Στέλιος Ράμφος - Ἡ γλώσσα καὶ ἡ παράδοση

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στέλιου Ράμφου Ἡ γλώσσα καὶ ἡ παράδοση
(Τριλογία μὲ Παράρτημα κι Ἐπίμετρο), Ἐκδόσεις Κέδρος, 1984.


Ὁ ιδανικός μεταφραστὴς κατέχει τὴν γλώσσα τοῦ πρωτοτύπου κι ἐκείνη στὴν ὁποία τὸ μεταφέρει· γνωρίζει τὴν διάνοια τοῦ συγγραφέως καί, ἐὰν πρόκειται γιὰ ἔργο στοχασμοῦ ἢ ἐρεύνης, τὸ ζήτημα. Οἱ προϋποθέσεις αὐτὲς ἐγγυῶνται τὴν πιστότητα τῆς μεταφράσεως, ποὺ δὲν παύει νὰ εἶναι, ὅπως λέμε, προδοσία. Ἡ προδοσία δὲν ἀφορᾶ τὴν ἐσφαλμένη —αὐτὴ θεωρεῖται ἀνύπαρκτη— ἀλλὰ τὴν πιστὴ μετάφραση, καὶ τοῦτο σημαίνει ὅτι μετέχει τῆς οὐσίας της, ὅτι κρύβει δηλαδὴ τὸ μυστικό της.

Τὸ εἶδα μεταφράζοντας στὴν γλώσσα μας γραπτά μου ἀπὸ τὰ γαλλικά. Μολονότι συγγραφέας καὶ μεταφραστής, συναντοῦσα σὲ κάθε σελίδα δυσκολίες ποὺ συχνὰ μὲ παρέλυαν καὶ στὶς ὁποῖες δὲν κατώρθωσα πάντοτε νὰ δώσω εὐτυχεῖς λύσεις. Ἡ γαλλικὴ εἶναι βεβαίως γλώσσα καλλιεργημένη εἰς τὸ ἔπακρο, διαθέτει πλαστικὴ ἐκφραστικότητα καὶ ἀποδίδει τὰ νοούμενα μὲ ἀκρίβεια, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ νέα ἑλληνικὰ πού, ἐὰν θεωρήσουμε τὸν σημερινὸ ἐκβαρβαρισμὸ παροδικόν, εἶναι γλώσσα ἀκόμη ἀσχημάτιστη, ἀναλυτική, δύσκαμπτη καὶ ἀδιάθετη στὶς λεπτὲς ἀποχρώσεις τοῦ πνεύματος. Πρόκειται ὅμως γιὰ μειωμένη ἐκδοχὴ τῆς ἀρχαίας καὶ συνεπῶς τὰ ἀποθέματά της εἶναι ἀπέραντα, τὰ δὲ μέσα της δυνάμει ὁριακά. Ὑπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἡ ὑπεροχὴ τῆς γαλλικῆς δὲν μοῦ στάθηκε, ὁμολογῶ, μεγάλο ἐμπόδιο ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἀνέτρεχα διαρκῶς στὸν γλωσσικό μας θησαυρό, ὁρμώμενος ἀπὸ τὸ ζωντανὸ αἴσθημα. Μὲ τυράννισε ἐν τούτοις ὁ διαφορετικὸς ρυθμὸς τῶν δυὸ γλωσσῶν, ἡ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη ἐσωτερική τους διάσταση, τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν γαλλικὴ τὸ βάρος πέφτει κυρίως στὸ οὐσιαστικό, ἐνῶ ἡ ἐλληνικὴ βασίζεται στὸ ρῆμα. Στὴν γαλλικὴ πρόταση τὸ περιεχόμενο ἀναλύεται κατὰ κανόνα εἰς τὰ ἐπὶ μέρους στοιχεῖα, ἡ ἐνέργεια οὐσιαστικοποιεῖται, τὸ δὲ ρῆμα παίζει ρόλο κοινοῦ χρονικοῦ προσδιορισμοῦ: τὸ εἶναι καὶ ὁ χρόνος διακρίνονται. Ἡ συρροὴ τῶν οὐσιαστικῶν δημιουργεῖ ἕνα λόγο ἀφηρημένο, ποὺ ἀντὶ νὰ φανερώνη ἀναπαράγει ὀρθολογιστικά, καὶ ἡ οὐσιαστικότης συνοδεύεται ἀπὸ μονοσημία τῶν ὅρων, χαρακτηριστικὸ προϊὸν τῆς ροπῆς τῶν νεωτέρων γλωσσῶν νὰ διαφορίζουν τὶς ἔννοιες, ροπῆς ἀσυμβίβαστης μὲ τὴν ποιητικὴ πολυσημία τῆς ἀρχαίας καὶ τὸν αὐθορμητισμὸ τῆς νέας ἑλληνικῆς.

Παράδειγμα. Ἡ τυπικὰ γαλλικῆς δομήσεως φράση: La destruction de l᾿ imitation initiale s᾿ effectue lorsque..., μεταφραζόμενη «πιστά» («ἡ καταστροφὴ τῆς ἀρχικῆς μιμήσεως ἐπιτελεῖται ὅταν...») μᾶς ξενίζει, διότι ἡ ἐνέργεια δηλώνεται μὲ οὐσιαστικὸ («ἡ καταστροφή»), ἐνῶ τὸ ρῆμα («ἐπιτελεῖται») τὴν τοποθετεῖ ἁπλῶς στὸν παρόντα χρόνο. Ἐὰν ὅμως διαβάζαμε: «ἡ ἀρχικὴ μίμηση καταστρέφεται ὅταν...» ἡ ἀπόδοση δὲν θὰ ἐνοχλοῦσε, δεδομένου ὅτι τὸ ρῆμα («καταστρέφεται») ἀποτελεῖ οὐσία μαζὶ καὶ ἐνέργεια, ἡ δὲ φράση ἀντὶ νὰ διακρίνη λογικὰ τὰ τεκταινόμενα, γίνεται δυναμική τους ἐκφορά. Ἡ διάσταση τῶν γλωσσικῶν ρυθμῶν εἶναι τέτοια, ὥστε σὲ ὠρισμένες περιπτώσεις ἡ ἀδιάκριτη «πιστή» μετάφραση παραμορφώνει τὸ πρωτότυπο, ὅπως αἴφνης στὴν φράση: Le problème est l᾿ impossibilité de l᾿ erreur. Ἀποδίδοντας τὸ impossibilité de l᾿ erreur μὲ «ἔκλειψη τοῦ λάθους» («τὸ πρόβλημα εἶναι ἡ ἔκλειψη τοῦ λάθους»), ἐννοοῦμε πῶς ἔχει ἤδη ἐκλείψει ἢ ἐκλείπει ἐν γένει τὸ λάθος, ἐνῶ πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἀντιθέτου, ζητεῖται δηλαδὴ «νὰ ἐκλείψη τὸ λάθος». Εἶναι ἑπομένως φυσικό, τὸ κράτος τῆς οὐσιαστικότητος νὰ προκαλῆ τὸ γλωσσικό μας αἴσθημα καὶ νὰ πλήττη τὴν ἔκφραση, ἀφοῦ στὴν ἑλληνικὴ τὰ πράγματα δὲν ἐκλογικεύονται, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἐκτίθενται. Μὴν ξεχνοῦμε πὼς ἡ ἀρχικὴ σημασία τῆς λέξεως ἀλήθεια εἶναι «ἀκριβὴς ἔκθεση» καὶ δηλώνει ἕνα λόγο φωτοδότη, ἐνῶ οἱ Λατίνοι τὴν κατενόησαν καὶ τὴν παρέλαβαν ὡς «ὀρθὴ ἀπεικόνιση».

Ἡ διαφορὰ τὴν ὁποία ἐπεσήμανα, δείχνει, νομίζω, τί κρύβεται στὸ ὕφος μιᾶς γλώσσας καὶ πόσο λεπτὸ ζήτημα εἶναι ἡ ἐπικοινωνία τῶν πολιτισμῶν, εἰς πείσμα τῶν τουριστικῶν καὶ τηλεπικοινωνιακῶν αὐταπατῶν τῆς ἐποχῆς μας. Τὸ πνεῦμα τοῦ Γάλλου καὶ τοῦ Δυτικοευρωπαίου γενικώτερα, κατέχεται ἀπὸ τὴν οὐσία, ποὺ ὡς ὡρισμένη, ὑπέρλογη ἔστω, κατάσταση, γίνεται ἀφηρημένη ἀλήθεια, μορφώνει δὲ τὴν γλώσσα κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση, ἐνῶ ἡ ἑλληνικὴ διακρίνει μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν, ὁπότε ἡ ἐπαφὴ μὲ τὴν ὑπερβατικὴ ἀρχὴ ὑφίσταται ὡς σχέση προσωπικὴ καὶ συγκεκριμένη. Ἔχομε δηλαδὴ ἐμμένεια τῆς οὐσίας στὴν ἐνέργεια, μετοχὴ τῆς ἐνεργείας στὴν οὐσία, καὶ τοῦτο σὲ ἔκταση ποὺ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τῆς γλώσσης, γιὰ νὰ ἁπλωθῆ στὴν σύνολη πνευματικότητα τοῦ Ἔθνους. Εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ Εὐρωπαῖοι οὐδέποτε κατενόησαν τὴν σχέση ἰδεῶν καὶ ἀγαθοῦ στὴν πλατωνικὴ θεωρία τῆς ἀληθείας, ἢ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία διακρίνει τὴν ἀμέθεκτη οὐσία καὶ τὶς μεθεκτὲς θεῖες ἐνέργειες, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ τοὺς διαμαρτυρόμενους, ποὺ ἐννοοῦν τὸν Θεὸ ὡς οὐσία ἀπρόσιτη;

Δὲν ὑπαινίσσομαι βέβαια χάσματα ἀγεφύρωτα μεταξὺ τῶν λαῶν, πολὺ περισσότερο μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Εὐρωπαίων θὰ ἤθελα ἐν τούτοις νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι καμμία ἰσοπεδωτικὴ σχέση δὲν ὁδηγεῖ σὲ πραγματικὴ ἐπικοινωνία, ὅπως φαίνεται πολὺ καθαρὰ στὴν μετάφραση. Χωρὶς ψυχικὴ ἑνότητα, ἡ τεχνικὴ συνεργασία τῶν λαῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων γίνεται καταστροφικὴ σύγχυση, δηλοῖ ὁ μύθος τῆς Βαβέλ. Γιὰ νὰ περάσῃ ὡστόσο ὁ ρυθμὸς μιᾶς ψυχῆς σὲ μίαν ἄλλη, χρειάζεται ἀλλαγὴ κλίμακος καὶ ἀκριβῶς ἐδῶ ὑπεισέρχεται ἡ προδοσία. Προδοσία τῆς μεταφράσεως εἶναι ἡ μεταμόσχευση ὡρισμένου ψυχικοῦ δημιουργήματος σὲ ἄλλη πνευματικότητα καὶ στὴν περίπτωσή μας ἡ μετενσάρκωση τῆς οὐσιαστικότητος σὲ ρηματικότητα, ἡ καλλιέργεια μίας οὐσιαστικότητος ρηματικῆς. Ὁ μεταφραστὴς δὲν ἀντιγράφει οὔτε μεταγράφει καὶ φυσικὰ δὲν μιμεῖται. Ἡ μίμηση νοηματοδοτεῖ τὸ πρωτότυπο, ἡ ἀντιγραφὴ τὸ ἐπαναλαμβάνει, ἡ μεταγραφὴ τὸ μεταφέρει αὐτούσιο, ἐνῶ ἡ μετάφραση τὸ μεταπλάθει καὶ τὸ μεταβάλλει. Εἶναι ἀξιοσημείωτο, πὼς τὰ λατινικὰ ἰσοδύναμα (Traductio, Τranslatio) τοῦ ἑλληνικοῦ ὅρου διατηροῦν, ὡς συνήθως, τὴν πρακτικὴ ὄψη του, τὴν ἔννοια δηλαδὴ τῆς μεταγωγῆς, ἀλλὰ παραβλέπουν τὴν μεταβολή. Ἡ τελευταία εἶναι τόσο οὐσιώδης, ὥστε οἱ παλαιοὶ τὴν χρησιμοποιοῦσαν ὡς συνώνυμο τῆς μεταφράσεως: ἡ εἰς τὴν Ἑλλάδα γλώσσαν μεταβολή, οἱ μεταβολεῖς τῶν λέξεων, ἔλεγαν. Ἡ μεταβολὴ ὅμως ἐνέχει διαφορὰ καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι προδοσία. Ἡ μετάφραση μεταβάλλει διότι στὴν γλώσσα μιλᾶ ὁ προσωπικὸς λόγος. Ἐὰν μιλοῦσαν οἱ λέξεις ἢ τὰ πράγματα, οὔτε γλώσσες θὰ ὑπῆρχαν οὔτε καὶ μετάφραση· μιλᾶ ὅμως ἡ φράση, ἡ ψυχικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν κόσμο καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπο. Ἡ πολυγλωσσία δηλώνει ψυχικὴ διαφορά. Ὁ γνωρίζων ἀπταίστως ξένη γλώσσα δὲν ἔχει βεβαίως καὶ διπλὴ ψυχή: ὁ δεσμὸς τῆς ψυχῆς μὲ τὴν γλώσσα ὑφίσταται στὴν μητρική, ἐκεῖ δηλαδὴ ποὺ ἡ ζωὴ καὶ ὁ λόγος συνταυτίζονται. Ἡ δευτέρα φωνὴ εἶναι ὄργανο καὶ γιὰ τοῦτο καμμιὰ γλώσσα δὲν ἐξελίσσεται ἀπὸ τοὺς ξένους ποὺ τὴν κατέχουν. Ὁ γαλλομαθῆς μιλᾶ καὶ γράφει ἄψογα, ἀλλὰ δὲν δημιουργεῖ τὰ γαλλικά, δὲν μετέχει ἐνεργὰ στὸν ψυχικὸ βίο τοῦ γαλλικοῦ ἔθνους. Ἡ συστατικὴ λειτουργία τοῦ λόγου συνδέεται μὲ τὴν φράση, ποτὲ μὲ τὸ σημεῖο, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅτι τὸ σημεῖο ὑπάρχει μόνο ἐξ αἰτίας τοῦ λέγειν. Τὰ ὄντα μιλοῦν ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς σημασιοδοτοῦνται, ἀλλιῶς παραμένουν κλειστά. Ἡ σημασία εἶναι ἔργο τοῦ ἀνθρώπου, ἑπομένως ἡ γλώσσα τὸν χαρακτηρίζει κατ᾿ οὐσίαν καὶ δὲν συγκροτεῖ κεφάλαιο τῆς ἱστορίας του. Ἐκτὸς σημασίας ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑφίσταται ὡς συνείδηση, ἐπειδὴ αὐτὴ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ διακρίνη τὸ χάος ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Ἡ σημασία ἑνώνει στὸν λόγο τὰ ὄντα ποὺ ἡ ἴδια ἐξεχώρισε, ἡ δὲ γλώσσα ἐκτὸς ἀληθείας εἶναι ἀδιανόητη, ὅπως δείχνει καὶ ἡ σύγχρονη λογοτεχνία, ἡ ὁποία τὴν ἀρνεῖται μὲν ὡς λογική, τὴν ζητεῖ ὡστόσο στοὺς χώρους τῆς ἀσημαντότητος. Ἡ διαφορὰ συνεπῶς πρωτοτύπου καὶ μεταφράσεως δὲν εἶναι λεξικοῦ τύπου, ἀλλὰ ψυχικοῦ μήκους κύματος, ὑπ᾿ αὐτὴν δὲ τὴν ἔννοια ἡ προδοσία φανερώνεται παράγων πιστότητας.

Ἡ μετάφραση μεταφυτεύει τὸ πρωτότυπο σὲ ξένη γλώσσα, δὲν ἀναπλάθει ὅμως τὸ περιεχόμενο, ἀλλὰ τὸ ὕφος τοῦ πρωτοτύπου. Τὸ ὕφος εἶναι ἡ ὑπόσταση τοῦ πνεύματος. Ἡ μετάφραση ἀποδίδει ψυχές, ποτὲ νοήματα —ἰδοὺ τὸ μυστικό της. Ὅταν πρόκειται γιὰ ἔννοιες εἶναι σχεδὸν κωδικὴ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπρόσωπη εἶναι δύσκολη καὶ δημιουργικὴ ὅταν πρόκειται περὶ ὕφους, ἐσωτερικοῦ δηλαδὴ δεσμοῦ τοῦ συγγραφέως μὲ τὰ λεγόμενα. Καὶ ἐπειδὴ οἱ ψυχὲς τῶν λαῶν ξεχωρίζουν, ἡ προδοσία συνιστᾶ οὐσία καὶ ποίηση τῆς μεταφράσεως. Ἡ μετάφραση ποὺ ἀποδίδει τὸ νόημα, ἢ μεταφέρει κατὰ λέξη, εἶναι ἀποτυχημένη ἢ ἀδιάφορη, διότι παραβλέπει τὴν ἑνότητα τοῦ λόγου καὶ τοῦ ὕφους. Δὲν μεταφράζω περιεχόμενο, ὁπότε θὰ συνέγραφα ὁ ἴδιος, μεταφέρω κείμενο, ἤτοι «ἔνυλον λόγον». Ἡ μετάφραση πλησιάζει διακρίνοντας. Γιὰ νὰ μεταφράσω σπουδάζω λοιπὸν πρῶτα τὸ ὕφος τῆς γλώσσας μου καὶ μελετῶ τὶς δυνατότητες τοῦ προσωπικοῦ μου ὕφους. Ἡ ἐθνικὴ ὑποτέλεια εἶναι προϊὸν ξεριζώματος ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ ἀναισθησία πρὸς τὸ ὕφος τῆς γλώσσας.

Οἱ προεκτάσεις τοῦ μεταφραστικοῦ ζητήματος ἔχουν ἱκανὸ βάθος. Ὁδηγοῦν στὴν ψυχὴ τοῦ λαοῦ καὶ τὴν μοίρα του, ποὺ καθημερινὰ δοκιμάζονται στὴν πλανητικὴ ἐποχή μας. Θὰ μεταφράζωμε στὴν Ἑλλάδα ὅλο καὶ περισσότερο γιὰ νὰ γνωρίσουμε τοὺς ἄλλους καὶ νὰ οἰκειωθοῦμε τὰ ἔργα τους, τὴν τεχνική, τὴν οἰκονομία, τὴν διοίκηση, προκειμένου περὶ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, ἀλλὰ τὸν στοχασμὸ ἐπίσης καὶ τὴν τέχνη, ποὺ φωτίζουν δυνατὰ τὸ πεπρωμένο τους. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ τοῦ Ρωμηοῦ δὲν εἶναι τεχνολογική, ἐπειδὴ ἡ αὐστηρὴ συστηματικὴ ἔκφραση ἀποτελεῖ αἴτημα τῆς σύγχρονης ζωῆς, βρίσκεται ὅμως ἐκτὸς τοῦ ὕφους τῆς γλώσσας μας, ὁ κίνδυνος εἶναι μεγάλος, διότι θὰ πρέπη νὰ φυλάξωμε τὴν ἀμεσότητα τοῦ ὕφους καὶ ταυτοχρόνως νὰ καλλιεργήσουμε τὸν θεωρητικὸ στοχασμό. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνῃ μόνο μέσῳ τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ λόγου καὶ τῆς λογίας ἐν γένει παραδόσεως, ποὺ τὸ εἶχε ἤδη κατορθώσει, καὶ ὄχι μὲ ἄνευ ὅρων προσχώρηση σὲ ξένους γλωσσικοὺς ρυθμούς. Μᾶς χρειάζεται ἕνας λόγος μὴ νοοκρατικός, ἔργα δηλαδὴ στὰ ὁποῖα ἡ ὕπαρξη νὰ μὴν ἀντικειμενοποιῆται, ἀλλὰ νὰ βρίσκουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ τὸν προσφέρουμε. Θὰ ἔχωμε πραγματικὸ ὄφελος, ὅταν ἡ μετάφραση γίνεται ἐπαφὴ δι᾿ αὐτογνωσίας, διὰ τῆς γονιμοποιήσεως τῶν ἐκφραστικῶν μέσων ποὺ διαθέτει ὁ σύνολος ἑλληνικὸς λόγος, διαφορετικὰ θὰ ἐπέλθη παραμόρφωση καὶ βέβαιος ἐξανδραποδισμός. Ὑπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἡ ἐπιβίωσή μας στὴν Εὐρώπη θὰ κριθῆ κυρίως στὶς Φιλοσοφικὲς Σχολὲς τῶν πανεπιστημίων καὶ ὄχι στὰ Πολυτεχνεῖα μας. Δὲν ἰσχυρίζομαι πὼς ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ εἶναι ἀνώτερη, ἀλλὰ ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει νὰ βαδίσωμε χωρὶς νὰ βιάζουμε τὴν φύση μας. Προϋπόθεση κάθε ἀφομοιώσεως εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία. Θεωρῶ ἐθνικὴ ἐπιταγὴ τὴν ἐντατικὴ καὶ οὐσιώδη διδασκαλία τῆς ἀρχαίας καὶ μεσαιωνικῆς ἑλληνικῆς στὴν ἐκπαίδευση, πιστεύω δὲ ὅτι ἡ σχέση μὲ τὶς ρίζες ἀρχίζει ἀπὸ τὸν τονισμὸ τῶν Ἀλεξανδρινῶν καὶ φθάνει στὴν ἐλευθερία τοῦ αὐθεντικοῦ ἔργου. Ὅταν τὸ αἴτημα τῆς ρίζας γίνῃ κλίμα πνευματικό, τότε ἡ πάντοτε ἑλληνικὴ φτωχὴ σημερινὴ γλώσσα μας θὰ ἀντλήση μέσα της καὶ θὰ ἤμαστε σὲ θέση νὰ δεχθοῦμε δημιουργικά, ὅ,τι ἔχουν οἱ ἄλλοι λαοὶ νὰ προσφέρουν, χωρὶς τὸ πρόσωπό μας νὰ ἀλλοιώνεται στὴν τυφλὴ δοσοληψία μὲ τὶς ξένες νοοτροπίες καὶ ψυχοσυνθέσεις.

Εἶναι, νομίζω, σαφεῖς οἱ κίνδυνοι πολιτικῶν ἢ δημοσιογραφικῶν πρωτοβουλιῶν καὶ ρυθμίσεων θεμάτων, ὅπως τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων ἀπὸ μεταφράσεις, τοῦ περιορισμοῦ τῆς διδασκαλίας των σὲ ἐλάχιστο τμῆμα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, τῆς ὀρθογραφικῆς ἁπλοποιήσεως ἢ τῆς καταργήσεως τοῦ παραδεδομένου τονικοῦ συστήματος ἐν ὀνόματι τῆς εὐκολίας: γκρεμίζουμε ἀσυλλόγιστα τὶς γέφυρες ποὺ μᾶς φέρνουν στὶς ρίζες, τὴν μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ στήριξη τὸ Ἔθνος εἰς τὶς ἐπερχόμενες μεγάλες δοκιμασίες, εἴτε περὶ ἐντάξεως στὴν Εὐρώπη πρόκειται, εἴτε περὶ ἀντιμετωπίσεως πολλαπλῆς ἐχθρικῆς ἐπιβουλῆς. Καὶ ὅμως σύσσωμη σχεδὸν ἡ Βουλὴ τῶν Ἐλλήνων ἀπεφάσισε νὰ διδάσκωνται οἱ ἀρχαῖοι κλασικοί σε μεταφράσεις, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι ἑλληνομαθεῖς καὶ μή, πλησιάζουν τὸ ὕφος καὶ τὸ μήνυμά τους ἀπ᾿ ἔξω, ὁπότε μὲ τὴν σημερινὴ παρακμὴ τῶν ἀξιῶν, ἀρκοῦνται πλέον σὲ ἐξαιρετικὰ περιωρισμένη διδασκαλία τῶν κειμένων ἀπὸ λιγώτερο ἢ περισσότερο χλωμὲς μεταφράσεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ φιλολογικὴ σπουδὴ τοῦ ὕφους καὶ τὸ μήνυμα τοῦ ἀρχαίου συγγραφέως ζωτικῆς σημασίας γιὰ τὸν Νεοέλληνα, ὅταν ἀπὸ τὴν γλώσσα στὴν ὁποία ἐνσαρκώνονται, ἀναβλύζει ἡ δική του λαλιὰ καὶ θρέφεται ὁ μύθος του —ἕνα μεγαλεῖο μελλοντικό, μαρτυρούμενο ἀπὸ διπλὸ μεγαλεῖο περασμένο. Ἐνδιαφέρει κυρίως νὰ μυηθῆ στὴν ὑποστατικὴ ἔκφραση τοῦ μηνύματος, νὰ εἰσχωρήσῃ στὴν ψυχὴ ποὺ τὸ δημιούργησε καὶ νὰ γνωρίσῃ ἔτσι τὸν ἑαυτό του, ἐφ᾿ ὅσον πρόκειται γιὰ ρίζα του. Χωρίζοντας τὸν λόγο ἀπὸ τὴν ὕλη, ἡ μετάφραση γίνεται πορεία παραπλανητική, διότι ἡ πρόσβαση στοὺς κλασικοὺς εἶναι ποιητικὴ προσπάθεια πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ ἔργου δι᾿ ἀπ᾿ εὐθείας ἐπαφῆς μὲ τὸ κείμενο. Ὅταν μὲ τὴν καλύτερη δυνατὴ θέληση διαγράφουμε τὰ ἀρχαῖα ἀπὸ τὰ γυμνασιακὰ προγράμματα, ἀντὶ νὰ ἀναμορφώσουμε τὸ ἀτυχὲς σύστημα διδασκαλίας ποὺ ἴσχυσε κατὰ τὸ παρελθόν, ἡ ἐκπαίδευση τῶν μαθητῶν δὲν εὐκολύνεται, τουναντίον δυσχεραίνεται καὶ φυραίνει, δεδομένου ὅτι χωρὶς σταθερὴ πνευματικὴ ὑποδοχή, κάθε ἀφομοίωση γίνεται ἀνέφικτη.

Τὰ ἑλληνικὰ δὲν εἶναι ὁποιαδήποτε γλώσσα, εἶναι ἡ γλώσσα μοιραίων κειμένων γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, ἡ μήτρα τοῦ συγχρόνου δυτικοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἐπομένως τὸ σημεῖο ποὺ μποροῦμε νὰ τὸν συναντήσωμε ἀβίαστα. Ὁ Εὐρωπαῖος προσφέρει ἐπ᾿ ἀνταλλάγματι, τὸ ὁποῖον σημαίνει πὼς γιὰ νὰ λάβουμε πρέπει νὰ συμβάλωμε. Καὶ θὰ συμβάλωμε, ὅταν μὲ τὴν συνείδηση τῆς ζωντανῆς παραδόσεως, ὁδηγηθοῦμε σὲ ἐπιστήμη ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὴν ἀντικειμενοποιὸ λατρεία τοῦ ἀποτελέσματος, μιὰ ἐπιστήμη ζητητικὴ τοῦ ἑαυτοῦ σὲ ὅ,τι πράττομε, τείνουσα στὴν ψυχικὴ ἄνοιξη καὶ ὄχι στὴν ἀπόλυτη ἐξουσία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι στοὺς ἀρχαίους ἐρευνοῦμε ἐκεῖνο ποὺ διαρκῶς μᾶς ξεπερνᾶ καὶ ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο μᾶς ἐξισώνει. Τὸ γεγονὸς πὼς ἄνευ εἰδικῆς διδασκαλίας τὰ κλασικά μας κείμενα μένουν ἀπρόσιτα, δὲν ἀναιρεῖ τὰ περὶ γλωσσικῆς συνέχειας καὶ ζώσης παραδόσεως. Ἡ δυσκολία τοῦ Νεοέλληνα μὲ τὰ ἀρχαῖα δὲν ὀφείλεται σὲ διαφορὰ γλωσσῶν, ὅπως συνέβη μὲ τὴν λατινικὴ καὶ τὶς ρωμανικὲς γλώσσες, ποὺ διεπλάσθησαν ὑπὸ τὴν ἐπίδρασή της, ὑπήρξαν ὅμως ξένες γλῶσσες οἱ ὁποῖες ἐπεβίωσαν εἰς βάρος της, ἀλλὰ σὲ ἀνώμαλη καὶ ἀνισόρροπη ἐξέλιξη μίας καὶ τῆς αὐτῆς γλώσσας, ποὺ ἀτρόφησε ὡς σύνολο στὶς δοκιμασίες τῶν τελευταίων πέντε αἰώνων τῆς ἱστορίας μας, καθὼς ὑποχρεώθηκε νὰ προσαρμοσθῆ στὶς στοιχειώδεις ἀπαιτήσεις τῆς ἄμεσης ἀλλὰ ὑποτυπώδους καθημερινῆς τριβῆς καὶ τοῦ πρωτογενοῦς λαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Μεταφράζοντας λοιπὸν ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα στὰ νέα δὲν μεταβαίνουμε ἀπὸ μία γλώσσα σὲ ἄλλη, μεταβαίνουμε ἀπὸ ἕνα ὕψος ψυχῆς σὲ ἄλλο ὕψος τῆς ἴδιας: τὸ εἶδος εἶναι διάφορο, τὸ γένος πάντως παραμένει. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ νεοέλληνας μεταφραστὴς πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζη διαφορετικὰ τὸν ἀρχαῖο ἀπὸ τὸν ξένο συγγραφέα, ἐὰν θέλη νὰ ἐπιτύχη: στὴν πρώτη περίπτωση τὸ ἔργο ἀποκαθιστᾶ τὴν ἑνότητα στὶς ψυχὲς καὶ τὶς γλῶσσες, χωρὶς νὰ προσβάλη τὸ αἴσθημα· στὴν ἄλλη ἀναπλάθει τὴν γλώσσα καὶ χωρίζει.

Διευκρινίζω τὴν σκέψη μου μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ ἡρακλειτείου ἀποσπάσματος 114, ποὺ ἀρχίζει ὡς ἑξῆς: ξὺν νόῳ λέγοντας ἰσχυρίζεσθαι χρῆ τῷ ξυνῷ πάντων, ὄκωσπερ νόμῳ π ό λ ι ς, καὶ πολὺ ἰσχυροτέρως... Ἡ νεοελληνικὴ ἀπόδοση, ποὺ ἀντιπαρέρχεται τὴν ἑνότητα τῆς γλώσσης, θὰ ἀκουγόταν περίπου ἔτσι: Γιὰ νὰ μιλοῦμε γνωστικά, πρέπει νὰ ἀντλοῦμε δύναμη ἀπὸ τὸ κοινό σε ὅλα, ὅπως ἡ πόλη δυναμώνει ἀπὸ τὸν νόμο κι ἀκόμη περισσότερο. Ἡ ἀπόδοση αὐτὴ δὲν διαφέρει ἀπὸ μία γαλλικὴ μετάφραση ποὺ ἔχω προτείνει, τὴν ἀκόλουθη: Pour parler avec intelligence, il faut se fortifier de ce qui est commun à tout, comme la cite le fait pour la loi et plus fortement encore. Ἡ γερμανική, ἡ ἀγγλικὴ καὶ ἡ ἰταλικὴ μετάφραση, κινοῦνται στὸ ἴδιο κλίμα. Ἔχομε δηλαδὴ ἀναλυτικὴ καὶ μονοσήμαντη κατὰ προσέγγισιν ἀπόδοση τῆς ἐννοίας τῶν λεγομένων, ἐρήμην τῆς πολυφωνικῆς ἡρακλειτείου ἐκφράσεως, ἡ ὁποία συνιστᾶ καθ᾿ ἑαυτὴν φιλοσοφικὴ τοποθέτηση. Λογοπαίγνια ὅπως τὸ ξὺν νόῳ - ξυνῶ, εἶναι ἁπτὲς καὶ ὄχι ἀφηρημένες ἀρχέγονες διατυπώσεις τῆς ὑπερβατικότητος ἐκτὸς φυσικοῦ χώρου, κάτι ποὺ ὁ μεταφραστὴς δὲν μπορεῖ νὰ παραβλέπη, χωρὶς νὰ ἰσοπεδώνη τὸν αἰνιγματικὸ λόγο τοῦ Ἡρακλείτου καὶ νὰ τὸν φιμώνη. Ὀφείλει συνεπῶς νὰ συγκρατήση τὸ ὕφος καὶ τὴν δύναμη, πράγμα ἀκατόρθωτο γιὰ κάθε ἐννοιοκρατικὴ γλώσσα, καὶ στὴν περίπτωση τοῦ χωρίου μας, νὰ παραδώση τὴν φωνή του στὸν ἀρχαῖο λόγο, ἤτοι νὰ ἐξάρη τὸν βαθύτερο συσχετισμὸ "νοῦ" καὶ «ξυνοῦ», διατηρώντας τὴν ἱεραρχία τῶν «ἰσχυρισμῶν» τῆς μετοχῆς στὴν θεία καὶ τὴν κοσμικὴ τάξη. Τοῦτο μπορεῖ νὰ εἶναι ἀποκλειστικὸ ἔργο νεοελληνικῆς μεταφράσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργοποιοῦσε ὑπνώττουσες καὶ ἀδρανεῖς δυνατότητες τῆς ἀρχαίας στὴν σύγχρονη γλώσσα μας, ἀφήνοντας στὸν σχολιαστὴ τὴν φροντίδα τῶν ἀναγκαίων ἐπεξηγήσεων. Δημιουργεῖται κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο φυσικὴ πρόσβαση τοῦ ἑνὸς ἰδιώματος στὸ ἄλλο καὶ ὁ δεσμὸς μὲ τὴν ρίζα πυκνώνει. Μεταφράζω: Γιὰ νὰ ἔχη νοῦ ὁ λόγος μας, πρέπει νὰ ἰσχυριζώμαστε ἀπὸ τὸ ξυνὸν πάντων, καθὼς ἀπὸ τὸν νόμο ἡ πόλη καὶ πολὺ ἰσχυρότερα.

Μὲ τὴν προδοσία ὁ μεταφραστὴς πλησιάζει ἕνα ξένο ἔργο στὸν βαθύτερό του ἑαυτό, τὸ δοκιμάζει καὶ δοκιμάζεται ὁ ἴδιος στὴν ρίζα. Κάνει κάτι ποὺ θυμίζει ζήτηση ἀρχῆς καὶ παράδοση, μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι στὴν ἱστορικὴ παράδοση ἀγνοοῦμε τὴν ἀρχή, ἐνῶ στὴν μετάφραση χάνομε τὴν πρώτη γλώσσα. Ἡ ἐνέργεια τῆς ἀρχῆς δίνει μορφὴ στὴν ὁποία καὶ ὀφείλει νὰ πέραση προδιδόμενη. Ἡ μετάφραση εἶναι παράδοση, ὅπως ἡ παράδοση εἶναι προδοσία. Παραδίδοντας τὸ πρωτότυπο ἔργο σὲ ἀνθρώπους ἄλλου τόπου ἢ ἐποχῆς, ὁ μεταφραστὴς ἀνατρέπει τὴν καθιερωμένη ἔννοια τῆς πιστότητας καὶ τὸ πολιτογραφεῖ στὸν ἐθνικό του πολιτισμό. Καμμία μετάφραση δὲν ἀποδίδει ἐκτὸς ἐθνικοῦ πολιτισμοῦ ἱκανοῦ νὰ τὴν δεχθῆ, ὅπως καὶ ἡ ἔντονη ἐθνικὴ προσωπικότητα κάνει ἀμετάφραστα ὡρισμένα ἔργα. Ἡ ἀναγνώριση ἑνὸς ἔργου στὸ πρωτότυπο καὶ ἡ συνεννόηση μὲ τὸν ἀλλόγλωσσο εἶναι ὑπόθεση προσωπική, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν μετάφραση, ἡ ὁποία μπολιάζει στὸν ἐθνικὸ κορμὸ τὸ ξένο ἔργο. Ὑπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἀποτελεῖ συλλογικὴ οἰκειοποίηση, ποὺ δὲν βγαίνει ὡστόσο ποτὲ ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ πρωτοτύπου. Εἶναι οἰκειοποίηση ὑπὸ σκιὰν καὶ γιὰ τοῦτο δεύτερη δημιουργία, ποὺ λειτουργεῖ πρωτογενῶς ἐνεργοποιώντας τὸ πρωτότυπο. Μεταφράζοντας δεξιώνομαι τὸ παρὸν ἑνὸς ἔργου στὸν χρόνο μου, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀνοίγω στὴν μοίρα του, ὅπως γίνεται μὲ τὴν ἑρμηνεία. Ἡ προδοσία τῆς ἑρμηνείας εἶναι ὅμως μία ἄλλη ἰστορία.