χαίρεται πολὺ ὁ κλέφτης.

53. ΤΑΩΣ ΚΑΙ ΚΟΡΑΞ. ΤΟ ΠΑΓΩΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

Ποτὲ τῶν πτηνῶν εἰς κοινὴν βουλὴν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνελθόντων, ἕκαστον αὐτῶν, τίνι τῶν ἄλλων ἐφαρμόζει τὸ βασιλεύειν, πρὸς ἀλλήλους ἐβουλεύοντο. Ὁ δὲ ταὼς ἔφη τοῖς λοιποῖς ὡς:

«Ἔμοιγε μᾶλλον προσήκει ἡ βασιλεία, ἅτε κάλλει καὶ ὡραιότητι σεμνυνομένῳ».

Τῶν δὲ ἑτέρων πτηνῶν ἐπαρεσθέντων τῷ ταῶνι, παρελθὼν εἰς μέσον ὁ κόραξ ἀντέφησεν:

«Ἐὰν σὺ τὴν βασιλείαν παραλάβῃς, ἆρά γε, τοῦ ἀετοῦ ἡμῖν επερχομένου, δύνασαι ἡμᾶς τῆς ἐκείνου ἐξελέσθαι προσβολῆς;»

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς τὸ βασιλεύειν οὐ τοῖς κάλλει φαιδρυνομένοις ἁρμόττει, ἀλλὰ τοῖς ῥωμαλέοις καὶ γενναιότητι διαπρέπουσιν.

Κάποτε τὰ πουλιὰ συγκάλεσαν γενικὴ συνέλευση μὲ θέμα τὸ πιὸ ἀπ᾿ ὅλα ἄξιζε τὸν τίτλο τοῦ βασιλιά. Εἶπε λοιπὸν τὸ παγώνι:

«Φυσικά, ὁ τίτλος τοῦ βασιλιὰ ἀνήκει σὲ μένα, γιατὶ εἶμαι τὸ πιὸ ὡραῖο καὶ φανταχτερό».

Τ᾿ ἄλλα πουλιὰ καλύφθηκαν ἀπὸ τὴν τοποθέτηση· ὅλα, ἐκτὸς ἀπ᾿ τὸ κοράκι ποὺ βγῆκε στὴ μέση καὶ εἶπε:

«Γιὰ πές μας τώρα· ἂν γίνεις βασιλιᾶς κι ἐμφανιστεῖ ὁ ἀετός, θὰ μπορέσεις νὰ μᾶς προστατεύσεις;»

 

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς βασιλιάδες πρέπει νὰ γίνονται οἱ δυνατοὶ καὶ οἱ γενναῖοι κι ὄχι οἱ ὄμορφοι καὶ οἱ κομψοί.

54. ΝΕΑΝΙΣΚΟΣ ΚΑΙ ΓΡΑΥΣ. Ο ΝΕΟΣ ΚΑΙ Η ΓΡΙΑ

Νεανίσκος τις ὁδοιπορῶν ἐν ἡμέρᾳ καύσωνος ἐντυγχάνει γυναικί τινι γραΐδι, ἥτις καὶ αὐτὴ τὴν αὐτὴν ὁδὸν τῷ νεανίσκῳ συνεπορεύετο. Ὁρῶν δὲ αὐτὴν ἐκεῖνος τῷ τε καύσωνι καὶ τῷ τῆς ὁδοιπορίας καμάτῳ δεινῶς ἰλιγγιῶσαν, κατώκρειρε τῆς ἀσθενείας καὶ μηκέτι ἐξισχύουσαν ὅλως πορεύεσθαι, ἄρας ταύτην τῆς γῆς ἐπὶ τῶν νώτων αὐτοῦ διεβάσταζε.

Ταύτην δὲ ἐπιφερόμενος λογισμοῖς τισιν αἰσχροῖς δεινῶς ἐταράτετο, ὑφ᾿ ὧν καὶ πρὸς οἶστρον ἀκολασίας καὶ σφοδρὸν ἔρωτα ὁ αὐτοῦ ἦρτο ἰθύφαλλος· εὐθὺς δὲ τῇ γῇ καταθεὶς τὴν γραΐδα, ταύτῃ ἀκολάστως συνεγένετο.

Ἡ δὲ πρὸς αὐτὸν ἁπλοϊκῶς ἔλεγε:

«Τί ἐστιν ὃ ἐπ᾿ ἐμοὶ εργάζῃ;»

Ὁ δὲ αὐτῇ ἔφη ὡς:

«Βαρεῖα πέφυκας, καὶ τούτου χάριν ἀπογλύψαι σου τῆς σαρκὸς διανενόημαι» καὶ ταῦτα εἰπών καὶ εἰς τέλος αὐτῇ συμφθαρείς, πάλιν τῆς γῆς ταύτην ἐξάρας ἐπὶ τῶν ἑαυτοῦ νώτων ἐπέθετο.

Καὶ μῆκος ὁδοῦ τινος διελάσαντος αὐτοῦ, ἔφη πρὸς αὐτὸν ἡ γραῦς:

«Εἰ ἔτι βαρεῖά σοι καὶ ἐπαχθὴς πέφυκα, πάλιν με καταγαγὼν πλέον ἐξ ἐμοῦ ἀπόγλυψον».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς τῶν ἀνθρώπων τινές, τὴν ἰδίαν πληροῦντες ἐπιθυμίαν, προφασίζονται ὡς ἐξ ἀγνοίας τὸ γεγονὸς διεπράξαντο, δόξαντες δῆθεν μὴ ἐκεῖνο, ἀλλ᾿ ἕτερόν τι τῶν δεόντων μᾶλλον πεποιηκέναι.

Κάποιος νέος ταξίδευε μέσ᾿ στὸ λιοπύρι κι ἔτυχε νὰ συναντήσει μιὰ γριὰ ποὺ πήγαινε στὸ ἴδιο μέρος. Βλέπονάς την νὰ ἀγκομαχάει ἀπὸ τὴ ζέστη καὶ τὴν κούραση, κατάλαβε πὼς ἀπ᾿ ὥρα σ᾿ ὥρα θὰ κατέρρεε. Ἔτσι, τὴν πῆρε στὴν πλάτη του καὶ συνέχισαν.

Ὅμως ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν, ὁ νέος ἔβαλε πονηρὰ πράγματα στὸ νοῦ του καὶ φούντωσε κι ἐρεθίστηκε καὶ σηκώθηκε τὸ ἐργαλεῖο του. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ἀκούμπησε τὴ γριὰ στὴ γῆ κι ἄρχισε τὰ παιχνίδια.

«Τί μοῦ κάνεις;» τὸν ρώτησε ἐκείνη, τάχα ἀνήξερα.

«Νά, ξέρεις, ἐπειδὴ παραβάρυνες, εἶπα νὰ σὲ τρύψω λίγο νὰ ἐλαφρύνεις» ἀπάντησε ἐκεῖνος καὶ τὴν πήδηξε κανονικά. Μόλις τελείωσε, τὴ φορτώθηκε πάλι καὶ ξαναπήρανε τὸ δρόμο.

Δὲν εἶχαν προχωρήσει πολύ, ὅταν ἄκουσε τὴ γριὰ νὰ λέει:

«Ἂν σὲ βαραίνω, μπορεῖς νὰ μὲ τρύψεις πάλι, νὰ ἐλαφρύνω!»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ κάνουν τὸ κέφι τους κι ὔστερα παριστάνουν πὼς δὲν ἤξεραν τί ἔκαναν.

55. ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΒΟΡΡΑΣ. Ο ΗΛΙΟΣ ΚΙ Ο ΒΟΡΙΑΣ

Ὁ Ἥλιος καὶ ὁ Βορρᾶς ἄνεμός ποτε ἤριζον πρὸς ἀλλήλους, ποῖος ἐξ ἀμφοῖν τὸν ἄνθρωπον ἀπογυμνοῖν δύναται.

Ἤρξατο οὖν πρῶτος ὁ Βορρᾶς σφοδρῶς πνέειν κατὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ δὲ ἄνθρωπος, καθόσον ἐψύχετο, τοῖς ἱματίοις ἑαυτὸν περιέσκεπε καὶ κραταίως αὐτῶν περιείχετο, μή πως τῇ σφοδροτάτῃ τοῦ ἀνέμου προσβολῇ ἐκ τοῦ σώματος αὐτοῦ ἀναρπασθῶσιν· ὅθεν καὶ κατ᾿ οὐδὲν ὁ Βορρᾶς τὸν ἄνδρα παρέβλαψεν, οὔτε τῶν περικειμένων αὐτῷ ἀμφίων ἀπογυμνῶσαι αὐτὸν ἠδυνήθη.

Εἶτα καὶ ὁ Ἥλιος αὐτῷ ἐπιλάμψας, καὶ τὸν ἀέρα τῆς ἡμέρας σφόδρα καταθερμάνας, εὐθὺς τὸν ἄνδρα τὰ ἱμάτια ἀποδύσασθαι παρεσκεύασε καὶ επ᾿ ὤμων ταῦτα ἐπιφέρεσθαι.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς τὸ ταπεινοφρονεῖν τοῦ ματαίως κομπάζειν ἐνεργέστερον ἐπὶ πᾶσι καὶ πρακτικώτερον πέφυκεν.

Ὁ ἥλιος κι ὁ βοριᾶς καυγάδιζαν γιὰ τὸ ποιὸς θὰ κατάφερνε νὰ πάρει τὸ πανωφόρι τοῦ ἀνθρώπου.

Πρῶτος ἄρχισε ὁ βοριᾶς. Βάλθηκε νὰ φυσάει μὲ μανία· κι ὅσο φύσαγε, τόσο κρύωνε ὁ ἄνθρωπος καὶ τυλιγόταν στὸ πανωφόρι του γερά καὶ τὸ κρατοῦσε, μὴ τοῦ τὸ πάρει ὁ ἄνεμος. Εἶδε κι ἀποεῖδε ὁ βοριᾶς καὶ κατάλαβε πὼς δὲν θὰ κατάφερνε τίποτε.

Ὕστερα, ἦρθε ἡ σειρὰ τοῦ ἥλιου. Ἔλαμψε λοιπὸν στὸν οὐρανὸ κι ἔκανε τὸν κόσμο καμίνι ἀπὸ τὴ ζέστη. Ἄναψε ὁ ἄνθρωπος, ἔβγαλε τὸ πανωφόρι του, τὸ δίπλωσε καὶ τὸ κρέμασε στὸν ὥμο.

 

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς ἡ ταπεινότητα εἶναι καὶ πιὸ πρακτικὴ καὶ πιὸ ἀποτελεσματικὴ ἀπὸ τὴν ἀλαζονία.

56. ΚΥΝΟΔΗΚΤΟΣ. ΣΚΥΛΟΣ ΤΟΝ ΔΑΓΚΩΣΕ

Ἀνήρ τις ὑπὸ κυνὸς καιρίως δηχθεὶς ἐζήτει τὸν τὴν πληγὴν αὐτοῦ θεραπεύσοντα. Ἕτερος δέ τις αὐτῷ συναντήσας ἔφη πρὸς αὐτόν:

«Τοῦτο προσήκει ποιῆσαί σε· ἀπὸ τοῦ τῆς πληγῆς αἵματος ἐπισταλάξαι τῷ ψωμῷ καὶ τῷ δακόντι κυνὶ τὸν ψωμὸν ἐπιρρίψαι φαγεῖν, καὶ οὕτος ἡ πληγή σου θεραπευθήσεται».

Ὁ δὲ δηχθεὶς ἀντέφη αὐτῷ:

«Εἰ τοῦτο ποιήσω, ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ κυνῶν ἔσομαι δακνόμενος».

 

Οὗτος ὁ λόγος δηλοῖ ὡς εἰ καὶ τὸν σκαιὸν ἄνθρωπον τιμήσειέ τις καὶ δεξιώσαιτο, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκεῖνος αὐτὸν τὸν τιμήσαντα, ἀλλὰ τοὺς ὁμοίους αὐτῷ κακοὺς μᾶλλον ἀγαπᾷ.

Ἕναν ἄντρα τὸν δάγκωσε σκύλος κι ἄρχισε ὁ ἄνθρωπος νὰ γυρίζει καὶ νὰ ρωτάει ὅποιον εὕρισκε πῶς θὰ γιατρέψει τὴν πληγή.

«Ξέρεις τί πρέπει νὰ κάνεις;» τοῦ εἶπε κάποιος. «Πᾶρε ἕνα κομμάτι ψωμί, μούσκεψέ το μὲ τὸ αἷμα τῆς πληγῆς καὶ δῶσε το στὸ σκύλο νὰ τὸ φάει. Ἡ πληγὴ θὰ γιατρευτεῖ ὁπωσδήποτε».

«Μὰ ἔτσι δὲ θὰ μείνει σκύλος στὴν πόλη ποὺ νὰ μὴ μὲ δαγκώσει!» τοῦ ἀντιγύρισε ἐκεῖνος.

 

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ ποιὸς ὅποιος σεβαστεῖ καὶ περιποιηθεῖ τὸν ἀχρεῖο ἄνθρωπο ποὺ δὲν τὸν σεβάστηκε, γίνεται τιμητὴς ὅλων τῶν ἀχρείων.

57. ΟΡΝΙΣ ΚΑΙ ΧΕΛΙΔΩΝ. Η ΚΟΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Ὄρνις τις εὑροῦσα ᾠὰ ὄφεως ἐσχόλαζε τῇ τούτων διατριβῆ καὶ ταῦτα ἐπῳάζουσα ἐπεκάθητο.

Χελιδὼν δέ τις αὐτὴν θεασαμένη, «Ὦ μωρὰ καὶ ἀναίσθητε» ἔφη, «τίνος χάριν ὄφεως περιέπεις γεννήματα; Εἰ γὰρ αὐξηθῶσι, σοὶ πρότερον ἐμποιήσουσι τὸν ὄλεθρον καὶ μετέπειτα ἑτέροις».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οὐ χρή τινα ἐπὶ διαθέσει ἀνοσίου ἀνδρὸς πεποιθέναι πώποτε, κἂν πολλὴν αὐτῷ τὴν εὔνοιαν ἐπιδείξηται.

Μιὰ κότα βρῆκε κάτι αὐγὰ φιδιοῦ κι ἔκατσε στὴ φωλιά τους νὰ τὰ κλωσσήσει.

«Ἀνόητη, κοκκορόμυαλη» τῆς φώναξε κάποιο περαστικὸ χελιδόνι « φιδόπουλα κλωσσᾶς; Ὅταν μεγαλώσουν πρώτη θὰ φάνε ἐσένα καὶ μετὰ ὅλους τοὺς ἄλλους!»

 

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς δὲν πρέπει νὰ πηγαίνουμε μὲ τὰ νερὰ τῶν ἀδίκων, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν εὐνοιά τους.

58. ΣΤΡΟΥΘΟΣ ΕΠΙ ΜΥΡΣΙΝΗΣ. Η ΤΣΙΧΛΑ ΣΤΗ ΜΥΡΤΙΑ

Στρουθός τις ἐπὶ μυρσίνης διέτριβε, καὶ διὰ τὸ ἡδὺ τῆς τοῦ δένδρου διαίτης οὐδ᾿ ὅλως αὐτοῦ ἀφίστατο.

Ἰξευτὴς δέ τις τοῦτον παρατηρησάμενος κατέσχε τε καὶ κατέθυσεν. Ὁ δὲ στρουθὸς μέλλων ἀποσφαγῆναι πρὸς ἑαυτὸν ἔλεγεν:

«Οἴμοι τῷ ταλαιπώρῳ, ὅτι διὰ τροφῆς ἀφορμὴν καὶ μικρὰν ἡδονὴν τοῦ ζῆν ἀπορρήγνυμαι».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς καὶ ἄνθρωποί τινες, δι‘ ἔφεσιν τρυφῆς καὶ ἁβρότητος περὶ τὸ ζῆν πολλάκις, ὡς μοχθηροὶ, κινδυνεύουσι.

Μιὰ τσίχλα εἶχε κάνει φωλιὰ στὴ μυρτιὰ καὶ δὲν κουνιόταν ἀπὸ ἐκεῖ, γιατὶ τῆς ἄρεσαν τὰ φύλλα της.

Τὸ γεγονὸς ἔπεσε στὴν ἀντίληψη κάποιου ποὺ ἔβαζε ξόβεργες, τὴν παγίδευσε καὶ τὴν ἔπιασε.

«Τί ἔκανα ἡ ἄθλια;»μουρμούρισε ἡ τσίχλα τὴν ὥρα ποὺ τὴν ἔσφαζε ὁ κυνηγός. «Γιὰ λίγο νόστιμο φαγητὸ ἔχασα τὴ ζωή μου!»

 

Ὁ μύθος λέει πὼς μερικοὶ ἄνθρωποι, γιὰ χάρη κάποιων σύντομων ἐπίγειων ἀπολαύσεων, καταντοῦν ἀξιοθρήνητοι καὶ κινδυνεύουν.

59. ΚΑΜΗΛΟΣ ΚΕΡΑΤΩΝ ΕΦΙΕΜΕΝΗ. Η ΚΑΜΗΛΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΕΡΑΤΑ

Κάμηλος κεράτων ἐφιεμένη ἐδέετο τοῦ Διὸς ἑαυτῇ ταῦτα προσγενέσθαι· ὁ δὲ Ζεύς, ὀργισθεὶς μᾶλλον ἐπὶ τῇ αὐτῆς ἀπληστίᾳ καὶ τὰ ταύτης ὦτα ἠλάττωσεν.

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οἱ τοῦ πλείονος ὀρεγόμενοι καὶ ὧν ἔχουσιν ἀποστεροῦνται.

Η καμήλα δὲν εἶχε κέρατα καὶ παρακάλεσε τὸν Δία νὰ τῆς δώσει. Ἐκεῖνος ὁργίστηκε μὲ τὴν ἀπληστία της καὶ τῆς μίκρυνε τ᾿ αὐτιά.

 

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος ζητάει τὰ πολλὰ, χάνει κι αὐτὰ ποὺ ἔχει.

60. ΚΥΚΝΟΙ ΚΑΙ ΧΗΝΕΣ. ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΧΗΝΕΣ

Κύκνοι καὶ χῆνες ἀλλήλοις φιλιωθέντες ἐπὶ τῆς πεδιάδος ἐξῆλθον καὶ νεμομένων αὐτῶν ὁμοθυμαδὸν θηρευταὶ αὐτοῖς ἐπῄεσαν.

Καὶ οἱ μὲν κύκνοι, διὰ τὴν τοῦ σώματος ὠκύτητα, εὐθὺς πετασθέντες ἔφυγον· αἱ δὲ χῆνες, τῇ ἑαυτῶν φυσικῇ βραδύτητι ἐπεχόμεναι, ὑπὸ τῶν θηρευτῶν κατεσχέθησαν.

 

Οὗτος ὁ λόγος παριστᾷ τοὺς μὴ ὁλοτρόπως τοῖς ἑαυτῶν φίλοις προσανέχοντας, ἀλλ᾿ ἐν καιρῷ περιστάσεως τούτων ἀφισταμένους.

Οἱ κύκνοι ἔπιασαν φιλίες μὲ τὶς χῆνες καὶ βγῆκαν στὴν πεδιάδα νὰ βοσκήσουν. Ξαφνικά, ἔπεσαν πάνω τους ὅλοι μαζὶ οἱ κυνηγοί.

Οἱ κύκνοι, σὰν πιὸ γρήγοροι ποὺ εἶναι, πέταξαν κι ἔφυγαν ἀμέσως. Ὅμως οἱ ἀργὲς ἀπὸ φυσικοῦ τους χῆνες, ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν κυνηγῶν.

 

Ὁ μύθος δείχνει ἐκείνους ποὺ θεωροῦν πὼς πρέπει νὰ βρίσκονται κοντὰ στοὺς φίλους τους μόνο στὶς καλὲς περιστάσεις.

61. ΛΥΚΟΙ ΠΟΤΑΜΟΝ ΕΚΠΙΝΟΝΤΕΣ. ΟΙ ΛΥΚΟΙ ΠΙΝΟΥΝ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Λύκοι τινὲς ἔν τινι ποταμῷ δὲρματα βοῶν ἑωρακότες καὶ ταῦτα σπουδάζοντες ἐκεῖθεν ἀνελκύσαι, τῆς τοῦ ποταμοῦ πλημμύρας βαθείας οὔσης κατατολμῆσαι οὐκ ἠδύναντο· ὅθεν ἐβουλεύσαντο καθ᾿ ἑαυτοὺς πρότερον τὰ ὕδατα καταπιεῖν καὶ εἶθ᾿ οὕτω τὰ δέρματα φθάσαι ἀναλαβεῖν. Ἀνὴρ δέ τις ὑπολαβὼν ἔφη πρὸς αὐτούς: «Εἰ ὅλως πειραθῆτε τὰ τοσαῦτα καταπιεῖν ὕδατα, εὐθὺς διασπασθέντες καὶ τῆς ζωῆς στερηθήσεσθε».

 

Ὁ μῦθος οὗτος ἐλέγχει τοὺς τοῖς ἀνηνύτοις ἐξ ἀφροσύνης ἐπιχειροῦντας.

Κάποιοι λύκοι εἶδαν να πλέουν στὸ ποτάμι δέρματα βοδιῶν καὶ σκέφτηκαν νὰ τὰ πιάσουν. Ἀλλὰ τὸ ποτάμι ἦταν βαθὺ κι ὁρμητικὸ καὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ μποῦν μέσα. Ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ πιοῦν τὸ νερὸ καὶ νὰ περπατήσουν μὲ ἀσφάλεια μέχρι τὰ δέρματα.

«Μὰ ἂν πιεῖτε ὅλο αὐτὸ τὸ νερὸ, θὰ σκάσετε», τοὺς εἶπε κάποιος περαστικός.

 

Ὁ μύθος κολάζει τοὺς ἀνόητους ποὺ προσπαθοῦν νὰ κατορθώσουν τὰ ἀκατόρθωτα.

62. ΤΕΤΤΙΞ ΚΑΙ ΑΝΗΡ. Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΙ Ο ΑΝΤΡΑΣ

Τέττιξ, ἄνδρα τινὰ θεασάμενος κατασχεῖν αὐτὸν μηχανώμενον, ἔφη πρὸς αὐτὸν: «Ἐκείνοις τοῖς ὀρνέοις ἐπέρχου, παρ᾿ ὧν σοι καὶ ὀφελός τι προσγενήσεται· ἐμὲ γὰρ εἰ κατάσχοις, οὐδὲν ἐξ ἐμοῦ τὸ παράπαν κερδανεῖς».

 

Οὗτος δηλοῖ ὡς οὐ χρή τινα τῶν ἀχρήστων καὶ ἀνονήτων ἐφίεσθαι.

Ὁ τζίτζικας εἶδε τὸν ἄντρα ν᾿ ἀγωνίζεται νὰ τὸν πιάσει καὶ τοῦ εἶπε:

«Δὲν ἀσχολεῖσαι καλύτερα μὲ ἐκεῖνα ἐκεῖ τὰ πουλιά, ποὺ θὰ σοῦ δώσουν καὶ κάτι παραπάνω; Ἂν πιάσεις ἐμένα δὲν πρόκειται νὰ κερδίσεις τίποτε».

 

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς δὲν πρέπει νὰ ἀσχολούμεθα μὲ ἄχριστα καὶ περιττὰ πράγματα.